Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Να τα πούμε;

Καθώς πλησιάζουν οι γιορτές, και δεδομένης της οικονομικής κρίσης, σκέφτηκα να βγω από τώρα στη γύρα μοιράζοντας ευχές και λέγοντας τα κάλαντα, και… ό,τι προκύψει! Εξάλλου, εδώ που φτάσαμε, και τα φραγκο-δίφραγκα δεν είναι πια να τα περιφρονεί κανείς!

Ευτυχείς(;) αποδέκτες ευχών και καλάντων είναι, φέτος, όσοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της χρονιάς που πέρασε: Το δικαίωμα που εκχωρήθηκε στον γράφοντα να ταλαιπωρεί το εκλεκτό αναγνωστικό κοινό της «Αιχμής» με κείμενα ανυπόφορης φλυαρίας και απύθμενης κενολογίας! Με αγάπη και γιορτινή συγκίνηση, λοιπόν, απευθύνω τα φετινά κάλαντα στους παρακάτω:

* Στον Χρήστο Παναγιωτόπουλο, που πήρε το ρίσκο ν’ αφήσει ανοιχτή την κερκόπορτα του site σε έναν ξενέρωτο αρθρογράφο ο οποίος, σε χρόνο μηδέν, κατάφερε να γίνει η αντιπαθέστερη παρουσία στο Aixmi.gr

* Στη Βίκυ Κατεχάκη, που με μεγάλο επαγγελματισμό και απίστευτη υπομονή διαχειρίστηκε τον ορυμαγδό των κειμένων με τα οποία την «βομβάρδιζα» μέσω e-mail κάθε τρεις και λίγο…

* Στον φίλο μου Αλέξη Πολίτη, εκλεκτό μέλος της κοινωνίας των ιατρών και των «γαύρων», που με εισήγαγε στον υπέροχο κόσμο της «Αιχμής» και – πράγμα για το οποίο σίγουρα έχει μετανιώσει – έκανε το τελικό «προξενιό»…

* Στη Θάλεια, σκιώδη μα σημαντικότατη παρουσία πίσω από τα κείμενα, που περνούσε κάθε άρθρο από ψιλό κόσκινο πριν μου «επιτρέψει» να το υποβάλω για δημοσίευση, και που πολλάκις με γλίτωσε από κακοτοπιές που θα με εξέθεταν ανεπανόρθωτα…

* Στον φίλο μου και επιστημονικό συνεργάτη, τον Αριστείδη, λάτρη του «βάζελου» και του… Σοστακόβιτς, που με προσγείωνε πάντα στην πραγματικότητα, λέγοντας: «Αρκετή ήταν η πρώτη παράγραφος. Τι το θελες το υπόλοιπο;»

* Στους φίλους και τους συναδέλφους που, με απαράμιλλο τακτ, αντιστάθηκαν στον (απόλυτα κατανοητό) πειρασμό να πετάξουν τις ενημερώσεις που έστελνα, για τα νέα άρθρα μου, στον λάκκο των spam του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους, και πάντα είχαν μια καλή και ουσιαστική κουβέντα να πουν…

* Στους πολλούς μαθητές μου – παλιούς και νέους – που έγιναν φίλοι στο «φατσοβιβλίο» μόνο και μόνο για να πληροφορούνται τι καινούργιες «σοφίες» (lol) κατέβαζε, κάθε φορά, η εν απολύτω συγχύσει τελούσα κεφαλή του δασκάλου τους…

* Στον ηρωικό (μα εμφανώς διακατεχόμενο από μαζοχιστικά ένστικτα) αναγνώστη του Aixmi.gr που, σαν σύγχρονος Σίσυφος, έλεγε κάθε φορά: «ας του δώσω άλλη μια ευκαιρία»… Και πατούσε στο σχετικό link του άρθρου μου στην κεντρική σελίδα, για να βιώσει και πάλι εκείνο το γνώριμο αίσθημα της ματαιότητας που συνοδεύει την επίγνωση του χαμένου χρόνου!

Τέλος, τα κάλαντα και τις ευχές μου στέλνω σε όλους εκείνους που δοκιμάζονται – άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο – από τα δεινά της εποχής. Με την πεποίθηση πως δεν είναι μακριά η μέρα όπου η εικόνα ανθρώπων που ψάχνουν στα σκουπίδια, ή κοιμούνται στα πεζοδρόμια, θα αποτελεί αντικείμενο ρετρό φωτογραφίας και ξεθωριασμένη ανάμνηση αλλοτινών, βασανισμένων καιρών…

Εύχομαι σε όλους τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του Aixmi.grΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Οι «Άριοι» και οι καταραμένοι…

Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ της Βίκυς Κατεχάκη στο MEGA με έκανε, για μια ακόμα φορά, να συνειδητοποιήσω την αξία κάποιων αγαθών που (ντρέπομαι που το ομολογώ) θεωρώ ως δεδομένα. Όπως, για παράδειγμα, την στοιχειωδώς «αυτονόητη» δυνατότητά μου να φωτίζω τον χώρο του σπιτιού μου, να ζεσταίνω το φαγητό ή να ανάβω το θερμοσίφωνο, με το απλό πάτημα ενός κουμπιού. Προνόμια που η φοβερή κρίση που κατατρώει τη χώρα, έχει αφαιρέσει από δεκάδες χιλιάδων συνανθρώπων μου. Εκείνων που ζουν «Με το ρεύμα κομμένο», όπως είναι ο τίτλος του ρεπορτάζ της καλής δημοσιογράφου…

Το δικό μας μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή την εθνική συμφορά, είμαι ο τελευταίος που θα το αρνηθεί. Ναι, τα ανακλαστικά αυτοσυντήρησης του – κατώτερου των περιστάσεων – πολιτικού συστήματος οδήγησαν στη δημιουργία ενός κράτους-τέρατος. Ναι, αφεθήκαμε να μας παρασύρει η απατηλή γοητεία του νεοπλουτίστικου υπερκαταναλωτισμού. Και, ναι, καλομάθαμε στην υπέρμετρη – συχνά, σκανδαλωδώς καταχρηστική – καλοζωία με δανεικά που (γνωρίζαμε πως) δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξεπληρωθούν…

Στο βάθος ακόμα και της πλέον ακραιφνούς αντιμνημονιακής σκέψης είναι, φαντάζομαι, αποδεκτό ότι άλλη διέξοδος για τη συνέχιση της ύπαρξης της χώρας δεν υπήρχε από τη στροφή προς τους Ευρωπαίους «φίλους» μας για βοήθεια. Όμως, όπως επισημαίνει ο Θανάσης Γκότοβος σε πρόσφατο άρθρο του:

«… η Ευρώπη της μεταδιπολικής εποχής, της εποχής της Ενωμένης Γερμανίας, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που ξέραμε και στην οποία πιστέψαμε. Τι άλλο βιώνουμε σήμερα παρά μια Ευρώπη ανίκανη απέναντι στο παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο (…); Μια Ευρώπη που μιλά – χωρίς να μπορεί να πείθει – για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αλλά που την ίδια στιγμή αφήνει ανυπεράσπιστο τον άνθρωπο απέναντι στις ορέξεις των οργανωμένων κανιβάλων των αγορών. Ζούμε, εν ολίγοις, μια Ευρώπη αξιοθρήνητη και αναξιόπιστη που πολύ δύσκολα μπορείς να συμπαθήσεις.»

Ηγεμονικό ρόλο στον καθορισμό της μοίρας της χώρας – μα, σε μεγάλο βαθμό, και της ίδιας της Ευρώπης, γενικότερα – έχει αναλάβει η πανίσχυρη «νέα» Γερμανία. Για τον βαθμό οικονομικής ιδιοτέλειας των προθέσεών της δεν μπορώ να έχω άποψη (εξάλλου, δεν είμαι ειδικός). Θα σταθώ, όμως, στον ηθικιστικό συμβολισμό που παρεμφαίνει η στάση της χώρας αυτής απέναντι στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, στην κοινή αντίληψη μιας ξεκάθαρα «τιμωρητικής» πολιτικής που στοχεύει να κάνει τη χώρα μας παράδειγμα προς αποφυγή για τις υπόλοιπες της Ευρώπης. Σαν τον μαθητή που υποχρεώνει ο δάσκαλος να παρακολουθήσει το μάθημα όρθιος και με την πλάτη γυρισμένη στον τοίχο!

Κάτι παραπάνω γνωρίζει, ασφαλώς, η Γερμανία από «τιμωρητικές» πολιτικές. Ή, για να είμαι ακριβής, μη-τιμωρητικές! Στο σημείο αυτό – και με την ελπίδα ότι εξακολουθεί να με αντέχει ο αναγνώστης – θα ήθελα να παραθέσω απόσπασμα από παλιότερο άρθρο μου στο «Βήμα»:

«Βερολίνο, 1945. Οι εξαθλιωμένοι κάτοικοι κάνουν ουρές για λίγο ψωμί, λίγο γάλα, ένα σαπούνι… Η μαύρη αγορά ακμάζει. Οι Αμερικανοί θριαμβευτές εισέρχονται στην αρχή σαν δίκαιοι τιμωροί ενός λαού που ανέδειξε στην εξουσία έναν σφαγέα εκατομμυρίων ανθρώπων. Αφήνουν τους Γερμανούς να λιμοκτονούν (όπως κι εκείνοι είχαν κάνει στις χώρες που κατέκτησαν) και ξεκινούν την υλοποίηση του σχεδίου Morgenthau(*) για εξάλειψη της Γερμανικής βιομηχανίας και μετατροπή της Γερμανίας σε γεωργική χώρα. Ο Αμερικανικός πολιτικός ρεαλισμός, όμως, σύντομα θα αντιληφθεί πως μια κατεστραμμένη και πεινασμένη Γερμανία θα ήταν εύκολη λεία στις εξ ανατολών κομμουνιστικές επιρροές. Από την άλλη, μια ισχυρή, ευημερούσα Γερμανία θα μπορούσε να γίνει ιδανικό παρατηρητήριο των Αμερικανών στην Ευρώπη, στο πλαίσιο της ‘προστασίας’ που της προσέφεραν έναντι της Σοβιετικής απειλής. (Το κατά πόσον η απειλή αυτή λειτούργησε ως πρόσχημα υπερατλαντικής παρουσίας – και, εν τέλει, επικυριαρχίας – στην Ευρώπη, με τη Δυτική Γερμανία στο ρόλο πειθήνιου φερέφωνου, είναι πάντα θέμα προς συζήτηση…)

Κι έτσι συντελέστηκε το μεταπολεμικό ‘Γερμανικό θαύμα’, με σημαντική Αμερικανική οικονομική βοήθεια αλλά και πολιτική υποστήριξη. Όσο για τα εγκλήματα ενός λαού εναντίον πολλών άλλων, τα συμψήφισαν και τα απόσβεσαν οι δίκες λίγων επιφανών Ναζί στη Νυρεμβέργη…»

Πόσο δίκαιη, τελικά, είναι η Ιστορία; Η ερώτηση είναι σαφώς αφελής, σε έναν κόσμο που κυβερνάται από τους νόμους του Δαρβίνου σε εκδοχή Herbert Spencer! Στη λογική του επικυρίαρχου σκληρού πραγματισμού της εποχής, γιατί θα έπρεπε, άραγε, να κρίνουμε ακόμα και τον ίδιο τον ναζισμό στη βάση του ηθικού διπόλου «δίκαιο-άδικο», αντί του ρεαλιστικότερου «ισχύς-αδυναμία»;

Τραβώντας αυτή τη λογική στα άκρα, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί: Σε τι διαφέρει, κατ’ ουσία, αυτός ο κόσμος από εκείνον που αιματοκυλίστηκε δύο φορές κατά τον εικοστό αιώνα; Και, πιο συγκεκριμένα, πόσο έχει αλλάξει στ’ αλήθεια (πέρα από τις όποιες φαινομενολογικές αντιρατσιστικές ψευτο-ρητορείες της) η χώρα που, κατά τεκμήριο, ευθύνεται γι’ αυτό το αιματοκύλισμα;

Δεν είμαι σε θέση να το εξηγήσω απόλυτα, μα τούτο το ερώτημα ηχεί στ’ αυτιά μου – που λατρεύουν τον Beethoven, τον Brahms και τον Wagner – σχεδόν ρητορικό…

(*) Henry Morgenthau (1891-1967): Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ επί προεδρίας F.D.Roosevelt. Εισηγήθηκε σκληρά οικονομικά μέτρα για τη μεταπολεμική Γερμανία, έτσι ώστε αυτή να μην απειλήσει ξανά την παγκόσμια ειρήνη.


