Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

«Κυβιστήσεις» και μετεκλογικός πραγματισμός

Επιστρέφοντας από ένα επίσημο ταξίδι στο εξωτερικό, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο αυθεντικός) είχε κάνει κάποτε μια ιστορική δήλωση: «Έξω πάμε καλά, αλλά μέσα…» Δηλαδή, οι εξωτερικές υποθέσεις (τα εθνικά ζητήματα) της χώρας βαίνουν καλώς, αλλά στο εσωτερικό υπάρχουν μεγάλα προβλήματα.

Βέβαια, άλλες εποχές τότε! Η χώρα απείχε πολύ απ’ το να είναι το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης, ενώ πρόβαλλε και ως ανερχόμενη δύναμη του Νότου. Εν τούτοις, η Καραμανλική ρήση διατηρεί μια κάποια διαχρονικότητα. Όχι τόσο, δυστυχώς, ως προς το αισιόδοξο πρώτο σκέλος της, όσο ως προς την απαισιόδοξη κατάληξή της…

Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές υποθέσεις είναι σημαντικός, αφού διαφοροποιεί το είδος της ευθύνης και, συνακόλουθα, την πολιτική στάση των κομμάτων. Για να το κατανοήσουμε αυτό, είναι καταρχήν αναγκαίο να (επαν)εξετάσουμε το ρόλο και τη λειτουργία της αντιπολίτευσης σε ένα δημοκρατικό καθεστώς. Ξεκινώντας με τα πλέον στοιχειώδη, πέραν του ότι, αυτονοήτως, θα πρέπει να σέβεται το – δυσμενές γι’ αυτήν – εκλογικό αποτέλεσμα (το οποίο αντιπροσωπεύει τη λαϊκή βούληση), η αντιπολίτευση θα πρέπει καλοπροαίρετα, αντικειμενικά και δίκαια να ελέγχει και την άσκηση της εξουσίας από την κυβέρνηση, με μοναδικό γνώμονα το κοινωνικό και εθνικό συμφέρον. Κι εκεί που οι περιστάσεις το απαιτούν, να γίνεται ακόμα και αρωγός της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση κρίσιμων εθνικών θεμάτων!

Στην Ελλάδα, τόσο η άσκηση της εξουσίας, όσο και αυτή του ελέγχου της, απείχαν πάντοτε από το να θεωρούνται ιδανικές. Οι κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν το κράτος σαν μετεκλογική λεία και το διοικούσαν σαν να ήταν προέκταση των κομματικών τσιφλικιών τους. Απ’ τη μεριά τους, οι αντιπολιτεύσεις (ιδιαίτερα οι πλησιέστερα ευρισκόμενες στην εξουσία, από απόψεως κοινοβουλευτικής δύναμης) επιδίδονταν σε συστηματικό πόλεμο φθοράς και υπονόμευσης του κυβερνητικού έργου, με στόχο την αποτυχία του και με θύμα, κυρίως, την εθνική οικονομία (δείτε και το άρθρο μας: «Τι (δεν) μας δίδαξε ο Μεγάλος Πόλεμος»).

Εν τούτοις, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να προσάψει αντεθνική και υπονομευτική συμπεριφορά σε οποιαδήποτε αντιπολίτευση (της μεταπολιτευτικής περιόδου, τουλάχιστον) σε ό,τι αφορά τα εξωτερικά ζητήματα της χώρας. Τη σχέση της χώρας, δηλαδή (και ιδιαίτερα, τις διαφορές ή τις όποιου βαθμού συγκρούσεις της) με τον υπόλοιπο κόσμο. Μέχρι πριν την παρούσα οικονομική κρίση, τα προβλήματα στα ζητήματα αυτά εστιάζονταν κυρίως στην εθνική άμυνα. Μετά την κρίση, προστέθηκε μια εξίσου απειλητική συνιστώσα: αυτή της εθνικής οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά την άμυνα, είδαμε «φιλοπόλεμες» αντιπολιτεύσεις να λειτουργούν με πνεύμα πραγματισμού και να επιλέγουν τον έντιμο συμβιβασμό αντί της σύγκρουσης, ως μετέπειτα κυβερνήσεις. Στο πεδίο της οικονομίας, νωπό είναι το παράδειγμα φανατικά «αντι-μνημονιακής» αντιπολιτευτικής ρητορείας που μετατράπηκε σε απόλυτη «μνημονιακή» συμμόρφωση από θέσεως εξουσίας.

