Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Δικτάτορες de jure και de facto

 Υπάρχουν δύο ειδών δικτάτορες: αυτοί που το δηλώνουν απροκάλυπτα κι εκείνοι που προσποιούνται τους δημοκράτες. Κατά μία έννοια, οι πρώτοι είναι πιο «έντιμοι» από τους δεύτερους...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Υπάρχει πάντα τρόπος να καταλύσεις ένα δημοκρατικό σύστημα αντικαθιστώντας το με ένα προσωποπαγές δικτατορικό καθεστώς, σε μία χώρα με μικρή δημοκρατική εμπειρία που έχει επί μακρόν βιώσει ως «κανονικότητα» τον αυταρχισμό. Είτε ο αυταρχισμός αυτός ασκείται από ένα πρόσωπο (λ.χ., έναν αυτοκράτορα, όπως ο Γουλιέλμος Β΄ της Γερμανίας, την ηγεμονία του οποίου διαδέχθηκε η βραχύβια «Δημοκρατία της Βαϊμάρης»), είτε επιβάλλεται από ένα ολοκληρωτικό κομματικό καθεστώς (π.χ., το κομμουνιστικό σύστημα εξουσίας στην Σοβιετική Ένωση [1], που έδωσε τη θέση του σε μία ευάλωτη δημοκρατία).

Την αποτελεσματικότερη μέθοδο να αποδομήσεις ένα σύστημα εξουσίας την δίδαξαν οι Έλληνες στον Τρωικό Πόλεμο: αρκεί να εισχωρήσεις σε αυτό (να γίνεις, δηλαδή, μέρος του συστήματος) και να το γκρεμίσεις εκ των έσω. Όταν το σύστημα είναι μία αδύναμη και ασταθής δημοκρατία, το αν θα παρουσιάσεις τον εαυτό σου απροκάλυπτα ως δικτάτορα, ή προσχηματικά ως δημοκράτη «πατέρα» του έθνους που περιορίζει τις λαϊκές ελευθερίες για το «καλό» του λαού, είναι ζήτημα πολιτικής βιτρίνας. Ας εξετάσουμε κάθε σενάριο χωριστά.

Η απροκάλυπτη δικτατορία

Ας κάνουμε την υπόθεση ότι φιλοδοξείς να γίνεις δικτάτορας σε μία χώρα που έχει μικρή εμπειρία γνήσιας δημοκρατίας, έχοντας γνωρίσει μόνο ένα αυτοκρατορικό σύστημα εξουσίας που τερματίστηκε μετά την ήττα σε έναν παγκόσμιο πόλεμο. Η νεοπαγής δημοκρατία είναι ασταθής, και η χώρα μαστίζεται από βίαιες ταραχές στο εσωτερικό της. Στόχος σου είναι να εγκαθιδρύσεις ένα δικτατορικό καθεστώς (με αρχηγό, φυσικά, εσένα), εφαρμόζοντας τη μέθοδο του δούρειου ίππου: αποκτώντας καταρχάς έναν θεσμικό ρόλο στο πλαίσιο του δημοκρατικού συστήματος και, στη συνέχεια, ανατρέποντας το πολίτευμα εκ των έσω.

Δημιουργείς, λοιπόν, ένα κόμμα με ακραία ιδεολογία και, παράλληλα, οργανώνεις έναν ιδιωτικό στρατό τραμπούκων που επιδίδονται σε βία και τρομοκρατία κατά των μη αρεστών. Εκόντες - άκοντες, και με το αφελές σκεπτικό ότι έτσι θα ηρεμήσουν τα πράγματα και θα σε ελέγχουν καλύτερα, οι άνθρωποι του γηραλέου προέδρου της δημοκρατίας σε διορίζουν – ας το πούμε έτσι – πρωθυπουργό.

Μετά τον θάνατο του προέδρου, αρπάζεις και τη δική του καρέκλα και αναγορεύεις τον εαυτό σου Αρχηγό του έθνους. Στη συνέχεια, οργανώνοντας προβοκάτσιες και επικαλούμενος «έκτακτες συνθήκες» που απαιτούν περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, καταργείς τη Βουλή και, τελικά, καταλύεις το δημοκρατικό πολίτευμα.

