Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΒΗΜΑ - Σεξισμός και διαχείριση της διαφορετικότητας

Πάω πολλά χρόνια πίσω... Ένας συμφοιτητής και καλός φίλος από την παρέα τα «είχε φτιάξει» με μια κοπέλα μικρότερης ηλικίας. Καταπιεσμένοι κι οι δύο από τις συντηρητικές οικογένειές τους, βρήκαν έναν τρόπο να βγάλουν το άχτι τους στον γενικό συντηρητισμό της εποχής: Επέλεγαν τα δημόσια μέσα μεταφοράς ως τον πλέον δόκιμο χώρο για να εκφράσουν το «πάθος τους» με μακρόσυρτα φιλιά και περιπαθείς (στα όρια του επιτρεπτού) περιπτύξεις.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι, όπως ομολογούσε ο φίλος, απολάμβαναν και οι δύο τα ενοχλημένα βλέμματα των υπόλοιπων επιβατών. Θα έλεγε κανείς πως, με τον τρόπο τους, τιμωρούσαν την κοινωνία για την έλλειψη ανοχής απέναντι στη δημόσια έκθεση διαπροσωπικών καταστάσεων που, από τη φύση τους, θα έπρεπε – κατά την κοινωνία πάντα – να εκφράζονται με την δέουσα ιδιωτικότητα.

Σήμερα, τα όρια ανοχής έχουν διευρυνθεί σημαντικά. Τόσο ώστε η απροκάλυπτη εκδήλωση ερωτικών διαθέσεων σε κοινή θέα να μην είναι, πλέον, τρόπος αντίδρασης αλλά αποτέλεσμα ενσυνείδητης παραίτησης από το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Μια παραίτηση που γίνεται ελαφρά τη καρδία, βέβαια, με δεδομένη την ευκολία με την οποία ο σύγχρονος άνθρωπος ακυρώνει το περιβάλλον του στεγανοποιώντας επιλεκτικά τη συνείδησή του...

Μια νέα πρόκληση, όμως, έρχεται να θέσει και πάλι σε δοκιμασία την κοινωνική ανεκτικότητα απέναντι στην απο-ιδιωτικοποίηση των ερωτικών σχέσεων. Τούτη τη φορά, μάλιστα, ο πήχης στέκει ψηλότερα, αφού ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας καλείται να συμφιλιωθεί με την εικόνα ανοικτής έκφρασης ερωτικών αισθημάτων ανάμεσα σε ομόφυλα άτομα. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν τον μη-δυνάμενο να συμφιλιωθεί ως απλά συντηρητικό. Πολλοί, εν τούτοις, θα έσπευδαν να του κολλήσουν μια ακόμα χειρότερη ετικέτα: αυτή του «ρατσιστή». Ή, εν προκειμένω, του «σεξιστή».

Στη χώρα μας υπάρχουν πλέον νόμοι που προστατεύουν και διασφαλίζουν το δικαίωμα στη διαφορετικότητα. Θα έπρεπε, ίσως, να υπήρχαν και νόμοι που να προστατεύουν το δικαίωμα της ένστασης για τη διαχείριση της διαφορετικότητας από τους ίδιους τους φορείς της! Προϋπόθεση: Ο τρόπος έκφρασης της διαφωνίας να μην προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να μην περιλαμβάνει ή υποκινεί συμπεριφορές που θα μπορούσαν αντικειμενικά να χαρακτηριστούν ως ρατσιστικές [1,2].

Αν το ζητούμενο για την κοινωνία είναι η αποκατάσταση της ισότητας και η δίκαιη κατανομή της ελευθερίας, τότε θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από όλους η αμφίδρομη ισχύς ενός κοινωνικού δικαιώματος. Συγκεκριμένα, αν κάποιος διεκδικεί την απόλυτη ελευθερία στη δημόσια έκθεση προσωπικών του ιδιαιτεροτήτων, τότε και κάποιος άλλος μπορεί εξίσου να αξιώσει την ελευθερία στην έκφραση απαρέσκειας για συμπεριφορές προ των οποίων τίθεται και οι οποίες (για τους όποιους λόγους) τον ενοχλούν.

Για παράδειγμα, έχω δικαίωμα να αλλάξω θέση στο λεωφορείο αν πλάι μου τεκταίνεται κάτι που δεν είναι συμβατό με την προσωπική μου αισθητική, χωρίς καν να υποχρεούμαι να υποκριθώ, π.χ., ότι με ενοχλεί ο ήλιος ή ότι πρόκειται να κατέβω στην επόμενη στάση. Το ίδιο σε έναν κινηματογράφο, ακόμα και μέσα στο χώρο του Κοινοβουλίου! Όπως δικαιούμαι, εν γένει, να εκφράζω δημόσια τις αντιρρήσεις μου για μια κοινωνική συμπεριφορά με την οποία δεν συμφωνώ, αρκεί βέβαια να μην παραβιάζω τις αυτονόητες προϋποθέσεις σεβασμού της προσωπικότητας που τέθηκαν πιο πάνω.

Η (ρητορική ή έμπρακτη) ένστασή μου αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική, αφού ο ρατσισμός αφορά χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής εκείνου που τα φέρει. Και η δημόσια συμπεριφορά είναι θέμα επιλογής του καθενός μας!

Έτσι, όσο ηθικά και νομικά καταδικαστέα είναι η πράξη της εξύβρισης ενός ανθρώπου λόγω των σεξουαλικών του προσανατολισμών, άλλο τόσο καταδικαστέα (θα πρέπει να) είναι η άκριτη επικόλληση υβριστικών ετικετών όπως «ρατσιστής», «σεξιστής» ή «φασίστας» σε όποιον τολμά να εκφράζει με τη δέουσα ευπρέπεια την αντίθεσή του στον τρόπο προβολής των ερωτικών ιδιαιτεροτήτων από τους φορείς τους.

Προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων, τονίζω ότι η επίλυση ενός χρονίζοντος νομικού προβλήματος με άμεσες κοινωνικές συνέπειες είναι κάτι που ασφαλώς οφείλουμε όλοι να χαιρετίσουμε. Οι θριαμβολογίες, όμως, όπως και κάποιες άκομψες προκλήσεις εκ μέρους των δικαιωθέντων, αποδυναμώνουν τις προοπτικές καθολικής αποδοχής των θέσεών τους και, εν τέλει, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ακόμα διχασμού στην κοινωνία.

Εκτός, βέβαια, αν η πρόκληση καθαυτή είναι το ζητούμενο, εν είδει τιμωρίας σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αποδεχθεί και να ενσωματώσει κάποιες μορφές διαφορετικότητας. Κάτι σαν τα μάλλον συμπλεγματικά κίνητρα της ανώριμης συμπεριφοράς των φίλων των φοιτητικών χρόνων...

Αναφορές:

[1] Ρατσισμός: Εννοιολογική προσέγγιση μιας ετικέτας

http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=499930

[2] A conceptual approach to racism

http://www.tovima.gr/en/article/?aid=574458

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Τύφλα να 'χει ο Μάρλον Μπράντο!


Ένα διαδικτυακό «έγκλημα» συντελέστηκε πρόσφατα. Με αίσθημα οδύνης διαπίστωσα πριν λίγο καιρό την εξαφάνιση του αρχειακού υλικού των ιστορικών «Διαλόγων» της «Ελευθεροτυπίας». Εξαιρώντας τη μετριότητά μου, οι αρθρογράφοι του site ανήκαν στην ελίτ της διανόησης της εποχής εκείνης (μιλάμε για την πρώτη περίοδο της κρίσης) ενώ κάποια από τα σχόλια που συνόδευαν τα άρθρα θα μπορούσαν να σταθούν ως αυτόνομα κείμενα μεγάλου πολιτικού και φιλοσοφικού βάθους!

Την ευθύνη της αρχισυνταξίας είχε ένας εξαίρετος δημοσιογράφος με δημοκρατικό ήθος, ο οποίος ποτέ δεν λογόκρινε μια άποψη όσο κι αν διαφωνούσε με αυτήν (συχνά διαφωνούσε και μαζί μου, αφού ήμουν μια απολιτίκ «πετριά» στο ακραιφνώς αριστερό πνεύμα του site). Θα έλεγα πως σε πολλά μού τον θυμίζει ο φίλος μου ο Γιώργος Γουγάς εδώ στην «Αιχμή»!

Ευτυχώς είχα εξαρχής την προνοητικότητα να αναδημοσιεύω τα κείμενά μου στο blog μου, κι έτσι μπόρεσαν να σωθούν. Κάποια απ’ αυτά εμφανίστηκαν αργότερα, σε αναθεωρημένη μορφή, στο «Βήμα» και στο Aixmi.gr. Σήμερα θα ήθελα, τιμώντας τη μνήμη των «Διαλόγων», να παρουσιάσω στους αναγνώστες ένα χρονογράφημα του 2011. Το έγραψα με ελαφριά, μάλλον χιουμοριστική διάθεση, και σίγουρα δεν θα το θυμόμουν καν σήμερα αν δεν είχε μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου η εντύπωση που μου είχαν προκαλέσει οι απίστευτης ακαδημαϊκής και πολιτικής ωριμότητας διάλογοι των αναγνωστών μέσω των σχολίων (σύνολο 65) που συνόδευαν το κείμενο.

Λέω μέσα μου, «μακάρι να είχαν σωθεί τα σχόλια, κι ας είχε χαθεί για πάντα το άρθρο»! Το οποίο – ανθιστάμενος στον πειρασμό των αναθεωρήσεων κι επικαιροποιήσεων – παρουσιάζω εδώ όπως ακριβώς είχε πρωτοδημοσιευθεί στην «Ελευθεροτυπία»

—————————————-

Ο Πολιτικός, ο Τεχνοκράτης κι ο… Μάρλον Μπράντο!

Στην πολιτική, όπως και στον έρωτα, το παιχνίδι παίζεται κατά κύριο λόγο στο πεδίο των εντυπώσεων. Αυτό εξηγεί γιατί η ιδιότητα του «χαρισματικού ηγέτη» αποδίδεται συνήθως σ’ αυτόν που έχει το ταλέντο να πείθει το λαό, παρά σ’ εκείνον που έχει πραγματικά τη γνώση και την ικανότητα να επιλύει τα προβλήματα της χώρας. (Στη μάλλον σπάνια περίπτωση όπου ουσία και εικόνα συνυπάρχουν αρμονικά σε έναν ηγέτη ή ένα σύστημα εξουσίας, μιλάμε πια για έναν λαό που τον ευλόγησαν οι μοίρες να γευτεί τη δημοκρατία στην καθαρότερη κι αξιοκρατικότερη εκδοχή της!)

Πολλή συζήτηση έγινε κάποια στιγμή στη χώρα μας για το ενδεχόμενο σχηματισμού διακομματικής κυβέρνησης τεχνοκρατών. Το αν η σκέψη αυτή δεν προχώρησε δεν οφείλεται, βέβαια, σε ένδεια ικανών επιστημόνων: κάθε άλλο μάλιστα! Έχει να κάνει με μια χρόνια διαστροφική τάση του εκλογικού σώματος (ή, αν προτιμάτε, του «λαού») να αξιολογεί τους ηγέτες του με βάση μάλλον την ρητορική τους δεινότητα και τις υποκριτικές τους ικανότητες, παρά τις ίδιες τους τις πολιτικές θέσεις (οι οποίες, ούτως ή άλλως, είναι συνήθως θολά διατυπωμένες προ της ανόδου στην εξουσία, έτσι ώστε να υπάρχει η ευχέρεια, αν καταστεί αναγκαίο, μιας μελλοντικής πολιτικής «κωλοτούμπας»).

Οι επιστήμονες τεχνοκράτες, από την άλλη, δεν είναι σαλτιμπάγκοι: μελετούν ένα πρόβλημα και προχωρούν στην ενδεδειγμένη λύση αδιαφορώντας για τους κανόνες του image making. Το κακό είναι ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το πολιτικό βάρος τυχόν αντιδημοφιλών τους αποφάσεων θα έπεφτε στις πλάτες ενός ad hoc πολιτικού συστήματος του οποίου η ενιαιότητα θα ήταν συγκυριακή και εύθραυστη. (Ποιος ξεχνάει το φιάσκο της Οικουμενικής Κυβέρνησης του 1989-90;)

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερή μια βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν πολιτικό και έναν τεχνοκράτη: Ο τεχνοκράτης ξέρει τη λύση του προβλήματος αλλά όχι πάντα και τον τρόπο να την σερβίρει ώστε να γίνεται αποδεκτή απ’ το λαό. Αντίθετα, ο πολιτικός έχει την ικανότητα να σερβίρει τις «λύσεις» που θέλει ν’ ακούσει ο ψηφοφόρος, έστω κι αν γνωρίζει πως δεν είναι οι ενδεδειγμένες για το πρόβλημα και πως ίσως χρειαστεί αργότερα να τις αναθεωρήσει. Κι αυτό θα το κάνει όχι παραδεχόμενος λάθος εκτίμηση εκ μέρους του, αλλά ενοχοποιώντας τη ρευστότητα των καταστάσεων ή θέτοντας σε έμμεση και διακριτική αμφισβήτηση την αντιληπτική ικανότητα των άλλων. Αυτό που έχει σημασία είναι η πάση θυσία διατήρηση μιας «ατσαλάκωτης» δημόσιας εικόνας του!

