Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Η Ροκ που σκοτώνει...


Διαβάζω στο Aixmi.gr (http://www.aixmi.gr/index.php/kozanh-akoyge-terma-basilh-papakvnstantinoy-kai/) για ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο κέντρο της Κοζάνης και το οποίο, ομολογώ, ελάχιστη έκπληξη μου προξένησε. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, αγροτικό αυτοκίνητο, του οποίου ο οδηγός κατά πάσα βεβαιότητα είχε καταναλώσει ικανή ποσότητα αλκοόλ, βγήκε από την πορεία του και ανέβηκε στο πεζοδρόμιο, παρασύροντας ό,τι βρέθηκε στο πέρασμά του.

Οι ζημιές που προκλήθηκαν ήταν σημαντικές. Μεταξύ αυτών, καταστράφηκε ένας φωτεινός σηματοδότης και ξεριζώθηκε ένα... δέντρο που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο! Λεπτομέρεια με σημασία: την ώρα του «ατυχήματος», ο οδηγός είχε στη διαπασών το stereo του αυτοκινήτου, ακούγοντας τραγούδια γνωστού σταρ του ελληνικού ροκ. Ευτυχώς δεν υπήρξαν τραυματισμοί...

Θα ήθελα να βεβαιώσω από τη θέση τούτη τον οδηγό πως στάθηκε τυχερός. Η ροκ μουσική δεν υπήρξε πάντα «ευγενική» απέναντι σ’ εκείνους που ταυτίστηκαν μαζί της. Θα μοιραστώ με τον αναγνώστη δύο περιστατικά των οποίων έχω προσωπική γνώση. Με ενδεχόμενο κίνδυνο να δυσαρεστήσω τον φίλτατό μου διευθυντή αυτού του site, του οποίου την εξαίρετη ποίηση προσφάτως ερμήνευσε, σε μελοποιημένη μορφή, ο γνωστός ροκ σταρ (έχοντας πλέον σημαντικά αλλάξει ιδεολογική πορεία και καλλιτεχνικό ύφος).

Περιστατικό πρώτο: Πριν πολλά χρόνια, άτομο κοντά στο περιβάλλον μου αντιμετώπιζε ιδιαίτερα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, για τα οποία δεν αναζήτησε έξωθεν βοήθεια. Το άτομο αυτό ανέπτυξε ακραία αντιδραστική συμπεριφορά, με κατάρριψη των πάντων που, στο αποκορύφωμά της, μετεξελίχθηκε σε αυτο-κατάρριψη με παράλληλη εμφάνιση επικίνδυνων αυτοκαταστροφικών τάσεων.

Το άτομο αυτό κοιμόταν και ξυπνούσε με τους ήχους και τους στίχους γνωστού ροκ άσματος, που μεταξύ άλλων έλεγαν τα εξής:

Άσε με να κάνω λάθος,
μην παριστάνεις το Θεό.
Δε μ’ αρέσουν οι σωτήρες,
δε γουστάρω να σωθώ.

Πες μου μόνο πώς περνούν τη νύχτα
με δυο φίλους σ’ ένα υπόγειο σκυφτό.
Η σειρήνα πάνω ουρλιάζει
και η σύριγγα αδειάζει
και το αίμα χύνεται ζεστό...


Ώσπου το άτομο κατέληξε να ταυτιστεί με το τραγούδι, αναζητώντας τη λύτρωση στις «συμβουλές» του. Το ότι τελικώς επέζησε, ήταν μάλλον θέλημα του Σύμπαντος (προσωπικά, θα ήθελα να το διατυπώσω διαφορετικά). Ίσως γιατί κάθε αξιόλογος άνθρωπος αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία...

Περιστατικό δεύτερο: Δεν ήταν το ίδιο τυχερό ένα νεαρό παιδί – στην τελευταία τάξη του λυκείου. Περνούσε κι αυτό πριν χρόνια τα δικά του αδιέξοδα, με οικογενειακά προβλήματα και σοβαρές δυσκολίες στην κοινωνική προσαρμογή. Ένα τραγούδι τού είχε γίνει έμμονη ιδέα, επιζητώντας να το βιώσει ως προσωπική εμπειρία:

Στην άσφαλτο κουρσάρος
με καράβι τη μοτοσικλέτα,
παντιέρα το μπουφάν το πλαστικό.
Στα 18 σου έσπασες τα φρένα,
ταξιδεύεις για ταξίδια άλλα.

