Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Ας χαλαρώσουμε λίγο με τον Γιάννη!


Θα μπορούσε να είναι υπόθεση παλιάς ελληνικής ταινίας με τον Κώστα Χατζηχρήστο:

Ο Θύμιος είναι ένας νέος που ζει σε ένα μικρό χωριό που δεν το πιάνει ο χάρτης (ας το ονομάσουμε, στην τύχη, «Θυμαριά» – καμία σχέση με ομώνυμες υπαρκτές τοποθεσίες). Από μικρός έδειξε πως έχει ταλέντο στη μπάλα. Έμαθε να παίζει κλωτσώντας φτηνά τόπια στις αλάνες και τα χωράφια, και έχει γίνει τώρα πια ο «σταρ» της τοπικής ερασιτεχνικής ποδοσφαιρικής ομάδας.

Κάποια μέρα, ένας ανιχνευτής ποδοσφαιρικών ταλέντων περνάει από το χωριό και ακούει για τον Θύμιο. Διαπιστώνει το ταλέντο του και – για να μην μακρηγορώ και κουράζω με λεπτομέρειες – τον παίρνει μαζί του στην Αθήνα όπου, σε λίγο καιρό, ο νεαρός βρίσκεται με δελτίο επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην ΑΕΚ (παρεμπιπτόντως, ομάδα που αγαπούσε ο Κώστας Χατζηχρήστος). Σύντομα ξεχωρίζει με το ταλέντο του και βρίσκεται, πλέον, να βγάζει πολλά χρήματα από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Σε λίγο, ολόκληρη η οικογένειά του μετακομίζει από τη Θυμαριά στην Αθήνα.

Πίσω στη Θυμαριά, κάθε γκολ του Θύμιου γίνεται αφορμή να στηθούν γιορτές και πανηγύρια! Σε κάθε βάφτιση αρσενικού παιδιού, ο παπάς του χωριού δίνει στο τέλος την ευχή «να γίνει σπουδαίος σαν τον Θύμιο», ενώ οι μανάδες των ανύπαντρων κοριτσιών ονειρεύονται να τον κάνουν μια μέρα γαμπρό τους.

Η αγάπη του χωριού για τον Θύμιο δεν μετριάζεται ούτε όταν εκείνος αρνείται – με μάλλον άκομψο τρόπο – να βοηθήσει την τοπική ομάδα παίζοντας με αυτήν σε ένα-δύο κρίσιμα παιχνίδια για το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα. Επικαλείται το συμβόλαιό του με την ΑΕΚ, το οποίο δεν του επιτρέπει συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες εκτός συλλόγου. Είναι άλλωστε και ένας «μικρο-τραυματισμός» που τον ταλαιπωρεί αυτή την εποχή...

Ας βάλουμε, τώρα, το φανταστικό μας σενάριο σε μεγεθυντικό φακό κι ας μεγαλώσουμε τη Θυμαριά ώστε να γίνει ολόκληρη χώρα – π.χ., Ελλάδα. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι ο Έλληνας παικταράς «Θύμιος» στην πραγματικότητα λέγεται Γιάννης και παίζει μπάσκετ, ενώ στη θέση της ΑΕΚ, ομάδας της κοντινής μας Αθήνας, ας τοποθετήσουμε έναν μεγάλο μπασκετικό σύλλογο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Ο Γιάννης, λοιπόν, διαπρέπει (και πλουτίζει) στην Αμερική, πράγμα που όλοι εμείς πίσω στην Ελλάδα θεωρούμε ως λόγο εθνικής υπερηφάνειας. Τα «καρφώματα» του Γιάννη στο καλάθι προκαλούν παροξυσμούς εθνικού μεγαλείου στα media, ενώ στην εθνική φαντασία τα στατιστικά του προσθέτουν πόντους στο ανάστημα της χώρας ολόκληρης. Και κάθε φωτογράφισή του για τα ξένα περιοδικά φαντάζει σ’ εμάς σαν να φωτογραφίζεται ο ίδιος ο Παρθενώνας!

Παράλληλα, όμως, οι δεσμοί του Γιάννη με την Ελλάδα γίνονται ολοένα και πιο χαλαροί. Ιδίως εκεί που η Ελλάδα τον χρειάζεται περισσότερο: στην αγωνιστική ενίσχυση της εθνικής της ομάδας (είναι κι εκείνο το ανελαστικό συμβόλαιο με τους παλιο-Αμερικάνους, που δεν καταλαβαίνουν τίποτα από αγάπη για άλλες πατρίδες...). Χαρακτηριστική είναι η αμήχανα διπλωματική – πλην απόλυτα παρεμφατική για όσους θέλουν να καταλάβουν – απάντησή του, σε συνέντευξη που έδωσε σε ξένη εφημερίδα, στο ερώτημα για το πώς βλέπει το μέλλον του στην εθνική ομάδα της Ελλάδας:

«Θέλω να είμαι στην Εθνική, αλλά πρέπει να έχω στο μυαλό μου και τις προσδοκίες που υπάρχουν στις ΗΠΑ. Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι άλλα πράγματα, αλλά σίγουρα δεν έχω πρόθεση να απουσιάσω.»

Βέβαια, τα ελληνικά media μίλησαν για μια υποτιθέμενη εμφατική δήλωσή του, σύμφωνα με την οποία θα ήθελε μελλοντικά (σε κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή, προσθέτω εγώ) να βρεθεί και πάλι κοντά στην «Επίσημη Αγαπημένη». Των Ελλήνων φιλάθλων, εννοείται...

Το καταθέτω ως προσωπική θέση, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα κάνω γι’ αυτό μόνο εχθρούς: Με ενοχλεί αφάνταστα η μικρο-επαρχιώτικη τάση μας να θεωρούμε εθνική υπόθεση τις επιτυχίες ενός Έλληνα επαγγελματία αθλητή στο εξωτερικό. Ο Γιάννης δεν πήγε στην Αμερική για να δοξάσει την Ελλάδα, πήγε για να αξιοποιήσει προς δικό του όφελος το τεράστιο ταλέντο του. Και, ας μην κρυβόμαστε, θα αδικούσε πολύ τον εαυτό του αν έμενε εδώ, ακόμα κι αν έπαιζε στους κορυφαίους ελληνικούς συλλόγους!

Χαίρομαι αληθινά που ένας Έλληνας αθλητής κάνει μεγάλη καριέρα εκτός συνόρων, αλλά έως εκεί. Δεν τον αντιμετωπίζω ως εθνικό ήρωα, δεν αισθάνομαι ότι του χρωστώ ευγνωμοσύνη για όσα κατάφερε, κι ούτε προσμετρώ τα επιτεύγματά του στους λόγους που θα μπορούσαν να με κάνουν περισσότερο εθνικά υπερήφανο.

Θα με κάνει αληθινά υπερήφανο, εν τούτοις, αν κάποια μέρα οδηγήσει με το μοναδικό ταλέντο του την εθνική ομάδα μπάσκετ της χώρας μου σε μια μεγάλη διεθνή επιτυχία. Ως τότε, όμως, ας χαλαρώσουμε λιγάκι με τον Γιάννη. Στο κάτω-κάτω, όπως και να το δούμε, η Ελλάδα δεν είναι «Θυμαριά»!

Aixmi.gr

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ας γίνει, τελικά, η δημόσια τηλεόραση συνδρομητική!