Aixmi.gr

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ρατσισμός: Καλώς τον τιμωρούμε. Μήπως πρέπει και να τον ορίσουμε;

Μεγάλη συζήτηση γίνεται τις μέρες αυτές και πάλι για τον αντιρατσιστικό νόμο. Δηλώνω ευθύς εξαρχής (προς αποφυγή παρερμηνείας των προθέσεών μου) ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου είναι αναγκαία, τόσο για λόγους αμιγώς ηθικούς, όσο και για λόγους συμβατότητας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αν όμως κάποιος θέλει να εξετάσει το θέμα του ρατσισμού δίχως το φίλτρο μιας (απόλυτα κατανοητής) ηθικολογίας, θα πρέπει να αναρωτηθεί αν αυτή τούτη η έννοια βάσει της οποίας στοιχειοθετείται μια αξιόποινη πράξη, είναι καλώς και πλήρως καθορισμένη. Με άλλα λόγια, ίσως ο ρατσισμός θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικότερα από καθαρά εννοιολογική άποψη, προτού η Δικαιοσύνη εκδώσει αδιάτρητες και μη αμφισβητήσιμες ετυμηγορίες για πράξεις, υποτίθεται, ρατσιστικές.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απλά και μόνο μια απόπειρα εννοιολογικής προσέγγισης στον ρατσισμό. Μια προσπάθεια εύρεσης, δηλαδή, ενός κοινά αποδεκτού εννοιολογικού πλαισίου – πέραν αυτού που μας υποδεικνύουν τα λεξικά – βάσει του οποίου θα μπορούσε κάποιος να κρίνει, κατά το δυνατόν αντικειμενικά, αν μια δοσμένη συμπεριφορά είναι ή όχι ρατσιστική.

Συμπαγής και οικουμενικά αποδεκτός ορισμός της έννοιας του ρατσισμού δεν υφίσταται. Η έννοια ορίζεται συνήθως με τρόπο που να καλύπτει συγκεκριμένες συμπεριφορές διαχωρισμού με βάση, π.χ., φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, κλπ., χαρακτηριστικά. Αυτός ο εννοιολογικός κατακερματισμός είναι μεν χρήσιμος για τις ανάγκες κατηγοριοποίησης του προβλήματος, αφήνει όμως μια αίσθηση ανολοκλήρωτου σε όσους επιζητούν την ένταξη ενός συνόλου συμπεριφορών σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Σε παλιότερο άρθρο μας, με την απόλυτη επίγνωση ότι εκφράζουμε προσωπικές και όχι κατ’ ανάγκη επαρκώς γενικές ή οικουμενικά αποδεκτές θέσεις, προτείναμε τον ακόλουθο ορισμό:

Ρατσισμός είναι κάθε ιδεολογία ή πρακτική που στοχεύει στον επιλεκτικό διαχωρισμό σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν την δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας. (Ως «θεμελιώδεις λειτουργίες» εννοούμε το σύνολο των δράσεων που απαιτούνται για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας και την πρόοδό της στην κατεύθυνση των κοινά αποδεκτών στόχων της.)

Επισημαίνουμε τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός:

1. Ο διαχωρισμός θέτει την ομάδα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία. Είναι, δηλαδή, αρνητικός.

2. Τα χαρακτηριστικά λόγω των οποίων η ομάδα υφίσταται διάκριση δεν είναι αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής των μελών της (είναι μη-επιλεγμένα).

3. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά δεν αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για την ύπαρξη και την εν γένει λειτουργία της κοινωνίας.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα εφαρμογής του ορισμού:

1. Οι διώξεις των Ναζί κατά των Εβραίων ήταν ρατσιστικές, αφού βασίζονταν σε ένα μη-επιλεγμένο φυλετικό χαρακτηριστικό το οποίο με κανέναν αντικειμενικό τρόπο δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την ομαλή συμμετοχή των διωκόμενων στην οικονομική, πνευματική, πολιτική, κλπ., ζωή της Γερμανίας.

2. Ο αποκλεισμός ενός παίκτη με ύψος 1.60 μ. από μια ομάδα μπάσκετ δεν είναι ρατσιστικός. Μπορεί μεν το ύψος να είναι μια μη-επιλεγμένη ιδιότητα, επηρεάζει, εν τούτοις, τη δυνατότητα του παίκτη να συμβάλει θετικά στη λειτουργία της ομάδας.

3. Ο αποκλεισμός ατόμων από εργασιακές θέσεις ή δημόσια αξιώματα λόγω του φύλου τους ή των γενετήσιων ιδιαιτεροτήτων τους – εφόσον, εννοείται, η άσκησή τους δεν παραβιάζει αυτονόητους νόμους κάθε πολιτισμένης κοινωνίας – είναι ρατσιστικός. Ειδικά, μια ρατσιστική διάκριση με βάση το φύλο περιγράφεται με τον όρο «σεξισμός».

4. Κάποιοι φανατικοί καπνιστές αρέσκονται να χαρακτηρίζουν τον αποκλεισμό της συνήθειάς τους από δημόσιους χώρους ως «ρατσιστικό». Με βάση τον ορισμό που δώσαμε, αυτό είναι ανακριβές, για δύο λόγους: Πρώτον, το κάπνισμα αποτελεί μια επιλεγμένη συμπεριφορά. Δεύτερον, η συμπεριφορά αυτή είναι εν δυνάμει επιβλαβής ακόμα και γι’ αυτούς που, χωρίς να την επιλέγουν, την υφίστανται από τον διπλανό τους. Έτσι, η άσκηση της συνήθειας του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους καθιστά τον καπνιστή εξ ορισμού «αντικοινωνικό» στοιχείο και δικαιολογεί τον περιορισμό των ελευθεριών του.

Ένα πεδίο έντονης ιδεολογικής συζήτησης αφορά την σύγχρονη αντίληψη του ρατσισμού ως διάκριση στη βάση πολιτισμικών, μάλλον, παρά φυλετικών δεδομένων. Είναι ρατσιστική η απροθυμία μιας κοινωνίας να δεχθεί στους κόλπους της μετανάστες προερχόμενους από χώρες με διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά;

Καταρχήν, κάθε μετανάστης φέρει αναπόφευκτα τα ιδιαίτερα στοιχεία του πολιτισμού μέσα στον οποίο «ζυμώθηκε» η προσωπικότητά του από την αρχή της ζωής του. Ως εκ τούτου, τέτοιες ιδιότητες δεν μπορούν να θεωρούνται εκούσια επιλεγμένες. Από την άλλη, η ένταξή του σε μια νέα κοινωνία προϋποθέτει έναν βαθμό προσαρμογής σε ένα σύνολο θεσμών, μερικοί εκ των οποίων ενδέχεται να μην είναι συμβατοί με τις πολιτισμικές του καταβολές. Για παράδειγμα, σε κάποιες κοινωνίες μπορεί να είναι ανεκτή έως και θεμιτή η αυτοδικία για λόγους τιμής, κάτι που σε άλλες κοινωνίες είναι ανεπίτρεπτο. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον ο μετανάστης είναι πρόθυμος να αναθεωρήσει μέρος των αυτονόητων, γι’ αυτόν, πολιτισμικών δεδομένων, προσαρμόζοντάς τα στο θεσμικό πλαίσιο της νέας του πατρίδας. Και η προσαρμογή αυτή είναι θέμα επιλογής!

Συμπερασματικά, το αν η αρνητική στάση μιας κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση αποτελεί ή όχι ρατσιστική συμπεριφορά, εξαρτάται τόσο από την προσαρμοστικότητα των ίδιων των μεταναστών στο βαθμό που απαιτεί η συμβατότητα με τους θεσμούς της κοινωνίας, όσο και από το αίσθημα δικαιοσύνης της κοινωνίας στην αξιολόγηση αυτής της προσπάθειας. Η απουσία ενός τέτοιου αισθήματος, ως αποτέλεσμα βαθιά ριζωμένης προκατάληψης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ρατσιστική.

Τα παραπάνω παραδείγματα αντιπροσωπεύουν βασικούς άξονες προβληματισμού σε κάθε αντιρατσιστικό νόμο. Αναρωτιέται, όμως, κανείς αν εξαντλούν ολόκληρο το φάσμα των συμπεριφορών που επιδέχονται τον χαρακτηρισμό του ρατσιστικού – με βάση, τουλάχιστον, τον γενικό ορισμό που προτείναμε. Αφήνω στην κρίση του αναγνώστη το κατά πόσον οι ακόλουθες περιπτώσεις αποτελούν de facto εκδηλώσεις ρατσισμού και, άρα, θα πρέπει να προβλέπονται από τον συντάκτη ενός αντιρατσιστικού νόμου:

1. Η απαξιωτική (συχνά χλευαστική) στάση απέναντι σε αυτούς που η Φύση δεν όριζε να περιλαμβάνονται στους «ευειδείς», σύμφωνα με τα αισθητικά κριτήρια μιας κοινωνίας…

2. Η – ακόμα χυδαιότερη – όμοια συμπεριφορά απέναντι στα άτομα με «ειδικές ανάγκες»…

3. Η σχεδόν γελοιογραφική απεικόνιση της γυναίκας που τολμά να διεκδικήσει μια θέση σε παραδοσιακά ανδροκρατούμενα στεγανά…

4. Ο σνομπισμός των «διανοούμενων» προς εκείνους που η ζωή τούς ανάγκασε να σκέφτονται απλά…

5. Η «καταδίκη» σε θάνατο του αδύναμου, μοναχικού ηλικιωμένου από τον ρωμαλέο ληστή που θεωρεί ότι η σωματική διάπλαση και το νεανικό σφρίγος τού παρέχουν δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους συνανθρώπους του…

6. Ο σεξουαλικός βιασμός, μια από τις απεχθέστερες εκφάνσεις «ανθρώπινης» διαστροφής και αποκτήνωσης…

Κλείνω με μία παρατήρηση πάνω στην ποινικοποίηση της άρνησης (δεν αναφέρομαι στον εγκωμιασμό) εγκλημάτων γενοκτονίας. Η σχεδόν υποχόνδρια αυτή ιδέα αντιπροσωπεύει γερμανική, κυρίως, πατέντα εξιλέωσης και απόσβεσης ενοχών για το φρικτό Ολοκαύτωμα των έξι και πλέον εκατομμυρίων. Δεν κατανοώ, όμως, τι σκοπιμότητες εξυπηρετεί όσον αφορά την ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που βίωσε ως το μεδούλι της τη ναζιστική θηριωδία και έφτασε να ζήσει ακόμα και τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης! (Το αν ανέπτυξε τα τελευταία χρόνια κάποια ξενοφοβικά αισθήματα – και, ας μη συγχέουμε εδώ την ξενοφοβία με τον ρατσισμό – οφείλεται κυρίως στη συμπεριφορά εκείνων που δεν σεβάστηκαν τη φιλοξενία που ο τόπος αυτός τους πρόσφερε…)

Το να εγκωμιάζει, λοιπόν, κάποιος μαζικά εγκλήματα, ασφαλώς και συνιστά αξιόποινη πράξη, αφού προτρέπει (έμμεσα, έστω) στην επανάληψή τους. Το να αρνείται, όμως, απλά και μόνο την ιστορικά αυταπόδεικτη αλήθεια της τέλεσής τους, δεν θα πρέπει να τον καθιστά αντικείμενο ευθύνης της Δικαιοσύνης σε μια δημοκρατική κοινωνία με κατοχυρωμένη την ελευθερία του λόγου. Μάλλον ως ιδιάζουσα κλινική περίπτωση ψυχιάτρου θα ήταν σωστότερο να αντιμετωπίζεται!