Κυκλοφοράς μονάχα φτιαγμένος,
ο κόσμος όλος χίλια κυβικά.
Είσαι αγριεμένος,
είσαι κουρασμένος,
έχεις τη ζωή στη σέλα σου γραμμένη.
Για κάποιο φόνο είσαι γεννημένος.

Μονάχος χάραμα,
χάραμα στη λεωφόρο
και περιμένεις ασθενοφόρο
από τις τρεις και δέκα σκοτωμένος...


Έπεισε τους γονείς να του αγοράσουν μια μοτοσικλέτα. Κι ένα πρωί, πολύ πρωί, με ένα φίλο στο πίσω μέρος του καθίσματος, καρφώθηκε με χίλια σε μια κολώνα στο μέσο μιας άδειας λεωφόρου. Τον έκλαψαν πολύ οι συμμαθητές του, είναι αλήθεια. Για τους γονείς, δεν έχω πληροφόρηση...

Επειδή μαντεύω τις ενστάσεις του αναγνώστη, σπεύδω να διευκρινίσω πως δεν θεωρώ, φυσικά, τη ροκ (ή οποιαδήποτε άλλη) μουσική υπεύθυνη για τις προσωπικές επιλογές ζωής του κάθε ανθρώπου. Στο κάτω-κάτω, θα πουν κάποιοι, όποιος δεν αντέχει ας μην την ακούει! Η ζωή αυτή είναι σχεδιασμένη για τους δυνατούς, για όσους διαθέτουν αντιστάσεις. Οι άλλοι ας μείνουν κλεισμένοι με ασφάλεια στο καβούκι τους, ακούγοντας Σοπέν ή Τσαϊκόφσκι!

Σκέφτομαι όμως πως – κι ας μου λύσει κάποιος τούτη μου την απορία – οι «ροκάδες» που θα υπερασπιστούν το είδος με το παραπάνω επιχείρημα, σε μεγάλο ποσοστό δηλώνουν πολιτικά «προοδευτικοί». Και, όπως έχω ακούσει και διαβάσει, ο προοδευτικός χώρος είναι ανάχωμα στη σκληρή δαρβινική ιδεολογία του λεγόμενου «φιλελευθερισμού». Μεριμνά πρωτίστως για τον αδύνατο, αυτόν που δεν τα καταφέρνει πάντα...

Έτσι, μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση ιδεών και εννοιών, γίνομαι κι εγώ κάποιες φορές αντιδραστικός:

Άσε να μη βρίσκω άκρη,
δε γουστάρω να τη βρω!


Aixmi.gr

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Δύο σχόλια για τον "Πολιτισμό της ετικέτας"

Είδα στο Βήμα δύο σχόλια για το άρθρο "Ο πολιτισμός της ετικέτας", τα οποία μου τράβηξαν την προσοχή. Δεν το συνηθίζω να αναρτώ σχολιασμούς αναγνωστών, τούτη τη φορά όμως θα κάνω μια εξαίρεση, αφού τα σχόλια τα ίδια είναι υπέρτερα του δημοσιευμένου άρθρου! Τα παραθέτω πιο κάτω.

Σας προτείνω επίσης να διαβάσετε το εξαιρετικό κείμενο της Ελένης Αθανασούλη, γραμμένο κι αυτό με αφορμή το άρθρο του Βήματος.


Το "γιατροσόφι" της "ετικέτας"

Εξαιρετικό άρθρο, με υψηλά νοήματα. Θα το σχολιάσω συμπληρώνοντας τα εξής: Είμαστε ό,τι πράττουμε - ό,τι δημιουργούμε και προσφέρουμε στους άλλους, ως έργο, ως έμπνευση και -τελικά- ως ανάμνηση. Τελεία (και παύλα). Όλα τα υπόλοιπα (ετικέτες, στερεότυπα, προκαταλήψεις, τίτλοι κ.λπ.) είναι απλώς μέσα που χρησιμοποιούνται για την αναπαραγωγή ιεραρχιών, για τη διαιώνιση εξουσιών, για την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων και -σε τελική ανάλυση- για τη χειραγώγηση και ποδηγέτησή τους. Η προσκόλληση στην ετικέτα είναι απλώς ένα "γιατροσόφι", με το οποίο οι άνθρωποι προσπαθούν να θεραπεύσουν (μάταια...) την επίγνωση της υπαρξιακής τους ασημαντότητας - τον φόβο της μοναξιάς και του θανάτου.  (Νίκος)