Η συνήθης κριτική σε τέτοιες περιπτώσεις περιλαμβάνει τον όρο «κωλοτούμπα». Αγνοεί, όμως, μια πολύ λεπτή παράμετρο του αντιπολιτευτικού ρόλου σε ό,τι αφορά τα θέματα εθνικής σημασίας: Η (εκάστοτε) αντιπολίτευση οφείλει να εμφανίζεται σκληρότερη και πιο αδιάλλακτη από την κυβέρνηση, γιατί αυτό αυξάνει σημαντικά τη διαπραγματευτική δύναμη της τελευταίας στη διαχείριση των (κάθε μορφής) εθνικών θεμάτων στα διεθνή πεδία. Δίνει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να πει προς τα έξω: «Θέλω να συμμορφωθώ προς τας υποδείξεις σας, αλλά έχω πίσω μου μια σκληρή αντιπολίτευση που με πιέζει και δεν μπορώ να την αγνοήσω!» Κι αυτή είναι διεθνής πρακτική, όχι ελληνικό εφεύρημα…

Ερχόμαστε στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Εκ πρώτης όψεως, το νέο κυβερνητικό σχήμα εμφανίζεται διπολικό. Κάποιοι, μάλιστα, διακρίνουν σ’ αυτό μια εγγενή εσωτερική αντίφαση που προεξοφλεί τη μεσοπρόθεσμη θνησιγένειά του. Εστιάζοντας την προσοχή μας σε δύο βασικούς τομείς, ο μείζων πόλος του κυβερνητικού σχήματος επιδεικνύει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ζητήματα οικονομίας με γνώμονα την εξασφάλιση κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ για τον κυβερνητικό εταίρο του υπάρχει μία επί πλέον –κι εξ ίσου ισχυρή– ευαισθητοποίηση στα θέματα της εθνικής άμυνας. Συνολικά, οι δύο κομματικοί φορείς χρησιμοποίησαν στο παρελθόν ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα ενάντια στη διαλλακτικότητα, όπως θεώρησαν, των τότε κυβερνήσεων, τόσο απέναντι σε οικονομικές, όσο και σε αμυντικές έξωθεν πιέσεις.

Στο βαθμό που οι ένοπλες δυνάμεις κρατηθούν, ως οφείλουν, μακριά από ευρύτερες πολιτικές επιρροές και αναμείξεις, και περιοριστούν στον σημαντικότατο ρόλο τους ως εγγυήτριες της εθνικής ασφάλειας, η τοποθέτηση του επικεφαλής του συγκυβερνώντος κόμματος στη θέση του υπευθύνου για την εθνική άμυνα φαίνεται σαν μια απόλυτα λογική επιλογή. Γενικότερα, αν υπάρξει ένα modus vivendi ως προς τον διαχωρισμό των ρόλων των δύο εταίρων, δεν διαφαίνεται σοβαρός λόγος απαισιοδοξίας για τη βιωσιμότητα του κυβερνητικού σχήματος. Τουλάχιστον, σε μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα…

Φυσικά, είναι λογικά και πρακτικά αδύνατο, αν όχι και εθνικά επικίνδυνο, να ασκήσουν τα δύο κόμματα εξουσία με ατζέντα την κατά γράμμα εφαρμογή όσων – ορθώς, εκ του ρόλου τους ως αντιπολιτευόμενες δυνάμεις – φανατικά διακήρυσσαν, και απαιτούσαν να κάνει πράξη, η απελθούσα κυβέρνηση. Δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για ηρωικούς αντι-μνημονιακούς παλικαρισμούς απέναντι στα «θηρία» της Ευρώπης, ούτε και για εθνικά νταηλίκια προς όμορες χώρες που, τη δύσκολη τούτη ώρα, χρειαζόμαστε να τις μετρήσουμε ανάμεσα στους φίλους, παρά στους εχθρούς!