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Η πεταλούδα και το κουλούρι (μια απλή ιστορία)

* Το μικρό αυτό αλληγορικό διήγημα που παρουσιάζεται, σε αναθεωρημένη έκδοση, στο αναγνωστικό κοινό του Aixmi.gr, πρωτοδημοσιεύθηκε σε ηλεκτρονική μορφή στην (παλιά) «Ελευθεροτυπία» και στο «Βήμα». Γράφτηκε σε μια εποχή που ο τόπος αυτός είχε μόλις αρχίσει να αποτελεί αποδιοπομπαίο τράγο της Ευρώπης και αγαπημένο θέμα αισχρής σάτιρας ποικίλων γερμανικών εντύπων και τηλεοπτικών διαύλων. Το ερώτημα πίσω από την αλληγορία ήταν απλό και εφιαλτικό: Πόσο θα άντεχε το μπαλόνι της κοινωνικής αγανάκτησης πριν εκραγεί από κάποιο «τυχαίο» γεγονός; Με την εκ των υστέρων σοφία, γνωρίζουμε τώρα πως το μπαλόνι, νικημένο από την εξάντληση και τον συμβιβασμό, ξεφούσκωσε χωρίς ποτέ να σπάσει…

Η τηλεόραση κατέβαλλε κάθε προσπάθεια να τραβήξει την κουρασμένη προσοχή μου με ανακοινώσεις νέων επώδυνων οικονομικών μέτρων, με σενάρια εθνικών καταστροφών και με αναπαραγωγή δηλώσεων διεθνών πολιτικών παραγόντων που δοκίμαζαν τα όρια της αντοχής του ελληνικού μου φιλότιμου και του αισθήματος της εθνικής μου αξιοπρέπειας. Έξω στο δρόμο, άνθρωποι σκυφτοί… Θαρρείς απόλυτα υποταγμένοι πια στη μοίρα τους, συμβιβασμένοι ακόμα και με την ιδέα του επικείμενου αφανισμού τους, για τον οποίο τους είχαν πείσει πως αυτοί και μόνο ήταν υπεύθυνοι…

Σκέφτηκα, πόσο ακόμα θ’ αντέξει το μπαλόνι την πίεση της καρφίτσας που επίμονα το πολιορκεί; Πότε άραγε θα τινάξει τα φτερά της η πεταλούδα της «θεωρίας του χάους», να προκαλέσει καταιγίδα κι ανεμοστρόβιλο που θα ισοπεδώσουν τον βολικό μας μικρόκοσμο που τόσο είχαμε νομίσει ακλόνητο; Πότε θα γίνει το κακό, το φονικό «δι’ ασήμαντον αφορμήν», όπως έλεγαν παλιά στα δικαστήρια και στις εφημερίδες, και ποια θα είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι; Θυμήθηκα τότε μια ιστορία που είχα ακούσει χρόνια πριν, για ένα κουλούρι που είχε παίξει τον ρόλο της «πεταλούδας» σε μια οικογενειακή τραγωδία…

Η οικογένεια φτωχή, τέσσερις άνθρωποι στοιβαγμένοι στα λίγα τετραγωνικά ενός υπόγειου μιας πολυκατοικίας στην οποία ο πατέρας δούλευε σαν θυρωρός και η μητέρα σαν καθαρίστρια. Ο Νίκος (ας τον ονομάσουμε έτσι) έκανε όνειρα για σπουδές, για μια καλή θέση στην κοινωνία μακριά απ’ τη μιζέρια που ήξερε, για μια ευτυχισμένη ζωή πλάι στην κοπέλα που τον λάτρευε…

Τα χρόνια εκείνα, όμως, δεν ήταν επιτρεπτό να φτιάξει τη ζωή του ο αδελφός προτού «αποκαταστήσει» την αδελφή του. Την αδελφή του Νίκου την ζήτησε ένας υδραυλικός. Καλό παιδί, μα ήθελε κι αυτός το κάτι τι του για να ξεκινήσει μια δική του δουλειά, χωρίς αφεντικό να του φωνάζει συνέχεια πάνω απ’ το κεφάλι. Ο πατέρας και η μάνα έπεσαν στα πόδια του: «Νίκο μου, μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις τώρα. Να φτιάξουμε την προίκα της, και μετά έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου!»

Με καρδιά βαριά από το αίσθημα του χρέους και τη θλίψη για όσα θα έπρεπε ν’ αφήσει πίσω, αποχαιρέτησε την αγαπημένη του που του ορκίστηκε πως θα τον περιμένει όσο χρειαστεί, και κίνησε για μια ξένη χώρα, εργάτης στα ορυχεία. Δούλεψε για χρόνια σκληρά, και τον μισθό – που ήταν καλός – τον έστελνε πάντα σπίτι. Μέχρι που κάποια στιγμή αρρώστησε σοβαρά από τη σκόνη και την υγρασία, και οι γιατροί τού είπαν πως θα ‘πρεπε να σταματήσει…

Αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Άλλωστε, είχε ήδη στείλει αρκετά χρήματα για να κάνει την προίκα η αδελφή του, που ζούσε τώρα με τον άντρα και τα παιδιά της σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα πάνω ακριβώς από το μοντέρνο κατάστημα ειδών υγιεινής που είχαν ανοίξει. Αυτός όμως είχε καταφέρει μέσα σ’ αυτά τα χρόνια να βάλει λίγα λεφτά στην άκρη, για να ξεκινήσει και τη δική του ζωή με τη γυναίκα που τον περίμενε καρτερικά, στα μαλλιά της οποίας – όπως και στα δικά του – είχαν κάνει την εμφάνισή τους οι πρώτες άσπρες τρίχες…

Μα η άτιμη η ζωή αλλιώς τα λογαριάζει! Ο γαμπρός είχε ξανοιχτεί πολύ στην αγορά, παίρνοντας δάνεια που δεν μπορούσε να ξεπληρώσει. Είχε ακούσει και κάτι φίλους που τον «έψηναν» καιρό για το Χρηματιστήριο… Τώρα η τράπεζα απειλούσε να τους πάρει το σπίτι. Και μέσα σ’ όλα αυτά, οι σχέσεις του ζευγαριού δεν πήγαιναν καλά (λέγαν πως εκείνος κάποιαν έβλεπε τα Σαββατοκύριακα που πήγαινε μόνος εκδρομές…). Οι γονείς, γέροι και μικροσυνταξιούχοι πια, έπεσαν πάλι στα πόδια του: «Νίκο μου, μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις. Κι αν όχι για την αδελφή σου, κάντο για τ’ ανίψια σου, που θα μείνουν στο δρόμο και δίχως πατέρα!»

Κι εκείνος, πειθήνιο πάντα όργανο της οικογενειακής ηθικής, άνοιξε αδιαμαρτύρητα το σεντούκι κι έβγαλε από μέσα τις τελευταίες, πολύτιμες οικονομίες του. Πράγμα που σήμανε και το οριστικό τέλος των δικών του ονείρων, αφού η γλυκιά και καρτερική αιώνια μνηστή του δεν άντεξε άλλο στην πίεση της οικογένειάς της και είπε απρόθυμα το «ναι» σε μια καλή πρόταση…

Τώρα πια συντηρούσε τον εαυτό του κάνοντας τον θυρωρό στην ίδια πολυκατοικία που μεγάλωσε, ζώντας μαζί με τους γέρους στο ίδιο πάντα υπόγειο. Η μεγαλύτερη – ίσως κι η μοναδική – χαρά της μέρας του ήταν όταν ξεπρόβαλλε το πρωί στην είσοδο ο κουλουράς, να του αφήσει για δυο δραχμές το καθημερινό του κουλούρι που θα το απολάμβανε λίγο-λίγο στη βάρδια. Εκείνη τη μέρα, όμως, είπε να το φυλάξει για το απόγευμα, με τον καφέ. Το τύλιξε προσεχτικά σε μια πετσέτα, και το ακούμπησε τελετουργικά στο τραπέζι της κουζίνας…

Γυρνώντας στο σπίτι το απόγευμα, είδε πως έλειπε απ’ το τραπέζι το πολύτιμο κουλούρι. Στις φωνές του απάντησε η μάνα του: «Τι κάνεις έτσι; Πέρασε η μικρή, το είδε και το ήθελε. Τι να ‘λεγα, μαλώνει ο θείος; Άντε, τράβα στο φούρνο να πάρεις άλλο. Πω-πω, ούτε του αγγέλου σου νερό δεν δίνεις!»

Θόλωσε το μυαλό του! Άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας και πήρε το μεγάλο, το κοφτερό μαχαίρι. Πρώτη έπεσε η μάνα. Μετά ο πατέρας που μόλις γύριζε απ’ το καφενείο. Λίγο αργότερα χτύπησε το κουδούνι στο διαμέρισμα της αδελφής του. Εκείνη την ώρα ήταν όλοι μέσα…

Στο δικαστήριο, ο εισαγγελέας ήταν καταπέλτης καθώς μιλούσε για ένα αποτρόπαιο μαζικό έγκλημα «δι’ ασήμαντον αφορμήν». Στο τέλος, ο κατηγορούμενος κλήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, εξηγώντας την πράξη του. Τότε εκείνος, με ένα παιδικό παράπονο στη φωνή και λίγο πριν ξεσπάσει σε υστερικό κλάμα, πρόλαβε να αρθρώσει μόνο μια φράση: «Μου πήραν το κουλούρι!»

