Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Ο «δικηγόρος του διαβόλου» για τους δημόσιους λειτουργούς

Στις 20 Ιανουαρίου του 1942, στο Wannsee, κοντά στο Βερολίνο, πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο υπό την προεδρία του Ράινχαρντ Χάιντριχ, τότε επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας των S.S. Αντικείμενο: ο σχεδιασμός της «τελικής λύσης» στο «εβραϊκό πρόβλημα». Το ποια ήταν η προκριθείσα «λύση», το γνωρίζουμε ήδη καλά…

Οι Ναζί ήταν μετρ στην προπαγάνδα μίσους. Στο διαβόητο ντοκιμαντέρ “Der Ewige Jude” παρουσιάζουν τους Εβραίους σαν «παράσιτα» που ζουν εις βάρος των πολιτών της χώρας, χωρίς να εργάζονται και να παράγουν προς όφελος της κοινωνίας. Τους εμφανίζουν ανήθικους και αδίστακτους, και τους παρομοιάζουν με κοινωνική πανώλη. Το τελικό ερώτημα που προκύπτει, «οφείλουμε να εξολοθρεύουμε τέτοια παράσιτα;», έχει μάλλον ρητορικό χαρακτήρα. Η απάντησή του στην πράξη, όμως, οδήγησε σε μια μαζική δολοφονία έξι εκατομμυρίων…

Κάνουμε ένα άλμα στο χρόνο, ουδόλως ισχυριζόμενοι, ασφαλώς, ότι τα μεγέθη είναι συγκρίσιμα… Στις 7-9-2011, μια αμετροεπής και αψυχολόγητη δήλωση του τότε υπουργού Υγείας Ανδρέα Λοβέρδου στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, σηματοδότησε μια ολομέτωπη επίθεση κατά του συνόλου των δημοσίων λειτουργών της χώρας:

«Το 1 εκατομμύριο υπάλληλοι που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια με τη βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο.»

Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν κορυφαίο εκπρόσωπο ενός κομματικού συστήματος που φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη δημιουργία του κράτους-τέρατος που γνωρίζουμε. Και, όσο κι αν θα ήθελα να αποφύγω τη δίκη προθέσεων, δεν μπορώ να μη διακρίνω πολιτικό δόλο στη δήλωση του πρώην υπουργού. Ήταν η εποχή που η τότε κυβέρνηση θα έπρεπε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για επερχόμενες δραματικές αλλαγές σε έναν δημόσιο τομέα που αποτελούσε κομματικό δημιούργημα και σταθερή εκλογική «πελατεία» της. Και, ο αποτελεσματικότερος τρόπος να θίξεις ή ακόμα και να θυσιάσεις κάποιους χωρίς να συναντήσεις αντιδράσεις, είναι να φροντίσεις πρώτα με κάποιον τρόπο να τους δαιμονοποιήσεις. Η μέθοδος είναι παλιά και αποτελεσματική: την είχαν ήδη δοκιμάσει οι Ναζί πριν ξεκινήσουν το Ολοκαύτωμα!

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε, στο σημείο αυτό, τον ολιστικά ισοπεδωτικό χαρακτήρα της δήλωσης ενός επαγγελματία της ακριβολογίας: Ουδεμία διάκριση γίνεται ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς» δημόσιους λειτουργούς, υπονοώντας, εμφανώς, ότι η πρώτη κατηγορία είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτη!

Η περιβόητη πολιτική δήλωση ήρθε να ενισχύσει έναν εκκολαπτόμενο κοινωνικό κανιβαλισμό εις βάρος όλων, ανεξαιρέτως, των εργαζομένων στο Δημόσιο. Οχετοί ύβρεων εναντίον τους κατακλύζουν έκτοτε ασταμάτητα το Διαδίκτυο, ενώ ένα ρεύμα χαιρεκακίας άρχισε να απλώνεται μόλις έγινε γνωστή η επικείμενη κατάργηση κρατικών θέσεων εργασίας και η διαφαινόμενη (ίσως και με οριζόντιο τρόπο) εξώθηση χιλιάδων ανθρώπων στην ανεργία.