Ελλείψει, πλέον, θεσμικής αντιπολίτευσης, κάποιοι γενναίοι αντιφρονούντες αντιστέκονται με κάθε δυνατό τρόπο στο σκοτεινό καθεστώς που έχεις επιβάλει. Και τότε βρίσκεις την ιδανική λύση για να απαλλαγείς από αυτούς: τους κλείνεις, αρχικά, σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως και φροντίζεις στη συνέχεια να «πεθάνουν από φυσικά αίτια» εκεί. Στην πραγματικότητα, δίνεις εντολή να δολοφονηθούν...

Η κατ' επίφαση «δημοκρατία»

Υποθέτουμε, τώρα, ότι επιθυμείς να γίνεις δικτάτορας σε μία χώρα που έχει γνωρίσει, διαδοχικά, δύο αυταρχικά καθεστώτα – ένα αυτοκρατορικό και ένα μονοκομματικό «υπέρ του λαού» – ενώ έχει μόλις πρόσφατη εμπειρία δημοκρατίας. Γνωρίζοντας εκ των έσω τους σκοτεινούς μηχανισμούς του προηγούμενου ολοκληρωτικού καθεστώτος, κατορθώνεις να κερδίσεις την εύνοια του προέδρου της νεοσύστατης δημοκρατίας και να οριστείς από εκείνον ως διάδοχός του, πράγμα που επικυρώνεται θεσμικά μέσω δημοκρατικών εκλογών.

Από τη στιγμή που παίρνεις στα χέρια σου τη διακυβέρνηση της χώρας, «κόβεις» και «ράβεις» το σύνταγμα και τους νόμους στα μέτρα που σε εξυπηρετούν ώστε να παρατείνεις την παραμονή σου στην εξουσία. Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των κρατικών μηχανισμών καταστολής, φιμώνεις τον τύπο και επιβάλλεις σιγή σε κάθε δυνατή έκφραση κριτικής για τον χαρακτήρα και την πολιτική σου. Και, όταν εμφανίζονται στον ορίζοντα πολιτικοί αντίπαλοι με επικίνδυνη για το καθεστώς σου αντιπολιτευτική δυναμική, φροντίζεις με στημένες κατηγορίες να τους κλείσεις σε φυλακές - κολαστήρια, ή κανονίζεις να «πεθάνουν» μυστηριωδώς κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες (εντός ή εκτός φυλακών).

Τελικά, λόγω της απουσίας ελεύθερου πολιτικού αντίλογου, και ελλείψει πολιτικών αντιπάλων ικανών να πάρουν την εξουσία από εσένα (αφού τους έχεις όλους φυλακίσει ή/και δολοφονήσει), γίνεσαι de facto δικτάτορας της χώρας, με άγνωστη ημερομηνία λήξης του καθεστώτος σου...

Ο πιο «έντιμος» δικτάτορας

Κάνοντας σύγκριση των δύο περιπτώσεων, θα έλεγα (με κίνδυνο να παρεξηγηθώ) ότι ο πρώτος, de jure δικτάτορας φαντάζει πιο «έντιμος», αφού σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζεται ότι σέβεται δημοκρατικές αξίες και υπηρετεί δημοκρατικούς θεσμούς. Εισβάλλει στο δημοκρατικό σύστημα με ξεκάθαρο σκοπό να το καταλύσει, πράγμα που όχι μόνο δεν αρνείται αλλά και διαλαλεί στα πλήθη ως προσωπικό του θρίαμβο!

Αντίθετα, ο προσχηματικά «δημοκράτης» – αλλά κατ' ουσίαν δικτάτορας – του δεύτερου παραδείγματος προσβάλλει την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας, καθώς καταχράται τις ελευθερίες και τις δυνατότητες που προσφέρει το πολίτευμα προκειμένου να διαιωνίσει την εξουσία του, μετερχόμενος μάλιστα για τον σκοπό αυτό ακόμα και εγκληματικές μεθόδους που παραπέμπουν στη μαφία.

Το δυσάρεστο είναι ότι, στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας θα μπορούσε κάποιος να βρει (ακόμα και εντός Κοινοβουλίου) μερικούς κρυφούς θαυμαστές του πρώτου δικτάτορα, και αμέτρητους λάτρεις του δεύτερου. Και όλα αυτά, στη χώρα που δίδαξε στην ανθρωπότητα την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας.