Η ιστορία αυτή, ίσως, και να ‘ναι αληθινή. Λίγο-πολύ, εξάλλου, την έχουμε ζήσει όλοι, από τη μία πλευρά ή την άλλη, ως «θύματα» ή ως «θύτες». Σήμερα, ο «Νίκος» θα μπορούσε να συμβολίζει έναν ολόκληρο λαό που ακόμα υπομένει καρτερικά… Υπομένει τη φτώχια και την αβεβαιότητα για το αύριο, τις χυδαίες εθνικές προσβολές από αλαζόνες ξένους πολιτικούς και φτηνές αλλοδαπές φυλλάδες, την προκλητικότητα ντόπιων «κορακιών» που θησαύρισαν στραγγίζοντας τα τελευταία αποθέματα του εθνικού πλούτου, τους γελοίους αλληλοσπαραγμούς πολιτικών σχηματισμών που τους αρκεί να κατέχουν την εξουσία έστω και πάνω σε ερείπια… Αντιμέτωπος ακόμα και με τις ίδιες του τις ενοχές για τη δική του την κατάντια μέσω απερίσκεπτης διολίσθησης στην τεχνητή ευμάρεια και τον ακόρεστο υπερκαταναλωτισμό…

Το βασανιστικό ερώτημα που αρχίζει να στοιχειώνει στο μυαλό μας είναι αν το μπαλόνι της ανοχής αντέξει την πίεση της κοινωνικής αγανάκτησης, ή μήπως κάποια μέρα εμφανιστεί στο τραπέζι ένα «κουλούρι» για να παίξει τον σατανικό ρόλο της πεταλούδας του χάους. Κι αυτό το επεισόδιο δεν θα ‘ναι πια θέμα για ατάλαντους διηγηματογράφους, μα αντικείμενο μελέτης για τους ιστορικούς του μέλλοντος!

* Ευχαριστώ το Aixmi.gr για την φιλοξενία της αναθεωρημένης έκδοσης του διηγήματος.

Aixmi.gr

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Μνήμες και οράματα μέσα απ’ τα χαλάσματα της Φιλαδέλφειας…

Ανοίγοντας χαράματα Κυριακής τον υπολογιστή, βρήκα να με περιμένει ένα mail από τον φίλο μου το Νίκο. Ομολογώ πως με ξάφνιασε το περιεχόμενο:

«Κώστα, έχω μια ιδιάζουσα παράκληση. Σαν να λέμε, παράκληση για άρθρο on demand. Με διακατέχει μια τρομακτική περιέργεια να μάθω τις σκέψεις σου για το νέο γήπεδο της ΑΕΚ! Τον Ναό (κυριολεκτικά), τον συμβολισμό, τη δύναμη του μύθου και τον ρόλο του στο ιστορικό γίγνεσθαι αυτού του τόπου. Τον καημό που περικλείεται στη φράση: ΑΕΚ, ζούμε στην Πόλη να σε δούμε!»

Γιατί με ξάφνιασε; Πρώτον, γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη λέξη «Ναός» από τα χείλη (εντάξει, το πληκτρολόγιο!) κάποιου που δεν έχει ιδιαίτερους συναισθηματικούς δεσμούς με την ΑΕΚ. Και, δεύτερο, γιατί συνειδητοποίησα άξαφνα πως είχα πράγματι αμελήσει να αφιερώσω δυο αράδες σε ένα ζήτημα που αποτελεί την κορωνίδα των ονείρων και των οραμάτων όλων των πιστών του ιστορικού συλλόγου!

Κατά σύμπτωση, τα καλά νέα για τα αποκαλυπτήρια του νέου γηπέδου τα πρωτοδιάβασα εδώ, στο Aixmi.gr. Στη συνέχεια, άφησα τον εαυτό μου να περιπλανηθεί με συγκίνηση και νοσταλγία στα ιστορικά μονοπάτια και τις δοξασμένες διαδρομές μνήμης του αξέχαστου «Ναού» της Φιλαδέλφειας των Κυριακών μου, και να εντυπωσιαστεί από το φιλόδοξο σχέδιο του υπερπολυτελούς νέου γηπέδου στον ίδιο ιστορικό τόπο, με ξεναγό τον μεγάλο Αεκτζή Κώστα Βουτσά!


Για κάποιους από εμάς, η ΑΕΚ δεν είναι απλά αθλητικός σύλλογος που κάποια συγκυρία το ‘φερε να αγαπήσουμε: Είναι επικυρίαρχο κομμάτι της ίδιας της αυτοσυνειδησίας μας, πρώτη ύλη και συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, του αυτοπροσδιορισμού μας ως μελών αυτής της κοινωνίας! Γι’ αυτό, ας μου συγχωρήσει ο αναγνώστης λίγη προσωπική ιστορία…

Η γιαγιά και ο παππούς μου ήταν πρόσφυγες από τη Μικρασία. Η γιαγιά απ’ τα περίχωρα της Πόλης, ο παππούς από λίγο πιο μακριά… Μετά την καταστροφή, βρέθηκαν κι οι δύο στη Βόρεια Εύβοια, σ’ ένα προσφυγικό χωριό (Νέος Πύργος) που ιδρύθηκε το 1924, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε κι η ΑΕΚ. Θυμάμαι τον παππού μου να λέει – με μια σκόπιμη δόση υπερβολής – πως, όταν έφτασαν εκεί, βρήκαν τους ντόπιους «πενήντα χρόνια πίσω»! Και, αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι το πιο σημαντικό πράγμα που κουβαλούσαν οι σχεδόν εξαθλιωμένοι πρόσφυγες στα φτωχικά τους σακίδια, ήταν πολιτισμός

Την ΑΕΚ την πρωτογνώρισα την δεκαετία του ’60, παιδί ακόμα, όταν ο θείος μου με έπαιρνε τις Κυριακές στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Τότε λεγόταν «Στάδιον ΑΕΚ» κι έμοιαζε με γιγάντιο πέταλο (η προσθήκη της σκεπαστής εξέδρας, απ’ την οποία εκπορεύτηκαν τα καλύτερα και τα χειρότερα της σύγχρονης ιστορίας της ΑΕΚ, έγινε πολύ αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70). Θυμάμαι ακόμα το θείο μου να λέει: «Είδες, ο βλάχος το ‘βαλε κι αυτό!», μετά από κάθε γκολ του Παπαϊωάννου!

Στη μεγάλη διαδρομή του στο χρόνο, το γήπεδο αυτό βίωσε γλυκόπικρα συναισθήματα… Πανηγύρισε τίτλους της ΑΕΚ και είδε μεγαθήρια του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου να καταπίνουν αμάσητη την αλαζονεία τους φεύγοντας ηττημένα… Ως μεγαλύτερο (κάποτε) στάδιο της χώρας, φιλοξένησε τελικούς Κυπέλλου που έμειναν αλησμόνητοι… Γνώρισε από κοντά μεγάλους καλλιτέχνες που το επέλεξαν σαν ιδανικό χώρο για τις συναυλίες τους…

Κι από την άλλη, ένιωσε κάποτε τη ντροπή της οπαδικής βίας που γεννά ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία, όχι μόνο απέναντι σε αντιπάλους (πράγμα ούτως ή άλλως ηθικά καταδικαστέο) αλλά κι απέναντι σε ανθρώπους της ίδιας της ΑΕΚ, με ιστορική διαδρομή και αδιαμφισβήτητη προσφορά στον σύλλογο, που βίωσαν απίστευτους εξευτελισμούς φορώντας τον «δικέφαλο» στο στήθος…

Η αυλαία για το ιστορικό γήπεδο έπεσε ένα απόγευμα του Μάη του 2003 (3/5/03). Τελευταίος αντίπαλος, ο Άρης Θεσσαλονίκης. Η μπάλα άγγιξε για τελευταία φορά τα δίχτυα από το πόδι του Ίλια Ίβιτς, σε ένα πανηγυρικό 4-0. Βγαίνοντας από την Θύρα 16, ήξερα καλά πως ήταν η τελευταία φορά που έβλεπα τον «Ναό» να ορθώνεται περήφανος, αν και τραυματισμένος από το χρόνο και τους σεισμούς. Την άλλη μέρα μπήκαν οι μπουλντόζες. Είπαν πως οι εξέδρες έπεσαν σαν χάρτινες…

Προοπτική (και αφελής βεβαιότητα) ήταν τότε το χτίσιμο ενός νέου, υπερσύγχρονου γηπέδου που θα μπορούσε να φιλοξενήσει μέρος των αγωνισμάτων των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τελικά, έμειναν μόνο τα χαλάσματα να ξύνουν τις μνήμες και να αλατίζουν τις πληγές… Όσο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, βολεύτηκαν με ένα άλλο γήπεδο, πιο συμβατό ίσως με το όνομά τους. Το έστησαν κάποιοι σε χρόνο μηδέν, σαν τα λυόμενα στον Κάλαμο! Και, τι ειρωνικό παιχνίδι της μοίρας: η ομάδα της προσφυγιάς, αρχόντισσα κάποτε στο δικό της παλάτι, βρίσκεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία άστεγη, πρόσφυγας στην ίδια της τη χώρα…

Με δυσκολία πήγαινα όλα αυτά τα χρόνια στη Φιλαδέλφεια. Γιατί ο τόπος αυτός απλά δεν υπήρχε χωρίς την ΑΕΚ! Κι εκεί ακριβώς θέλουμε να την ξαναδούμε. Ίσως το μέρος να μη διαθέτει το μεγαλείο της Πόλης, όπως το οραματίζεται ο φίλος Νίκος. Είναι, όμως, η θερμοκοιτίδα κάθε αθλητικής χαράς και λύπης μας, η αφετηρία κάθε μνήμης… Μια πόλη που δεν θα μας ξαναπάρουν πια ποτέ. Γιατί θα βρουν καλά κλεισμένες τις Κερκόπορτες!

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Αχ, βρε Γιάννη… (λίγα τελευταία λόγια στον Γ. Καλαμίτση)

Αγαπητέ Γιάννη,

Χθες βράδυ χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Αριστείδης, ο βάζελος. Όχι, δεν πήρε να μου πει πόσο άδικα έχασε ο Παναθηναϊκός (αυτό δεν έδειχνε καν να τον απασχολεί εκείνη τη στιγμή). Πήρε να με ενημερώσει για το πόσο άδικα έχασες εσύ τη μάχη. Ποιος, εσύ, που αγάπησες τη ζωή και την ύμνησες (με όλα τα στραβά και τα ανάποδά της) με τη δύναμη του χιούμορ σου και τη μαστοριά του ποιητικού σου ταλέντου!

Και σου το ‘χα πει, βρε Γιάννη, εγώ, ένας ταπεινός ακροατής σου στον Antenna: Κόψ’ το, το ρημάδι! Κι εσύ με ειρωνευόσουν καλοσυνάτα, μιλώντας πάντα για τα «απεριόριστα δικαιώματα» των καπνιστών και απαντώντας με το στερεότυπο ρητορικό ερώτημα: «ποιος σου είπε πως θέλω να πεθάνω γρήγορα;» στην κλασική νουθεσία πως το κάπνισμα είναι αργός θάνατος…

Τι να πρωτοθυμηθώ από τις επικοινωνίες μου μαζί σου (μέσω ταλαίπωρης τηλεφωνήτριας) στις «Πρωινές χειρηλασίες»… Σταχυολογώ πρόχειρα τα λίγα που μου έρχονται στο νου:

Όταν κάποτε η ΑΕΚ ξέμεινε από τερματοφύλακα, σου έκανα, μεταξύ σοβαρού και αστείου, την πρόταση: «Δεν έρχεσαι να παίξεις εσύ; Ούτως ή άλλως, καλύτερος είσαι απ’ αυτούς που έχουμε!» Έδειξες να το σκέφτεσαι… Και κάποια άλλη φορά, στη γιορτή ή στα γενέθλιά σου (δεν θυμάμαι) σου ευχήθηκα να παίξεις μια μέρα κάτω απ’ τα δοκάρια σε τελικό του Champions League. Είπες πως ήταν η καλύτερη ευχή που θα μπορούσες να λάβεις!

