Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Οικονομικός ρατσισμός (ή, όταν ο Χίτλερ συνάντησε τις αγορές)

Στο εφιαλτικό άρθρο της «Σκοτώστε τους φτωχούς ασθενείς!», η Ντίνα Εξάρχου αναφέρεται στην κυνική πρόταση της νέας υπουργού Υγείας της Λιθουανίας να καταφεύγουν στην ευθανασία οι φτωχοί που πάσχουν από σοβαρές ανίατες ασθένειες και δεν έχουν τα μέσα για μια ανακουφιστική φροντίδα (palliative care), προκειμένου να μην επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και τους ίδιους τους συγγενείς τους.

Βέβαια, μετά το θόρυβο που, όπως ήταν αναμενόμενο, δημιουργήθηκε, η κυρία υπουργός (η οποία, σημειώνουμε, ανήκει στο κατ’ όνομα «Σοσιαλδημοκρατικό» κόμμα) διέψευσε τον εαυτό της λέγοντας πως τίποτα από αυτά που γράφτηκαν δεν ήταν ακριβές, και πως η παρεξήγηση οφειλόταν σε λάθος μετάφραση των δηλώσεών της!

Το θέμα που θα μας απασχολήσει στο παρόν σημείωμα πηγαίνει πολύ πέρα από το αν μια άγνωστη, πρώην μαρξίστρια Λιθουανή πολιτικός, εννοούσε ή όχι αυτά που (μάλλον σωστά, κατ’ εμέ) της αποδίδονται. Αυτό που σε κάποιους από εμάς φαντάζει ανατριχιαστικό είναι η ίδια η φιλοσοφία της σύγχρονης «κοινωνίας της αγοράς» σε σχέση με την Υγεία. (Θα προσέθετα εξίσου και την Παιδεία, αλλά αυτό θα με έβγαζε εκτός θέματος…) Γιατί, το να σε αφήνουν να πεθάνεις (και μάλιστα, μαρτυρικά) αν δεν έχεις να πληρώσεις για μια αξιοπρεπή (ιδιωτική, φυσικά) περίθαλψη, είναι μια μορφή de facto ευθανασίας. Η κυρία υπουργός, παραμερίζοντας τα προσχήματα, πρότεινε απλά την de jure επισημοποίηση της ιδέας!

Το ερώτημα στο οποίο θα επιχειρήσουμε να δώσουμε απάντηση, διατυπώνεται ως εξής: Είναι ρατσιστική η μεταχείριση που επιφυλάσσει στους φτωχούς ασθενείς μια Πολιτεία που βάζει τους νόμους της ελεύθερης αγοράς πάνω από τη μέριμνα για τον άνθρωπο; Δεν θα σπεύσω να απαντήσω, πριν τονίσω ότι αυτή τούτη η έννοια του ρατσισμού επιδέχεται διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης να κάνω εδώ χρήση του ορισμού που είχαμε δώσει σε παλιότερο άρθρο μας σ’ αυτό το site:

Ρατσισμός είναι η διάκριση σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, λόγω ενός συνόλου κοινών χαρακτηριστικών που τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια (δεν είναι αποτέλεσμα δικής τους επιλογής) και τα οποία (χαρακτηριστικά) δεν συνιστούν ανασταλτικούς παράγοντες για τη συμμετοχή των μελών της ομάδας στην κοινωνία, με βάση κοινά αποδεκτές αξίες και αρχές.

Έχοντας κατά νουν τον ορισμό αυτό, ας θεωρήσουμε μια κοινωνική ομάδα φέρουσα τα κοινά χαρακτηριστικά «φτωχός» και «ασθενής». Εξ υποθέσεως, η ομάδα αυτή είναι θύμα, ή υποψήφιο θύμα, κρατικής πολιτικής που (άμεσα ή έμμεσα) εξωθεί τα μέλη της σε ευθανασία. Καταρχήν, οι ιδιότητες λόγω των οποίων η ομάδα υφίσταται αρνητική διάκριση, είναι μη-επιλεγμένες (κανείς δεν θέλει να είναι φτωχός ή ασθενής!). Το κρίσιμο ερώτημα, τώρα, είναι κατά πόσον οι ιδιότητες αυτές συνιστούν απαγορευτικούς παράγοντες για συμμετοχή των μελών της ομάδας στην ευρύτερη κοινωνία.

Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε τη φράση «με βάση κοινά αποδεκτές αξίες και αρχές», που εμπεριέχεται στον ορισμό του ρατσισμού. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, οι αρχές αυτές εξ ορισμού απεικονίζονται (πλειοψηφικά, τουλάχιστον) στις αποφάσεις της εκλεγμένης κυβέρνησης. Μπορούμε, λοιπόν, να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις:

1. Αν υπέρτατη αξία για την κοινωνία είναι η κατά το δυνατόν απρόσκοπτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς (πράγμα που, μεταξύ άλλων, συνεπάγεται ελαχιστοποίηση της κρατικής μέριμνας για τους αδυνάτους), τότε οι ιδιότητες «φτωχός» και «ασθενής» συνιστούν, σε συνδυασμό, αποτρεπτικούς παράγοντες για συνεχιζόμενη συμμετοχή στην κοινωνία. Λυπούμαι που θα στενοχωρήσω την αξιόλογη συναρθρογράφο Ντίνα Εξάρχου, αλλά στο πλαίσιο μιας τέτοιας κοινωνίας, η πολιτική της ευθανασίας των φτωχών ασθενών δεν είναι ρατσιστική!

2. Αν η κοινωνική συνείδηση (και, συνακόλουθα, η κρατική πολιτική) δομείται πάνω στις αρχές του ανθρωπισμού, τότε οι προαναφερθείσες ιδιότητες αποτελούν μια δυσάρεστη μεν, αλλά εν τέλει αποδεκτή πρόκληση για την κοινωνία ώστε να αποδείξει έμπρακτα την πίστη στις θεμελιώδεις αρχές της. Στην περίπτωση αυτή, κάθε μειοψηφούσα άποψη για ευθανασία των φτωχών ασθενών θα ήταν πράγματι δείγμα ρατσιστικής νοοτροπίας!

Και καθώς, κόντρα στις αρχικές προσδοκίες μας, δεν βρήκαμε, τελικά, μονοσήμαντη απάντηση στο ερώτημά μας, αφήνουμε τη συνειρμική σκέψη μας να μας παρασύρει πολλά χρόνια πίσω, τότε που ο εξοντωτικός ρατσισμός βρήκε τους πιο αυθεντικούς και αφοσιωμένους εκφραστές του…

Τον Σεπτέμβριο του 1939, ξεκίνησε μυστικά στη Γερμανία το ναζιστικό πρόγραμμα ευθανασίας, το διαβόητο Aktion T4”, για άτομα με βιολογικές ή πνευματικές ιδιαιτερότητες, τα οποία οι ναζί κατέτασσαν στα «κατώτερα όντα» που δεν δικαιούνταν να απολαμβάνουν το προνόμιο της ζωής. Όταν αργότερα το μυστικό διέρρευσε, η ίδια η γερμανική κοινωνία (και ιδιαίτερα ο κλήρος) αντέδρασε, αναγκάζοντας τον Χίτλερ να διατάξει την (προσωρινή, όπως αποδείχθηκε αργότερα) αναστολή του προγράμματος, τον Αύγουστο του 1941.

Όπως είναι φανερό, το πρόγραμμα ευθανασίας ήταν ασύμβατο με τις αξίες και τις αρχές του μέσου μη-ναζιστή Γερμανού, ο οποίος (συνειδητά ή όχι) το έκρινε ως ρατσιστικό, με βάση τον ορισμό που δώσαμε στην έννοια αυτή. Βέβαια, η ίδια αυτή γερμανική κοινωνία αντιμετώπισε με εντελώς διαφορετικό τρόπο κάποιες άλλες δολοφονίες που έλαβαν χώρα λίγο αργότερα, τούτη τη φορά με κριτήρια φυλετικά…

Τώρα, αν επιτρέψω στους σουρεαλιστικούς συνειρμούς μου να με πάνε τόσο μακριά ώστε να ισχυριστώ ότι διακρίνω ίχνη ναζιστικής σκέψης στις ακρότατες εκδοχές του λεγόμενου πολιτικού νεοφιλελευθερισμού, είναι βέβαιο πως θα εισπράξω ειρωνείες από μερίδα αναγνωστών. Θα αφήσω, έτσι, τον αναγνώστη να αποφασίσει για λογαριασμό του αν η de facto ευθανασία στην οποία οδηγούν τον μη-προνομιούχο άνθρωπο οι σύγχρονες, δαρβινικής έμπνευσης και σκληρότητας, «κοινωνικές» πολιτικές που χαράσσονται κατά τις επιταγές της ελεύθερης (αν όχι ασύδοτης) αγοράς, έχουν ή όχι οποιαδήποτε σχέση με τις ρατσιστικές πολιτικές του Τρίτου Ράιχ.

