Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Ναζισμός και νεοναζισμός: Από τη Βαϊμάρη στην Ελλάδα της κρίσης


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία στη Γερμανία το 1933. Η άνοδός τους, συνέπεια (και) μιας οδυνηρής ήττας σε έναν πόλεμο, σήμανε το τέλος του δημοκρατικού πειράματος της Βαϊμάρης.

Οι νεοναζί εισήλθαν στο ελληνικό κοινοβούλιο το 2012. Η είσοδός τους, συνέπεια (και) μιας ακραίας οικονομικής κρίσης, σήμανε το τέλος της πολιτικής «αθωότητας» στη χώρα.

Το πρώτο ιστορικό γεγονός ήταν η απαρχή μίας παγκόσμιας τραγωδίας που κορυφώθηκε με το φρικτότερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας.

Το δεύτερο γεγονός κατέδειξε ότι ένα φαινομενικά πεθαμένο (ή, έστω, μισοπεθαμένο) φίδι είναι δυνατό να αναστηθεί όταν οι συνθήκες παρέχουν το απαραίτητο «οξυγόνο» για την επιβίωσή του.

Οι ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην επικράτηση του Ναζισμού και την μετέπειτα επανεμφάνισή του ως νεοναζισμού έχουν μελετηθεί σε βάθος από πολλούς ειδικούς και δεν θα αποτολμήσουμε εδώ μία ιστορική ή πολιτική ανάλυση του θέματος. Θα αρκεστούμε σε μία επιγραμματική συγκριτική παράθεση των κυριότερων αιτίων που επέτρεψαν στον Ναζισμό να κυριαρχήσει στην μεσοπολεμική Γερμανία, και στους εν Ελλάδι θαυμαστές του να εισβάλουν στους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας μολύνοντάς τους ανεπανόρθωτα.

Και, γνωρίζοντας τα «γιατί» που οδήγησαν έναν λαό – ή, έστω, ένα κομμάτι του – σε αντιδημοκρατικές πολιτικές επιλογές, ίσως αποφύγουμε παρόμοιες επιλογές σε μελλοντικές κρίσιμες συνθήκες...

Τρεις σημαντικές ιστορικές συγκυρίες συνέβαλαν στην άνοδο των Ναζί στην εξουσία:

1. Το αίσθημα εθνικής ταπείνωσης των Γερμανών, που προκλήθηκε από τον εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο οι νικητές του Μεγάλου Πολέμου έσυραν τη Γερμανία στην αποδοχή της Συνθήκης των Βερσαλλιών (1919).

2. Μία ακραία οικονομική κρίση, η οποία κατά ένα μέρος οφειλόταν στις δυσβάσταχτες πολεμικές αποζημιώσεις προς τους νικητές του πολέμου.

3. Η αδυναμία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης να αντιμετωπίσει την κατάσταση αναρχίας που είχε ξεσπάσει στη χώρα, οδηγώντας σε αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαρξιστές και ακραίους εθνικιστές.

Οι Ναζί χρησιμοποίησαν τους Εβραίους ως εξιλαστήρια θύματα για την ήττα στον πόλεμο και τα μετέπειτα προβλήματα της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα, οι διώξεις κατά των Εβραίων, με αποκορύφωμα την μαζική δολοφονία του Ολοκαυτώματος, ήταν αποτέλεσμα της διαστροφικής ρατσιστικής ιδεολογίας των Ναζί, η οποία είχε ήδη εκφραστεί ανοιχτά στο “Mein Kampf” αρκετά χρόνια πριν ο Χίτλερ αναλάβει την εξουσία.

Ας δούμε τώρα τους σημαντικότερους παράγοντες που συνέβαλαν στην είσοδο των νεοναζί στην ελληνική Βουλή, και ας κάνουμε τις σχετικές συγκρίσεις:

1. Το αίσθημα εθνικής ταπείνωσης των Ελλήνων από την υπεροπτική στάση που επέδειξαν οι κυβερνήσεις και τα μέσα ενημέρωσης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (ιδιαίτερα στη Γερμανία) όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ισχυρού αντι-ευρωπαϊκού ρεύματος στη χώρα, με παράλληλη ενίσχυση της επιρροής «αντισυστημικών» τάσεων (τόσο εκ δεξιών, όσο και εξ αριστερών) σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

2. Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που επέφερε στους Έλληνες η αναγκαστική συμμόρφωση των «συστημικών» κυβερνήσεων με τους άτεγκτους όρους των μνημονίων, οι οποίοι επέβαλαν πολιτικές σκληρής λιτότητας και καθεστώς ασφυκτικής επιτήρησης από τους (συχνά αλαζονικά συμπεριφερόμενους) δανειστές.

3. Η κατάσταση εσωτερικής αναρχίας (ιδιαίτερα στην Αθήνα) από την ανεξέλεγκτη δράση οργανωμένων ακροαριστερών ομάδων, με πρόσχημα την κρίση, και η αδυναμία – ή και απροθυμία – των δημοκρατικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

4. Η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (ιδίως, και πάλι, στην Αθήνα) λόγω της μη-ελεγχόμενης (άρα κατ’ ουσίαν παράνομης) μετανάστευσης.

Ο τέταρτος παράγοντας διαφοροποιεί την περίπτωση των νεοναζί από εκείνη των πρωταρχικών Ναζί. Όσο και αν οι επιθέσεις των πρώτων κατά μεταναστών είχαν και ρατσιστικά κίνητρα, οι νεοναζί βρήκαν μία πρώτης τάξεως δικαιολογία για τη δράση τους πατώντας πάνω σε ένα υπαρκτό πρόβλημα της χώρας. Στις συνειδήσεις των τοπικών κοινωνιών, μάλιστα, το πρόβλημα αυτό αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σε ηθικό και ψυχολογικό επίπεδο λόγω της απροθυμίας των λεγόμενων «προοδευτικών» πολιτικών δυνάμεων να αναγνωρίσουν τις δυσχερείς συνθήκες που βίωναν οι άνθρωποι της γειτονιάς, και να καταδικάσουν ανοιχτά τις παράνομες (συχνά ακραία βίαιες) δράσεις ενός μέρους των (θεωρούμενων ως) «ευπαθών» ομάδων. Η «κατανόηση» στη συμπεριφορά του οποίου μέρους συχνά άγγιζε την απόλυτη δικαιολόγηση και εξέφραζε επιλεκτική ευαισθησία και συμπάθεια...

Η αποτελεσματικότερη μέθοδος, λοιπόν, για να αποτρέψει το πολιτικό σύστημα την επανεμφάνιση των νεοναζί στο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό της χώρας είναι να εξαλείψει τους παράγοντες που θα μπορούσαν να χαρίσουν σε εκείνους προνομιακό πεδίο δράσης. Σε κάθε περίπτωση, το να κατηγορεί κάποιος συλλήβδην τους ψηφοφόρους τους ως φασίστες ή ρατσιστές, χωρίς να μπει στον κόπο να αφουγκραστεί τα προβλήματά τους, είναι επικίνδυνα απλοϊκό. Κάποιοι θα σπεύσουν τότε να προσφέρουν «συμπάθεια» και «κατανόηση». Ας τους προλάβει το ίδιο το δημοκρατικό σύστημα, της «προοδευτικής» συνιστώσας του μη εξαιρουμένης. Αν όχι και προεξάρχουσας...

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2020

Δικαιούται ο Ναζισμός το «εύσημο» του κακού;


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Παρά τα 6 εκατομμύρια των θυμάτων του Ολοκαυτώματος και τις φρικιαστικές αποκαλύψεις των εγκλημάτων του Ναζισμού, η ναζιστική ιδεολογία εξακολουθεί να ασκεί κάποιο βαθμό γοητείας σε ένα μικρό μέρος της παγκόσμιας κοινότητας. Νεοναζιστικά κόμματα ευθέως διεκδικούν ρόλο σε κοινοβουλευτικούς θεσμούς (στη χώρα μας το πέτυχαν ήδη), ενώ ανομολόγητες ιδεολογικές «συμπάθειες» μπορεί να διακρίνει κάποιος ακόμα και μέσα σε κόμματα του δημοκρατικού τόξου.

Έτσι, η αναλυτική προσέγγιση του φαινομένου του Ναζισμού δεν αποτελεί αποκλειστικό αντικείμενο της Ιστορίας αλλά, δυστυχώς, αφορά ταυτόχρονα ένα πολιτικό και φιλοσοφικό πρόβλημα που διατηρείται επίκαιρο εδώ και κοντά έναν αιώνα.

Για το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που δεν έχουν «μολυνθεί» από ναζιστικές ιδέες, η ηθική αξιολόγηση του Ναζισμού είναι δεδομένη και αυτονόητη: Οι Ναζί ήταν εκπρόσωποι του ακραίου, του απόλυτου Κακού. Μία βαθύτερη εξέταση του θέματος, εν τούτοις, επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή σε ό,τι αφορά τη χρήση του όρου «κακό».

Το παρακάτω απλοϊκό ερώτημα φαίνεται σχεδόν ρητορικό, αφού η απάντηση μοιάζει προφανής:

– Ήταν ο Ναζισμός κακός;

Αν απαντήσουμε καταφατικά, έχουμε πέσει σε μία φοβερή παγίδα που άθελά μας στήσαμε μόνοι μας: Δώσαμε στον Ναζισμό ανθρώπινο πρόσωπο! Ας μου επιτραπεί να εξηγήσω:

Το κακό – ακόμα και στην ακραία εκδοχή του – σχετίζεται με την ηθική διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έξω από τον άνθρωπο δεν υπάρχει «καλό» ή «κακό». Έτσι, αν χαρακτηρίσουμε τον Χίτλερ ως «κακό», του έχουμε αυτομάτως αναγνωρίσει την ανθρώπινη ιδιότητα. Την οποία αμφίβολο είναι ότι εκείνος και το καθεστώς του έφεραν.

