Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Ποιος είναι «δεξιός» και ποιος «αριστερός», τελικά;


 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η Ελλάδα βίωσε τρεις μεγάλες κρίσεις την τελευταία δωδεκαετία. Η πρώτη, η οικονομική, ήταν αποκλειστικά εθνική της υπόθεση. Στις επόμενες δύο κρίσεις - μία υγειονομική και μία γεωπολιτική - η χώρα βρέθηκε στη δίνη καταστάσεων που ταλανίζουν ως σήμερα ολόκληρο τον πλανήτη.

Μία γνωστή παροιμία λέει πως «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται». Το ίδιο χαίρεται σε περιόδους εθνικών κρίσεων ο ακραίος λαϊκισμός, αφού τέτοιες συνθήκες είναι για εκείνον ευκαιρίες πολιτικής αναρρίχησης ή, τουλάχιστον, κοινωνικής καταξίωσης. Η εθνική χρεοκοπία έφερε στην εξουσία τις πλέον ετερόκλητες και ανορθολογικές πολιτικές δυνάμεις, η πανδημία Covid-19 ανέδειξε το επικίνδυνα αντιεπιστημονικό «αντιεμβολιαστικό κίνημα», ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έφερε στην επιφάνεια τις χρόνιες ελληνικές αντι-δυτικές ψυχώσεις (δείτε σχετική ανάλυση [1]).

Το ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι, και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, ο λαϊκισμός φαίνεται να λειτούργησε – και συνεχίζει να λειτουργεί – σαν συνεκτικός παράγοντας που ομογενοποιεί τις θέσεις και τις συμπεριφορές θεωρητικά αντίθετων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες εντάσσονται στις ακραίες εκδοχές της «Δεξιάς» και της «Αριστεράς». Έτσι που το νοηματικό περιεχόμενο των δύο τελευταίων όρων να απαιτεί προσεκτική επανεξέταση και, ενδεχομένως, μερική αναθεώρηση.

Το ερώτημα ίσως ξαφνιάσει: Πώς θα φαινόταν ένας ισχυρισμός του τύπου, π.χ., ότι ο Χίτλερ υπήρξε πιο «αριστερός» από τον... Μπαράκ Ομπάμα; Όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται τερατώδες, ή ακόμα και γελοίο, έχει μια κάποια δόση αλήθειας! Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...

Τους πολιτικούς όρους «δεξιός» και «αριστερός» συνηθίζουμε να τους χρησιμοποιούμε χωρίς να πολυ-σκεφτόμαστε τη σημασία τους, σαν a priori έννοιες που δεν υπόκεινται σε ορισμό αλλά επιδέχονται μονοσήμαντη και αυτονόητη ερμηνεία. Κάτι που αντιλαμβάνεται κάποιος σχεδόν διαισθητικά, αλλά το περίγραμμά του είναι τόσο σαφές ώστε με βάση αυτό να μπορούν να κατηγοριοποιούνται άνθρωποι και καθεστώτα. Για πολλούς, δεξιό είναι απλά κάθε πολιτικό σύστημα που «ευνοεί τους πλούσιους», ενώ αριστερό, κάθε σύστημα που «ευνοεί τους φτωχούς».

Η σύγχρονη φιλοσοφική τάση, εν τούτοις, είναι να αντιλαμβανόμαστε το δίπολο «αριστερά – δεξιά» με βάση το αντίστοιχο «ισότητα – ελευθερία». Η αντιστοίχιση, όμως, δεν είναι τόσο γραμμική όσο φαίνεται, αφού υπάρχει μία παράμετρος που συχνά παραβλέπουμε. Αυτή αφορά τον διαχωρισμό ανάμεσα στην κοινωνική (και, κατ’ επέκταση, πολιτική) και την οικονομική διάσταση των πραγμάτων. Αν ληφθεί υπόψη και αυτό το κριτήριο, ούτε η ισότητα είναι αποκλειστικά «αριστερό» προνόμιο, ούτε η ελευθερία αποκλειστικά «δεξιό».

Σε πολύ γενικούς όρους, θα λέγαμε συμβολικά ότι η κοινωνική διάσταση σχετίζεται με το «είμαι», ενώ η οικονομική με το «έχω». Έτσι, τόσο η ελευθερία, όσο και η ισότητα, μπορούν να αξιολογηθούν με βάση δύο διαφορετικές (αλλά συμπληρωματικές) θεωρήσεις.

Κοινωνική (συμπεριλαμβάνοντας και την πολιτική) ελευθερία σημαίνει ελευθερία στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιαχείριση του ατόμου. Σημαίνει ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων η ελευθερία στην πίστη, στον λόγο, στην αντίληψη και διαχείριση του σώματος, στην κοινωνική και πολιτική ένταξη, κλπ.

Η οικονομική ελευθερία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό (αν και οι λεγόμενοι φιλελεύθεροι τείνουν αυτό να το αρνούνται). Σημαίνει ελευθερία του ατόμου να επιδιώκει την απόκτηση περισσότερων αγαθών μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού, βάσει θεσμοθετημένων κανόνων (η θεσμοθέτηση των οποίων, εν τούτοις, δεν γίνεται πάντα με τρόπο που σέβεται τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα...). Αυτό το είδος ελευθερίας δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε κρατική συμμετοχή ή παρέμβαση – πέραν των αναγκαίων ελαχίστων – σε οικονομικά ζητήματα, ενώ έρχεται σε αντίθεση με το κράτος πρόνοιας.

Κοινωνική ισότητα σημαίνει ίσα δικαιώματα και ισότιμη μεταχείριση των ανθρώπων μιας κοινωνίας, ανεξάρτητα από χαρακτηριστικά όπως η φυλή, το φύλο, οι εθνικές και πολιτισμικές καταβολές, κλπ. Αυτονόητα, το είδος αυτό της ισότητας δεν είναι συμβατό με έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ακόμα και ο εθνικισμός.

Από διαφορετική σκοπιά, οικονομική ισότητα σημαίνει άμβλυνση (έως και πλήρη εξάλειψη) των οικονομικών ανισοτήτων σε μία κοινωνία. Και, επειδή κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συντελεστεί με αυθόρμητο τρόπο, η κρατική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία. Μία τέτοια παρέμβαση στοχεύει, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία, καθώς και στην προσβασιμότητα όλων των πολιτών σε τομείς όπως η παιδεία και το σύστημα υγείας (αυτό που ονομάζουμε, δηλαδή, κράτος πρόνοιας).