Αντίστοιχα, στον έρωτα το πρότυπο του «καλού εραστή» συχνά διαμορφώνεται με βάση τις προεπιλογές δημοφιλίας ενός παντοδύναμου star system. Κι εδώ ο εντυπωσιασμός της οικουμενικά καθιερωμένης κι αποδεκτής εικόνας προεξάρχει της εξατομικευμένης, αντικειμενικής αξιολόγησης. Το απέδειξε περίτρανα το 1963 ο Ορέστης Λάσκος με την θρυλική ταινία του «ΤΥΦΛΑ ΝΑ ‘ΧΕΙ Ο ΜΑΡΛΟΝ ΜΠΡΑΝΤΟ», στην οποία δίνει πραγματικά τα «ρέστα» του ο αξέχαστος Θανάσης Βέγγος. Μια ταινία που δεν βαριέται ποτέ κανείς να ξαναβλέπει, και που αποτελεί μια κατά βάθος μελαγχολική αλληγορία πάνω στην εύκολη δημιουργία και το ακόμα πιο εύκολο γκρέμισμα των ειδώλων… Και όχι μόνο των ερωτικών!

—————————————-

Εύχομαι σε όλους τους αναγνώστες Καλές Γιορτές!

Aixmi.gr

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΒΗΜΑ - Εκπαίδευση και σύγχρονος πραγματισμός

«Η εθνική στρατηγική για την εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση, ενσωματώνοντας τη Στρατηγική της Λισσαβόνας, δίνει έμφαση στην ποιότητα σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, με τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα στοχεύει στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων, με ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος.

Αναγκαία προϋπόθεση είναι η βελτίωση της ποιότητας και της ανταπόκρισης του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και η εξοικείωση μαθητών, σπουδαστών και φοιτητών με αυτές.»

(Σχετικά παλιό – πλην πάντα επίκαιρο στην ουσία του – κείμενο από επίσημη κρατική ιστοσελίδα με θέμα «Εκπαίδευση και Αγορά Εργασίας».)

Είμαι ο τελευταίος που θα αμφισβητούσε τις καλές προθέσεις του συντάκτη κειμένων όπως το παραπάνω (το επέλεξα τυχαία). Ομολογώ, εν τούτοις, ότι δυσκολεύομαι να συσχετίσω απόλυτα και μονοσήμαντα τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης προσωπικότητας με την ικανότητα ανταπόκρισης σε ένα οικονομικό περιβάλλον ή στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Εκτός, φυσικά, αν η έκφραση «ολοκληρωμένη προσωπικότητα» έπαψε να έχει το πλάτος και το βάθος που διαχρονικά της έχει αποδοθεί!

Γενικά μιλώντας, η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ προϋπόθεση επιβίωσης. Κι αυτό είναι δεδομένο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Υπάρχουν όμως και κάποιοι εκπαιδευτικοί (ας τους χαρακτηρίσουμε, αν θέλετε, «αιθεροβάμονες») που εξακολουθούν να βλέπουν την εκπαίδευση μέσα από το ιδεαλιστικό πρίσμα της διαμόρφωσης χαρακτήρων. Γι’ αυτούς η ζωή είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την επιβίωση και η μόρφωση οφείλει να στοχεύει σε ιδανικά πολύ υψηλότερα από μια επαγγελματική καταξίωση.

Επειδή, λοιπόν – για να χρησιμοποιήσω μια δημοφιλή έκφραση – και οι εκπαιδευτικοί αυτοί έχουν ψυχή (καθώς και δικαίωμα άποψης και λόγου), θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες «αιρετικές» σκέψεις τους με τον αναγνώστη, δίχως, ασφαλώς, να διεκδικώ τη συμφωνία του με αυτές.

Σημειώνω καταρχήν ότι τον όρο «αγορά» θα τον χρησιμοποιήσουμε εδώ με κάπως γενικότερη σημασία: Εννοούμε ένα σύστημα προσφοράς και ζήτησης κοστολογούμενων αγαθών (προϊόντων ή υπηρεσιών) η αξία των οποίων διαμορφώνεται στο πλαίσιο του συστήματος μέσω του συσχετισμού της προσφοράς με τη ζήτηση. Με βάση αυτό τον αυτοματισμό, π.χ., καθορίζεται η τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, καθώς και ο αριθμός των ατόμων που θα προσληφθούν για να καλύψουν μια συγκεκριμένη ανάγκη, κοινωνική ή ιδιωτική.

Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης έχει αναπτυχθεί μια κλιμακούμενη αντίληψη σύμφωνα με την οποία πρωταρχικός (αν όχι μοναδικός) σκοπός της εκπαίδευσης είναι η προετοιμασία ενός νέου ανθρώπου για ένταξή του στην αγορά. Αναντίρρητα, η αγορά (με τη γενικότερη δυνατή σημασία του όρου) είναι ο στίβος όπου ο νέος θα αναζητήσει την ευκαιρία για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς ζωής και – γιατί όχι; – κοινωνικής καταξίωσης. Το ζήτημα είναι κατά πόσον η εκπαίδευση, ως κορυφαία διαχρονική αξία, θα πρέπει να περιορίσει το ρόλο της στην υπηρέτηση αυτών και μόνο των στόχων, με δεδομένο ότι η επιβίωση είναι αναγκαία προϋπόθεση αλλά όχι επαρκής συνθήκη για μια ολοκληρωμένη ζωή. Και η επίτευξη αυτής της ολοκλήρωσης υπήρξε πάντα η βασική αποστολή της εκπαίδευσης.

Ας φανταστούμε ένα ακραίο σενάριο: μια κοινωνία όπου το εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσανατολισμένο αποκλειστικά στις ανάγκες της αγοράς. Ο άνθρωπος – μονάδα αντικαθίσταται βαθμιαία από τον άνθρωπο – εξάρτημα του συστήματος. Η ανθρώπινη μοναδικότητα, δηλαδή, υποκαθίσταται από την ανθρώπινη λειτουργικότητα στο πλαίσιο ενός προκαθορισμένου συστήματος αξιών με το οποίο ο άνθρωπος καλείται να είναι (ή να γίνει) συμβατός προκειμένου να επιβιώσει.

Η μοναδικότητα τείνει έτσι να γίνει αναλώσιμο είδος. Για παράδειγμα, μια ηλεκτρική συσκευή μπορεί να είναι μοναδική στο είδος της σε ένα σπίτι, αν όμως πάψει να λειτουργεί αντικαθίσταται από άλλη παρόμοια. Το ίδιο, κατ’ αναλογία, κι ένας οποιοσδήποτε επαγγελματίας μέσα στο απρόσωπο, ισοπεδωτικό χωνευτήρι της αγοράς σε αυτή την υποθετική κοινωνία. Ακόμα κι αν πρόκειται για έναν εκπαιδευτικό που είναι επιφορτισμένος με το έργο της διαχείρισης ανθρώπινων ψυχών...

Επιστρέφοντας στον κόσμο του πραγματικού, θεωρώ αναγκαίο να θέσω μερικά ερωτήματα (ελπίζοντας ότι δεν θα αξιολογηθούν ως ρητορικά από τον αναγνώστη) στα οποία οφείλουμε οι εκπαιδευτικοί να δώσουμε πειστικές απαντήσεις:

- Στο πλαίσιο του λειτουργήματός μας, διδάσκουμε στον μαθητή το «γιατί», ή μήπως περιοριζόμαστε όλο και περισσότερο στο «πώς»; Αναδεικνύουμε την αξία της γνώσης για τη γνώση με στόχο και μόνο τη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων και την εσωτερική καλλιέργεια; Ενθαρρύνουμε την ανάπτυξη κριτικής σκέψης σε βάρος της απομνημόνευσης;

- Αφήνουμε περιθώρια στον μαθητή να αναδείξει και να αναπτύξει ιδιαίτερα προσωπικά χαρίσματα τα οποία δεν προορίζονται να εξυπηρετήσουν τη μελλοντική σχέση του με την αγορά, άρα σχετίζονται γενικότερα με τη ζωή και όχι στενά με την επιβίωση; Τον ενθαρρύνουμε να ανακαλύψει μέσα του αρετές που δεν κοστολογούνται, άρα δεν αγοράζονται ή πουλιούνται;

- Στην αποτίμηση του ρόλου μας ως δασκάλων, υφίσταται ακόμα η ανάπτυξη αυτογνωσίας ως κορυφαία αποστολή της εκπαίδευσης (κατά Σωκράτη), ή ο όρος κατάντησε να σημαίνει την ανακάλυψη δεξιοτήτων που θα καταστήσουν τον αυριανό πολίτη χρήσιμο (αν και ενδεχομένως αναλώσιμο) εξάρτημα του συστήματος της αγοράς;

- Εξηγούμε στον μαθητή ότι υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στο επάγγελμα και στο λειτούργημα (με τη σημασία της υψηλής κοινωνικής προσφοράς), έτσι ώστε όταν τα δύο συνυπάρχουν, το πρώτο να μην επισκιάζει κι εν τέλει καταργεί το δεύτερο;

- Και, τέλος, διδάσκουμε την αλληλεγγύη σαν αντίρροπη δύναμη στον ανταγωνισμό και σαν απαραίτητο συνεκτικό στοιχείο κάθε ανθρώπινης κοινωνίας;

Με βάση τις απαντήσεις μας σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω, θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε το επίπεδο της προσφοράς μας στο λειτούργημα της εκπαίδευσης. Θα μπορέσουμε να διαγνώσουμε αν επάξια φέρουμε τον τίτλο του δασκάλου, ή αν θα πρέπει ενδεχομένως να περιοριστούμε, π.χ., σε αυτόν του καθηγητή. Αν είμαστε ταγμένοι στην αποστολή της διαμόρφωσης ανθρώπινης συνειδητότητας, ή αν απλά λειτουργούμε ως χορηγοί πληροφορίας σε ανθρώπινους αποθηκευτικούς χώρους με στόχο την παραγωγή χρήσιμων μελλοντικών εργαλείων σε ένα σύστημα που καταπίνει την ατομικότητα.

Μου είναι εύκολο τη στιγμή αυτή να μαντέψω τις πιθανές ενστάσεις του πραγματιστή αναγνώστη. Όμως, όπως είπαμε νωρίτερα, και οι «αιθεροβάμονες» δικαιούνται μια θέση στον ήλιο στους καιρούς της κρίσης. Ιδιαίτερα στο χώρο της εκπαίδευσης – ποιος ξέρει; – ίσως κάποια μέρα αποδειχθούν ακόμα και χρήσιμοι. Εκ των υστέρων, φοβάμαι...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το «Τέταρτο Ράιχ» δεν μιλά γερμανικά...

Χονδρικά μιλώντας, υπάρχουν δύο τρόποι για να εξοντώσει κάποιος έναν ανθρώπινο οργανισμό. Ο άμεσος και γρήγορος τρόπος είναι μέσω βίαιης προσβολής με κάποιο εξωγενές αντικείμενο, όπως π.χ. μια σφαίρα που διαπερνά το σώμα και πλήττει ζωτικά όργανα. Ο δεύτερος τρόπος είναι πιο αργός και πιο ύπουλος: Ένας δύσκολα ανιχνεύσιμος παθογόνος παράγοντας (π.χ., ένας μικροοργανισμός) εισάγεται σε κάποιο σημείο του σώματος. Σιγά - σιγά προσβάλλει όλο και περισσότερα σημεία, έως ότου γίνει νόσος που εξαπλώνεται σε όλο το σώμα και δύσκολα, πια, θεραπεύεται.

Φυσικά, και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν περιθώρια σωτηρίας για τον οργανισμό. Αν η σφαίρα δεν πλήξει ανεπανόρθωτα κάποιο ζωτικό όργανο, μπορεί να αφαιρεθεί με χειρουργική επέμβαση. Επίσης, ο παθογόνος παράγοντας μπορεί να αντιμετωπιστεί και να εξαλειφθεί με κατάλληλα φαρμακευτικά σκευάσματα αν ανιχνευθεί έγκαιρα. Και το «έγκαιρα» είναι, εν προκειμένω, η λέξη - κλειδί για τη σωτηρία...

Παρόμοιες σκέψεις θα μπορούσε κάποιος να διατυπώσει στην περίπτωση που ο «οργανισμός» συμβολίζει μια χώρα, μια ήπειρο, ή ακόμα και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Οι Ναζί κατήγαγαν τους αρχικούς θριάμβους τους με την τακτική του «κεραυνοβόλου πολέμου» (Blitzkrieg). Ήταν σαν να σκοτώνεις το απροετοίμαστο (αν και όχι πάντα ανυποψίαστο) θύμα με μια σφαίρα, αιφνιδιαστικά, γρήγορα και αποτελεσματικά. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, η «σφαίρα» απομακρύνθηκε κι εξουδετερώθηκε έγκαιρα, πριν προκαλέσει τον θάνατο στις ίδιες τις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού.

Βέβαια, η τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου προϋποθέτει υπεροπλία του επιτιθέμενου σε σχέση με τον αντίπαλο, μια συνθήκη που ασφαλώς πληρούσε η παντοδύναμη, τότε, πολεμική μηχανή του Τρίτου Ράιχ συγκρινόμενη με τις αμυντικές δυνατότητες των χωρών που κατακτήθηκαν. Σήμερα η Αμερική παραμένει ισχυρή, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έρχεται κι αυτή να θεραπεύσει τις αντιπαλότητες – και σε κρίσιμες περιόδους εχθρότητες – που προκάλεσε στο παρελθόν ο κατακερματισμός της ηπείρου σε κρατικές οντότητες με αντίπαλα συμφέροντα και εθνικά οράματα. Έναν τέτοιο κόσμο δύσκολα θα κατακτούσε ένας εξωτερικός εχθρός διεξάγοντας ορθόδοξο πόλεμο. Εν τούτοις, μια ύπουλη «νόσος» θα μπορούσε ίσως να διαβρώσει και τελικά να καταστρέψει τον κόσμο αυτό εκ των έσω...