Θυμάσαι τον ραδιοφωνικό «καυγά» εκείνο το πρωί; Εγώ έλεγα «ορθοπεδικός», ενώ εσύ επέμενες «ορθοπαιδικός». Τελικά, ξύπνησες χαράματα(!) τον Μπαμπινιώτη. Και σε δικαίωσε! (Σε πείσμα σου, όμως, ακόμα το γράφω με έψιλον…)

Θέλοντας να εκμαιεύσω μια πιθανή κρυφο-συμπάθειά σου στον Ολυμπιακό (αν και ήσουν δηλωμένος οπαδός της Προοδευτικής), σου πέταξα κάποτε το γάντι: «Αληθεύει ότι στο βάθος της καρδιάς ενός Προοδευτικάνου φωλιάζει ένας γαύρος;» Χωρίς να χάσεις την ψυχραιμία σου, μου απάντησες με το ευρηματικότερο οξύμωρο που έχω ακούσει: «Τι να σου πω, φίλε μου… Όπως έχω πει πολλές φορές, ονειρεύομαι να παίζουν Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός και να χάνουν και οι δύο!»

Τι άλλο να θυμηθώ… Τις ενοχλητικά σχολαστικές παρεμβάσεις μου σε θέματα κλασικής μουσικής, που εσύ πάντα καλοδεχόσουν με ενδιαφέρον… Τις ανταλλαγές απόψεων που είχαμε για το μέλι, που το λάτρευες όσο κι εγώ… Τις θυμωμένες αντιδράσεις μου όταν μιλούσες επικριτικά για την ΑΕΚ, που τις αντιμετώπιζες με τρόπο που με έκανε να θυμώνω ακόμα περισσότερο – πάντα, όμως, με το μοναδικό σου χιούμορ…

Αχ, βρε Γιάννη, μας άφησες νωρίς! Γιατί ποτέ δεν θα ‘ταν σωστή στιγμή να φύγεις… Αυτό «το προτεκτοράτο (που) δεν φεύγει απ’ τον πάτο» έχει τόση ανάγκη από το διαπεραστικό – συχνά αυτοσαρκαστικό – χιούμορ σου αυτούς τους δύσκολους καιρούς… Ήσουν φωνή της συνείδησης για τη χώρα. Μια απ’ τις λίγες φωνές που έχουν πια απομείνει στην αυγή ενός διαφαινόμενου νέου, ματοβαμμένου διχασμού…

Ελαφρύ να ‘ναι το χώμα. Και με γρασίδι και γκολπόστ!

Κωνσταντίνος, ο Αεκτζής απ’ το Κουκάκι…

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Από το «Μαμά γερνάω» στο «μαμά απολύομαι»!

Πριν χρόνια αμέτρητα, είχα μια συζήτηση με τον καθηγητή μου της θεωρίας στο ωδείο σχετικά με το κατά πόσον οριοθετείται η ιδιότητα του «κλασικού» στη μουσική. Για παράδειγμα, πόσο «κλασική» θα μπορούσε να θεωρηθεί η λαϊκή μουσική ή η Pop. Στη συντηρητική λογική μου εκείνου του καιρού, ο σοφός Π. Βεντούρας απάντησε με μια φράση που τότε μου φάνηκε ρηξικέλευθη: «Αν το καλοσκεφτείς, μήπως οι Beatles δεν είναι, κατά μία έννοια, ο Μπάρτοκ της Αγγλίας;»

Στο πλαίσιο του ελληνικού ρεπερτορίου, υπάρχουν κάποια τραγούδια που θα μπορούσαν επάξια να χαρακτηριστούν «κλασικά», με την έννοια τόσο της διαχρονικότητας όσο και της καλλιτεχνικής αξίας. Ένα από αυτά είναι, αναμφίβολα, το «Μαμά γερνάω» των Σταμάτη Κραουνάκη – Λίνας Νικολακοπούλου (1988).

Δείτε το video

Οι εκ των κορυφαίων στίχων στο ελληνικό τραγούδι, επενδυμένοι με την υπέροχη, πάντα, μουσική τού (ενίοτε ακρίτως πολιτικολογούντος...) κορυφαίου σύγχρονου έλληνα μουσικοσυνθέτη, αναδεικνύουν με γενναιότητα τον υπαρξιακό φόβο του ανθρώπου μπροστά στο φάσμα της απώλειας της νεότητας. Κεντρικό πρόσωπο, η καθαγιασμένη μορφή της μητέρας που, σε ρόλο υπέρτατου εξομολόγου, απορροφά καρτερικά τους ψυχικούς κραδασμούς που γεννά η θλίψη, η ανασφάλεια και η διάψευση των ονείρων...

Αναρωτιέμαι ποιος θα ήταν ο τίτλος και το περιεχόμενο του τραγουδιού αν το έγραφε σήμερα το φοβερό δίδυμο των τραγουδοποιών. Σήμερα που ο άνθρωπος της χρεοκοπημένης χώρας δεν έχει καν το χρόνο, μα κι ούτε τη διάθεση, να προσέξει πως γερνά.... Σε μια εποχή που η ποιότητα ζωής κατάντησε πολυτέλεια, κι η μόνη υπαρκτή προοπτική που απόμεινε είναι αυτή της αγχωτικής επιβίωσης!

Η σημερινή μητέρα-εξομολόγος θα καλούνταν να αναστηλώσει το καταρρακωμένο ηθικό του ανθρώπου της δημιουργικής ηλικίας που βλέπει ξαφνικά τη γη να υποχωρεί κάτω απ’ τα πόδια του καθώς αντικρίζει το φάσμα της εργασιακής ανασφάλειας, ή, ακόμα τραγικότερα, καθώς βιώνει το τραύμα της απώλειας εργασίας. Σε μια εποχή, μάλιστα, που ο άνθρωπος έχει μάθει να εναποθέτει το αίσθημα της αυταξίας του στην αμφίβολη πιστοποίηση που παρέχει το τεκμήριο του καταναλωτισμού...

Το παρόν σημείωμα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ανοιχτή πρό(σ)κληση προς τους δύο σπουδαίους καλλιτέχνες να ξαναγράψουν το τραγούδι τους προσαρμόζοντάς το στις νέες αγωνίες της εποχής, προεξάρχουσα θέση στις οποίες κατέχει ο εφιάλτης της ανεργίας. Το «νέες» είναι σχήμα λόγου, βέβαια, αν θυμηθούμε τους μακρινούς εκείνους καιρούς που εκφράστηκαν μελωδικά με «Το παλικάρι έχει καημό» των Θεοδωράκη – Ελευθερίου. Καιρούς που, δυστυχώς, ξαναζούμε σήμερα, μια και η Ιστορία επαναλαμβάνεται – και μάλιστα, δίχως καν την παρηγοριά της φάρσας!

Εν αναμονή της απάντησης στην πρό(σ)κληση, αφήνω σαν συντροφιά στον αναγνώστη ένα ταπεινών προδιαγραφών «οιονεί ποίημα». Κάτι σαν τον πασατέμπο που τρώγαμε κάποτε στη Φιλαδέλφεια, περιμένοντας ν’ αρχίσει το ματς της ΑΕΚ...

Τηλεφωνητής...

Σε πήρα πάλι σήμερα, μα δεν το σήκωνες...
Ήθελα να μιλήσω λίγο,
ίσως να ‘ρθω για λίγες μέρες να σε δω,
έτσι, να ξεχαστώ, να καταφύγω,
να φάω λίγο μαγειρευτό φαΐ...
Μα τη φωνή σου ακούω πια μόνο στον τηλεφωνητή.
Γι’ αυτό αποφάσισα - κι ας μην το συνηθίζω -
να σου απαντήσω σήμερα μ’ αυτόν...

Ήθελα να σου πω για τη δουλειά...
Όλα αβέβαια, κάποιους τους διώξαν ήδη.
Εγώ είμαι πιο παλιός, ίσως να τη γλιτώσω...
Είναι και η Μαρία...
Της κόστισε πολύ που δεν το κάναμε
εκείνο το ταξίδι, μα χρωστούσα.
Ακούει και τους άλλους που καλοπερνούν...
Πώς τα βολεύουν; Νιώθω σαν άχρηστος!
(Ξέρω, «οι περιστάσεις» θα μου πεις εσύ,
«όμως δε χάνεται η αξία»!)
Κι άμα με διώξουνε;
Μέχρι που σκέφτηκα πως, αν συμβεί...
Μα είναι τα παιδιά, τι φταιν εκείνα;

Το βράδυ πάλι ο ύπνος μου ανήσυχος...
Λέει ο γιατρός πως έχω πίεση, να προσέχω!
Να προσέχω...
Μεγάλη απώλεια για το Σύμπαν, όσο να πεις!
Έτσι που λέω καμιά φορά...
Και θα τους μείνει κι η ασφάλεια,
να πάψει να γκρινιάζει κι η Μαρία!

Ξέρω, θα λες πάλι σε ψυχοπλάκωσα!
Μα αλλού δεν έχω να τα πω...
Α, χθες σου έβαλα την άλλη τη φωτογραφία,
εκείνη που τραβήξαμε στον κήπο, με το μπλε το φόρεμα
(η άλλη στη βεράντα δεν μου άρεσε)...
Ήρθε κι ένας τεχνίτης και χαράξαμε τα γράμματα.
Άντε, δυο χρόνια σου τα γλίτωσα:
του είπα «ετών ογδόντα»!

(Ντίνος Πυργιώτης, ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ)

Aixmi.gr

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Μια ταβέρνα στου Κουκάκη…

Μεσημέρι μιας απ’ τις πιο καυτές μέρες του αποπνικτικού καλοκαιριού του 2012… Είχα ακούσει για τη νέα ταβέρνα στη γειτονιά – εκεί, Ζίννη και Δημητρακοπούλου – αλλά δεν είχα πάει ποτέ. Μπήκα μέσα περισσότερο για να πάρω μια ανάσα από τη ζέστη που έλιωνε τα τσιμέντα…

Το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν το ευχάριστο κλίμα από ένα καλο-ρυθμισμένο air conditioning που σε δρόσιζε χωρίς να σε παγώνει! Ξέχασα μονομιάς τον καύσωνα που τσουρούφλιζε έξω απ’ το παράθυρο, και έπιασα τραπέζι. Τότε πρωτοείδα τον Μιχάλη. Μη γνωρίζοντας την κουζίνα τους, παράγγειλα κάτι απλό: φασολάκια. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσα πως τα φασολάκια μπορεί να είναι, τελικά, ένα πολύ γευστικό πιάτο!

Την άλλη μέρα ξαναπήγα. Αυτή τη φορά με εξυπηρέτησε ο Δημήτρης (έμαθα πως είναι ο δίδυμος του Μιχάλη, αν και δεν επαληθεύεται εδώ ο μύθος των «δύο σταγόνων νερού»!). Σε λίγο μπήκε στο σκηνικό και ο τρίτος αδελφός, ο πιο μεγάλος και ψηλός: ο Τάσος. Απόφοιτος της Νομικής, κατάλαβε πως δεν του ταίριαζε, τελικά, το επάγγελμα του δικηγόρου και αποφάσισε να ριχτεί στον δύσκολο στίβο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η οικογενειακή αυτή επιχείρηση ήταν το πιο μεγάλο στοίχημά του…

Αυτό που με κέρδισε από την αρχή στη συνοικιακή ταβέρνα στου Κουκάκη (με «ήτα», για τους μυημένους!) ήταν η ανυπόκριτη ευγένεια των ανθρώπων. Ξέρετε, όχι εκείνη η προσποιητή, πλαστικοποιημένη – και συχνά προσωρινή – ευγένεια του μαγαζάτορα που θέλει να κάνει καινούργιο πελάτη, αλλά μια γνήσια, έμφυτη εκπομπή θετικής ενέργειας, σε απόλυτη συμβατότητα με τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Όμως, αν η ευγένεια σκλάβωνε, το φαγητό απογείωνε!

Έμαθα πως ο σεφ, ο Κώστας, είχε μακρά θητεία στην υψηλή κουζίνα πριν αποφασίσει να αφιερώσει ολοκληρωτικά την τέχνη και την εμπειρία του στις «Δυο δεκάρες». Και – για μένα το πιο σημαντικό – πίσω από τη νοστιμιά βρισκόταν η ποιότητα των υλικών που με σχολαστικότητα και δίχως το παραμικρό πνεύμα συμβιβασμού επιλέγουν για το μαγαζί τους τα τρία αδέλφια. Αδιάψευστος μάρτυς το (συνήθως υπερευαίσθητο) στομάχι μου, που ποτέ δεν παραπονέθηκε ως σήμερα. Ακόμα και για πιάτα «γκουρμέ» με έντονη την παρουσία μπαχαρικών!

Οι πλέον καχύποπτοι εκ των αναγνωστών θα αναρωτιούνται σίγουρα πώς ένας ταπεινός εκπαιδευτικός μπορεί και γευματίζει καθημερινά σε ένα τέτοιων προδιαγραφών εστιατόριο. Λοιπόν, φίλοι αναγνώστες – και φιλτάτη Εφορία, με τα περιβόητα τεκμήριά σου – ησυχάστε! Οι τιμές είναι αχτύπητες (όχι απλά λογικές), εντελώς δυσανάλογες, θα έλεγα, με τις τεράστιες μερίδες που γενναιόδωρα σερβίρονται στον πελάτη. «Εμείς θέλουμε ο πελάτης να φύγει ευχαριστημένος και χορτάτος, κι ας φάει όσο θέλει», λέει ο (καλοφαγάς κι ο ίδιος) Τάσος!

Ο οποίος Τάσος, παρεμπιπτόντως, είναι από τους πιο τακτικούς αναγνώστες του«Aixmi» (και όχι μόνο επειδή γράφει εκεί ένας πελάτης της ταβέρνας). Και σίγουρα θα εκπλαγεί βλέποντας αυτό το άρθρο (ελπίζω μόνο να μην ενοχληθεί για την «αυθαιρεσία» μου…). Όμως, σε καιρό κρίσης, πιστεύω πως πρέπει να εξαίρονται εκείνες οι υγιείς επιχειρηματικές προσπάθειες που βάζουν τον πελάτη πάνω από την τσέπη! Όπως μου ομολόγησαν τα τρία αδέλφια: «Εμείς βλέπουμε αυτή τη δουλειά περισσότερο σαν χόμπι, παρά σαν επιχείρηση. Γι’ αυτό και ό,τι κάνουμε εδώ το διασκεδάζουμε πραγματικά!»

Το ίδιο αφήνει να εννοηθεί και ο Κώστας, ο σεφ. Που, πάντα χαμογελαστός και καλοδιάθετος, μοιάζει μέσα στην κουζίνα του περισσότερο με ιερέα που επιδίδεται απολαυστικά σε κάποιο είδος μυστικής τελετουργίας. Μέρος της οποίας είναι, ενίοτε, και η αξιοποίηση της θυσίας ενός ατυχούς σολομού, μια φέτα του οποίου (με σάλτσα σαμπάνιας) κάνει συχνά την εμφάνισή της προκλητικά στο πιάτο μου!

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που ξεχνώ ολότελα πως ο εν λόγω σεφ είναι «γαύρος». Και προσπερνώ με κατανόηση και χιούμορ ακόμα και τις απαξιωτικές αναφορές του στο «Αεκάκι» – μια μάταιη προσπάθεια να με πικάρει, φιλικά!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου εκτιμά έμπρακτα αυτούς που προσφέρουν ποιότητα βάζοντας τον άνθρωπο πάνω από το κέρδος!

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Τι (δεν) μας δίδαξε ο «Μεγάλος Πόλεμος»…

Σε πρωινή εκπομπή του στο ραδιόφωνο (πάνε πολλά χρόνια τώρα), ο αμίμητος Γιάννης Καλαμίτσης είχε θέσει στους ακροατές του ένα κουίζ Ιστορίας: «Σε ποια μεγάλη μάχη οι φαντάροι πήγαν στο μέτωπο με… ταξί;» Κάποιοι βρήκαν αμέσως την απάντηση, αναγνωρίζοντας τη Μάχη του Μάρνη (Σεπτέμβριος 1914) όπου τα Παρισινά ταξί επιστρατεύτηκαν για να μεταφέρουν ενισχύσεις στον Γαλλικό στρατό. Το Παρίσι έτσι σώθηκε, και η Γερμανία έχασε τη μοναδική ευκαιρία που είχε να κερδίσει τον πόλεμο, και μάλιστα στην πρώτη του σημαντική μάχη! Ύστερα ήρθαν τα φονικά χαρακώματα…

Ο «Μεγάλος Πόλεμος» (The Great War), όπως αποκλήθηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος, υπήρξε ίσως ο πιο παράλογος πόλεμος της Ιστορίας. Αν στον Δεύτερο Παγκόσμιο θα μπορούσε κάποιος να αναγνωρίσει μια επίφαση, έστω, ευγενούς κινήτρου (την αποτροπή της κυριαρχίας του φασισμού/ναζισμού), κάτι τέτοιο δεν ισχύει καν για τον Πρώτο. Ο πόλεμος αυτός (κυρίως σε ό,τι αφορά το Δυτικό Μέτωπο) αντιπροσωπεύει την πλέον κυνική έκφανση «πολέμου φθοράς» (war of attrition), μιας στρατιωτικής τακτικής όπου οι εμπόλεμες δυνάμεις επιχειρούν να φτάσουν στη νίκη όχι με συμβατικές, «έντιμες» (κατά μία έννοια) στρατιωτικές μανούβρες, αλλά επιφέροντας όσο το δυνατόν περισσότερες απώλειες στον αντίπαλο, μέχρι την τελική του εξάντληση.

Οχυρωμένοι οι στρατιώτες σε άθλια – συχνά λασπωμένα – χαρακώματα, για μήνες σε στάση αναμονής που τσάκιζε νεύρα και ηθικό, δέχονταν από καιρού εις καιρόν εντολές από υπερφίαλους στρατηγούς να βγουν από τα «λαγούμια» τους και να επιτεθούν μαζικά στο αντίπαλο χαράκωμα, προσπαθώντας να σκοτώσουν όσο περισσότερους στρατιώτες του εχθρού μπορούσαν. Ενός εχθρού που περίμενε να τους θερίσει με τα πολυβόλα του, συχνά πριν καν προλάβουν να διασχίσουν την ουδέτερη ζώνη, τη «γη του κανενός» (no man’s land)…

Ο «πόλεμος των χαρακωμάτων» διεκδίκησε και πήρε περισσότερες από εννέα εκατομμύρια ψυχές (στην πλειοψηφία τους, νέων παιδιών) εξαφανίζοντας μια ολόκληρη γενιά στο διάβα του. Για να αντιληφθούμε τα μεγέθη των απωλειών, μόνο στη μάχη του Somme χάθηκαν ένα εκατομμύριο και πλέον στρατιώτες, ενώ στο Verdun κάπου εφτακόσιες χιλιάδες. Και όλα αυτά, συχνά για το αμφίβολο κέρδος λίγων εκατοντάδων μέτρων λασπωμένης γης, διάσπαρτης από πτώματα και διάτρητης απ’ τα σημάδια των πυρομαχικών…

Τα χαρακώματα έγιναν έτσι το σύμβολο της άσκοπης θυσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, στο βωμό της αλαζονείας των επιτελείων και της παθητικότητας των διπλωματών μπρος στην εγωιστική, σχεδόν δικτατορική συμπεριφορά των στρατηγών που βίωναν τον πόλεμο από την ασφάλεια των γραφείων τους, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στη Δυτική Ευρώπη ο αριθμός των θυμάτων (νεκροί και τραυματίες) ξεπέρασε κατά πολύ τον αντίστοιχο αριθμό κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο!

Μετακινούμε τον χρονοδείκτη της Ιστορίας αρκετές δεκαετίες μπροστά… Συχνά αναρωτιέται κανείς αν εκείνοι που διαχειρίστηκαν τα διάφορα επίπεδα εξουσίας στην Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα (είτε ως τυπικά κυβερνώντες, είτε ως αντιπολιτευόμενοι) μπήκαν στον κόπο να μελετήσουν σε βάθος την ιστορία του Μεγάλου Πολέμου. Γιατί, αν το είχαν κάνει, θα γνώριζαν καλά το κόστος ενός πολέμου φθοράς, μιας τακτικής που αγαπήθηκε με πάθος από όλες, σχεδόν, τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου!

Το ζητούμενο ήταν σταθερά ένα: η με κάθε μέσο φθορά του πολιτικού αντιπάλου, ιδιαίτερα αν αυτός βρισκόταν στην εξουσία. Με το πατριωτικό καθήκον απέναντι στη χώρα (αν υποτεθεί ότι αυτό ενυπήρχε καν ως κίνητρο πολιτικής δράσης) κρυμμένο κάπου στα βάθη του κομματικού ασυνείδητου… Πιστοί στην ιστορική μας κατάρα, συντηρήσαμε για χρόνια ένα μοντέλο πολιτικής βασισμένο στην (συχνά βίαιη) σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αλληλομισούμενα άκρα ενός κομματικού διπόλου, που εναλλάσσονταν στους ρόλους κυβερνώντων-αντιπολιτευόμενων.

Κάθε φορά που ένας κομματικός πόλος έχανε την εξουσία, επιδιδόταν με ρεβανσιστική μανία σε πόλεμο φθοράς του αντιπάλου του και υπονόμευσης του κυβερνητικού έργου, ακόμα κι αν αυτό αποτελούσε μέρος μη-διαπραγματεύσιμων εθνικών προτεραιοτήτων. Αρωγοί σε αυτή την εθνικά αυτοκαταστροφική προσπάθεια ήταν συχνά οι στρατοί των οργανωμένων συμφερόντων, οι κομματικά ελεγχόμενες συντεχνίες του δημόσιου τομέα. (Δεν θα χρησιμοποιήσω τη λέξη «συνδικαλισμός», γιατί η έννοια αυτή προϋποθέτει δημοκρατικό ήθος, αρετή άγνωστη στις ιδιοτελείς ηγεσίες των συντεχνιών…)

Κοινοί εκβιαστές που ταλαιπωρούσαν τον πολίτη, κατεβάζοντας τους διακόπτες της πολύτιμης ηλεκτρικής ενέργειας, ή στερώντας του το (συχνά προπληρωμένο) δικαίωμα στις δημόσιες μεταφορές, βαφτίζονταν σε «λαϊκούς αγωνιστές» που μάχονταν για τα συμφέροντα «του λαού». Φυσικά, οι «αγωνιστές», πέραν του όποιου ευκαιριακού πλουτισμού τους, αμείβονταν συνήθως και με περίοπτες πολιτικές θέσεις, ακόμα και με υπουργικούς θώκους όταν το κόμμα που υπηρετούσαν ερχόταν στην εξουσία!