Τι είναι, όμως, αυτό που καθορίζει και οριοθετεί την ανθρώπινη ιδιότητα; Απόλυτη απάντηση δεν υπάρχει έξω από το σαφές πλαίσιο που ορίζει η βιολογία. Αν, εν τούτοις, δεχθούμε τον άνθρωπο κατά κύριο λόγο ως ηθικό μέγεθος, τότε μπορούμε να πούμε ότι το κριτήριο που επιβεβαιώνει ή απορρίπτει, ανάλογα, την πιο πάνω ιδιότητα είναι η μορφή της αυτοσυνειδησίας. Συγκεκριμένα, πώς τοποθετεί το άτομο τον εαυτό του μέσα στο πλέγμα της αιτιότητας.

Ο άνθρωπος παράγει αιτιότητα αλλά και υπόκειται σε αυτήν. Δηλαδή, συμμετέχει στην αιτιακή αλυσίδα τόσο ως γενεσιουργό αίτιο, όσο και ως υποκείμενο αποτέλεσμα. Ειδική σημασία για την παρούσα συζήτηση έχει το κομμάτι της αιτιότητας που αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα άτομο, λοιπόν, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή ενός άλλου ατόμου, το οποίο, με τη σειρά του, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του πρώτου. Σε ακραία περίπτωση, ένας άνθρωπος μπορεί να σκοτώσει κάποιον άλλον αλλά και να σκοτωθεί από αυτόν. Αυτή η αμφίδρομη σχέση με την αιτιότητα αποτελεί, εξ ορισμού, μέρος της αυτοσυνειδησίας του κάθε ατόμου ή, συλλογικά, της κάθε κοινωνικής ομάδας.

Υπάρχουν, εν τούτοις, δύο ακραίες παρεκκλίσεις από τον τελευταίο αυτό κανόνα:

1. Το άτομο που έχει αποδεχθεί ότι, στο πλαίσιο της σχέσης του με την κοινωνία, υπόκειται μόνο στην αιτιότητα χωρίς να έχει τη δυνατότητα να την επηρεάζει, είναι αυτοσυνειδησιακά «νεκρό».

2. Το άτομο που πιστεύει ότι – στο πλαίσιο, και πάλι, των κοινωνικών συσχετισμών – μπορεί να επηρεάζει την αιτιότητα χωρίς να υπόκειται σε αυτήν, έχει σχηματίσει την αυτοεικόνα ενός οιονεί «θεού»!

Στην δεύτερη κατηγορία ανήκαν οι Ναζί. Όπως έχουμε αναφέρει αλλού [1] θεωρούσαν τον εαυτό τους ως μία φυσική Αρχή που μπορούσε να αποφασίζει για την ύπαρξη ή τον αφανισμό οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας, οσοδήποτε μεγάλης, χωρίς η ίδια αυτή «Αρχή» να υπόκειται σε άνωθεν έλεγχο ή έξωθεν αμφισβήτηση της απόλυτης παντοδυναμίας της.

Αυτό που καθιστά το ναζιστικό καθεστώς μοναδικό ανάμεσα σε άλλα ρατσιστικά καθεστώτα είναι το γεγονός ότι, υπερβαίνοντας τα όρια του «απλού» κοινωνικού διαχωρισμού, επιδόθηκε σε φυλετική εξόντωση. Στο πλαίσιο της μαζικής αυτής δολοφονίας οι Ναζί λειτούργησαν σαν «θεοί» που μπορούσαν να επιλέξουν αυθαίρετα σε ποιο ανθρώπινο είδος θα εκχωρούσαν το δικαίωμα της ζωής, και σε ποιο είδος θα το αρνούνταν και θα το καταργούσαν.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί εδώ ότι η εξόντωση δεν ήταν πράξη αυτοσυντήρησης του καθεστώτος απέναντι σε μία ανθρώπινη ομάδα που το απειλούσε, αλλά αποτέλεσμα και μόνο της διαστροφικής ιδεολογίας του Ναζισμού. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το ναζιστικό καθεστώς να ξεχωρίζει από άλλα εγκληματικά καθεστώτα, όπως εκείνο του Στάλιν.

Συμπερασματικά, η παρέκκλιση από την ανθρώπινη αυτοσυνειδησία, κι ακόμα περισσότερο η διάπραξη μαζικού εγκλήματος στη βάση της παρέκκλισης αυτής, αυτοδικαίως αφαιρεί από τους δολοφόνους το προνόμιο να θεωρούνται άνθρωποι. Συνεπώς, το να χαρακτηρίζουμε απλοϊκά τους Ναζί ως «κακούς» συνιστά τιμή για εκείνους, αφού το κακό αποτελεί διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, τους προβιβάζουμε άθελά μας σε ανθρώπους. Κάτι που οι Ναζί είναι αμφίβολο πως ήταν...

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ρατσισμός των 65-plus: Όταν η ηλικία είναι ποινικό αδίκημα...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ξεκινούμε με λίγη (γνωστή, πολύ γνωστή) Ιστορία...

Η αντιμετώπιση των Εβραίων στη Ναζιστική Γερμανία αποτελεί ίσως το κορυφαίο παράδειγμα ρατσιστικής πολιτικής ενός συστήματος εξουσίας, εις βάρος ενός διακριτού τμήματος μίας κοινωνίας. Η ρατσιστική φύση της πολιτικής εκείνης στοιχειοθετείται με βάση δύο, κυρίως, κριτήρια, όπως αυτά εκτέθηκαν σε παλιότερα κείμενα (βλ., π.χ., [1]):

1. Η εβραϊκή ιδιότητα είναι μη-επιλεγμένο χαρακτηριστικό εκείνων που την φέρουν. (Κανείς δεν επιλέγει αν θα είναι ή δεν θα είναι Εβραίος.)

2. Η πιο πάνω ιδιότητα στοχοποιήθηκε αυθαίρετα αφού, αντικειμενικά, σε τίποτα δεν διαφοροποιεί τους φέροντες από τα υπόλοιπα μέλη μίας κοινωνίας.

Η πολιτική των Ναζί απέναντι στους Εβραίους (πριν το φρικτό μαζικό έγκλημα της «Τελικής Λύσης») είχε ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι δεύτεροι μία σειρά δικαιωμάτων και ελευθεριών που αυτονόητα απολάμβαναν οι υπόλοιποι Γερμανοί πολίτες. Ειδικά, ο περιορισμός στην μετακίνηση οδήγησε σταδιακά στην πλήρη απαγόρευσή της και, τελικά, στον απόλυτο εγκλεισμό. Και έχει σημασία να σημειώσουμε εδώ ότι η μεταφορά στα γκέτος (και αργότερα στα στρατόπεδα του θανάτου) γινόταν συνήθως με πρόσχημα την «προστασία» των ίδιων των μελλοθανάτων (πώς αλλιώς θα πείθονταν να ανέβουν στα τραίνα;).

Αυτά όλα, βέβαια, ανήκουν στην Ιστορία. Σήμερα, τα πολιτισμένα δημοκρατικά κράτη δεν στήνουν γκέτος και στρατόπεδα συγκεντρώσεως για αυθαίρετο εγκλεισμό κοινωνικών ομάδων. Ή, τουλάχιστον, ο εγκλεισμός, όταν επιβάλλεται από τις συνθήκες, δεν στοχεύει πλέον στην εξόντωση αλλά (αντικειμενικά) στην προστασία. Το ερώτημα είναι: την προστασία ποίων; Εκείνων που υφίστανται τον περιορισμό, ή του ίδιου του συστήματος εξουσίας που τον επιβάλλει;

Η πανδημία, μεταξύ άλλων δεινών που επέφερε, ανέδειξε ένα νέο είδος «εκλεπτυσμένου» ρατσισμού που στοχεύει όχι τη φυλή ή την εθνική και πολιτισμική προέλευση, αλλά την ηλικία. Αφορά στην εφαρμογή μέτρων περιορισμού της μετακίνησης «ηλικιωμένων» ατόμων, όπου ως ηλικιωμένοι ορίζονται αυθαίρετα οι έχοντες συμπληρώσει τα 65 χρόνια ζωής.

Ο χαρακτηρισμός των μέτρων ως ρατσιστικών βασίζεται, και πάλι, σε δύο στοιχεία [1]:

1. Η ηλικία του ανθρώπου καθορίζεται από ληξιαρχικά δεδομένα και δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής. Όσο κι αν το θελήσει, ο άνθρωπος δεν είναι δυνατό να αλλάξει την ηλικία του!

2. Κανένας φυσικός νόμος δεν υπαγορεύει ότι, με το που συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους, οι άνθρωποι καθίστανται αυτόματα περισσότερο επικίνδυνοι για τη διάδοση μίας επιδημίας.

Οι εξουσίες παρακάμπτουν τις ενστάσεις που εγείρει η αμφιλεγόμενη αυτή πολιτική κοινωνικών διακρίσεων, ισχυριζόμενες ότι ο υποχρεωτικός περιορισμός στη μετακίνηση των «ηλικιωμένων» ατόμων έχει ως σκοπό την «προστασία» τους από την πανδημία. Εδώ τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα ηθικής αλλά και πολιτικής φύσης:

Κάθε λειτουργικό κράτος οφείλει καταρχήν να εξασφαλίζει την προστασία των πολιτών απέναντι σε όποιους κινδύνους. Και, αν κριθεί ότι ένα τμήμα του πληθυσμού θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να αποτελέσει απειλή για την υπόλοιπη κοινωνία, στο τμήμα αυτό θα απαιτηθεί, ως αναγκαίο κακό, να εφαρμοστούν μέτρα προσωρινού περιορισμού της ελευθερίας (πρόσφατο παράδειγμα, οι τοπικές καραντίνες που επιβλήθηκαν σε διάφορες περιοχές της χώρας μας).

Σε καμία περίπτωση, όμως, ένα δημοκρατικό σύστημα (ακόμα περισσότερο αν αυτοπροσδιορίζεται ως «φιλελεύθερο» [2]) δεν μπορεί να επιβάλει στους πολίτες την αυτοπροστασία, και μάλιστα με την απειλή ποινικών συνεπειών! Για να το πω απλά: Δέχομαι τον περιορισμό της ελευθερίας μου αν με τον τρόπο αυτό θα προστατευτούν καλύτερα οι συνάνθρωποί μου από την πιθανή μετάδοση ενός επικίνδυνου ιού. Μπορώ, επίσης, να επιλέξω αυτόβουλα τον περιορισμό των μετακινήσεών μου για να προστατευτώ εγώ ο ίδιος από τον κίνδυνο μίας μόλυνσης. Αυτό που δεν δέχομαι, όμως, είναι ο υποχρεωτικός περιορισμός της ελευθερίας μου «για το δικό μου καλό». Η αυτοπροστασία είναι δικαίωμα, όχι υποχρέωση, και η αποφυγή της δεν μπορεί να είναι ποινικά κολάσιμη πράξη!