Για τους οπαδούς, τουλάχιστον, του πολιτικού ρεαλισμού, θα ήταν αυτή τη στιγμή περιττή πολυτέλεια τα όποια ειρωνικά σχόλια περί «κυβιστήσεων», εν όψει μιας (ευκταίας, πιστεύουμε) επίδειξης μετριοπάθειας και πνεύματος συνεργασίας εκ μέρους της νέας κυβέρνησης, προς τον υπόλοιπο κόσμο. Είτε αυτός μας «αγαπά», είτε μας αντιμάχεται! Κι ελπίζω, ως προς τη θέση μου αυτή, να μη βρεθώ μόνος ανάμεσα σε όσους ΔΕΝ στήριξαν προεκλογικά τούτη την κυβέρνηση (όπως, εξ άλλου, από πεποίθηση και όχι για λόγους έξωθεν – καλής ή κακής – μαρτυρίας, απέφυγα να υποστηρίξω και οποιονδήποτε άλλο κομματικό σχηματισμό).

Και, για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, ευχής έργο είναι να ακουστεί κάποια μέρα από τον τάφο η φωνή του Εθνάρχη να λέει, με τη χαρακτηριστική προφορά του: «Έξω πάμε καλά, αλλά τώρα τελευταία κάτι ελπιδοφόρο γίνεται και μέσα!» Για να επιτευχθεί αυτό, όμως, απαιτείται υπέρβαση κομματικών εγωισμών (ένθεν και ένθεν) και αληθινό πνεύμα συνεργασίας και εθνικής ομοψυχίας. Θα μπορούμε, τότε, στ’ αλήθεια να αισιοδοξούμε! Έστω και χωρίς να εφησυχάζουμε…

* Ο αρθρογράφος Κώστας Παπαχρήστου είναι διαπρεπής μετρ των «κυβιστήσεων», όπως, εξ άλλου, το παρόν κείμενο περίτρανα καταδεικνύει!

Aixmi.gr

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Γράμμα σε έναν πρόσφυγα του ’22

Το παρακάτω οιονεί ποίημα αφιερώνεται στη μνήμη ενός πρόσφυγα της Μεγάλης Καταστροφής. Είμαι βέβαιος για την επιλογή (ή, τις επιλογές) που θα έκανε μπροστά στην κάλπη, αν ζούσε σήμερα. Γιατί, ο εξαιρετικός αυτός άνθρωπος, ο αυτοδίδακτα σοφός και φιλοσοφημένος, έφυγε πιστεύοντας ως το τέλος πως «για όλα έφταιγαν οι ξένοι»...

Χαμένες Πατρίδες...

Χαμένες όλες οι πατρίδες σου, παππού!

Αυτή με βιάση που άφησες
κυνηγημένος σαν τ’ αγρίμι
μες από άβατα βουνά διαβαίνοντας,
μέρες συντηρημένος
μ’ αυτά που έλεγες με τίποτα
δεν τρώγονται ωμά, όποια η πείνα,
με τη φρικτή ανάμνηση νωπή
πατέρα κι αδελφής σφαγμένων
απ’ τα χέρια πρώην αδελφών,
με μόνη ελπίδα σωτηρίας
την Ελλάδα που σε πρόδωσε
(κι ας λες οι ξένοι που μας έβαλαν
και μόνους μας αφήκαν
πως ήταν οι εχθροί!)...

Χαμένη είν’ κι αυτή
εδώ που ήρθες κάποτε
γυρεύοντας μια νέα ζωή,
απ’ το πηγάδι πίνοντας
το πρώτο σου γλυφό νερό
που σου ‘δειξαν με περιφρόνηση,
αποξηραίνοντας βάλτους ατέλειωτους
να κάνεις λίγη γη να μείνεις,
να καλλιεργήσεις...
Κι ως άρχισ’ η ζωή τριγύρω σου
δειλά ν’ ανθίζει πάλι,
τα χώματά σου πάτησαν
καινούργιοι εχθροί,
πήραν το βιος που μόχθησες
να θρέψουν άσπλαχνους ξένους στρατούς
και σ’ άβατα βουνά ξανά σε στείλαν...

Και σαν κι αυτοί νικήθηκαν
καταμεσής στο δρόμο βρέθηκες
σε διασταυρούμενα πυρά
αδελφοκτόνας μάχης,
ενός πολέμου ίσαμε σήμερα
που ωραία και καλά κρατεί
και τρώει τα παιδιά μας,
αφού η Ελλάδα γι’ άλλη μια φορά
παππού σε πρόδωσε
(κι από τον τάφο ας λες εσύ
οι ξένοι που ζητούν τα δανεικά
πάντα οι εχθροί πως είναι!)...