Δηλώνοντας ευθέως, παρεμπιπτόντως (και με κίνδυνο να δυσαρεστήσω καλούς φίλους) ότι οι συμπάθειες που τρέφω για κάποιους βασανισμένους λαούς κλονίζονται επικίνδυνα σαν σκέφτομαι πως, οι περισσότεροι από τους δημιουργούς και έμπρακτους εκφραστές των πιο απάνθρωπων σύγχρονων οικονομικών θεωριών και πρακτικών, ανήκουν στην ίδια ομάδα με εκείνους που βίωσαν, κατά εκατομμύρια, τη φρικτότερη εκδοχή του ρατσισμού που γνώρισε η παγκόσμια Ιστορία. Και οι νοούντες, νοήτωσαν…

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

«Γενοκτονία» της ελευθερίας του λόγου;

Σε προηγούμενα άρθρα μας για τον επί μακρόν κυοφορούμενο «αντιρατσιστικό νόμο» [1–3] είχαμε εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή μας στην ποινικοποίηση της άρνησης εγκλημάτων γενοκτονίας. (Τονίζω ιδιαίτερα τον όρο «άρνηση», προς αντιδιαστολή με την ηθικά και νομικά καταδικαστέα πράξη του εγκωμιασμού τέτοιων εγκλημάτων!) Στο παρόν σημείωμα, θα σταθούμε λίγο περισσότερο στο κρίσιμο αυτό ζήτημα που θέτει σε δοκιμασία τις ίδιες τις θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος…

Ομολογώ πως ανήκω σ’ εκείνους που συμπαθούν ιδιαίτερα τον εβραϊκό λαό και αρνούνται πεισματικά να τον δουν ως τον «δαίμονα της Ιστορίας». Και η συμπάθειά μου τούτη μένει αλώβητη από την απάνθρωπη πολιτική του σύγχρονου Ισραήλ, την οποία, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω, αποκηρύσσουν και αρκετοί προοδευτικοί και ανοιχτόμυαλοι Εβραίοι!

Από την άλλη, όσο κι αν θαυμάζω τον γερμανικό πολιτισμό (ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη μουσική), ακόμα κι αν πέφτω για ύπνο με τον «Χρυσό του Ρήνου» και ξυπνώ με το «Λυκόφως των θεών», έχω καταδικάσει μέσα μου οριστικά τον γερμανικό λαό (ναι, τον ίδιο το λαό, όχι απλά τους ναζί!) για το έγκλημα του Ολοκαυτώματος, ένα έγκλημα που οδήγησε τους φιλοσόφους να επανεξετάσουν τα όρια στην κλίμακα των ηθικών αξιών. Γιατί, είναι αδόκιμο να χαρακτηρίζει κανείς το Ολοκαύτωμα ως «κακό», αφού κι αυτό τούτο το κακό αποτελεί αξιολογική διαβάθμιση ανθρώπινης συμπεριφοράς και, ως εκ τούτου, εντάσσεται (ακόμα και στις ακρότατες εκδοχές του) στα ανθρώπινα μέτρα (το «ανθρώπινα» εδώ με οντολογική και όχι ηθική σημασία). Και το εν λόγω έγκλημα σίγουρα δεν ήταν πράξη ανθρώπινων όντων…

Παρέθεσα αυτά τα προσωπικά στοιχεία για να καταστήσω σαφές ότι δεν ανήκω σ’ εκείνους που θα αρνούνταν ένα (ούτως ή άλλως ιστορικά αυταπόδεικτο) έγκλημα γενοκτονίας. Και θα ανατρίχιαζα ακούγοντας κάποιον να ισχυρίζεται, π.χ., ότι το Ολοκαύτωμα είναι «αποκύημα της φαντασίας των Εβραίων»! Εν τούτοις, θα με ενοχλούσε ακόμα περισσότερο η δια ροπάλου απαγόρευση στον ίδιο άνθρωπο να εκφράζει ελεύθερα τις (όποιες) απόψεις του, στο βαθμό που η έκφρασή τους δεν συνιστά άμεση ή έμμεση προτροπή σε εγκληματικές (ή, γενικότερα, παράνομες) πράξεις!