Το «Τέταρτο Ράιχ» του αιώνα που διανύουμε – μια νέα απειλή για ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο – δεν μιλά πλέον γερμανικά, παρά τις περί του αντιθέτου πεποιθήσεις των εκπροσώπων της σύγχρονης αντιμνημονιακής διανόησης. Ασπάζεται εξίσου τον δολοφονικό ρατσισμό του Ναζισμού, μόνο που τα κριτήρια αξιολόγησης και διαχωρισμού είναι διαφορετικά: τη θέση της ράτσας παίρνει τώρα η θρησκευτική πίστη. Ως «Άριοι» λογίζονται εκείνοι που είναι πρόθυμοι ακόμα και να θυσιαστούν στο όνομα του «ενός και μοναδικού θεού» και του προφήτη του. Για τους «άπιστους», η μόνη δίκαιη τιμωρία είναι ο αφανισμός.

Και, καθώς έσβησε πια προ πολλού η φωτιά στα κρεματόρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης, δεν μένει παρά η φωτιά των εκρηκτικών. Ακόμα και σε χώρους όπου ανυποψίαστοι πολίτες συναθροίζονται για τις καθημερινές τους δραστηριότητες, όπως π.χ. στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Επειδή, μάλιστα, ο τρόπος ψυχαγωγίας των «απίστων» δεν συνάδει με τις ιερές επιταγές της θρησκείας, οι χώροι ομαδικής διασκέδασης φαντάζουν κι αυτοί σαν ιδανικά σφαγεία για την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Τα υποψήφια θύματα δεν είναι πλέον μόνο – ούτε καν κυρίως – Εβραίοι...

Όπως μας δίδαξε η εμπειρία πρόσφατων τραγικών περιστατικών στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική, οι πρόθυμοι «μάρτυρες» του θρησκευτικού φονταμενταλισμού δεν είναι απαραίτητα εισαγόμενο είδος. Αντίθετα, σε όχι λίγες περιπτώσεις είναι γέννημα - θρέμμα του τόπου ενάντια στον οποίο έχει μεθοδικά και συστηματικά καλλιεργηθεί το πολιτιστικό μίσος τους, και προς τον οποίο στρέφεται το δολοφονικό τους μένος. Νέα παιδιά που θα μπορούσαν να αποτελέσουν υγιή κύτταρα μιας κοινωνίας, είναι πρόθυμα να θυσιάσουν τις ζωές τους για ένα ιδανικό που δογματικά θεωρεί τη διαφορετικότητα ως αιτία μαζικού αφανισμού. Ακόμα κι αν η περίοδος του ναζισμού μας έχει κάπως εξοικειώσει με αυτή τη γενική ιδέα, δεν παύουν οι συσχετισμοί να προκαλούν ανατριχίλα...

Πώς θα μπορούσε να αναχαιτιστεί αυτή η επιχειρούμενη εκ των έσω διάβρωση και συνακόλουθη καταστροφή των Δυτικών κοινωνιών από τη μάστιγα του θρησκευτικού φανατισμού και του απορρέοντος από αυτόν πολιτιστικού μίσους; Δεν ανήκω στους ειδικούς που θα μπορούσαν να προτείνουν αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης αυτής της παγκόσμιας απειλής. Το σημείο εκκίνησης, όμως, είναι αυτονόητο: Δεν μπορείς να εξοντώσεις έναν αντίπαλο σέρνοντας διαρκώς στους ώμους σου το βάρος της (δίκαιης ή όχι) ενοχής για την ύπαρξή του! Ο πολιτισμένος κόσμος (αδιάφορο αν κάποιοι ειρωνεύονται και αμφισβητούν τον επιθετικό προσδιορισμό) πρέπει, επιτέλους, να ξεπεράσει τα ενοχικά του σύνδρομα για τις αφετηρίες του κακού και να ενώσει τις δυνάμεις του για την εξάλειψη του νέου αυτού δολοφονικού ρατσισμού.

Και, για να μην παρερμηνευθούν οι θέσεις του γράφοντος: Μιλώ για την εξάλειψη της δυνατότητας μετεξέλιξης μιας ακραίας ιδεολογίας σε κοινωνική και πολιτική απειλή, όχι για την εξόντωση ανθρώπων! Ένα πολιτισμένο κοινωνικό σύστημα διαπαιδαγωγεί και διαμορφώνει συνειδήσεις πολύ πριν φτάσει στο σημείο να αμυνθεί σκοτώνοντας εκείνους που απέτυχε να ενσωματώσει.

Αρκεί, βέβαια, η διαπαιδαγώγηση αυτή (μέσω, κυρίως, της εκπαίδευσης) να κατορθώσει να κλείσει τον κύκλο της έγκαιρα, προτού η εύπλαστη συνειδητότητα ενός νέου ανθρώπου μετατραπεί σε άκαμπτο δογματισμό ενός φανατικού. Γιατί τότε δεν θα υπάρχει γυρισμός...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Δόξης εγκώμιον

Για δες, κόσμος μαζεύτηκε έξω απ’ το παλάτι!
Στρατιώτες με πολύχρωμες στολές
και μουσικές πολλές
κι ο βασιλιάς ντυμένος στο μετάξι
και οι κυρίες της Αυλής
μες στα φανταχτερά τους τα φορέματα…
Άκου το πλήθος που επευφημεί
το δοξασμένο άρχοντα
που νικητής εγύρισε από τη μάχη!

Μα ξάφνου σβήνουν τα κεριά.
Σκοτάδι πέφτει στη σκηνή
κι οι θεατές σιγά-σιγά την αίθουσα αδειάζουν.
Χάρτινο ήταν τελικά το σκηνικό
ζωγραφισμένο το παλάτι
κι ο βασιλιάς ένας φτωχός και μέτριος θεατρίνος.
Ψεύτικα τα μετάξια του,
ψεύτικες κι οι πολύχρωμες στολές και τα φορέματα.
Από ορχήστρα ταπεινή η μουσική
μα και το πλήθος που εζητωκραύγαζε
ήταν κι αυτό μια χορωδία…

Μάταιες οι εφήμερες οι δόξες κι οι τιμές!
Κρατούνε λίγο, σαν το φως απ’ τα κεριά
και χάνονται στο φύσημα του αέρα.
Σα μια καντέντσα ορχήστρας σ’ ένα έργο τραγικό
και σαν απόηχος φωνών στο τέλος μελοδράματος,
όταν θα φεύγουνε οι τελευταίοι θεατές
και τα χειροκροτήματα θα έχουνε πια σβήσει…

(Αφιερωμένο σ’ αυτούς που ασπάστηκαν τη σοφία του Τριστάνου…)

Aixmi.gr

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Ζώντας με το φόβο...

Έλαβα, μέσω Facebook, ένα αξιόλογο σχόλιο από την Παρασκευή- Νικολέττα Σίμου, με αφορμή το άρθρο "Πόσο 'ρατσιστικός' είναι ο φόβος;". Αξίζει να αναδημοσιεύσω το σχόλιο κι εδώ:

Εργάζομαι στην Ηπείρου. Κάθε μέρα βλέπω ζοφερές εικόνες στην Πλατεία Βικτωρίας... Υπερτερούν οι νέοι πρόσφυγες, οι οποίοι είναι γεροδεμένοι και όχι τόσο ταλαιπωρημένοι. Συναθροίζονται σε ομάδες και μιλούν μεγαλόφωνα... Φοβάμαι! Αναρωτιέμαι, τι κίνητρα έχουν αυτοί οι άνθρωποι -ως επί το πλείστον Αφγανοί- να φεύγουν τόσο μαζικά από τη χώρα τους;

Πιο πέρα ένας πατέρας -είναι δεν είναι 20 χρόνων- από τη Συρία κρατάει ένα νεογέννητο μωράκι στην αγκαλιά του. Πού να γεννήθηκε, σκέφτομαι, και τι ν' ανάγκασε αυτό το νέο πατέρα να πάρει την οικογένειά του, και ιδιαίτερα την ετοιμόγεννη γυναίκα του, και να φύγει...

Και τότε φοβάμαι για το μέλλον μας, μην καταλήξουν τα παιδιά μας έτσι! Οι μαθητές του σχολείου μου δεν είναι πια μόνιμοι, έρχονται και φεύγουν για Γερμανία, Σουηδία... Τους γυρίζουν πίσω και μετά φεύγουν παράνομα. Και όσοι καταφέρνουν να εγκατασταθούν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν περνούν καλά, υποφέρουν. Κι αν δεν βρουν δουλειά οι γονείς τους, θα τους διώξουν πίσω στην Ελλάδα... Αναρωτιέμαι, τι θα γίνει η απόγνωση και η απαισιοδοξία που θα νοιώθουν; Στους περισσότερους θα μεταλλαχθεί σε βία, κοινωνικό μίσος, θρησκευτική μισαλλοδοξία... Κάθε μέρα που παίρνω το τρένο της Βικτώριας για να πάω σπίτι κάνω ένα γρήγορο έλεγχο με τα μάτια πριν μπω στο βαγόνι. Φοβαμαι...! Είναι αλήθεια ότι από τη φύση μας φοβόμαστε κάτι το πρωτόγνωρο, κάτι το καινούργιο... Ο κόσμος μας αλλάζει και τα ιδανικά μας βρίσκονται υπό αναμόρφωση...

Υ.Γ: Θυμάμαι τα λόγια της γιαγιάς Τασσώς από τις πρώτες εμπειρίες της μόλις ήρθε από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα: "Φάε το φαγητό σου γιατί θα σε φάει ο Πρόσφυγγας!", έλεγαν οι μανάδες στα παιδιά τους. Πόσο φόβο μέσα τους θα ένοιωθαν οι γηγενείς Έλληνες για τη νέα τάξη πραγμάτων...! Ο δικός μου φόβος δεν προέρχεται από τους μετανάστες: Προέρχεται από τη ροή των πραγμάτων που συμβαίνουν παγκόσμια και δεν μπορώ να ερμηνεύσω...

Παρασκευή- Νικολέττα Σίμου

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Πόσο «ρατσιστικός» είναι ο φόβος;

Το περιστατικό είναι πρόσφατο και μου το διηγήθηκε αξιόπιστη πηγή που το βίωσε προσωπικά:

Γραμμή 2 του Μετρό, από Δάφνη προς Αθήνα. Στη στάση του Νέου Κόσμου μπαίνουν στο βαγόνι δύο άτομα, αλλοδαποί. Από τα φυσικά τους χαρακτηριστικά, την εν γένει παρουσία τους και την ομιλία τους, είναι εμφανής η προέλευσή τους και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μαντέψει κάποιος σωστά το θρήσκευμά τους.

Η συμπεριφορά τους είναι αφύσικη, για να μην πω ύποπτη. Μιλούν τόσο δυνατά που ακούγονται ευκρινώς στα γειτονικά βαγόνια. Ο τόνος της φωνής τους, αλλά και το βλέμμα τους, αποπνέουν θυμό και προκαλούν φόβο. Κάθε λίγο κάνουν μια κίνηση με τα χέρια τους, σαν να αναζητούν κάτι μέσα από τα τζάκετ τους. Οι επιβάτες έχουν παγώσει: τα γεγονότα στο Παρίσι είναι πρόσφατα. Κάποιοι σπεύδουν να κατέβουν, πανικόβλητοι, στην επόμενη στάση, που δεν είναι η στάση τους…

Αυτό που έκανε εντύπωση στη (σχετικά ψύχραιμη) πηγή που μου μετέφερε το περιστατικό, ήταν το εξής: Τα δύο άτομα, όχι μόνο δεν έδειξαν να ενοχλούνται από τα έντρομα βλέμματα των επιβατών, αλλά αντίθετα φάνηκε να τα διασκεδάζουν ιδιαίτερα. Θα έλεγε κανείς πως στόχος τους ήταν ακριβώς να ενσπείρουν τον τρόμο!

Θυμάμαι κάποιες εποχές, όχι πολύ μακρινές, τότε που η ανέμελα οργισμένη ρητορεία της μελλούμενης να κυβερνήσει Αριστεράς βάφτιζε «ρατσιστή» όποιον απλά τολμούσε να δηλώσει Έλληνας. Ακόμα χειρότερα, δαιμονοποιούσε το φυσικό ανακλαστικό του φόβου – σαν αυτόν που βίωσαν οι επιβάτες στο βαγόνι του Μετρό – ταυτίζοντας την ξενοφοβία με τον ρατσισμό (μια εννοιολογική σύγχυση στην οποία, δυστυχώς, υπέπεσαν ακόμα και συντάκτες νόμων…).

Τη «νύφη» την είχε πληρώσει, τότε, και η ποιήτρια Κική Δημουλά, όταν τόλμησε να ομολογήσει πως η ανεξέλεγκτη συσσώρευση (παράνομων, κυρίως) μεταναστών στη γειτονιά της, με την συνακόλουθη, κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας εκεί, την έκαναν να φοβάται να βγει από το σπίτι της. Ο «προοδευτικός» τύπος και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης έφτασαν τότε να μιλήσουν ακόμα και για «ρατσιστικό και ξενοφοβικό παραλήρημα» της ποιήτριας!