Η επίκληση της «προστασίας» στην προκειμένη περίπτωση, στην ουσία αναφέρεται στις ανεπάρκειες του ίδιου του κράτους. Δηλαδή, ο επιβαλλόμενος εγκλεισμός των «ηλικιωμένων» στα σπίτια τους δεν αφορά τόσο την προστασία των ίδιων από την πανδημία, όσο την πολιτική θωράκιση του συστήματος εξουσίας απέναντι στον κίνδυνο μίας πιθανής κατάρρευσης του (όχι αρκούντως αξιόπιστου) συστήματος υγείας. Ο «πόνος» για τους «ηλικιωμένους συμπολίτες μας» είναι στ’ αλήθεια το άγχος για την αποφυγή ανεξέλεγκτων καταστάσεων που θα εκθέσουν επικίνδυνα το κράτος!

Εν κατακλείδι, η ειδική μεταχείριση των 65+ από την πολιτεία είναι μία ξεκάθαρα ρατσιστική πολιτική. Χωρίζει το κοινωνικό σύνολο σε δύο κατηγορίες με βάση ένα αυθαίρετο ηλικιακό κριτήριο και, κατ’ ουσίαν, τιμωρεί όσους πολίτες δεν το ικανοποιούν με τη στέρηση ενός μέρους της ελευθερίας τους.

Στις αρχικές φάσεις της πανδημίας, η κοινωνία αποδέχθηκε τους περιορισμούς που της επιβλήθηκαν και συνεργάστηκε με την πολιτεία, κυρίως γιατί τα μέτρα που πάρθηκαν είχαν καθολική ισχύ και δεν προκάλεσαν κοινωνικούς διαχωρισμούς. Δεν θα συμβεί το ίδιο, όμως, σε μία ενδεχόμενη περιοριστική πολιτική με ηλικιακά κριτήρια. Και θα ήμουν περίεργος να δω αν υπάρξουν, τότε, όργανα της τάξης που θα σταματούν στους δρόμους κάθε πολίτη που φαίνεται πάνω από 65 χρόνων, ζητώντας του να επιδείξει τα απαραίτητα πιστοποιητικά ηλικιακής «νομιμοφροσύνης»! Αστεία πράγματα...

Αναφορές:



Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2020

Αντισυμβατική επιστήμη ή ανεύθυνη συνωμοσιολογία;

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Σάββατο απόγευμα, πάνω που λογάριαζα να χαλαρώσω μετά από ώρες δουλειάς, φτάνει ένα email από καλή φίλη νομικό: «Μπες τώρα στο YouTube, μεταδίδεται ζωντανό διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο για την πανδημία!» Καθώς μου έστειλε το σχετικό link, δεν ήταν δύσκολο να μπω. Κι ας έμενε γι’ αργότερα η χαλάρωση...

Το συνέδριο κράτησε ώρες, ενώ συνεχίστηκε και την επομένη. Ένα μέρος (όσο πρόλαβα και όσο άντεξα) το παρακολούθησα «ζωντανά», ενώ κάποια αποσπάσματα τα είδα (ή ξαναείδα) αργότερα, βιντεοσκοπημένα.

Δεν θα τολμήσω να αξιολογήσω επιστημονικά τα όσα άκουσα από Έλληνες και ξένους ειδικούς. Εξ άλλου, δεν διαθέτω τις σχετικές γνώσεις (κι ας ισχυριζόμαστε κάποιες φορές εμείς οι Φυσικοί ότι «τα ξέρουμε όλα»!). Θα μιλήσω σαν απλός χρήστης του διαδικτυακού μέσου, που άκουσε κάποια πράγματα που του φάνηκαν «αντισυμβατικά» σε σχέση με όσα θεωρεί δεδομένα και αυτονόητα.

Ήταν προφανές ότι βασικός σκοπός του συνεδρίου ήταν να προβάλει τις απόψεις των ειδικών που ανήκουν στη σχολή σκέψης η οποία αμφισβητεί τις διαστάσεις του προβλήματος της πανδημίας, έτσι όπως αυτές περιγράφονται από την συντριπτική πλειοψηφία των γιατρών παγκοσμίως, από το σύνολο, σχεδόν, των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων, και από το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς Τύπου.

Ούτε λίγο - ούτε πολύ, πληροφορηθήκαμε ότι ο θόρυβος γύρω από έναν «σχετικά ακίνδυνο ιό» και μία «λάιτ κατάσταση» (οι εκφράσεις ακούστηκαν από Έλληνα καθηγητή πανεπιστημίου) προέρχεται από σκόπιμη μεγαλοποίηση ενός διαχειρίσιμου προβλήματος, και διακινείται από κάποια σκοτεινά κέντρα με σκοπό την χειραγώγηση του κοινωνικού συνόλου και την κερδοσκοπία εις βάρος του. Φυσικά, στην υποτιθέμενη «συνωμοσία» πρωτοστατούν οι φαρμακευτικές εταιρείες που επιδίδονται στην παρασκευή του εμβολίου (από ξένο προσκεκλημένο ακούστηκαν εκφράσεις όπως «οργανωμένο έγκλημα» και «εγκληματικά συνδικάτα»).

Ακούσαμε ότι το πρόβλημα της πανδημίας είναι, κατά βάση, πολιτικό κατασκεύασμα και όχι πραγματικός επιδημιολογικός εφιάλτης που θέτει σε συναγερμό ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα. Διακινήθηκε, επίσης, η γνωστή άποψη σύμφωνα με την οποία τα μέτρα πρόληψης ενάντια στη μετάδοση της επιδημίας παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και, ως εκ τούτου, είναι κοινωνικά απαράδεκτα.

Εντύπωση προκάλεσε η εμφατικά διατυπωμένη θέση ότι ο καλύτερος (αν όχι ο μόνος) τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης είναι η ενίσχυση και διεύρυνση του συστήματος υγείας ώστε να εξυπηρετεί αυτούς που ήδη έχουν νοσήσει. Με άλλα λόγια, προσπερνούμε το ζήτημα της πρόληψης (για την οποία ελάχιστα, γενικά, ειπώθηκαν) και ρίχνουμε όλο το βάρος στη θεραπεία!

Ειδική προσπάθεια καταβλήθηκε για την αποδόμηση των μέτρων που αφορούν στην προστασία των παιδιών. Ακούσαμε ότι η χρήση της μάσκας, η οποία έχει ως βαθύτερο και σκοτεινότερο στόχο την «απο-κοινωνικοποίηση» και την «απομόνωση» των παιδιών σύμφωνα με τις επιταγές κάποιων διεθνών συνωμοτικών κέντρων, θα αφήσει δυσεπούλωτα τραύματα στους παιδικούς ψυχισμούς ενώ ελάχιστη προστασία θα προσφέρει.

Το πιο εντυπωσιακό: Ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας «ψεύδεται συνειδητά» και «διασπείρει τον τρόμο» ισχυριζόμενος ότι ο ιός είναι (δήθεν) εξαιρετικά μεταδοτικός και θανατηφόρος! Εκπρόσωπος άνομων συμφερόντων και μέρος διεθνούς συνωμοσίας και ο Π.Ο.Υ., λοιπόν.

Σε ό,τι αφορά τις πυρηνικές του θέσεις, το συνέδριο δεν πρωτοτύπησε. Απόψεις που αμφισβητούν το μέγεθος της πανδημίας και την αναγκαιότητα λήψης περιοριστικών μέτρων έχουν ήδη διακινηθεί αρκετά στις γνωστές διαδικτυακές πλατφόρμες. Η βαριά σφραγίδα της ίδιας της επιστήμης, όμως, δημιουργεί ένα ξεχωριστό πρόβλημα σε μία πολιτεία που μάχεται απεγνωσμένα να αποτρέψει ανεξέλεγκτες επιδημιολογικές καταστάσεις με δυνητικά εφιαλτικές συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο.

Πρόσφατα είναι τα περιστατικά βίας εις βάρος εκπαιδευτικών, από γονείς μαθητών που επέμεναν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο χωρίς τα αναγκαία μέτρα προστασίας. Τώρα οι γονείς θα μπορούν να επικαλούνται την επιστήμη ως ελαφρυντικό για την όποια μελλοντική πράξη απείθειας, ακόμα και βιαιοπραγίας!

Η κυβέρνηση οφείλει άμεσα να πάρει θέση δια των ειδικών επιστημόνων της. Και, όπως έχει αποδειχθεί, η κοινωνία είναι πρόθυμη να ακούσει. Αρκεί να της απευθυνθεί κάποιος με γλώσσα ανθρώπινη και όχι γλώσσα αυθεντίας. Και, το σπουδαιότερο, δίχως το παραμικρό ύφος αυταρχισμού.


Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τα πολλά πρόσωπα του λαϊκισμού

Ο λαϊκισμός είναι μία παθογένεια της Δημοκρατίας και ένα μέσο χειραγώγησης και ελέγχου στον Ολοκληρωτισμό. Είναι αναγνωρίσιμα τα βασικά χαρακτηριστικά και τα ποικίλα πρόσωπά του...
Εισαγωγή

Αν κάποιος θέσει την λέξη «λαϊκισμός» στη γνωστή μηχανή αναζήτησης του Διαδικτύου, θα ξανοιχτεί μπροστά του ένα από τα ζωηρότερα πολιτικά debates της εποχής. Υπάρχει, καταρχήν, σαφής ορισμός του λαϊκισμού, ή μήπως ο όρος δεν είναι καν εννοιολογικά δόκιμος; Κι αν όντως ο όρος αντιστοιχεί σε κάτι υπαρκτό, είναι αυτό τόσο κακό όσο περιγράφεται; Και, μήπως εν τέλει κι ο ίδιος ο αντι-λαϊκισμός είναι μία άλλη όψη του λαϊκισμού, «πασπαλισμένη» με τη χρυσόσκονη της λεκτικής ευπρέπειας και του ακαδημαϊκού ύφους;

Το παρόν σημείωμα δεν ισχυρίζεται ότι διαθέτει γενικά αποδεκτές απαντήσεις. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμο να συνοψίσουμε κάποια στοιχεία που ενδέχεται, αν μη τι άλλο, να βοηθήσουν στην αξιολόγηση μίας πολιτικής συμπεριφοράς ως προς το εάν αυτή εμπεριέχει ή όχι λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Τα όσα παρατίθενται αντανακλούν, ασφαλώς, απόλυτα προσωπικές απόψεις και δεν διεκδικούν δάφνες οικουμενικότητας...

Τυπικά γνωρίσματα του λαϊκισμού

Τον λαϊκισμό δεν θα τον θεωρήσουμε ως πολιτική ιδεολογία αλλά ως πολιτική νοοτροπία και πρακτική. Ως τέτοια, μπορεί να παρεισφρέει σε κάθε ιδεολογική απόχρωση, νοθεύοντάς την, αποσυνθέτοντάς την και, σε ακραία περίπτωση, μετατρέποντάς την σε ιδεολογική διαστροφή!

Από εννοιολογική άποψη, ο λαϊκισμός δύσκολα επιδέχεται μονοσήμαντο και οικουμενικά αποδεκτό ορισμό. Για κάποιους, μάλιστα (μεταξύ αυτών, μερικοί ιδιαίτερα αξιόλογοι εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού χώρου) αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» δεν είναι καν δόκιμος, αφού είναι παράγωγο μίας λέξης – «λαός» – με ασαφές περιεχόμενο και αμφίβολη εννοιολογική υπόσταση, που αντιπροσωπεύει απλά μία καθιερωμένη νοητική σύμβαση.

Παρακάμπτοντας τα δύσβατα μονοπάτια ενός γενικού ορισμού, θα αρκεστούμε στην καταγραφή των πλέον τυπικών γνωρισμάτων μίας πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται, γενικά, ως λαϊκιστική:

1. Η υποκριτική, δημαγωγική και – κατά κανόνα – πολιτικά ιδιοτελής χειραγώγηση του λαού μέσω κολακευτικής προς αυτόν ρητορείας.

2. Η υπεραπλούστευση των ζητημάτων, η ρηχότητα των θέσεων και η συστηματική αποφυγή μίας σοβαρής και αντικειμενικής προσέγγισης των πραγμάτων.

3. Η στόχευση κυρίως στο θυμικό της κοινωνίας, κι ελάχιστα έως καθόλου στη λογική.

4. Η καταφυγή σε εύκολη (συχνά, ακόμα και χυδαία) συνθηματολογία αντί μίας πραγματικής πολιτικής επιχειρηματολογίας.

5. Η μανιχαϊστική απεικόνιση της πραγματικότητας, βάσει της οποίας το δίπολο «καλού»«κακού» αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, από τον λαό και, απέναντί του, κάποιες δυνάμεις (ή πρόσωπα) που επιβουλεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντά του. Αυτό οδηγεί στην αναζήτηση (ή, εν ανάγκη, στην επινόηση) «εχθρών» του λαού, και στην δαιμονοποίηση προσώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

6. Η έντεχνη διαχείριση και πολιτική αξιοποίηση του μαζικού φόβου και – κυρίως – του μαζικού θυμού.

Το στοιχείο του θυμού είναι το πιο δόλιο κι επικίνδυνο όπλο του λαϊκισμού, ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων. Είναι, θα λέγαμε, η κερκόπορτα, η ανοιχτή πληγή, μέσα από την οποία ο λαϊκισμός εισβάλλει στη συλλογική κοινωνική συνείδηση αποζητώντας πολιτικά οφέλη. Η μεθόδευση αυτή απαιτεί δύο δεδομένα: (α) Μία κοινωνία επιρρεπή, λόγω ιδιαίτερων ιστορικών συγκυριών, στον θυμό. (β) Ένα πρόσωπο, μία κοινωνική ομάδα, ή ακόμα και μία ιδέα, που μπορούν να στοχοποιηθούν ως (εσωτερικοί ή εξωτερικοί) εχθροί των λαϊκών συμφερόντων, οι οποίοι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα δεινά του λαού.

Δύο κυρίαρχες όψεις του λαϊκισμού

Αν και, γενικά, τα εξωτερικά του γνωρίσματα είναι κοινά, ο λαϊκισμός παρουσιάζεται με διάφορες μορφές και κατηγοριοποιείται ανάλογα, σε συνάρτηση με τις πολιτικές, κοινωνικές ή άλλες συνθήκες της εποχής. Δύο μορφές του, όμως, κυριαρχούν ιστορικά:

1. Εθνικιστικός λαϊκισμός

Είναι η πιο επικίνδυνη και καταστροφική εκδοχή του λαϊκισμού, αφού ο συνδυασμός του με την εθνικιστική υπερβολή δημιουργεί ένα εν δυνάμει εκρηκτικό μείγμα που συχνά οδηγεί σε πολέμους ή εθνικές καταστροφές.

Η Ελλάδα βίωσε την εμπειρία μιας τέτοιας καταστροφής στον πόλεμο του 1897. Όμως, σε παγκόσμια κλίμακα, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την άνοδο της ναζιστικής Γερμανίας και την δεύτερη μεγάλη παγκόσμια τραγωδία του εικοστού αιώνα, που επακολούθησε. Με την γνωστή εμπρηστική εθνικιστική τους ρητορεία, οι Ναζί κατάφεραν να χειραγωγήσουν τον γερμανικό λαό, αξιοποιώντας πολιτικά την πικρία των Γερμανών για τον ταπεινωτικό τρόπο με τον οποίο είχε επισφραγιστεί η ήττα της χώρας στον Μεγάλο Πόλεμο (1914–1918), αλλά και την εξάντληση της κοινωνίας από τις συνέπειες μίας ακραίας οικονομικής κρίσης.

Ο Χίτλερ είχε δείξει από νωρίς τις προθέσεις του για το ποιους θα επρόκειτο να στοχοποιήσει ως «εχθρούς» του Τρίτου Ράιχ, δαιμονοποιώντας την εβραϊκή φυλή στο σύνολό της και ορίζοντάς την αυθαίρετα ως υπεύθυνη για τα δεινά της Γερμανίας. Την συνέχεια τη γνωρίζουμε καλά...

2. «Αντισυστημικός» λαϊκισμός

Ως «σύστημα» νοείται εδώ κάποια ελίτ, μία κατεστημένη – και, κατά μία έννοια, προνομιούχα – κοινωνική τάξη που προβάλλεται ως πόλος ανισοτικής σχέσης απέναντι στον λαό.

Ως σχετικά πρόσφατο παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ αξιοποίησε έξυπνα την αγανάκτηση μίας μεγάλης μερίδας Αμερικανών για τις καταχρήσεις και τις ακρότητες της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας», την οποία είχε κατορθώσει να επιβάλει η ακαδημαϊκή ελίτ στην αμερικανική κοινωνία. Πατώντας, επί πλέον, στο πρόβλημα της ανεργίας, στοχοποίησε ως κύριο (αν όχι αποκλειστικό) αίτιο τους μετανάστες που διαμένουν στη χώρα. Το ότι μελέτες έγκριτων αναλυτών κατέδειξαν ότι άλλα ήταν τα αίτια της οικονομικής ύφεσης, μάλλον δεν φαίνεται να επηρέασε τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο...

Τον εγχώριο αντισυστημικό λαϊκισμό τον βιώσαμε ιδιαίτερα έντονα από την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης. (Όχι ότι το φαινόμενο απουσίαζε σε προγενέστερους καιρούς, βέβαια. Ας θυμηθούμε, ως ακραίο παράδειγμα, τον απόλυτα χυδαίο «αυριανισμό».) Οι δυνάμεις του λαϊκισμού αξιοποίησαν στο έπακρο την αγανάκτηση του κοινωνικού συνόλου για τις συνέπειες της κρίσης – απέναντι στην οποία η κοινωνία βρέθηκε απροετοίμαστη – καθώς και τους φόβους των ανθρώπων για τα πιθανά αποτελέσματα μίας παγκόσμιας φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

Ως «εχθροί του λαού» (συστατικό εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε λαϊκιστική πολιτική ρητορεία) ορίστηκαν οι εταίροι και δανειστές και οι «ντόπιοι εκπρόσωποί τους», το μνημόνιο (και όσοι εξέφρασαν υποστηρικτικές απόψεις για την αναγκαιότητά του), τα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», κλπ.

Αυτό που, εν τέλει, διέψευσε de facto τα αφηγήματα του λαϊκισμού αυτού ήταν ο αναπόφευκτος συστημικός μετασχηματισμός των «αντισυστημικών» πολιτικών δυνάμεων, όταν αυτές κατέλαβαν την εξουσία...

Λαϊκισμός και «πολιτική ορθότητα»

Το δόγμα της πολιτικής ορθότητας (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε αυτό σε προηγούμενο κείμενο) έχει ακαδημαϊκές αφετηρίες, καθώς «άνθισε» μέσα στην πανεπιστημιακή κοινότητα των ΗΠΑ και από εκεί εξαπλώθηκε αποκτώντας παγκόσμια ισχύ. Ως τέτοιο, το δόγμα αυτό θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί αντι-λαϊκιστικό (θυμίζουμε ότι φανατικά πολέμιός του υπήρξε ανέκαθεν ο Ντόναλντ Τραμπ).