Το κόλπο γκρόσο της εξουσίας πέτυχε απόλυτα: Κατάφερε να στρέψει την οργή και το ανάθεμα της κοινωνίας στην κατεύθυνση μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, στην οποία αποδόθηκε η αποκλειστική ευθύνη για την οικονομική (αν όχι και την εν γένει αξιακή) κατάρρευση της χώρας!

Εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε: Ο δημόσιος τομέας, πράγματι, βρίθει παθογενειών. Φαινόμενα διαφθοράς όντως αφθονούν, και εκφράσεις όπως «τεμπέληδες», «άχρηστοι», «κηφήνες», κλπ., που αδίκως ακούγονται για το σύνολο των εργαζομένων, ισχύουν, εν τούτοις, για μια ουχί ευκαταφρόνητη μειοψηφία τους. Επιπλέον, το δημόσιο είναι ο χώρος όπου εκκολάφθηκε το νοσηρό φαινόμενο του κομματικού συνδικαλισμού και εκτράφηκαν οι συντεχνίες των εκβιαστών δικτατόρων που τυράννησαν επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία – ιδιαίτερα, μάλιστα, τα πλέον αδύναμα και μη-προνομιούχα στρώματά της.

Όμως, όπως μερικοί αδίστακτοι Εβραίοι τοκογλύφοι δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν το καθολικό αντισημιτικό ρατσιστικό μένος των Ναζί που οδήγησε στο φρικτότερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας, έτσι και οι όποιες (αναντίρρητα υπαρκτές) παθογένειες του δημόσιου τομέα δεν δικαιολογούν την απαξίωση, τον χλευασμό και την καθύβριση του συνόλου των δημοσίων λειτουργών από μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Συγγενείς μου, απόφοιτοι Πολυτεχνείου και έμπειροι μηχανικοί με πολυετή προϋπηρεσία, εργάζονται συχνά ως τη νύχτα, παίρνοντας δουλειά ακόμα και στο σπίτι, χωρίς ένα ευρώ υπερωρία, χωρίς πρόσθετες αμοιβές για ταξίδια που συχνά-πυκνά κάνουν για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Και, όλοι μας βρεθήκαμε κάποτε σε δημόσιες υπηρεσίες και αντικρίσαμε με δέος τις ατέλειωτες ουρές, ακούσαμε τα οργισμένα αναθέματα των πολιτών κατά πάντων, και θαυμάσαμε την υπομονή και την αντοχή των εργαζομένων – συχνά, μάλιστα, και την ανθρωπιά τους!

Και, επειδή διαβάζω συχνά (ακόμα και σε κείμενα αξιόλογων αρθρογράφων εδώ στο Aixmi.gr) το ηθικολογικό ρητορικό ερώτημα: «γιατί να λυπηθούμε τους δημόσιους λειτουργούς που θα χάσουν τη δουλειά τους, ενώ υπάρχει τόση ανεργία στον ιδιωτικό τομέα;», θα απαντήσω κι εγώ με όρους ηθικής και όχι οικονομικού πραγματισμού: Αναλογίζεται κανείς, π.χ., πόσοι άνεργοι νέοι συντηρούνται από τον μισθό ενός γονιού που εργάζεται στο δημόσιο; Πόσοι/πόσες σύζυγοι χωρίς δουλειά, από τον μισθό του/της συντρόφου;

Ο δημόσιος τομέας, λοιπόν, πράγματι χρειάζεται νοικοκύρεμα, εξορθολογισμό και εκσυγχρονισμό. Τόσο για λόγους οικονομίας, όσο και λειτουργικότητας, όπως επιβάλλουν οι πραγματικότητες των καιρών. Και, στη δύσκολη και οδυνηρή πορεία προς την εξυγίανση, είναι βέβαιο ότι, ανάμεσα στις αναγκαίες ανθρωποθυσίες, κάποιοι θα θυσιαστούν άδικα. Ας τους αφήσουμε, τουλάχιστον, να φύγουν με το κεφάλι ψηλά και με ένα αίσθημα αξιοπρέπειας. Κάτι που δικαιούνται ακόμα και οι χειρότεροι εγκληματίες πριν από την εκτέλεση…