Ο πολιτισμός της ετικέτας

Ο πολιτισμός της ετικέτας... Ποιος θα το φανταζόταν ότι η ετικέτα ενός προϊόντος θα ήταν σωστά μελετημένη και σχεδιασμένη ώστε να αντανακλά τη μοναδική του ταυτότητα, σε αντίθεση με τον άνθρωπο που δεν γνωρίζει ποιος είναι, παρά τις ετικέτες που του φόρεσαν από την ημέρα της γέννησής του και σε όλη τη διαδρομή της ζωής του. Με προβλημάτισε το συγκεκριμένο άρθρο ή μάλλον μου έδωσε τροφή για σκέψη. Ποια είμαι; αναρωτήθηκα, αν και δεν είμαι στο τέλος του βίου μου, και ποιος ξέρει πόσες άλλες ετικέτες θα φορέσω ή θα μου φορέσουν; Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι ζούμε σε μια κοινωνία που προϊόντα και άνθρωποι έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Αν τα καταγράψουμε, αυτά είναι: Όνομα, φυσικά χαρακτηριστικά, ταυτότητα, εικόνα, προσωπικότητα, αξίες και, τέλος, ψυχή. Brand essence, λένε στο Marketing, εννοώντας την ψυχή του άψυχου προϊόντος. Ένα brand λοιπόν και ο σύγχρονος άνθρωπος, με μόνιμα καρφιτσωμένη μια ετικέτα επάνω του. Και, όπως αναφέρει και ο γράφων για τον φίλο του, αυτός δεν είναι ακαδημαϊκός, αλλά διευθυντής. Δεν είναι λειτουργός, αλλά διευθυντής. Πουλάει η ετικέτα. Και περιμένουμε να προετοιμάσει μαθητές, να εκπαιδεύσει μαθητές, να δώσει στην κοινωνία «ελεύθερους ανθρώπους». Πολύ θα ήθελα να γίνουν πραγματικότητα οι σκέψεις και οι προτάσεις του αρθρογράφου για το ρόλο της εκπαίδευσης. Και εάν δεν γίνουν, τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε μόνοι μας να αναζητήσουμε την αληθινή μας ταυτότητα. Ευχαριστώ τον γράφοντα γιατί με παρακίνησε να ψάξω βαθύτερα μέσα μου. Να δω ποια είμαι, πετώντας τις ετικέτες που φοράω…  (Φέφη)

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ο πολιτισμός της ετικέτας

Έχω έναν καλό φίλο που διδάσκει σε κάποιο πανεπιστήμιο. Λόγω των διοικητικών ικανοτήτων του, έχει εκλεγεί ως διευθυντής στον ακαδημαϊκό τομέα που ανήκει. Δεν είμαι σίγουρος, εν τούτοις, αν ο ίδιος το έχει απόλυτα πιστέψει, αφού νιώθει κάθε τόσο την ανάγκη να το επιβεβαιώνει επισημαίνοντας την ιδιότητά του. Για παράδειγμα, φέρνει πάντα τη συζήτηση εκεί που απαιτείται ώστε εκ των πραγμάτων να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «εγώ, ως διευθυντής τομέα» ή «εμείς οι διευθυντές τομέων», κλπ. Εάν, δε, στείλει mail για να πει έστω και καλημέρα, δεν είναι σπάνιο να προσθέσει στο τέλος και τον πολύτιμο τίτλο του!

Παλιότερα, γνώριζα κάποιον άνθρωπο που είχε αποκτήσει διευθυντική θέση σε ένα υπουργείο. Είχε τύχει αρκετές φορές να τον ακούσω να τηλεφωνεί σε ένα θέατρο για να κλείσει θέσεις, ή σε ένα εστιατόριο για να του κρατήσουν τραπέζι. Το τηλεφώνημα ξεκινούσε συνήθως με την αναγγελία μιας ιδιότητας: «Εδώ Χ.Ψ., διευθυντής του τάδε υπουργείου!»

Η ανάγκη (αυτο-)προσδιορισμού μέσω ενός επαγγέλματος ή ενός κοινωνικού αξιώματος είναι διαχρονικό φαινόμενο. Τα μόνα που αλλάζουν μέσα στο χρόνο είναι τα ονόματα και τα ειδικά βάρη των τίτλων. Κάποιες άλλες εποχές, ιδιότητες όπως δικηγόρος, γιατρός ή μηχανικός συνοδεύονταν από μια ιδιαίτερη αίσθηση σπουδαιότητας. Σήμερα, η εύκολη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, σε συνδυασμό με τον υπερκορεσμό πολλών «ευγενών» επαγγελμάτων, έχει αφαιρέσει την αίγλη από πολλά από αυτά. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι, τίτλοι όπως «κομματικό στέλεχος» ή «σύμβουλος πρωθυπουργού» αρχίζουν να αποκτούν μια δυναμική που, σε αρκετές συνειδήσεις, τείνει να υποσκελίσει, π.χ., το «καθηγητής πανεπιστημίου»!