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

1. Το καθεστώς Πινοσέτ στη Χιλή (1973–1990) αντιπροσωπεύει το απόλυτο κοντράστ ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική ελευθερία. Ένα από τα πλέον αιμοσταγή και τυραννικά δικτατορικά καθεστώτα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, υπήρξε ταυτόχρονα το πεδίο εφαρμογής του πρώτου πειράματος στην άνευ ορίων οικονομική φιλελευθεροποίηση (αυτό που ονομάζουμε – και θεωρώ τον όρο απόλυτα δόκιμο – νεοφιλελευθερισμό). Όπως είναι φυσικό, το πείραμα επέφερε κοινωνική ανισότητα και οδήγησε μεγάλα τμήματα του λαού της Χιλής σε οικονομική εξαθλίωση. [Οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι» συχνά αποσιωπούν την επιστημονική και ηθική υποστήριξη που πρόσφερε στον Πινοσέτ το ακαδημαϊκό πρότυπό τους, ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος και καθηγητής Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman). Μια πράξη που θα στιγματίζει για πάντα την υστεροφημία του...]

2. Το καθεστώς τού Στάλιν, ακραίο έως απάνθρωπο πρότυπο σκληρού Μαρξιστικού συστήματος, επέβαλε την πολιτική της οικονομικής ισότητας καταλύοντας με βία και μαζικές δολοφονίες κάθε έννοια ατομικής, κοινωνικής, ακόμα και πολιτιστικής ελευθερίας. Γενικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι η κομμουνιστική ιδεολογία, στοχεύοντας στην εξίσωση των ανθρώπων μίας κοινωνίας μέσω ολικής κατάργησης της ελευθερίας τους, αποτελεί την αυθεντικότερη εκδοχή της αριστερής κοσμοθεώρησης με βάση το διπολικό κριτήριο «ισότητα – ελευθερία», στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα.

3. Η διακυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα αντίθεσης ανάμεσα στην οικονομική και την κοινωνική ελευθερία. Από τη μία, η περίοδος Ρέιγκαν σήμανε το οριστικό τέλος της μεταπολεμικής Κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής και την επάνοδο στον κλασικό οικονομικό φιλελευθερισμό, στα πρότυπα του νεοφιλελευθερισμού του Πινοσέτ στη Χιλή και της Θάτσερ στην Αγγλία. (Φυσικά, ο Μίλτον Φρίντμαν καλοδέχτηκε και ύμνησε δεόντως αυτή την επιστροφή!) Από την άλλη, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από μία διολίσθηση της χώρας στον κοινωνικό συντηρητισμό, με μία απόπειρα περιορισμού ή ολικής κατάργησης κοινωνικών ελευθεριών που είχαν κατακτηθεί κατά την περασμένη δεκαετία. (Τούτο επιχειρήθηκε κυρίως μέσω προώθησης, από τον Ρέιγκαν, υπερσυντηρητικών δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.)

4. Οι υπέρμαχοι των ιδεών του κοινωνικού φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ (Liberals), παραδοσιακά ανήκοντες στο Δημοκρατικό Κόμμα και, κατά μία έννοια, πολιτικοί απόγονοι του Ρούσβελτ, θεωρούνται ως οι εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στη χώρα εκείνη. Στον τομέα της οικονομίας ασπάζονται τις Κεϋνσιανές ιδέες (αυξημένος κεντρικός έλεγχος της οικονομίας και ένας βαθμός περιορισμού της οικονομικής ελευθερίας, εργασία για όλους, πρόσβαση στο σύστημα εκπαίδευσης και στο σύστημα υγείας για κάθε πολίτη, σχετική απέχθεια για τον οικονομικό φιλελευθερισμό, κλπ.). Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε φαινόμενο που παραπέμπει σε ρατσισμό ή σεξισμό.

Τις τελευταίες δεκαετίες, εν τούτοις, ο αμερικανικός κοινωνικός φιλελευθερισμός μοιάζει να προδίδει τις ίδιες τις αρχές του υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας, το οποίο θέτει ασφυκτικούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και έχει οδηγήσει σε ένα παρανοϊκό «κυνήγι μαγισσών» για όσους δεν υποτάσσονται στις επιταγές του.

5. Ποιο διαβόητο καθεστώς υπήρξε το πρώτο που συνέλαβε και, αργότερα, εφάρμοσε στον τομέα της οικονομίας τις Κεϋνσιανές ιδέες, πριν καλά-καλά το πράξει ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της δεκαετίας του ’30 στην Αμερική (και, φυσικά, πολύ πριν ασπαστεί τις ιδέες αυτές η αμερικανική Αριστερά); Πιθανώς το μαντέψατε: το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία, το οποίο ανέλαβε την εξουσία το 1933 αλλά είχε προ πολλού αποφασίσει το είδος της οικονομικής πολιτικής που επρόκειτο να εφαρμόσει!

Όπως σημειώνουν σε άρθρα τους φιλελεύθεροι Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές (βλ., π.χ., [2,3]), ήδη από το 1920 το ναζιστικό κόμμα είχε προτείνει ένα οικονομικό πρόγραμμα το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε κοινωνικοποίηση των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίες στη συνέχεια θα ενοικιάζονταν φθηνά σε μικρο-επιχειρηματίες. Ο ίδιος ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, μάλιστα, μετέπειτα διαβόητος Υπουργός Προπαγάνδας, υπήρξε φανατικός αριστερός στην αρχή της πολιτικής καριέρας του!

Στην ουσία, η Ναζιστική Γερμανία εφάρμοσε εξαρχής μία Κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ξόδευε όλο και περισσότερα στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής, ενώ παράλληλα οδηγούσε τη χώρα στον δρόμο του πολέμου. (Όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε όμοια μονοπάτια κινήθηκε και ο Ρούσβελτ στην Αμερική, αν και η χώρα εκείνη σύρθηκε στον πόλεμο μετά το Περλ Χάρμπορ, έχοντας ως τότε αποφύγει να εμπλακεί σε αυτόν.)

Ο Χίτλερ, λοιπόν, χτύπησε την ανεργία ενεργοποιώντας κολοσσιαία προγράμματα δημοσίων έργων (τα οποία, βέβαια, είχε από πριν στην ατζέντα της η Δημοκρατία της Βαϊμάρης), όπως η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων. Παράλληλα, άσκησε εκφοβισμό στον ιδιωτικό τομέα επιβάλλοντας έλεγχο των τιμών και της παραγωγικότητας, επέβαλε έλεγχο κεφαλαίων (capital controls – κάτι μας θυμίζει αυτό!), δημιούργησε εθνικό σύστημα υγείας και σύστημα ασφάλισης για ανέργους, κλπ. Γενικά, η παρεμβατική οικονομική πολιτική του ναζιστικού κόμματος αντανακλά την απέχθεια του καθεστώτος για την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, και τον εναγκαλισμό της ιδέας ενός εθνοκεντρικού «σοσιαλισμού σε μία χώρα» (εξ ου και ο όρος «Εθνικοσοσιαλισμός»). Αξίζει να αναφέρουμε, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Κέυνς (Keynes) είχε αρχικά εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!

