Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

“Dheepan”: Μετανάστευση και κινηματογραφική ποίηση

Νέα ταινία - Κριτική

Ξεκινώντας την κριτική μας για την υπέροχη ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν, «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο», είχαμε γράψει πριν χρόνια στο «Βήμα»:

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το “happy ending” είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η «Πολίτικη Κουζίνα»!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις...

Δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε κάτι λιγότερο για την ταινία του Ζακ Οντιάρ, «Dheepan – Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα» (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών, 2015). Το θέμα – η μετανάστευση από εμπόλεμες περιοχές του Τρίτου Κόσμου προς την Ευρώπη – είναι τόσο «ζεστό» ώστε το έργο σχεδόν αποκτά το χαρακτήρα επίκαιρου ντοκιμαντέρ. Ας δούμε σε συντομία την υπόθεση:

Ο Ντιπάν είναι μαχητής των «Τίγρεων του Ταμίλ» στον εμφύλιο πόλεμο της Σρι Λάνκα. Ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του και η ήττα των επαναστατών είναι προδιαγεγραμμένη. Ο Ντιπάν, που έχασε ολόκληρη την οικογένειά του στον πόλεμο, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη χώρα παίρνοντας μαζί του δύο άγνωστα πρόσωπα – μια γυναίκα κι ένα μικρό κορίτσι, επίσης άγνωστες μεταξύ τους – με την ελπίδα ότι, παριστάνοντας πως είναι οικογένεια, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτούς να ζητήσουν άσυλο κάπου στην Ευρώπη. Φτάνοντας στο Παρίσι, η «οικογένεια» αναζητεί προσωρινή κατοικία ενώ ο Ντιπάν, για λόγους επιβίωσης, πουλά μικροαντικείμενα κάτω από τη μύτη της αστυνομίας, ώσπου τελικά βρίσκει μόνιμη δουλειά σαν επιστάτης σε ένα κτιριακό συγκρότημα κάπου στα προάστια της πόλης. Αν και το μέρος είναι άθλιο και, επιπλέον, είναι άντρο παράνομων δραστηριοτήτων, ο Ντιπάν εργάζεται σκληρά για να φτιάξει μια νέα ζωή γι’ αυτόν και την «οικογένειά» του. Όμως, η βία που συναντά καθημερινά ανοίγει ξανά τα ψυχικά τραύματα του πολέμου, φέρνοντας στην επιφάνεια τα άγρια ένστικτα του πολεμιστή όταν ο ήρωας αναγκαστεί να προστατέψει αυτούς που αγαπά και που ελπίζει να γίνουν αληθινή του οικογένεια...

Η δεξιοτεχνία της αφήγησης έγκειται στη θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο σκληρό ρεαλισμό του θέματος και στην κινηματογραφική ποίηση που διαπερνά το έργο απ’ την αρχή ως το τέλος του, αναδεικνύοντας τις πιο όμορφες πτυχές που (μπορεί να) κρύβει η ανθρώπινη φύση ακόμα και μέσα στις πλέον απάνθρωπες συνθήκες επιβίωσης. Και η αφήγηση αυτή αποφεύγει επιδέξια την παγίδα του γλυκερού και τον πειρασμό της αγιογράφησης ή της δαιμονοποίησης των χαρακτήρων, πράγμα που θα μπορούσε να υπονομεύσει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Οι ήρωες δεν είναι a priori «καλοί»: ανακαλύπτουν κι οι ίδιοι, μπροστά στα μάτια του θεατή, το καλό που κρύβουν μέσα τους και εξελίσσονται, έτσι, ως άνθρωποι. Κι αυτή η διαδικασία ηθικής ανύψωσης είναι που κάνει τον κινηματογράφο να φαίνεται τόσο, μα τόσο ωραίος ως τέχνη!

Κλείνουμε με τον επίλογο του άρθρου μας για το «Κιλιμάντζαρο», που βρίσκουμε πως ταιριάζει κι εδώ απόλυτα:

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση τη συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...

Aixmi.gr

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Σκέψεις στον απόηχο ενός μαζικού εγκλήματος…

Λίγες σκέψεις, «ατάκτως ερριμμένες», μετά τη μεγάλη τραγωδία που σκέπασε τον ουρανό της Ευρώπης και απειλεί να θέσει σε δοκιμασία την παγκόσμια ειρήνη...

  • Σέβομαι το δικαίωμα στη διαφορετικότητα στο βαθμό που δεν αμφισβητείται από τους φορείς της το αντίστοιχο δικό μου. Αν κάποιος πιστεύει ότι είμαι άξιος της ποινής του θανάτου επειδή η καταγωγή μου, οι πεποιθήσεις μου ή ο τρόπος ζωής μου διαφέρουν από εκείνου, δεν τον σέβομαι: με τις μικρές μου δυνάμεις τον πολεμώ!

  • Ο φόβος είναι φυσική εκδήλωση του ένστικτου αυτοσυντήρησης, όχι τεκμήριο κοινωνικών φρονημάτων. Αν κάποιος δεν θέλει να τον φοβάμαι – και, ως εκ τούτου, να λαμβάνω μέτρα για την αντιμετώπισή του – ας συμπεριφέρεται με τρόπους που δεν τον καταγράφουν στη συνείδησή μου ως απειλή. Κατά τα άλλα, ο φόβος είναι «κακό» πράγμα μόνο ως ατομική εκδήλωση υποκείμενης νεύρωσης, και είναι αντικείμενο ευθύνης των ψυχιάτρων, όχι των κοινωνιολόγων ή των πολιτικών αναλυτών!