[1] Φυσικά, και το ίδιο το σοβιετικό καθεστώς ήταν διάδοχο ενός άλλου αυταρχικού συστήματος: της Αυτοκρατορικής Ρωσίας.

KLIK 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Γάμος ομόφυλων ζευγαριών: Θα αφήσει ανεπηρέαστες τις ζωές των ετερόφυλων;

 Ακούγεται συχνά ότι ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών δεν αφορά παρά ένα μικρό κοινωνικό υποσύνολο. Στην πραγματικότητα, όμως, θα επηρεάσει έμμεσα και τις ζωές πολλών ετερόφυλων ζευγαριών που έχουν μικρά παιδιά.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών του γάμου μεταξύ ομόφυλων ατόμων είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν θα έπρεπε να εγείρει τόσο έντονες αντιδράσεις, αφού αφορά «μία μικρή μειοψηφία» του κοινωνικού συνόλου και, συνεπώς, δεν πρόκειται να επηρεάσει στο ελάχιστο τις ζωές των συντριπτικά περισσότερων πολιτών. Αυτό ακούγεται καθησυχαστικό. Ή μήπως δεν θα έπρεπε να είναι;

Δεν είμαι σε θέση να προβλέψω όλες τις προσαρμογές που θα απαιτηθούν από την κοινωνία, προκειμένου να αποδεχθεί απόλυτα και να εντάξει ομαλά στα ήθη της έναν θεσμό που ανατρέπει την «κανονικότητα» της οικογένειας έτσι όπως αυτή ισχύει από καταβολής κόσμου. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα στο οποίο θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή: οι συνέπειες του νεόκοπου θεσμού στην εκπαίδευση.

Η δια νόμου, πλέον, κατοχύρωση ισοτιμίας ανάμεσα στους ομόφυλους και τους ετερόφυλους γάμους θα επιβάλει, μεταξύ άλλων, την αναπροσαρμογή του τρόπου παρουσίασης της ιδέας της οικογένειας στους μαθητές των πρώτων τάξεων της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Έτσι, τα πρώτα σχολικά βιβλία θα περιλαμβάνουν υποχρεωτικά, στο όνομα της κοινωνικής ισότητας και της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης (αλλά και του ίδιου του νόμου!), εικόνες οικογενειών με ομόφυλους «γονείς».

Την αναπόφευκτη σύγχυση στο μυαλό ενός παιδιού που ανήκει σε ετερόφυλη οικογένεια θα κληθούν εκ των πραγμάτων να διαχειριστούν οι γονείς στο σπίτι. Και, αν ανήκουν στο πολυ-παινεμένο είδος των «προοδευτικών» ανθρώπων, το έργο τους θα είναι σχετικά εύκολο. Θα εξηγήσουν με μεγάλη φυσικότητα στο παιδί τους ότι, όπως (εκών - άκων) είπε κι ο δάσκαλος στο σχολείο, «κανονικότητα» δεν είναι μόνο η συνθήκη που βιώνει το ίδιο το παιδί αλλά κι εκείνη που γνωρίζει το παιδάκι «με τους δύο μπαμπάδες» στη φωτογραφία του σχολικού βιβλίου. Ίσως ακόμα και κάποιο άλλο παιδί στο σχολείο.

Όμως, παρά τις περί του αντιθέτου πεποιθήσεις, η «προοδευτικότητα» δεν αποτελεί κανονικότητα στο σώμα της κοινωνίας. Οι περισσότεροι γονείς, αυτοί δηλαδή που αποκαλούνται, ειρωνικά, «συντηρητικοί», «οπισθοδρομικοί», «αντιδραστικοί» – ακόμα και «κυρ-Παντελήδες» – από τις γραφίδες και τα μικρόφωνα της «προόδου», θα βρεθούν στη δύσκολη θέση να εξηγήσουν στο παιδί τους κάτι στο οποίο οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Ακόμα περισσότερο, κάτι που ενδέχεται να προκαλεί σε εκείνους έντονα αρνητικά συναισθήματα. Και, προκειμένου να μην υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη του παιδιού στον δάσκαλο, τις ιδέες και τα συναισθήματά τους αυτά θα πρέπει να τα αποκρύψουν.