Η ναζιστική οικονομία, επομένως, κάθε άλλο παρά καπιταλιστική – άρα, κατά μία στενή έννοια, «δεξιά» – μπορεί να θεωρηθεί. (Βέβαια, οι μεταρρυθμίσεις του Χίτλερ δεν πήγαν τόσο μακριά ώστε να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία ή να εθνικοποιηθούν όλα τα μέσα παραγωγής, όπως στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν.) Εν τούτοις, αν και η κατάργηση οικονομικών ελευθεριών συντέλεσε σε κάποια άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων στη Ναζιστική Γερμανία, η κατάργηση κοινωνικών ελευθεριών όχι μόνο δεν οδήγησε σε κοινωνική ισότητα αλλά, αντίθετα, αποτέλεσε τη βάση για το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας: το Ολοκαύτωμα.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι το δίπολο «αριστερά – δεξιά» δεν νοηματοδοτείται απόλυτα με βάση το αντίστοιχο «ισότητα – ελευθερία», αφού κάθε μία από τις έννοιες αυτές εξαρτάται από ένα σύνολο παραμέτρων που διαφοροποιούν το περιεχόμενό της ανάλογα με την ιστορική ή πολιτική συγκυρία, έτσι ώστε αυτό να μην προσδιορίζεται μονοσήμαντα. Σε πρακτικό επίπεδο, η αμφισημία των συμβατικών εννοιών κάνει να μη φαίνεται τόσο οξύμωρη η συνταύτιση ακραίων «δεξιών» και «αριστερών» χώρων (πολιτικών ή/και κοινωνικών) σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα, ιδιαίτερα όταν οι χώροι αυτοί βρίσκονται πίσω από την κοινή σημαία του λαϊκισμού.

Τελικά, ίσως δεν έχει νόημα να αναφερόμαστε σε «δεξιές» ή «αριστερές» θέσεις. Θα ήταν περισσότερο δόκιμο να μιλούμε για ορθολογισμό και παραλογισμό. Το ατύχημα είναι ότι ο δεύτερος έχει φανατικούς οπαδούς και θορυβώδεις εκφραστές, στους οποίους ο πρώτος συνήθως αντιπαρατάσσει έναν χαμηλόφωνο και, συχνά, φοβισμένο λόγο...

[1] https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/apo-to-mnimonio-sto-embolio-kai-ton-poutin-ena-chroniko-ellinikou-paralogismou/

[2] https://mises.org/library/nazi-economic-policy

[3] https://mises.org/library/hitlers-economics

Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Πολυπολιτισμικότητα; Ναι, αλλά με προϋποθέσεις!

                 


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η Ελλάδα βίωσε σχετικά πρόσφατα την εμπειρία (ή μάλλον, το όνειδος) της εισόδου νεοναζιστικού κόμματος στην ελληνική Βουλή. Στην Αμερική, ένας ακραίος λαϊκιστής με αμφίβολο (έως ανύπαρκτο) δημοκρατικό ήθος έφτασε ως τον Λευκό Οίκο και, επειδή δεν κατόρθωσε να παραμείνει εκεί, απείλησε με de facto κατάλυση της αμερικανικής δημοκρατίας. Στη Γαλλία, μία ανάλογη ακροδεξιά περσόνα έφτασε να διεκδικήσει με αξιώσεις την προεδρία, συνιστώντας άμεση απειλή για την ίδια τη δομική συνέχεια της Ενωμένης Ευρώπης. Όλες αυτές οι εκφάνσεις του «αντισυστημικού» λαϊκισμού (*) κεφαλαιοποίησαν πολιτικά την δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων τους για τις (αναμφίβολα υπαρκτές) παρενέργειες ενός κοινωνικού φαινομένου που αποτελεί «τοτέμ» για τη σύγχρονη «προοδευτικότητα»...

Ένας δρόμος που παριστά ανάγλυφα τον πολιτισμικό διχασμό στο κέντρο της Αθήνας είναι η οδός Σοφοκλέους. Στο συλλογικό μας ασυνείδητο συνδέεται πάντα με το Χρηματιστήριο Αθηνών, το οποίο βρισκόταν στο νούμερο 10 της οδού ως το 2007. Και, θα λέγαμε, το κομμάτι της Σοφοκλέους από τη Σταδίου ως την Αθηνάς φέρει κάτι από την παλιά αίγλη του δρόμου. Ή, τουλάχιστον, μοιάζει με τους περισσότερους δρόμους του κέντρου, όπου συνηθισμένοι άνθρωποι κατεβαίνουν να κάνουν τα ψώνια τους, να πάνε στις δουλειές τους ή απλά να κάνουν έναν περίπατο.

Περνώντας στο απέναντι μέρος της Αθηνάς και συνεχίζοντας στη Σοφοκλέους ως την Πειραιώς, ο περιηγητής βρίσκεται ξαφνικά σε έναν κόσμο διαφορετικό. Στην ουσία, βρίσκεται σε άλλο «κράτος» με δική του αισθητική, δικά του ήθη και - το σημαντικότερο - δικούς του «νόμους», τους οποίους τείνει πλέον να αποδέχεται, σχεδόν μοιρολατρικά, η ίδια η ελληνική πολιτεία. Και απαιτεί μια δόση τόλμης (αν όχι απερισκεψίας) για να περπατήσεις εκεί κάποιες ώρες που δεν «πρέπει»...

Ο δρόμος αυτός - μαζί με πολλούς άλλους στη γύρω περιοχή - αποτελεί μόνο ένα μικρό δείγμα από την κατάσταση προϊούσας γκετοποίησης περιοχών της Αθήνας (όχι αποκλειστικά στο κέντρο της), αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης στη χώρα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τα ζητήματα που κατά κύριο λόγο ανησυχούν τους κατοίκους της πόλης μπορεί να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Αφενός, η εκρηκτική αύξηση της εγκληματικότητας με δράστες αλλοδαπούς μετανάστες. Αφετέρου, η πολιτισμική αλλοίωση της Αθήνας (όπως και άλλων πόλεων της Ευρώπης, γενικότερα) με την εμφάνιση ολοένα αυξανόμενων μειονοτικών ομάδων που δεν αποδέχονται τα Δυτικά ήθη, με υπαρκτό τον κίνδυνο να διεκδικήσουν κάποτε δυναμικά την επιβολή δικών τους κανόνων ζωής στην ελληνική και την ευρωπαϊκή κοινωνία. Είναι το δεύτερο (δηλαδή, το πολιτισμικό) ζήτημα στο οποίο θα επικεντρωθούμε στο παρόν σημείωμα.