Η αιτιολόγηση της ένστασής μου αυτής συνοψίζεται στα εξής σημεία:

1. Ποινικοποίηση της γνώμης δεν είναι διανοητή στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Αν κάτι κυρίως διαχωρίζει ένα δημοκρατικό καθεστώς από ένα μη-δημοκρατικό (σαν αυτά που, συν τοις άλλοις, βαρύνονται με εγκλήματα γενοκτονίας) είναι ακριβώς η ελευθερία του λόγου (το να επαναλάβουμε εδώ τη γνωστή φράση που – λανθασμένα ή όχι – αποδίδεται στον Βολταίρο, θα ήταν μάλλον περιττό). Και η στέρηση της ελευθερίας αυτής θα προσέφερε, το δίχως άλλο, επιχειρήματα σε κάθε αμφισβητία του πολιτεύματος.

2. Η δημοκρατία δεν απειλείται από τον βιασμό του ιστορικού αυταπόδεικτου, αλλά μάλλον από τα ίδια της τα φοβικά σύνδρομα απέναντι σε όσους τον εκπροσωπούν! Το μόνο αντίδοτο στον ανιστόρητο παραλογισμό είναι ο εμπεριστατωμένος, επιστημονικά τεκμηριωμένος αντίλογος. Και, για να έχει την ευκαιρία να ακουστεί ο δεύτερος, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα να εκφραστεί ο πρώτος. Ένα υγιές πολίτευμα, βασισμένο σε στέρεους κώδικες ανθρώπινων αξιών, δεν θα ‘πρεπε να δίνει την εντύπωση πως φοβάται τους εχθρούς του κάθε φορά που επιχειρούν να ανοίξουν το στόμα τους. Μια καλά εδραιωμένη δημοκρατία δεν πρέπει να δείχνει επισφαλής – και, εν τέλει, ανασφαλής!

3. Όπως είχαμε σημειώσει παλιότερα [4], τον (νεο)ναζισμό δεν τον αντιμετωπίζει κανείς με νομικά μέσα αλλά με σωστή παιδεία και δημοκρατική καθοδήγηση. Γιατί, εκτός των άλλων, ένας στοχευμένος και μονομερής περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης θα μπορούσε να «ηρωοποιήσει» στα μάτια της κοινωνίας τους αποδέκτες (ή, κατά μία έννοια, τα «θύματα») μιας τέτοιας πολιτικής. Και, τελικά, θα εξυπηρετούσε απόλυτα τους επικοινωνιακούς σκοπούς τους!

Εν κατακλείδι, πιστεύουμε πως η ποινικοποίηση της άρνησης (όχι του εγκωμιασμού!) εγκλημάτων γενοκτονίας, όπως αυτή προβλέπεται στον νέο αντιρατσιστικό νόμο, είναι λάθος επιλογή. Πέραν του ότι εμφανώς παραβιάζει την δημοκρατικά κατοχυρωμένη ελευθερία του λόγου, φανερώνει και κάποια αδικαιολόγητη νευρικότητα – αν όχι ηττοπάθεια – του δημοκρατικού συστήματος απέναντι στους αρνητές του, τους οποίους, επί πλέον, εν δυνάμει αναβαθμίζει ηθικά από θύτες σε θύματα. Και όλα αυτά μάλλον ενδυναμώνουν τους τελευταίους, παρά τους αναχαιτίζουν…
Αναφορές:
[1] A conceptual approach to racism
[2] Σκέψεις πάνω στον αντιρατσιστικό νόμο
[3] Ρατσισμός: Καλώς τον τιμωρούμε. Μήπως πρέπει και να τον ορίσουμε;
[4] Ο ναζισμός και τα λάθη του πολιτικού συστήματος

Aixmi.gr

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Μήπως, τελικά, πρέπει να γίνουμε «κάφροι»;

