Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Αγάπη μέσα απ' τον καθρέφτη...


Μήπως αυτό που αγαπάμε δεν είναι παρά ένα κάτοπτρο που απλά και μόνο αντανακλά τα ίδια μας τα συναισθήματα; Μήπως, τελικά, είναι η ανάγκη μας να αγαπάμε;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

 Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando Pessoa) θέτει σε αμφισβήτηση την αντικειμενική υπόσταση του ωραιότερου ανθρώπινου συναισθήματος. Όπως ισχυρίζεται ο ποιητής με τις πολλαπλές περσόνες, αυτό που ονομάζουμε «αγάπη» δεν είναι παρά μία μη-συνειδητοποιημένη μορφή  αυτοπάθειας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Ο αφορισμός ακούγεται τρομακτικός! Μοιάζει να θέλει να ισοπεδώσει την πίστη μας στην ιδέα ενός «άλλου» που, ως αυτόνομη κι αντικειμενική αξία, κερδίζει δίκαια ένα κομμάτι της ψυχής μας. Μας βάζει τη δύσκολη άσκηση συνείδησης να αναθεωρήσουμε εκ βάθρων, και τελικά να ακυρώσουμε, ό,τι «νομίσαμε» πως είχε αληθινή σημασία στη ζωή μας. Στην ουσία, μετατρέπει ένα μέρος από τη βιωμένη ευτυχία μας σε ψευδαίσθηση!

Όμως, πόσο μακριά από την αλήθεια βρίσκεται το δόγμα τού Pessoa για την κατά βάθος αυτοπαθή φύση της αγάπης («στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας»); Στην αναζήτηση της απάντησης θα μας βοηθήσει μία αναλογία από την καθημερινότητά μας:

Όταν κοιτάζουμε τον καθρέφτη, αυτό που αντικρίζουμε είναι το είδωλο του εαυτού μας. Μοιάζει με αληθινό πρόσωπο με αυτόνομη υπόσταση, ανεξάρτητη από την παρουσία μας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται απλά για αντανάκλαση της δικής μας μορφής: το φως που φεύγει από εμάς πέφτει στον καθρέφτη και ξαναγυρνά σ' εμάς. Η ενέργεια, δηλαδή, που παίρνουμε από τον καθρέφτη δεν είναι παρά εκείνη που του στέλνουμε εμείς!

Η αγάπη, τώρα, στις διάφορες εκδοχές της πολυμορφίας της – τις οποίες θα θέσουμε εδώ σε ενιαίο πλαίσιο για να αποφύγουμε την πολυπλοκότητα της περιπτωσιολογίας – είναι μορφή ψυχικής ενέργειας που εκπέμπεται από ένα πρόσωπο και εισπράττεται από ένα άλλο. Ιδανικά, σε μία σχέση αμοιβαιότητας η ενέργεια αυτή είναι αντικείμενο ανταλλαγής: κάθε ένα από τα δύο μέρη προσφέρει και παίρνει αγάπη ταυτόχρονα. Όμως, όπως σε κάθε έκφανση της ζωής, το ιδανικό δεν είναι απαραίτητα ο κανόνας...

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις μονόπλευρης αγάπης. Είναι αυτό που ακούμε συχνά να λέγεται, με πνεύμα πικρής ειρωνείας:

«Δεν πειράζει που δεν με αγαπάς. Αγαπώ εγώ και για τους δυο μας!»

Το μόνο που παίρνει πίσω αυτός που αγαπά είναι η αντανάκλαση της αγάπης που στέλνει στον αποδέκτη. Ο τελευταίος έχει έναν ρόλο «καθρέφτη» συναισθημάτων, δίχως τη δυνατότητα πρωτογενούς εκπομπής τους. Κατά μία έννοια, είναι σαν να αγαπάμε κάποιον που στην πραγματικότητα «δεν υπάρχει», αφού απουσιάζει εκείνο που θα τον καθιστούσε «υπαρκτό»: η αυτοδύναμη ικανότητά του να αγαπά!