Ο Hanns Johst ήταν θεατρικός συγγραφέας με σημαίνουσα θέση στο Τρίτο Ράιχ. Σε ένα έργο του βάζει στο στόμα του ήρωά του την εξής διαβόητη, πλέον, φράση:

«Όταν ακούω τη λέξη ‘πολιτισμός’ ψάχνω για το πιστόλι μου!»

Φαντάζομαι πως αν ζούσε και έγραφε σήμερα, ίσως αντικαθιστούσε στην πιο πάνω φράση τη λέξη «πολιτισμός» με την περισσότερο επίκαιρη λέξη «πολυπολιτισμικότητα». Και ο ήρωας του έργου του θα παρέθετε μία σειρά από επιχειρήματα, μερικά από τα οποία θα ήταν, δυστυχώς, επαληθεύσιμα στην πράξη...

Αν θέλουμε να σιγήσουν οι φωνές των σύγχρονων “Johst”, θα πρέπει πριν απ’ όλα να πάψουμε να κλείνουμε τα μάτια στις προβληματικές όψεις του πολυπολιτισμικού φαινομένου, έτσι όπως αυτό κυριαρχεί σήμερα στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Και να συμφωνήσουμε ότι πολυπολιτισμικότητα χωρίς προϋποθέσεις απλά δεν είναι εφικτή!

Η λίστα αυτών των προϋποθέσεων δεν εξαντλείται, φυσικά, σε ένα σύντομο σημείωμα. Δύο, όμως, είναι ιδιαίτερα σημαντικές:

1. Η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι ένας αχταρμάς αλληλοσυγκρουόμενων πολιτισμικών ταυτοτήτων όπου στο τέλος επικρατεί η πιο μαχητική ή η πιο βίαιη. Χτίζεται με κορμό μία προεξάρχουσα ταυτότητα με αδιαμφισβήτητα ιστορικά δικαιώματα και μη-διαπραγματεύσιμες θεμελιώδεις αρχές, τις οποίες οφείλει να αποδέχεται όποιος εντάσσεται στην πολυπολιτισμική κοινότητα. Οι αρχές αυτές τίθενται υπεράνω των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών τα οποία φέρει το κάθε υποψήφιο νέο μέλος της κοινότητας.

Για παράδειγμα, τα θεσμικά κατοχυρωμένα φιλελεύθερα ήθη μίας χώρας δεν νοείται να τίθενται σε διαπραγμάτευση κατ’ απαίτηση μεταναστών με συντηρητικές καταβολές, ακόμα και αν η απαίτηση αυτή για περιορισμό της ελευθερίας αφορά αποκλειστικά και μόνο τη δική τους πληθυσμιακή ομάδα. Επίσης, σε έναν πολιτισμό που εξ ορισμού αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα ανεξάρτητα από το φύλο ή την θρησκευτική πίστη, δεν μπορούν να ενταχθούν άτομα που αμφισβητούν την κατεστημένη αυτή ισότητα.

2. Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιβάλλεται de facto, ως αποτέλεσμα ανεξέλεγκτης εισροής μεταναστών. Διαμορφώνεται βήμα - βήμα με τρόπο συντεταγμένο και συμβατό με τους νόμους της χώρας υποδοχής. Με τον τρόπο αυτό – αν εξαιρέσουμε κάποιες θλιβερές ρατσιστικές παρεκκλίσεις – χτίστηκε το πλέον πολυπολιτισμικό έθνος του κόσμου: η Αμερική!

Ιδανικά, η πολυπολιτισμικότητα θα έπρεπε να είναι όχημα για τον εμπλουτισμό και τη διεύρυνση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αντί γι’ αυτό, τείνει να γίνει το όπλο με το οποίο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αυτοκτονεί υπό το βάρος τύψεων για αμαρτήματα των προγόνων του (τα απεχθή πρόσωπα της αποικιοκρατίας και του ρατσισμού δεν διαγράφονται, δυστυχώς, από τις σελίδες της Ιστορίας...). Και, τη στιγμή που η Ευρώπη που γέννησε τον Διαφωτισμό καλοδέχεται την πολιτισμική διαφορετικότητα, κάποιοι εκπρόσωποι της τελευταίας εργάζονται με τρόπο μεθοδικό, υπόγειο, συχνά ακόμα και δολοφονικό, για τη μετάβαση της ηπείρου σε μία κατάσταση πολιτισμικού μεσαίωνα που θα καταργεί με τη βία κάθε δικαίωμα στο διαφορετικό, και θα τιμωρεί σκληρά κάθε απόκλιση από τον έναν και μοναδικό «ορθό» τρόπο ζωής.

Ένα ειδεχθές έγκλημα που συντάραξε πρόπερσι τη Γαλλία, χτύπησε το πιο ευαίσθητο κομμάτι ενός ανοιχτού και φιλελεύθερου κράτους: την εκπαίδευση. Ένας καθηγητής Ιστορίας αποκεφαλίστηκε έξω από το σχολείο του από έναν φανατικό, επειδή μία μαθήτρια «κατήγγειλε» ότι το θύμα ανέφερε στην τάξη κάτι που προσέκρουε στα θρησκευτικά «πιστεύω» του δολοφόνου. Πίσω από τον φυσικό αυτουργό, όμως, κρύβεται ένα ολόκληρο πλέγμα ακραίου και απόλυτα μη-ανεκτικού δογματισμού, το οποίο αντιπροσωπεύει μία τερατόμορφη, δυστυχώς, έκφανση της πολυπολιτισμικότητας. Και, στην κοινωνική αυτή παθογένεια βασίστηκε, μεταξύ άλλων, η ξενοφοβική ρητορεία της άκρας δεξιάς, που είχε σαν αποτέλεσμα να φέρει την κορυφαία εκπρόσωπο του χώρου σε απόσταση βολής από την γαλλική προεδρία.