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να μεταφέρω στο αναγνωστικό κοινό τού Aixmi.gr κάποιες σκέψεις που δημοσίευσα στο «Βήμα» της 8-5-2013, σε μια απόπειρα αξιακής και εννοιολογικής τακτοποίησης με στόχο την απο-δαιμονοποίηση του φόβου:

————————————————

Πήρε φωτιά το Διαδίκτυο γιατί η ποιήτρια Κική Δημουλά φέρεται να είπε – μάλλον ανεπίσημα – σε κάποια εκδήλωση στην Κυψέλη (περιοχή όπου διαμένει) το εξής «εξωφρενικό»: ότι φοβάται να βγει απ’ το σπίτι της λόγω της αυξημένης εγκληματικότητας, αποτέλεσμα της υπερσυγκέντρωσης μεταναστών (νομίμων ή μη) στην εν λόγω περιοχή! Πώς το μάθαμε; Έτυχε να την ακούσει η δημοσιογράφος Άννα Δαμιανίδη, που ήταν παρούσα στην εκδήλωση των Atenistas. Και δεν έχασε τη μοναδική ευκαιρία να γίνει (έστω για λίγο) ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα του Διαδικτύου. Όπως έλεγε κι ο παππούς μου, «αν δεν φας θεριό δεν θεριεύεις»!

Βέβαια, η δήλωση (αν την έκανε…) της ποιήτριας παραβιάζει ανοικτές θύρες: όλοι γνωρίζουμε το μαρτύριο των κατοίκων της Κυψέλης – ιδιαίτερα των ηλικιωμένων που είναι πιο ευάλωτοι σε συνθήκες περιρρέουσας εγκληματικότητας. Και, αν δεν επιμείνουμε να εθελοτυφλούμε (εκ του – πολιτικώς – πονηρού;), τα κύρια αίτια του φαινομένου δεν πρέπει να μας είναι και τόσο άγνωστα…

Επειδή όμως τα media μίλησαν ελαφρά τη καρδία για «ρατσιστικό και ξενοφοβικό παραλήρημα»(!) της κ. Δημουλά, θεωρούμε πως είναι μια καλή ευκαιρία να διατυπώσουμε δυο-τρεις σκέψεις πάνω στην ίδια την έννοια της ξενοφοβίας, με οδηγό την κοινή λογική και μόνο.

Καταρχήν, ο συνήθης συσχετισμός των όρων «ρατσισμός» και «ξενοφοβία» ως συγγενών εννοιών, είναι αδόκιμος. Αυτό ισχύει τόσο σε εννοιολογική, όσο και σε ηθική αλλά και νομική βάση. Ας εξετάσουμε αυτές τις παραμέτρους χωριστά:

1. Εννοιολογικά, η ξενοφοβία είναι κατά το μάλλον ή ήττον καλά καθορισμένη. Αναφέρεται στον παράλογο έως νοσηρό φόβο απέναντι σε οποιονδήποτε μπορεί να θεωρηθεί «ξένος» ως προς το κοινωνικό σύνολο στο οποίο ο ξενοφοβικός εντάσσεται αυτοπροσδιοριστικά. Αντίθετα, ο εννοιολογικός καθορισμός του ρατσισμού είναι ιδιαίτερα περίπλοκος, και η έννοια αυτή παραμένει – σε κάποιο βαθμό, τουλάχιστον – ασαφής.

2. Ο ρατσισμός είναι ηθικά αξιολογήσιμος και φέρει σαφώς αρνητικό πρόσημο. Τούτο οφείλεται στο ότι προσπαθεί να εισαγάγει ανισοτικές σχέσεις μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων με βάση αυθαίρετα θεωρούμενα χαρακτηριστικά, που μάλιστα είναι μη-επιλεγμένα. Πώς όμως μπορεί να αξιολογηθεί ηθικά ένα συναίσθημα, όπως ο φόβος ή μια βαθιά ριζωμένη προκατάληψη; Σε ποιο βαθμό, λοιπόν, είναι ηθικά καταδικαστέα η ξενοφοβία;

3. Από νομική άποψη, ο ρατσισμός, εφόσον εκδηλώνεται ως κοινωνική συμπεριφορά με πράξεις βίας (φυσικής ή ψυχολογικής), οφείλει να είναι ποινικά κολάσιμος σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία. Πώς όμως μπορεί κανείς να ποινικοποιήσει τον φόβο – ένα κατά βάση αυτοσυντηρητικό συναίσθημα; Έτσι, η ξενοφοβία καθαυτή δεν μπορεί να θεωρείται «παράνομη» (πράγμα που αποτυγχάνουν να καταστήσουν σαφές οι νόμοι «κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας»).

Αυτό που ενδεχομένως θα αποτελούσε αντικείμενο της Δικαιοσύνης είναι η πρόκληση ξενοφοβικών αισθημάτων μέσω δημόσιου λόγου. Και πάλι, όμως, τίθενται προϋποθέσεις: Το να διασπείρει κάποιος σκόπιμα ψευδείς ειδήσεις με σκοπό την πρόκληση τέτοιων αισθημάτων είναι εντελώς διαφορετικό από την δημόσια εξωτερίκευση προσωπικών βιωμάτων. Αν η δημόσια εξομολόγηση ενός θύματος εγκληματικής πράξης στοχοποιεί εκ των πραγμάτων κάποια κοινωνική ομάδα, θα ήταν παράλογο να τιμωρηθεί το θύμα για μια στοιχειώδη άσκηση ελευθερίας του λόγου εκ μέρους του!

Για να επιστρέψουμε στην κ. Δημουλά και το υποτιθέμενο «ρατσιστικό και ξενοφοβικό παραλήρημά της», θα αρκεστούμε να πούμε πως η ποιήτρια εξέφρασε χωρίς περιττά ταμπού το απολύτως αυταπόδεικτο. Αψηφώντας την αναμενόμενη διαστρέβλωση των λόγων της από τις επιλεκτικές ευαισθησίες των δήθεν «προοδευτικών», και την εκμετάλλευσή τους από τον καιροσκοπισμό των φερεφώνων κάποιων υποψήφιων επιβητόρων της εξουσίας…

————————————————

Δύο ερωτήματα που σήμερα, τουλάχιστον, φαντάζουν σε εμάς ρητορικά:

– Πόσο «ρατσιστές» θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι έντρομοι επιβάτες του βαγονιού του Μετρό – ακόμα κι εκείνοι που κατέβηκαν πρόωρα στην επόμενη στάση με ένα μορφασμό απέχθειας ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους;

– Πόσο «θύματα ρατσισμού» θα δικαιούνταν να ισχυριστούν ότι υπήρξαν οι δύο (καθ’ όλες τις ενδείξεις, σαδιστικώς απολαύσαντες τον τρόμο των υπολοίπων επιβατών) αλλοδαποί επιβάτες;

Σε ό,τι αφορά την ποιήτρια Κική Δημουλά, δεν γνωρίζω αν κάποιοι μπήκαν στον κόπο να της ζητήσουν συγνώμη, έστω και κατόπιν εορτής. Όχι μόνο για την ίδια αλλά, στο πρόσωπό της, και για όλους τους ανθρώπους μιας κάποιας ηλικίας που αφέθηκαν απροστάτευτοι από την Πολιτεία απέναντι στο εισαγόμενο έγκλημα. Ίσως τώρα πια, φοβούμαι, κι απέναντι στην εισαγόμενη τρομοκρατία…

Όμως, ας μην παρασύρομαι τόσο: Η χρήση του όρου «τρομοκράτης» δεν είναι politically correct, σύμφωνα, τουλάχιστον, με τις εκπεφρασμένες απόψεις κάποιων άκρως ευφυών ανθρώπων με παραδοσιακά «προοδευτική» σκέψη. Των οποίων τη δεξιότητα και ωραιότητα του λόγου απολαμβάνουμε, εν τούτοις, με κάθε ευκαιρία, σε τούτο τον ιστότοπο και αλλού…

Aixmi.gr

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Μια επανάσταση που δεν έγινε…

Καθώς ξεφύλλιζα και πάλι την ποιητική συλλογή «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ», το μάτι μου έπεσε στο αγαπημένο μου ποίημα, «Γενιά μοιραία». Είπα μέσα μου: «Ευτυχώς υπάρχει ακόμα ένα υγιές κομμάτι της Αριστεράς που δεν φοβάται να αυτοσαρκάζεται!» Το «Αριστερά» με την πιο γενική σημασία που μπορεί να του αποδώσει κανείς…
Οι περίτεχνοι στίχοι του Χρήστου Παναγιωτόπουλου συμπαρέσυραν συνειρμικά στη σκέψη μου ένα σχετικά άτεχνο στιχούργημα που βρήκα κάποτε στις σελίδες ενός βιβλίου «οιονεί ποίησης» που δεν διαβάστηκε ποτέ:
Θυμάσαι, για επανάσταση
και άλλα ιδανικά μιλούσαμε
με γλώσσα δανεισμένη, ξύλινη…
Και ξενυχτούσαμε
σε καφενεία φτηνά
που πια δε θα υπάρχουν,
μ’ έναν καφέ
που εδώ και ώρα κρύωσε
και την παρέα,
αντιδικώντας για όλ’ αυτά
που δεν καταλαβαίναμε
αφού μας ξεπερνούσαν…
Κι επιχειρήματα ζητούσαμε
διαβάζοντας σα μανιακοί
βιβλία κακογραμμένα,
κακομεταφρασμένα…
Ήταν, θαρρώ, την εποχή
που ακόμα δε γνωρίζαμε καλά
τα ιδανικά μας
τόσο ιδανικά να ξεδιπλώνουμε
στου καθωσπρέπει μπαρ τον καναπέ,
εκεί που ανταμώνουμε ξανά
για «ένα ποτάκι»…
(«Ιδανικά», από τη συλλογή «ΑΠ’ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΟΥ»)
Θυμήθηκα, με την ευκαιρία, και τα λόγια ενός παλιού «επαναστάτη»:
– Είμαστε, άραγε, θύματα ή θύτες της διάψευσης των οραμάτων μας; Κάποτε πιστέψαμε ότι θ' αλλάζαμε τον κόσμο. Δεν ξέρω αν τώρα μου φαινόμαστε τόσο αστείοι που το νομίσαμε, ή τελικά που δεν το τολμήσαμε…

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ιδεολογικός ταλιμπανισμός, τέσσερα χρόνια μετά...

Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση του καταραμένου άρθρου μου για τη "Γκέμμα" συνεχίζω να δέχομαι πυροβολισμούς στο "Βήμα" από ιδεολογικούς ταλιμπάν που ΝΟΜΙΖΟΥΝ ότι έτσι προασπίζουν τη μνήμη του Δ. Λιαντίνη! Μεταφέρω αποσπάσματα από πρόσφατο σχόλιο αναγνώστη:

"Το να αποτιμά κάποιος το έργο άλλου σημαίνει ότι τον ενδιαφέρει, αν δεν το κάνει μόνο για να κερδίσει το ψωμί του. Αν τον ενδιαφέρει ένα φιλοσοφικό έργο με μεγάλη αισθητική αξία, φροντίζει να εμβαθύνει σε αυτό, κι όχι να πετά χαλίκια θεωρώντας τα κριτική. (...) Ρατσιστής κατά ψυχικά πασχόντων ατόμων αποδείχνεται στο άρθρο ο αρθρογράφος κι όχι ο Λιαντίνης!"

Σε εμένα είναι απολύτως προφανές ότι ο εν λόγω αναγνώστης δεν έχει διαβάσει (παρά μόνο, ίσως, επιφανειακά) το βιβλίο, ούτε καν τις ακριβείς επιμέρους παραπομπές που δίνω σ' αυτό. Αλλιώς δεν θα μιλούσε ελαφρά τη καρδία για "χαλίκια", ούτε θα ισχυριζόταν ότι αποκάλεσα, δήθεν, τον Λιαντίνη "ρατσιστή κατά ψυχικά πασχόντων"!!!

Το ζητούμενο εδώ είναι ένα: η αποδόμηση (η "δολοφονία", καλύτερα) του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του αρθρογράφου. Κρίμα για τον ίδιο το Λιαντίνη, που δίδασκε την ελευθερία της σκέψης. Οι μαθητές του τον πρόδωσαν "λατρεύοντάς" τον! Και σ' αυτούς περιλαμβάνονται, δυστυχώς, και κάποιοι πολύ προσωπικοί φίλοι...

Για την ιστορία, έστειλα στο "Βήμα" την παρακάτω απάντηση στο σχόλιο του αναγνώστη:

"Αγαπητέ Αντώνη, το «ψωμί μου» το κερδίζω ως εκπαιδευτικός και μόνο. Σε ό,τι αφορά το βιβλίο, δίνω ακριβείς παραπομπές σε αντίστοιχα σημεία του, τα οποία σας προτείνω να ξανακοιτάξετε επανεξετάζοντας, ενδεχομένως, τις θέσεις σας. Ως προς τις δικές μου θέσεις για τον ρατσισμό, δείτε το άρθρο μου “A conceptual approach to racism” (http://www.tovima.gr/en/article/?aid=574458). Γενικά μιλώντας, θα βελτιώναμε σημαντικά την ποιότητα του διαλόγου αν αφαιρούσαμε το στοιχείο της εμπάθειας..."

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Κομματικό "ξεκατίνιασμα" ή εθνική συνεννόηση;

Δέχθηκα -ιδιωτικώς- πολλές επικρίσεις από φίλους για το χθεσινό άρθρο στο "Βήμα", θεωρώντας (οι φίλοι) ότι αξιώνω από την αντιπολίτευση να δώσει λευκή επιταγή στον κ. Τσίπρα για να εφαρμόσει ανενόχλητος την όποια πολιτική εκείνος επιλέξει. Είναι προφανές ότι το κείμενο δεν έγινε κατανοητό - και θα πάρω πάνω μου την ευθύνη γι' αυτό. Θα επιχειρήσω, έτσι, να το πω με απλά ελληνικά:

Τη στιγμή που παίζεται η ίδια η επιβίωση της χώρας, δεν υπάρχει Τσίπρας, δεν υπάρχουν κόμματα, δεν υπάρχουν πολιτικές. Ήρθε πια η στιγμή να καθίσουν όλοι μαζί στο τραπέζι και να βρουν τις λύσεις που απαιτούνται, χωρίς πολιτικά πεισματάκια κι εγωισμούς, χωρίς αισθήματα ρεβανσισμού, χωρίς διάθεση μετάθεσης ευθυνών, χωρίς κρυφές ή φανερές ματιές στο τεφτέρι του πολιτικού κόστους!

Δεν υπάρχουν "καλοί" και "κακοί" στο άρθρο, υπάρχει μόνο η παραίνεση "όλοι μαζί"! Φυσικά, το κείμενο θα ήταν πολύ πιο δημοφιλές αν έλεγε "ξεσκίστε τον" ή "ξέσκισέ τους", ανάλογα με τις πολιτικές προτιμήσεις του κάθε αναγνώστη. Παροτρύνσεις για (αμοιβαίο) συμβιβασμό και αναζήτηση συναινέσεων "ξενερώνουν" ένα αναγνωστικό κοινό εθισμένο στο πολιτικό "ξεκατίνιασμα" (θα έλεγα, ιδιαιτέρως από το 1981 και μετά)...

Προσωπικά, ανήκω σ' εκείνους που άσκησαν σκληρή κριτική στον Σύριζα και εξέφρασαν απέχθεια για την αναβίωση ενός αισχρού λαϊκισμού που στιγμάτισε την πολιτική της χώρας από τα τέλη του '80 ως τα μέσα, περίπου, του '90. Αυτό, όμως, δεν με εμπόδισε να χαιρετίσω, μέσα από τις στήλες της "Αιχμής", κάθε δείγμα στροφής του Σύριζα προς τον πολιτικό πραγματισμό. Ποτέ δεν ήταν η ίδια η Αριστερά ο στόχος: ήταν μόνο οι θέσεις και οι συμπεριφορές κάποιων που (υποτίθεται ότι) την εκπροσωπούν! Του αρχηγού μη εξαιρουμένου...

ΚΠ 

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κομματικοί τακτικισμοί ή εθνική συνευθύνη;

Κατανοητή και απόλυτα δικαιολογημένη η επιφυλακτική (έως αρνητική) στάση των φιλο - ευρωπαϊκών κομμάτων της χώρας απέναντι στους τακτικισμούς του κ. Τσίπρα. Έχοντας επί μακρόν εισπράξει, κατά το παρελθόν, αναρίθμητες λοιδορίες από αυτόν (όχι πάντα με τους κομψότερους όρους) λόγω του πολιτικού πραγματισμού με τον οποίο προσέγγισαν το πρόβλημα της κρίσης, δικαίως αναρωτιούνται γιατί θα έπρεπε τώρα να συμπράξουν εκείνα στον όψιμα αποκτηθέντα πραγματισμό του ίδιου του πρωθυπουργού. Πόσο μάλλον όταν κάτι τέτοιο θα σήμαινε συμμετοχή σε ένα δυσβάσταχτο πολιτικό κόστος για ολόκληρο, πλέον, το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα...

Να θυμίσουμε ότι, πριν λίγους μόνο μήνες και κάτω από συνθήκες εθνικής κρίσης που όμοια δεν είχε συμβεί από το 1974 – μια κρίση για την οποία αποκλειστικά υπεύθυνες ήταν οι ανερμάτιστες πολιτικές επιλογές του κ. Τσίπρα και κάποιων κορυφαίων συνεργατών του – τα φιλο - ευρωπαϊκά κόμματα πήραν τη γενναία (και τελικώς πολιτικά επιζήμια γι’ αυτά) απόφαση να στηρίξουν τον πρωθυπουργό στην τιτάνια προσπάθεια της τελευταίας στιγμής για να σωθεί η χώρα. Το έπραξαν την ώρα που η κοινοβουλευτική δύναμη του κυβερνώντος κόμματος φυλλορροούσε προς κατευθύνσεις αντίθετες από αυτές που υπαγόρευε τόσο η λογική, όσο και το εθνικό συμφέρον. Και το μόνο που εισέπραξαν ως έκφραση «ευγνωμοσύνης» (πέραν του ίδιου του πολιτικού κόστους) ήταν περαιτέρω λοιδορίες από τον κ. Τσίπρα επειδή ακριβώς πίστευαν στις ιδέες βάσει των οποίων μόλις προ ολίγου τον είχαν στηρίξει!

Όλα αυτά είναι γνωστά και ελάχιστα αμφισβητούνται. Αυτό που πρέπει, όμως, να συνειδητοποιήσει το πολιτικό σύστημα της χώρας είναι ότι το μέγεθος του διακυβεύματος στην παρούσα κρίση είναι τέτοιο που δεν αφήνει χώρο για πολιτικά πείσματα και για (δικαιολογημένα, έστω) αισθήματα ρεβανσισμού. Όπως και ότι, η όποια καταμέτρηση επιμέρους πολιτικού κόστους θα ήταν τούτη τη στιγμή απαγορευμένη πολυτέλεια.

Η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί εθνική συστράτευση και δεν είναι ζήτημα μεμονωμένης κομματικής πολιτικής. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν σήμερα θα καθορίσουν το μέλλον των επόμενων γενεών, και η συνευθύνη ολόκληρου του πολιτικού συστήματος είναι αναγκαία προϋπόθεση για μια κατά το δυνατόν ομαλή μετάβαση στη δύσκολη επόμενη μέρα. Ο μαθηματικός γρίφος είναι ιδιαίτερα δυσεπίλυτος: Πώς θα «σωθούν» οι αριθμοί (άρα η οικονομία της χώρας) χωρίς, παράλληλα, να προκληθεί περαιτέρω δυστυχία στους ανθρώπους. Και για τη λύση του γρίφου απαιτείται να συνεργαστούν πολλά κεφάλια. Με εθνικά, όχι κομματικά οράματα!

Ας ελπίσουμε ότι, κατά την πρόσφατη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον ΠτΔ, εκδηλώθηκαν στο παρασκήνιο και κάποιες προθέσεις εθνικής συνεννόησης (οι οποίες, για λόγους κομματικής διαχείρισης, ενδεχομένως δεν βγήκαν προς τα έξω). Σε αντίθετη περίπτωση, η χώρα κινδυνεύει να βαδίσει στα κακοτράχαλα μονοπάτια της κρίσης έχοντας παράλληλα να αντιμετωπίσει τον χειρότερο και πιο επικίνδυνο εχθρό της: τον διχασμένο της εαυτό! Εκείνον που τόσες φορές μετέτρεψε εθνικές κρίσεις σε εθνικές περιπέτειες...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

“Dheepan”: Μετανάστευση και κινηματογραφική ποίηση

Νέα ταινία - Κριτική

Ξεκινώντας την κριτική μας για την υπέροχη ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν, «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο», είχαμε γράψει πριν χρόνια στο «Βήμα»:

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το “happy ending” είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η «Πολίτικη Κουζίνα»!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις...

Δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε κάτι λιγότερο για την ταινία του Ζακ Οντιάρ, «Dheepan – Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα» (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών, 2015). Το θέμα – η μετανάστευση από εμπόλεμες περιοχές του Τρίτου Κόσμου προς την Ευρώπη – είναι τόσο «ζεστό» ώστε το έργο σχεδόν αποκτά το χαρακτήρα επίκαιρου ντοκιμαντέρ. Ας δούμε σε συντομία την υπόθεση:

Ο Ντιπάν είναι μαχητής των «Τίγρεων του Ταμίλ» στον εμφύλιο πόλεμο της Σρι Λάνκα. Ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του και η ήττα των επαναστατών είναι προδιαγεγραμμένη. Ο Ντιπάν, που έχασε ολόκληρη την οικογένειά του στον πόλεμο, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη χώρα παίρνοντας μαζί του δύο άγνωστα πρόσωπα – μια γυναίκα κι ένα μικρό κορίτσι, επίσης άγνωστες μεταξύ τους – με την ελπίδα ότι, παριστάνοντας πως είναι οικογένεια, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτούς να ζητήσουν άσυλο κάπου στην Ευρώπη. Φτάνοντας στο Παρίσι, η «οικογένεια» αναζητεί προσωρινή κατοικία ενώ ο Ντιπάν, για λόγους επιβίωσης, πουλά μικροαντικείμενα κάτω από τη μύτη της αστυνομίας, ώσπου τελικά βρίσκει μόνιμη δουλειά σαν επιστάτης σε ένα κτιριακό συγκρότημα κάπου στα προάστια της πόλης. Αν και το μέρος είναι άθλιο και, επιπλέον, είναι άντρο παράνομων δραστηριοτήτων, ο Ντιπάν εργάζεται σκληρά για να φτιάξει μια νέα ζωή γι’ αυτόν και την «οικογένειά» του. Όμως, η βία που συναντά καθημερινά ανοίγει ξανά τα ψυχικά τραύματα του πολέμου, φέρνοντας στην επιφάνεια τα άγρια ένστικτα του πολεμιστή όταν ο ήρωας αναγκαστεί να προστατέψει αυτούς που αγαπά και που ελπίζει να γίνουν αληθινή του οικογένεια...

Η δεξιοτεχνία της αφήγησης έγκειται στη θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο σκληρό ρεαλισμό του θέματος και στην κινηματογραφική ποίηση που διαπερνά το έργο απ’ την αρχή ως το τέλος του, αναδεικνύοντας τις πιο όμορφες πτυχές που (μπορεί να) κρύβει η ανθρώπινη φύση ακόμα και μέσα στις πλέον απάνθρωπες συνθήκες επιβίωσης. Και η αφήγηση αυτή αποφεύγει επιδέξια την παγίδα του γλυκερού και τον πειρασμό της αγιογράφησης ή της δαιμονοποίησης των χαρακτήρων, πράγμα που θα μπορούσε να υπονομεύσει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Οι ήρωες δεν είναι a priori «καλοί»: ανακαλύπτουν κι οι ίδιοι, μπροστά στα μάτια του θεατή, το καλό που κρύβουν μέσα τους και εξελίσσονται, έτσι, ως άνθρωποι. Κι αυτή η διαδικασία ηθικής ανύψωσης είναι που κάνει τον κινηματογράφο να φαίνεται τόσο, μα τόσο ωραίος ως τέχνη!

Κλείνουμε με τον επίλογο του άρθρου μας για το «Κιλιμάντζαρο», που βρίσκουμε πως ταιριάζει κι εδώ απόλυτα:

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση τη συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...

Aixmi.gr

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Σκέψεις στον απόηχο ενός μαζικού εγκλήματος…

Λίγες σκέψεις, «ατάκτως ερριμμένες», μετά τη μεγάλη τραγωδία που σκέπασε τον ουρανό της Ευρώπης και απειλεί να θέσει σε δοκιμασία την παγκόσμια ειρήνη...

  • Σέβομαι το δικαίωμα στη διαφορετικότητα στο βαθμό που δεν αμφισβητείται από τους φορείς της το αντίστοιχο δικό μου. Αν κάποιος πιστεύει ότι είμαι άξιος της ποινής του θανάτου επειδή η καταγωγή μου, οι πεποιθήσεις μου ή ο τρόπος ζωής μου διαφέρουν από εκείνου, δεν τον σέβομαι: με τις μικρές μου δυνάμεις τον πολεμώ!

  • Ο φόβος είναι φυσική εκδήλωση του ένστικτου αυτοσυντήρησης, όχι τεκμήριο κοινωνικών φρονημάτων. Αν κάποιος δεν θέλει να τον φοβάμαι – και, ως εκ τούτου, να λαμβάνω μέτρα για την αντιμετώπισή του – ας συμπεριφέρεται με τρόπους που δεν τον καταγράφουν στη συνείδησή μου ως απειλή. Κατά τα άλλα, ο φόβος είναι «κακό» πράγμα μόνο ως ατομική εκδήλωση υποκείμενης νεύρωσης, και είναι αντικείμενο ευθύνης των ψυχιάτρων, όχι των κοινωνιολόγων ή των πολιτικών αναλυτών!

  • Είναι υποκριτικά τα δάκρυα και τα αναθέματα για ένα έγκλημα όταν έχεις προσφέρει κατανόηση, ανοχή και πολιτική στέγη σε αυτούς που προπαγανδίζουν το «δίκαιο» όσων το διαπράττουν, ενώ έχεις υποθάλψει κι εκείνους που επιχειρούν να μιμηθούν – στο μέτρο του δυνατού γι’ αυτούς – τις πρακτικές των εγκληματιών.

  • Είναι εξίσου υποκριτικό το να ζητάς από κακοπληρωμένους δημόσιους λειτουργούς να προστατέψουν με την ίδια τους τη ζωή μια χώρα από το έγκλημα, όταν επί μακρόν τους έχεις διασύρει, καθυβρίσει και κατασυκοφαντήσει, «χαϊδεύοντας» παράλληλα, λόγω και έργω, τους κάθε λογής εγκληματίες (εξαιρουμένων, ασφαλώς, των ιδεολογικών σου αντιπάλων...).

  • Το να γκρεμίζεις, λόγω ιδεολογίας, τους φράκτες και να καταργείς τα σύνορα δεν σε απαλλάσσει από την αυτονόητη υποχρέωση να ελέγχεις σχολαστικά και να επιλέγεις με αυστηρά κριτήρια αυτούς στους οποίους παραχωρείς δικαίωμα εισόδου στο «αμπέλι». Αν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να το κάνεις, μη διαμαρτύρεσαι για τυχόν εξωθεσμικές υποκαταστάσεις της νόμιμης εξουσίας σου!