Ακόμα και κάποιες ακραίες καταστάσεις δεν είναι δυνατό να αποκλειστούν. Για παράδειγμα, δεν είναι απίθανο μερικοί θερμόαιμοι γονείς να στραφούν κατά του σχολείου και να ζητήσουν εξηγήσεις για όσα «αφύσικα» εκτίθενται στο παιδί τους, τη στιγμή που αυτό έχει μόλις αρχίσει να μαθαίνει τον κόσμο. Μου είναι εύκολο να προβάλω μία σχεδόν οργισμένη επίσκεψη ενός πατέρα ή μίας μητέρας στο σχολείο, και «ακούω» ήδη τις φωνές τους στον δάσκαλο ή τον διευθυντή: «Αυτά σας έστειλα το παιδί μου να του μάθετε;»

Το σχολείο, φυσικά, θα επικαλεστεί διδακτικές απαιτήσεις που επιβάλλονται από τον νόμο, και οι διαμαρτυρόμενοι γονείς ίσως φτάσουν να κατηγορηθούν για απόπειρα παρακώλυσης διδακτικού έργου. Θα ήθελα να έβλεπα την πολιτεία να τολμά να τους δικάσει, τη στιγμή που κυκλοφορούν ελεύθερα στους δρόμους κακοποιοί «γνώριμοι στις αρχές», όπως και οδηγοί με «αχρωματοψία» που βλέπουν μόνιμα το κόκκινο σαν πράσινο!

Τι επιχειρούμε να πούμε με όλα τα παραπάνω; Τίποτα περισσότερο από το ότι, παρά τους ισχυρισμούς που διακινούνται από τους υποστηρικτές του γάμου ομόφυλων ζευγαριών, ο νέος θεσμός δεν αφορά μόνο μία μικρή κοινωνική μειοψηφία αλλά θα επηρεάσει έμμεσα και τις ζωές ετερόφυλων ζευγαριών που έχουν μικρά παιδιά. Γιατί, πολλοί γονείς θα κληθούν να εξηγήσουν στο παιδί τους, με όσο γίνεται πιο πειστικό τρόπο, πράγματα στα οποία οι ίδιοι δεν οφείλουν να πιστεύουν...

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Ρίχαρντ Βάγκνερ: Ένας Γερμανός φιλέλληνας


Με αφορμή την επέτειο του θανάτου ενός κορυφαίου Γερμανού μουσικοσυνθέτη που αγάπησε πολύ την Ελλάδα.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

«Οι ανταποκρίσεις των εφημερίδων και των περιοδικών από τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, μου είχαν προξενήσει φοβερή συγκίνηση. Έτσι, η αγάπη μου για την Ελλάδα, που αργότερα μετατράπηκε σε ενθουσιασμό για τη μυθολογία και την ιστορία της αρχαιότητάς της, πήγασε από το ζωηρό και επώδυνο ενδιαφέρον μου για τα γεγονότα του παρόντος. Στα κατοπινά χρόνια, η ιστορία των αγώνων των Ελλήνων κατά των Περσών μού έφερνε πάντα στο νου τη σύγχρονη επανάσταση κατά των Τούρκων.»

(Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία [1] ενός μεγάλου Γερμανού μουσικοσυνθέτη και φιλέλληνα, ο οποίος έκανε σκοπό της καλλιτεχνικής του δημιουργίας την αναβίωση του αρχαίου Ελληνικού Δράματος μέσω του Λυρικού Θεάτρου.)

