Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η ειρωνεία των αντιθέσεων...

Σ’ ένα κρεβάτι, στη μονάδα ημερήσιας θεραπείας ενός μεγάλου νοσοκομείου, ένας νεαρός (είναι-δεν είναι εικοσιπέντε χρόνων) δέχεται τη φροντίδα μιας νοσοκόμας. Βρίσκεται εκεί για την προγραμματισμένη θεραπεία στην αρρώστια του. Πριν έξι μήνες έχασε τη μητέρα του απ’ την ίδια αρρώστια. Το ίδιο και τον πατέρα του, πριν δύο χρόνια... Βρίσκει τη δύναμη και χαμογελάει, εκπέμποντας μια υποψία αισιοδοξίας. Έχει στο πρόσωπο μια φανερή, ανυπόκριτη έκφραση ευγνωμοσύνης. Για τη ζωή, που του χαρίζει ακόμα την ελπίδα να παλεύει...

Λίγο πιο δίπλα, σε ένα άλλο κρεβάτι, βρίσκεται μια νέα κοπέλα. Καθισμένη στο πλάι της να τη φροντίζει, η μητέρα της. Είχε κι εκείνη αρρωστήσει παλιότερα. Και πέρυσι έχασε την άλλη κόρη της. Τώρα, τρέμει γι’ αυτήν που της απόμεινε...

Μερικά χιλιόμετρα πιο νότια, στο γκρίζο κτίριο μιας δημόσιας υπηρεσίας κάποιας χρεοκοπημένης χώρας, ένας –όχι και τόσο νέος, πια- άντρας φυσάει και ξεφυσάει καθώς τρέχει από γραφείο σε γραφείο. Πρέπει να βιαστεί, να προλάβει το κακό! Πρέπει να τους μιλήσει, να τους κάνει να καταλάβουν το λάθος τους, να τους πείσει πριν να ‘ναι αργά. Στην ανάγκη, ακόμα και να τους απειλήσει!

Η πληροφορία για την επικείμενη συμφορά προέρχεται από άκρως αξιόπιστη πηγή και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: το «σύστημα» προωθεί κάποιον άλλον για προϊστάμενο! Θα πρέπει αυτός τώρα να τους σταματήσει με κάθε μέσο. Έστω κι αν χρειαστεί να καταφύγει σε παρακάλια, σε εκβιασμούς, ακόμα και σε δολοπλοκίες... Κι ας πάει στο διάολο το έλκος του, η πίεσή του, η ίδια η ζωή του! (Τι αξία θα έχει, άλλωστε, αν δεν πάρει αυτός τη θέση;)

Η τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής, τελικά, πουθενά δεν φανερώνεται τόσο μεγαλόπρεπη όσο στην ειρωνεία των αντιθέσεών της. Μια ειρωνεία, μάλιστα, που συχνά παίρνει τη μορφή άγριου σαρκασμού, όταν θύτης μαζί και θύμα των αντιθέσεων τυχαίνει να είναι στην εξέλιξη της ζωής του ο ίδιος άνθρωπος.

Παγκόσμιο μνημείο μιας τέτοιας ακραίας αμφιθυμίας της μοίρας αποτελεί, αναμφίβολα, η περίπτωση του Αριστοτέλη Ωνάση. Μα κι όλοι εμείς οι κοινοί θνητοί, με τις μικρές-μικρούτσικες φιλοδοξίες, τις μικρές-μικρούτσικες κακίες, τις μικρές-μικρούτσικες αλαζονείες, τα μικρά-μικρούτσικα οράματα, τη μικρή-μικρούτσικη θέαση του νοήματος της ζωής, κλεισμένοι στα μικρά-μικρούτσικα καβούκια της απέραντης φιλαυτίας μας, αρνούμενοι να υπερβούμε το αυτοκαταστροφικό «Εγώ» που πονηρά μας εμφύτευσε ο Δημιουργός για να δει αν είμαστε άξιοι να το δρασκελίσουμε, αναλώνουμε τις λίγες μέρες αυτογνωσίας που μας χαρίστηκαν σε αναρίθμητες ματαιότητες κι ατέλειωτες ευτέλειες. Ξεχνώντας πάντα να αναπέμψουμε ένα πολλοστημόριο, έστω, από το οφειλόμενο «ευχαριστώ» για ό,τι μας δόθηκε, γκρινιάζοντας νυχθημερόν για όσα κατά τη γνώμη μας αξίζαμε και δεν μας παραχωρήθηκαν...

Ως κάτοχος μερικών ανούσιων διαπιστευτηρίων οιονεί «γνώσης», ομολογώ πως ποτέ δεν έμαθα τίποτα πιο χρήσιμο και πιο αληθινό απ’ όσα μου δίδαξαν οι απλές, καθημερινές, ανθρώπινες σκηνές που μου μετέφεραν επισκέπτες στη μονάδα ημερήσιας θεραπείας κάποιου νοσοκομείου.

Και, από την άλλη μεριά, τίποτα δεν πρόβαλε ποτέ στη συνείδησή μου πιο απωθητικό, μα συνάμα και πιο τραγικό, απ’ τις μικρές, μικρούτσικες, αλαζονικές, εγωπαθείς συμπεριφορές ανθρώπων που πιστεύουν –φευ- πως ανήκουν στους εκλεκτούς που αυτοδίκαια απολαμβάνουν το προνόμιο της αθανασίας, διεκδικώντας, ως εκ τούτου, τα πάντα και μη οφείλοντας τίποτα! Και η θλίψη μεγαλώνει εκθετικά όταν ανάμεσα σ’ αυτούς τους κενόδοξους συναντά κανείς δασκάλους, παιδαγωγούς (και δη «ανώτατους»).

Γιατί είναι αυτοί που, ως μύστες που κατέχουν –υποτίθεται- τις υπέρτατες αλήθειες για το ουσιώδες της ζωής, οφείλουν πρώτοι απ’ όλους να διδάξουν την Σωκρατική ταπεινοφροσύνη και την ματαιότητα της επιδίωξης του ευτελούς. Και είναι εκείνοι, δυστυχώς, που σπανιότερα θυμούνται (ή κι ίσως καταδέχονται) να δώσουν ένα κάποιο παράδειγμα. Έτσι, «για ξεκάρφωμα», που λένε κι οι μαθητές μου!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ενας άλλος ρατσισμός...

Υπάρχει μια μορφή ρατσισμού που τη βιώνουμε ολόγυρά μας καθημερινά, προσπερνώντας την αδιάφορα όταν δεν μας στοχεύει. Αυτοί που τον υφίστανται δεν είναι καν απαραίτητο να έχουν διαβεί τα σύνορα της χώρας, πράγμα που ίσως εξηγεί γιατί το μαρτύριό τους ελάχιστα συγκινεί και διεγείρει τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της πλειοψηφίας των κατά δήλωση αντιρατσιστών...

Η σκηνή στην κεντρική πλατεία της Ηλιούπολης. Μια γυναίκα τρέχει να προλάβει στη στάση το ακριβοθώρητο λεωφορείο της περιοχής. Στο παγκάκι της στάσης κάθεται μια παρέα νεαρών, πάνω-κάτω σε ηλικία τρίτης λυκείου. Ξάφνου, ένα πόδι απλώνεται απ’ το παγκάκι. Η γυναίκα σκοντάφτει πάνω του και πέφτει, ενώ την ίδια στιγμή η παρέα ξεσπά σε γέλια και σε επευφημίες γι’ αυτόν που είχε τη φαεινή ιδέα! Η γυναίκα σηκώνεται, μαζεύει ντροπιασμένη τα κομμάτια της και μπαίνει αμίλητη στο λεωφορείο, δευτερόλεπτα πριν κλείσει η πόρτα. Είναι φανερό ότι έχει προ πολλού συμβιβαστεί με την ιδέα πως ανήκει σε κατώτερη «ράτσα». Και δέχεται τις τρικλοποδιές με την ίδια στωικότητα που οι εβραίοι δέχθηκαν κάποτε το αστέρι στο πανωφόρι τους...

Λεπτομέρεια: Η γυναίκα δεν ανήκε στους ευνοημένους της Φύσης, αυτούς που θα χαρακτηρίζονταν «ευειδείς». Ήταν αρκετά ευτραφής, και τα χαρακτηριστικά της δεν είχαν, γενικά, τίποτα το «ελκυστικό» με βάση τις επιταγές του σύγχρονου σταρ-σύστεμ. Ήταν πλασμένη, θαρρείς, μόνο και μόνο για να πιστοποιεί τον θρίαμβο των εκλεκτών της Φύσης πάνω στους αδικημένους. Θα έλεγα, ήταν το ιδανικό αντι-κάτοπτρο για τον υπερχειλίζοντα ναρκισσισμό της απάνθρωπης εποχής μας...

Το περιστατικό δεν είναι μεμονωμένο. Ανάλογα συμβαίνουν καθημερινά στην Αθήνα (για να περιοριστώ στην πόλη μου). Και όλα, σχεδόν, έχουν ως αυτουργούς νέα παιδιά. Πολλά απ’ αυτά κατεβαίνουν στους δρόμους συμμετέχοντας σε αντιρατσιστικά συλλαλητήρια, ενώ στο σχολείο βγάζουν πύρινες ανακοινώσεις κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Αγνοώντας, προφανώς, ότι ξένος είναι καθένας που βιώνει την αρνητική διάκριση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Περάσει ή δεν περάσει τα σύνορα της χρεοκοπημένης χώρας!

Μια νέα γενιά, λοιπόν, αναδύεται φέροντας μέσα της τον σπόρο του φασισμού της εικόνας. Έτσι όπως η τελευταία επιβάλλεται με βάση τα προστάγματα ιδιοτελών κέντρων του διεθνούς image-making! Κι όσοι δεν είναι προικισμένοι με τις ιδιότητες που απαιτούν τα στερεότυπα, οφείλουν να υποβάλλονται σε πόνους κι έξοδα ώστε να υπερνικήσουν, κατά το δυνατόν, την ίδια τη βούληση της Φύσης. Ζωή παρά φύσιν, κατά μία έννοια!

Καμία προοδευτική πολιτική δύναμη, καμία ευαίσθητη ανθρωπιστική οργάνωση, κανένα αντιρατσιστικό κίνημα δεν ασχολήθηκε ποτέ με αυτό το είδος κοινωνικού ρατσισμού. Και κανείς απ’ αυτούς δεν ανησύχησε για τις (εν μέρει κληρονομημένες, εν μέρει αναδυόμενες) νοοτροπίες και συμπεριφορές μιας πολύ σκληρής νέας γενιάς σε ό,τι αφορά την αισθητική διαφορετικότητα ή –ακόμα χειρότερα- τη φυσική αδυναμία. Εκείνης της ίδιας γενιάς, παρεμπιπτόντως, απέναντι στην οποία νιώθουμε ενοχές κάθε φορά που αναλογιζόμαστε τι κόσμο της παραδίδουμε.

Μόνο που συνηθίσαμε να βλέπουμε τον κόσμο αποκλειστικά μέσα από οικονομικά κριτήρια και μεγέθη. Παραβλέποντας έτσι τις οφειλόμενες ενοχές μας για αξίες που δεν εμφυσήσαμε και αρχές που δεν διδάξαμε. Ίσως γιατί κι εμείς οι ίδιοι, τελικά, τις έχουμε ξεχάσει...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Οι γάτες γυρίζουν πίσω...

Εκτιμώ ιδιαίτερα τους σκύλους. Όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, έχουν την ικανότητα να ξεκόβουν από το χθες, να αναπροσαρμόζονται, να μετεξελίσσονται... Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βρίσκονται κοντά στο αφεντικό τους, σ’ όποια γωνιά της γης κι αν τους πάει. Το γνωρίζω από πρώτο χέρι, έχοντας υποβάλει δύο σκύλους στο «πολιτιστικό σοκ» ισάριθμων υπερατλαντικών μετακινήσεων! Οι γάτες είναι διαφορετική περίπτωση: δένονται με τόπους, όχι με ανθρώπους. Δεν ξεχνούν ποτέ το μέρος που μεγάλωσαν, και είναι απρόθυμες να το εγκαταλείψουν ακολουθώντας τα αφεντικά τους σε μια μετακίνηση.

Το διπλανό σπίτι, στην Αμερική, το νοίκιαζε ένας μεταπτυχιακός φοιτητής που ζούσε εκεί με την οικογένειά του και τους γάτους τους, δύο πανέξυπνους Σιαμέζους. Τελειώνοντας τις σπουδές του, ο Μπομπ βρήκε αμέσως δουλειά (άλλες εποχές τότε), πράγμα που του επέτρεψε να χτίσει ένα δικό του σπίτι σε μια όμορφη περιοχή της πόλης, κάπου ένα μίλι μακριά απ’ την παλιά τους γειτονιά. Το σπίτι ήταν ευρύχωρο, είχε μεγάλο κήπο και ήταν αληθινός παράδεισος για παιδιά και κατοικίδια! Δεν είχε περάσει καλά-καλά μια βδομάδα από τη μετακόμιση της οικογένειας, και βλέπω ένα πρωί τον Μπάγκι και τον Κάαν να νιαουρίζουν έξω απ’ το παλιό σπίτι, εκεί δίπλα στο δικό μου. Μάταια περίμεναν να τους ανοίξει κάποιος να μπουν – και ήξεραν καλά πως αυτός δεν θα μπορούσε να είναι κάποιο από τα αφεντικά τους! Δεν άργησε, όμως, να καταφτάσει η γυναίκα του Μπομπ, η οποία, με φανερή ανακούφιση, έβαλε τους γάτους στο αυτοκίνητο.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές τις επόμενες βδομάδες... Ο Μπάγκι και ο Κάαν δεν μπόρεσαν να ξεκόψουν από τις καταβολές τους, να αναπροσαρμοστούν σε νέα δεδομένα και να εξελιχθούν σαν όντα. Δεν στάθηκαν ικανοί να αξιοποιήσουν προς όφελός τους την ευκαιρία που τους δόθηκε για μια αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής, και δεν έδειξαν να εκτιμούν αυτούς που τους την πρόσφεραν. Όμως, ο Μπάγκι και ο Κάαν ήταν απλά δύο γάτες που ακολουθούσαν ενστικτωδώς τα βιολογικά τους στερεότυπα. Και οι γάτες δεν είναι προικισμένες με το δώρο της εξελιξιμότητας που διαθέτει η ανθρώπινη συνειδητότητα – μα, ως ένα βαθμό, και οι άσπονδοι εχθροί τους, οι σκύλοι!

Θυμήθηκα εκείνη την παλιά ιστορία αυτές τις μέρες καθώς διαβάζω και ακούω για το κύμα βίας που απλώνεται στη χώρα με ευθύνη νεόκοπων κοινοβουλευτικών δυνάμεων του ακραίου χώρου. Δυνάμεις που ανέκαθεν βρίσκονταν στις παρυφές της νομιμότητας και έξω από τα όρια της δημοκρατικής ορθοφροσύνης, λόγω της προσκόλλησής τους σε ιδεολογίες και πρακτικές σκοτεινών ιστορικών εποχών που οδήγησαν στη φρίκη ενός πρωτόγνωρου μαζικού εγκλήματος...

Δυνάμεις, εν τούτοις, στις οποίες ένα τμήμα του ελληνικού λαού, υπό το κράτος μιας κατανοητής αυτοσυντηρητικής αγωνίας λόγω της κατακόρυφα αυξημένης εγκληματικότητας στα αστικά –κυρίως- κέντρα, έδωσε μια σπάνια ευκαιρία: να αποκτήσουν πολιτική νομιμότητα και να αναβαπτιστούν στα νάματα της δημοκρατίας, συμμετέχοντας ως ισότιμοι κοινοβουλευτικοί εταίροι στο ναό του πολιτεύματος!

Όμως, ακόμα και οι πολιτικές παρατάξεις υπόκεινται, καμιά φορά, στο σύνδρομο της γάτας: Σαν τον Μπάγκι και τον Κάαν, δεν άργησαν να ξαναθυμηθούν τις ιδεολογικές τους καταβολές (αν υποτεθεί ότι τις είχαν ξεχάσει ποτέ...) και να επιστρέψουν σε γνώριμες, γι’ αυτούς, πρακτικές απρόκλητης βίας και de facto υποκατάστασης των νόμιμων μηχανισμών της πολιτείας. Σε ιδανική απομίμηση των Ταγμάτων κάποιου αλήστου μνήμης κυρίου Röhm...

Το ότι οι εν λόγω μηχανισμοί της πολιτείας είναι ανεπαρκείς για την προστασία της ασφάλειας και της (όποιας) ευημερίας των πολιτών, δεν συζητείται καν! Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν δικαιοδοτεί οιονδήποτε, έστω και υπό τον προσχηματικό μανδύα μιας κοινοβουλευτικής δήθεν «νομιμοποίησης», να προβαίνει σε πράξεις αυθαίρετης (και, κυρίως, απρόκλητης) βίας εναντίον οιουδήποτε μη αρεστού! Πράξεις που, ασφαλώς, πόρρω απέχουν από τις παραπλανητικές αρχικές εικόνες του «αγνού και άδολου προστάτη» των ανθρώπων της γειτονιάς...

Πλειστάκις έχω στηλιτεύσει από τη σελίδα αυτή την παθητική στάση της πολιτείας απέναντι στο διογκούμενο φαινόμενο της παράνομης μετανάστευσης. Ως Αθηναίος, θλίβομαι για την υποβάθμιση της ζωής και την μέχρι ευτελισμού συρρίκνωση της αξίας της σ’ αυτή την πόλη. Ως Αθηναίος όμως, επίσης, νιώθω περήφανος που μεγάλωσα στον τόπο που γέννησε το σπουδαιότερο και διαχρονικότερο πολίτευμα που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Ένα πολίτευμα που θέτει αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς σε όσους το απολαμβάνουν. Πόσο μάλλον, σε όσους (υποτίθεται ότι) είναι ορκισμένοι να το υπηρετούν! Σ’ αυτούς τους τελευταίους αδυνατώ να αναγνωρίσω ελαφρυντικά όταν προδίδουν τα ιδανικά της δημοκρατίας, επιστρέφοντας σε νοσηρές ιδεολογικές αφετηρίες τις οποίες όφειλαν εξαρχής να έχουν εμφατικά αποκηρύξει. Ελαφρυντικά που, ομολογώ, στην περίπτωση του Μπάγκι και του Κάαν δεν δυσκολεύτηκα και τόσο να βρω...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

TO BHMA - Όταν οι συντεχνίες έχουν χιούμορ!

Διαβάζω στο «Βήμα» (http://www.tovima.gr/society/article/?aid=473502):

Έπειτα από κοινή συνεδρίαση των συνδικαλιστών, και σε μία σπάνια κοινή τους ανακοίνωση, τα Σωματεία Εργαζομένων της ΣΤΑΣΥ (Μετρό, Τραμ, ΗΣΑΠ) δήλωσαν την Τετάρτη «κατηγορηματικά αντίθετοι στο νέο χαράτσι στην τιμή των εισιτηρίων κατά 25%», ζήτησαν μείωση της τιμής του κομίστρου «μετά το πετσόκομμα των εισοδημάτων», και κάλεσαν τις ηγεσίες των ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ να προχωρήσουν στην προκήρυξη γενικής απεργίας «με προοπτική κλιμάκωσης» των κινητοποιήσεων.
«Η νέα επίθεση σε μισθούς και συντάξεις είναι ένα ακόμη προδιαγεγραμμένο επεισόδιο στο εν εξελίξει έγκλημα της εξαθλίωσης ενός λαού. Η νέα αυτή λαίλαπα κυβέρνησης και τρόικας δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Όλοι θα υποστούν μία ακόμη μείωση (...) κάνοντας ένα βήμα προς τον γκρεμό της οικονομικής εξαθλίωσης» σημειώνεται στην ανακοίνωση των σωματείων της ΣΤΑΣΥ. 

Δηλαδή, εάν ορθώς αντελήφθην τον ποιητήν, οι αγνών, άδολων και αλτρουιστικών προθέσεων ιδεολόγοι αυτοί συνδικαλιστές θα κατέβουν στο πεζοδρόμιο για να δώσουν αγώνα ενάντια στη δική μου οικονομική εξαθλίωση! (Υποθέτω ότι, προς επίρρωση της ανιδιοτέλειας των προθέσεών τους έναντι οιουδήποτε κακόπιστου, ουδέν στενά συντεχνιακό αίτημα θα εγείρει η εν λόγω «κινητοποίηση»...)

Οποία σύμπτωσις: Κι εγώ ακριβώς εκεί θα βρίσκομαι, στο πεζοδρόμιο! Μάταια αναμένων την έλευση ακριβοθώρητων μέσων μαζικής μεταφοράς, το δικαίωμα χρήσης των οποίων έχω γενναιόδωρα προπληρώσει από τα πενιχρά –πλέον- εισοδήματά μου... Διαπληκτιζόμενος με άλλους συν-εξαθλιωμένους για την προτεραιότητα επιβίβασης στα λιγοστά –για την περίσταση- ταξί της περιοχής, η χρήση των οποίων, υπό κανονικές συνθήκες, αποτελεί πλέον ανεπίτρεπτη πολυτέλεια... Κλαίων γοερώς για τα πεταμένα λεφτά μιας κάρτας που έγινε για μία ακόμα φορά πεδίο διαλεκτικής σύγκρουσης ανάμεσα στο «απεριόριστο» της διαδρομής και το «κλιμακούμενο» της κινητοποίησης, με αδιαφιλονίκητο θριαμβευτή το δεύτερο και θλιβερό θύμα εμένα...

Και, καθώς θα κοιτάζω αμήχανα –και με μια γελοία έκφραση ματαιότητας στο πρόσωπο- τα αυτοκίνητα που θα στρίβουν στη Συγγρού, θα συνειδητοποιώ γι’ ακόμα μια φορά τη σημασία του αρκτικόλεξου ΜΜΜ: «Μήπως Μοιάζω (με) Μ*****;» Γιατί, διαβάζοντας ανακοινώσεις σαν την παραπάνω, δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς την αίσθηση του χιούμορ των υπευθύνων Τύπου της πιο σκληρής συντεχνίας της χώρας!

TO BHMA

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ο Διογένης, η πάλη των φύλων και η Ελλάδα της κρίσης

Η κουβέντα είχε φουντώσει για τα καλά στη γυναικοπαρέα, στην προαστιακή καφετέρια. Κάποια –η μόνη που έδειχνε να ‘χει επίπεδο- διηγούνταν με ενθουσιασμό μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο, που κατέληξε σε ένα ευχάριστο γεύμα και μια υπέροχη συζήτηση με τον σύντροφό της σε κάποιο ψητοπωλείο των Εξαρχείων.

Για να δεχθεί την επιτιμητική παρέμβαση της πιο «προχωρημένης» της παρέας: «Εμένα, χρυσό μου, αν κάποιος έστω και μία φορά με πήγαινε με το λεωφορείο για σουβλάκια, να μη σου πω πότε θα με ξανάβλεπε!» Εν μέσω μείζονος κρίσης, η παραπάνω φράση παύει να είναι ένα απλό αξιοπερίεργο ακαδημαϊκής σημασίας: γίνεται αληθινός σηματοδότης εθνικής ευθύνης!

Πριν λίγο καιρό, στον επίλογο του άρθρου μου «Το σύνδρομο της Τατιάνας» (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=470392) έγραψα, χαριτολογώντας, ότι, αν είχαμε επιβάλει στους εαυτούς μας μια πιο λιτή ζωή, σήμερα ίσως και να μην παρακαλούσαμε την κυρία Μέρκελ για δανεικά! Κάποιοι αναγνώστες αντέδρασαν, καλώντας τις θέσεις μου ανεδαφικές. Δεν είχαν άδικο, στο βαθμό που δεν κατέστη σαφής η αλληγορία, την οποία έσπευσα να επισημάνω. Η παρέμβαση, όμως, ενός ιδιαίτερα καλλιεργημένου (και, δυστυχώς, ανώνυμου) αναγνώστη, με έκανε να το ξανασκεφτώ.

Σε ένα από τα ωραιότερα σχόλια που έχω διαβάσει σ’ αυτήν εδώ την εφημερίδα, μου θύμισε μια ιστορία απ’ τη ζωή του αγαπημένου μου φιλοσόφου. Το σχόλιο έγραφε: «Μια μέρα ο Διογένης έτρωγε ένα πιάτο φακές καθισμένος στο κατώφλι κάποιου σπιτιού. Δεν υπήρχε σ' όλη την Αθήνα πιο φτηνό φαγητό από ένα πιάτο φακές. Μ' άλλα λόγια, αν έτρωγες φακές, σήμαινε ότι βρισκόσουν σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας. Πέρασε ένας απεσταλμένος του άρχοντα και του είπε: "Α, Διογένη! Αν μάθαινες να μην είσαι ανυπότακτος κι αν κολάκευες λιγάκι τον άρχοντα, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να τρως συνέχεια φακές." Ο Διογένης σταμάτησε να τρώει, σήκωσε το βλέμμα και, κοιτάζοντας στα μάτια τον πλούσιο συνομιλητή του, αποκρίθηκε : "Α, φουκαρά αδερφέ μου! Αν μάθαινες να τρως λίγες φακές, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να υπακούς και να κολακεύεις συνεχώς τον άρχοντα!" Ορθώς, λοιπόν, για Μέρκελ!»

Αναζητώντας τον σύγχρονο πραγματισμό μέσα στην αρχαία παραβολή, αναρωτιέμαι τώρα πόσο από το φιλοσοφικό DNA του φημισμένου προγόνου μας κουβαλάμε εμείς οι νεοέλληνες. Υπάρχει, άραγε, μια ξεχωριστή «γωνίτσα Διογένη» μες στην ψυχή του Έλληνα, που θα μπορούσε να τον είχε κάνει –όταν ήταν ακόμα καιρός, κι όσο υπήρχε ακόμα ευκαιρία- να ανταλλάξει λίγες από τις μεταπολιτευτικές πολυτέλειες στις οποίες βαθμιαία εθίστηκε, με λίγη περισσότερη εθνική αξιοπρέπεια; Εδώ, όμως, υπεισέρχεται ένα βαθύτερο ερώτημα: Αναζητώντας τις αιτίες αυτής της κρίσης –στο βαθμό που οι ευθύνες γι’ αυτήν μπορούν να αποδοθούν σ’ εμάς τους ίδιους- πόσο δόκιμο είναι να θεωρούμε την έννοια «Έλληνας» ως ενιαία και αδιαίρετη; Θα υπήρχε, μήπως, κάποια λογική βάση σε μια απόπειρα επιμερισμού των ευθυνών χωριστά στον Έλληνα και την Ελληνίδα;

Το ερώτημα που τίθεται εδώ –όχι χωρίς τον κίνδυνο μομφής για δήθεν υποκρυπτόμενο σεξισμό- είναι πολύ συγκεκριμένο: μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που βαθμιαία οδήγησαν στην τελική κατάρρευση της χώρας, πόσο επέτρεψε η γυναίκα στον άντρα ν’ ανακαλύψει και να αναπτύξει τα (όποια) χαρακτηριστικά Διογένη έφερε μέσα του; Ή, για να κάνω το ερώτημα πιο δραματικό, πόσο εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να του το επιτρέπει; Ξεκινώ την απάντηση με ένα ακόμα ερώτημα, τούτη τη φορά ρητορικό:

Μια εφιαλτική παρενέργεια της κρίσης είναι η κατακόρυφη αύξηση των αυτοκτονιών. Γνωρίζει κανείς τον επιμερισμό της αύξησης αυτής στα δύο φύλα; Η απάντηση είναι, νομίζω, αυταπόδεικτη: ο άντρας ήταν –και εξακολουθεί να είναι- αυτός που πλήρωσε και πληρώνει με τη ζωή του την κρίση! (Προσοχή: δεν εννοώ ότι η γυναίκα δεν υπέστη τις συνέπειές της, αλλά πως το ακραίο υπαρξιακό τίμημα το κατέβαλε ο άντρας.) Γιατί η κρίση αυτή βρήκε τον άντρα τόσο πιο ευάλωτο συναισθηματικά σε σχέση με τη γυναίκα;

Εδώ θα δικαιώσω τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ: στην «πάλη των φύλων», ο άντρας είναι ο συντριπτικά πιο αδύναμος από τους «εμπολέμους». Για την ακρίβεια, είναι ο αδιαφιλονίκητος loser! Γιατί, η σχέση των δύο φύλων είναι μια αδυσώπητη, μονόπλευρη επικυρωτική διαδικασία όπου, σχεδόν κατά κανόνα, εκείνος πασχίζει αδιάκοπα να αποδείξει ότι είναι άξιος για εκείνη! Και ο πήχης της «αξιοσύνης» ολοένα ανεβαίνει από το ισχυρό μέρος, δίνοντας στη σχέση διαστάσεις υπαρξιακής αγωνίας για το ανίσχυρο...

Τι καθορίζει το ύψος του πήχη; Μήπως η ευφυΐα και η πνευματικότητα; Η καλλιέργεια και η ευαισθησία; Ο χαρακτήρας και η πίστη σε αρχές; Φευ! Ο πήχης είναι φτιαγμένος από τα πιο ευτελή υλικά: ματαιοδοξία, επιδειξιομανία, φτηνή μαγκιά, υπερκαταναλωτισμό... Και η ανάγκη υπερπήδησής του οδηγεί σε αδιάκοπο ανταγωνισμό, απ’ όπου εκείνος πρέπει καθημερινά να αποδεικνύεται στα μάτια της αξιότερος από τους άλλους. Και αξιότερος σημαίνει, κατ’ ουσίαν, πάροχος καλοζωίας. Σε αντίθετη περίπτωση, του επικολλάται ελαφρά τη καρδία η ετικέτα του «αποτυχημένου»... Για κάποιους, η ντροπή μιας ήττας σ’ αυτή τη μάχη ξεπλένεται μόνο με θάνατο – τον δικό τους θάνατο!

Ελάχιστες από τις σημερινές γυναίκες θα ερωτεύονταν τον λιτό και φιλοσοφημένο «Διογένη». Μάλλον λατρεύουν τον κενόδοξο και σπάταλο «Νάρκισσο», κι ας εκτοξεύουν κάθε τόσο μύδρους κατά του ανδρικού αυτού προτύπου! Όμως, η ναρκισσιστική αυτοεικόνα δεν επιβιώνει χωρίς την επικύρωσή της από την ίδια τη γυναίκα. Κι αυτή ακριβώς η ανταμοιβή είναι το δόλωμα που κάνει τον μέσο άντρα να υποτάσσεται στην αυθαιρεσία του σατανικού παιχνιδιού με τον πήχη. Γιατί, δεν αντέχει ποτέ να περάσει από κάτω...

Και –τι ειρωνεία!- το τελειωτικό χτύπημα στην περηφάνια και την αξιοπρέπειά του μετά την αναπόφευκτη καταστροφή –προϊόν, σε μεγάλο βαθμό, και της δικής του αφροσύνης- έρχεται να το δώσει και πάλι μια γυναίκα. Τούτη τη φορά το παιχνίδι είναι εξαρχής χαμένο: πρόκειται για την πιο ισχυρή γυναίκα του πλανήτη! Και μόνο κάποιος που αψήφησε τον ίδιο τον Αλέξανδρο θα μπορούσε να την αντιμετωπίσει. Αλλά, μην τον ψάχνετε: ο Διογένης δεν ζει πια εδώ. Πήρε το φανάρι του και κίνησε γι’ άλλες πολιτείες. Εξάλλου, δεν θα ‘χε πια τίποτα να φωτίζει...

ΤΟ ΒΗΜΑ