Εν τούτοις, και από την ίδια την πολιτική ορθότητα δεν απουσιάζουν κάποια λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, ο εύκολος στιγματισμός όσων παραβιάζουν τις ολοένα και πιο ασφυκτικές γραμμές που ορίζει το δόγμα, με επιστράτευση στερεότυπων (συχνά ακραίων) χαρακτηρισμών, αποτελεί στοιχείο υπεραπλουστευμένης, επιφανειακής και μεροληπτικής αξιολόγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έτσι, π.χ., κάποιος χαρακτηρίζεται ως «ξενοφοβικός» (ή, ακόμα χειρότερα, «ρατσιστής») αν διατυπώσει οποιονδήποτε προβληματισμό πάνω στο ζήτημα της μετανάστευσης. Όμοια, κάποιος είναι «σεξιστής» αν σχολιάσει μία αντικειμενικά άκομψη συμπεριφορά ενός ατόμου με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες. Και είναι φανερό ότι οι αντιδράσεις αυτές πηγάζουν μάλλον από το θυμικό, παρά από την νηφάλια αντικειμενικότητα των κριτών.

Εμφανή είναι εδώ τα μανιχαϊστικά χαρακτηριστικά του δόγματος. Εκείνος που το παραβιάζει είναι εξ ορισμού «κακός». Είναι ο «εχθρός» που απειλεί όσους το δόγμα είναι (ορθώς, καταρχήν) ταγμένο να υπερασπίζεται.

Έτσι, στις ακραίες, τουλάχιστον, εκφάνσεις της πολιτικής ορθότητας, ο ακαδημαϊκός αντι-λαϊκισμός τείνει να αποκτά σημειολογική συνάφεια με τον διανοητικό και ιδεολογικό αντίποδά του. Κάτι σαν την τοπολογική ταύτιση αντίθετων άκρων που συναντούμε στα ανώτερα μαθηματικά!

Η ευθύνη της κοινωνίας

Ο λαϊκισμός είναι μία πολιτική παθογένεια της Δημοκρατίας και ένα μέσο χειραγώγησης και ελέγχου των μαζών στον Ολοκληρωτισμό. Λέγεται όμως, και σωστά, ότι «το ταγκό θέλει δύο». Τούτο σημαίνει, εν προκειμένω, ότι λαϊκισμός δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν κοινωνίες δεκτικές στις μεθοδεύσεις του. Κι αυτό που τις κάνει δεκτικές και αποτελεί την πύλη εισόδου του μικροβίου του λαϊκισμού, είναι η ευπάθειά τους στα κηρύγματα μίσους των επιτήδειων της πολιτικής, ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων. Το αποτελεσματικότερο αντίδοτο ενάντια στο νοσηρό αυτό φαινόμενο είναι, ασφαλώς, η σωστή ενημέρωση των πολιτών (αποφεύγω να πω «καθοδήγηση», γιατί ο όρος είναι εν δυνάμει παρεξηγήσιμος).

Πέραν, όμως, από τον αδιαμφισβήτητα σημαντικό ρόλο των ποικίλων μέσων ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, απαιτείται οι ίδιες οι κοινωνίες να ωριμάσουν και να αποβάλουν τις όποιες βολικές κι ευχάριστες ψευδαισθήσεις. Μαγικές συνταγές και εύκολες λύσεις σε περίπλοκα κοινωνικά ή εθνικά ζητήματα δεν υπάρχουν, και όποιοι τις ευαγγελίζονται απλά επιχειρούν να παραπλανήσουν τους πολίτες. Με κίνητρα, ασφαλώς, ιδιοτελή, και με προθέσεις συχνά επικίνδυνες...

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2020

Μερικά ερωτήματα για τους "επαναστάτες" της μάσκας

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Από ανάρτηση παλιού μαθητή μου στο Facebook, είδα πρόσφατα ένα video με απόσπασμα από δελτίο ειδήσεων μεγάλου καναλιού, το οποίο (δελτίο) παρουσιάζει γνωστός δημοσιογράφος της τηλεόρασης. Σε αυτό εμφανιζόταν κάποιος γιατρός ο οποίος, με μάλλον επαναστατικό ύφος, επιχείρησε να αποδομήσει το "παραμύθι για τη χρήση της μάσκας" - ή κάπως έτσι, με βάση το ενθουσιώδες εισαγωγικό σχόλιο του μαθητή μου.

Από όσα ανέφερε ο γιατρός, δύο πράγματα σημείωσα ιδιαίτερα:

- Μάσκες δεν πρέπει να φορούν οι υγιείς αλλά μόνο όσοι νοσούν.

- Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φορούν μάσκα τα μικρά παιδιά.

Ας πάμε στο πρώτο ζήτημα. Είναι φανερό ότι υπάρχει κάποια σύγχυση ανάμεσα στις έννοιες "υγιής" (με την σημασία, εν προκειμένω, ότι δεν έχει μολυνθεί από τον ιό) και "ασυμπτωματικός". Πώς γνωρίζει κάποιος με βεβαιότητα ότι είναι "υγιής" αν πρώτα δεν κάνει το σχετικό τεστ; Όμως, κανείς δεν μπαίνει αφ' εαυτού του στην διαδικασία του τεστ αν δεν έχει εμφανίσει κάποια ύποπτα συμπτώματα. Έτσι, είναι πιθανό κάποιος να έχει μολυνθεί αλλά, στην απουσία συμπτωμάτων, να μην το γνωρίζει. Κι αυτός, με τη σειρά του, μπορεί να μολύνει άλλα άτομα, μεταξύ αυτών και κάποια ανήκοντα σε ευπαθείς ομάδες. Με αποτέλεσμα δυνητικά μοιραίο για εκείνα...

Τα παιδιά, δυστυχώς, δεν εξαιρούνται από τους πιο πάνω προβληματισμούς. Αντίθετα, σχετίζονται ακόμα περισσότερο με αυτούς! Καταρχάς, ένα παιδί που έχει μολυνθεί έχει ακόμα περισσότερες πιθανότητες να είναι ασυμπτωματικό, σε σχέση με έναν ενήλικο. Επίσης, λόγω την μεγάλης αλληλεπιδραστικής κινητικότητάς τους, τα παιδιά έχουν αυξημένες δυνατότητες μετάδοσης του ιού σε χώρους όπου συνυπάρχουν. Και, φυσικά, γυρνώντας στο σπίτι το παιδί θα έρθει σε επαφή με ενήλικα άτομα, κάποια εκ των οποίων ίσως ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται...

Σε ό,τι αφορά, τώρα, την θεωρία ότι "η μάσκα δεν προστατεύει τους πράγματι υγιείς" από πιθανή μόλυνση, δεν μπορώ να έχω άποψη αφού δεν διαθέτω τις απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις. Αυτή είναι μία ιδέα που διακινήθηκε κατά τις αρχικές φάσεις της πανδημίας (ακόμα και από τον ίδιο τον Σωτήρη Τσιόδρα). Αργότερα έσκασε το μυστικό: Αφού οι πολίτες βρίσκονταν τότε δια νόμου έγκλειστοι στα σπίτια τους, δεν υπήρχε σοβαρός λόγος να στερούν από την αγορά τις λιγοστές μάσκες που ήταν διαθέσιμες κι απόλυτα αναγκαίες για την προστασία του νοσηλευτικού προσωπικού. Αργότερα, όταν οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους και η αγορά πλημμύρισε από μάσκες, η ιατρική άποψη για την προστασία που προσφέρει η μάσκα σε υγιείς, "αναθεωρήθηκε"...

Τελειώνοντας, καλό θα ήταν οι επιστήμονες, και δη οι γιατροί, να απευθύνονται στο κοινό με νηφαλιότητα και όχι με επαναστατική οργή. Ας αφήσουν το σχετικό ύφος στους πολιτικούς! Όσο για τους παλιούς μαθητές μου, ιδιαίτερα εκείνους που έχουν παιδιά, ας μην "τσιμπούν" εύκολα σε στομφώδεις μειοψηφικές ρητορείες. Τουλάχιστον, ας συζητήσουν πρώτα με τον οικογενειακό γιατρό ή τον παιδίατρό τους.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Μερικές σκέψεις για την αξιολόγηση


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Πήγαινα τακτικά για φαγητό στο σπίτι του θείου μου. Ένα μεσημέρι κατέφθασε αγχωμένη η εξαδέλφη μου ρωτώντας τον πατέρα της για κάποιες αντικειμενικές αξίες ακινήτων που έπρεπε να συμπληρώσει σε ένα έντυπο. Θέλοντας να την πειράξω (βρήκα την ώρα!) της είπα ότι το φραστικό σχήμα «αντικειμενική αξία» είναι οξύμωρο, αφού η έννοια «αξία» αναφέρεται σε κάτι εντελώς υποκειμενικό (ό,τι συνιστά αξία για κάποιον δεν αποτελεί, απαραίτητα, αξία για κάποιον άλλον). Για να εισπράξω την – μάλλον αναμενόμενη – οργισμένη αντίδρασή της: «Εμείς τώρα καιγόμαστε, κι εσύ έχεις όρεξη για φιλοσοφίες!»

Και όμως... Πίσω από τον άκαιρο αστεϊσμό βρισκόταν μία οικουμενική αλήθεια: πως η αξία κάθε πράγματος συναρτάται τόσο με τις ανάγκες, όσο και με τις αρχές εκείνου που την αποτιμά. Συνεπώς, «αντικειμενική αξία» σημαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, μία αξία την οποία αποδέχεται ένα πεπερασμένο σύνολο ανθρώπων (όπως μία δεδομένη κοινωνία) με κοινά συμφωνημένες προτεραιότητες και αρχές.

Γενικά μιλώντας, αξιολόγηση είναι ο προσδιορισμός της αξίας ενός πράγματος με βάση καθορισμένα κριτήρια. Όταν αναφερόμαστε, ειδικότερα, σε αξιολόγηση δημόσιων λειτουργών εννοούμε την αποτίμηση του δυναμικού τους (τα λεγόμενα «προσόντα» τους), της αποδοτικότητάς τους και της συνέπειάς τους στην άσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί από την πολιτεία. Εδώ τίθενται δύο σημαντικά ζητήματα:

1. Υπάρχει κοινωνικό consensus για τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών;

2. Εφαρμόζονται στην πράξη τα θεσπισμένα κριτήρια, ή προτάσσονται άλλα προς εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων (πολιτικών, συνδικαλιστικών, ή και στενά υπηρεσιακών);

Σε μία δημοκρατική κοινωνία, η συζήτηση για τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης δεν μπορεί να αποκλείει εκείνους που πρόκειται να κριθούν. Και αυτοί οι ίδιοι, όμως, θα κληθούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους πάνω σε μία καθορισμένη βάση κριτηρίων, κατά περίπτωση.