Όσο και αν ακούγεται ως αστεϊσμός, η παρακάτω προτροπή θα μπορούσε στο ορατό μέλλον να αποτελέσει επίσημη οδηγία ενός ευρωπαϊκού υπουργείου παιδείας:

«Αν είσαι δάσκαλος, τις ιδέες του Διαφωτισμού είναι προτιμότερο να τις κρατάς μέσα στο κεφάλι σου. Αν τις διδάξεις, υπάρχει κίνδυνος να σου το κόψουν!»

Το να μένει το κεφάλι ενός δασκάλου στους ώμους του είναι, πιστεύουμε, μια ελάχιστη προϋπόθεση για την αποδοχή της πολυπολιτισμικότητας από μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Μια κοινωνία που υπερασπίζεται με σθένος την πολιτισμική της συνέχεια αλλά, ταυτόχρονα, δεν παρασύρεται από τις εμπρηστικές και μισαλλόδοξες ρητορείες πολιτικών καιροσκόπων και επικίνδυνων δημαγωγών με καρναβαλική στολή «φίλων του λαού»!

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Τα πολλά πρόσωπα ενός “Like”


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του [1] ο Άρης Τερζόπουλος ανέλυσε τις παθογένειες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης (σύντομα: ΜΚΔ), τα οποία, όπως εύστοχα σημειώνει ο αρθρογράφος, έχουν πάψει να είναι αυτό που δηλώνει το όνομά τους και έχουν μεταβληθεί σε «Μέσα Κοινωνικής Αποσύνθεσης»!

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι τα ΜΚΔ έχουν αναχθεί σε μία μορφή παραεξουσίας, με την έννοια ότι ευνοούν την διαμόρφωση κοινωνικών τάσεων που είναι δυνατό να επηρεάζουν τόσο την άσκηση της εξουσίας από μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, όσο και τις επιλογές της κοινωνίας σε εκλογικές ή δημοψηφισματικές διαδικασίες. Πρόσφατες εθνικές εμπειρίες το μαρτυρούν:

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι ιδέες που διακινήθηκαν στα ΜΚΔ (συχνά ανεδαφικές και κομματικά στρατευμένες) ευνόησαν μία σχεδόν καθεστωτική πολιτική αλλαγή στη χώρα και συνέβαλαν στο παρανοϊκό αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος που λίγο έλειψε να σημάνει το τέλος της ευρωπαϊκής πορείας για την Ελλάδα.

Με την έλευση της πανδημίας δεν άργησαν να κυριαρχήσουν στα ΜΚΔ οι ακραίες φωνές που όχι μόνο αμφισβήτησαν την σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά και αντιτάχθηκαν σε κάθε αναγκαίο θεσμικό μέτρο που λήφθηκε για την προστασία της δημόσιας υγείας. Με αποκορύφωμα, φυσικά, το στερούμενο επιστημονικής σοβαρότητας «αντιεμβολιαστικό κίνημα», που βρήκε στα social media ιδανικό και φιλόξενο χώρο για την ανάπτυξη και τη διάδοσή του στην κοινωνία.

Αλλά, η πλέον επικίνδυνη (και, θα πρόσθετα, ύποπτη) αξιοποίηση των ΜΚΔ αφορά την - όχι πάντα με ανιδιοτελή κίνητρα - διακίνηση της ρωσικής προπαγάνδας τούτη την εποχή που μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ένας πόλεμος με ξεκάθαρους τους ρόλους του επιτιθέμενου και του αμυνόμενου, δηλαδή, του θύτη και του θύματος. Όπως αναλύσαμε σε προηγούμενο κείμενο [2] η εμφατική κι επίμονη προβολή των ρωσικών θέσεων είναι ευθέως υπονομευτική για τα εθνικά μας συμφέροντα, αφού ενισχύει την ανάλογη επιχειρηματολογία που συνοδεύει τις εξ ανατολών απειλές προς τη χώρα μας.

Όπως αναφέραμε νωρίτερα, τα ΜΚΔ τείνουν να καταστούν μία παράπλευρη και δύσκολα ελεγχόμενη «εξουσία». Στις δημοκρατίες η θεσμική εξουσία προκύπτει από τις ψήφους του εκλογικού σώματος. Κατά ανάλογο τρόπο, αυτό που διαμορφώνει και καθορίζει κυρίαρχες τάσεις στα social media είναι ο αριθμός των επιδοκιμασιών που συνοδεύουν τις αναρτήσεις. Τα περίφημα “Like”, δηλαδή, στις διάφορες εκδοχές και αποχρώσεις τους. Όσο ο αριθμός αυτός αυξάνει, τόσο μεγαλώνει και το πρεστίζ της αντίστοιχης ανάρτησης. Και, αν η ανάρτηση αφορά έκφραση γνώμης, το μέγεθος του πρεστίζ συχνά εκλαμβάνεται από τους καλοπροαίρετους αφελείς ως κριτήριο αξιοπιστίας της. Έτσι, λ.χ., πείστηκαν πολλοί ότι ένα «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα του 2015 θα ήταν αρκετό για να αλλάξει η μοίρα της Ενωμένης Ευρώπης (αν όχι του κόσμου ολόκληρου). Ή, ότι η πανδημία Covid-19 είναι «μύθος», ενώ αυτό που σκοτώνει πραγματικά δεν είναι ο ιός αλλά το εμβόλιο. Ή, ακόμα πιο πρόσφατα, ότι η Ρωσία διεξάγει «αμυντικό πόλεμο» για την επιβίωσή της κάτω από την απειλή των «Ουκρανών Ναζί» (οι οποίοι, μάλιστα, αυτο-βομβαρδίζονται ώστε να ενοχοποιούνται για τις εκατόμβες των αμάχων οι πάντα «αθώοι» Ρώσοι!).

Όμως, για να μην δαιμονοποιήσουμε απόλυτα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι υπάρχει και ένα υγιές κομμάτι τους (διόλου ευκαταφρόνητο, θα έλεγα) που ανταποκρίνεται στον ρόλο που δηλώνει το όνομά τους. Εκεί, η επιδοκιμασία σε μία ανάρτηση δεν προσφέρεται για μαζική εκμετάλλευση, αφού αντιπροσωπεύει μία ανάγκη έκφρασης σε καθαρά διαπροσωπικό επίπεδο. Συχνά, εν τούτοις, ο ίδιος ο μηχανισμός της επιδοκιμασίας οδηγεί σε αληθινή ψυχική τυραννία...