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ γεννήθηκε στη Λειψία το 1813 και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1883 στη Βενετία [2]. Μετά από αυτόν, τίποτα στην όπερα – αλλά και στην Τέχνη γενικότερα – δεν θα ήταν ίδιο. Έκανε πράξη το όραμά του να συνενώσει όλες τις τέχνες (ποίηση, μουσική, εικαστικές τέχνες, ως και φιλοσοφία) σε μία ενιαία Τέχνη που θα εμπεριείχε κάθε δυνατή έκφανση του ωραίου. Ειδικά σε ό,τι αφορά την όπερα (ορθότερα, «μουσικό δράμα»), εισήγαγε τον μουσικό συμβολισμό μέσω της συστηματικής χρήσης μουσικών θεμάτων (Leitmotiv), ενώ αναβάθμισε τον ρόλο της ορχήστρας από απλά συνοδευτικό και υποδηλωτικό του ρυθμού (πρακτική από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο μεγάλος Βέρντι) σε ρόλο αληθινού φιλοσοφικού σχολιαστή τού επί σκηνής παριστώμενου δράματος, κάτι ανάλογο με τον χορό στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Η υστεροφημία του Βάγκνερ αμαυρώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω του ότι ένας παράφρων Γερμανός δικτάτορας, που βαρύνεται με το φρικτό μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος, έτυχε να λατρεύει σε βαθμό ψύχωσης τη μουσική του και ανήγαγε τον συνθέτη σε απόλυτο σύμβολο «γερμανισμού». Για τον ίδιο λόγο αποδόθηκε, όψιμα, μεγαλύτερη του δέοντος σημασία στον «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ. Στην πραγματικότητα, η καταραμένη αυτή ετικέτα, που τον καταδιώκει ως σήμερα, βασίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα γελοίο δοκίμιο («Ο Ιουδαϊσμός στη Μουσική») που έγραψε ο Βάγκνερ ωθούμενος από το σύμπλεγμα που τον διακατείχε έναντι της καλλιτεχνικής επιτυχίας μεγάλων Εβραίων συνθετών της εποχής του, όπως ο Μέντελσον και ο Μάιερμπεερ. Στη «δαιμονοποίηση» του Βάγκνερ συνέβαλε επίσης τα μέγιστα η στενή φιλία της νύφης του, Γουίνιφρεντ Βάγκνερ – την οποία ο συνθέτης δεν γνώρισε ποτέ – με τον Χίτλερ, όπως και οι εμπαθείς κι ατεκμηρίωτες διαστρεβλώσεις των νοημάτων που περιέχονται στο βαγκνερικό έργο από τον Αμερικανό συγγραφέα Ρόμπερτ Γκούτμαν (Robert Gutman) [3].

Όμως, στον κύκλο του Βάγκνερ θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει πολλούς Εβραίους φίλους και συνεργάτες, ενώ ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε να προσυπογράψει αντισημιτικές διακηρύξεις. Είναι αξιοσημείωτο ότι ανέθεσε τη διεύθυνση της τελευταίας και ίσως κορυφαίας όπεράς του, «Πάρσιφαλ», στον νέο και ταλαντούχο μαέστρο Χέρμαν Λεβί – με τον οποίο ο συνθέτης είχε αναπτύξει στενή προσωπική φιλία – παραβλέποντας τις αντιδράσεις αντισημιτικών κύκλων της εποχής (αλλά και τις επιφυλάξεις του ίδιου του πεθερού τού Βάγκνερ, Φραντς Λιστ) λόγω του ότι ένα έργο που υμνούσε τον Χριστιανισμό θα αντετίθετο στον γιο ενός ραβίνου.

Για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε: Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν την Ελλάδα κατά κύριο λόγο (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ – όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του – στράφηκε στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού. Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Δυστυχώς, τον διέψευσαν (και εξακολουθούν να τον διαψεύδουν) οι κατοπινές γενιές των Ελλήνων...

[1] Richard Wagner, “My Life” (Αγγλική Έκδοση, Cambridge University Press, 1983). (Η μετάφραση του αποσπάσματος έγινε από τον γράφοντα.)

[2] Παρεμπιπτόντως, δεν πέθανε στη Βενετία ο μεγάλος Αυστριακός συνθέτης Γκούσταβ Μάλερ, όπως για λόγους ακατανόητους αφηγείται ο Λουκίνο Βισκόντι στην ταινία του «Θάνατος στη Βενετία»!

[3] Ο Γκούτμαν φτάνει ως το σημείο να συνδέσει τον «Πάρσιφαλ» – έναν αληθινό ύμνο στην ανθρώπινη ενσυναίσθηση – με τον εξοντωτικό φυλετικό ρατσισμό των Ναζί που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα!