Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Μπράβοι» πνευματικών δικαιωμάτων: Μια τριτοκοσμική εμπειρία

Σε πρόσφατο ταξίδι σε τριτοκοσμική χώρα –την οποία, από σεβασμό προς την πολιτιστική ιστορία της, θα αποφύγω να κατονομάσω- μπήκα σε κάποιο εστιατόριο της πρωτεύουσάς της. Ήταν ένα απλό μαγαζί, κάτι σαν φτωχική ταβέρνα της γειτονιάς. Απολάμβανα το εξωτικό γεύμα μου και όλα κυλούσαν ήρεμα, μέχρι τη στιγμή που μπήκε ξαφνικά στην ταβέρνα, με ύφος και στυλ μπράβου νυχτερινού κέντρου της δικής μας «παραλιακής», ένας νεαρός. Από την έκφραση φόβου στο πρόσωπο του ηλικιωμένου εστιάτορα κατάλαβα πως ο εισβολέας δεν είχε έρθει για καλό...

Δεν μιλώ την τοπική γλώσσα, αλλά ήταν φανερό ότι ο νεαρός εκπροσωπούσε κάποιους στους οποίους ο καταστηματάρχης χρωστούσε χρήματα. Ουδόλως έδειξε να συγκινείται από τις αγανακτισμένες διαμαρτυρίες του εστιάτορα και, καθώς έφευγε, φάνηκε να εξακοντίζει κάτι που έμοιαζε με απειλή! Κάλεσα τον ταβερνιάρη στο τραπέζι μου και, αφού διαπίστωσα ότι μιλούσε καλά αγγλικά, του ζήτησα ευθέως να μου πει περί τίνος επρόκειτο...

Με ύφος απόγνωσης, μου περιέγραψε μια κατάσταση η οποία θα ήταν αδιανόητη στη χώρα μας, όπως και σε κάθε άλλη πολιτισμένη χώρα: Μια ιδιωτική εταιρεία, έχοντας προφανώς τις πλάτες της τοπικής εξουσίας και εκπροσωπώντας, υποτίθεται, το σύνολο των πνευματικών δημιουργών της χώρας εκείνης, είχε αναλάβει τον ρόλο «φοροεισπράκτορα» αξιώνοντας υπέρογκα ποσά ακόμα κι από μικρομάγαζα, με το αιτιολογικό της λειτουργίας ραδιοφώνου ή τηλεόρασης από τα οποία, θεωρητικά, θα μπορούσε να γίνεται δημόσια ακρόαση έργων που καλύπτονταν από «πνευματική προστασία».

Ακόμα κι ένα απλό τρανζίστορ σ’ ένα κιόσκι που πουλούσε εφημερίδες, ή μια τηλεόραση που πρόβαλλε ειδήσεις σε κάποιο καφενείο, ήταν, εν δυνάμει, φορολογήσιμα! Το ίδιο κι ένα ραδιόφωνο σ’ ένα βιβλιοπωλείο ή ένα δικηγορικό γραφείο, ακόμα κι αν έπαιζε αποκλειστικά και μόνο «κλασική» μουσική (άσχετα αν ο Μότσαρτ ή ο Μπετόβεν δύσκολα θα προέβαλλαν αξιώσεις πνευματικών δικαιωμάτων)! Κι ο «φόρος» αυτός δεν προοριζόταν για την ενίσχυση της εξαθλιωμένης τοπικής οικονομίας, αλλά για τις τσέπες ιδιωτών που είχαν το προνόμιο να ερμηνεύουν τους –ούτως ή άλλως ασαφείς και διάτρητους- νόμους της χώρας κατά το δοκούν, και να τους επιβάλλουν χωρίς καμία δυσκολία...

Το πιο θλιβερό της υπόθεσης, όμως, ήταν πως σ’ αυτό τον κερδοσκοπικό παραλογισμό πρωτοστατούσαν καθιερωμένοι και καλοχορτασμένοι δημιουργοί της «αριστερής» διανόησης, που είχαν χτίσει το καλλιτεχνικό τους προφίλ καταγγέλλοντας –υποτίθεται- τις κερδοσκοπικές αυθαιρεσίες του κρατούντος πολιτικού και οικονομικού συστήματος!

Ομολογώ ότι επέστρεψα στην Ελλάδα με αίσθημα βαθιάς ανακούφισης και με την υπερφίαλη αίσθηση του εκπροσώπου ενός πολιτισμένου κόσμου κι ενός ορθολογικού και κοινωνικά δίκαιου συστήματος. Καθώς αφηγούμουν την εμπειρία μου στον ταβερνιάρη της γειτονιάς μου εδώ στην Αθήνα, δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω ότι κουνούσε το κεφάλι του με νόημα, έχοντας εκείνη την κουρασμένη έκφραση ενός ανθρώπου που άκουγε μια θλιβερή ιστορία που του ήταν ήδη γνωστή...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πνευματικά δικαιώματα ή πνευματική υστερία;

Τα χρόνια που έκανα μεταπτυχιακά στη Φυσική στην Αμερική, έπαιρνα παράλληλα και μαθήματα σύνθεσης στο μουσικό τμήμα του πανεπιστημίου. Ένας απ’ τους καθηγητές μου ήταν γνωστός Αμερικανός συνθέτης. Κάποια φορά τον ρώτησα με ποιους τρόπους θα μπορούσα να διασφαλίσω το copyright των έργων μου. Αφού μου εξήγησε, κατέληξε με μια ενδιαφέρουσα δευτερολογία: «Πάντως, Costas, προσωπικά ουδόλως με απασχολεί το θέμα: θα ήταν ιδιαίτερη τιμή για μένα αν κάποιος έμπαινε στον κόπο να με αντιγράψει!»

Βέβαια, δεν θα απαιτούσε κανείς μια ανάλογη υπερβατικότητα από μια κινηματογραφική εταιρεία ή μια εταιρεία παραγωγής μουσικών CD, που απασχολούν εκατοντάδες εργαζομένων προς τους οποίους οφείλουν να είναι οικονομικά συνεπείς. Ακόμα και οι αυτονόητοι νομικοί και ηθικοί κανόνες, όμως, δεν θα πρέπει, τελικά, να ξεπερνούν τα όρια που επιβάλλει η λογική του μέτρου...

Τον χορό της υπερβολής σέρνει στη χώρα μας η περιβόητη ΕΠΟΕ (Εταιρεία Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων). Με πρωτοφανή ζήλο που αγγίζει τα όρια του φονταμενταλισμού και παραπέμπει στα στερεότυπα της υστερίας, καταδιώκει με δονκιχωτικό πείσμα κάθε δημόσια παράθεση οπτικοακουστικού υλικού που αποτελεί έστω και ελάχιστο τμήμα «προστατευόμενου» έργου. Δεκάδες χρηστών του YouTube είδαν πρόσφατα τους λογαριασμούς τους να καταργούνται από το τυπολατρικό site επειδή είχαν κάποτε αναρτήσει (και το site πρόθυμα φιλοξενήσει!) ολιγόλεπτα αποσπάσματα από χιλιοπαιγμένες Ελληνικές ταινίες γραμμένες απευθείας απ’ την τηλεόραση! Αλλά και η πολιτική του ίδιου του YouTube ως προς τα πνευματικά δικαιώματα είναι, το λιγότερο, «αξιοπρόσεκτη»...

Θα αναφερθώ σε δύο προσωπικές εμπειρίες:

1. Επί τρία χρόνια περίπου υπήρχε αναρτημένο στο YouTube ένα μικρό απόσπασμα από τον περίφημο «Μαυρογιαλούρο» του Σακελλάριου. Το είχα φτιάξει από το αρχείο της ταινίας –ένα κακής ποιότητας video γραμμένο από την τηλεόραση- το οποίο βρήκα στο ίδιο το site της Google (στην οποία, ως γνωστόν, ανήκει το YouTube). Ξαφνικά, λαμβάνω ένα καθόλου ευγενικό σημείωμα-προειδοποίηση από το site, το οποίο με απειλεί με μελλοντική διαγραφή του λογαριασμού μου αν ξαναενοχληθούν από την ΕΠΟΕ! Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι πως το πρωτότυπο αρχείο ολόκληρης της ταινίας βρίσκεται ακόμα στο site της Google!

2. Στον ελεύθερο χρόνο μου φτιάχνω ερασιτεχνικά videos με δικές μου φωτογραφίες και προσθήκη μουσικής επένδυσης. Το site στο οποίο τα στέλνω είναι ιδιαίτερα σχολαστικό ως προς τα πνευματικά δικαιώματα, γι’ αυτό και η μουσική που επιλέγω είναι πάντα από παλιές ηχογραφήσεις που δεν προστατεύονται από copyright (διατίθενται ελεύθερα στο Internet). Κάποια φορά αποφάσισα, για λόγους ευρύτερης διακίνησης των έργων μου, να στείλω μερικά απ’ αυτά και στο YouTube. Τα δημοσίευσε ευχαρίστως, στέλνοντάς μου όμως, προς έκπληξή μου, μια «ήπια» προειδοποίηση πως «ενδέχεται» να υπάρχει θέμα πνευματικών δικαιωμάτων για τη μουσική. Λεπτομέρεια: Σύμφωνα με την πολιτική του YouTube, σε τέτοιες περιπτώσεις το site δικαιούται να προβάλλει διαφημίσεις στην ιστοσελίδα του video (με το σκεπτικό, όπως υποθέτω, να ικανοποιηθούν οικονομικά οι υποτιθέμενα «προσβαλλόμενοι» κάτοχοι πνευματικών δικαιωμάτων, ή να καλυφθούν τα νομικά έξοδα του site σε περίπτωση πιθανών μελλοντικών μηνύσεων). Φυσικά, απέσυρα άμεσα όλα τα προσωπικά μου videos από το YouTube!

Χωρίς καμία αμφιβολία, η πατρότητα ενός πνευματικού έργου θα πρέπει πάντα να γίνεται σεβαστή και, σε κάθε περίπτωση, να προστατεύεται. Δεν είναι μόνο νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, είναι και αδιαμφισβήτητη ηθική επιταγή σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία. Η υιοθέτηση νομικίστικων τακτικών υπερβάλλουσας τυπολατρίας, όμως, μπορεί να καταστήσει δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στο ηθικό και το γελοίο! Στο κάτω-κάτω, το πνευματικό έργο δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ψυχρά σαν να είναι κοινό εμπορικό προϊόν. Διαφορετικά, ας μετονομαστούν οι ποιητές σε «πωλητές στίχων» και οι εκδοτικοί οίκοι σε «μεταπράτες ποίησης»!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η πεταλούδα και το κουλούρι...


Η τηλεόραση κατέβαλλε φιλότιμες προσπάθειες να τραβήξει την κουρασμένη προσοχή μου με ανακοινώσεις νέων επώδυνων οικονομικών μέτρων, με σενάρια εθνικών καταστροφών, και με αναπαραγωγή δηλώσεων διεθνών πολιτικών παραγόντων που δοκίμαζαν τα όρια αντοχής του ελληνικού μου φιλότιμου και του αισθήματος της εθνικής μου αξιοπρέπειας. Έξω στο δρόμο άνθρωποι σκυφτοί, θαρρείς απόλυτα υποταγμένοι πια στη μοίρα τους, συμβιβασμένοι ακόμα και στην ιδέα του επικείμενου αφανισμού τους, για τον οποίο τους είχαν πείσει πως αυτοί και μόνο ήταν υπεύθυνοι... Σκέφτηκα, πόσο ακόμα θ’ αντέξει το μπαλόνι την πίεση της καρφίτσας που επίμονα το πολιορκεί; Πότε άραγε θα τινάξει τα φτερά της η πεταλούδα της «θεωρίας του χάους», να προκαλέσει καταιγίδα κι ανεμοστρόβιλο που θα ισοπεδώσουν τον βολικό μας μικρόκοσμο που τόσο είχαμε νομίσει ακλόνητο; Πότε θα γίνει το κακό, το φονικό «δι' ασήμαντον αφορμήν», όπως έλεγαν παλιά στα δικαστήρια και στις εφημερίδες, και ποια θα είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι;

Θυμήθηκα τότε μια ιστορία που είχα ακούσει χρόνια πριν, για ένα κουλούρι που είχε παίξει το ρόλο της «πεταλούδας» σε μια οικογενειακή τραγωδία...

Η οικογένεια φτωχή, τέσσερις άνθρωποι στοιβαγμένοι στα λίγα τετραγωνικά ενός υπόγειου μιας πολυκατοικίας στην οποία ο πατέρας δούλευε σαν θυρωρός και η μητέρα σαν καθαρίστρια. Ο Νίκος (ας τον ονομάσουμε έτσι) έκανε όνειρα για σπουδές, για μια καλή θέση στην κοινωνία μακριά απ’ τη μιζέρια που ήξερε, για μια ευτυχισμένη ζωή πλάι στην κοπέλα που τον λάτρευε...

Τα χρόνια εκείνα, όμως, δεν ήταν επιτρεπτό να φτιάξει τη ζωή του ο αδελφός προτού «αποκαταστήσει» την αδελφή του. Την αδελφή του Νίκου την ζήτησε ένας υδραυλικός. Καλό παιδί, μα ήθελε κι αυτός το κάτι τι του για να ξεκινήσει μια δική του δουλειά, χωρίς αφεντικό να του φωνάζει συνέχεια πάνω απ’ το κεφάλι. Ο πατέρας και η μάνα έπεσαν στα πόδια του: «Νίκο μου, μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις τώρα. Να φτιάξουμε την προίκα της, και μετά έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου!»

Με καρδιά βαριά από το αίσθημα του χρέους και τη θλίψη για όσα θα έπρεπε ν’ αφήσει πίσω, αποχαιρέτησε την αγαπημένη του που του ορκίστηκε πως θα τον περιμένει όσο χρειαστεί, και κίνησε για μια ξένη χώρα, εργάτης στα ορυχεία. Δούλεψε για χρόνια σκληρά, και το μισθό –που ήταν καλός- τον έστελνε πάντα σπίτι, έξω από τα δικά του αναγκαία μικροέξοδα. Μέχρι που κάποια στιγμή αρρώστησε σοβαρά από τη σκόνη και την υγρασία, και οι γιατροί τού είπαν πως θα έπρεπε να σταματήσει...

Αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Άλλωστε, είχε ήδη στείλει αρκετά χρήματα για να κάνει την προίκα η αδελφή του, που ζούσε τώρα με τον άντρα και τα παιδιά της σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα πάνω ακριβώς από το μοντέρνο κατάστημα ειδών υγιεινής που είχαν ανοίξει. Αυτός όμως είχε καταφέρει μέσα σ’ αυτά τα χρόνια να βάλει λίγα λεφτά στην άκρη, για να ξεκινήσει και τη δική του ζωή με τη γυναίκα που τον περίμενε καρτερικά, στα μαλλιά της οποίας –όπως και στα δικά του- είχαν κάνει την εμφάνισή τους οι πρώτες άσπρες τρίχες...

Μα η άτιμη η ζωή αλλιώς τα λογαριάζει! Ο γαμπρός είχε ξανοιχτεί πολύ στην αγορά, παίρνοντας δάνεια που δεν μπορούσε να ξεπληρώσει. Είχε ακούσει και κάτι φίλους που τον «έψηναν» καιρό για το Χρηματιστήριο... Τώρα η τράπεζα απειλούσε να τους πάρει το σπίτι. Και μέσα σ’ όλα αυτά, οι σχέσεις του ζευγαριού δεν πήγαιναν καλά (λέγαν πως εκείνος κάποιαν έβλεπε τα Σαββατοκύριακα που πήγαινε μόνος εκδρομές...). Οι γονείς, γέροι και μικροσυνταξιούχοι πια, έπεσαν πάλι στα πόδια του: «Νίκο μου, μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις. Κι αν όχι για την αδελφή σου, κάντο για τ’ ανίψια σου, που θα μείνουν στο δρόμο και δίχως πατέρα!»

Κι εκείνος, πειθήνιο πάντα όργανο της οικογενειακής ηθικής, άνοιξε αδιαμαρτύρητα το σεντούκι κι έβγαλε από μέσα τις τελευταίες, πολύτιμες οικονομίες του. Πράγμα που σήμανε και το οριστικό τέλος των δικών του ονείρων, αφού η γλυκιά και καρτερική αιώνια μνηστή του δεν άντεξε άλλο στην πίεση της οικογένειάς της και είπε απρόθυμα το «ναι» σε μια καλή πρόταση...

Τώρα πια συντηρούσε τον εαυτό του κάνοντας τον θυρωρό στην ίδια πολυκατοικία που μεγάλωσε, ζώντας μαζί με τους γέρους στο ίδιο πάντα υπόγειο. Η μεγαλύτερη –ίσως κι η μοναδική- χαρά της μέρας του ήταν όταν ξεπρόβαλλε το πρωί στην είσοδο ο κουλουράς, να του αφήσει για δυο δραχμές το καθημερινό του κουλούρι που θα το απολάμβανε λίγο-λίγο στη βάρδια. Εκείνη τη μέρα, όμως, είπε να το φυλάξει για το απόγευμα, με τον καφέ. Το τύλιξε προσεχτικά σε μια πετσέτα, και το ακούμπησε τελετουργικά στο τραπέζι της κουζίνας...

Γυρνώντας στο σπίτι το απόγευμα, είδε πως έλειπε απ’ το τραπέζι το πολύτιμο κουλούρι. Στις φωνές του απάντησε η μάνα του: «Τι κάνεις έτσι; Πέρασε η μικρή, το είδε και το ήθελε. Τι να ‘λεγα, μαλώνει ο θείος; Άντε, τράβα στο φούρνο να πάρεις άλλο. Πω-πω, ούτε του αγγέλου σου νερό δεν δίνεις!»

Θόλωσε το μυαλό του! Άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας και πήρε το μεγάλο, το κοφτερό μαχαίρι. Πρώτη έπεσε η μάνα. Μετά ο πατέρας που μόλις γύριζε απ’ το καφενείο. Λίγο αργότερα χτύπησε το κουδούνι στο διαμέρισμα της αδελφής του. Εκείνη την ώρα ήταν όλοι μέσα...

Στο δικαστήριο ο εισαγγελέας ήταν καταπέλτης! Μιλούσε για ένα αποτρόπαιο μαζικό έγκλημα «δι’ ασήμαντον αφορμήν»... Στο τέλος, ο κατηγορούμενος κλήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του εξηγώντας την πράξη του. Τότε εκείνος, με ένα παιδικό παράπονο στη φωνή, και λίγο πριν ξεσπάσει σε υστερικό κλάμα, πρόλαβε να αρθρώσει μόνο μια φράση: «Μου πήραν το κουλούρι!»

Η ιστορία –σημαντικά εκτραγωδισμένη στο παρόν κείμενο- είναι αληθινή. Λίγο-πολύ, εξ άλλου, την έχουμε ζήσει όλοι, από τη μία πλευρά ή την άλλη, ως «θύματα» ή ως «θύτες». Σήμερα, ο «Νίκος» θα μπορούσε να συμβολίζει κι έναν ολόκληρο λαό που ακόμα υπομένει καρτερικά... Υπομένει τη φτώχια και την αβεβαιότητα για το αύριο, τις χυδαίες εθνικές προσβολές από αλαζόνες ξένους πολιτικούς και φτηνές αλλοδαπές φυλλάδες, την προκλητικότητα ντόπιων «κορακιών» που θησαύρισαν στραγγίζοντας τα τελευταία αποθέματα του εθνικού πλούτου, τους γελοίους αλληλοσπαραγμούς πολιτικών σχηματισμών που τους αρκεί να κατέχουν την εξουσία έστω και πάνω σε ερείπια... Αντιμέτωπος, όμως, ο λαός αυτός και με τις ίδιες του τις ενοχές για τη δική του την κατάντια, μέσω απερίσκεπτης διολίσθησης στην τεχνητή ευμάρεια και τον ακόρεστο υπερκαταναλωτισμό...

Το βασανιστικό ερώτημα που αρχίζει να στοιχειώνει στο μυαλό μας είναι αν θ’ αντέξει σ’ αυτή την πίεση, ή μήπως μια μέρα εμφανιστεί στο τραπέζι κάποιο «κουλούρι» για να παίξει τον σατανικό ρόλο της χαοτικής πεταλούδας. Κι αυτό το επεισόδιο δεν θα είναι πια θέμα για ατάλαντους διηγηματογράφους, αλλά για τους ιστορικούς του μέλλοντος!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η Δημοκρατία και τα «αυτονόητα»...

Ένα από τα ανέκδοτα που είχα ακούσει στην Αμερική την δεκαετία του ’80 (εποχή, ακόμα, ψυχρού πολέμου) έλεγε το εξής: «Αν θέλεις να τρελάνεις στ’ αλήθεια έναν Σοβιετικό πολίτη, φέρ’ τον στην Αμερική και βάλε τον να ψωνίσει σε ένα σούπερ-μάρκετ. Δεν θα ξέρει τι να κάνει, αφού θα είναι η πρώτη φορά στη ζωή του που θα κληθεί να επιλέξει ελεύθερα!» Αυτό μου έφερε τότε στο νου μια μεταφορική έκφραση από ένα ποίημα του Σπύρου Ζερβού, καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και σπουδαίου μαθηματικού: Έγραφε κάπου για «το σούπερ-μάρκετ της ελευθερίας»!

Πηγαίνω ακόμα πιο πίσω... Ήταν πρωί στις 24 Ιουλίου 1974. Η τραγωδία της Κύπρου είχε μόλις γράψει τον αιματηρό επίλογο της εφτάχρονης χούντας, και στην Ελλάδα ανέτελλε και πάλι το πολίτευμα που η ίδια αυτή χώρα γέννησε. Βγαίνοντας στο δρόμο αντίκρισα ένα φαινόμενο πρωτόγνωρο για μένα: παντού εφημερίδες που για πρώτη φορά τις έβλεπα, έγραφαν για ελευθερία, για Δημοκρατία, για τον Καραμανλή και τους άλλους πολιτικούς που θα αναλάμβαναν τις τύχες της χώρας... Πόσο μεγάλο δώρο φάνταζε τότε η τόσο αυτονόητη και κατοχυρωμένη σήμερα ελευθερία του τύπου!

Δεν υπάρχει, όμως, μεγαλύτερος εχθρός των αγαθών της ελευθερίας από το αυτονόητο! Σκεφτείτε, για παράδειγμα, πόσες θυελλώδεις ερωτικές σχέσεις, πολλές εκ των οποίων μάλιστα καλούνται να υπερνικήσουν κοινωνικά εμπόδια ή οικογενειακές απαγορεύσεις, «ξεφουσκώνουν» και τελικά διαλύονται μέσα σε ένα γάμο ή μια ελεύθερη συμβίωση. Ο λόγος προφανής: θεωρώντας πλέον καθένας από τους δύο εραστές τον άλλον ως δεδομένο, παύει να αποδύεται στον αναγκαίο καθημερινό αγώνα να κατακτήσει τον ερωτικό εταίρο του απ’ την αρχή, ανανεώνοντας παράλληλα και το προνόμιο να προβάλλει σ’ εκείνον ως ερωτικό κίνητρο.

Σε επίπεδο κοινωνίας, κύριος εκφραστής της ελευθερίας ενός λαού είναι το δημοκρατικό πολίτευμα (στις διάφορες θεσμικές παραλλαγές του). Το πολίτευμα αυτό, όμως, έχει μια ιδιαιτερότητα: όπως ένα ποδήλατο, για να διατηρεί την ευστάθεια και την ισορροπία του θα πρέπει διαρκώς να βρίσκεται σε κίνηση, ποτέ σε στάση! Με άλλα λόγια, η στατική αντίληψη της Δημοκρατίας ως δεδομένου και μη διαπραγματεύσιμου αγαθού είναι το μικρόβιο που απειλεί περισσότερο την ύπαρξή της. Η Δημοκρατία δεν είναι ποτέ «αυτονόητη»: κατακτάται καθημερινά σαν να μην υπήρχε την προηγούμενη μέρα!

Εδώ υπάρχει όμως ένα λεπτό σημείο που, δυστυχώς, τείνουμε να το παραβλέπουμε. Το «σούπερ-μάρκετ της ελευθερίας» -για να θυμηθώ τον καθηγητή Ζερβό- δεν χαρίζει τα αγαθά του αλλά τα προσφέρει με ένα τίμημα: την πιστή τήρηση των υποχρεώσεών μας απέναντι στο πολίτευμα. Κι επειδή το ίδιο το πολίτευμα δεν προσωποποιείται, μιλάμε ουσιαστικά για τις υποχρεώσεις μας απέναντι στον συνάνθρωπο και την ίδια την κοινωνία. Με το χέρι στην καρδιά, σε ποιο βαθμό τηρήσαμε αυτή την απαράβατη αρχή ως πολίτες, ως κοινωνικές ομάδες, ως λαός; Πότε παραμερίσαμε το προσωπικό ή στενά ομαδικό συμφέρον μας προκειμένου να μη βλάψουμε τον άλλον ή τους άλλους που βρίσκονταν σε λιγότερο προνομιακή θέση; Πότε είπαμε «δεν πειράζει, βρε αδερφέ, ας κάνω λίγο πιο πίσω στις αξιώσεις μου για να ζήσουν και οι άλλοι!»;