  • Ένα έγκλημα είναι έγκλημα. Η λογική των συμψηφισμών, των «υποσημειώσεων» και των «ναι μεν, αλλά» (πόσο μάλλον αν αφορούν ανθρώπινες ζωές και συνοδεύονται από υποκρυπτόμενη χαιρεκακία...) παρέχει στους εγκληματίες το πλεονέκτημα της κατανόησης, αν όχι αυτό της ηθικής δικαίωσης. Και, ας είμαστε προσεκτικοί: Η γραμμή που διαχωρίζει την ερμηνεία και την ανάλυση των αιτίων ενός εγκλήματος από τη δικαιολόγηση του ίδιου του εγκλήματος, είναι λεπτή και εύκολα ξεπερνιέται!

  • Όταν σου κηρύσσουν τον πόλεμο – έναν πόλεμο, μάλιστα, ύπουλο, χωρίς όρια και κανόνες – δεν αρκείσαι σε δακρύβρεχτα μηνύματα, σε άνθη και μουσικές πάνω από τα φρέσκα ίχνη του αίματος των αθώων... Δεν εξαντλείς την αγανάκτησή σου σε κοινότοπες κι ανούσιες δηλώσεις αποτροπιασμού για τη μαζική κτηνωδία... Δεν πανικοβάλλεσαι στη σκέψη και μόνο ότι η ασύδοτη και ξεχαρβαλωμένη κοινωνία μας, που αυτάρεσκα αυτοπροσδιορίζεται ως «δημοκρατική», θα απαιτηθεί για την ίδια της την προστασία κι επιβίωση να γίνει κάπως λιγότερο ξεχαρβαλωμένη κι ασύδοτη...

  • Τα «τέρατα», όσο αποκρουστική κι αν είναι η μορφή τους, τρέφονται συχνά και θεριεύουν από τα ίδια μας τα σφάλματα. Αν απεμπολήσουμε το ιερό δικαίωμα στην εθνική αυτοσυντήρηση από το φόβο της άδικης μομφής για δήθεν ιδεολογική συνταύτιση με τα τέρατα, το μόνο που θα πετύχουμε είναι να επιτρέψουμε στα τελευταία να εξακολουθήσουν να μονοπωλούν το ρόλο του προστάτη της ζωής και της ασφάλειάς μας!

  • Υποσημείωση: Δεν υπάρχουν «καλά» και «κακά» τέρατα. Υπάρχουν μόνο τέρατα που δολοφονούν, άσχετα αν η στόχευσή τους είναι συμβατή ή όχι με την ιδεολογία του καθενός μας. Ο αστυνομικός-δολοφόνος του 2008, κι αυτοί που έκαψαν τη Marfin το 2010, είναι τέρατα φτιαγμένα από το ίδιο υλικό. Είτε αρέσει αυτό σε κάποιους, είτε όχι...

  • Αναγνωρίζω το δικαίωμα κάποιων να μου επικολλήσουν την συνήθη, εύκολη ετικέτα του «οπισθοδρομικού», του «ρατσιστή» ή του «φασίστα». Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι, ως ανταπόδοση, αναγνωρίζουν κι εκείνοι σ’ εμένα το δικαίωμα να συνεχίσω να μιλώ ελεύθερα, δίχως να φοβάμαι μη λερώσουν με δύσοσμες εκκρίσεις τις λέξεις μου! (Έχω πικρή πείρα, εδώ και αλλού...)

Υστερόγραφο: Ζητώ συγνώμη αν κούρασα με τον πιο πάνω δεκάλογο. Ως ψυχικό αντιστάθμισμα, προτείνω στον αναγνώστη τον υπέροχο «Δεκάλογο» του Κισλόφσκι. Εκεί, τουλάχιστον, υπάρχει πάντα στο τέλος κάποια υποψία ελπίδας...

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Ας σταματήσει ο ετεροκαθορισμός στην ΑΕΚ!

Η αποχώρηση του Τραϊανού Δέλλα από την τεχνική ηγεσία της ποδοσφαιρικής ΑΕΚ προκάλεσε αισθήματα απογοήτευσης σε μεγάλη μερίδα φίλων της ομάδας. Όχι απαραίτητα για κοινούς λόγους…

Για κάποιους, ο Δέλλας – είτε κέρδιζε η ομάδα, είτε έχανε – αποτελούσε ένα σύμβολο αρσενικής λεβεντιάς της Αεκτζήδικης ψυχής. Κάτι σαν τον φτωχό πλην τίμιο λαϊκό ήρωα των κλασικών δραμάτων του ελληνικού σινεμά του ’60, που έδινε άνισο αγώνα ενάντια σε ταξικά θηρία. Η φυγή του σηματοδότησε γι’ αυτούς το τέλος μιας ρομαντικής εποχής, που ξεκίνησε με τον ταπεινωτικό υποβιβασμό της ΑΕΚ σε ερασιτεχνική κατηγορία, αλλά και με το όραμα μιας ολικής αναγέννησης του συλλόγου.

Για κάποιους άλλους, όμως, αυτό που αποτέλεσε δυσάρεστη έκπληξη δεν ήταν τόσο αυτή τούτη η φυγή ενός φιλότιμου – πλην άπειρου, για τα δεδομένα της ΑΕΚ – τεχνικού, όσο η επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος από τον ίδιο. Γιατί, πρόσθεσε το όνομά του στη λίστα εκείνων που, φεύγοντας από την ΑΕΚ την οποία (υποτίθεται) αγάπησαν και στην οποία αγαπήθηκαν, άφησαν πίσω τους πικρόχολα μηνύματα που, για μία ακόμα φορά στην πρόσφατη ιστορία του συλλόγου, δίχασαν τον κόσμο της.

Τον νέο αυτό διχασμό αναδεικνύουν οι εκατοντάδες των σχολίων στα sites φίλων της ΑΕΚ που φιλοξένησαν την γεμάτη αιχμές και υπονοούμενα δήλωση παραίτησης του πρώην τεχνικού της ομάδας (http://www.aek365.com/a-423713/grapth-dhlwsh-traianou-della.htm). Και ένα μεγάλο μέρος οπαδών έσπευσε να βγάλει σκελετούς απ’ τα ντουλάπια «ανακαλύπτοντας» τον «ένοχο» της απομάκρυνσης του Δέλλα. Δεν ήταν άλλος από τον συνήθη ύποπτο, κάποιον που οι φανατικοί στην ΑΕΚ λατρεύουν να μισούν! Ένα πρώην είδωλο του πάγκου που, ενώ είχε οδηγήσει την ΑΕΚ στην κατάκτηση των μοναδικών τίτλων της νεότερης ιστορίας της, έκανε κάποτε το λάθος να εργαστεί σε ανταγωνιστικό σύλλογο. Ή, για την ακρίβεια, στον μόνο σύλλογο που δεν «επιτρεπόταν» να προσφέρει τις υπηρεσίες του…

Αναφέρομαι, ασφαλώς, στον Ολυμπιακό. Τα τελευταία 20 χρόνια, ο Πειραϊκός σύλλογος προβάλλει στη συνείδηση του μέσου Αεκτζή ως η ενσάρκωση του απόλυτου κακού. Υπήρξαν εποχές όπου ο βαθμός οπαδικής γνησιότητας στην ΑΕΚ μετριόταν με το μέγεθος του αντι-ολυμπιακού αισθήματος! Η ψύχωση αυτή οδήγησε σε ακρότητες που μόνο η επιστήμη θα μπορούσε να ερμηνεύσει. Σαν παράδειγμα αναφέρω την αισχρή συμπεριφορά των οργανωμένων οπαδών απέναντι σε πρώην ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού που, ερχόμενος στην ΑΕΚ, μούσκεψε φιλότιμα τη φανέλα του και τίμησε όσο λίγοι την ευκαιρία που του δόθηκε να ενταχθεί στην κιτρινόμαυρη οικογένεια.

Αυτό, όμως, που προκαλεί αληθινή θλίψη και αδικεί την ίδια την ιστορία της ΑΕΚ είναι το ολοφάνερο σύμπλεγμα κατωτερότητας που χτίστηκε σιγά-σιγά στις συνειδήσεις των φιλάθλων της απέναντι στον Ολυμπιακό. Φτάσαμε, μάλιστα, στις εσχατιές της ποδοσφαιρικής αναξιοπρέπειας πανηγυρίζοντας τις αποτυχίες των Πειραιωτών σαν «δικούς μας» θριάμβους, όταν είχαμε πια προ πολλού λησμονήσει τη γεύση μιας αυθεντικά δικής μας νίκης!

Για να μην παρερμηνευθούν οι προθέσεις μου θεωρούμενος ότι εκχωρώ συγχωροχάρτι στον Ολυμπιακό, θα πρέπει να σημειώσω ότι η στάση του Πειραϊκού συλλόγου απέναντι στην ΑΕΚ κατά την τελευταία εικοσαετία χαρακτηρίστηκε από απύθμενο κυνισμό! Πρωτοκλασάτοι ποδοσφαιριστές υφαρπάχθηκαν από την Ένωση. Το ίδιο κι ένας προπονητής-σύμβολο, η φυγή του οποίου έφερε την ΑΕΚ στα πρόθυρα εμφυλίου. Τίποτα, όμως, δεν μπορεί να συγκριθεί με την κλοπή «στα χαρτιά» ενός ολόκληρου τίτλου το 2008. Μια κλοπή που επισφραγίστηκε κατά τον χυδαιότερο τρόπο με το αλαζονικά σαρκαστικό «χιούμορ» του τότε προέδρου του Ολυμπιακού, ο οποίος δεν είχε την παραμικρή αναστολή να χλευάσει την ΑΕΚ και τους φιλάθλους της σε αθλητική εκπομπή της τηλεόρασης.

Αυτό που θέλω να τονίσω με το παρόν σημείωμα είναι ότι η ΑΕΚ είναι πολύ μεγάλη για να ετεροκαθορίζεται με βάση μια αρνητική ιδιότητα, ως «αντι-Ολυμπιακός»! Αν πάρουμε πρωτάθλημα, θα χαρούμε γιατί βγήκαμε πρώτοι, όχι γιατί ξεπεράσαμε τον Ολυμπιακό. Κι αν τον κερδίσουμε σε ένα ματς, θα χαρούμε απλά και μόνο για τη νίκη σε ένα ντέρμπι, όχι με εκείνη την άγρια χαρά κάποιου που, διακατεχόμενος από σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι σε έναν αντίπαλο, βλέπει τη νίκη αυτή σαν εκδίκηση. Αν, πάλι, χάσουμε, δεν βλέπω το λόγο να απολυθεί εξ αυτού και μόνον ολόκληρο το τεχνικό τιμ της ομάδας και να πέσουν οι οπαδοί σε μαζική κατάθλιψη! Μια ήττα σαν όλες τις άλλες θα είναι…

Κυρίως, πρέπει επιτέλους να ξεπεραστούν κάποια σύνδρομα που θυμίζουν σε πολλά τις υστερικές αντιμνημονιακές κραυγές περί «προδοτών» και «γερμανοτσολιάδων». Κάποιος που, ως παίκτης ή προπονητής, εργάστηκε στον Ολυμπιακό, είναι απλά ένας επαγγελματίας που το προσωπικό του συμφέρον τον οδήγησε κάποια στιγμή στη συνεργασία με μια άλλη ποδοσφαιρική εταιρεία. Κι αν έρθει – ή ξαναγυρίσει – στην ΑΕΚ, καλώς να τον δεχθούμε εφόσον αποδειχθεί άξιος και ικανός να προσφέρει στο σύλλογο.

Θέλω να πιστεύω ότι η συναισθηματικά και ηθικά φορτισμένη δήλωση παραίτησης του Τραϊανού Δέλλα, με εμφανή τον παρορμητισμό της δημιουργίας της, δεν έγινε με πρόθεση την ανακίνηση ζητημάτων που με βεβαιότητα θα δίχαζαν τον κόσμο της ΑΕΚ, με σκοπό να στοχοποιηθούν (έστω, υπαινικτικά και δια της εις άτοπον απαγωγής) συγκεκριμένα άτομα. Δεν ήταν – για να γίνω σαφέστερος – μια πλάγια καταφυγή στα χρονίζοντα αντι-Ολυμπιακά ένστικτα της εξέδρας, προκειμένου να θιγούν κάποιοι που (μάλλον αδίκως) θεωρήθηκαν από τον τέως προπονητή ως (συν)υπεύθυνοι για την de facto απομάκρυνσή του από την τεχνική ηγεσία της ΑΕΚ.

Βέβαια, τίποτα απ’ όσα συζητούμε τώρα δεν θα είχε λόγο ύπαρξης αν οι ίδιοι οι φίλαθλοι της ΑΕΚ αποφάσιζαν να ξεπεράσουν συμπλέγματα που συρρικνώνουν το μέγεθος του ιστορικού συλλόγου. Η ΑΕΚ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως δύναμη άρνησης απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο, όσο μεγάλος κι αν είναι αυτός. Το ανάστημά της μετριέται από μόνο του, με βάση ηθικές νίκες κι αθλητικούς θριάμβους. Δεν έχει ανάγκη από αλλότριες σκιές σαν μέτρο σύγκρισης…

Aixmi.gr

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το YouTube και η υποκρισία των πνευματικών δικαιωμάτων

Ο Merrill Bradshaw (1929-2000), επί χρόνια πρόεδρος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Brigham Young, υπήρξε ένας από τους πλέον σημαντικούς Αμερικανούς συνθέτες και δασκάλους της εποχής του. Αν και δεν είχα την τύχη να είμαι, τυπικά, μαθητής του, εν τούτοις τον συμβουλευόμουν συχνά για θέματα που αφορούσαν τη μουσική σύνθεση. 