Σε παλιότερο άρθρο του, ο Αργύρης Κωστάκης είχε θέσει ένα ρητορικό – υποτίθεται – ερώτημα: Ποιος «κάφρος» δεν θα σταματούσε το αυτοκίνητό του για να πάρει μια ανήμπορη γυναίκα που θα βρισκόταν στο δρόμο του; Ένα πρόσφατο περιστατικό, που ετέθη σήμερα υπόψη μου, μου έδωσε να καταλάβω πως το ερώτημα του Αργύρη κάθε άλλο παρά ρητορικό ήταν, τελικά…

Μια γυναίκα οδηγούσε μέρα-μεσημέρι κάπου κοντά στα Κανάρια, στην Ηλιούπολη. Ήταν μόνη στο αυτοκίνητο. Ξάφνου, πετάγεται μπρος της μια άγνωστη κρατώντας δύο σακούλες σούπερ μάρκετ. Το παρουσιαστικό της ήταν άθλιο, ήταν χλωμή και έδειχνε ταλαιπωρημένη κι αδύναμη. Από το ανοιχτό τζάμι του αυτοκινήτου, ακούστηκε να λέει, με σβησμένη φωνή:

– Σας παρακαλώ, κυρία, μπορείτε να με πετάξετε ως το σπίτι μου; Αντιμετωπίζω πρόβλημα υγείας και φοβάμαι πως θα πέσω στο δρόμο, θα λιποθυμήσω!

Πρόθυμη η οδηγός (που ίσως είχε διαβάσει και το άρθρο του Αργύρη) την έμπασε στο αυτοκίνητο. Και η άγνωστη γυναίκα την οδήγησε προς τα «Αστυνομικά», κάπου ψηλά σε μια ερημική περιοχή όπου, υποτίθεται, βρισκόταν το «σπίτι της». Κι εκεί περίμενε ο συνεργός της, που ακινητοποίησε και λήστεψε με την ησυχία του την φιλεύσπλαχνη οδηγό. Της πήραν ακόμα και τα κλειδιά του αυτοκινήτου, για να μη μπορέσει να τους καταδιώξει καθώς θα απομακρύνονταν πεζή και θα χάνονταν στα στενά της Άνω Ηλιούπολης…

Ανέφερα το (πέρα ως πέρα αληθινό) περιστατικό όχι με σκοπό να προβάλω κάποια ηθικιστική φιλοσοφική άποψη, αλλά απλά και μόνο για να ενημερώσω το κοινό για τους κινδύνους που διατρέχει όταν καλοπροαίρετα προσφέρει βοήθεια σε αγνώστους. Μου είναι εύκολο να αντιληφθώ πώς σκέφτηκε η άτυχη οδηγός πριν ανοίξει καλόκαρδα και αφελώς την πόρτα του αυτοκινήτου της: «Μόνο ένας κάφρος θα άφηνε αβοήθητη αυτή τη γυναίκα στη μέση του δρόμου. Κι εγώ δεν είμαι κάφρος!»

Δυστυχώς, στους πονηρούς καιρούς μας οι αληθινοί κάφροι προβάλλουν συχνά ως αδύναμα θύματα της μοίρας. Και φεύγοντας παίρνουν μαζί τους όχι τόσο το πορτοφόλι, το κινητό ή τις κάθε λογής κάρτες μας, αλλά το ίδιο το αίσθημα της αυταξίας και της αξιοπρέπειάς μας!

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Το γήπεδο της ΑΕΚ και η χαμένη πολιτική σοβαρότητα

Γενικά μιλώντας, η κοινοβουλευτική στάση ενός κόμματος κατά την ψήφιση ενός νόμου αξιολογείται και κρίνεται σε δύο επίπεδα: το ιδεολογικό και το ηθικό. Η πρώτη αξιολόγηση αφορά το κατά πόσον η θέση του κόμματος ως προς το περιεχόμενο του νόμου είναι συμβατή με το διακηρυγμένο πλαίσιο αρχών του. Σε δεύτερο επίπεδο, εξετάζεται εάν η κοινοβουλευτική συμπεριφορά του κόμματος εκφράζει τον απαιτούμενο σεβασμό προς την κοινωνία και, ειδικότερα, προς εκείνους που τυχόν θίγονται από τις πολιτικές θέσεις και προτάσεις του κόμματος για τον υπό συζήτηση νόμο.