Τα λίγα παραδείγματα που ενδεικτικά αναφέρθηκαν καταδεικνύουν τη δύναμη της ετικέτας σε μια κοινωνία όπου η αυτοσυντήρηση και ο ανταγωνισμός, σε συνδυασμό με την κοινωνική ματαιοδοξία, λειτουργούν ως υποκατάστατα βαθύτερων ανθρώπινων αξιών κι ενός φιλοσοφημένου τρόπου ζωής. Σε έναν κόσμο όπου η αυταξία αντικειμενοποιείται με βάση τον ετεροκαθορισμό, και η εξατομίκευση αντιπροσωπεύει μια συλλογή από επίκτητους τίτλους...

Ο άνθρωπος, είναι αλήθεια, περνά μεγάλο μέρος της ζωής του συλλέγοντας ετικέτες. Κάποιες τις κληρονομεί από τη μέρα της γέννησής του: «Ο γιος του γιατρού», «η ανιψιά του υπουργού», κλπ. Μετά, αρχίζει σιγά-σιγά να αποκτά αυθεντικά δικές του: «Ο ωραίος του σχολείου», «το αστέρι της σχολικής ομάδας μπάσκετ», «ο αρχηγός της φοιτητικής παράταξης»...

Και, αν κατορθώσει να «πετύχει» στη ζωή του, γίνεται «ο γενικός διευθυντής», «ο δημοφιλής ηθοποιός», «ο λαοπρόβλητος πολιτικός», «ο πολυνίκης προπονητής»... Κάποιες φορές, η φήμη είναι δυνατό να συνοδεύεται από ετικέτες με αρνητικό περιεχόμενο: «Ο διαβόητος κακοποιός», «ο αιμοσταγής δικτάτορας»...

Μία ιδιαίτερα απεχθής ετικέτα είναι εκείνη που επιδεικνύει ακαδημαϊκούς τίτλους ως τρόπαια, αντί απλά να τους περιγράφει ως τεκμήρια παιδαγωγικής δοκιμότητας ενός δασκάλου, ακόμα κι αν αυτός εντάσσεται στις ανώτατες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ο κάτοχός της, σε απόλυτη συμφωνία με τη ματαιόδοξη φύση του, προετοιμάζει τους μαθητές του για να επικυριαρχήσουν σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, δίχως ποτέ να τους διδάξει τη σημασία της δημιουργικής συνύπαρξης σε έναν κόσμο συνεργασίας και αλληλεγγύης (τον οποίο κατά κανόνα απορρίπτει – αν όχι και χλευάζει – ως «ουτοπικό»). Και τους διδάσκει ότι δικαιοσύνη σημαίνει την ελευθερία του δυνατού να αφανίζει τον αδύνατο, αρκεί ο αγώνας να τηρεί τους προκαθορισμένους κανόνες.

Αυτό που συχνά λησμονούμε, όμως, να διδάξουμε είναι ακριβώς εκείνο που αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό της εκπαίδευσης: την ανάπτυξη αυτογνωστικής ικανότητας, την κατάκτηση της αυτοσυνειδησίας. Οι μαθητές μας μαθαίνουν με ακρίβεια έτους φωτός την απόσταση ανάμεσα στ’ αστέρια, φεύγουν όμως από τα χέρια μας χωρίς να έχουν μάθει το παραμικρό για τον εαυτό τους – με την έννοια που το έθεσε ο μέγιστος δάσκαλος της αρχαιότητας, που διακήρυσσε με αυτοσαρκαστική ταπεινοφροσύνη πως «δεν γνώριζε τίποτα»!