Aixmi.gr

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΒΗΜΑ - A conceptual approach to racism

There is a lot of discussion in Greece these days concerning the necessity for a new anti-racist law. It should be stated from the start that such a law is required both for moral reasons and for reasons of compliance with European law. However, to approach the subject of racism objectively one must first seek a precise definition of the concept itself. In other words, a conceptual clarification of racism is necessary before the judicial system may issue undisputed verdicts concerning allegedly racist behavior.
This article attempts a conceptual approach to racism. It is based on ideas published previously by this author in Greek newspapers and electronic journals (see, e.g., [1, 2]).
As a matter of fact, no precise and generally accepted definition of the concept of racism seems to exist. The concept is usually defined in reference to certain discriminatory behaviors on the basis of, e.g., racial, national, religious, cultural, etc., characteristics. This conceptual fragmentation, although useful for the study of particular aspects of the problem, leaves a feeling of incompleteness to those seeking a more general definition, one which would encompass the diversity of behaviors characterized as “racist”. As a first step towards such a definition, we propose the following:
Racism is any ideology or practice that aims at a selective discrimination against a group of people, members of a society, on the basis of a set of common characteristics that each member of the group carries involuntarily, which characteristics, objectively, do not affect the participation of the group members in the fundamental functions of the society. (By “fundamental functions” we mean the totality of actions necessary for the self-preservation and the progress of the society according to commonly accepted standards and goals.)
We note three fundamental conditions assumed in this definition:
1. Racism singles out certain people for negative treatment; thus, it places these people at an inferior status relative to the rest of the society.
2. The common characteristics due to which the group members suffer discriminationare not a result of the members’ own choice.
3. These characteristics do not constitute inhibiting factors for participation in the society.
Let us illustrate this definition by means of some examples:
1. The Nazi persecutions against the Jews were racist since they were based on an involuntary property – race – which, objectively, could not affect the participation of Jews to the economic, cultural, political, etc., life of Germany.
2. The exclusion of a player 1.50 m. tall from a basketball team (the “society” in this example) is not racist. Although height is not a chosen property, it may nevertheless affect the capability of the player to positively contribute to the function of the team. Similarly, the exclusion of a white actor from a play portraying the life of an all-black community is not racist. Although color is not a property of the actor’s own choice, it is a preventing factor for her participation in this play. On the other hand, the exclusion of a person from public office in this person’s country (a different “society”, with different needs and goals) because of height or color is racist since these properties are irrelevant to one’s tasks in that position.
3. Similarly, the exclusion of a person from an academic position or from promotion in a company because of this person’s sex is racist. In general, any racist discrimination on the basis of sex is referred to by the term “sexism”.
4. Heavy smokers sometimes claim that the prohibition of their habit in public places is “racist”. On the basis of our definition, this is untrue, for two reasons: First, smoking is adeliberate act (something one chooses to do). Second, this act is potentially harmful even for “passive smokers”, i.e., non-smoking people in the vicinity of an “active” smoker. Thus, exercising the habit of smoking in public places makes the smoker “anti-social” and justifies the necessity for anti-smoking laws.
An issue of increasing interest is racism on the basis of culture (as opposed to race): Should we regard as racist the unwillingness of a society to accept immigrants from countries with different cultural characteristics?
Naturally, every immigrant carries the distinctive elements of the culture within which his (or her) personality was built from the beginning of his life. Thus, such characteristics may not be regarded as voluntarily chosen. On the other hand, integration into a new society requires a degree of adaptation to a set of institutions, some of which may not be compatible with the immigrant’s cultural origins. As an example, the trend to take the law into one’s hand for reasons of honor may be tolerated in certain societies while it is unacceptable in any civilized society. The question is, therefore, whether the immigrant is willing to give up a part of what he considers as “lawful” in order to conform to the rules of his new homeland. This adaptation is, of course, a matter of choice!
So, whether the reluctance of a society to accept certain immigrants constitutes or not racist behavior depends on the degree of adaptation of these immigrants to the standards of the society, as well as on the sense of justice of this society in recognizing this adaptation when it happens. The absence of such a sense of justice as a result of deeply rooted prejudice may indeed be regarded as racist.
I leave it to the reader to judge whether or not the following cases constitute manifestations of racism – at least, according to our more general definition of this concept – thus whether or not the author of an anti-racist law should anticipate them:
1. The scornful attitude toward those who are not endowed by Nature with a “beautiful” appearance according to a society’s aesthetic criteria.
2. A similar behavior toward handicapped people.
3. The almost caricature-like representation of a woman who dares to claim a position in a traditional men’s job.
4. The snobbish attitude of “intellectuals” toward those that haven’t had the privilege of a proper education.
5. The “condemnation” to death of a helpless elderly person by a powerful burglar who considers that his body strength gives him the right to decide on life or death of the weak. (We note, in this connection, the dramatic increase of crime rate in this country due to illegal immigration, which explains the alleged “racism” exhibited by a part of the Greek population.)
6. The crime of rape (again, an exercise of an assumed “right” of the strong to force themselves on the weak), one of the most appalling of “human” perversions.
I close this article with a remark on the penalization of the denial (I do not refer to thepraise!) of crimes of genocide. This almost hypochondriac idea mainly represents a German patent of atonement and redemption from guilt for the horrible Holocaust of more than six million. I can hardly comprehend its rationale, however, with regard to the Greek society, a society that experienced the horrors of nazi atrocities including those in concentration camps! (The fact that this society developed xenophobic sentiment in recent years – and let me note here that one should not confuse xenophobia with racism [2] – is mainly due to the behavior of those who didn’t respect the hospitality this country offered them.)
So, praising mass murder is certainly an unlawful act since it encourages a recurrence of the crime. Simply denying the historically proven fact of this crime, however, should not be a matter of concern to the law in a democratic society with guaranteed freedom of speech. Rather, it should be regarded as a clinical case for the psychiatrist!
[1] C. J. Papachristou, Racism: A conceptual approach to a tag (in Greek)(http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=499930).
[2] C. J. Papachristou, Some thoughts on the anti-racist law (in Greek)(http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=514397).