Κάποια φορά τον ρώτησα με ποιους τρόπους θα μπορούσα να διασφαλίσω το copyright των έργων μου. Αφού μου πρότεινε μια έξυπνη και σχετικά απλή μέθοδο, έκλεισε το θέμα με μια ενδιαφέρουσα δευτερολογία: «Προσωπικά, Costas, ελάχιστα με απασχολεί το θέμα. Στο κάτω-κάτω, αν κάποιος μπει στον κόπο να με αντιγράψει, θα το θεωρήσω ιδιαίτερη τιμή για μένα!»

Βέβαια, θα ήταν μάλλον αφύσικο να ανέμενε κανείς μια ανάλογη γενναιοδωρία και υπερβατικότητα από μια κινηματογραφική εταιρεία ή μια εταιρεία παραγωγής μουσικών CD, επιχειρήσεις με τεράστια οικονομικά ανοίγματα και αμέτρητες οικονομικές υποχρεώσεις. Εν τούτοις, η επίδειξη υπερβάλλουσας τυπολατρίας στο θέμα του copyright, εκ μέρους κάποιων εταιρειών, καθιστά συχνά δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στο ηθικό και το γελοίο!
Όμως, δεν είναι η συμπεριφορά των εταιρειών το θέμα αυτού του σημειώματος. Στο κάτω-κάτω, ο κάθε επιχειρηματίας δικαιούται να περιφρουρεί τα συμφέροντά του με όποιο νόμιμο τρόπο επιλέγει, όσο λογικός ή παράλογος κι αν φαίνεται αυτός σε εμάς. Αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ είναι η «περίεργη» (το λέω κομψά) στάση ενός γνωστού ιστότοπου φιλοξενίας οπτικοακουστικού υλικού, στο ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων...
Αναφέρομαι, ασφαλώς, στο YouTubeΘεωρητικά, πρόκειται για site που φιλοξενεί απολύτως πρωτότυπα videos, των οποίων όλα τα πνευματικά δικαιώματα (οπτικά και ακουστικά) ανήκουν σ’ εκείνους που τα αναρτούν. Αν υποθέταμε, τώρα, πως, με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, αποσύρονταν από το site όλα τα videos που δεν ικανοποιούν το παραπάνω αυστηρό κριτήριο, το YouTube θα κατέρρεε και θα έκλεινε μέσα σε λίγες εβδομάδες! Κι αυτό το γνωρίζουν καλά οι διαχειριστές του. Έτσι, σκαρφίστηκαν ένα τέχνασμα για να κρατήσουν όρθιο και ακμάζον το site και, παρεμπιπτόντως, να βγάλουν και κάποια χρήματα. Περιγράφω προσωπική εμπειρία:
Στον ελεύθερο χρόνο μου φτιάχνω συχνά ερασιτεχνικά videos με δικές μου φωτογραφίες και προσθήκη μουσικής επένδυσης. Το site στο οποίο τα δημοσιεύω είναι ιδιαίτερα σχολαστικό σε ό,τι αφορά τα πνευματικά δικαιώματα, προκειμένου να δεχθεί να χαρακτηρίσει επισήμως ένα video ως πρωτότυπο έργο. Γι’ αυτό το λόγο, προσπαθώ η μουσική που επιλέγω να είναι από «προϊστορικές» ηχογραφήσεις που διατίθενται ελεύθερα στο Διαδίκτυο (αυτό εξηγεί την κάκιστη ποιότητα ήχου στα videos μου!).
Κάποια φορά αποφάσισα, για λόγους ευρύτερης διακίνησης των έργων μου, να στείλω μερικά από αυτά και στο YouTube. Τα δημοσίευσαν ευχαρίστως, στέλνοντάς μου όμως, προς έκπληξή μου, μια «ήπια» προειδοποίηση πως «ενδέχεται» να υπάρχει θέμα πνευματικών δικαιωμάτων για τη μουσική.
Λεπτομέρεια: Σύμφωνα με την πολιτική του YouTube, σε τέτοιες περιπτώσεις το site δικαιούται να προβάλλει διαφημίσεις στη σελίδα του video (και πάνω στην οθόνη προβολής!) με το σκεπτικό, όπως υποθέτω, να ικανοποιηθούν οικονομικά οι υποτιθέμενα «προσβαλλόμενοι» κάτοχοι πνευματικών δικαιωμάτων, ή και να καλυφθούν τυχόν νομικά έξοδα του site σε περίπτωση πιθανών μελλοντικών μηνύσεων.
Ως πρώτη αντίδραση, απέσυρα άμεσα όλα τα προσωπικά μου videos από το YouTube. Στη συνέχεια, το είδα πιο ψύχραιμα και τα επανατοποθέτησα. Η επόμενη, όμως, εμπειρία μου από τον εξεζητημένο φονταμενταλισμό αυτού του site ξεφεύγει από τα όρια της έκπληξης και εισέρχεται σε αυτά του εξευτελισμού της προσωπικότητας. Φέρει, μάλιστα, έντονα τα χαρακτηριστικά της υποκρισίας, που το τεράστιο μέγεθός της ίσως σκεπάζει (ή μήπως, αντίθετα, αναδεικνύει;) κάποια υποκρυπτόμενη ιδιοτέλεια...
Εδώ και χρόνια (δεν θυμάμαι καν πόσα) είχα αναρτήσει δυο-τρία μικρής διάρκειας αποσπάσματα από το «Λυκόφως των Θεών» του Βάγκνερ, προκειμένου να τα μεταφορτώσω τόσο στο blog μου, όσο και στο site της σχολής όπου διδάσκω, προς μουσική επιμόρφωση των φοιτητών μου (διαδικασίες απόλυτα σύννομες, με βάση την πολιτική του ίδιου του YouTube). Στα σχόλια που τα συνόδευαν, μάλιστα, εκθείαζα με απόλυτη ειλικρίνεια την παράσταση της Metropolitan Opera και συνιστούσα στους επισκέπτες του YouTube να αναζητήσουν το DVD και να το αγοράσουν αμέσως! Το YouTube μού έστειλε συγχαρητήριο mail αμέσως μετά τη δημοσίευση, και με παρότρυνε να κάνω τις αναρτήσεις αυτές όσο το δυνατόν ευρύτερα γνωστές.
Δεν μου έκανε εντύπωση η προβολή διαφημίσεων πάνω στα videos, αφού αυτό ήταν όντως συμβατό με την πολιτική του site αυτού. Το σημαντικό ήταν ότι, όπως με διαβεβαίωσε η διαχείριση του YouTube, τα videos θα μπορούσαν να προβάλλονται κανονικά σε παγκόσμια κλίμακα. Φυσικά, αφού το ίδιο το YouTube ενέκρινε τις αναρτήσεις, θεώρησα πως λόγος ανησυχίας δεν υφίστατο απ’ τη μεριά μου. Εξ άλλου, δεν ήταν τα μοναδικά clips από βαγκνερικές όπερες σε αυτό το site (αν ψάξει κάποιος, θα βρει ολόκληρο το Götterdämmerung εκεί!).
Και, ξαφνικά, πριν λίγες μέρες λαμβάνω μια ελάχιστα ευγενική ειδοποίηση από το YouTube, σύμφωνα με την οποία ο λογαριασμός μου βρίσκεται υπό προθεσμία διότι η Metropolitan Opera (προφανώς, κάποιος ηλίθιος γραφειοκράτης που δεν πρόσεξε καν ότι τους διαφήμιζα δωρεάν!) ζήτησε την απόσυρση των αποσπασμάτων από το site. Μάλιστα, για να έχω ακόμα και απλή πρόσβαση στο λογαριασμό μου, με ανάγκασαν να περάσω από την εξευτελιστική διαδικασία ενός ταπεινωτικού tutorial για μικρά παιδιά, που περιλάμβανε παρακολούθηση ενός video κινουμένων σχεδίων και, ακολούθως, υποχρεωτικές απαντήσεις σε ένα τεστ πολλαπλών επιλογών!
Απορία αφελούς: Αν επί τόσα χρόνια το – άρτια εξοπλισμένο με κολοσσιαίες βάσεις δεδομένων – YouTube δεν κατόρθωσε να προβλέψει τον κυκλοθυμισμό των γραφειοκρατών της Metropolitan Opera, πώς θα μπορούσε να επιτύχει κάτι ανάλογο ένας απλός χρήστης που υποβάλλει προς δημοσίευση ολιγόλεπτα videos, της ανάρτησης των οποίων, μάλιστα, υποχρεωτικά προηγείται αυστηρή εξέταση και έγκριση από τους ίδιους τους διαχειριστές του site;
Μένω, λοιπόν, με το ερώτημα αν έχουμε εδώ να κάνουμε απλά και μόνο με ένα φαινόμενο κακής (ερασιτεχνικής, θα έλεγα) διαχείρισης, οι ατέλειες της οποίας σκεπάζονται με παράλογη – όσο και άδικη – μετακύλιση ευθυνών στους χρήστες του YouTube, ή αν πρόκειται για μια υπόθεση σκοτεινότερων προθέσεων. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, βέβαια, θα μου ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να διανοηθώ να αποδώσω στην τρομερή Google τον χαρακτηρισμό του «ερασιτεχνισμού»...
Τούτων λεχθέντων, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η Metropolitan Opera και ο σπουδαίος αρχιμουσικός James Levine έχουν παρουσιάσει τις κορυφαίες σύγχρονες ερμηνείες των έργων του Βάγκνερ. Την αξία της καλλιτεχνίας ουδόλως μειώνει η απύθμενη βλακεία της γραφειοκρατίας!

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Έρως που κουβαλά το βράχο…

Τις Κυριακές συνηθίζουμε να γευματίζουμε σε ένα λαϊκό ταβερνάκι, σε κάποιο αθηναϊκό προάστιο. Μια από τις αγαπημένες μας ασχολίες είναι να παρατηρούμε και (ομολογώ) να σχολιάζουμε οικογενειακά γεύματα στα γύρω τραπέζια.

Το θέαμα είναι συχνά θλιβερό: Εκείνη ασχολείται αποκλειστικά με τα παιδιά. Σπανίως – και μόνο αν είναι αναγκαίο για πρακτικούς λόγους – του απευθύνει το λόγο... Εκείνος είναι ολοκληρωτικά συγκεντρωμένος στο πιάτο του, του οποίου το περιεχόμενο καταναλώνει με βουλιμία. Όταν σωθεί, βγάζει από την τσέπη το κινητό. Ζήτημα είναι αν ρίχνει ποτέ το βλέμμα του πάνω της...

Η τραγικότερη στιγμή είναι όταν η ανάγκη το φέρνει να πρέπει να συνεννοηθούν για κάποιο ζήτημα της στιγμής (επουσιώδες συνήθως), ιδιαίτερα αν οι απόψεις επ’ αυτού διίστανται. Λόγος απότομος, λέξεις κοφτές, σχεδόν θυμωμένες. Τόνος φωνής κι εκφράσεις προσώπου που μαρτυρούν συσσωρευμένη αγανάκτηση. Ίσως για μια συνθήκη ζωής που έχασε οριστικά το βασικό συστατικό που την κρατούσε ζωντανή: την ερωτική της διάσταση!

Οι αλληλοκατηγορίες γι’ αυτή την παρακμή αποτελούν σύνηθες φαινόμενο, όμως η απάντηση στο ερώτημα «ποιος φταίει;» δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Στο άρθρο «Πεθαίνει ή αυτοκτονεί ο έρωτας μέσα στο γάμο;» (http://www.aixmi.gr/index.php/pethaineiaftoktoneierwtasmesagamo/) είχαμε επιχειρήσει να περιγράψουμε μερικές από τις παθογενείς νοοτροπίες και συμπεριφορές που συχνά αναπτύσσονται στο πλαίσιο του θεσμού (ή, γενικότερα, μιας μακροχρόνιας σχέσης). Όπως είδαμε, δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα αίτια που τραυματίζουν θανάσιμα το ερωτικό αίσθημα στο γάμο, κατέχει η σφαλερή βεβαιότητα πως ό,τι ωραίο κατακτούμε παραμένει δεδομένο, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για τη διατήρησή του. Ακόμα περισσότερο, χωρίς έναν αδιάκοπο αγώνα για συνεχή επανακατάκτησή του, σαν να πρόκειται για κάτι που δεν μας ανήκε ποτέ!

Γιατί, τίποτα δεν απειλεί περισσότερο την ερωτική χημεία στο γάμο (αν υποτεθεί ότι μιλάμε στ’ αλήθεια για γάμο από έρωτα) από τον τεχνητό εφησυχασμό που παρέχει η λανθασμένη αντίληψη πως κάποια προνόμια μέσα στο θεσμό είναι αυτονόητα, δεδομένα και μη-διαπραγματεύσιμα...

Οι παρακάτω στίχοι κωδικοποιούν συμβολικά και συνοψίζουν τα μηνύματα που εμπεριέχονται σ’ εκείνο το παλιό και λησμονημένο, πια, άρθρο που, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, δίχασε σχεδόν συμμετρικά το κοινό που το διάβασε:


Έρωτας – Σίσυφος!

Διελκυστίνδα εγωισμών
και πεδίο αλληλοκαταρρίψεων.
«Κεκτημένα» ιδιόχρησης
και άλλες «αυτονόητες» βεβαιότητες.
Μεταλλαγμένες βουλήσεις,
θανατερές προσαρμογές.
Υποκριτικές καταθέσεις
κι επίπλαστες μονοσημαντότητες.
Απελπισμένες αυταπάτες,
αναλώσιμες «διέξοδοι»...

Ζωή αληθινή όσο κι ο μύθος
της αδιαπραγμάτευτης
αθανασίας του έρωτα!