Για παράδειγμα, ένας πολιτικός σχηματισμός που ασπάζεται τις αρχές του νεοφιλελευθερισμού είναι απόλυτα συνεπής με τις αρχές αυτές ζητώντας το κλείσιμο μιας δημόσιας υπηρεσίας και την απόλυση όλων των εργαζομένων σε αυτήν, ή την ιδιωτικοποίησή της και τη μετάβαση των εργαζομένων σε καθεστώς εργασιακής επισφάλειας. Εν τούτοις, είναι ηθικά απαράδεκτο οι προτάσεις αυτές να συνοδεύονται από μειωτικούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για το σύνολο των εργαζομένων, έτσι ώστε να γίνει πειστικότερη η σχετική πολιτική επιχειρηματολογία!

Σε ό,τι αφορά την κατασκευή του νέου γηπέδου της ΑΕΚ, η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση του προσφάτως ψηφισθέντος Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας δεν χαρακτηρίστηκε ούτε από ιδεολογική συνέπεια, ούτε – ακόμα περισσότερο – από κοινοβουλευτικό ήθος. Σε επίπεδο πολιτικών ιδεών, οι θέσεις του κόμματος εκφράστηκαν μέσα από διαρκείς παλινωδίες και διγλωσσία, που παραπέμπουν ευθέως σε πολιτικό καιροσκοπισμό. Και η γύμνια – σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμα και η αστειότητα – των πολιτικών επιχειρημάτων θα μπορούσαν να προκαλέσουν θυμηδία, αν δεν είχαν προκαλέσει οργή.

Χαρακτηριστικά, ακούσαμε (δις, τουλάχιστον) βασικό ομιλητή της αξιωματικής αντιπολίτευσης να κατακρίνει τη συμπολίτευση (και, έμμεσα, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο) για την παράλειψή της να κάνει εκ παραλλήλου αναφορά στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι… Πόντιοι της Ουκρανίας!

Και, γενικά, χορτάσαμε από θεωρίες συνωμοσίας περί διαπλεκόμενων συμφερόντων, κι από παιδαριώδεις ρητορείες περί οικολογικών καταστροφών «βιβλικών» (θα ‘λεγε κανείς) διαστάσεων!

Από άποψη κοινοβουλευτικής ηθικής, οι αγορητές επέλεξαν να εκφράσουν τη θέση του κόμματος κατά της κατασκευής του γηπέδου μετερχόμενοι εκφραστικά μέσα και πολιτικό ύφος που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ευθέως προσβλητικά για τους φιλάθλους της ΑΕΚ, ακόμα κι από τη σκοπιά του πλέον ουδέτερου παρατηρητή. Με έκδηλη περιφρόνηση για την ιστορία του συλλόγου και τα σύμβολα που αντιπροσωπεύει – κάποιες στιγμές, ακόμα και με μια χαρακτηριστική ειρωνεία στον τόνο της φωνής – αναφέρθηκαν στην ΑΕΚ σαν να επρόκειτο για ασήμαντο συνοικιακό σωματείο που θα ήταν πολυτέλεια γι’ αυτό να έχει αναπτυξιακές φιλοδοξίες ανάλογες με αυτές των άλλων μεγάλων συλλόγων. «Καλά είστε εκεί που βρίσκεστε, και πολύ σας πέφτει!» ήταν το υπεμφαίνον πολιτικό μήνυμα…

Ένα είναι βέβαιο: οι φίλοι της ΑΕΚ δεν θα ξεχάσουν! Όχι αυτή καθαυτή την εναντίωση στην κατασκευή του γηπέδου (αυτό είναι πολιτικά θεμιτό και ουδείς δύναται να το κρίνει) αλλά την όλη συμπεριφορά απέναντί τους: από την υποκριτική διγλωσσία (άλλα οι μεν–άλλα οι δε, άλλα μετά–άλλα προ δημοτικών εκλογών και ευρωεκλογών) έως τις απαξιωτικές κορώνες κατά του συλλόγου, από το σύνολο, σχεδόν, της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και – ζητώ συγνώμη που θα το θέσω τόσο σκληρά – όσοι επιλέξουν, τελικά, να ξεχάσουν δεν θα πρέπει να λογίζονται ως φίλοι της ΑΕΚ!