Η τηλεόραση της ΕΡΤ υποτίθεται πως είναι κοινωνικό αγαθό (όχι απλά κρατικό, πολλώ δε μάλλον κομματικό). Ως τέτοιο, οφείλει να απευθύνεται σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, προσφέροντας σε αυτήν έγκυρη και αμερόληπτη ενημέρωση. Αντ’ αυτής – όπως καλά γνωρίζουν και οι πέτρες σ’ αυτή τη χώρα – η δημόσια τηλεόραση είναι διαχρονικό φερέφωνο της (εκάστοτε) εξουσίας και κέντρο κομματικής προπαγάνδας προς όφελος της (όποιας) κυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, η ΕΡΤ συντηρείται με χρήματα που καταβάλλουν υποχρεωτικά όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, ακόμα κι εκείνοι που αισθάνονται ότι το συγκεκριμένο μέσο ενίοτε προσβάλλει βάναυσα τη νοημοσύνη τους!

Θα περίμενε κάποιος ότι σε θέματα, τουλάχιστον, που δεν άπτονται ευθέως της πολιτικής, η ΕΡΤ θα μπορούσε να επιδεικνύει κάποιο βαθμό αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Βέβαια, το «ευθέως» είναι σχετικό, αφού τα πάντα, τελικά, διαπλέκονται υπόγεια με την πολιτική και την επηρεάζουν. Εσχάτως, λοιπόν, στο κάδρο της διαπλοκής αυτής φαίνεται πως μπήκε και το ποδόσφαιρο. Διάχυτη είναι η εντύπωση στη φίλαθλη κοινή γνώμη ότι, ίσως λόγω των «φιλικών» σχέσεων της κυβέρνησης με ιδιοκτήτη μεγάλης ΠΑΕ, μία από τις ιστορικότερες αθλητικές (και όχι μόνο) εκπομπές της τηλεόρασης τείνει εν μέρει να θυμίζει παράρτημα του γραφείου δημοσίων σχέσεων της εν λόγω ΠΑΕ, προβάλλοντας κατά κόρον τα υποτιθέμενα «δίκια» της και επιχειρώντας εμφανώς να επηρεάσει ακόμα και εκκρεμούσες δικαστικές αποφάσεις...

Γενικά μιλώντας, ιδανική λύση για τα προβλήματα που προαναφέραμε θα ήταν η διαμόρφωση ενός αυστηρού θεσμικού πλαισίου που θα απέκλειε οριστικά τον έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Επειδή, όμως, γνωρίζουμε πολύ καλά σε ποια χώρα κατοικούμε, η μόνη αντικειμενικά εφικτή, αλλά και δίκαιη προς τους πολίτες, λύση είναι η μετατροπή της δημόσιας τηλεόρασης σε συνδρομητική. Αυτό θα πρόσφερε στον κάθε πολίτη την διακριτική ευχέρεια της επιλογής για το αν θα χρηματοδοτεί ή όχι από το υστέρημά του την ΕΡΤ.

Αυτονόητα, οι αρνούμενοι την ένταξη στο αποκλειστικά συνδρομητικό πλαίσιο θα στερούνται το προνόμιο να μπορούν να βλέπουν το τηλεοπτικό πρόγραμμα της ΕΡΤ. Και, για να μην εκληφθεί αυτό ως φθηνός σαρκασμός, σπεύδω να επισημάνω ότι, εξαιρουμένης της πολιτικά μονόπλευρης και ελάχιστα αντικειμενικής ενημέρωσης που προσφέρει, η δημόσια τηλεόραση είναι το μόνο τηλεοπτικό μέσο όπου μπορεί κάποιος να δει ποιοτικές εκπομπές. Γιατί, κοιτώντας πιο πέρα, χορταίνει καθημερινά το μάτι από τηλε-σκουπίδια...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Τα ανθρώπινα «αναλώσιμα» του πολέμου...


Σε ένα παλιό ντοκιμαντέρ του BBC ακούγεται μία από τις πιο εύστοχες επισημάνσεις – και πιο μεγάλες αλήθειες – σχετικά με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο:

«Μετά την κατάταξή τους στους νέους μαζικούς στρατούς, (οι άνθρωποι) μετατρέπονται σε απλούς αριθμούς, σε έναν πόλεμο αριθμών.»

Ίσως η σύγκριση να είναι αδόκιμη, ακόμα κι ανόσια, όμως δύσκολα αποφεύγουμε τη σκέψη πως το ίδιο ακριβώς συνέβαινε κατά την είσοδο των κρατουμένων στο Άουσβιτς! Το είχαμε, άλλωστε, υπαινιχθεί στο (ενδεχομένως αιρετικό) ξεκίνημα του σχετικού άρθρου μας για τους «ενόχους» του Μεγάλου Πολέμου [1].

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις ήταν μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο με κάποιο φίλο. Φαινόταν προβληματισμένος και έφερε εμφανώς τα σημάδια της στενοχώριας:

– Είδες τι έγινε με το μιράζ που έπεσε στο Αιγαίο; Τι τραγικό πάλι αυτό που συνέβη!

Απάντησα πως ήταν πράγματι μια τραγωδία η απώλεια ενός τόσο νέου ανθρώπου την ώρα του καθήκοντος, ιδίως για την οικογένεια του ήρωα πιλότου.

– Δεν είναι μόνο ο πιλότος. Εγώ σκέφτομαι το αεροπλάνο και τα χρήματα που θα πρέπει να ξοδέψουμε για να το αντικαταστήσουμε!

Αλήθεια, πώς δεν το είχα σκεφτεί; Δεν είναι να χάνεις έτσι πολεμικά αεροπλάνα σε καιρούς οικονομικής κρίσης! Όσο για το ανθρώπινο δυναμικό, αυτό είναι ούτως ή άλλως αναλώσιμο...

Μια ανάλογη τοποθέτηση είχα ακούσει πριν πολλά χρόνια από απόστρατο ανώτατο αξιωματικό του Ναυτικού, ο οποίος με κυνικό πραγματισμό μού είχε ομολογήσει πως, σε καιρό πολέμου, το πιο σημαντικό είναι να μη χάσεις καράβια. Τα πληρώματα μπορούν πάντα να αντικατασταθούν.

Η ζωή του στρατιώτη, λοιπόν, είναι φθηνή. Το ίδιο όπως και η ζωή τού – επίσης υποαμειβόμενου – αστυνομικού, τον οποίο μπορεί κάποιος χωρίς ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες να μετατρέπει κατά βούληση σε στόχο για εξάσκηση ρίψεων εύφλεκτων υλικών κατά ανθρωπίνων στόχων.

Αν, τώρα, τολμήσεις να αρθρώσεις το αφελές επιχείρημα, «μα, δίνουν τη ζωή τους για να είμαστε εμείς ελεύθεροι και ασφαλείς», θα ακούσεις μια καλά πληρωμένη απάντηση:

– Ε, στο κάτω-κάτω, γι’ αυτό πληρώνονται!

Δεν θα κουράσω περισσότερο σήμερα...

[1] Κ. Παπαχρήστου, «Αναζητώντας ενόχους στον Μεγάλο Πόλεμο», Aixmi.gr, 24-4-2014 (http://www.aixmi.gr/index.php/anazhtwntenoxmegalpola/)

Aixmi.gr

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Εξισωτισμός ή φιλελευθερισμός; Ένα όχι ρητορικό ερώτημα

Σε μια ιδανική κοινωνία απόλυτα συνειδητοποιημένων ανθρώπων, μία πολιτική σύγκρουση θα ήταν πρωτίστως σύγκρουση ιδεολογιών. Σε μια πραγματική κοινωνία, όμως, είναι σχεδόν αποκλειστικά σύγκρουση συμφερόντων. Γνωρίζω, για παράδειγμα, μια χώρα όπου ο λαός έφερε στην εξουσία ένα κόμμα που υποσχέθηκε διάφορα ανέφικτα πράγματα (π.χ., ότι θα καταργούσε κάποιον επαχθή φόρο ακίνητης περιουσίας) και είναι τώρα έτοιμος να φέρει στην εξουσία ένα άλλο κόμμα επειδή το προηγούμενο δεν τήρησε τις ανεδαφικές υποσχέσεις του. Και ο διαχρονικός φαύλος κύκλος προσδοκιών και απογοητεύσεων καλά κρατεί στη χώρα εκείνη...

Σε ό,τι αφορά το παραπάνω παράδειγμα, ενδεικτικό της πολιτικής ιδιοτέλειας και της έλλειψης ιδεολογικών κινήτρων του λαού είναι το γεγονός ότι τα δύο κόμματα, που αποτελούν τους κατά περίσταση εκλεκτούς του, αντιπροσωπεύουν επισήμως (με βάση, δηλαδή, τις καταστατικές θέσεις τους) εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές φιλοσοφίες, και οι πολιτικές και κοινωνικές τους προτεραιότητες βρίσκονται οι μεν στον αντίποδα των δε. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, η ιδεολογική διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα θα μπορούσε συμβολικά να παρασταθεί με το δίπολο «εξισωτισμός – φιλελευθερισμός». Αν η ιδεολογία έπαιζε καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές επιλογές του λαού, η ιδεολογική ένταξη στο ένα ή το άλλο πολιτικό δόγμα θα ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Όχι τόσο (ή, αν προτιμάτε, όχι μόνο) λόγω των πλεονεκτημάτων του κάθε δόγματος αλλά (και) λόγω των εγγενών αδυναμιών που το καθένα φέρει. Ας τα δούμε αυτά επιγραμματικά:

Στον εξισωτισμό (όρο που θα χρησιμοποιήσουμε εδώ, έστω και αν δεν κριθεί απολύτως δόκιμος) προτεραιότητα έχει η ισότητα, την οποία η πολιτεία οφείλει να επιβάλλει. Αντίθετα, στον φιλελευθερισμό προέχει η ελευθερία, την οποία η πολιτεία οφείλει να προστατεύει. Ο εξισωτισμός δίνει έμφαση στο «οφείλω», ενώ ο φιλελευθερισμός στο «δύναμαι». Ως συνέπεια των παραπάνω, ο εξισωτισμός αντιμάχεται την αριστεία προς χάριν της ισότητας, ενώ ο φιλελευθερισμός επιτρέπει την ανισότητα προς χάριν της αριστείας.

Ο εξισωτισμός δίνει προτεραιότητα στην κοινωνία έναντι του ατόμου. Σε ακραίες περιπτώσεις, οδηγεί στην κατάργηση της ατομικότητας και, τελικά, στην κοινωνική ισοπέδωση. Αντίθετα, ο φιλελευθερισμός δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι της κοινωνίας και, στην ακραία εκδοχή του, οδηγεί στον ατομικισμό και την περιφρόνηση προς τις αξίες του ανθρωπισμού.

Στον εξισωτισμό, η κοινωνική αλληλεγγύη επιβάλλεται από το σύστημα αντί να επαφίεται στην ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται, ειδικά, την δημιουργία ενός εκτεταμένου κράτους πρόνοιας το οποίο συντηρείται από τις χορηγίες των «εχόντων». Ο φιλελευθερισμός, από την άλλη μεριά, θεωρεί την αλληλεγγύη ως δευτερεύουσα αξία σε σύγκριση με τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Έτσι, περιφρονεί το κράτος πρόνοιας και αντιμάχεται κάθε τι που θα μπορούσε να το ενισχύσει.

Ο εξισωτισμός υιοθετεί μία στενά ηθικιστική προσέγγιση στα ζητήματα της κοινωνίας, χάνοντας συχνά επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα. (Χτυπητό παράδειγμα είναι το αίτημα που συχνά ακούγεται για την ουσιαστική κατάργηση των συνόρων, αφού «όλοι άνθρωποι της Γης είμαστε».) Υποκαθιστά την εξατομικευμένη αίσθηση του ηθικού με μια οικουμενική ηθική όπου προεξάρχει το προκαθορισμένο χρέος απέναντι στην ομάδα.

Ο φιλελευθερισμός αδιαφορεί, κατά βάση, για τα ζητήματα της ηθικής, θεωρώντας ως «ανήθικο» κυρίως ό,τι καταργεί την ελευθερία (δεδομένων, ασφαλώς, κάποιων αυτονόητων περιορισμών της που επιβάλλεται να υπάρχουν σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία). Εδώ η ανθρώπινη συνείδηση μικρή σημασία έχει σε σύγκριση με την ανθρώπινη δυνατότητα (η πρώτη, μάλιστα, συχνά θεωρείται ότι υπονομεύει και περιορίζει την δεύτερη). Ο ανταγωνισμός, ακόμα και στις ακραίες εκδοχές του, όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται ως το μοναδικό κριτήριο δικαιώματος στην επιβίωση.

Τέλος, στην μη-κατονομαζόμενη χώρα του εναρκτήριου παραδείγματός μας το κυβερνών κόμμα, που αντιπροσωπεύει τον εξισωτισμό, καταφεύγει συχνά σε διχαστικές λαϊκιστικές ρητορείες για να κερδίσει τη συμπάθεια και υποστήριξη των μη προνομιούχων της κοινωνίας, ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί μια νέα τάξη προνομιούχων παρατρεχάμενων του συστήματος. Από την άλλη, το μείζον αντιπολιτευόμενο κόμμα, που ασπάζεται τον φιλελευθερισμό, αντιμάχεται επιφανειακά τον λαϊκισμό, ακολουθώντας όμως ταυτόχρονα μία εξ ίσου διχαστική τακτική που έχει σαν αποτέλεσμα να στρέψει μία κοινωνική τάξη (ειδικά, τους δραστηριοποιούμενους στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας) εναντίον μιας άλλης (τους εργαζόμενους στο δημόσιο, τους οποίους συλλήβδην δαιμονοποιεί, δυσφημίζει και ουσιαστικά καθυβρίζει με τον πολιτικά απαράδεκτο χαρακτηρισμό «πελάτες»).

Οι εμφανείς αδυναμίες των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών δογμάτων δύσκολα θα ευνοούσαν την εμφάνιση φανατικών οπαδών της κάθε πλευράς, σε μια κοινωνία αποτελούμενη από ακραιφνείς ιδεολόγους με ανοιχτή σκέψη. Αντίθετα, θα κυριαρχούσε ο βαθύς προβληματισμός και η αδιάκοπη αναζήτηση μιας συμβιβαστικής γραμμής μέσα από την υπέρβαση και τη δημιουργική σύνθεση.

