Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Το φάρμακο του σκύλου

Το τέχνασμα είναι γνωστό και το εφαρμόζουν συχνά όσοι έχουν σκύλο και βρίσκονται στην ανάγκη να του δώσουν ένα φάρμακο: απλά τοποθετούν το χάπι μέσα σε ένα μπιφτέκι (ή ό,τι άλλο μπορεί να αρέσει στον τετράποδο φίλο). Έτσι, μαζί με το εύγευστο μπιφτέκι, ο σκύλος καταπίνει εν αγνοία του και το απαραίτητο φάρμακο! Βέβαια, υπάρχει και μια πιο σατανική μέθοδος: το ίδιο το μπιφτέκι να είναι ψεύτικο, κάτι σαν άχυρο με οσμή κρέατος που ξεγελά τον πεινασμένο σκύλο…

Όσο κι αν, σε ατομικό επίπεδο, ο άνθρωπος είναι ευφυέστερος του σκύλου, σε επίπεδο μάζας η ανωτερότητά του αυτή καθίσταται αμφισβητήσιμη. Τρανότερη απόδειξη δεν υπάρχει από τη χειραγώγηση των μαζών από επιδέξιους δημαγωγούς, πόσο μάλλον όταν οι λαοί πέφτουν στην ίδια παγίδα επαναληπτικά, χωρίς η ιστορία να τους διδάσκει. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις εθνικές καταστροφές της νεότερης ιστορίας μας. Καταστροφές ενός λαού μονίμως γελασμένου κι ανεπίδεκτου μαθήσεως!

Η φοβερή οικονομική κρίση που περνά η χώρα ευλόγως επέφερε πολιτικές ανατροπές. Σημαντικότερη, η ενθρόνιση στην εξουσία των πλέον ακραίων εκ των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων. Στη συμβολική γλώσσα της εναρκτήριας αλληγορίας του κειμένου, το ψεύτικο «μπιφτέκι» που προσφέρθηκε στον αφελή «σκύλο» ήταν η υπόσχεση που αφειδώς δόθηκε στον εύπιστο λαό για σύντομη υπέρβαση της κρίσης, πράγμα που θα συνέβαινε με έναν τρόπο μαγικό, σχεδόν μεταφυσικό, για τον οποίο μικρό μόνο τμήμα του εκλογικού σώματος προβληματίστηκε. Και η καθημαγμένη από την κρίση κοινωνία κατάπιε πρόθυμα το «μπιφτέκι» αγνοώντας (ή κι αδιαφορώντας για) το υποκρυπτόμενο «φάρμακο», που εν προκειμένω αντιπροσωπεύει συμβολικά ένα σύνολο πολιτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες αμφίβολο είναι ότι η κοινωνία αυτή ήταν επαρκώς προϊδεασμένη…

Η τελευταία εκλογική αναμέτρηση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος που τοποθετεί την ιδεολογία υπεράνω της πατρίδας (έννοια που ούτως ή άλλως απεχθάνεται). Επικυρίαρχο ρόλο στο καθεστώς διαδραματίζει μια σφριγηλά δομημένη ομάδα ουτοπιστών που πιστεύουν ότι μπορούν από μόνοι τους να ξεκινήσουν μια παγκόσμια επανάσταση που θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας! Σε ό,τι αφορά την ίδια την ιδεολογία, θα λέγαμε ότι δομείται πάνω σε έναν πολύ συγκεκριμένο άξονα: το όραμα μιας αταξικής κοινωνίας.

Η λέξη «τάξη» δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί εδώ με στενά οικονομικούς όρους. Σημαίνει, γενικά, το αποτέλεσμα κάθε διαδικασίας η οποία επιφέρει διαχωρισμούς που οδηγούν σε κάποιας μορφής κοινωνική διαστρωμάτωση. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, η ισότητα των ανθρώπων θεωρείται ότι επιτυγχάνεται όχι με τη θέσπιση κανόνων που διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες σε όλους και δίνουν τη δυνατότητα στους αρίστους να διακριθούν, αλλά μέσω μιας αναγκαστικής ισοπέδωσης που οδηγεί στην απόλυτη ομοιομορφία υπό το πρόσχημα της «δικαιοσύνης»!