Για παράδειγμα, πόση βαρύτητα θα έχουν οι σπουδές και τα πτυχία για ένα συγκεκριμένο δημόσιο λειτούργημα; Πώς ακριβώς θα προσδιορίζεται η αποδοτικότητα στο πλαίσιο μίας ομαδικής εργασίας; Είναι πιο σημαντικός ένας καθηγητής του οποίου δέκα μαθητές πέρασαν στο πανεπιστήμιο, από έναν εκπαιδευτικό που, με προσωπική κατάθεση χρόνου και συναίσθηση παιδαγωγικής ευθύνης, κατόρθωσε να ξαναδώσει νόημα και σκοπό ζωής σε ένα παιδί με αυτοκαταστροφικές ή παραβατικές τάσεις; Μετράει περισσότερο ένας υπάλληλος που, κλεισμένος σε ένα ήσυχο γραφείο του τελευταίου ορόφου, διεκπεραιώνει επιτυχώς εκατό υποθέσεις την ημέρα, σε σχέση με έναν (τυπικά ομοιόβαθμο) υπάλληλο του ισογείου ο οποίος, φτάνοντας ως τις εσχατιές των φυσικών και ψυχικών του αντοχών, καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά τις (συχνά οργισμένες και απρεπείς) διαμαρτυρίες των πολιτών για τις δυσλειτουργίες του συστήματος;

Τώρα, αυτή καθαυτήν η εφαρμογή στην πράξη των συμφωνημένων κριτηρίων αξιολόγησης είναι μία διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική υπόθεση. Σε ένα απόλυτα αξιοκρατικό σύστημα διαχείρισης των κοινών, δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης. Πόσο αξιοκρατικό, όμως, είναι το δικό μας σύστημα δημόσιας διοίκησης και δημόσιας εκπαίδευσης; Θα είναι απόλυτα στεγανοποιημένη η αξιολόγηση από πολιτικές και συνδικαλιστικές επιρροές; Θα υπάρχει υπερκομματικός φορέας ελέγχου του τρόπου εφαρμογής της αξιολόγησης; Αν ναι, πώς θα καθορίζεται θεσμικά η συγκρότησή του και πώς θα διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία του;

Με βάση την ως τώρα εμπειρία μας για τον τρόπο που λειτουργεί, γενικά, ο δημόσιος τομέας σε αυτή τη χώρα, κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα είναι, δυστυχώς, ρητορικά. Δεν χρήζουν απαντήσεων αλλά απαιτούν σημαντική αλλαγή νοοτροπίας εκ μέρους κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Πριν μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον είμαστε ώριμοι - ως λαός και πολιτεία - να την εφαρμόσουμε έμπρακτα...

Κλείνουμε με μία επισήμανση που θεωρούμε σημαντική και η οποία θα έπρεπε να είναι (μα δεν είναι πάντοτε) αυτονόητη. Η αξιολόγηση στοχεύει αποκλειστικά στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος στον πολίτη. Με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να αποτελεί μέσο κοινωνικής και πολιτικής εκδίκησης για υποτιθέμενους «τεμπέληδες και άχρηστους προνομιούχους», όπως με αήθη, άδικο και κοινωνικά ρατσιστικό τρόπο χαρακτηρίζονται από μερικούς οι δημόσιοι λειτουργοί στο σύνολό τους.

Στον βαθμό που καταστεί εφικτή η διασφάλιση απόλυτης αντικειμενικότητας στη βάση κοινά συμφωνημένων κριτηρίων και αρχών, η αξιολόγηση θα είναι, πιστεύουμε, καλοδεχούμενη από το σύνολο των δημόσιων λειτουργών (κάποιες εξαιρέσεις, βέβαια, πάντοτε θα υπάρχουν). Ισοπεδωτικές γενικεύσεις και συλλήβδην δαιμονοποιήσεις, όμως, ελάχιστα συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ακόμα περισσότερο όταν υπαγορεύονται από παγιωμένες προκαταλήψεις και ιδιοτελείς (πολιτικές ή άλλες) σκοπιμότητες...

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Παραγωγοί και «καθηγητάδες» στο Τρίτο Πρόγραμμα


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Αν και έχουν περάσει κάτι... αιώνες από τότε, θυμάμαι έντονα ένα course μουσικής ανάλυσης που είχα πάρει στο αμερικανικό πανεπιστήμιο όπου έκανα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου στη Φυσική. Καθώς την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμα το CD, ο καθηγητής είχε πάντα στην αίθουσα ένα μικρό ηλεκτρικό πικάπ και τους δίσκους που θα χρειαζόταν για το μάθημα της ημέρας. Έχω ακόμα στο μυαλό μου την απογοήτευση που ένιωσα κάποια φορά, όταν ο δίσκος σταμάτησε ξαφνικά να παίζει τη στιγμή ακριβώς που είχα απορροφηθεί απόλυτα από τους μαγικούς ήχους μιας συμφωνίας του Μπραμς. Όμως, δεν γινόταν αλλιώς. Ο λόγος για τον οποίο ο σεβάσμιος κύριος Νόργκρεν έβαζε Μπραμς στην τάξη δεν ήταν να απολαύσουμε το μεγαλείο των ήχων αλλά να αναλύσουμε τη φόρμα και να συζητήσουμε την ανάπτυξη των μουσικών θεμάτων. Κι αυτό απαιτούσε αποσπασματική ακρόαση με κάμποσες ενδιάμεσες διακοπές...

Έχω τη βάσιμη υποψία ότι ένας–δύο παραγωγοί προγράμματος εκεί στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας έχουν ως ανεκπλήρωτο όνειρο και κρυφό απωθημένο να διδάξουν μουσικολογία για προχωρημένους σπουδαστές σε κάποιο πανεπιστήμιο. Αυτό, τουλάχιστον, υποδηλώνει το ύφος των εκπομπών τους, οι οποίες μοιάζουν να απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε ένα κοινό που ήδη κατέχει τα βαθιά μυστικά της μουσικής, και πολύ λιγότερο σε ένα κοινό που δεν τα γνωρίζει μα διψά να μάθει κάτι περισσότερο γι’ αυτή την τέχνη.

Οι εν λόγω παραγωγοί δείχνουν να σνομπάρουν την ιδέα ότι ο μέσος ακροατής του «Τρίτου» επιζητά, πάνω απ’ όλα, την απόλαυση της μουσικής και δεν συντονίζεται στον σταθμό προσδοκώντας να παρακολουθήσει ένα αφ’ υψηλού μάθημα μουσικής ανάλυσης για ειδικούς. Και μάλιστα, με χρήση ακατάληπτων – για εκείνον – τεχνικών όρων που ουδέποτε επεξηγούνται.

Έτσι, οι παραγωγοί αυτοί εφαρμόζουν την ενοχλητική, για τον ακροατή, πρακτική να διακόπτουν τη ροή ενός μουσικού έργου για να παρεμβάλουν τεχνικά σχόλια (συχνά διανθισμένα με φιλολογίζουσες μεγαλοστομίες που προδίδουν ραδιοφωνικό ναρκισσισμό), καταστρέφοντας με τον τρόπο αυτό την ψυχολογική συνέχεια που επιθυμεί να επιτύχει ο συνθέτης.

Είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη (προσωπικά, θα έλεγα αναγκαία) η ύπαρξη συνοδευτικών σχολίων για κάθε μουσικό έργο που παρουσιάζεται στο «Τρίτο». Οι σχολιασμοί, όμως, οσοδήποτε τεχνικοί, καλό είναι να παρατίθενται συνολικά πριν από την έναρξη της ακρόασης. Μετά, το έργο θα πρέπει να παραδίδεται ενιαίο και αδιάσπαστο στον ακροατή για να το απολαύσει μέσα στη φυσική του συνέχεια. Γιατί, η τεχνική υπάρχει για να υπηρετεί την Τέχνη. Σκοπός της Τέχνης, όμως, δεν είναι απλά και μόνο να δικαιώνει την ύπαρξη της τεχνικής!

Πριν κλείσω τούτο το σημείωμα, και εν είδει κοντράστ στις παραπάνω θέσεις, θα ήθελα να αναφέρω μερικούς παραγωγούς προγράμματος στο «Τρίτο» τους οποίους εκτιμώ ιδιαίτερα:

– Τον Μάρκο Μωυσίδη, που η κατανυκτική χροιά της εκφοράς του λόγου του αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την καλλιτεχνική αξία των μουσικών επιλογών του...

– Την Κάτια Καλλιτσουνάκη, μέσα από τις εκπομπές της οποίας γνωρίσαμε και αγαπήσαμε συνθέτες που δεν είχαμε καν ακουστά...

– Την Τζουλιέτα Καρόρη, που αποδεικνύει σε κάθε της εκπομπή ότι ο λεγόμενος «σκοτεινός Μεσαίωνας» δεν ήταν, τελικά, και τόσο σκοτεινός...

– Τον Μπάμπη Καβροχωριανό, που, χωρίς να φιλολογίζει, μας ξεναγεί στις ωραιότερες σελίδες της μουσικής φιλολογίας...

– Τον Γιάννη Φίλια, που με τις λόγιες και πρωτότυπες αναλύσεις του οδηγεί τον ακροατή σε καινούργια σαγηνευτικά μονοπάτια της όπερας...

– Τον υπέροχο Δαυίδ Ναχμία, που κατορθώνει με τρόπο μοναδικό να αναδείξει την ανθρώπινη διάσταση των «ιερών τεράτων» της Τέχνης και της διανόησης στη χώρα μας...

(Θα μπορούσα να περιλάβω στη λίστα και τον Ιλάν, αν το Τρίτο Πρόγραμμα είχε επιδείξει την στοιχειώδη σωφροσύνη να τον κρατήσει στις τάξεις του.)