Δημοκρατία και κοινωνικός ή πολιτικός εγωκεντρισμός είναι έννοιες ασύμβατες. Αυτή την απλή επιταγή, δυστυχώς, την ξέχασαν οι Έλληνες όταν χωρίστηκαν σε ομάδες οργανωμένων συμφερόντων: Πολιτικά κόμματα που εύχονταν την αποτυχία του κυβερνώντος αντιπάλου –άρα, την καταστροφή της ίδιας της πατρίδας- προκειμένου να έρθουν αυτά στην εξουσία... Συνδικαλιστικοί φορείς που διεκδικούσαν όλο και περισσότερα από όλο και πιο άδεια κρατικά ταμεία, χρησιμοποιώντας τους πολίτες ως όμηρους ενός στυγνού εκβιασμού... Άνθρωποι που πλούτισαν εύκολα χωρίς ποτέ να αποδώσουν τα οφειλόμενα στο κράτος, αφήνοντας τον μη-προνομιούχο εργαζόμενο να σηκώνει το βάρος της εθνικής οικονομίας...

Το τραγικό σφάλμα όλων των παραπάνω είναι πως θεώρησαν την Δημοκρατία σαν σούπερ-μάρκετ απ’ το οποίο θα μπορούσαν να ψωνίζουν παντοτινά δωρεάν, αφού κάποιοι άλλοι θα καλούνταν πάντα να πληρώσουν το λογαριασμό! Αυτό το σούπερ-μάρκετ, όμως, δεν άντεξε άλλο και τελικά χρεοκόπησε. Τώρα το πήραν κάτι στυγνοί Γερμανοί επιχειρηματίες που προσφέρουν κακοπληρωμένη δουλειά (κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί) σε εξαθλιωμένους εργάτες, πρώην πολίτες μιας πρώην ιστορικής και ένδοξης χώρας, που έκαναν το λάθος να πιστέψουν πως το μεγαλύτερο δώρο τους στην ανθρωπότητα –η Δημοκρατία- και η ελευθερία και εθνική αξιοπρέπεια που το πολίτευμα αυτό προϋποθέτει αλλά και διασφαλίζει, ήταν αξίες δεδομένες και «αυτονόητες». Η ελευθερία, όμως, δεν είναι ποτέ αυτονόητη αν δεν ανανεώνει κανείς καθημερινά το δικαίωμα να την απολαμβάνει. Έτσι ακριβώς όπως και οι ερωτικές σχέσεις!

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πόσο απέχουν λίγα εκατοστά στο χάρτη;

Η χώρα βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην οικονομική ύφεση αλλά και στην εθνική ταπείνωση που την είχαν καταδικάσει οι Ευρωπαίοι εταίροι της, καθώς την θεωρούσαν αιτία όλων των δεινών της ηπείρου... Η κάνουλα του εξωτερικού δανεισμού άρχισε να στερεύει, και οι όροι γίνονταν όλο και πιο δυσβάσταχτοι... Η ανεργία κάλπαζε με αυξανόμενους ρυθμούς, και ο άλλοτε περήφανος λαός βίωνε συνθήκες πρωτόγνωρης εξαθλίωσης και αναξιοπρέπειας... Άνθρωποι άλλοτε ευκατάστατοι βρέθηκαν άστεγοι, και συχνά αναζητούσαν λίγη τροφή στα σκουπίδια...

Σαν να μην έφταναν αυτά, η αναρχία έσπερνε το χάος στους δρόμους, και η εύθραυστη Δημοκρατία (παγιδευμένη κι αυτή στα γρανάζια της διαφθοράς) φαινόταν αδύναμη να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ακραίοι υπερεθνικιστές δημαγωγοί βρήκαν τότε την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν την αγανάκτηση των εξαντλημένων πολιτών, υποσχόμενοι οικονομική ανάκαμψη και κοινωνική γαλήνη, με μόνο τίμημα την απεμπόληση του ούτως ή άλλως χρεοκοπημένου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Αν και πολιτικές μειοψηφίες, οι δυνάμεις που αντιπροσώπευαν, με τη βοήθεια οργανωμένων κομματικών στρατών και βίαιων εξωθεσμικών ομάδων, πέτυχαν τελικά να ανατρέψουν το πολίτευμα και να καταλάβουν την εξουσία, εγκαθιστώντας μια στυγνή δικτατορία που καταπάτησε κάθε έννοια πολιτικής ηθικής και κάθε κώδικα ανθρωπίνων αξιών...

Η συνέχεια της ιστορίας –που είναι σ’ όλους γνωστή- αφιερώνεται σε αλαζόνες πολιτικούς, αμήχανες κυβερνήσεις, καιροσκοπούσες αντιπολιτεύσεις, εγωκεντρικούς συνδικαλιστές, κενολογούντες διανοούμενους και κακομαθημένους πολίτες...

Αν νομίζουμε πως η Βαϊμάρη πέφτει μακριά από το κέντρο της Αθήνας, ας ξεδιπλώσουμε το χάρτη στο τραπέζι και θα διαπιστώσουμε πως απέχει μόνο λίγα εκατοστά του μέτρου! Τόσο λίγα, που θα νόμιζε κανείς πως ακούγονται οι εφιαλτικοί απόηχοι του «χάιλ» και αχνοφαίνονται οι τεθλασμένες γραμμές της σβάστικας...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ρητορικά ερωτήματα για την λαθρομετανάστευση

Ο όρος «ρητορικά» είναι υποκειμενικός και αντιπροσωπεύει τις απαντήσεις που ήδη έχει δώσει στον εαυτό του ο γράφων. Ο αναγνώστης μπορεί να αντιμετωπίσει τα ερωτήματα που ακολουθούν ως απολύτως ευθέα και επιδεχόμενα πολλαπλές απαντήσεις.

1. Είναι η Ελλάδα ανεξάρτητη χώρα, με κυριαρχικά δικαιώματα στον γεωγραφικό χώρο που της αναλογεί; (Σημείωση: Προς αποθάρρυνση αποπροσανατολιστικών αντιμνημονιακών παρεκβάσεων στην παρούσα συζήτηση, θεωρούμε ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια μιας χώρας να παραχωρεί μέρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στα πλαίσια στρατιωτικών, οικονομικών, κλπ., συμφωνιών, αν κρίνει ότι αυτό υπηρετεί το εθνικό της συμφέρον.)

2. Είναι δικαίωμα μιας ανεξάρτητης χώρας να αυτοπροστατεύεται έναντι οποιασδήποτε απρόσκλητης εισβολής δυνάμεων που, κατά την κρίση της χώρας, απειλούν την εθνική της κυριαρχία και την ασφάλεια –ακόμα και τη ζωή- των πολιτών της;

3. Είναι υποχρεωμένη μια χώρα να μεταχειρίζεται με κανόνες ανθρωπισμού εκείνους τους εισβολείς που δεν σέβονται τις ζωές και τις περιουσίες των πολιτών της;

4. Θα μπορούσαν οι λαθραία εισελθόντες στη χώρα μας (ιδιαίτερα, μάλιστα, εκείνοι που διασφαλίζουν την επιβίωσή τους μετερχόμενοι βίας και παρανομίας) να χαρακτηριστούν ως «εισβολείς» που συνιστούν απειλή για την ασφάλεια, την υγεία, τη ζωή και την νόμιμα κτηθείσα περιουσία των Ελλήνων πολιτών;

5. Τι αποτελεί εθνική προτεραιότητα; Η επίδειξη ανθρωπιστικής ανωτερότητας έναντι (εν δυνάμει επικίνδυνων) παράνομων «μεταναστών», ή η εθνική αυτοπροστασία και αυτοσυντήρηση, καθώς και η αποθάρρυνση επίδοξων μελλοντικών εισβολέων στη χώρα;

6. Τελικά, θέλουμε να συνεχίσει να υπάρχει αυτή η χώρα, ή μήπως την οραματιζόμαστε ως μία άναρχη πολυπολιτισμική χοάνη δομημένη με όρους δαρβινικού ρατσισμού, όπου το «δίκαιο» θα ανήκει στους βιολογικά ανθεκτικότερους και κοινωνικά πιο βίαιους;

Καλό θα είναι ο Έλληνας πολίτης να έχει προβληματιστεί πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα πριν ξεκινήσει με την ταυτότητα ανά χείρας για το εκλογικό του κέντρο το πρωί μιας Κυριακής...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η δαιμονοποίηση της συνήθειας ως άλλοθι παρακμής των σχέσεων

Ένα από τα τυπικά χαρακτηριστικά της ανωριμότητας είναι η ενοχοποίηση αφηρημένων εννοιών για την δικαιολόγηση δικών μας λαθών. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις, ακούμε συχνά, ακόμα κι από «ειδικούς», πως η συνήθεια «σκοτώνει» τον έρωτα, ιδιαίτερα στο γάμο. Έτσι, η συνήθεια καθίσταται ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος για την παρακμή, και τελικά την διάλυση, των σχέσεων...

Όσοι επιμένουν να προπαγανδίζουν αυτή την άποψη παραβλέπουν δύο θετικές, ως προς την δυναμική των σχέσεων, συνιστώσες της συνήθειας: την εξοικείωση και την εξάρτηση. Υπηρετείται, έτσι, η αμφιλεγόμενη αντίληψη ότι ο έρωτας τροφοδοτείται από την ανασφάλεια της άγνοιας ενώ, αντίθετα, αποδυναμώνεται από την βεβαιότητα που προσφέρει η –συχνά μετά κόπων κατακτημένη- γνώση του ερωτικού συντρόφου. Από την άλλη, υποβαθμίζονται τα θετικά αισθήματα εξάρτησης (τα οποία σαφώς διαχωρίζουμε από αρνητικές εξαρτήσεις αυτοκαταστροφικού τύπου) που αναπτύσσονται παράλληλα με το χτίσιμο της εξοικείωσης με το ερωτικό αντικείμενο. Το πιο επικίνδυνο είναι ότι τέτοιες απόψεις διαδίδονται με δημόσιες τοποθετήσεις ορισμένων «ειδικών», των οποίων την επιστημοσύνη ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης να αμφισβητώ!

Οι εν λόγω επαΐοντες –προσκεκλημένοι, συνήθως, τηλεοπτικών εκπομπών λαϊκής κατανάλωσης- φτάνουν μάλιστα ως την (έμμεση ή παρεμφατική, έστω) διατύπωση της παρανοϊκής άποψης ότι, ερωτικές σχέσεις που αντέχουν την δοκιμασία της συνήθειας ενδέχεται να μην εντάσσονται απόλυτα στη σφαίρα του ρεαλιστικού, αφού το φυσιολογικό θα ήταν να μεταλλαχθούν –στην καλύτερη περίπτωση- σε σχέσεις «συγγένειας». Έρωτας με χρονοδιάγραμμα, δηλαδή!

Τι λοιπόν, αν όχι η συνήθεια, καταστρέφει τις μακροχρόνιες ερωτικές σχέσεις; Η απάντηση είναι απλή, αλλά ίσως δυσδιάκριτη για τον σύγχρονο αστό που ενοικεί σε χώρους με κεντρική θέρμανση: Η διατήρηση της φωτιάς στο τζάκι απαιτεί την συνεχή τροφοδοσία της με καύσιμη ύλη! Η μεγαλύτερη και πιο καταστροφική παγίδα στον έρωτα είναι το αίσθημα του δεδομένου ως αυτονόητου. Τονίζω ιδιαίτερα την λέξη «αυτονόητο», αφού το «δεδομένο» καθαυτό είναι μια καταρχήν θετική έννοια: δεν είναι καθόλου κακό να θεωρούμε ως δεδομένο ένα άτομο που έχει καταφέρει μέσα στο χρόνο να κερδίσει την εμπιστοσύνη μας.

Υπάρχει όμως μία λεπτή αλλά σημαντική προϋπόθεση: το αίσθημα του δεδομένου πρέπει να ανανεώνεται μέσα από συνεχή επανακατάκτηση του ερωτικού εταίρου! Η παράβλεψη της προϋπόθεσης αυτής είναι σημαντικά υπεύθυνη για την εξάτμιση του ερωτικού αισθήματος: Θεωρώντας καθένας εκ των δύο εραστών τον άλλον ως αυτονόητα δεδομένο, παύει να αποδύεται στον καθημερινό αγώνα να κατακτήσει τον ερωτικό του σύντροφο εξ αρχής, με επιστράτευση του καλύτερου εαυτού του. Κι αυτή η καθημερινή ανανέωση της βεβαιότητας του «ανήκειν» είναι που αναζωογονεί, τελικά, τη σχέση και την καθιστά βιώσιμη στο χρόνο.

Κατηγορία «ειδικών», όμως (που υπηρετεί πιστά τον εύκολο και βολικό, για το κοινό και την πελατεία της, νόμο της ήσσονος ψυχικής προσπάθειας) έχει πάντα εναλλακτικές ιδέες και λύσεις στο μαγικό σακούλι της: αντί να προβάλλουν ως θετικά τα αμοιβαία αισθήματα βεβαιότητας, τονίζοντας παράλληλα πως το δικαίωμα σ’ αυτά ανανεώνεται με συνεχή και καθημερινό αγώνα, τα δαιμονοποιούν ισχυριζόμενοι ότι η βεβαιότητα «σκοτώνει τον έρωτα». Προτείνουν, μάλιστα, στους εραστές να εμβάλλουν από καιρού εις καιρόν τεχνητά αισθήματα αμφιβολίας κι ανασφάλειας στους συντρόφους τους, για να κρατούν το ερωτικό τους ενδιαφέρον «ζωντανό» (ναι, τέτοιες προτροπές έχουν ακουστεί ακόμα και εξ επισήμων χειλέων «έγκριτων» ψυχιάτρων)!

Δεν είναι, λοιπόν, η συνήθεια, αλλά η αδράνεια και η παθητικότητα του «αυτονόητου», που καταστρέφουν τις ερωτικές σχέσεις. Η εξοικείωση, που πάντα δρα απελευθερωτικά, αποκρυσταλλώνει τα ερωτικά αισθήματα και τα παγιώνει στο χρόνο. Παράλληλα, η υγιής εξάρτηση εμπλουτίζει προοδευτικά τη σχέση με το αίσθημα του αναγκαίου κι αναντικατάστατου. Κάτι σαν τα ξύλα που κρατούν αναμμένη τη φωτιά στο τζάκι! Τώρα, όσο για τους εν λόγω «ειδικούς», ας συνεχίσουν να μας καταπλήσσουν με τη σοφία τους στα πρωινά κι απογευματινά τηλεοπτικά υποπροϊόντα. Εκτός των άλλων, εκεί σίγουρα υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες ο τσαρλατανισμός να εκλαμβάνεται κι ως «επιστήμη»!

ΤΟ ΒΗΜΑ