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Η τραγική ειρωνεία της αλαζονείας…

Ως παιδαγωγός, συχνά αντικρίζω το λειτούργημά μου με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μία, η σχετική αθωότητα της εύπλαστης, ακόμα, συνειδητότητας των μαθητών μου. Από την άλλη, η υπερφίαλη συμπεριφορά κάποιων «δασκάλων», χάρις στην οποία κέρδισαν επάξια τα εισαγωγικά στο όνομα του λειτουργήματός τους στο δρόμο για την κατάκτηση ακαδημαϊκών αξιωμάτων. Και να θέλεις, δεν μπορείς να τους αποφύγεις: τους συναντάς παντού. Ακόμα και μέσα στο ίδιο μου το γραφείο – αφού, δικαίως ή αδίκως, δεν προτίθεμαι να εξαιρέσω τον εαυτό μου από την κριτική! Αλλά, για εμάς τους «δασκάλους» θα τα πούμε αργότερα…

Κάποτε πίστευα ότι η αλαζονεία και η αχαριστία – με αυτή τη σειρά φθίνουσας σπουδαιότητας – είναι τα μεγαλύτερα ανθρώπινα αμαρτήματα. Σήμερα έχω δεύτερες σκέψεις γι’ αυτή τη σειρά αξιολογικής κατάταξης. Ο λόγος είναι πως, με την πείρα που αποκτώ από τη ζωή, αρχίζω να διακρίνω ένα κάποιο ελαφρυντικό στην αλαζονεία: Εξ ορισμού ανώριμη συμπεριφορά, αγνοεί την ίδια της την εγγενή τραγικότητα που παραμονεύει χαμογελώντας ειρωνικά. Ναι, τον αλαζονικό άνθρωπο πρέπει, τελικά, να τον λυπάται κανείς περισσότερο απ’ ό,τι τον μισεί! Θα κάνω μια προσπάθεια να εξηγήσω γιατί…