Καθώς βάδιζα κάποιο απόγευμα στον πεζόδρομο της γειτονιάς, συνάντησα μία φίλη από το Facebook να κάθεται σε καφετέρια της περιοχής. Βλέποντάς με, το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση απολογητική, σχεδόν ενοχική: «Συγχώρεσέ με, Κώστα μου, νομίζω πως ξέχασα να κάνω ‘Like’ σ’ αυτό που ανέβασες σήμερα. Θα μπω πάλι σε λίγο στο F/B και θα επανορθώσω!» Της εξήγησα πως δεν χρειαζόταν να κάνει τέτοιο κόπο, και την προέτρεψα να συνεχίσει να απολαμβάνει αμέριμνα και δίχως ενοχές τον καφέ της!

Το παράδειγμα της φίλης είναι χαρακτηριστικό δείγμα μίας καινοφανούς αντίληψης πάνω στη δεοντολογία των κοινωνικών σχέσεων, που καλλιεργήθηκε συστηματικά μετά την έλευση του Facebook. Και δείχνει καθαρά πώς μία καταρχήν έκφραση ευαρέσκειας μπορεί να οδηγήσει σε ψυχικό καταναγκασμό.

Όμως, πώς αποκωδικοποιείται η σημειολογία των “Like” σε αυτή την πιο «αθώα» εκδοχή των ΜΚΔ; Ας δούμε μερικές από τις συνηθέστερες περιπτώσεις:

1. Στην αυθεντική του μορφή, το “Like” εκφράζει επιδοκιμασία είτε για μία ανάρτηση, είτε για ένα σχόλιο που αφορά κάποια ανάρτηση. Ως χειρονομία, χαρακτηρίζεται από έλλειψη υστεροβουλίας και ισοδυναμεί κατά βάση με μία ειλικρινή έκφραση γνώμης.

2. Χωρίς απαραίτητα να εκφράζει έντονη επιδοκιμασία – αλλά, παράλληλα, αποκλείοντας έμμεσα και την περίπτωση αποδοκιμασίας – το “Like” μπορεί να είναι απλά ένα «σινιάλο» προς έναν φίλο ότι διαβάστηκε ένα κείμενο ή ένας σχολιασμός που ανάρτησε.

3. Το “Like” είναι συχνά μια απλή χειρονομία ευγένειας, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της ανάρτησης ή του σχολίου που επιδοκιμάζεται. Τέτοιες χειρονομίες γίνονται πολλές φορές αντικείμενα μίας ιδιότυπης συναλλαγής: «Μέρες έχει να μου κάνει ‘Like’. Έτσι, τον πληρώνω τώρα κι εγώ με το ίδιο νόμισμα!»

Το σύστημα των «επιδοκιμασιών» στα ΜΚΔ μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη ψυχολογία αν κάποιος κάνει το λάθος να συνδέσει το αίσθημα της αυταξίας με τις ανταποκρίσεις των χρηστών στις αναρτήσεις του. Πολλοί χρήστες του Facebook βιώνουν αισθήματα αυτοαμφισβήτησης ή και απόρριψης από τον διαδικτυακό κοινωνικό τους χώρο όταν μειώνεται (για τους όποιους λόγους) η συχνότητα των εισπραττόμενων τεκμηρίων επιδοκιμασίας. Συχνά, μάλιστα, διαδικτυακές «φιλίες» χαλούν εξαιτίας της συστηματικής αμέλειας στην παροχή των απεγνωσμένα επιζητούμενων ψυχολογικών επιβεβαιώσεων μέσω του παντοδύναμου κουμπιού!

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι, πολλές φορές, βλέπουμε τα ΜΚΔ ως μέσα ανταλλαγής φιλοφρονήσεων, αντί ως δυνατότητες ελεύθερης έκφρασης γνώμης και διακίνησης ουσιώδους πληροφορίας και δημιουργικών ιδεών. (Σημειώνω εδώ ότι σπουδαία ποίηση και εξαιρετικά καλλιτεχνήματα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους στις σελίδες του Facebook.) Από την άλλη μεριά, είναι μάλλον περιττό να τονιστεί η συμβολή των ΜΚΔ στο να διατηρείται ζωντανή η επαφή ανάμεσα σε αληθινούς φίλους που οι συνθήκες της ζωής ή οι γεωγραφικές αποστάσεις δεν επιτρέπουν να βρίσκονται μαζί όσο θα ήθελαν.

Τι θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει για την ψυχική θωράκιση των χρηστών των ΜΚΔ από την διαβρωτική επίδραση του ζητήματος των «επιδοκιμασιών»; Καταθέτω μερικές σκέψεις, επισημαίνοντας ότι εκφράζουν απόλυτα προσωπικές απόψεις:

1. Πριν απ’ όλα, η ίδια η φιλοσοφία της χρήσης των μέσων πρέπει να οριοθετηθεί. Ειδικά, είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιούμε τα ΜΚΔ ως υποκατάστατα ομαδικής ψυχοθεραπείας, αφού έτσι εκχωρούμε σε κάποιους άλλους (των οποίων τις ψυχικές ανάγκες ή τα ενδεχόμενα προβλήματα συχνά αγνοούμε) μία ιδιότυπη εξουσία διαχείρισης και επηρεασμού του δικού μας ψυχισμού.

2. Η εγκυρότητα ενός δημοσιεύματος (π.χ., ενός άρθρου γνώμης ή πληροφόρησης) δεν είναι ευθέως ανάλογη των επιδοκιμασιών που εισπράττει από τους αναγνώστες. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, ο αναγνώστης αξιολογεί και υπερψηφίζει με κριτήρια καθαρά υποκειμενικά, συχνά μάλιστα κάτω από συνθήκες ψυχικής φόρτισης ή ακόμα και ιδεολογικού φανατισμού. Αν πέσετε πάνω σε ένα άρθρο που σας φανεί ενδιαφέρον, απλά αγνοήστε τον αριθμό των “Like” που το συνοδεύουν και διαβάστε το για όσα λέει, όχι για το πλήθος εκείνων που το εγκρίνουν!