Όμως, υπάρχουν εξαιρετικοί παραγωγοί προγράμματος κλασικής μουσικής και εκτός «Τρίτου». Ξεχωρίζω ανάμεσά τους την Λίλλυ Καρατζαφέρη με τις «Παρτιτούρες» της στον «Αθήνα 9.84». Θαρρείς ότι παίρνει τον ακροατή από το χέρι για να του δείξει την ομορφιά της μουσικής. Έτσι απλά!

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Μια απάντηση στον Γιάννη (Αντετοκούνμπο)...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Αγαπητέ Γιάννη,

Διάβασα πρόσφατα τα όσα ανέφερες για τη χώρα σου σε αμερικανικό μέσο ενημέρωσης. Και δεν θα τα είχα πάρει είδηση αν δεν τα καθιστούσε γνωστά (σε εμένα, τουλάχιστον) ο θόρυβος που προκάλεσε μία κατάπτυστη, ακραία υβριστική και απόλυτα ρατσιστική ανάρτηση κάποιου ανάξιου Έλληνα «πανεπιστημιακού» με θεσμικό, μάλιστα, ρόλο στην ελληνική πολιτεία. Τον «κύριο» αυτό τον τακτοποίησε όπως του έπρεπε η αρμόδια υπουργός, και δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ περαιτέρω μαζί του. Δεν μπορώ, όμως, να προσπεράσω έτσι εύκολα τις δικές σου θέσεις...

Μεταφέρω εδώ τις δηλώσεις σου, όπως τις διάβασα:

«Η πρώτη φορά που είδα μαύρο άνδρα να οδηγεί αυτοκίνητο, ήταν στις ΗΠΑ. Ήμουν σοκαρισμένος, αναρωτιόμουν τι συμβαίνει εδώ. Με έκανε να αναρωτιέμαι αν η χώρα μου δίνει αρκετές ευκαιρίες σε όσους δεν είναι από εκεί, άρχισα να το σκέφτομαι αυτό. Η Ελλάδα είναι μια χώρα λευκών, μπορεί να γίνει δύσκολη η ζωή κάποιου με το χρώμα του δικού μου δέρματος. Πηγαίνεις σε πολλές γειτονιές και αντιμετωπίζεις αρκετή αρνητικότητα, ρατσισμό. Οι γονείς μου έκαναν τρομερή δουλειά, πάλευαν για εμάς σε καθημερινή βάση. Μας παρείχαν όσα χρειαζόμασταν σαν οικογένεια ακόμη κι αν έπρεπε να πουλήσουν πράγματα στους δρόμους. Η φτώχεια μπορεί να σε ωθήσει στα όριά σου. Δεν είναι διασκεδαστικά, όμως στο τέλος της ημέρας πρέπει να το αποδεχθείς και αυτό κάναμε ως οικογένεια. Είχαμε ο ένας τον άλλο, κάναμε αυτό που έπρεπε. 

Οι γονείς μου ήταν παράνομοι, δεν μπορούσαμε να βγάλουμε ένα διαβατήριο ή μια ελληνική ταυτότητα. Όταν είσαι παράνομος στην Ελλάδα, ξέρεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθείς. Ό,τι κι αν έκαναν οι γονείς μου, το έκαναν πολύ προσεκτικά. Όταν είσαι παράνομος δεν θέλεις να περπατάς στον δρόμο, η Αστυνομία μπορεί να σε σταματήσει και να σε στείλει πίσω στη χώρα σου, μπορεί να μην ξαναδείς ποτέ τα παιδιά σου. Αν γύριζα από το σχολείο και δεν έβρισκα τη μητέρα μου, το μυαλό μου έτρεχε. Σκεφτόμουν πού βρισκόταν, αναρωτιόμουν αν ήταν καλά εκείνη και ο πατέρας μου. Πολλές φορές σκέφτηκα ότι θα απελαθούν οι γονείς μου, ευτυχώς αυτή η μέρα δεν ήρθε ποτέ. Σαν οικογένεια βάλαμε τους εαυτούς μας γύρω από ανθρώπους θετικούς, όπως ο ιδιοκτήτης ενός καφέ, ο κύριος Γιάννης. Ήταν δύσκολο και πάντα θα είναι δύσκολο να είσαι μαύρος σε μια χώρα λευκών, έρχονται στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν είσαι αυτός που πραγματικά είσαι. Εγώ γεννήθηκα στην Ελλάδα, δεν έχω πάει ποτέ στη Νιγηρία, πήγα σε ελληνικό σχολείο με τους φίλους μου, η Ελλάδα είναι όσα γνωρίζω. Δεν βγήκα ποτέ από εκείνη μέχρι τα 18 μου.»

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:

1. Αν γνωρίζεις κάποιον νόμο που να απαγορεύει σε μαύρο άνδρα να οδηγεί αυτοκίνητο στην Ελλάδα, σε παρακαλώ διαφώτισέ με. Προσωπικά, και σε αντίθεση με εσένα, έχω δει πολλούς τέτοιους οδηγούς (να υποθέσω ότι οδηγούσαν παράνομα;). Όσο για τους μαύρους άνδρες που βλέπεις «σοκαρισμένος» να οδηγούν το αυτοκίνητό τους στις ΗΠΑ, μη σου κάνει εντύπωση: πρόκειται απλά για νόμιμους Αμερικανούς πολίτες που έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ευκαιρίες με όλους τους άλλους πολίτες. Αν δεν σου κάνει κόπο, όμως, κάνε μία έρευνα πόσοι από τους παράνομους μετανάστες (π.χ., από το Μεξικό) απολαμβάνουν τα δικαιώματα αυτά. Ή μάλλον, πόσοι απολαμβάνουν τα δικαιώματα των παρανόμων μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα (των μαύρων μη εξαιρουμένων, φυσικά).

2. Αν πιστεύεις ότι η χώρα σου «δεν δίνει αρκετές ευκαιρίες σε όσους δεν είναι από εκεί», θα σου πρότεινα να πας μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας και να μετρήσεις τις επιχειρήσεις μεταναστών σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων. Μπορείς, βέβαια, αν δεν βαριέσαι, να επεκτείνεις την έρευνά σου και στην επαρχία. Όμως, υπάρχει εδώ μία σημαντική υποσημείωση: οι ευκαιρίες δίνονται σε εκείνους που σέβονται τους νόμους της χώρας και όχι σε αυτούς που (όπως ο ίδιος παραδέχεσαι) παρανομούν. Και, επειδή δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, σου το ξαναλέω: το ίδιο ισχύει ακόμα περισσότερο στη χώρα που τώρα σε φιλοξενεί και στην οποία διαπρέπεις. Ρώτησε και θα σου πουν...

3. Ρατσισμός σημαίνει να υποτιμάς κάποιον με βάση το χρώμα του. Ακόμα και αν αυτό είναι το λευκό! Το να συκοφαντείς, λοιπόν, μία χώρα ολόκληρη (πλην κυρίου Γιάννη, ιδιοκτήτη καφέ) ως «ρατσιστική», με κύριο επιχείρημα ότι είναι «χώρα λευκών», δεν απέχει πολύ από τον ρατσισμό που καταγγέλλεις. Και, για να έχουμε καλό ρώτημα, πώς ακριβώς βίωσες εσύ τον ρατσισμό; Απ’ όσο γνωρίζω, ο τόπος αυτός σου πρόσφερε μόρφωση, κι εδώ αναδείχθηκε η αξία σου πριν η φήμη σου περάσει τα σύνορα. Και σήμερα είσαι το ίνδαλμα χιλιάδων νέων παιδιών που ονειρεύονται μια μέρα να σου μοιάσουν. Λες να είναι κι αυτά οι εκκολαπτόμενοι «ρατσιστές» του μέλλοντος; Ας σοβαρευτούμε...

4. Δεν γνώριζα ότι αποκλειστικά και μόνο στις «ρατσιστικές» χώρες οι παράνομοι μετανάστες δεν δικαιούνται διαβατηρίου και αστυνομικής ταυτότητας, ενώ «ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθούν». (Μεταξύ μας, ξέρεις πολλούς μετανάστες που έχουν απελαθεί από την Ελλάδα;) Αν θέλεις, ρώτησε ποιοι σχετικοί νόμοι ισχύουν στις «αντιρατσιστικές» ΗΠΑ. Εκεί όπου και οι μαύροι μπορούν να οδηγούν αυτοκίνητο, όπως λες...

Και τώρα, Γιάννη, επίτρεψέ μου να σου πω μερικά πράγματα σχετικά με αυτό που εσύ αντιλήφθηκες ως «ρατσισμό» στην Ελλάδα. Από την αρχαιότητα ακόμα, οι Έλληνες υπήρξαν φιλόξενος λαός (έχεις ακούσει τον όρο «Ξένιος Ζευς»;). Ο μετανάστης ήταν πάντα καλοδεχούμενος, και οι ντόπιοι ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί του το λιγοστό ψωμί τους. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, όμως, συντελέστηκε μία δραματική αλλαγή στη σχέση του Έλληνα με τους μετανάστες. Τούτο οφείλεται στο ότι, μαζί με τους ανθρώπους που ήρθαν στη χώρα για να αναζητήσουν με τρόπους τίμιους μία καλύτερη ζωή, εισέβαλαν και τυχοδιωκτικά στοιχεία που, σε μεγάλο μέρος τους, ήταν αδίστακτοι κακοποιοί. Σχεδόν καθημερινά ακούγαμε (και, δυστυχώς, ακούμε ακόμα) για φρικιαστικά εγκλήματα, συχνά με θύματα ανήμπορους ηλικιωμένους. Στο κέντρο της πόλης τα ναρκωτικά πουλιούνται κι αγοράζονται ελεύθερα, ενώ αντίπαλες συμμορίες σφάζονται (κυριολεκτικά) στη μέση του δρόμου για το ποια θα έχει τον πρώτο λόγο στην «αγορά». Σε πολλές γειτονιές της Αθήνας οι κάτοικοι έφτασαν να φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους!