Από την άποψη της αισθητικής της συμπεριφοράς, η αλαζονεία ανήκει στα απεχθέστερα των ανθρωπίνων ελαττωμάτων. Από καθαρά φιλοσοφική άποψη, όμως, θα την κατέτασσα στα τραγικότερα. Η τραγικότητά της οφείλεται στην άγνοια του ανθρώπου για το πεπερασμένο της ύπαρξής του. Και η (συχνά αιφνίδια) συνειδητοποίηση αυτού του πεπερασμένου είναι μία από τις ειρωνικότερες εκφάνσεις της ζωής. Μια μακάβρια φάρσα της που καταργεί τις αφελείς βεβαιότητές μας…

Μια πρόσφατη εμπειρία εξάλειψε και τα τελευταία ίχνη από τις δικές μου (ούτως ή άλλως ελάχιστες) βεβαιότητες. Όλα ξεκίνησαν με την αρρώστια ενός γνωστού. Εξαιρετικός δάσκαλος και άνθρωπος, μα δεινός καπνιστής, δυστυχώς… Στο πλευρό του προσέτρεξε πρόθυμα και με μεγάλη ανθρωπιά η πρώην σύζυγός του, η οποία επί ένα χρόνο, περίπου, μου μετέφερε τις εμπειρίες της από μονάδες ημερήσιας θεραπείας νοσοκομείων. Σταχυολογώ κάποιες από τις εικόνες που μου περιέγραψε, προειδοποιώντας τον αναγνώστη ότι η ανάγνωση από το σημείο αυτό δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε ευχάριστη:

* Ένα μικρό παιδί (είναι–δεν είναι τριών) σταμάτησε να κλαίει και τώρα χαμογελά με όλη τη δύναμη της παιδικής του αθωότητας! Πριν λίγο βγήκε απ’ το χεράκι του η βελόνα με το σκιαγραφικό, και τώρα περιμένει τις καραμέλες που του υποσχέθηκαν. Για να υπομείνει τις ακτινοβολίες, του είπαν πως θα το βγάλουν φωτογραφία, να τη στείλουν στη γιαγιά και τον παππού…

* Συμφοιτητής της κόρης της πρώην συζύγου (παιδί στα είκοσι-τόσα του) περιμένει στην ουρά, να πάρει το φάρμακο για τη θεραπεία του. Παίρνοντας το μπουκάλι στα χέρια του, βρίσκει το κουράγιο να κάνει χιούμορ απευθυνόμενος σ’ αυτό: «Θεραπειούλα μου!» Έφυγε λίγους μήνες μετά…

* Σ’ ένα κρεβάτι της μονάδας, ένας νεαρός γύρω στα 25 δέχεται τη φροντίδα μιας νοσοκόμας. Βρίσκεται εκεί για την προγραμματισμένη θεραπεία του. Πριν έξι μήνες έχασε τη μητέρα του από την ίδια αρρώστια. Το ίδιο και τον πατέρα του, πριν δύο χρόνια. Βρίσκει τη δύναμη και χαμογελάει, εκπέμποντας μια υποψία αισιοδοξίας. Στο πρόσωπό του διαγράφεται το αίσθημα ευγνωμοσύνης για τη ζωή που του χαρίζει ακόμα την ελπίδα να παλεύει. Δεν γνωρίζω τη συνέχεια…

* Σε ένα άλλο κρεβάτι βρίσκεται μια νέα κοπέλα. Καθισμένη πλάι της, τη φροντίζει η μητέρα της. Είχε κι εκείνη αρρωστήσει παλιότερα. Και πριν ένα χρόνο έχασε την άλλη κόρη της. Τώρα φοβάται γι’ αυτήν που της απόμεινε. Επίσης αγνοώ τη συνέχεια…