Μια κοινωνία όπως αυτή του παραδείγματός μας, όμως, δεν απαρτίζεται από σκεπτόμενους ιδεολόγους αλλά από πραγματικούς ανθρώπους με πραγματικές αδυναμίες και ιδιοτέλειες. Ένας τέτοιος λαός εύκολα πέφτει θύμα των διχαστικών μεθοδεύσεων των κομμάτων εξουσίας, την οποία εξουσία τα κόμματα αυτά αλληλοδιαδόχως κατέχουν με βάση το κατ’ ουσίαν δικομματικό σύστημα της χώρας.

Η πολιτική ωρίμανση της χώρας εκείνης, λοιπόν, δεν θα έρθει ποτέ από το πολιτικό της σύστημα αλλά θα προκύψει από τη βούληση του ίδιου του λαού, στο βαθμό που αυτός θα κατορθώσει να υπερβεί τις κοντόφθαλμες ιδιοτέλειές του και να αποφύγει τις διχαστικές παγίδες που του στήνουν, διαχρονικά, τα κόμματα εξουσίας.

Στο πεδίο της ιδεολογίας, κανένα πολιτικό δόγμα δεν μπορεί, όπως είδαμε, να διεκδικεί το απολύτως αλάθητο και το οικουμενικά αποδεκτό. Το ερώτημα είναι, φυσικά, αν μια ιδεολογική σύνθεση είναι εφικτή, τόσο στη θεωρία όσο και στην άσκηση πραγματικής πολιτικής. Αυτό έχει ήδη απαντηθεί στην πράξη – άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε όχι – σε διάφορες χώρες και ιστορικές περιόδους, και δεν θα επιχειρήσουμε εδώ να το αναλύσουμε.

Αυτό που πρέπει, όμως, να συγκρατήσουμε είναι ότι μία μη-δογματική (θα λέγαμε, μια υγιής) ιδεολογία φέρει μέσα της το σπόρο της αμφιβολίας. Γιατί, όπως δίδαξε ο μεγαλύτερος Έλληνας φιλόσοφος και δάσκαλος, η γνώση κατακτάται μέσα από την διαρκή (αυτο-)αμφισβήτηση. Εκείνος το απέδειξε έμπρακτα: Έλεγε πάντα πως το μόνο που γνώριζε ήταν ότι δεν γνώριζε τίποτα!

* Ευχαριστώ τον ποιητή Θανάση Βαβλίδα για μια πολύ χρήσιμη συζήτηση.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Ανθρωπισμός και συμφιλίωση στο "Σπίτι δίπλα στη θάλασσα"


Ο Ρομπέρ Γκεντιγκιάν μάς είχε γοητεύσει πριν λίγα χρόνια με το μαγευτικό φιλμ "Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο". Έτσι, πήγαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και εύλογες προσδοκίες να δούμε "Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα" (La Villa, Γαλλία 2017).

Η υπόθεση είναι απλή, με κάποιες - συνειδητές ή όχι - αναφορές στον "Βυσσινόκηπο" του Τσέχοφ. Τρία αδέλφια - δύο άντρες και μία γυναίκα, αποξενωμένα από χρόνια, ξανασυναντούνται στο πατρικό σπίτι σε μία πανέμορφη παραθαλάσσια τοποθεσία κοντά στη Μασσαλία, με αφορμή την σοβαρή ασθένεια του πατέρα τους. Ο καθένας τους έχει να παλέψει με τους δικούς του δαίμονες από το παρελθόν, που χρόνια τον στοιχειώνουν υπόγεια και τώρα ξυπνούν ξανά. Όμως, η ανθρωπιά που κρύβουν μέσα τους έρχεται, τελικά, να θεραπεύσει τις πληγές...

Παρά τις αδυναμίες της (θα τις αναφέρουμε πιο κάτω) σε σύγκριση, τουλάχιστον, με το αριστουργηματικό "Κιλιμάντζαρο", η ταινία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κινηματογραφικής φιλοσοφίας του Γκεντιγκιάν, στην οποία ο σκηνοθέτης μένει πιστός και, από την άποψη αυτή, είναι απόλυτα συνεπής με το προσωπικό του ύφος. Στα μάτια του θεατή ξετυλίγεται και πάλι μια καθαρτήρια, λυτρωτική διαδρομή από την άρνηση στην κατάφαση, από την πικρία στη συμφιλίωση, από το σκοτάδι στο φως, κι ακόμα - γιατί όχι; - από τον θάνατο στη ζωή! Παράλληλα, μέσα από την υπαρξιακή αυτή πορεία αναδεικνύεται η ωραιότητα της ανθρώπινης ψυχής.

Έτσι, σε ό,τι αφορά την φιλοσοφική προσέγγιση του Γκεντιγκιάν, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε λέξη προς λέξη τα περισσότερα από εκείνα που είχαμε γράψει στις 22-3-2012 στο "Βήμα", στην κριτική μας τοποθέτηση πάνω στα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" (αφαιρώ τις λίγες φράσεις που αναφέρονται σε εκείνη ειδικά την ταινία):

--------------------------------

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το happy ending είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η "Πολίτικη Κουζίνα"!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (...) ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις. Από τη μία, οι σκληρές πραγματικότητες της εποχής (...) Από την άλλη – και αυτά είναι τα στοιχεία που αναδεικνύει προοδευτικά η ταινία ως την καθαρτήρια κατάληξή της – παρελαύνουν από τα μάτια του θεατή σκηνές απίστευτης ομορφιάς όπου θριαμβεύει η φιλία, η ανθρωπιά, η συγχώρεση, η αλληλεγγύη (...). Μα, πάνω απ’ όλα, η αγάπη, ο έρωτας και η σύμπνοια που κρατούν ζωντανό ένα γάμο μέσα στο χρόνο κι ενάντια στις δοκιμασίες της ζωής!

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση την συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...

--------------------------------

Σε ό,τι αφορά τον πολιτικό προβληματισμό τού Γκεντιγκιάν στη νέα ταινία, το κέντρο βάρους έχει τώρα μετατοπιστεί από τη διάψευση, κυρίως, των οραμάτων της Αριστεράς μέσα σε έναν αναδυόμενο, ακραία νεοφιλελεύθερο κόσμο, στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Δυτικός κόσμος μπροστά στην έκρηξη του μεταναστευτικού προβλήματος (με κάποιες επιφανειακές αναφορές και στο ζήτημα του ρατσισμού). Εν τούτοις, όπως αναφέραμε στην αρχή, από την ταινία δεν λείπουν και κάποια αδύνατα σημεία. Η αφήγηση στο πρώτο μέρος είναι κατά κύριο λόγο διαλογική (θα λέγαμε, δίνει την εντύπωση θεατρικής παράστασης σε φυσικό, εξωτερικό χώρο) και η υπόθεση "σέρνεται", με αποτέλεσμα να κουράζει κάπως τον θεατή (ο οποίος, πάντως, αποζημιώνεται γενναιόδωρα στη συνέχεια!). Επίσης, το σενάριο αφήνει μια αίσθηση τεχνητής "συγκόλλησης" καταστάσεων που είναι σε μεγάλο βαθμό ασύνδετες μεταξύ τους και δύσκολα μπορεί να δει κανείς με ποιον τρόπο αλληλο-επηρεάζονται.

Αυτό που μένει, όμως, στο τέλος είναι το θετικό μήνυμα πως αξίζει τον κόπο να αλλάξουμε τη ζωή μας προκειμένου να φέρουμε στο φως την ανθρώπινη πλευρά που ίσως αγνοούμε πως κρύβεται μέσα μας. Φυσικά, μια τέτοια ιδεαλιστική προσέγγιση στην Τέχνη δεν εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργών, των κριτικών, αλλά και του ίδιου του κοινού. (Από πολύ κοντινό μου πρόσωπο άκουσα πριν χρόνια την σαρκαστική προτροπή "να πάω καλύτερα να δω τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους", όταν εξέφρασα την απογοήτευσή μου για την σεναριακή τροπή στο τέλος της "Πολίτικης Κουζίνας"!) Όμως, το καλό με την Τέχνη είναι πως τίποτα δεν είναι οικουμενικό κι απόλυτο, αφού η αίσθηση του ωραίου είναι, εν τέλει, ζήτημα καθαρά υποκειμενικό. Έτσι, κατά το κοινώς λεγόμενο, "σ' όποιον αρέσει"! Στο κοντινό μου πρόσωπο, πάντως, και η νέα αυτή ταινία του Γκεντιγκιάν άρεσε πολύ...

Aixmi.gr

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Η διαδικτυακή πίσω από τη γηπεδική αλητεία στην ΑΕΚ


Ακούμε και διαβάζουμε συχνά για την αλητεία των χούλιγκαν που έδιωξαν τις οικογένειες από τα γήπεδα. Κουνάμε το κεφάλι με αποτροπιασμό κάθε φορά που μαθαίνουμε για ένα καινούργιο φαινόμενο βίας στους αθλητικούς χώρους. Και αντιμετωπίζουμε τους κάφρους του ποδοσφαίρου περίπου σαν μυστηριώδεις, ανώνυμους εξωγήινους που έρχονται από το πουθενά για να βιαιοπραγήσουν και να καταστρέψουν, και χάνονται πάλι στο πουθενά ως το επόμενο ντέρμπι...

Όσο για εμάς τους οπαδούς αλλά «αληθινούς φιλάθλους», που η βία των ανθρωποειδών μάς απομάκρυνε κάποια στιγμή από τα γήπεδα, βολευόμαστε διαβάζοντας τα νέα της ομάδας μας στα αντίστοιχα οπαδικά sites του Διαδικτύου. Ξεχνώντας – ή και μη γνωρίζοντας ίσως – ότι πολλά από αυτά (ευτυχώς όχι όλα) τα έστησαν και τα διευθύνουν άνθρωποι που βγάζουν το ψωμί τους καλλιεργώντας τον οπαδικό φανατισμό και συντηρώντας και διοχετεύοντας το οπαδικό μίσος!

Αν θέλουμε αληθινά, όχι προσχηματικά, να εξαλείψουμε τη βία από τα γήπεδα, θα πρέπει να αναζητήσουμε τους «πνευματικούς» καθοδηγητές πίσω από τους ανεγκέφαλους αλήτες. Ανθρώπους που κυριολεκτικά έχτισαν καριέρες αξιοποιώντας τα ταπεινότερα και ευτελέστερα ένστικτα του οπαδού – πελάτη. Πολλοί από αυτούς είναι «έγκριτοι» εκπρόσωποι της αθλητικής δημοσιογραφίας...

Κάποτε, στις εποχές του ρομαντισμού του, το ποδόσφαιρο ήταν άθλημα. Τότε που πήγαιναν ακόμα οικογένειες στα γήπεδα και οι φίλαθλοι κάθονταν ανάκατα, ανεξάρτητα από τις οπαδικές προτιμήσεις του καθενός. Τότε που η «Αθλητική Ηχώ» πανηγύριζε για μια διεθνή επιτυχία του Ολυμπιακού, ενώ ανάλογη ήταν η χαρά στο «Φως των Σπορ» για μια διεθνή επιτυχία του Παναθηναϊκού. Εμείς οι Αεκτζήδες δεν είχαμε δική μας εφημερίδα, αν εξαιρέσω τον ιστορικό βδομαδιάτικο «Δικέφαλο». Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι δύο μεγάλοι μας αντίπαλοι ήταν πάντα για εμάς ελληνικές ομάδες. (Ήμουν στη «Λεωφόρο» όταν ο ΠΑΟ έπαιζε με την Έβερτον και τον Ερυθρό Αστέρα, καθ’ οδόν προς το Γουέμπλεϊ... Ήμουν στο «Καραϊσκάκη» το άτυχο βράδυ του Ολυμπιακού με την Δυναμό Μόσχας, κι ας έπαιζε η ΑΕΚ την ίδια ώρα στο Σαν Σίρο με την Ίντερ. Κι όταν τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν πως η ΑΕΚ είχε προηγηθεί στο σκορ, όλο το γήπεδο πανηγύριζε!)

Από τότε πέρασαν πολλοί καιροί. Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό, και η αγάπη (και) για τη φανέλα έγινε εξ ολοκλήρου αγάπη για το χρήμα. Σιγά-σιγά και ύπουλα, το ποδόσφαιρο από άθλημα έγινε τζόγος, ενώ το αθλητικό ήθος – για όσους τολμούν να το επικαλεστούν – κατάντησε παλαιομοδίτικο βίτσιο για «κορόιδα». Η σήψη μπήκε για τα καλά στο χώρο και, όπως λέει κι ο Μαυρογιαλούρος στο τέλος της ταινίας, όπου υπάρχει σήψη εμφανίζονται σκουλήκια!

Οι παλιοί Αεκτζήδες, πάντως, ήταν περήφανοι για το ήθος που αντιπροσώπευε η ΑΕΚ. Το έφεραν μαζί, στις προσφυγικές αποσκευές τους, εκείνοι που ίδρυσαν τον σύλλογο. Τι έχει απομείνει, όμως, από το ήθος αυτό στην εποχή του απόλυτου επαγγελματισμού, του τζόγου και του ανεξέλεγκτου Διαδικτύου; Ας δούμε ένα πρόσφατο παράδειγμα που ίσως σοκάρει όσους διατηρούν ακόμα την αίσθηση της ευπρέπειας του λόγου...

Μετά τον πρόσφατο, νικηφόρο αγώνα κυπέλλου της ΑΕΚ με τον Ολυμπιακό, γνωστό site οπαδών της ΑΕΚ «δίδαξε» για μία ακόμα φορά τους επισκέπτες του ότι η νίκη επί ενός αντιπάλου μέσα στον αγωνιστικό χώρο ισοδυναμεί με κτηνώδη αλλά απολαυστική πράξη βιασμού! Έδωσε έτσι το έναυσμα για σχολιασμούς αναγνωστών που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν εμετικοί. (Ο λιγούρης Ελληνάρας βρίσκει πάντα διεξοδικούς παράδρομους για να εκτονώσει τις αρρωστημένες, ανεπίδοτες ορμές του. Το ποδόσφαιρο είναι πάντα μια κάποια λύση...) Το κύριο άρθρο του site, αναφερόμενο στον αγώνα, είχε τον υπαινικτικά λογοπαικτικό τίτλο:

«Αντόνιο Βισέντε Πούτσε (2-1)»,

αξιοποιώντας – με προφανή την χυδαιολογική πρόθεση – το όνομα του βοηθού προπονητή του Ολυμπιακού, Antonio Puche Vicente (Αντόνιο Πουσέ Βισέντε).

Αυτό που αληθινά σοκάρει είναι τα σχόλια των αναγνωστών που «έπιασαν» τον υπαινιγμό και έσπευσαν να υπερθεματίσουν. (Σημειώνω εδώ ότι όλα τα σχόλια περνούν από διαδικασία ελέγχου και έγκρισης από τους διαχειριστές του site...) Σταχυολογώ – διατηρώντας απόλυτα την πρωτότυπη ορθογραφία τους – μερικά από τα σχόλια νεοελλήνων οι οποίοι, κατά τα άλλα, κατεβαίνουν σε συλλαλητήρια διαμαρτυρόμενοι για την αμφισβήτηση της αποκλειστικότητάς τους ως συνεχιστών του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού...

------------------------------------------------

ΤΟ YOUPORN ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΣΟΒΑΡΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΠΛΟΥΣΙΟΠΑΡΟΧΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ ΣΤΟΝ ΚΙΤΡΙΝΟΜΑΥΡΟ ΕΠΙΒΗΤΟΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΥΘΡΟΛΕΥΚΗ MILFA...

Με τόσο sex στο τέλος θα μας αγαπήσετε.... Κρίμα που θα περάσουν μήνες μέχρι να σε ξαναρίξω στα 4 σέξυ Κούλη...

Από πουτ@ν@κι της Ευρώπης, κατάντησε κ δικό μας πουτ@ν@κι η θρυλότα...

Ρε γαύροι μας αγαπάτε καθόλου ή μας θέλετε μόνο για το ΣΕΞ;

Αδέλφια....δεν παρεξηγώ τον Μιραλας για το φτύσιμο....λίγο φτύσιμο πρην σου πάρει μια π0*τανα π/πα χρειάζεται.

τσουτσου...πλεον θαρρω οτι μιλαμε για ερωτικη σχεση...Τριλογια....3 πραξεις...1η πραξη...βιασμος...2 πραξη...σε σκεφτομαι,σε νιωθω....3η πραξη...ερως....το συνδρομο του οσφπ...

Βαρέθηκα...ούτε την γυναικά μου δεν έχω γ@μησει τόσες φόρες σε τόσες λίγες μέρες.

Μιραλας αγορινα μου πικρο το σπερμ@ του Αραουχο ε;;; σου εκαψε τον οισοφαγικο σωληνα και τα εφτυσες;

Ποσο πονάει όταν η ΑΕΚ γ@μ@ει..ποσό πονάει όταν η ΑΕΚ γ@μ@ει...

Ρε παιδιά, να ρωτήσω κάτι, γιατί έχω μπερδευτεί. ΚΑΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΤΟΥΣ ΕΜΕΙΝΕ ΑΒΟΥΛΩΤΗ ???????

το ασχημο είναι πως μας εγινε συνηθεια !!!!!!το σύνδρομο του βιαστή όπως λεει ο τσουκαλας οσο τους πονάμε τοσο παραπάνω μας αγαπάνε

Η σπερμοκαταπωση οδηγει δυνητικα σε πνευμονικη ινωση...η πρωκτομυοχαλαρωση σε εντερικη αποπτωση...και η βιαιη διεισδηση σε σε ρηξη μητρας και τραχηλου...

Πάλι σκληρό πορνό και πάλι σε ακατάλληλη ώρα!

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΕΡΙ ΓΛΕΝΤΙΩΝ.....Είμαστε ο λόγος που πετάγονται στον υπνο τους...Διοικητικά-παιχτικά-οπαδικά....Θα σε πονεσω οσο δεν σε ποσενε ποτε κανείς ολυμπιακάκι...Και θα κρατήσει πολύ...ΕΓΩ ΘΑ ΣΑΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΩ ΠΟΤΕ ΘΑ ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ....Μεχρι τότε στα γόνατα και απολαυστε το..Θα είμαστε τρυφεροί!....Δημήτρη Ευχαριστούμε!Για το τώρα,το πριν,το μετά και το πάντα...! ΥΓ.Αλλοι προτιμούν φυλής και μεταξουργείο,εμείς τρούμπα..!

xaxaxaxaaaaaaaaaaaaa σεξ με τον ιδιο πελατη

------------------------------------------------

Από απλή περιέργεια θέλησα να επισκεφθώ sites φίλων του Ολυμπιακού, να καταγράψω κι εκεί αντιδράσεις μετά το παιχνίδι. Και τότε ντράπηκα για το επίπεδο του «υπέροχου λαού» της ΑΕΚ, αλλά και για την κατάντια της δημοσιογραφίας που – υποτίθεται – μάχεται για το καλό του συλλόγου!

Ενδεικτικά, μεταφέρω τίτλους αναρτήσεων από ένα site του Ολυμπιακού, το οποίο κατά κύριο λόγο αντλεί το υλικό του από μεγάλο αθλητικό site:

«Το… τρελό ποστάρισμα του Μπάρκα στο instagram» (σ.σ: συνοδεύεται από φωτογραφία με τους πανηγυρισμούς των παικτών της ΑΕΚ)

«Πρόκριση με γκολάρες: Η ΑΕΚ στον ημιτελικό, 2-1 τον Ολυμπιακό»

«Το εξαιρετικό γκολ του Αραούχο στο 2-0 της ΑΕΚ» (φωτογραφία του παίκτη & video)

«Τσίκινης για Κομίνη: Καμία αμφισβητούμενη φάση, πολύ καλή διαιτησία»

«Το μήνυμα της ΠΑΕ ΑΕΚ για τα θύματα της Θύρας 7» (επισημαίνεται ιδιαίτερα από το site ότι ένα από τα θύματα ήταν φίλος της ΑΕΚ)

Ας δούμε τι έγραψε και ένα άλλο «Ολυμπιακό» site:

Εξαφανισμένος από το χορτάρι για 84' ο Ολυμπιακός έχασε 2-1 από την ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ στη ρεβάνς του 0-0 στον Πειραιά και έμεινε εκτός συνέχειας στο Κύπελλο, με τους κιτρινόμαυρους να έχουν μετατρέψει τον Θρύλο στον καλύτερό τους «πελάτη» την τρέχουσα σεζόν αφού σε 4 ματς μέτρησαν 3 νίκες και 1 ισοπαλία. Οι «ερυθρόλευκοι» γνώρισαν ακόμα έναν αποκλεισμό από την Ένωση που παραμένει αήττητη εδώ και 3,5 μήνες σε όλες τις διοργανώσεις.

Ίσως θα πει κάποιος ότι πρόκειται για την υπερβατική ανωτερότητα των «χορτασμένων» από τίτλους, απέναντι στο βίαια συμπλεγματικό θυμικό των «πεινασμένων». Αν και ουδόλως με τιμά ως φίλο της ΑΕΚ μια τέτοια ερμηνεία, φοβάμαι πως είναι η μόνη που θα μπορούσα να δώσω κι ο ίδιος. Ακόμα λιγότερο τιμούν την ιστορία του συλλόγου οι αποκρουστικές χυδαιολογίες των σημερινών «Αεκτζήδων» του Διαδικτύου, που ελάχιστη σχέση έχουν με το παραδοσιακό φίλαθλο ήθος που κάποτε δίδασκε η ΑΕΚ.

Πίσω από αυτούς, όμως, τους ανεγκέφαλους «επιβήτορες» του πληκτρολογίου βρίσκονται, ως αόρατοι καθοδηγητές, αδίστακτοι καιροσκόποι που έχουν κάνει επάγγελμά τους τη συντήρηση του οπαδικού φανατισμού και την έμμεση ενθάρρυνση της γηπεδικής βίας. Οι ίδιοι, μάλιστα, δεν είχαν διστάσει κάποτε να συμβάλουν με τα εμπρηστικά κείμενά τους στην ανεξέλεγκτη κλιμάκωση ενός παρανοϊκού εμφύλιου πολέμου που είχε ξεσπάσει στους κόλπους της ΑΕΚ, με αφορμή την επιστροφή σε αυτήν ενός παλιού προπονητή της που είχε κάνει το «λάθος» να εργαστεί για μία χρονική περίοδο σε ανταγωνιστικό σύλλογο.

Γενικά μιλώντας, η συστηματική, διαστροφική προβολή μιας αθλητικής δραστηριότητας ως «βιασμού» κι ως «σεξουαλικής κακοποίησης» θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται σαν δυσφήμιση του αθλήματος και να τιμωρείται με βαρύτατες ποινές σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Όμως, εδώ είμαστε Μπαλκάνια και δεν καταλαβαίνουμε από «φλωρίστικες» ευγένειες και αθλητικά ιδεώδη! Κι αν θέλουμε να πουλάμε περισσότερα φύλλα της αθλητικής εφημερίδας που εκδίδουμε, ή να ανεβάσουμε την εμπορικότητα του οπαδικού site που διευθύνουμε, θα πρέπει να πιάσουμε το σφυγμό του μέσου μάτσο ελληναρά που μας διαβάζει ή επισκέπτεται τις ηλεκτρονικές σελίδες μας. Και ο ελληναράς αυτός, ανίκανος να βιώσει αυθεντική χαρά μέσα σε μια αληθινή ερωτική σχέση, ζητά υποκατάστατα σε ό,τι μπορεί να διοχετεύσει τα νοσηρά ανεκπλήρωτά του και τις αρρωστημένες φαντασιώσεις του.

Για μερικούς, διέξοδος είναι το ποδόσφαιρο. Το οποίο κάποιοι επιτήδειοι κερδοσκόποι έχουν μετατρέψει σε οιονεί οίκο ανοχής για την εκτόνωση των διεστραμμένων πελατών τους, που βλέπουν ένα γκολ της ομάδας τους σαν επώδυνη διείσδυση σε διαδικασία βιασμού του αντιπάλου («ό,τι σας γ... είναι ΑΕΚ», φωνάζουν υπερήφανα στις εξέδρες του ΟΑΚΑ, και ντρέπομαι που αυτοί κι εγώ υποστηρίζουμε την ίδια ομάδα...).

Δικαιούμαστε, άραγε, οι σημερινοί Έλληνες να δηλώνουμε κληρονόμοι και συνεχιστές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ή είμαστε απλά ο χειρότερος κι ο πιο παρηκμασμένος λαός των Βαλκανίων; Δικαιούμαστε οι σημερινοί Αεκτζήδες να πιάνουμε στο στόμα μας την ιστορία της ΑΕΚ, ή καταντήσαμε τον σύλλογο συνώνυμο της βίας και της αλητείας;

Αν συμπεριλάβουμε στα μέτρα αξιολόγησης μιας κοινωνίας τη συμπεριφορά της στα γήπεδα και το Διαδίκτυο, τα πιο πάνω ερωτήματα καθίστανται, φοβάμαι, ρητορικά...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Οι σακούλες της οργής

Είναι φορές που χρειάζεται να αναλάβει κάποιος τον ρόλο του συνηγόρου του διαβόλου. Όπου ο «διάβολος», εν προκειμένω, είναι η ελληνική κοινωνία...

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η οικονομική κρίση βρήκε ένα μεγάλο (ίσως το μεγαλύτερο) μέρος αυτής της κοινωνίας απροετοίμαστο. Μια κοινωνία που ζούσε παρατεταμένη περίοδο πλασματικής ευμάρειας με δανεικά, έχοντας σχεδόν απόλυτα πιστέψει το παραμύθι της «υπερδύναμης των Βαλκανίων». Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα κάποιοι (που γνώριζαν από καιρό μα δεν μιλούσαν...) της ανακοίνωσαν ότι θα έπρεπε να ξεχάσει τον τρόπο ζωής στον οποίο της είχαν επιτρέψει να εθιστεί. Και η λέξη «μνημόνιο» ήρθε – θαρρείς ουρανοκατέβατη – για να μείνει ως σήμερα στο λεξιλόγιο της καθημερινότητας...

Τότε στην αρχή έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτοι «υπερπατριώτες» του αντιμνημονιακού μετώπου. Με εισαγγελικό στόμφο, κάθισαν στο σκαμνί τους «καλομαθημένους» Έλληνες που ήταν πρόθυμοι να «ξεπουλήσουν» την εθνική αξιοπρέπεια για να αποφύγουν τις συνέπειες μιας ολικής χρεοκοπίας της χώρας. Θυμήθηκαν περήφανα τους προγόνους μας που κατάφερναν κάποτε να επιβιώνουν καλλιεργώντας λαχανικά στους κήπους τους (χωρίς να εξηγήσουν, εν τούτοις, πώς μετατρέπεται σε κήπο το μπαλκόνι ενός διαμερίσματος μιας πολυκατοικίας), ενώ δεν δίστασαν να μιλήσουν ακόμα και για «κατοχικά» συσσίτια που θα έλυναν, υποτίθεται, το πρόβλημα της διατροφής του πληθυσμού. Σε μια περίοδο βελτίωσης του επιπέδου ζωής των περισσότερων λαών της Ευρώπης, κάποιοι εγχώριοι εισαγγελείς έψεγαν τους Έλληνες γιατί δυσκολεύονταν (ή, έστω, αρνούνταν) να κοιτάξουν πίσω. Πολύ πίσω...

Νέοι κήνσορες έκαναν πρόσφατα την εμφάνισή τους στα ηλεκτρονικά (κυρίως) μέσα ενημέρωσης με αφορμή την θέσπιση, από την πολιτεία, της επιβάρυνσης του καταναλωτικού κοινού με περιβαλλοντικό τέλος για τη χρήση πλαστικής σακούλας. Με αφορμή κάποιες πρώτες «γκρίνιες» που ακούστηκαν στα social media για το μέτρο, γράφτηκαν κείμενα έμπλεα ιερής οργής για τον «οικολογικά ασυνείδητο» Έλληνα που είχε «καλομάθει» τόσα χρόνια να τοποθετεί τα σκουπίδια του σε πλαστικές σακούλες του σούπερ-μάρκετ, αδιαφορώντας για την επιβάρυνση που επιφέρει το πλαστικό στο περιβάλλον! Η βιαστική αυτή κριτική, όμως, είναι τόσο αψυχολόγητη, όσο και άδικη. Εξηγούμαι:

Ο Έλληνας καταναλωτής που, σε καιρό κρίσης, έφτασε κάποιες φορές να μετράει ακόμα και τα σεντς στο πορτοφόλι του, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με μία πολιτική πρόσθετου κόστους για την οποία ελάχιστα τον είχαν προετοιμάσει. Στο μυαλό του, η πολιτεία αποφάσισε να τον τιμωρήσει επιβάλλοντάς του πρόστιμο για κάτι που ποτέ δεν του είχε πει πως αποτελούσε αδίκημα. Έτσι, ούτε η φιλοσοφία του μέτρου κατέστη σαφής εξαρχής, ούτε – κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό – υπήρξε επαρκής διασαφήνιση για το πώς και το πού τα χρήματα αυτού του οιονεί προστίμου θα επενδυθούν (για την βελτίωση των όρων προστασίας του περιβάλλοντος, ή για να καλυφθούν κάποιες άλλες «τρύπες»;). Έτσι, οι πρώτες γκρίνιες του κοινού θα έπρεπε να είναι μάλλον αναμενόμενες και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως περίπου έκφραση εγκληματικής διάθεσης απέναντι στο περιβάλλον!