3. Ας αποφύγουμε την παγίδα να διαμορφώσουμε αίσθημα αυταξίας με βάση τον αριθμό των επιδοκιμασιών που εισπράττουμε στα ΜΚΔ. Η αξία των λόγων και των σκέψεών μας δεν κρίνεται από την δημοφιλία τους σε κάποιο υποσύνολο της κοινωνίας, αλλά από το βάθος της συνειδητότητας που αντιπροσωπεύουν και το μέγεθος της αλήθειας που εκφράζουν. Και ας ληφθεί εδώ υπόψη ότι πολλοί από εκείνους που βρίσκουν μία ανάρτηση ενδιαφέρουσα δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία της επιδοκιμασίας της, συχνά από φόβο ότι κάποιοι με κίνητρα ιδιοτελή ενδέχεται να καταγράφουν τα “Like” και να σχηματίζουν προφίλ προτιμήσεων των χρηστών.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε το εξής: Το φαινόμενο των «επιδοκιμασιών» στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όσο και αν αυτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ελευθερίας της έκφρασης, υποκρύπτει δύο σημαντικούς κινδύνους. Σε μαζικό επίπεδο, μπορεί να συμβάλει στην διαμόρφωση στρεβλών κριτηρίων αξιοπιστίας για απόψεις που διακινούνται ανεξέλεγκτα και αφορούν κρίσιμα θέματα που επηρεάζουν ολόκληρη την κοινωνία (όπως, π.χ., η δημόσια υγεία). Σε ατομικό επίπεδο, ο μηχανισμός των “Like” μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αρνητικής ψυχολογίας σε περίπτωση εθισμού και, τελικά, αποστέρησης της επιδοκιμασίας.

Πάνω απ' όλα, ας μην ξεχνούμε ότι, στη γλώσσα των ηλεκτρονικών ΜΚΔ, η λέξη «φίλος» δεν είναι παρά ένας τεχνικός όρος που αντιπροσωπεύει στην πράξη τη δυνατότητα αμοιβαίας πρόσβασης σε επιλεγμένα προσωπικά δεδομένα. Αληθινές φιλίες είναι εκείνες που χτίζονται στη ζωή. Ακόμα και όταν ξεκινούν ως απρόσωπες επαφές στα social media.

[1] Πως τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν Μέσα Κοινωνικής Αποσύνθεσης

https://www.klik.gr/gr/el/editorial/ta-simeia-ton-kairon-pos-ta-mesa-koinonikis-diktuosis-eginan-mesa-koinonikis-aposunthesis/

[2] Από το μνημόνιο στο εμβόλιο και τον Πούτιν: ένα χρονικό ελληνικού παραλογισμού

https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/apo-to-mnimonio-sto-embolio-kai-ton-poutin-ena-chroniko-ellinikou-paralogismou/

KLIK

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

Το σκοτάδι που φωτίζει την Αλήθεια: Ο συμβολικός κόσμος του «Τριστάνου»


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η γυναίκα στην κουπαστή

Το αεράκι που φυσούσε στο κατάστρωμα μετρίαζε κάπως την αυγουστιάτικη ζέστη. Την πρόσεξα καθώς ήταν ακουμπισμένη στην κουπαστή, κοιτώντας μάλλον αφηρημένα προς το πέλαγος. Ήταν ωραία γυναίκα, ίσως η ωραιότερη που είχα δει. Κάποιος τη φώναξε, κι έτσι έμαθα τ’ όνομά της. Είχε κάτι από θάλασσα...

Από δύο ηλικιωμένες κυρίες που «κουτσομπόλευαν» μεγαλόφωνα στον απέναντι πάγκο, έμαθα την ιστορία της: 

– Αυτή που βλέπεις, Μαρία μου, την πάντρεψαν μικρή με έναν πολύ πλούσιο. Δεν ήξερε τι είχε, σου λέω! Και κάποιο καλοκαίρι γνώρισε εκεί στο νησί έναν μουζικάντη. Μπατίρης, δηλαδή. Εκείνη όμως ξετρελάθηκε. Πήγε η άμυαλη στον άντρα της ευθύς και του ζήτησε διαζύγιο. Εκείνος την έδιωξε, κρατώντας το παιδί. Δεν το ξανάδε από τότε... Όσο για τον προκομμένο, τη βαρέθηκε και μετά από δυο χρόνια γνώρισε μια αρτίστα και την παράτησε. Λένε πως έχασε τα λογικά της, η δόλια, και πηγαινοέρχεται μόνη της χειμώνα – καλοκαίρι από την πόλη στο νησί...

Η τραγική εικόνα της ωραίας γυναίκας που ταξίδευε σαν χαμένη στις θάλασσες, πληρώνοντας το τίμημα του έρωτα, μου έφερε τότε αυτόματα στο νου το καλλιτεχνικό δημιούργημα που κήρυξε επανάσταση στη Δυτική μουσική, χαράζοντας αποφασιστικά όλη τη μετέπειτα πορεία της – από τα λυρικά θέατρα και τις αίθουσες συναυλιών, ως τους κινηματογράφους και τις οθόνες της τηλεόρασης...

Μια επανάσταση στη μουσική

Αλλόκοτο πλάσμα ο άνθρωπος. Το πιο αλλόκοτο της Φύσης. Το μόνο που μπορεί να μετατρέψει τα αυτονόητα σε υψηλούς υπαρξιακούς στόχους. Τίποτα δεν φανερώνει τούτη την αλήθεια όσο η φράση – κλισέ, «ακολούθησε τον εαυτό σου»! Ναι, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, δεν συμβαίνει συχνά να ακολουθούμε τον εαυτό μας. Είτε γιατί δεν τον γνωρίζουμε, είτε γιατί θυσιάζουμε συνειδητά την ελευθερία μας στο βωμό συμβάσεων που μας καθιστούν αποδεκτούς ως μέλη μιας κοινωνίας. Η απόδραση από τον ψεύτικο κόσμο των συμβάσεων στον αληθινό της ελευθερίας που βιώνεται μέσω του έρωτα, είναι το κεντρικό θέμα της πιο σύνθετης – μουσικά και φιλοσοφικά – όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ.

Ίσως η σπουδαιότερη μουσική που γράφτηκε ποτέ, το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη» (Tristan und Isolde) είναι ένα έργο τόσο περίπλοκο που δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει σε μία σύντομη ανάλυση. Το ορχηστρικό πρελούδιο της πρώτης πράξης θεωρείται επανάσταση που γκρέμισε τα στεγανά της κλασικής μουσικής αρμονίας – αν και δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα προφητικά κουαρτέτα του Μότσαρτ τα αφιερωμένα στον Χάυδν (όπου, μάλιστα, σε ένα από αυτά, K.428, ακούγεται το ίδιο το θέμα του «Τριστάνου»!), όπως και τα πιανιστικά πρελούδια του Σοπέν με τις αρμονικές τολμηρότητές τους.

Το πρελούδιο του «Τριστάνου» αφήνει άφωνο τον ακροατή και με την δεξιότητα της αντιστικτικής γραφής του Βάγκνερ που, όπως γράφει σε μία ανάλυσή του ο Λέοναρντ Μπερνστάιν«κάνει τις τρίχες του κεφαλιού να σηκωθούν»! Στην κορύφωση της δραματικής έντασης της μουσικής, χτίζεται ένα απίστευτα περίπλοκο αρμονικό οικοδόμημα με μουσικά θέματα που εισάγονται διαδοχικά, με τρόπο ώστε κάθε νέα «φωνή» να εμπλουτίζει αντί να υπονομεύει τις ευαίσθητες αρμονικές ισορροπίες των υπολοίπων. Και η έκφραση του Μπερνστάιν κάθε άλλο παρά σχήμα λόγου αποδεικνύεται!