* Μια εικόνα που προκαλεί μελαγχολία: Ένας νέος άντρας, κάτι παραπάνω από 30. Μόνος, δεν τον συνοδεύει κανείς. Με το ελεύθερο χέρι (στο άλλο είναι η βελόνα) κρατάει ένα κινητό τηλέφωνο και, με φανερό άγχος, δίνει οδηγίες σε κάποιον από τη δουλειά. Ξέρει πως είναι αναλώσιμος, πως η απουσία του – έστω και για λόγους υγείας – δεν θα πρέπει να γίνει αισθητή στην εταιρεία όπου εργάζεται. Λίγα λεπτά αργότερα, χτυπάει το κινητό. Είναι η μητέρα του, που έχει αναλάβει τώρα τη φροντίδα των παιδιών. Προσπαθεί να την καθησυχάσει. Είναι φανερό πως η εν διαστάσει σύζυγος βρήκε την ώρα να δημιουργήσει προβλήματα! Η ζωή κάποιες φορές δεν έχει μέτρο, δεν έχει έλεος…

Ως κάτοχος μερικών μάλλον ανούσιων διαπιστευτηρίων γνώσης, ομολογώ ότι ποτέ δεν έμαθα τίποτα πιο αληθινό και πιο χρήσιμο απ’ όσα μου δίδαξαν αυτές οι απλές, ανθρώπινες, καθημερινές σκηνές από μονάδες ημερήσιας θεραπείας. Από την άλλη, τίποτα δεν πρόβαλε στη συνείδησή μου πιο απωθητικό από τις αλαζονικές κι εγωπαθείς συμπεριφορές ανθρώπων που πιστεύουν πως ανήκουν στους εκλεκτούς που αυτοδίκαια απολαμβάνουν το προνόμιο της αθανασίας. Παντοδύναμοι μέσα στην αδιαπέραστη πανοπλία τους, ανοίγουν δρόμους για να περάσει το ατσάλινο «εγώ» τους τσαλαπατώντας τους ταπεινούς και τους αδύναμους που θ’ ατυχήσουν να βρεθούν στο διάβα τους!

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους κενόδοξους συναντά κανείς, δυστυχώς, και παιδαγωγούς, ιδιαίτερα μάλιστα στην ανώτατη βαθμίδα της Εκπαίδευσης. Περιφέρουν αυτάρεσκα τον βαρύγδουπο τίτλο τους (με τις όποιες διαβαθμίσεις του) αδιαφορώντας, παράλληλα, για τις ηθικές προϋποθέσεις που υπαγορεύει το λειτούργημα του δασκάλου. Αν τους ακούσεις να μιλούν, έχεις την εντύπωση ότι αυτοπροσδιορίζονται ως θεοί. Κι αν τύχει και πάρουν στα χέρια τους διοικητικά αξιώματα, συμπεριφέρονται σαν αληθινοί δικτάτορες! Πιστεύουν αυτάρεσκα ότι η ίδια η εκπαίδευση υπάρχει για να υπάρχουν αυτοί. Και θεωρούν πως οι εκπαιδευτικές πολιτικές μιας Σχολής δεν θα πρέπει να χαράσσονται με γνώμονα την ποιότητα της μόρφωσης που προσφέρει, αλλά με βάση τις πλέον σύμφορες, γι’ αυτούς, μικροπολιτικές σκοπιμότητες στον μικρόκοσμο του ακαδημαϊκού τους χώρου…

Όμως, καλό θα ήταν να σκεφτούμε εδώ ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της Εκπαίδευσης. Αν ο δάσκαλος είναι απλά έμπορος γνώσης, τότε το λειτούργημά του είναι απλό: Παραδίδει την προκαθορισμένη ύλη του μαθήματος και, στο τέλος, αξιολογεί και βαθμολογεί την ικανότητα του μαθητή να αναπαραγάγει ένα τυχαίο τμήμα αυτής της ύλης σε μια ολιγόωρη γραπτή εξέταση.