(Από τη συλλογή «ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ»)

Aixmi.gr

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Πατριωτισμός και Δημοκρατία: Σχήμα οξύμωρο; (Από μια έκθεση μαθητή)

Το παρακάτω κείμενο (θα μπορούσε να) είναι μια έκθεση μαθητή των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού, ή των πρώτων του Γυμνασίου. Κι όπως λένε, την αλήθεια τη μαθαίνεις είτε από μικρό, είτε από τρελό. Εν προκειμένω, μόνο τρελός δεν δείχνει ο νεαρός κειμενογράφος!

Γράφει:

Τον πατέρα μου τον άκουγα πάντα να λέει ότι πιστεύει πολύ στη Δημοκρατία, γιατί είναι το καλύτερο και πιο δίκαιο πολίτευμα. Προχθές, όμως, μιλώντας με ένα φίλο του στο τηλέφωνο, ήταν πολύ απογοητευμένος και έλεγε πως αμφιβάλλει πια γι’ αυτήν. Την καταντήσαμε, είπε, «ασύμβατη με τη φιλοπατρία», και κάναμε τη Δημοκρατία και τον πατριωτισμό να φαίνονται μαζί σαν «σχήμα οξύμωρο».

Επειδή τις ελληνικούρες του πατέρα μου δεν τις πολυ-καταλαβαίνω, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο του ζήτησα να μου εξηγήσει με απλά λόγια τι ήθελε να πει. Κι αυτός μου διηγήθηκε, τότε, μια φανταστική ιστορία, κάτι σαν «αλληγορία» ή «παραβολή», όπως την είπε:

Στην άκρη ενός μεγάλου και φαρδύ δρόμου, στεκόταν μια γιαγιούλα που ήθελε να περάσει στην απέναντι πλευρά. Φαινόταν σα να μην ένιωθε μεγάλη εμπιστοσύνη στα πόδια ή στα μάτια της, γιατί δίσταζε να ξεκινήσει. Κάποια στιγμή, την είδαν οι δύο εγγονοί της που κάθονταν σε μια καφετέρια κάπου εκεί κοντά, και έτρεξαν προς το μέρος της. Κι εκείνη υποσχέθηκε να δώσει κάτι λιγοστά κέρματα που είχε στην ποδιά της σ’ εκείνον που θα τη βοηθούσε να περάσει απέναντι. Οι εγγονοί τότε άρχισαν να τσακώνονται άγρια μεταξύ τους για το ποιος θα τη βοηθήσει. Έλεγαν άσχημες κουβέντες και χτυπούσαν ο ένας τον άλλο.

Τότε η γιαγιά είπε σε έναν απ’ τους δύο να την περάσει απέναντι, και στον άλλο να μείνει πίσω αλλά να έχει το νου του μήπως ο πρώτος χρειαστεί κάποια βοήθεια. Μόλις όμως ξεκίνησαν να περπατούν, ο άλλος εγγονός, που δεν έμεινε πίσω, άρχισε να κλωτσάει και να βάζει τρικλοποδιές στον πρώτο που παραλίγο να πέσει και να ρίξει κάτω και τη γιαγιά!

Εκείνη τότε είπε στον άλλο να την αναλάβει αυτός, αφού τόσο πολύ το ήθελε. Όμως, ο πρώτος εγγονός άρχισε κι εκείνος, τώρα, να χτυπάει και να κλωτσάει τον δεύτερο, και λίγο έλειψε να τον πετάξει κάτω μαζί με τη γιαγιά! Μετά ανέλαβε πάλι τη γιαγιά ο πρώτος εγγονός. Και πάλι μετά ο δεύτερος, που έβαλε τρικλοποδιά στον πρώτο. Κι αυτό γινόταν ξανά και ξανά, έτσι που η γιαγιά δεν έφτανε ποτέ στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ώσπου κάποια στιγμή σώθηκαν τα κουράγια και των δύο εγγονών, και ζήτησαν από κάποιον ξένο, που φαινόταν πιο γεροδεμένος απ’ αυτούς, να τους βοηθήσει. Κι εκείνος πράγματι πέρασε τη γιαγιά απέναντι. Για τον κόπο του, όμως, ζήτησε και πήρε τη μία από τις δυο φρατζόλες ψωμί που η καημένη η γιαγιά είχε μόλις αγοράσει από το φούρνο!

Ρώτησα, τότε, τον πατέρα μου: «Μα, αφού οι εγγονοί πρέπει, λογικά, να αγαπούσαν τη γιαγιά τους, γιατί δεν τη βοήθησαν κι οι δυο μαζί να περάσει απέναντι στο δρόμο, αλλά τσακώνονταν ποιος θα την περάσει από μόνος του;» Τότε εκείνος γέλασε και μου είπε: «Τα κέρματα, παιδί μου. Τα κέρματα!» Και μετά συνέχισε:

«Φαντάσου, τώρα, ότι η γιαγιά είναι η Πατρίδα, και η οφειλόμενη προς αυτήν αγάπη είναι η φιλοπατρία, ο πατριωτισμός. Ο δρόμος που πρέπει να διασχίσει η γιαγιά είναι οι δύσκολοι καιροί που περνάμε, που απαιτούν να είμαστε μονιασμένοι και να αγωνιζόμαστε όλοι μαζί για έναν κοινό σκοπό. Πες, τώρα, ότι οι δύο ιδιοτελείς εγγονοί είναι τα πολιτικά κόμματα που, αντί να συνεργάζονται για το καλό της Πατρίδας, αγωνίζονται το ένα ενάντια στο άλλο για την κουτάλα της εξουσίας. Και ο επίσης ιδιοτελής ξένος, που βοήθησε τη γιαγιά για ένα καρβέλι ψωμί, είναι όλοι εκείνοι οι ξένοι στους οποίους καταφεύγουμε για βοήθεια όταν τα ανάξια πολιτικά κόμματα – μα κι εμείς οι αντάξιοί τους που τα ψηφίζουμε – οδηγούν τη χώρα στην καταστροφή. Τέλος, φαντάσου ότι η δυνατότητα της γιαγιάς να διαλέγει ποιο από τα δυο παλιόπαιδα θα την περάσει απέναντι, καθώς και το δικαίωμα αυτών των παλιόπαιδων να καυγαδίζουν μεταξύ τους εις βάρος της ασφάλειας και της οικονομίας της γιαγιάς, είναι αυτό που λέμε… χμμ… Δημοκρατία. Κατάλαβες;»

Κούνησα το κεφάλι μου, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς πάει να πει αυτό το «ιδιοτελείς». Εκείνο που κατάλαβα εγώ, ήταν πως η φιλοπατρία και η Δημοκρατία είναι πράγματα αταίριαστα μεταξύ τους, αφού, όπως φαίνεται, η Δημοκρατία κάνει τους ανθρώπους εγωιστές που ενδιαφέρονται πιο πολύ για το συμφέρον του κόμματος που υποστηρίζουν, παρά γι’ αυτό της πατρίδας τους.

Το είπα, όμως, στον πατέρα μου κι εκείνος γέλασε: «Όχι, παιδί μου, δεν φταίει η Δημοκρατία! Όχι τουλάχιστον αυτή που οραματίστηκαν οι πρόγονοί μας. Είναι το πώς την καταντήσαμε εμείς σήμερα που την καθιστά ασύμβατη με τον πατριωτισμό. Σαν να λέμε, φιλοπατρία και Δημοκρατία κατέληξαν να αποτελούν μαζί σχήμα οξύμωρο!»

Καθιστά ασύμβατη… Σχήμα οξύμωρο… Αυτός ο πατέρας μου έχει πάντα τον τρόπο να με μπερδεύει όταν μιλάει!

Μαθητής Γ. Π.

Aixmi.gr

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Η Θρησκεία σε ερωτήσεις (δίχως απαντήσεις)...

Φίλες και φίλοι αναγνώστες του Aixmi.gr, Καλή Χρονιά! Εγκαινιάζω την προσωπική αρθρογραφία του 2015 σε μια στιγμή που η ανθρωπότητα (τουλάχιστον, το κομμάτι της που δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του πολιτισμένο) συγκλονίζεται από ένα ακόμα αποτρόπαιο έγκλημα θρησκευτικού φανατισμού. Και ο χρονικός ορίζοντας της λέξης «ακόμα» είναι βραχύς, αφού πρόσφατες είναι οι εφιαλτικές εικόνες αποκεφαλισμών και άλλων πράξεων θηριωδίας στο όνομα κάποιας θρησκευτικής πίστης...

Βλέποντας την ιστορία των θρησκειών διαχρονικά, έχω την αίσθηση (και ας με διορθώσουν οι αναγνώστες) ότι καμία δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο της ιστορικής κριτικής σε ό,τι αφορά τη στάση της απέναντι στην αντίθετη άποψη. Και πώς να συμβιβαστεί, αλήθεια, ο (συχνά φανατικός) δογματισμός με την ελευθερία της σκέψης που προϋποθέτει το δικαίωμα στην αμφισβήτηση; Όμως, υπάρχει ένα πιο θεμελιώδες και κρίσιμο ερώτημα που αφορά αυτή τούτη την ιδέα της θρησκείας, γενικά: Πόσο συμβατή είναι αυτή με την αναζήτηση (ακόμα περισσότερο, την εύρεση και την απόλυτη γνώση) της Αλήθειας περί της Ουσίας του Θείου;

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να μεταφέρω στους αναγνώστες του Aixmi.gr κάποιους προβληματισμούς που είχαμε διατυπώσει παλιότερα σε ένα σύντομο άρθρο στο «ΒΗΜΑ». Γνωρίζω ότι το θέμα είναι ευαίσθητο για πολλούς. Σκοπός αυτής της συζήτησης, όμως, δεν είναι να προκαλέσει αντιδράσεις και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, αλλά να λειτουργήσει ως αφετηρία ενός γόνιμου διαλόγου. Έστω και ανάμεσα σε διαφωνούντες...

Παραθέτω (με τροποποιήσεις και βελτιώσεις) το κείμενο που δημοσιεύθηκε στο «ΒΗΜΑ» στις 11/10/2012:

------------------------------------------------------

Οι απόψεις που εκτίθενται σ’ αυτό το σύντομο άρθρο ούτε πρωτότυπες είναι, ούτε συνιστούν βαθιά ανάλυση πάνω σε ένα δύσκολο κι ευαίσθητο θέμα. Εξαιρετικές αναλύσεις μπορεί να βρει άφθονες ο επισκέπτης του Διαδικτύου (ακόμα και στην ελληνική γλώσσα), για να μην αναφερθώ στα κλασικά δοκίμια μεγάλων φιλοσόφων όπως ο Bertrand Russell. Ταπεινός σκοπός αυτού του κειμένου είναι η ελάχιστη συμβολή του στην αποτροπή μιας δεδομένης «ετικετοποίησης» ανθρώπων με βάση τις επιλογές τους σε θέματα θρησκείας. Έτσι όπως εύκολα τοποθετούνται, γενικά, οι ετικέτες σ’ αυτό τον τόπο...

Έχουμε συνηθίσει να δεχόμαστε την δήλωση θρησκευτικής πίστης ως μέρος του αυτοπροσδιορισμού ενός ατόμου. Η απουσία, δε, μιας τέτοιας δήλωσης οδηγεί εξ ορισμού στον χαρακτηρισμό του ατόμου ως «άθεου».

Το ότι ένας άθεος είναι άθρησκος, είναι, ασφαλώς, αυτονόητο. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον ισχύει το αντίστροφο. Δηλαδή, κατά πόσον ο άθρησκος (αυτός, δηλαδή, που αρνείται να περιχαρακώσει την πίστη του στα δογματικά στεγανά οποιασδήποτε θρησκείας) είναι αναγκαία άθεος. Ή, κατά λογική ισοδυναμία, κατά πόσον ο μη-άθεος (αυτός που δεν αρνείται την πίστη σε ένα Υπέρτατο Ον) είναι αναγκαία θρήσκος (δηλώνει πίστη σε κάποια θρησκεία). Κάτι τέτοιο προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστον, ότι η ίδια η ιδέα της θρησκείας είναι συμβατή με την πίστη σε μία Αρχή που κωδικοποιείται από τον άνθρωπο – και την ίδια τη θρησκεία – με το όνομα «Θεός».