Τα σύμβολα πίσω από το δράμα

Η όπερα του Βάγκνερ, όμως, δεν εξαντλεί τη μεγαλοσύνη της στην ωραιότητα της μουσικής. Ο «Τριστάνος» είναι και ποίηση και – κυρίως – φιλοσοφία. Περιγράφει μία διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στα σύμβολα της μέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους. Και, για τους μυημένους, το φως εδώ δεν είναι το «καλό», ούτε το σκοτάδι το «κακό». Ίσως ακριβώς το αντίθετο. «Αυτό το φως... πάρτε αυτό το φως!», φωνάζει ο Τριστάνος καθώς αργοπεθαίνει...

Το δίπολο μέρας – νύχτας συμβολίζει την αντίθεση ανάμεσα στην επίφαση και την ουσία, την εικόνα και την αλήθεια, τη λογική και το συναίσθημα, το «πρέπει» και το «θέλω», τις συμβάσεις και την ελευθερία, την τιμή και τον έρωτα. Έναν έρωτα που στην κορύφωσή του καταργεί κάθε έννοια ατομικότητας.

Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τη μέρα ζουν στον ψεύτικο και υποκριτικό κόσμο των συμβάσεων, όπου η «τιμή» είναι η ανταμοιβή για την τυφλή υποταγή στους κανόνες. Εκείνη πρέπει να δείχνει σαν πιστή σύζυγος του περίλαμπρου βασιλιά Μάρκε… Εκείνος, σαν πιστός υπερασπιστής της τιμής του μονάρχη και θείου του… Το σκοτάδι της νύχτας, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς εαυτούς των δύο εραστών. Υπάρχει μόνο ο Τριστάνος και η Ιζόλδη, και τίποτ’ άλλο στον κόσμο. Κι όταν ακόμα η συμβατική τιμή του Τριστάνου χαθεί για πάντα, εκείνη θα διαλέξει και πάλι να τον ακολουθήσει στον δικό του, αιώνια σκοτεινό κόσμο, ίσαμε τον θάνατο…

Το δίπολο «έρωτας – θάνατος» κυριαρχεί σε ολόκληρη την όπερα. Τούτη τη φορά οι έννοιες βρίσκονται σε σύζευξη, σε αντίθεση με το απόλυτα διαζευκτικό «φως – σκοτάδι». Ο έρωτας και ο θάνατος σύντροφοι αχώριστοι, έτσι που ο δεύτερος να αποτελεί ηθικό προαπαιτούμενο για τον πρώτο. Μία ιδέα που καλλιέργησε επίμονα στα συγγράμματα και τις διαλέξεις του και ο Δ. Λιαντίνης – κι ας του ασκήσαμε κάποτε έντονη κριτική για τούτο...

Πόσος Σοπενχάουερ υπάρχει στον «Τριστάνο»;

Ο έρωτας, αυτή η υπέρτατη βίωση της ευτυχίας, είναι λοιπόν η άλλη όψη του θανάτου; Για κάποιους φιλοσόφους, τούτο αποτελεί ιερή κι αιώνια αλήθεια. Αυτή την αλήθεια εκφράζει με το μουσικό του δράμα ο Βάγκνερ. Που, κάτω από την επιφανειακά αλαζονική φύση του έκρυβε πάντα τον υπαρξιακό πόνο ενός βαθύ γνώστη του στοχασμού του Σοπενχάουερ.

Η επίδραση του Σοπενχάουερ στη φιλοσοφική σύλληψη του «Τριστάνου» έχει συζητηθεί ευρύτατα (δείτε, π.χ., το εξαίρετο βιβλίο του Γ. Μανιάτη [1]). Θα πρέπει, εν τούτοις, να προσεγγίζουμε το ζήτημα με έναν βαθμό σκεπτικισμού. Κατά τον Σοπενχάουερ, ο θάνατος λυτρώνει τον κόσμο από τα δεινά του έρωτα. Στον «Τριστάνο» συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο θάνατος λυτρώνει τον έρωτα από τα δεινά του κόσμου!

Στην πρώτη περίπτωση ο έρωτας είναι ο θύτης. Ωθώντας τον άνθρωπο σε μία ατέρμονη διαδικασία αναπαραγωγής, ευθύνεται για την διαιώνιση του πόνου και της αθλιότητας της ζωής. Έτσι, η μόνη λύτρωση του ανθρώπου από τα επίγεια βάσανα είναι ο θάνατος.

Στη δεύτερη περίπτωση ο έρωτας είναι θύμα των ανθρώπινων συμβάσεων, ειδικά εκείνων που σχετίζονται με το αίσθημα της τιμής και των κοινωνικών κωδίκων που απορρέουν από αυτό. Ο θάνατος λειτουργεί εδώ σαν όχημα απόδρασης από τον επιφατικό κόσμο των συμβάσεων σε έναν κόσμο ελευθερίας, μέσα στον οποίο οι δύο εραστές αποκτούν τη δυνατότητα να βιώσουν τη δική τους, μοναδική αλήθεια. Το δηλητήριο που μεταστοιχειώνεται σε ερωτικό φίλτρο συμβολίζει ακριβώς τη λύτρωση του ερωτικού πάθους μέσω του θανάτου, αφού μόνο με τον θάνατο μπορεί το πάθος να αποκτήσει αιώνια ζωή.

Το δώρο...

Το πλοίο έφτανε ήδη στην ακτή. Θυμήθηκα το καράβι που πήγαινε την Ιζόλδη νύφη νεκροζώντανη στην Κορνουάλη, στην πρώτη πράξη της όπερας. Μια «Ιζόλδη» που έβλεπα τώρα μπροστά μου τρισδιάστατη, ακουμπισμένη στην κουπαστή. Χαμένη κάπου στο χθες, αιώνια θλιμμένη.

Γιατί, ο έρωτας δεν είναι δώρο που μας δίνεται. Εμείς είμαστε δώρα που δίνονται στον έρωτα. Έστω κι αν γνωρίζουμε καλά πόσο η προσφορά αυτή κοστίζει...

[1] Γ. Μανιάτης, Ρίχαρντ Βάγκνερ: Το «Καθαρά Ανθρώπινο» (Πολύτροπον, 2004).