Οι πρώτες κινήσεις της νέας εξουσίας μαρτυρούν την κυρίαρχη φιλοσοφία της. Ας δούμε, ενδεικτικά και επιγραμματικά, κάποια από τα διαφαινόμενα χαρακτηριστικά της:

1. Ο εξοβελισμός της αριστείας από το εκπαιδευτικό σύστημα, αφού «η αριστεία είναι ρετσινιά… είναι μια στρεβλή φιλοδοξία»(!). Κατά τη νέα αντίληψη εξουσίας, η ιδέα της αριστείας οδηγεί στο διαχωρισμό των μαθητών σε «αρίστους» και «μη αρίστους», πράγμα που αντίκειται στο αταξικό (με τη γενική έννοια του όρου) δόγμα.

2. Η de jure εξίσωση του φοιτητή με τον ακαδημαϊκό δάσκαλο, επιτρέποντας στον πρώτο να συναποφασίζει με τον δεύτερο για ζητήματα που αφορούν τη διοίκηση του πανεπιστημίου. Προφανώς, η «ξενόφερτη» ιδέα του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων μαθητή και δασκάλου αντιβαίνει στις αρχές του ακαδημαϊκού ισοπεδωτισμού!

3. Η προκλητική ανεκτικότητα και σκανδαλώδης παραχωρητικότητα σε περιθωριακές ομάδες που προσπαθούν να επιβάλουν δια της βίας τον «αναρχικό» μετασχηματισμό της κοινωνίας. Θα λέγαμε ότι η εξουσία δίνει την εντύπωση πως βλέπει στα (νομίμως, πλέον, επικαλυπτόμενα!) πρόσωπά τους έναν άτυπο στρατό στην υπηρεσία του καθεστώτος.

4. Η εξίσου σκανδαλώδης επιείκεια – έως και κατανόηση – προς τους ενεχόμενους σε πράξεις δολοφονικής τρομοκρατίας. Μάλιστα, η ίδια η χρήση του όρου «τρομοκρατία» δεν είναι αποδεκτή από μια σημαντική μειοψηφία του κυβερνώντος χώρου, η οποία αντιμετωπίζει τους τρομοκράτες-δολοφόνους ως περίπου μαχητές της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης!

5. Η εθνικά επικίνδυνη πολιτική στο ζήτημα των παράτυπων «μεταναστών», με βάση μια ουτοπική ιδεολογία ανοικτών συνόρων για όλους (αφού, στη λογική των κυβερνώντων, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «Έλληνες» και «μη Έλληνες» είναι τεχνητός και ασύμβατος με το ιδεώδες του «προοδευτικού ανθρωπισμού»).

6. Η αυτο-υπονομευτική, για την ίδια την εξουσία, χαλαρότητα απέναντι στην άρνηση υπακοής στους νόμους. Εξ άλλου, οι όροι «νόμος» και «τάξη» ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλείς στον πολιτικό χώρο των νυν κυβερνώντων, αφού ενεργοποιούν βαθιά ριζωμένα μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Ο νόμος υπάρχει για να διατηρεί ή να επιβάλλει την τάξη, και η τάξη είναι ό,τι ακριβώς αντιμάχεται η πολιτική φιλοσοφία του χώρου!

Το «φάρμακο του σκύλου», λοιπόν, που το κατάπιε αμάσητο ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος τη στιγμή που μασούσε με βουλιμία τις αμέτρητες σαγηνευτικές – πλην ανεδαφικές – προεκλογικές υποσχέσεις, δεν είναι άλλο από τη βαθύτερη και λιγότερο ευδιάκριτη πολιτική ατζέντα αυτής της κυβέρνησης. Μια ατζέντα που προσβλέπει στον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με τρόπους και σε κατευθύνσεις που η τελευταία είναι αμφίβολο ότι είναι πρόθυμη, τελικά, να αποδεχθεί.