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να αγαπά χωρίς ανταπόκριση; Μονοσήμαντη απάντηση δεν φαίνεται να υπάρχει. Θα μπορούσαμε, εν τούτοις, να διακρίνουμε δύο βασικές αιτίες:

1. Μειωμένο αίσθημα αυταξίας, σε συνδυασμό, πιθανώς, με έναν βαθμό ειδωλοποίησης του άλλου: Αγαπάμε κάποιον για του οποίου την προσοχή πιστεύουμε κατά βάθος πως δεν είμαστε άξιοι, επειδή και μόνο «καταδέχεται» να μας επιτρέπει να τον αγαπάμε!

2. Το αίσθημα της αγάπης αποτελεί υπαρξιακή ανάγκη, ακόμα κι αν δεν βρίσκει ανταπόκριση. Έτσι, ένας άνθρωπος «ανακαλύπτει» λόγους για να αγαπά κάποιον άλλον, στον οποίο επενδύει μονομερώς τα συναισθήματά του επειδή η βίωσή τους καθαυτή συνιστά γι' αυτόν βασικό (αν όχι μοναδικό) λόγο ύπαρξης.

Είναι προβληματική η μονόπλευρη αγάπη; Όχι απαραίτητα, στον βαθμό που εκείνος που αγαπά είναι διατεθειμένος να ενστερνιστεί – για τους όποιους δικούς του λόγους – το «δόγμα Pessoa». Το πρόβλημα αρχίζει τη στιγμή που κάποιος συνειδητοποιεί πως δεν αντέχει να αγαπά μόνος του. Και, επειδή το αίσθημα της αγάπης είναι κάτι που δεν διεκδικείται και δεν επιβάλλεται, δύο μόνο επιλογές ανοίγονται μπροστά του:

* Να υποταχθεί στο πεπρωμένο του και να ζήσει ψυχικά και αυτοσυνειδησιακά συρρικνωμένος, με ένα μόνιμο αίσθημα αδικίας να βαραίνει την ύπαρξή του.

* Να βρει τη δύναμη να αλλάξει κατεύθυνση ζωής, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει...

Η αγάπη είναι ένα υπέροχο συναίσθημα. Θα πρέπει όμως να μπορεί να ζει ακόμα και σε έναν κόσμο χωρίς καθρέφτες. Κι ας διαφωνεί μετά όσο θέλει ο Pessoa!

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Από το μνημόνιο στο εμβόλιο και τον Πούτιν: ένα χρονικό ελληνικού αντιδυτικισμού


Τις αντι-δυτικές δυνάμεις του τόπου συνδέει μία κοινή στάση απέναντι σε τρία ζητήματα εθνικής σημασίας: την αποφυγή της χρεοκοπίας, την αντιμετώπιση της πανδημίας και τη θέση της χώρας στην ουκρανική κρίση.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Προβληματισμό έχει προκαλέσει η παρουσία στη Βουλή ενός σημαντικού αριθμού εκπροσώπων του λεγόμενου αντι-δυτικού χώρου. Ενός χώρου που υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές αφού, μέσα σε αυτόν, εκείνα που χωρίζουν «δεξιές» και «αριστερές» ιδεολογικές θέσεις παύουν να έχουν σημασία. Αυτό που ενοποιεί τον χώρο είναι πιο ισχυρό από εκείνα που τον διχάζουν...

Μία περιδιάβαση στα social media τα τελευταία 13 χρόνια αποκαλύπτει την εκτός πραγματικότητας και λογικής στάση ενός όχι ευκαταφρόνητου ποσοστού νεοελλήνων σε τρεις πρόσφατες κρίσεις με εθνική σημασία. Τα μέλη της σημαντικής αυτής κοινωνικής ομάδας δείχνει να συνδέει η αντιπάθεια, ή μάλλον το μίσος, για έναν κοινό εχθρό. Ένα μίσος τόσο μεγάλο που καταργεί ακόμα και τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε εμφατικά αντίθετες πολιτικές ιδεολογίες. Αποδέκτης του μίσους είναι μία ιδέα που, μετά από δύο αιματηρούς παγκόσμιους πολέμους, κατόρθωσε να μετουσιωθεί σε πολιτική πραγματικότητα: η φιλελεύθερη, δημοκρατική Δύση.