Το ερώτημα που θέτουμε είναι αν αυτή η προϋπόθεση συμβατότητας καταρχήν πληρούται. Ερώτημα κρίσιμο, αφού μια αρνητική απάντηση οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα δεύτερο, ακόμα σοβαρότερο ερώτημα: Κατά πόσον θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την ίδια τη θρησκεία ως «βλάσφημη»!

Θα περιοριστούμε σε δύο, μόνο, σημεία που θεωρούμε βασικότερα:

1. Σύμφωνα με τη θρησκεία, ο άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίζει (μερικώς, τουλάχιστον) τη φύση του Θεού. Για παράδειγμα, η Χριστιανική θρησκεία αναφέρεται στο τρισυπόστατο της φύσης αυτής (Τριαδικό Δόγμα). Συσχετίζει, έτσι, μια υπερβατική έννοια (Θεός) με έναν φυσικό αριθμό (τρία). Οι φυσικοί αριθμοί, όμως (οι οποίοι, εκτός των άλλων, υπόκεινται στον περιορισμό του διακριτού) είναι εφεύρημα των ανθρώπων για πρακτικούς, κυρίως, σκοπούς (π.χ., καταμέτρηση αντικειμένων). Έτσι, μια υπερβατική έννοια που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης διάνοιας, εμπειρίας και λογικής, μοιάζει να συρρικνώνεται ώστε να προσαρμοστεί στα ανθρώπινα μέτρα. Πόσο απέχει ο εξορθολογισμός αυτός της έννοιας του Θεού από την βλασφημία;

2. Στο πλαίσιο της ανθρωπομορφικής εικόνας του Θεού, όπως την περιγράφει η θρησκεία (και όχι μόνο η Χριστιανική), Εκείνος εμφανίζεται με τις πλέον απεχθείς ανθρώπινες αδυναμίες: ματαιοδοξία, ζηλοτυπία, μνησικακία, σκληρότητα, εκδικητικότητα… Στον αντίποδα, και καθ’ υπέρβαση των ορίων τόσο της κοινής λογικής, όσο και της διαλεκτικής του μεταφυσικού, υπάρχει ταυτόχρονα η αγάπη Του για τον άνθρωπο (κορυφαίο – υποτίθεται – δημιούργημά Του)! Πόσο μακριά βρίσκεται ο οξύμωρος αυτός ανθρωπομορφισμός του Θεού από την βλασφημία;

Οι παραπάνω επισημάνσεις – και άλλες που θα μπορούσαν να αναφερθούν σε ένα εκτενέστερο άρθρο – θέτουν το ερώτημα, κατά πόσον ο δογματικός εξορθολογισμός και η κατ’ ουσίαν «εκκοσμίκευση» του υπερβατικού, που επιχειρεί να επιβάλει με αδιαπραγμάτευτη βεβαιότητα η θρησκεία, είναι σε αρμονία με την πίστη σε ένα Υπέρτατο Ον και δεν αποτελούν, αντίθετα, πράξεις βλασφημίας εκ μέρους του ανθρώπου. Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται και η συμβατότητα της θρησκείας με την ίδια την ιδέα του Θεού.

Με άλλα λόγια, η ζητούμενη απάντηση θα δικαιώσει ή θα καταρρίψει, ανάλογα, τη μομφή της εξ ορισμού «αθεΐας» προς όσους δεν δηλώνουν υποταγή σε προκατασκευασμένα δόγματα που επιβάλλουν την πίστη, αντί να την εμπνέουν...

Προσθέτω ένα αναγκαίο υστερόγραφο στην παρούσα, αναθεωρημένη εκδοχή του άρθρου: Τα όσα αναφέραμε αποτελούν ακαδημαϊκούς και μόνο προβληματισμούς, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρούν να υποβαθμίσουν τον κοινωνικό ρόλο και την κοινωνική σημασία της Εκκλησίας! Υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμα κι αν δεν έχουν έντονα ανεπτυγμένη θρησκευτική πίστη, βρίσκουν στην Εκκλησία ένα ζεστό καταφύγιο από τα προβλήματα και τα αδιέξοδα της ζωής. Και, καθώς το γράφω αυτό, μου έρχεται στο νου η εικόνα της μητέρας μου να περιμένει ανυπόμονα τον πρώτο ήχο της καμπάνας, τις Κυριακές των καλοκαιριών στην Εύβοια...

Aixmi.gr