Και οι «λαϊκοί αγώνες» κατέληγαν σχεδόν πάντα σε θρίαμβο των βολεμένων ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, με μόνιμα θύματα τους μη προνομιούχους, αυτούς δηλαδή που βίωναν εργασιακή επισφάλεια και δεν τύγχαναν συνδικαλιστικής προστασίας… Από τη μεριά τους, οι κατέχοντες την εξουσία έσκαβαν όλο και πιο βαθιά τα δικά τους χαρακώματα προσπαθώντας να κρατηθούν σ’ αυτήν. Κι επειδή το σκάψιμο απαιτεί χέρια, αποδύθηκαν στο χτίσιμο ενός στέρεου κομματικού κράτους που το υπερτροφικό του μέγεθος ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες της εθνικής οικονομίας.

Τις συνέπειες των συμπεριφορών αυτών τις βιώνουμε σήμερα με τον πλέον δραματικό τρόπο. Διδαχθήκαμε κάτι, όμως, έστω κι εκ των υστέρων, από τον Μεγάλο Πόλεμο; Το ερώτημα καταντά ρητορικό αν ρίξουμε μια ματιά στο τρέχον πολιτικό σκηνικό. Το μόνο που δείχνει να έχει αλλάξει είναι τα ονόματα των εμπόλεμων δυνάμεων που συνθέτουν το πολιτικό δίπολο, όπως επίσης και οι πολιτικοί συνθηματολογικοί κώδικες: Η «συντήρηση» και η «πρόοδος» αναβαπτίστηκαν δίνοντας τη θέση τους στο «μνημόνιο» και το «αντι-μνημόνιο»!

Υπάρχουν αθώοι σ’ αυτόν τον διαχρονικό πόλεμο φθοράς που συντελείται εδώ και δεκαετίες στη χώρα; Θα λέγαμε πως ναι. Είναι καταρχήν εκείνοι που επέλεξαν να βαδίσουν τον δικό τους, μοναχικό δρόμο, δίχως τους καιροσκοπισμούς και τους ηθικούς συμβιβασμούς που συνεπάγεται η ένταξη σε πόλους εξουσίας (ή εν δυνάμει εξουσίας). Με μοναδικά όπλα τις αρχές και την αξία τους… Είναι κι οι άλλοι (μπορεί να ‘ναι κι οι περισσότεροι) που το προσπάθησαν μα δεν κατάφεραν να γίνουν ευνοούμενοι του συστήματος…

Όλοι αυτοί αποτελούν τους μη-προνομιούχους, εκείνους που καταδικάστηκαν (ή ακόμα κι επέλεξαν!) να ζουν μόνιμα στην «no man’s land», ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Κάποιοι αντέχουν ακόμα… Κάποιοι ήδη έγιναν ένα με τη λάσπη του άγριου, διάτρητου τερέν. Καθ’ οδόν – και διόλου ένδοξα – προς το κενοτάφιο της Ιστορίας…

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Κριτική σκέψη στην εκπαίδευση: Σύντομο ανέκδοτο ή πρωταρχικός στόχος;

Θέλοντας να πειράξω τους μαθητές μου, τους λέω συχνά πως οι ερωτήσεις κρίσης ονομάστηκαν έτσι επειδή τους προκαλούν κρίση, κάθε φορά που τίθενται ως θέματα στις εξετάσεις! Το πείραγμα δεν είναι αβάσιμο, αφού αποτελεί προϊόν εμπειρικών δεδομένων που εκτείνονται σε βάθος χρόνου…

Η σκηνή στην αίθουσα διδασκαλίας, σε μέρα επίσημων εξετάσεων… Οι φοιτητές διαβάζουν τα θέματα που μόλις τους έχουν δοθεί, καλούμενοι να διατυπώσουν τυχόν απορίες. Με απόλυτα φυσικό τρόπο, ένας εξ αυτών (εκπροσωπώντας πιθανότατα και τους περισσότερους απ’ τους υπόλοιπους) σηκώνει το χέρι και κάνει την εξής ερώτηση: «Στο δεύτερο θέμα, θέλετε αυτά που γράφει το βιβλίο στη πρώτη παράγραφο πάνω δεξιά όπως το κοιτάζουμε, ή εκείνα που γράφει κάτω από το σχήμα στην απέναντι σελίδα;»

Η ερώτηση είναι αποκαλυπτική μιας πολύ ανησυχητικής νοοτροπίας που έχει πάρει τη μορφή επιδημίας στην Εκπαίδευση (και όχι μόνο στην Τριτοβάθμια όπου, λόγω προσωπικής εμπειρίας, αναφέρθηκα πριν): Σε μεγάλη μερίδα μαθητών/σπουδαστών, η «φωτογραφική» απομνημόνευση λειτουργεί ως βολικό υποκατάστατο της δημιουργικής, κριτικής σκέψης. Και η «παπαγαλία» εκλαμβάνεται ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη μάθηση, ενώ η κριτική σκέψη συχνά απαξιώνεται ως ελιτίστικη πνευματική πολυτέλεια που εκτιμάται ως αρετή μόνο απ’ τους «σπασίκλες»!

Για να προλάβω τη (δίκαιη) αντίδραση του αναγνώστη, θα σπεύσω να διευκρινίσω ότι, ως δάσκαλος, θεωρώ τους μαθητές σαν τους λιγότερο υπεύθυνους γι’ αυτό το φαινόμενο. Από την πρώτη μέρα του Σχολείου διδάσκονται την αποστήθιση ως βασικό (αν όχι μοναδικό) τρόπο μάθησης και αναγκάζονται να την αποδεχθούν ως κριτήριο αξιολόγησης της επίδοσής τους. (Τονίζω τις λέξεις «βασικό» και «μοναδικό» γιατί, ως ένα βαθμό, η αποστήθιση είναι απαραίτητο συστατικό της μάθησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πρώτη καταγραφή αντικειμενικών δεδομένων όπως, π.χ., ιστορικές χρονολογίες, γεωγραφικά ονόματα ή κανόνες της αριθμητικής.)

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, παράλληλα με την (όποια) αναγκαιότητα της απομνημόνευσης, διδάσκουμε στους μαθητές μας τη σημασία της κριτικής σκέψης και τους δείχνουμε τον δρόμο για να την αναπτύξουν. Και, για να μη φανεί ότι επιχειρώ να επιρρίψω ευθύνες αποκλειστικά στους φιλότιμους συναδέλφους των δύσκολων δύο πρώτων βαθμίδων της Εκπαίδευσης, σπεύδω να τονίσω ότι τις ίδιες, τουλάχιστον, ευθύνες φέρουμε και όσοι παίρνουμε τη σκυτάλη από τα χέρια τους!

Το κρίσιμο ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση, είναι ο βαθμός επικοινωνίας του διδάσκοντος με τον διδασκόμενο στην αίθουσα διδασκαλίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε τη μαθησιακή λειτουργία σαν μονόδρομη διαδικασία όπου κάποιος «πομπός», εφοδιασμένος με κάποιας μορφής εξουσία, μεταδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως γνώση σε κάποιους «δέκτες» που καλούνται να την αφομοιώσουν χωρίς ποτέ να τους δοθεί η δυνατότητα να την κρίνουν. Μερικές φορές, μάλιστα, η μετάδοση της πληροφορίας παίρνει τη μορφή αληθινού βομβαρδισμού κάτω από το άγχος «να καλύψουμε την ύλη», πράγμα που δεν μας αφήνει χρόνο να προβληματιστούμε κατά πόσον αυτά που διδάξαμε συνέβαλαν στη διεύρυνση πνευματικών οριζόντων, ή οδήγησαν απλά στην αποθήκευση δεδομένων (τη σπουδαιότητα των οποίων – για να μην παρεξηγηθώ – δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να αμφισβητήσω!). Και στο τέλος του εξαμήνου αξιολογούμε, συνήθως, την επίδοση του μαθητή/σπουδαστή με βάση το πόσο πιστά μπορεί να αναπαραγάγει στιγμιαία την πληροφορία με την οποία τον βομβαρδίσαμε!

Από εκεί και πέρα, η ανταπόκριση του ίδιου του μαθητή εξαρτάται από δύο, κυρίως, παράγοντες: τον βαθμό ωριμότητάς του και το ειδικό ενδιαφέρον του για το μάθημα. Κάποιοι μαθητές θα προβληματιστούν πάνω σ’ αυτά που άκουσαν και θα θελήσουν, ακόμα και με δική τους πρωτοβουλία, να μάθουν περισσότερα και να εμβαθύνουν. Είναι εκείνοι στους οποίους έχει καλλιεργηθεί η κριτική σκέψη και δεν δέχονται τη γνώση ως «μασημένη τροφή»!

Κάποιοι άλλοι θα αρκεστούν στη στείρα απομνημόνευση, τον πλέον θνησιγενή τρόπο μάθησης αφού τα προϊόντα της εξανεμίζονται σύντομα, δίχως ν’ αφήσουν κάποιο αξιόλογο στίγμα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή. Εδώ όμως υπάρχει μια υποσημείωση που συχνά εμείς οι εκπαιδευτικοί παραβλέπουμε: Ακόμα κι οι μαθητές που με ευκολία τούς τοποθετούμε την ετικέτα του «παπαγάλου», δείχνουν τελείως διαφορετική μαθησιακή συμπεριφορά όταν πρόκειται για αντικείμενο που τους ενδιαφέρει, πράγμα που συχνά απεικονίζεται και στις βαθμολογικές τους επιδόσεις (αν και ο απόλυτος συσχετισμός του επιπέδου μάθησης με την τυπική βαθμολογία που, με στείρα αριθμητική λογική, επιχειρεί να αξιολογήσει τη μάθηση αυτή, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ασφαλής…).

Η τελευταία παρατήρηση δείχνει και την ευθύνη μας, ως εκπαιδευτικών, για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης στους μαθητές μας, καθώς και τον δρόμο που θα οδηγήσει σ’ αυτήν: Για να θελήσουν να εμβαθύνουν σε ένα αντικείμενο, θα πρέπει πρώτα να κατορθώσουμε να τους κεντρίσουμε το ενδιαφέρον γι’ αυτό. Και, γενικότερα, να τους πείσουμε ότι ο χρόνος που θα διαθέσουν και ο κόπος που θα καταβάλουν θα τους ανταμείψει – όχι απλά με ένα ψυχρό ενδεικτικό νούμερο που λέγεται «βαθμός» (αυτό το αμφιλεγόμενο κίνητρο είναι, εξάλλου, ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο της αποστήθισης) αλλά, κυρίως, με την απόκτηση γνώσεων που θα είναι χρήσιμες για τη ζωή τους. Και – γιατί όχι; – με την ίδια την απόλαυση της ενασχόλησης με κάτι που σ’ εμάς τους ίδιους εναπόκειται να κάνουμε να φανεί ευχάριστο!