Ο άνθρωπος αποκτά, έτσι, από νωρίς τη συνήθεια να ετεροκαθορίζεται. Μετρά την αξία του και οικοδομεί συναίσθηση ταυτότητας, όχι με κριτήριο τη δυνατότητα προσωπικής ανάπτυξης μέσω συνεχούς υπέρβασης του εαυτού του και μέσω διαρκούς αυτοβελτίωσης κι αυτοπραγμάτωσης, αλλά με βάση τα επιτεύγματά του σε ένα κατεστημένο πεδίο ανταγωνισμού. Χτίζει αυτοεικόνα σπουδαιότητας ή ασημαντότητας σε συνάρτηση με τους τίτλους που συλλέγει και σε συσχετισμό με τα αντίστοιχα «επιτεύγματα» κάποιων άλλων, τους οποίους συχνά αντιμετωπίζει σαν εχθρούς.

Και, κάπου προς το τέλος της ζωής του, ίσως θέσει τελικά στον εαυτό του το κρίσιμο ερώτημα: «Ποιος είμαι;» Μια ερώτηση που είναι, πλέον, δύσκολο να απαντηθεί, καθώς οι βαθύτερες αλήθειες της ύπαρξής του βρίσκονται ήδη βαθιά θαμμένες κάτω από αναρίθμητα στρώματα από επίκτητες ετικέτες!

Πέρα και πάνω, όμως, από την ευθύνη του δασκάλου ή και της κοινωνίας ολόκληρης, υπάρχει η ατομική ευθύνη του ίδιου του ενήλικου ανθρώπου για την αναζήτηση της αληθινής του ταυτότητας. Ο αυτοπροσδιορισμός είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση του καθενός μας, και σε κανέναν εξωγενή παράγοντα δεν αναλογεί εξουσία (εκτός αν εμείς την εκχωρήσουμε) να μας τοποθετεί ετικέτες με τις οποίες οι ίδιοι αρνούμαστε να ταυτιστούμε. Και οι αντιστάσεις μας απέναντι στον ετεροκαθορισμό είναι ο δρόμος που οδηγεί στην εσωτερική ελευθερία, τη μόνη ελευθερία στην οποία έχει σημασία να στοχεύει ο άνθρωπος.

Γιατί, ελευθερία δεν είναι τόσο η αντικειμενική δυνατότητα να πραγματοποιώ ό,τι επιθυμώ, όσο το αναφαίρετο δικαίωμα να είμαι αυτό που επιλέγω. Και το «είμαι» αφορά την ίδια μου τη συνειδητότητα και μόνο αυτή!

Αυτονόητα, ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι κομβικός στη δημιουργία μιας κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων (πείτε την «ουτοπική κοινωνία», αν προτιμάτε). Το ζήτημα, όμως, είναι αν το χώμα πάνω στο οποίο θα πέσει ο παιδαγωγικός σπόρος της ελευθερίας – με τον τρόπο που ορίσαμε αυτή την έννοια πιο πάνω – θα είναι γόνιμο. Ή μάλλον, αν τα κυρίαρχα κοινωνικά στερεότυπα του επιτρέψουν κάποτε να γίνει...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Ο πρωτάρης και η κάρτα!


Λίγο μετά την επιβολή των capital controls – ευγενές κληροδότημα της τυχοδιωκτικής πολιτικής ενός νάρκισσου μοτοσικλετιστή (και, στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του, υπουργού) με τεχνητώς ανορθόγραφο όνομα – επισκέφθηκα τον φίλο Γιάννη Λ. (με δύο «ν» αυτός!), υψηλόβαθμο στέλεχος σε μεγάλη τράπεζα. Τον ρώτησα πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τους περιορισμούς στα μετρητά, τη στιγμή που οι ανάγκες της ζωής είναι πάντα πιεστικές.

Χαμογέλασε και μου είπε: «Δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα, αν σκεφτείς ότι με την κάρτα του μπορεί κάποιος να πληρώνει τα πάντα. Όμως, για κοίτα πόσοι επιμένουν ακόμα να συναλλάσσονται με μετρητά! Και μετά γκρινιάζουν ότι δεν τους φτάνουν...»

Δεν το ομολόγησα τότε στο Γιάννη πως ανήκω κι εγώ στους «κολλημένους» που δυσκολεύονται να συμφιλιωθούν με το πλαστικό χρήμα. Έλα όμως που η πραγματικότητα δεν λαμβάνει πάντα υπόψη τις ιδιορρυθμίες του καθενός μας... Το περασμένο σαββατοκύριακο, λοιπόν, βρέθηκα με ελάχιστα μετρητά στην τσέπη και χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να τρέχω στα ATM της περιοχής μου. Έτσι, καθώς φεύγαμε για βόλτα και φαγητό, έβαλα περήφανα για πρώτη φορά τη χρεωστική κάρτα στο πορτοφόλι μου, σαν μαθητής του Δημοτικού που βάζει στη σάκα το καινούργιο αναγνωστικό την πρώτη μέρα του σχολείου!