  • Είναι υποκριτικά τα δάκρυα και τα αναθέματα για ένα έγκλημα όταν έχεις προσφέρει κατανόηση, ανοχή και πολιτική στέγη σε αυτούς που προπαγανδίζουν το «δίκαιο» όσων το διαπράττουν, ενώ έχεις υποθάλψει κι εκείνους που επιχειρούν να μιμηθούν – στο μέτρο του δυνατού γι’ αυτούς – τις πρακτικές των εγκληματιών.

  • Είναι εξίσου υποκριτικό το να ζητάς από κακοπληρωμένους δημόσιους λειτουργούς να προστατέψουν με την ίδια τους τη ζωή μια χώρα από το έγκλημα, όταν επί μακρόν τους έχεις διασύρει, καθυβρίσει και κατασυκοφαντήσει, «χαϊδεύοντας» παράλληλα, λόγω και έργω, τους κάθε λογής εγκληματίες (εξαιρουμένων, ασφαλώς, των ιδεολογικών σου αντιπάλων...).

  • Το να γκρεμίζεις, λόγω ιδεολογίας, τους φράκτες και να καταργείς τα σύνορα δεν σε απαλλάσσει από την αυτονόητη υποχρέωση να ελέγχεις σχολαστικά και να επιλέγεις με αυστηρά κριτήρια αυτούς στους οποίους παραχωρείς δικαίωμα εισόδου στο «αμπέλι». Αν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να το κάνεις, μη διαμαρτύρεσαι για τυχόν εξωθεσμικές υποκαταστάσεις της νόμιμης εξουσίας σου!

  • Ένα έγκλημα είναι έγκλημα. Η λογική των συμψηφισμών, των «υποσημειώσεων» και των «ναι μεν, αλλά» (πόσο μάλλον αν αφορούν ανθρώπινες ζωές και συνοδεύονται από υποκρυπτόμενη χαιρεκακία...) παρέχει στους εγκληματίες το πλεονέκτημα της κατανόησης, αν όχι αυτό της ηθικής δικαίωσης. Και, ας είμαστε προσεκτικοί: Η γραμμή που διαχωρίζει την ερμηνεία και την ανάλυση των αιτίων ενός εγκλήματος από τη δικαιολόγηση του ίδιου του εγκλήματος, είναι λεπτή και εύκολα ξεπερνιέται!

  • Όταν σου κηρύσσουν τον πόλεμο – έναν πόλεμο, μάλιστα, ύπουλο, χωρίς όρια και κανόνες – δεν αρκείσαι σε δακρύβρεχτα μηνύματα, σε άνθη και μουσικές πάνω από τα φρέσκα ίχνη του αίματος των αθώων... Δεν εξαντλείς την αγανάκτησή σου σε κοινότοπες κι ανούσιες δηλώσεις αποτροπιασμού για τη μαζική κτηνωδία... Δεν πανικοβάλλεσαι στη σκέψη και μόνο ότι η ασύδοτη και ξεχαρβαλωμένη κοινωνία μας, που αυτάρεσκα αυτοπροσδιορίζεται ως «δημοκρατική», θα απαιτηθεί για την ίδια της την προστασία κι επιβίωση να γίνει κάπως λιγότερο ξεχαρβαλωμένη κι ασύδοτη...

  • Τα «τέρατα», όσο αποκρουστική κι αν είναι η μορφή τους, τρέφονται συχνά και θεριεύουν από τα ίδια μας τα σφάλματα. Αν απεμπολήσουμε το ιερό δικαίωμα στην εθνική αυτοσυντήρηση από το φόβο της άδικης μομφής για δήθεν ιδεολογική συνταύτιση με τα τέρατα, το μόνο που θα πετύχουμε είναι να επιτρέψουμε στα τελευταία να εξακολουθήσουν να μονοπωλούν το ρόλο του προστάτη της ζωής και της ασφάλειάς μας!

  • Υποσημείωση: Δεν υπάρχουν «καλά» και «κακά» τέρατα. Υπάρχουν μόνο τέρατα που δολοφονούν, άσχετα αν η στόχευσή τους είναι συμβατή ή όχι με την ιδεολογία του καθενός μας. Ο αστυνομικός-δολοφόνος του 2008, κι αυτοί που έκαψαν τη Marfin το 2010, είναι τέρατα φτιαγμένα από το ίδιο υλικό. Είτε αρέσει αυτό σε κάποιους, είτε όχι...

  • Αναγνωρίζω το δικαίωμα κάποιων να μου επικολλήσουν την συνήθη, εύκολη ετικέτα του «οπισθοδρομικού», του «ρατσιστή» ή του «φασίστα». Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι, ως ανταπόδοση, αναγνωρίζουν κι εκείνοι σ’ εμένα το δικαίωμα να συνεχίσω να μιλώ ελεύθερα, δίχως να φοβάμαι μη λερώσουν με δύσοσμες εκκρίσεις τις λέξεις μου! (Έχω πικρή πείρα, εδώ και αλλού...)

Υστερόγραφο: Ζητώ συγνώμη αν κούρασα με τον πιο πάνω δεκάλογο. Ως ψυχικό αντιστάθμισμα, προτείνω στον αναγνώστη τον υπέροχο «Δεκάλογο» του Κισλόφσκι. Εκεί, τουλάχιστον, υπάρχει πάντα στο τέλος κάποια υποψία ελπίδας...