Ξεκινώντας στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς το μάθημα της Φυσικής με τους πρωτοετείς μου, ρωτώ συχνά σε ποιους η Φυσική ήταν το αγαπημένο μάθημα στο Λύκειο και τη μελετούσαν από ενδιαφέρον για το αντικείμενο, καθώς και ποιοι τυχόν τη «μισούσαν» με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να «παπαγαλίζουν» για να επιβιώσουν. Σηκώνονται χέρια ένθεν και ένθεν, οπότε θέτω σε όλους την ερώτηση κατά πόσον αγάπησαν ή μίσησαν την ίδια τη Φυσική, ή κατά βάθος τον δάσκαλο που τους τη δίδαξε. Μετά από σύντομη σκέψη, μου δίνουν όλοι την απάντηση που εύκολα μαντεύει ο αναγνώστης…

Αναλογεί, εν τούτοις, και κάποιο ποσοστό ευθύνης σε έναν ώριμο, πλέον, σπουδαστή (ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες δασκάλων που προηγήθηκαν ή έπονται) για την ανάπτυξη αυτόνομης κριτικής σκέψης; Θα διευρύνω το ερώτημα περιλαμβάνοντας όλους τους ενήλικες – πέραν των (τυπικά) σπουδαστών – μια και, σε τελευταία ανάλυση, όλοι βρισκόμαστε σε διαρκή φοίτηση στο σχολείο της ζωής που καθημερινά μας διδάσκει!

Υπερβαίνοντας, λοιπόν, τις ευθύνες των δασκάλων που πέρασαν απ’ τη ζωή μας – οι οποίες συχνά λειτουργούν και ως βολικό άλλοθι αναβολής της ωρίμανσής μας, σε συνδυασμό μάλιστα με αυτές των γονιών μας! – δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ένα ζήτημα καθαρά προσωπικής ευθύνης του καθενός μας στο να ξεπεράσουμε το νηπιάζον φρόνημα που επιζητά τον εφησυχασμό της «επεξεργασμένης τροφής» που προσφέρει η κηδεμονευόμενη σκέψη, η στερούμενη κριτικής επεξεργασίας.

Έτσι που να καταλήγουμε πάντα να θεωρούμε κάποιους άλλους υπεύθυνους για κακοτυχίες που, εν τούτοις, υπήρξαν αποτελέσματα απόλυτα προσωπικών επιλογών: Φταίει κάποιος πρωθυπουργός που μας είπε κάποτε πως ήταν «καλό» πράγμα το παιχνίδι στο Χρηματιστήριο (λες και δεν γνωρίζαμε πως πρόκειται κατ’ ουσίαν για τζόγο!) με αποτέλεσμα να χάσουμε τα χρήματά μας… Φταίνε οι πολιτικοί που δεν μας προειδοποίησαν για την κρίση, αφήνοντάς μας να ξοδεύουμε αλόγιστα και να ζούμε μέσα σε περιττές πολυτέλειες… Φταίει η τηλεόραση που μας παραπλανά με παραποιημένη εικόνα της πραγματικότητας (λες και δεν βλέπουμε τι συμβαίνει παραδίπλα μας!)… Φταίει η «άτιμη η κοινωνία» και η «κακιά η ώρα» που μας ανάγκασαν να παραφερθούμε πληγώνοντας τον συνάνθρωπό μας…

Ο μεγάλος Καζαντζάκης γράφει στο κορυφαίο φιλοσοφικό του έργο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω!» Κι ακόμα:«Καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος. Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο…»

Ίσως και να υπάρχει, τελικά, διδασκαλία… Μα ο δάσκαλος δεν είναι λυτρωτής που ανοίγει δρόμους: Είναι μόνο το φανάρι που τους φωτίζει! Και πρέπει να δείξει στον μαθητή πώς να πάρει το βλέμμα απ’ το ίδιο το φανάρι και να το στρέψει κατά κει που πέφτει το φως…

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Μια απάντηση στον Μπίσμαρκ…

Η Ελένη Α., τακτική αναγνώστρια του Aixmi.gr, θέλοντας προφανώς να με πειράξει, μου έγραψε πρόσφατα ένα σχόλιο που εμπεριείχε την φαρμακερή ρήση του Όττο Φον Μπίσμαρκ«Καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς!» (Drei Professoren, Vaterland verloren). Το ίδιο είχα ακούσει παλιότερα κι από έναν φίλο πολιτικό μηχανικό, καθώς μου ανέλυε τους λόγους για τους οποίους είχε αποτύχει τότε το πολιτικό πείραμα της οικουμενικής κυβέρνησης. Όπως, περίπου, και από ιδιαίτερα σκεπτόμενους αναγνώστες της (παλιάς) «Ελευθεροτυπίας», που σχολίασαν στα σοβαρά ένα μάλλον χιουμοριστικών προθέσεων άρθρο μου με τίτλο «Ο Πολιτικός, ο Τεχνοκράτης κι ο… Μάρλον Μπράντο!».

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποιος είναι ο κρίσιμος αριθμός καθηγητών που απαιτείται για τη διάλυση μιας χώρας. Ούτως ή άλλως, αντικείμενο του παρόντος σημειώματος δεν είναι η δοκιμότητα των πανεπιστημιακών δασκάλων στο πλαίσιο της άσκησης κρατικής εξουσίας, αλλά το ακαδημαϊκό ήθος τους, εντός του χώρου υπηρέτησης του λειτουργήματός τους. Κι επειδή το θέμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο και μια εις βάθος ανάλυσή του θα απαιτούσε χρόνο και ερευνητικά εφόδια που δεν διαθέτω, θα περιοριστώ στην παράθεση δύο προσωπικών εμπειριών που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη και τη συνείδησή μου και, μέσα από τις εμφατικές αντιθέσεις τους, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας που έπλασα ως σπουδαστής για τους καθηγητές της ανώτατης βαθμίδας της Εκπαίδευσης. Στην πρώτη περίπτωση, κάλλιστα, θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός της «ακαδημαϊκής αλητείας»! Στη δεύτερη, της ακαδημαϊκής μεγαλοσύνης…

Πανεπιστήμιο της Αθήνας, τέλη της δεκαετίας του ’70… Στον πίνακα ανακοινώσεων αναρτώνται αποτελέσματα εξέτασης βασικού μαθήματος. Καθηγητής, ένας σχετικά νέος επιστήμονας με ιδιαίτερο ταλέντο στις διεθνείς διασυνδέσεις και με υπερτροφικά ανεπτυγμένο αίσθημα αυτοπεποίθησης!

Ένας φοιτητάκος, που ήξερε πως είχε γράψει καλά στην εξέταση (ήταν το αγαπημένο του μάθημα λόγω αντικειμένου) δεν είδε το όνομά του ανάμεσα στους επιτυχόντες. Αντίθετα, είχαν περάσει φίλοι του τους οποίους είχε βοηθήσει στη μελέτη. Εκείνη τη στιγμή, δεν πέρασε καν συνειρμικά απ’ το μυαλό του το γεγονός ότι οι φίλοι ανήκαν σε πανίσχυρη, τότε, φοιτητική παράταξη, ενώ ο ίδιος ήταν πολιτικά ανένταχτος. Ούτε γνώριζε την ανάγκη του καθηγητή να παρουσιάσει εξορθολογισμένες καμπύλες αποτελεσμάτων με καθορισμένο ποσοστό επιτυχόντων…

Κατά τα ειωθότα, ο καθηγητής ανακοίνωσε κάποια ώρα που θα μπορούσαν να τον επισκεφθούν οι φοιτητές που ήθελαν να δουν το γραπτό τους. Ο φοιτητάκος χτύπησε την πόρτα με συστολή και μπήκε στο γραφείο. Με αίσθημα δέους μπροστά στον καθηγητή με την τρομαχτική θωριά, ρώτησε ποια ακριβώς ήταν τα λάθη που του είχαν κοστίσει βαθμολογικά. Καθώς δεν πήρε σαφή απάντηση, βρήκε το θάρρος να επιμείνει. Και τότε άκουσε έκπληκτος τον δάσκαλό του να λέει, με μια χροιά σκληρού κυνισμού και αλαζονικής ωμότητας στη φωνή του:

– Άκουσε να σου πω, στο κάτω-κάτω, καθηγητής είμαι και ό,τι θέλω κάνω! Λοιπόν, άντε, ντύσου και πήγαινε!

«Ντύσου και πήγαινε!» Μια φράση που δύσκολα θα απηύθυνε πολιτισμένος άνθρωπος ακόμα και σε πόρνη στο τέλος μιας κατ’ οίκον επίσκεψης! Ο κατά τα άλλα ευφυής Μπίσμαρκ μάλλον δεν γνώριζε τον σημαντικότερο λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να απαξιώνει τους καθηγητές (ή, για να είμαι δίκαιος, κάποιους απ’ αυτούς…).

Ο φοιτητάκος μεγάλωσε λιγάκι και κάποια στιγμή βρέθηκε να κάνει μεταπτυχιακά σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ. Γυρνώντας ένα Σεπτέμβρη από διακοπές στην Ελλάδα, του ανακοίνωσαν ότι του χορηγήθηκε μια σημαντική υποτροφία. Όχι ως χειρονομία αβροφροσύνης, φυσικά: Μέρος των καθηκόντων του (πέραν της έρευνας) ήταν να οργανώνει μαθήματα αποκλειστικά για τους καθηγητές της Σχολής, στους οποίους θα δίδασκε κάτι από αυτά που κι ο ίδιος μάθαινε στο πλαίσιο της εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής.

Και επί τέσσερα χρόνια οι δάσκαλοί του κάθονταν στα θρανία σαν απλοί μαθητές, κρατώντας σχολαστικά σημειώσεις από τις παραδόσεις ενός άσημου Έλληνα μεταπτυχιακού φοιτητή! Ε, τέτοιο μάθημα ταπεινοφροσύνης θα είχε σίγουρα κλονίσει ακόμα και τον Μπίσμαρκ, για να μην πω και την φιλτάτη αναγνώστρια Ελένη του Aixmi.gr, η οποία παρέθεσε τον αφορισμό του τελευταίου σχολιάζοντας προηγούμενο άρθρο μου!

Δεν γνωρίζω αν δύο, τρεις ή δεκατρείς καθηγητές θα αρκούσαν για να καταστρέψουν μια χώρα. Μπορώ με βεβαιότητα, όμως, να πω ότι ένας καθηγητής είναι αρκετός για να σκοτώσει την ιδανική εικόνα που έχει ανάγκη να πλάσει ένας νέος σπουδαστής για τους ακαδημαϊκούς του δασκάλους. Ευρισκόμενος πια κι εγώ στην αντίπερα όχθη, προσπαθώ να μην ξεχνώ ποτέ τις εμπειρίες που με σημάδεψαν, θετικά ή αρνητικά. Το αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να γίνομαι καλύτερος δάσκαλος, αρμόδιοι να το κρίνουν είναι, ασφαλώς, μόνο οι μαθητές μου…

Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι ασήμαντος δάσκαλος σημαντικών μαθητών!