Καταλήξαμε σε μια ψησταριά σε κεντρική λεωφόρο κάποιου δήμου στην περιφέρεια της Αθήνας. Προσέξτε, δεν μιλώ για μια μικρή καντίνα που πουλά τυρόπιτες σε ένα στενό κι απόμερο δρομάκι, αλλά για ένα μαγαζί που σφύζει από ζωή καθημερινά και νιώθεις τυχερός αν βρεις τραπέζι!

Ο λογαριασμός δεν ήταν κάποιο υπέρογκο ποσό, ούτε όμως κι ευκαταφρόνητος. Καθώς τα μετρητά μου ήταν... μετρημένα, ρώτησα πού θα έπρεπε να κατευθυνθώ για να πληρώσω με την κάρτα μου. Ο σερβιτόρος με κοίταξε λες και ήμουν εξωγήινος που ζητούσε σε σκυλάδικο να του παίξουν την Ενάτη του Μπετόβεν: «Δεν έχουμε μηχάνημα για κάρτες εδώ, κύριε. Μόνο με μετρητά!» Ευτυχώς είχα τόσα στην τσέπη ώστε να μην εκτεθώ. Αντιστέκομαι στον πειρασμό να διευκρινίσω αν μου δόθηκε ή όχι απόδειξη, όπως κι αν ο ίδιος είχα καν τη διάθεση να τη ζητήσω...

Την άλλη μέρα ανάφερα το περιστατικό στη φίλη και νομικό Ελένη Α., η οποία μου φώτισε μια άλλη πλευρά του ζητήματος:

«Για το ειδικό μηχάνημα για κάρτες, έχω να σου πω ότι δεν είναι προς το παρόν υποχρεωτικό. Επιχειρήσεις με εξαιρετικά χαμηλές τιμές δεν το προτιμούν, επειδή δεν έχουν το περιθώριο απώλειας του ποσοστού που παρακρατείται στη συναλλαγή με τις τράπεζες. Οι επιχειρήσεις αυτές, όσο περιθώριο είχαν το εξάντλησαν χαμηλώνοντας τις τιμές για να κρατήσουν ή για να προσελκύσουν πελάτες λόγω της οικονομικής τιμής του προϊόντος ή αγαθού που εμπορεύονται.

Σαν Έλληνες πρέπει να κατανοούμε την ευρηματικότητα που έχουμε στους τρόπους επιβίωσης και πρέπει να συνεργαζόμαστε όσο μπορούμε ενάντια στον εκάστοτε κοινό μας δυνάστη! Από την πλευρά μου δεν κακολογώ ούτε αντιτίθεμαι σ' αυτούς τους επιχειρηματίες. Το αντίθετο μάλιστα, αντιτίθεμαι στο πλαστικό χρήμα επί του οποίου κάποιοι άλλοι έχουν πάντα μερίδιο, και μάλιστα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό.»


Στην αντίπερα όχθη, τώρα, ο φίλος μου ο Γιάννης ο τραπεζικός πιστεύει πάντα πως η χώρα αυτή πρέπει οριστικά να γυρίσει σελίδα στο ζήτημα των συναλλαγών, και για το λόγο αυτό χρειάζεται να αποκτήσουν οι πολίτες την απαραίτητη «κουλτούρα» χρήσης πλαστικού χρήματος.

Την ίδια στιγμή, σαστισμένοι κι ανήμποροι να χαράξουν πολιτική, οι ίδιοι αυτοί πολίτες αγωνιούν για το ύψος του αφορολόγητου, ακούγοντας να τους λένε συνεχώς ότι εντός ολίγου θα μετρούν μόνο οι ηλεκτρονικές πληρωμές. Χωρίς, εν τούτοις, κι αυτές να είναι στην πράξη πάντα εφικτές.

Εν τω μεταξύ, η Πολιτεία βεβαιώνει(;) ότι από την αρχή της νέας χρονιάς θα μπει μια τάξη και θα θεσπιστούν οριστικοί κανόνες σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές. Μόνο που, φοβάμαι, σ’ αυτή τη χώρα και για τα περισσότερα από τα σημαντικά ζητήματα, η «νέα χρονιά» συνήθως αργεί να έρθει. Αν έρθει ποτέ...

Aixmi.gr