Αν, πάλι, στόχος της εκπαίδευσης είναι να προετοιμάσει τον νέο άνθρωπο για επιβίωση στη «ζούγκλα» μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας, τότε ο δάσκαλος (με τη βαθύτερη σημασία ενός ιερού λειτουργήματος) είναι μάλλον περιττός: Στη θέση του σχολείου ή του πανεπιστημίου θα μπορούσαν να θεσπιστούν σεμινάρια υπό την καθοδήγηση ειδικευμένων τεχνοκρατών. Ακόμα και αντικατάσταση της ίδιας της ζωντανής διδασκαλίας από κατάλληλα επιλεγμένα videos στο YouTube!

Υπάρχουν, όμως, ακόμα κάποιοι ηλίθιοι ρομαντικοί που πιστεύουν ότι, πάνω απ’ όλα, σκοπός της Εκπαίδευσης είναι η διάπλαση χαρακτήρων! Και πως, στην κορύφωση αυτής της πορείας βρίσκεται η ίδια η αυτογνωσία, όπως μας δίδαξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος που ανέδειξε αυτός ο τόπος. Ο δάσκαλος δεν «δίνει» γνώση: Βοηθά τον μαθητή να την ανακαλύψει, και μέσα από αυτή να μάθει τον εαυτό του. Κι αν είν’ αλήθεια ότι ο δάσκαλος εκπέμπει φως, δεν στρέφει ποτέ τον προβολέα κατά πάνω του: Φωτίζει απλά στον μαθητή του το δρόμο προς την αυτοεκπλήρωση!

Ο δάσκαλος ποτέ δεν «τα ξέρει όλα». Διδάσκει ταπεινοφροσύνη δείχνοντας πρόθυμος να εξελίξει κι ο ίδιος τον εαυτό του παράλληλα με τον μαθητή του. «Ένα μόνο γνωρίζω: πως δεν γνωρίζω τίποτα!», είπε με νόημα ο κορυφαίος των δασκάλων, θέλοντας να δείξει ότι οφείλουμε κάθε στιγμή να επανεξετάζουμε τις βεβαιότητές μας και, αν χρειάζεται, να χτίζουμε την αυτοσυνειδησία μας απ’ την αρχή.

Ταπεινοφροσύνη… Πόσο άγνωστη λέξη για μερικούς «δασκάλους» που συναντά κανείς στους διαδρόμους, στα αμφιθέατρα, στις επιτροπές, στα συμβούλια, στις ακαδημαϊκές συνελεύσεις… Θεοί αληθινοί, στητοί και περήφανοι στον προσωπικό τους Όλυμπο, που έχτισε ο καθένας με υλικά που εξόρυξε από το πολύτιμο «εγώ» του! Κι αυτή η αλαζονεία μεταλαμπαδεύεται, φυσικά, από τον δάσκαλο στον μαθητή, που κάποια στιγμή θα βρεθεί ανυποψίαστος, απροετοίμαστος και ανοχύρωτος μπροστά στη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης. Και, κάτω απ’ τα συντρίμμια τού «εγώ», θα δει να θάβονται όλες του οι βεβαιότητες…

Η τραγική ειρωνεία που αναδεικνύεται από την αναίρεση της ψευδαίσθησης της παντοδυναμίας, είναι, θα έλεγα, η αθέατη όψη της αλαζονείας. Από αυτή την άποψη, θεωρώ μεγάλο σχολείο τη μονάδα ημερήσιας θεραπείας ενός νοσοκομείου. Πιο σπουδαίο και πιο χρήσιμο ακόμα κι από ένα Πανεπιστήμιο που χορηγεί διδακτορικά!

* Αφιερώνεται στη μνήμη του δασκάλου Ν.Τ., που έφυγε πριν ένα χρόνο μη προφταίνοντας ν’ αποσώσει το τελευταίο του τσιγάρο…

Aixmi.gr