Εξαιρείται ο έρωτας
με καθημερινή επανέκδοση
πιστοποιητικού γεννήσεως
και ανανέωση δικαιώματος ζωής.
Που μάχεται ανησύχαστος
να κατακτήσει γη «κατακτημένη»
και να κερδίσει μάχες που «κερδήθηκαν».
Σα Σίσυφος που σ’ ατέλειωτη ανηφόρα
της γοητείας το βράχο κουβαλά!

Γιατί, ο έρως δε χωρά σε αυτονόητα.
Δεν υποτάσσεται σε κεκτημένα.
Και – γενικώς – δε χορηγεί εισιτήρια διαρκείας...

(Σεπτέμβριος 2015)

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Πιστωτική κάρτα, Capital Controls και υποψήφια «κορόιδα»

Ο φίλος μου ο Αριστείδης υπήρξε ανέκαθεν η «φωνή του εκσυγχρονισμού» στη συντηρητική μου συνείδηση, σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες που προσφέρει ο σύγχρονος πολιτισμός. Πριν πολλά χρόνια, με έπεισε ότι ήταν απαράδεκτο να μη γνωρίζω από υπολογιστές «στην εποχή μας». Στη συνέχεια, με διαβεβαίωσε πως ήταν «ηλίθια» η φοβία μου για το Internet, σε σημείο που να αποφεύγω να το χρησιμοποιώ. Και στα δύο είχε δίκιο!

Όταν οι επικίνδυνοι πολιτικοί χειρισμοί ενός απίθανου νεαρού δημαγωγού, παρασυρμένου από τη γοητεία ενός ωραιοπαθούς σύγχρονου Ρασπούτιν, έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού και επέβαλαν τα “Capital Controls”, βρέθηκα αίφνης χωρίς μετρητά στο σπίτι (είχα πιστέψει κι εγώ τις διαβεβαιώσεις των «αρμοδίων») και, το χειρότερο, δίχως τις περίφημες, πλέον, κάρτες.

«Μα, καλά, δεν έχεις πιστωτική κάρτα;» μου είπε με τον γνωστό διδακτισμό του ο Αριστείδης. Ομολόγησα πως απεχθάνομαι το πλαστικό χρήμα, για να εισπράξω το κλασικό παρεμφατικό σχόλιο: «Αχ, Κωστάκη!»

Βέβαια, η φοβία και η απέχθειά μου ειδικά για τις πιστωτικές κάρτες δεν είναι προϊόν ιδεοληψίας και μόνο, ούτε αποτελούν ασφαλή ένδειξη για το οπισθοδρομικό στοιχείο του χαρακτήρα μου. Πολλές «πονηρές» ιστορίες έχουν δει το φως σχετικά με τις μεθοδεύσεις των τραπεζών – μία φορά, μάλιστα, παραλίγο να εμπλακώ κι ο ίδιος σε χρέος που αφορούσε κάρτα της οποίας αγνοούσα την ύπαρξη!

Τελικά, και ο ίδιος ο Αριστείδης πήρε μια βιωματική γεύση της νομότυπης απάτης μέσω της οποίας οι τράπεζες «μας τα παίρνουν» ακόμα κι εκεί που δεν τους τα χρωστάμε. Μου διηγήθηκε το περιστατικό στο τηλέφωνο και, καθώς ήθελα να είναι κατά το δυνατόν αυθεντικότερη η μεταφορά του στους αναγνώστες, τον παρακάλεσα να μου τα γράψει όλα συνοπτικά. Παραθέτω το κείμενο που μου απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:

------------------------------------------------

Αγαπητέ Κώστα,

Στις 10 Ιούλη είχα να πληρώσω μια πιστωτική κάρτα, γύρω στα 970 Ευρώ. Πάω στην Τράπεζα και λέω:

    – Να το βιβλιάριο, πάρτε τα από εδώ.

Μου λένε:

    – Όοοοοχι, τα θέλουμε σε μετρητά!

    – Γιατί ρε παιδιά;

    – Ένεκα των Capital Controls.

Τι να κάνω, τους δίνω σε μετρητά την ελάχιστη καταβολή των 60 Ευρώ που μόλις είχα βγάλει από το ATM ( ΑΤιΜο) και φεύγω.

Έλα όμως που στον επόμενο λογαριασμό, ένα μήνα μετά, μου βάλανε τόκους 20 Ευρώ! Τα οποία και πλήρωσα σαν μ….κας, μαζί με το υπόλοιπο ποσό.

Αν είναι δυνατόν: Τόκοι 20 Ευρώ για ένα μήνα, για ποσό 910 Ευρώ (έχω αφαιρέσει το 60άρι που έδωσα). Αντιστοιχεί σε επιτόκιο 26% το χρόνο!

Τέλος πάντων, όταν πήγα στην Τράπεζα και παραπονέθηκα, μου είπε η – ωραιοτάτη, κατά τα άλλα – υπάλληλος:

    – Έχετε δίκιο! Να κάνετε αίτηση για «αντιλογισμό» (δηλ. συμψηφισμό). Η ανωμαλία αυτή συνέβη λόγω των  Capital Controls.

    – Καλά, αυτή η διόρθωση δεν γίνεται αυτόματα; (ρωτάω)

    – Όχι, δεν γίνεται! Και να έχετε υπ’ όψη ότι μπορεί και να απορριφθεί η αίτησή σας. Αν και δεν το πιστεύω αυτό.

Συμπέρασμα: «Όποιο κορόιδο πιάσουμε» (οι Τράπεζες)...

------------------------------------------------

Αναρωτιέμαι, απ’ τη μεριά μου, τι θα είχε συμβεί αν στη θέση του υποψιασμένου και καλά γνωρίζοντος τα πράγματα Αριστείδη βρισκόταν, π.χ., ένας καλοκάγαθος ηλικιωμένος σε κάποια επαρχιακή πόλη, ή κι ένας μέχρις ηλιθιότητος αφελής σαν και του λόγου μου, που πληρώνει ό,τι του ζητήσουν!

Το ερώτημα, φυσικά, είναι κατ’ ουσίαν ρητορικό και αυταπάντητο... 

Aixmi.gr

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Γράμμα σε μια φανταστική(;) γειτόνισσα

Αγαπητή γειτόνισσα,
Καταρχήν, καλό φθινόπωρο! Που σημαίνει, εκτός των άλλων, τέλος καλοκαιρινών διακοπών. Εγώ, βέβαια, δεν τα κατάφερα φέτος να αποδράσω, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να παραθέσω. Χαίρομαι όμως ειλικρινά που τα κατάφερες εσύ!
Θα μου πεις, «τι με κόφτει εμένα» και χαίρομαι για λογαριασμό σου, όπως θα ‘λεγε και η γιαγιά μου η Πολίτισσα. Στο κάτω-κάτω, μετά δυσκολίας ανταλλάσσουμε μια καλημέρα αν τύχει και συναπαντηθούμε στο διάδρομο. Έχω, εν τούτοις, τους λόγους μου να είμαι σχετικά ευτυχής όταν απουσιάζεις από την πόλη. Λόγους που σχετίζονται με την ίδια την ψυχοπνευματική μου ισορροπία κι αυτοσυντήρηση…
Αν κάτι με δίδαξες, εμένα το δάσκαλο, όλα αυτά τα χρόνια που συγκατοικούμε, είναι το μη-πεπερασμένο των ορίων του κοινωνικού αυτισμού. Έμαθα, δηλαδή, ότι είναι εφικτό στον άνθρωπο (ή τουλάχιστον, σε κάποιους εκπροσώπους του είδους) να κάνει εκτομή της υπόλοιπης κοινωνίας από τον συνειδησιακό του ορίζοντα και να ζει τη ζωή φέρνοντάς την απόλυτα στα μέτρα του, σαν να είναι αυτός το μόνο ζωντανό ανθρώπινο ον στην οικουμένη.
Θα μου πεις, πώς είμαι σε θέση να γνωρίζω τόσα πολλά για τον ψυχικό σου κόσμο, τη στιγμή που ελάχιστα επικοινωνούμε μεταξύ μας. Για να σε προλάβω, δεν είμαι ψυχίατρος, ούτε καν κοινωνιολόγος! Είμαι απλά κάποιος που του ‘λαχε να ζει δίπλα σε κάποιον άλλον που έχει πλήρη άγνοια των ορίων που επιβάλλει η οργάνωση του ανθρώπινου είδους σε κοινωνίες, ακόμα κι αν πρόκειται για τον μικρόκοσμο μιας γειτονιάς ή μιας πολυκατοικίας.
Ας γίνω πιο συγκεκριμένος: Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν κατάλαβα τη διαστροφή κάποιων (κατά τεκμήριο μη-κωφών) ανθρώπων να «απολαμβάνουν» τη μουσική της αρεσκείας τους εξαντλώντας τα διαθέσιμα ντεσιμπέλ του παντοδύναμου στερεοφωνικού τους συγκροτήματος, με τα μπάσα, επίσης στα άκρα, να προκαλούν επικίνδυνους τριγμούς σε τζαμόπορτες και περίπου ολική κατάρρευση νευρικών συστημάτων σε ατυχείς περιοίκους. Στη δική μου περίπτωση, μάλιστα, αυτό που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα είναι η πολλάκις τεκμηριωμένη αδυναμία σου να αντιληφθείς την έννοια των ωρών κοινής ησυχίας!
Όμως, αγαπητή φίλη, οι ώρες κοινής ησυχίας αφορούν κατά βάση ένα ζήτημα ψυχρής νομικής φύσης. Οι σχέσεις των μελών μιας κοινωνίας, εν τούτοις, δεν θα ‘πρεπε να «περιμένουν» τους νόμους για να τις καθορίσουν, αλλά θα ήταν προτιμότερο να αυτοκαθορίζονται με βάση τον κοινό νου, την ευγένεια και την ειλικρινή διάθεση για αρμονική συνύπαρξη. Βλέπεις, τα αυτιά και τα νευρικά συστήματά μας δεν καθίστανται επιλεκτικά ευάλωτα κατά τη διάρκεια και μόνο των – αυθαίρετα καθορισμένων από το νόμο – ωρών κοινής ησυχίας (τις οποίες, ούτως ή άλλως, σπανίως εσύ λαμβάνεις υπόψη) αλλά η ευπάθειά τους εξακολουθεί να υφίσταται και κατά τις «επιτρεπόμενες» ώρες της ημέρας. Γι’ αυτό το αυτονόητο ζήτημα κανένας νόμος, δυστυχώς, δεν μεριμνά, κι έτσι επαφιέμεθα στην καλή διάθεση των ίδιων των γειτόνων μας. Αν διαθέτουν τέτοιο αξεσουάρ, φυσικά…
Τώρα, θα μου πεις, γιατί σου τα γράφω όλα αυτά αφού είμαι βέβαιος (και η βεβαιότητά μου αυτή είναι, φοβάμαι, καλά τεκμηριωμένη στην πράξη) ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να αναθεωρήσεις τη στάση σου. Δεν ξέρω, ίσως και να ‘ναι μια μορφή ψυχοθεραπείας για μένα, ένας τρόπος να διοχετεύσω δημιουργικά και πολιτισμένα το θυμό που μου προκαλεί η παρουσία σου. Με την ευκαιρία, όμως, θα ήθελα να σου αποκαλύψω κάτι που είναι βαθιά κρυμμένο στη σκέψη μου και σε αφορά προσωπικά, κάτι που θα το ‘χα βάρος στη συνείδησή μου αν δεν σου το εξομολογούμουν!
Δες, λοιπόν, πώς εκλογικεύω, για λόγους ψυχικής επιβίωσής μου, την περίπτωσή σου. Λέω στον εαυτό μου: Μπορούμε ασφαλώς να αγανακτούμε με τις ανθρώπινες συμπεριφορές, όχι όμως με τα φυσικά φαινόμενα. Για παράδειγμα, τι νόημα θα είχε να θυμώσουμε ενάντια στη Φύση για ένα σεισμό, έναν κατακλυσμό, έναν καύσωνα ή έναν ανεμοστρόβιλο;
Μετά από επικές μάχες ενάντια σε κατεστημένες αντιλήψεις (μου), λοιπόν, αποφάσισα ότι και η δική σου περίπτωση θα πρέπει να καταχωριστεί στο σύνολο των δυσάρεστων – πλην αναπόφευκτων – φυσικών φαινομένων, μαζί με τους σεισμούς, τις νεροποντές και τις επιδημίες! Γιατί, η περίπτωση αυτή δεν επιδέχεται ανθρώπινη παρέμβαση, λόγω του προχωρημένου αυτισμού που περιχαρακώνει την κοινωνική σου συνείδηση και την καθιστά ανεπίδεκτη σε οποιεσδήποτε καλοπροαίρετες συμβουλές και νουθεσίες (ξέρω πως χαμογελάς ειρωνικά!). Με την εκλογίκευση αυτή, έπαψα πια να θυμώνω μαζί σου. Άλλωστε, όπως μας διδάσκει κι ο Γουαίην Ντάιερ, ο θυμός είναι ένα άκρως αυτοκαταστροφικό συναίσθημα που πρέπει πάση θυσία να το αποφεύγουμε! Απλά, λυπάμαι τον εαυτό μου (θέλω ακόμα δουλειά με τον αυτο-οίκτο) για την κακοτυχία μου να σ’ έχω δίπλα…
Υστερόγραφο: Να πάρει, είμαι και διπλά άτυχος, αφού οι μουσικές σου προτιμήσεις απέχουν παρασάγγας από τις δικές μου. Και, το χειρότερο, οι ήχοι από το φοβερό στερεοφωνικό σου «καταπίνουν αμάσητα» τα δικά μου ακούσματα που προέρχονται από ένα ταπεινών προδιαγραφών ραδιο-CD. C’est la vie…
Με (μάλλον) φιλικά αισθήματα,
ένας γείτονας