Αν επιχειρούσαμε να καταγράψουμε τα κοινά χαρακτηριστικά των μελών της παραπάνω ομάδας νεοελλήνων, θα ξεχωρίζαμε ιδιαίτερα τα ακόλουθα:

1. Όπως ήδη αναφέραμε, απεχθάνονται την φιλελεύθερη Δυτική δημοκρατία (την οποία συχνά περιγράφουν ως «παρηκμασμένη» και «διεφθαρμένη»), ακόμα και αν αυτή είναι το σύστημα που αναγνωρίζει και προστατεύει στον μέγιστο βαθμό τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως αιτιολογία επικαλούνται τον «μπαμπούλα» της παγκοσμιοποίησης και των αγορών, που καθιστούν την ελευθερία αποκλειστικό – υποτίθεται – όπλο στα χέρια των ισχυρών. Ειδικότερα, εμφανίζουν «αλλεργική» αντίδραση στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης και υποστηρίζουν θερμά κάθε προσπάθεια υπονόμευσής της (οι ιαχές θριάμβου για το “Brexit” αντηχούν ακόμα...).

2. Θαυμάζουν αυταρχικές (και κατά βάση αντιδημοκρατικές) ηγετικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Το ότι οι τελευταίοι δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για μία σειρά από θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στις χώρες τους, δεν φαίνεται να μειώνει τις συμπάθειες που απολαμβάνουν. Θα μπορούσα να πω, μάλιστα, ότι τις ενισχύει!

3. Οραματίζονται μία Ελλάδα περίκλειστη, εσωστρεφή και απομονωμένη (από τη Δύση, φυσικά) ως το μόνο μοντέλο που οδηγεί σε εθνική ανεξαρτησία.

Στις τρεις μεγάλες εθνικές κρίσεις των τελευταίων χρόνων, οι πολίτες αυτοί εναντιώθηκαν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο στις επιλογές της εκάστοτε εξουσίας, στον βαθμό που αυτές ήταν σύμφωνες με τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών. Ας δούμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά:

Την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης (εθνικής χρεοκοπίας, για να μην κρυβόμαστε) συγκρότησαν συμπαγές «αντιμνημονιακό» μέτωπο, αξιώνοντας από την «κακή» Ευρώπη, που έσπευσε να μας γλιτώσει από την καταστροφή με λεφτά των φορολογουμένων της, να παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης εποπτείας στον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιούσαμε τη βοήθειά της. Επιστέγασμα της μαζικής παράνοιας ήταν το «επικό» 62% στο δημοψήφισμα του 2015, το οποίο απεικόνισε την αφελή πίστη στην τότε διακινούμενη ιδέα ότι η βούληση του ελληνικού λαού ήταν αρκετή για να αλλάξει τους θεσμικούς κανόνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Κάποια στιγμιότυπα της εθνικής μας αφέλειας περιέγραψα χρόνια αργότερα σε ένα κείμενο στο «Βήμα».

Η επόμενη εθνική κρίση ήταν μέρος μίας παγκόσμιας: η πανδημία Covid-19. Σύμφωνα με το νέο αντι-δυτικό αφήγημα, επρόκειτο για ένα «αθώο είδος γρίπης» που το παγκοσμιοποιημένο κερδοσκοπικό σύστημα παρουσίαζε ως (δήθεν) σοβαρή απειλή, με σκοπό τον περαιτέρω πλουτισμό των φαρμακοβιομηχάνων και των μεγαλο-γιατρών. Κάθε επιστημονικά συνιστώμενο και θεσμικά επιβαλλόμενο μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας συνάντησε λυσσώδεις αντιδράσεις. Αρχικά, οι μάσκες ποδοπατήθηκαν επιδεικτικά ή πυρπολήθηκαν σε δημόσιες τελετές άρνησης, ενώ γονείς βιαιοπράγησαν ενάντια σε δασκάλους και διευθυντές σχολείων που, τηρώντας τον νόμο, ζήτησαν από τους μαθητές να τις φορούν πριν μπουν στην τάξη. Στα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, πολλοί (κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς) απάντησαν με μαζικές συγκεντρώσεις «διαμαρτυρίας». Όμως, κορύφωση της ομαδικής παράνοιας αποτέλεσε το αντι-εμβολιαστικό «κίνημα», τούτη τη φορά με συγκριτικά μεγαλύτερη εκπροσώπηση από κύκλους της «αντισυστημικής» άκρας Δεξιάς (ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο). Και τι δεν ακούστηκε στα social media στο πλαίσιο μίας εμμονικής προσπάθειας κατασυκοφάντησης του εμβολίου! Θα έλεγε κάποιος ότι η άρνηση στο εμβόλιο έγινε σύμβολο αντίστασης ενάντια στην ίδια την επιστήμη.

Κι ερχόμαστε στην πιο πρόσφατη διεθνή κρίση με σημαντικές ελληνικές προεκτάσεις: την ρωσική πολεμική επιχείρηση στην Ουκρανία. Ένας κατ’ ουσίαν δικτάτορας, ηγέτης μίας κατ’ επίφασιν «δημοκρατίας», εισβάλλει σε γειτονική χώρα επικαλούμενος ζητήματα «ασφάλειας» της χώρας του. Η μέθοδός του θυμίζει έντονα τις πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις του Χίτλερ το 1939. Αυτό, όμως, που γεννά εφιαλτικά σενάρια για την Ελλάδα είναι οι εμφανείς αναλογίες του ουκρανικού ζητήματος με το καθεστώς των απειλών που δέχεται η χώρα μας στα ανατολικά της. Οι αναλογίες αυτές δεν αφορούν μόνο το προφίλ προσωπικότητας δύο αμφίβολης δημοκρατικότητας ηγετών, αλλά και τα παρεμφερή επιχειρήματα που αυτοί χρησιμοποιούν για να αιτιολογήσουν την επιθετικότητά τους. Έτσι, αν κάποιος θεωρούσε ως «δικαιολογημένη» την εισβολή του «τσάρου» στην Ουκρανία, εξ ίσου «δικαιολογημένη» θα έπρεπε να θεωρεί και μία ενδεχόμενη επίθεση του «σουλτάνου» στα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου!

Εν τούτοις, ο «τσάρος» έχει έναν συμπαγή πυρήνα φανατικών υποστηρικτών στην Ελλάδα, οι περισσότεροι εκ των οποίων διέπρεψαν προηγουμένως στον αντιεμβολιαστικό αγώνα. Αν και γνωρίζουν καλά ότι, στην παρούσα συγκυρία, κάθε υποστήριξη στην φιλοπόλεμη πολιτική της Ρωσίας κλείνει ευνοϊκά το μάτι στα σχέδια της Τουρκίας ενάντια στη χώρα μας, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το αίσθημα της φιλοπατρίας τους (αν υποτεθεί ότι υφίσταται): το μίσος τους για τη Δύση. Και, η Ρωσία του προέδρου Πούτιν είναι η μόνη ελπίδα που τους απομένει ώστε να δουν την μισητή Δύση να ηττάται, να καταστρέφεται και να ταπεινώνεται. Ακόμα και αν η ίδια η Ελλάδα – μέρος, εξ ορισμού, της Δύσης – αφανιστεί μαζί της.

Παρακολουθώντας τους στα social media στις αρχικές φάσεις του πολέμου, μπορούσε κάποιος να τους δει να αναπαράγουν καθημερινά κάθε λέξη από την επίσημη ρωσική προπαγάνδα. Τους είδαμε ακόμα και να υπερθεματίζουν στις ανακοινώσεις της ρωσικής πρεσβείας που, σε διάλεκτο καφενείου, καταφέρονταν κατά της χώρας μας και της πολιτικής της ηγεσίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ επαναστατούσαν για την απαγόρευση πρόσβασης των ανεμβολίαστων στα δημόσια θεάματα και τις καφετέριες, δεν εξέφρασαν ποτέ ίχνος συμπάθειας για τους άμαχους – και μάλιστα, τα παιδιά – που σκοτώνονταν στους βομβαρδισμούς των ουκρανικών πόλεων, για τους έγκλειστους στα καταφύγια εν μέσω ερειπίων, που ζούσαν για μέρες μες στο κρύο χωρίς τροφή και νερό, ή για τα κύματα των ξεσπιτωμένων (αφού σπίτι δεν υπήρχε πια) που αναζητούσαν υποψία ζωής κάπου στο άγνωστο. Στην ανθρώπινη τραγωδία απαντούσαν με σπουδαιοφανείς γεωπολιτικές αναλύσεις, με πομπώδεις ρητορείες για τα «ιστορικά δίκαια» της Ρωσίας, και με γελοίους συμψηφισμούς του τύπου «ναι, αλλά και το NATO τα ίδια δεν έκανε στη Σερβία;».

Συνοψίζοντας: Μετά το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης στη χώρα, το αντι-δυτικό μέτωπο ενίσχυσε τις δυνάμεις του στη Βουλή (τόσο στα «δεξιά» όσο και στα «αριστερά») κεφαλαιοποιώντας πολιτικά το έντονα αντι-δυτικό αίσθημα ενός όχι ευκαταφρόνητου μέρους της ελληνικής κοινωνίας. Το μέτωπο ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο ως αντίδραση στα μέτρα κατά της πανδημίας και στην φιλο-δυτική στάση της χώρας μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Αυτό που προκαλεί κάποια ανησυχία είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα αθώο φαινόμενο γραφικού αντιδυτικισμού, αλλά με κάτι πιο σοβαρό και εν δυνάμει επικίνδυνο: έναν νεοελληνικό παραλογισμό με σημαντική, μάλιστα, κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Και, δυστυχώς, στον πόλεμο κατά του παραλογισμού η φυγομαχία φαίνεται να είναι η μόνη λογική επιλογή. Ο αντίπαλος είναι ανίκητος...

Τρίτη 4 Ιουλίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η «πρόοδος» κι ο κύριος Παντελής


Ο φιλήσυχος και μη-επαναστατημένος άνθρωπος της μεσαίας τάξης έχει στηθεί στο απόσπασμα από δυνάμεις της «προόδου». Τον χλεύασαν ως «νοικοκυραίο» και «κυρ-Παντελή». Τον αποκάλεσαν ακόμα και δολοφόνο. Όμως, το θύμα της δολοφονίας χαρακτήρα είναι ο ίδιος ο κυρ-Παντελής.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Όσο και αν ηχούν ως καταρχήν θετικές αξίες, η κανονικότητα και η σταθερότητα αποτελούν δύο από τις πλέον συκοφαντημένες έννοιες στη χώρα μας, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Ανάλογα συκοφαντημένοι είναι, φυσικά, και όσοι πιστεύουν στις πιο πάνω αξίες και επιθυμούν να εναρμονίσουν τη ζωή τους με αυτές.

Τον καιρό της οικονομικής κρίσης και των αλήστου μνήμης μνημονίων, εκείνοι που δεν φάνηκαν πρόθυμοι να αποδεχθούν ανατρεπτικές πολιτικές και εθνικούς τυχοδιωκτισμούς που θα απειλούσαν ό,τι είχε απομείνει από την κανονικότητα της ζωής τους, αποκλήθηκαν με κακεντρέχεια «ευρωλιγούρηδες», «μενουμευρώπηδες», «γερμανοτσολιάδες» και «Τσολάκογλου» (πέραν της προφανούς προσβολής, οι ιστορικοί συνειρμοί καθιστούν τους δύο τελευταίους όρους ξεκάθαρα υβριστικούς).

Μετά τις πρόσφατες εθνικές εκλογές, εκείνοι που έδειξαν να μην επιθυμούν να επιστρέψει η χώρα σε ανέμελους λαϊκισμούς, πολιτικές ανοιχτών συνόρων και κουλτούρα πλατείας Εξαρχείων, άκουσαν να τους χαρακτηρίζουν μικρο-συμφεροντολόγους και ξεπουλημένους που «εξαγοράζονται με επιδόματα», θεσμικά παχύδερμους (αφού δεν βάρυνε όσο «έπρεπε» στην επιλογή τους η υπόθεση των υποκλοπών), ηθικά ανάλγητους μπροστά σε μία εθνική τραγωδία (το πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη), ακόμα και ψυχικά διαταραγμένους («θυρωροί της νύχτας, υποκείμενοι στο σύνδρομο της Στοκχόλμης»). Και, φυσικά, «κυρ-Παντελήδες» (περί αυτού θα μιλήσουμε πιο κάτω).

Αλλά, σε κάποιες περιπτώσεις, η προσήλωση σε κατεστημένες αξίες δεν αντιμετωπίζεται απλά ως αξιοχλεύαστη «αστική» συνήθεια. Βάσει μίας ακραίας λογικής, είναι δυνατό να υποκρύπτει ακόμα και εγκληματικές διαθέσεις! Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή...

Αν κάτι πρέπει να αναγνωρίσουμε στην ελληνική Αριστερά, είναι ότι δεν της έλειψε ποτέ η ευρηματικότητα στο να παράγει «ετικέτες» για όσους δεν δηλώνουν υποταγή στις ιδέες της. Το δόγμα «πας μη αριστερός, φασίστας» κυριάρχησε στις αρχές της Μεταπολίτευσης. Όταν, αργότερα, κλιμακώθηκε το φαινόμενο της (παράτυπης, κυρίως) μετανάστευσης, η έννοια του «ρατσιστή» μπήκε δυναμικά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο από την λεγόμενη «ανανεωτική» Αριστερά, για να στιγματίσει όσους τολμούσαν να μιλήσουν για επικίνδυνες πολιτισμικές αλλοιώσεις αλλά και για το χαμένο αίσθημα ασφάλειας λόγω της κατακόρυφης αύξησης της εγκληματικότητας.

Πριν μερικά χρόνια, με αφορμή ένα αποτρόπαιο έγκλημα στο κέντρο της Αθήνας που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστή, μία ακόμα ετικέτα ανασύρθηκε από το (ανανεωτικό) «προοδευτικό» λεξικό για να δαιμονοποιήσει συλλήβδην το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, στο οποίο περίπου καταλογίστηκε ομαδική ευθύνη για τον φόνο. Η λογική απλή: «Είσαι συντηρητικός, άρα είσαι φασίστας, ρατσιστής και δολοφόνος!» Και, οι (κατά μεταφυσικό τρόπο) «συνεργοί» του εγκλήματος – όλοι εκείνοι, δηλαδή, που τολμούν να δηλώνουν φιλήσυχοι και πολιτικά μη-επαναστατημένοι – εισέπραξαν τον σαρκαστικό χαρακτηρισμό «νοικοκυραίοι». Ή, κατ' απόλυτη εννοιολογική ισοδυναμία, «κυρ-Παντελήδες», σύμφωνα με τον στερεοτυπικό όρο που είχε εισαγάγει ένα άκρως τοξικό κοινωνικοπολιτικό άσμα της πρώιμης μεταπολιτευτικής περιόδου. Το οποίο άσμα αποκαλεί τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους της μεσαίας τάξης «άχρηστα σκουλήκια» και προτρέπει τη νέα γενιά να τους «θάψει μες στα σπαρτά»!

Ο τραγουδοποιός Πάνος Τζαβέλλας (στον οποίο οφείλεται ο όρος «κυρ-Παντελής»)

Έχω κρατήσει μερικά ξεσπάσματα οργής που αλίευσα στο Διαδίκτυο αμέσως μετά το τραγικό εκείνο συμβάν στην Ομόνοια:

«Το άγριο λιντσάρισμα αποδεικνύει γι’ άλλη μια φορά τα ακραία και φασιστικά ένστικτα της βαθιά συντηρητικής κοινωνίας μας.»

«Ο θάνατος του Ζακ αποκάλυψε τον κρυφοφασισμό μέρους της ελληνικής κοινωνίας.»

«Νοικοκυραίος είναι ο μικροαστός φασίστας. Είναι φασίστας γιατί είναι απολίτικος στην ουσία του.»

«Τον Ζακ τον δολοφόνησαν οι ‘νοικοκυραίοι’, αυτός ο ανθρωπότυπος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του φασισμού, που δεν τα βάζει ποτέ με την εξουσία. Κι ύστερα σκούπισαν τα αίματα, έκαναν το σταυρό τους μόλις πέρασαν από την Εκκλησία και γύρισαν στα σπίτια τους για να παίξουν στην κακοσκηνοθετημένη παράσταση του καλού οικογενειάρχη.»

«Οι λεγόμενοι ‘νοικοκυραίοι’ εκπροσωπούν τον βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό. Είναι αυτοί που είναι αντίθετοι στον πολιτικό γάμο ομοφυλοφίλων, στην τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, στη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, αυτοί που θέλουν να υπάρχει η εικόνα του Χριστού στις αίθουσες των σχολείων. Θεμέλια της κοινωνίας τους η πατρίδα, η θρησκεία και το Δίκαιο.»

Συλλογική ευθύνη για εκείνο τον φόνο, λοιπόν, επιρρίπτεται σε όσους έχουν άλλη άποψη για τις οικογενειακές δομές (επιμένοντας στην παραδοσιακή εκδοχή τους), επιλέγουν να θρησκεύονται, αγαπούν την πατρίδα τους και δεν περιφρονούν το Δίκαιο. Και, ακόμα κι ένα κοινό έγκλημα εργαλειοποιείται προκειμένου να συκοφαντηθεί συλλήβδην μία ολόκληρη κοινωνική ομάδα που απλά δεν ακολουθεί τα κελεύσματα της «προόδου».

Όμως, γιατί η «ανανεωτική» Αριστερά βάζει στο στόχαστρο τον κυρ-Παντελή, φτάνοντας μάλιστα στο έσχατο όριο της συκοφαντίας να του καταλογίσει ακόμα και δολοφονικά ένστικτα; Μια πρόχειρη ερμηνεία θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:

Ο κυρ-Παντελής, που εκπροσωπεί την κοινωνική ομάδα των «νοικοκυραίων», ανήκει κατά κύριο λόγο στη μεσαία τάξη. Έτσι, στοχοποιώντας τον κυρ-Παντελή, η Αριστερά (τονίζω ότι αναφέρομαι αποκλειστικά στην «ανανεωτική») κατ’ ουσίαν επιτίθεται επιλεκτικά στο μέρος εκείνο της μεσαίας τάξης που δεν ανήκει στην εκλογική πελατεία της. Δείχνει να επιδεικνύει, εν τούτοις, μεγαλύτερη ελαστικότητα απέναντι σε δύο άλλες κοινωνικές τάξεις. Αφενός, στο «προλεταριάτο» των εξ επιλογής περιθωριακών, και αρνούμενων να ενταχθούν στην δημοκρατική κανονικότητα, κοινωνικών ομάδων. Αφετέρου, στην «ανώτερη» τάξη των κοινωνικών «ελίτ» (με τον όποιο τρόπο αντιλαμβάνεται ο καθένας τους όρους αυτούς). Η πρώτη τάξη είναι δεξαμενή πιθανών ψηφοφόρων, αλλά και χρήσιμη «μαγιά» για μια φανταστική μελλοντική επανάσταση (προς το παρόν, η επανάσταση περιορίζεται σε ασκήσεις χυδαιολογίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Η δεύτερη τάξη αποτελεί το «αναγκαίο κακό» που νοηματοδοτεί την ίδια την ύπαρξη της Αριστεράς (τι ρόλο θα είχε να παίξει η Αριστερά σε έναν κόσμο χωρίς προνομιούχους;).

Η ειρωνεία είναι ότι η ανανεωτική Αριστερά, που σήμερα κατηγορεί τους «νοικοκυραίους» πως εξαγοράστηκαν με επιδόματα για να ψηφίσουν την κεντροδεξιά παράταξη, είναι η ίδια που τους εξαγόρασε πριν μερικά χρόνια για να ανέβει στην εξουσία, υποσχόμενη την κατάργηση ενός απεχθούς φόρου ιδιοκτησίας (υπόσχεση που, τελικά, δεν κράτησε). Και είναι η ίδια που τους χρησιμοποίησε – και τους εξαπάτησε – για να επιτύχει την πύρρεια νίκη του 62% στο παρανοϊκό δημοψήφισμα του 2015.

Τελικά, στην πολιτική οι ηθικές αξίες είναι αλά-καρτ. Κι ο κύριος Παντελής ακόμα ψάχνει να βρει αν ανήκει στους «καλούς» ή τους «κακούς»...