Οι Έλληνες, αν και στη μεγάλη πλειοψηφία τους απεχθάνονται τον κυνικό δαρβινισμό του νεοφιλελευθερισμού, εξακολουθούν να πιστεύουν στον υγιή ανταγωνισμό και στο δικαίωμα στη διάκριση ως αποτέλεσμα ικανοτήτων και μόχθου. Ειδικά, οι μαθητές που αντιμετωπίζουν με μέγιστη σοβαρότητα τις σπουδές τους δικαιούνται να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους, φέροντας τον τιμητικό τίτλο του αρίστου και απολαμβάνοντας τα ανάλογα προνόμια.

Αν και ουδέποτε υπήρξαν ρατσιστές, οι Έλληνες απαιτούν να μη μετατραπούν de facto σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας μέσα στην ίδια τους τη χώρα, σε τρομαγμένα ανθρωπάκια που αποφεύγουν να κυκλοφορούν στους δρόμους μόλις κρυφτεί ο ήλιος, σε εύκολα κι απροστάτευτα θύματα εγκληματιών που εισέρχονται στη χώρα όχι ως κυνηγημένοι από αυταρχικά καθεστώτα (αυτούς τους τιμούμε απόλυτα!) αλλά ως τυχοδιώκτες. Κι αυτοί που έχασαν το προνόμιο μιας στέγης, με αποτέλεσμα να κοιμούνται στους δρόμους, αξιώνουν να τύχουν ανάλογης κρατικής μέριμνας κι ευαισθησίας με τους μετανάστες.

Οι Έλληνες απαιτούν ισονομία χωρίς προνομιακές διακρίσεις. Το να φοράς κουκούλα δεν σε καθιστά «περισσότερο πολίτη» σε σχέση με αυτούς που δεν τη φορούν (το αντίθετο, θα έλεγα!), ούτε σου εξασφαλίζει κατ’ εξαίρεση το δικαίωμα στην ασυδοσία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να κατακαίς ελεύθερα τις περιουσίες των συνανθρώπων σου και να καταστρέφεις τις ζωές τους. Επί πλέον, το να έχεις διαπράξει κακουργήματα δεν θα πρέπει να είναι ικανή (για να μην πω και αναγκαία) συνθήκη ώστε να απολαύσεις την κρατική στοργή και το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία!

Οι Έλληνες, τέλος, δεν επιθυμούν να γίνουν μια αταξική, αλλά μια (επιτέλους!) ευνομούμενη κοινωνία. Τον ρόλο της εξουσίας δεν τον βλέπουν ως μηχανισμό ισοπέδωσης που στοχεύει στην απόλυτη ομοιομορφία των ανθρώπων (λες και είναι ομοιώματα!) αλλά ως θεματοφύλακα των ίσων δικαιωμάτων και ίσων ευκαιριών. Διεκδικούν το δικαίωμα στη διάκριση των κατά τεκμήριο αρίστων, με βάση θεσπισμένους κανόνες και έντιμες διαδικασίες αξιολόγησης.

Όσο για το «μπιφτέκι του σκύλου», αυτό φοβάμαι θα αργήσει στ’ αλήθεια να ψηθεί, αφού μαγικές συνταγές, τελικά, δεν υπάρχουν! Απαιτείται απ’ όλους μας σκληρή δουλειά, υπομονή και, πάνω απ’ όλα, κοινωνική αλληλεγγύη. Κι αυτές τις αρετές κανένα πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να τις επιβάλει. Εμείς μόνο μπορούμε να τις ανακαλύψουμε μέσα μας. Όπως ο ευφυής σκύλος μου ανακάλυπτε πάντα το κρυμμένο χάπι στο μπιφτέκι!

Aixmi.gr