Όταν με τόση ευκολία λες ότι «σε πολλές γειτονιές αντιμετωπίζεις αρνητικότητα και ρατσισμό», αυτό που στην πραγματικότητα εννοείς είναι ότι σε πολλές γειτονιές – κατά κανόνα τις πιο φτωχικές – οι άνθρωποι ζουν μέσα στο φόβο. Και ο φόβος είναι θέμα αυτοσυντήρησης, όχι ρατσισμού!

Και θα σου πω και κάτι που μπορεί να μη σου αρέσει, Γιάννη. Τον αληθινό ρατσισμό δεν τον έζησες εσύ, τον βιώνουν άνθρωποι ανήμποροι κι απροστάτευτοι από την πολιτεία, που κακοποιούνται άγρια ή και δολοφονούνται για λίγα μόλις ευρώ. Λες και η ίδια η ανημπόρια τους – κυρίως λόγω προχωρημένης ηλικίας – τους καθιστά άξιους να αφανιστούν! Κι αν έφτασαν οι άνθρωποι της γειτονιάς να φοβούνται, πια, όλους τους μετανάστες, ας μην το χρεώνουμε αποκλειστικά στους πρώτους. Όταν οι όροι της φιλοξενίας παραβιάζονται, εκείνοι που το διαπράττουν δεν λέγονται πλέον φιλοξενούμενοι αλλά εισβολείς!

Τελειώνοντας, στην Αμερική έγινες δημοφιλής με το αγωνιστικό παρατσούκλι “Greek Freak”. Θα σου πρότεινα να ζητήσεις να αφαιρεθεί το “Greek” (αφήνοντας μόνο του το “Freak”) αν όντως πιστεύεις ότι η χώρα σου, την οποία δυσφημείς αντί να διαφημίζεις στο εξωτερικό, είναι χώρα ρατσιστών. Στο κάτω-κάτω, δεν σε τιμά να δηλώνεις καταγωγή από μια τέτοια χώρα!

Σε διαφορετική περίπτωση, ανακάλεσε άμεσα όλα όσα δήλωσες στην περιβόητη συνέντευξη. Πες ότι ήταν απλά ένα καπρίτσιο της στιγμής, από εκείνα που εύκολα συγχωρούνται στους σταρ. Και τότε όλα τα ξεχνούμε, αν θες.

Αλλιώς, δικαιούμαστε να δηλώνουμε πολύ, πάρα πολύ απογοητευμένοι από σένα...

Ειλικρινά,
Κώστας από την Αθήνα

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

Θα γυρίσουμε την πλάτη στους ανθρώπους της αθηναϊκής γειτονιάς;


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Θόρυβος πολύς ξέσπασε πρόσφατα όταν Έλληνας βουλευτής παρευρέθη σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Πλατεία Βικτωρίας, με αντικείμενο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι της περιοχής από την ανεξέλεγκτη «μετανάστευση» και την διαγραφόμενη πολιτισμική αλλοίωση του κέντρου της πόλης. Ο λόγος του θορύβου ήταν ότι στη συγκέντρωση παρέστη (για τους δικούς του σκοπούς) και γνωστό μέλος νεοναζιστικής οργάνωσης...

Θα επιχειρήσουμε να σχολιάσουμε το ζήτημα στην ουσία του, μακριά από τις πάγιες ιδεοληψίες και τους πολιτικούς καιροσκοπισμούς της λεγόμενης «ανανεωτικής αριστεράς» (η οποία, παρεμπιπτόντως, την αγάπη για τη χώρα και τον πολιτισμό της θεωρεί ως ένδειξη υφέρποντος ρατσισμού).

Τίθεται καταρχάς ένα βασικό ερώτημα: Θεωρούμε ή όχι ως υπαρκτό το πρόβλημα για το οποίο διαμαρτύρονται οι κάτοικοι; Αν υποτεθεί πως όχι, τότε δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης και κακώς έλαβε χώρα η συγκέντρωση.

Δυστυχώς, όμως, το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Οι άνθρωποι στις μη-προνομιακές συνοικίες του κέντρου της πόλης ζουν μέσα σε διαρκή φόβο, έχοντας καθημερινά να αντιμετωπίσουν μορφές σκληρής παραβατικότητας όπως ληστείες (συχνά ιδιαίτερα βίαιες, έως και δολοφονικές, με θύματα κυρίως ηλικιωμένους), ανοιχτή διακίνηση και δημόσια χρήση ναρκωτικών, μαχαιρώματα στη μέση του δρόμου μεταξύ αντίπαλων συμμοριών, κτλ. Και δεν νομίζουμε πως υπερβάλλουν οι κάτοικοι όταν ομολογούν ότι φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους!

Πέραν τούτου, θεωρούμε θεμιτές τις ανησυχίες που υφίστανται για την βαθμιαία πολιτισμική αλλοίωση του κέντρου της πόλης ως συνέπεια της υπέρμετρα αγιοποιημένης, και de facto (δηλαδή, παράνομα) επιβεβλημένης, «πολυπολιτισμικότητας»...

Ας δούμε τώρα το θέμα που προκάλεσε αντιδράσεις. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η ταυτόχρονη παρουσία νεοφασιστών και δημοκρατικών πολιτών ουδόλως συνεπάγεται ιδεολογική ταύτιση, αφού τα κίνητρα των δύο πλευρών είναι εντελώς διαφορετικά:

– Οι νεοναζί, εμφορούμενοι από ρατσιστικές ιδέες, θεωρούν αποβλητέο οτιδήποτε δεν ανήκει στην «ευγενή» και «ανώτερη» ελληνική ράτσα, ανεξάρτητα από χαρακτήρα και κοινωνική συμπεριφορά.

– Οι δημοκρατικοί πολίτες, από τη μεριά τους, ενίστανται στην παρουσία αλλοδαπών στο βαθμό και μόνο που αυτοί είτε επιδίδονται σε πράξεις βίας και παρανομίας εις βάρος των κατοίκων, είτε εμφανίζουν τάσεις επιβολής πολιτισμικών χαρακτηριστικών που αντίκεινται στις παραδόσεις και τις εν γένει αξίες της ελληνικής κοινωνίας. (Η πρόοδος, που έδωσε μάχη για την ισότητα των φύλων και τα δικαιώματα της γυναίκας, έρχεται τώρα ως «πρόοδος» – με μπόλικα εισαγωγικά – να υπερασπιστεί τον πολιτισμό που αμφισβητεί στη γυναίκα την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση! Η πιο ελεεινή μορφή υποκρισίας στην υπηρεσία της πολιτικής...)

Κάποιοι από τον χώρο της Αριστεράς διατύπωσαν την άποψη ότι ο δημοκρατικός βουλευτής θα έπρεπε να είχε αποχωρήσει αμέσως όταν διαπίστωσε την παρουσία του εκπροσώπου των νεοναζί στη συγκέντρωση. Αυτό θα ήταν τεράστιο λάθος, για τους εξής λόγους:

1. Με την αποχώρηση η Δημοκρατία θα είχε προσφέρει μία σημαντική συμβολική νίκη στον Φασισμό, αφού θα του έδινε το δικαίωμα να την εκτοπίσει και να την εκδιώξει από ένα κοινωνικό πεδίο, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα φοβικά σύνδρομα απέναντί του.

2. Θα έδινε στους νεοναζί το πολύτιμο γι’ αυτούς προνόμιο να μονοπωλήσουν τον ρόλο του «προστάτη» των ανθρώπων της γειτονιάς, κερδίζοντας έτσι πολιτική δυναμική εις βάρος ενός δημοκρατικού συστήματος που θα φαινόταν να εγκαταλείπει τους κατοίκους της πόλης στην τύχη τους, κωφεύοντας στις εκκλήσεις τους για βοήθεια (ή, έστω, κατανόηση στα προβλήματά τους).

Με την ίδια λογική, εξ άλλου, η κυβέρνηση που έφερε προς ψήφιση στη Βουλή το δημοψήφισμα του 2015 θα έπρεπε να είχε αρνηθεί να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία εφόσον παρίστατο σε αυτήν το κόμμα των νεοναζί, έστω και αν το κόμμα αυτό επρόκειτο να υπερψηφίσει την κυβερνητική πρόταση. Γιατί, πολιτικό ήθος αλά καρτ απλά δεν υπάρχει!

Σε κείμενο του 2019 στο «Βήμα» είχαμε αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Όσο και αν μεμφόμαστε τον άνθρωπο της γειτονιάς που με την ψήφο του συνέβαλε στην κοινοβουλευτική «κανονικοποίηση» των νεοφασιστών, θα πρέπει να αναλογιστούμε κατά πόσον η δημοκρατική πολιτεία, αλλά και όλοι όσοι ομνύουμε στα δημοκρατικά ιδεώδη, έχουμε επιδείξει την δέουσα κατανόηση στην ανάγκη του ανθρώπου αυτού να ξαναβρεί το αίσθημα ασφάλειας που εδώ και χρόνια έχει απολέσει λόγω της ολοένα αυξανόμενης εγκληματικότητας. Οι «προοδευτικές» ρητορείες που κατανοούν έως και δικαιολογούν τον θύτη – ιδίως αν πρόκειται για φιλοξενούμενο στη χώρα – το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να προσφέρουν πεδίο δόξης λαμπρό σε κάθε είδους αντιδημοκρατικές και ρατσιστικές δυνάμεις που με κάθε ευκαιρία εμφανίζονται πρόθυμες να υποκαταστήσουν την επίσημη πολιτεία στο θέμα της ασφάλειας των πολιτών. Μια πολιτεία που καταγγέλλεται ως «απάνθρωπη» και «αντιδημοκρατική» όταν απλά επιχειρεί να εφαρμόσει τον νόμο απέναντι στο έγκλημα...

Θέτουμε, λοιπόν, το κατ’ ουσίαν ρητορικό ερώτημα: Θα εγκαταλείψουμε και πάλι την αθηναϊκή γειτονιά στο έλεος της «στοργικής αγκαλιάς» αντιδημοκρατικών δυνάμεων, καταγγέλλοντας μετά ελαφρά τη καρδία τους δεινοπαθούντες κατοίκους ως «ρατσιστές» και «φασίστες»; Το λάθος αυτό έγινε μία φορά, και τα αποτελέσματα τα είδαμε στη συνέχεια...