Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Ώρα για κυβέρνηση εθνικής ευθύνης

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών δεν επιφύλασσε εκπλήξεις. Και σίγουρα δεν μας έκανε σοφότερους ως προς την επόμενη μέρα αυτής της χώρας. Ήταν, όμως, μια αναγκαία άσκηση ψυχοθεραπείας, όχι τόσο για εμάς όσο, κυρίως, για τους ίδιους τους ομιλητές των δύο «μεγάλων» του Κοινοβουλίου, που κλήθηκαν να δώσουν αληθινό αγώνα πολιτικής επιβίωσης απέναντι σε ιδιαίτερα σκληρά εσωκομματικά ακροατήρια…

Προσπερνώντας τα αναμενόμενα «εμείς το παλέψαμε καλύτερα από εσάς» και «παραπλανήσατε το λαό με ανεδαφικές υποσχέσεις» (και τα δύο αληθή, πάντως), και παραβλέποντας κάποιους σχετικά υψηλούς τόνους που εκφράστηκαν μάλλον απρόθυμα (ίσως κι από απλή κοινοβουλευτική συνήθεια), θα σταθώ σε κάτι που με θορύβησε περισσότερο: την εμφανή κόπωση των δύο βασικών πρωταγωνιστών. Σαν να μην πίστευαν πια ότι αυτή η από κεκτημένη ταχύτητα συνεχιζόμενη αντιπαράθεση θα οδηγήσει, τελικά, σε κάποια λύση. Για τους ίδιους και για τη χώρα…

Βγάζοντας τα χρωματιστά πολιτικά γυαλιά από τα μάτια μας, ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα: Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα – και παρά την περί του αντιθέτου, μάλλον άστοχη πρόσφατη τοποθέτηση του αρχηγού της μείζονος αντιπολίτευσης – είναι αδύνατο να επωμιστεί την ευθύνη της τελικής, κρίσιμης διαπραγμάτευσης για την εθνική οικονομία από μόνη της η κυβέρνηση. Όχι ειδικά η συγκεκριμένη, αλλά η όποια κυβέρνηση θα είχε την ατυχία να βρεθεί (εκούσα ή άκουσα, δεν έχει τώρα σημασία) στη δίνη μιας τέτοιας ιστορικής συγκυρίας!

Ήρθε, πλέον, η ώρα ανάληψης κοινής εθνικής ευθύνης. Διαγράφοντας κομματικές γραμμές και παραμερίζοντας πολιτικούς εγωκεντρισμούς – περιττές (αν όχι κι αντεθνικές) πολυτέλειες τούτες τις στιγμές – ας συγκροτηθεί άμεσα μία κυβέρνηση εθνικής ευθύνης (ή όπως αλλιώς θελήσουν να την ονομάσουν) με μοναδικό αντικείμενο τη δρομολόγηση της εξόδου της χώρας από την κρίση που απειλεί την ίδια της την ύπαρξη.

Για τη στελέχωση αυτής της κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης, και με δεδομένη και αυταπόδεικτη τη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων (δεν υπάρχει χρόνος για δημοψηφίσματα!) για τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, ας αναζητηθούν άνθρωποι που, χωρίς να διατίθενται να εκχωρήσουν πολλοστημόριο από την εθνική τους συνείδηση, θα μπορέσουν να συνεννοηθούν αποτελεσματικά με τους ευρωπαίους εταίρους μας και να προβάλουν σε εκείνους ως αξιόπιστοι – και επιτέλους ισότιμοι – συνομιλητές.

Για λόγους τόσο συμβολικούς όσο και πολιτικά πραγματιστικούς, το πρόσωπο που θα επιλεγεί να ηγηθεί μιας τέτοιας πανεθνικής προσπάθειας θα πρέπει να απολαμβάνει τη μέγιστη δυνατή αποδοχή, τόσο ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του τόπου όσο κι απ’ τον ίδιο το λαό (Θανάση Γκότοβε, δεν είναι ώρα να διαφωνήσουμε για το αν ο όρος «λαός» είναι ή όχι εννοιολογικά δόκιμος!).

Και, με δεδομένο ότι η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση ανέδειξε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, είναι θαρρώ αυτονόητο ότι το ηγετικό πρόσωπο θα πρέπει να προέρχεται από το χώρο αυτό.

Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι η γνώμη του γράφοντος έχει το παραμικρό πολιτικό ειδικό βάρος, ξεκινώ τη συζήτηση ρίχνοντας «στο τραπέζι» ένα όνομα που πιστεύω πως συγκεντρώνει τις παραπάνω προϋποθέσεις. Αναφέρομαι στον Νίκο Κωνσταντόπουλο που, πέρα από τις αδιαμφισβήτητες ικανότητες και τη σημαντική προσωπικότητά του, έχει στο βιογραφικό του την εμπειρία συμμετοχής σε κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης ως επικεφαλής σημαντικού υπουργείου, στο πλαίσιο μιας επιχείρησης εσωτερικής κάθαρσης της δημόσιας ζωής του τόπου.

Θα μπορούσε άραγε, υπό τις παρούσες δραματικές περιστάσεις, να ηγηθεί μιας πανεθνικής προσπάθειας σωτηρίας της χώρας; Οι προϋποθέσεις υφίστανται. Μένει να διερευνηθούν οι διαθέσεις…

Υ.Γ: Τούτων λεχθέντων, και προς αποφυγή άσκοπων συνειρμών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παρερμηνεία των προθέσεών μου, σπεύδω να σημειώσω ότι η παροιμία σύμφωνα με την οποία «το μήλο θα πέσει κάτω απ’ τη μηλιά» κάθε άλλο παρά τυγχάνει γενικής ισχύος! Για να μην πω ότι συχνά στην πράξη διαψεύδεται…

Aixmi.gr

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Δολοφονίες χαρακτήρων και νέο πολιτικό ήθος

Δεν γνωρίζω αν η νέα διακυβέρνηση σώσει, τελικά, ή όχι τον τόπο από την καταστροφή. Όμως, πώς ακριβώς πρέπει να αντιλαμβάνεται κανείς τη λέξη «σωτηρία»; Λόγω της κρίσης, καταντήσαμε να της αποδίδουμε αποκλειστικά βιολογική σημασία («δεν θα πεινάσουμε», «δεν θα κρυώσουμε», κλπ.). Αν αποδεχθούμε αυτή την εννοιολογική μονοσημαντότητα, τότε η νέα πολιτική θα έχει πράγματι φέρει εις πέρας την αποστολή της αν κατορθώσει να αναστηλώσει την εθνική οικονομία και να την οδηγήσει στην ανάπτυξη, τηρώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπου η κοινωνική δικαιοσύνη θα αποτιμηθεί, εν προκειμένω, με βάση και μόνο τον τρόπο μοιράσματος του χρήματος.

Είναι αρκετό, όμως, το χρήμα για να εξαγοράσει τη σωτηρία ηθικών αρχών και τον εξαγνισμό ανθρώπινων χαρακτήρων; Πού πωλείται, άραγε, το χαμένο δημοκρατικό ήθος για να το ξαναγοράσουμε; Πόσο κοστίζει η νεκρανάσταση της δολοφονημένης ελευθερίας του λόγου μας; Αν από κάποιους περιμένουμε απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, είναι από εκείνους που διατρανώνουν την προσήλωσή τους σε υψηλές ανθρώπινες αξίες, θεωρώντας μάλιστα ότι τις μονοπωλούν…

Πέρα από την οικονομική μιζέρια που μοιραία επέφερε, η κρίση δίχασε την ελληνική κοινωνία και ανέδειξε έναν ιδιότυπο ιδεολογικό φασισμό. Εκφραστές του ήταν, κι εξακολουθούν να είναι, κατά κύριο λόγο εκείνοι που είδαν την κρίση, όχι τόσο ως εθνική καταστροφή, όσο ως ευκαιρία. Για κάποιους καιροσκοπούντες – είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για πολιτικούς σχηματισμούς – η κρίση ήταν, αναλόγως, μια ευκαιρία ανάδειξης ή πολιτικής επικυριαρχίας. Για άλλους, με «αγνότερες» (δηλαδή ιδεολογικές) αφετηρίες προθέσεων, ήταν μια ευκαιρία ρεβανσισμού απέναντι σε παραδοσιακούς ταξικούς εχθρούς (με την ευρύτερη δυνατή σημασία του όρου «τάξη»).

Το κλειδί που άνοιξε την κερκόπορτα της λαϊκής συνείδησης και οδήγησε στη χειραγώγηση της τελευταίας ήταν η επιδέξια αξιοποίηση του – αναμενόμενου λόγω των συνεπειών της κρίσης – μαζικού θυμού, τον οποίο η εύπεπτη δημαγωγική ρητορεία πέτυχε να εκτοξεύσει στα ακρότατα της οργής. Ανάμεσα στα άλλα, πείστηκαν εύκολα οι οργιζόμενοι πως όποιος διαφωνεί με την κυρίαρχη άποψη, ιδιαίτερα μάλιστα αν τολμά να εκφράζει τη διαφωνία του δημόσια, είναι εχθρός της κοινωνίας και πρέπει με κάθε μέσο να εξοντωθεί!

Και επειδή η φυσική του εξόντωση θα τον καθιστούσε μάρτυρα και θα τον εξάγνιζε στην κοινωνική συνείδηση, επιλέχθηκε κάτι απείρως δολιότερο μα και πιο αποτελεσματικό: η ηθική του εξόντωση, ο διασυρμός και η κατασυκοφάντηση της προσωπικότητάς του, η δολοφονία του χαρακτήρα του (“character assassination”). Αποτελεί ιστορική ειρωνεία, μα φαίνεται πως ο Γκαίμπελς δίδαξε, τελικά, τις μεθόδους του ακόμα και σ’ εκείνους που τον μίσησαν περισσότερο!

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ένα τεκμηριωμένο αλλά μη αρεστό άρθρο γνώμης να γίνεται δεκτό με οργισμένες κραυγές και μια κενή περιεχομένου συνθηματολογία, ελλείψει σοβαρών θέσεων και πειστικών αντεπιχειρημάτων. Η δολιότερη αντιμετώπισή του, όμως, είναι ο δημόσιος διασυρμός του ίδιου του αρθρογράφου και η αυθαίρετη δαιμονοποίηση των προθέσεών του. Έτσι, όποιος τολμά να διατυπώσει απόψεις που δεν συμφωνούν με τις εγκεκριμένες από το ιερατείο των «ορθώς σκεπτομένων», αναγορεύεται εξ ορισμού σε εθνικό μειοδότη, δωσίλογο των «κατακτητών» και ενδεχομένως μίσθαρνο όργανο («παπαγαλάκι») των «εχθρών» της χώρας!

Μεγαλύτερη ευθύνη από αυτή των σχολιαστών, όμως, φέρουν οι αρθρογράφοι εμπρηστικών κειμένων που συμβάλλουν στο να γίνεται ακόμα πιο αγεφύρωτο το χάσμα του εθνικού διχασμού. Υποκαθιστώντας με κραυγές και αναθέματα τον ψύχραιμο και τεκμηριωμένο λόγο (ενίοτε με χρήση άκομψων έως απρεπών εκφραστικών μέσων) δίνουν το σύνθημα της διολίσθησης σε μια γενικευμένη αγριότητα, τις συνέπειες της οποίας δείχνουν να (δεν θα ‘θελα να πω «προσποιούνται ότι») υποτιμούν…

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μια προσωπική εμπειρία. Όχι τόσο για χάρη των αναγνωστών όσο γιατί κυρίως το οφείλω υπό μορφή δημόσιας απολογίας προς τους μαθητές μου, των οποίων τις συνειδήσεις δηλητηρίασε επικίνδυνα μια πρόσφατη, εξόχως χυδαία επίθεση εναντίον μου.

Είναι δεδομένο ότι έχω ασκήσει κριτική σε πολλά ζητήματα αρχών που αφορούν την παρούσα διακυβέρνηση της χώρας. Και είναι, επίσης, δεδομένο ότι τούτη μου η κριτική έχει καθαρά ιδεολογικές αφετηρίες που ουδόλως αφορούν κομματικές συμπάθειες ή αντιπάθειες (όπως έχω πλειστάκις δηλώσει, οπαδός είμαι μόνο στα ποδοσφαιρικά φρονήματα και η ομάδα είναι γνωστή!). Αυτή μου η πολιτική ουδετερότητα έχει ένα καλό και ένα κακό: Για τους καλοπροαίρετα διακείμενους, κάνει τον κριτικό λόγο μου να φαίνεται περισσότερο αξιόπιστος και, σε κάθε περίπτωση, μη υποβολιμαίος. Για τους κακόβουλους, τούτη η πολιτική αχρωματοψία με καθιστά εύκολο στόχο, αφού γνωρίζουν καλά πως σε περίπτωση άδικης (έως ελεεινής) επίθεσης δεν θα επιστρατευθούν προς υπεράσπισή μου αγέλες κομματικών τετραπόδων!

Για λόγους που μου είναι άγνωστοι όσο κι ακατανόητοι (αφού το θέμα ξεπερνά τα όρια της πιο τυφλής πολιτικής εμπάθειας) έγινα στόχος επίθεσης (με σαφέστατα «φωτογραφική» αναφορά στο άτομό μου) σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο, από άτομο φέρον τη δημοσιογραφική ιδιότητα και φανατικά προσκείμενο στην παρούσα πολιτική εξουσία. Δεν θα σταθώ στη γλώσσα επιπέδου χαμαιτυπείου, στην οποία ήταν διατυπωμένο το επώνυμο σχόλιο. Εξ άλλου, τα εκφραστικά μέσα αφορούν και χαρακτηρίζουν εκείνον που τα επιλέγει. Ούτε θα προβάλω ενστάσεις για τον καθολικό χαρακτηρισμό των κειμένων μου ως «περισπούδαστες μ@λ@κίες» (sic) και περίπου ως προϊόντα ακαδημαϊκού τσαρλατανισμού (όπως μαρτυρά η τοποθέτηση εισαγωγικών στη λέξη «επιστημονικές» ως επιθετικού προσδιορισμού στον όρο «αναλύσεις»). Ούτως ή άλλως, ήταν σαφές ότι η πηγή του σχολίου δεν είχε καν αναγνώσει το κείμενό μου το οποίο έδωσε αφορμή για τον εν λόγω σχολιασμό…

Αυτό που κατά κύριο λόγο αναδεικνύει τη δολιότητα της επίθεσης και της προσδίδει χαρακτηριστικά «δολοφονίας χαρακτήρα» μέσω δημόσιου διασυρμού, είναι ένας χυδαίος υπαινιγμός που παραλίγο να έχει προσωπικό κόστος στο λειτούργημα του εκπαιδευτικού που ασκώ. Διαστρέφοντας και εν τέλει καταργώντας την ίδια τη λογική της αιτιότητας, το σχόλιο απέδιδε το αρθρογραφικό μου έργο σε υποτιθέμενη ανάγκη εκτόνωσης… υποκρυπτόμενου ακαδημαϊκού συμπλέγματος(!) για το χώρο στον οποίο ασκώ το εκπαιδευτικό λειτούργημά μου, τον οποίο χώρο η πηγή του σχολίου αντιμετώπιζε έτσι – εμμέσως πλην σαφώς – με αίσθημα απαξίωσης!

Για κακή μου τύχη, το σχόλιο αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από κάποιους μαθητές μου που, και με δική μου προτροπή, επισκέπτονται τακτικά τον συγκεκριμένο αξιόλογο ιστότοπο. Και βρέθηκα στην ανάγκη να απολογούμαι γιατί έδωσα σε κάποιους κακόβουλους το δικαίωμα να υποβαθμίσουν τις σπουδές τους και, κατ’ επέκταση, να μειώσουν την ίδια τους την προσωπικότητα. Αλλά το χειρότερο για μένα ήταν πως ενσταλάχθηκε στις συνειδήσεις τους το δηλητήριο της αμφιβολίας για το κατά πόσον, τελικά, ο δάσκαλός τους εκτιμά το έργο που έχει αναλάβει, ή αντίθετα το υποτιμά θεωρώντας το αναντίστοιχο προς τις ακαδημαϊκές φιλοδοξίες του!

Κάποιοι φίλοι που έλαβαν γνώση του περιστατικού έριξαν την ευθύνη σ’ εμένα: «Αφού πας κι ανακατώνεσαι με τα (***), επόμενο είναι να λερωθείς κι εσύ!» Πράγμα που μεταφραζόμενο σημαίνει πως θα πρέπει να πάψω να εκθέτω δημόσια τις απόψεις μου στο Διαδίκτυο. Υπήρξε όμως και ο αντίλογος: «Ο στόχος τέτοιων χυδαίων επιθέσεων είναι να κάνουν τους μη αρεστούς να τρομάξουν ή να σιχαθούν και τελικά να σιγήσουν. Μην τους κάνεις τη χάρη!»

Το έχουμε ξαναπεί: Η κρίση δεν μας έκανε κακούς, απλά ανέδειξε την κακότητα που υπολάνθανε μέσα μας. Έβγαλε έξω τα αγριότερα των ενστίκτων μας, έφερε στο φως τις σκοτεινότερες πλευρές της προσωπικότητάς μας, αποκάλυψε ηχηρά τις μέχρι πρότινος καλά κρυμμένες ευτέλειες του χαρακτήρα μας!

Και, δυστυχώς, είναι πια φανερό πως καμία πολιτική δύναμη δεν θα μπορέσει να μας σώσει. Γιατί, η σωτηρία της τσέπης δεν αρκεί. Τούτη η χώρα δεν έμεινε στην ιστορία για τον πλούτο της μα για κάποια άλλα ιδανικά που γέννησε και διέδωσε στον κόσμο. Στην κορυφή στέκει η Δημοκρατία. Που δεν μπορεί να λέγεται έτσι αν καταργείται – de jure ή de facto – η ελευθερία του λόγου και αν εκλείπει ο σεβασμός στο δικαίωμα στην αντίθετη άποψη. Ακόμα περισσότερο, αν η υγιής και δημοκρατική αντιπαράθεση ιδεών υποκαθίσταται από δολοφονίες χαρακτήρων κι από δόλιο διασυρμό και κατασυκοφάντηση ιδεολογικών αντιπάλων, με χρήση μάλιστα χυδαίας ρητορείας επιπέδου πεζοδρομίου!

Είπα «αντιπάλων»; Λάθος: Σε καιρούς και τόπους όπου το δημοκρατικό ήθος αντιμετωπίζεται ως περιττή πολυτέλεια, δεν υπάρχουν ιδεολογικοί αντίπαλοι. Υπάρχουν μόνο εξ ορισμού εχθροί!

Aixmi.gr