Συνεχίζοντας να δικηγορούμε υπέρ του διαβόλου, ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά την ηθική διάσταση της επιβολής τέλους στην πλαστική σακούλα. Είναι ζήτημα πολιτισμού, και όχι παράλογη καταναλωτική απαίτηση, ένα κατάστημα (ιδιαίτερα αν πουλά τρόφιμα) να παραδίδει τα προϊόντα στον πελάτη στοιχειωδώς συσκευασμένα για μεταφορά στο αυτοκίνητο ή στο σπίτι. Φυσικά, είναι στη διακριτική ευχέρεια του καταστήματος αν θα επιβαρύνει ή όχι τον πελάτη με το κόστος της σακούλας (ας δεχθούμε, πάντως, ότι είναι κι αυτή ένα προϊόν που μπορεί να πωλείται).

Η λογική, όμως, ενός περιβαλλοντικού τέλους είναι διαφορετική από εκείνη της απλής χρέωσης ενός εμπορικού προϊόντος. Ο πελάτης εδώ ποινολογείται, κατά κάποιον τρόπο, για την αποδοχή μιας συσκευασίας μη-φιλικής προς το περιβάλλον. Αυτό θα είχε κάποια λογική αν αυτός είχε την δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μία οικολογική και μία μη-οικολογική συσκευασία αλλά, για κάποιο λόγο, εκείνος επέλεγε την δεύτερη. Στην Αμερική, για παράδειγμα (τουλάχιστον την δεκαετία του ’80 που βρέθηκα εκεί) ακόμα και τα ρούχα τοποθετούνταν σε χάρτινες σακούλες – συχνά διόλου βολικές στη μεταφορά, αφού δεν είχαν χερούλι!

Τη στιγμή, όμως, που τα καταστήματα παρέχουν μία και μοναδική συσκευασία, η οποία, ατυχώς, είναι επιβαρυντική για το περιβάλλον, φαντάζει άδικο το τέλος που – σε συμμόρφωση, έστω, με διεθνείς συμβάσεις – επιβάλλεται από την πολιτεία στον ίδιο τον καταναλωτή, ο οποίος δεν έχει καν τη δυνατότητα μιας άλλης επιλογής.

Υποστηρίζεται, βέβαια, η άποψη της μετάθεσης ευθύνης για τη συσκευασία μεταφοράς στον ίδιο τον καταναλωτή. Με απλά ελληνικά, θα πρέπει αυτός να κυκλοφορεί πάντα με μία σακούλα (ή και περισσότερες) πολλαπλών χρήσεων στην τσάντα ή στην τσέπη, στην περίπτωση π.χ. που, επιστρέφοντας από την εργασία του, συνηθίζει να περνά από το φούρνο ή το σούπερ-μάρκετ. Όχι τόσο για να γλιτώσει το σχετικά μικρό (αλλά σωρευτικά υπολογίσιμο) ποσό ενός οικολογικού προστίμου, όσο για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του πως δεν προσθέτει το όνομά του στη λίστα των εγκληματούντων κατά της Φύσης!

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, εν τούτοις, είναι ζήτημα πολιτισμού να παραδίδονται τα προϊόντα στον καταναλωτή στοιχειωδώς συσκευασμένα για μεταφορά, ακόμα κι αν αυτός κληθεί να καλύψει το κόστος της συσκευασίας. Και είναι, κατά τη γνώμη μας, ευθύνη του ίδιου του καταστήματος να διασφαλίσει ότι η συσκευασία που παρέχει είναι φιλική προς το περιβάλλον. Η παραγωγή και διάθεση οικολογικής σακούλας θα πρέπει, λοιπόν, να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα για την πολιτεία.

Όσο για τους κήνσορες των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, αντί για την ιερή οργή τους και την εκτόξευση μειωτικών χαρακτηρισμών για την «κακομαθημένη» και «ασυνείδητη» ελληνική κοινωνία, υπάρχει κάτι καλύτερο να κάνουν. Αφού προβάλλουν ως ευαισθητοποιημένοι γνώστες των οικολογικών ζητημάτων, ας αποδυθούν τουλάχιστον – με αίσθημα κατανόησης και δίχως εισαγγελική οίηση – σε μία ειλικρινή προσπάθεια ενημέρωσης και διαφώτισης του κοινού για την σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος. Έτσι που το περιβαλλοντικό τέλος (για όσο χρόνο ακόμα απαιτηθεί να υφίσταται) να μη φαντάζει στις συνειδήσεις των ανθρώπων απλά και μόνο σαν μια παράλογη και άδικη τιμωρία!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Ποινικοποίηση της κριτικής στην Τέχνη;


Στις 4 Δεκεμβρίου 1881 η Βιέννη άκουσε για πρώτη φορά το υπέροχο κοντσέρτο για βιολί σε ρε μείζονα του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, με σολίστ τον νεαρό βιρτουόζο Άντολφ Μπρόντσκι και μαέστρο τον σπουδαίο Χανς Ρίχτερ. Την άλλη μέρα, ο διάσημος Βιεννέζος μουσικοκριτικός Έντουαρντ Χάνσλικ έγραψε μία από τις πιο χυδαίες κριτικές στην ιστορία της μουσικής, αποκαλώντας το κοντσέρτο "μουσική που βρωμάει"!

Ο Τσαϊκόφσκι δεν υπήρξε το μοναδικό θύμα του μοχθηρού Χάνσλικ. Ο ίδιος ο Βάγκνερ είχε επίσης γευτεί τις βιτριολικές επιθέσεις του (κάτι που συνέβαλε επιπρόσθετα - αν λογαριάσουμε και την αλαζονική στάση του Μέντελσον - σε κάποιες "αντιπάθειες" που ανέπτυξε ο Βάγκνερ στη διάρκεια της ζωής του, των οποίων η σημασία μεγαλοποιήθηκε υπέρμετρα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο...).

Ίσως η πιο αφελής (αν όχι γελοία) ερώτηση που μπορεί να τεθεί είναι η εξής: Γιατί ο Τσαϊκόφσκι δεν κίνησε νομικές διαδικασίες εναντίον του Χάνσλικ για ακραία προσβολή της τέχνης του; Η απάντηση αυτονόητη: Διότι ο κριτικός δικαιούται να διατυπώσει ελεύθερα την άποψή του για ένα έργο Τέχνης, ακόμα κι αν η άποψη αυτή προσβάλλει με έντονο τρόπο τον δημιουργό του έργου (εξαιρείται, ασφαλώς, η περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμισης ή ακραίας προσβολής της προσωπικότητας).

Στο βιβλίο του «Μουσική και Λόγος», ο διάσημος μαέστρος Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ δεν κρύβει την αντιπάθειά του για τους κριτικούς Τέχνης. Παρομοιάζει τον δημιουργό με τον Φάουστ και τον κριτικό με τον Μεφιστοφελή, λέγοντας για τον δεύτερο πως ό,τι γεννιέται από αγάπη το θεωρεί άξιο ν’ αφανιστεί! Φυσικά, ο Γερμανός αρχιμουσικός δεν διανοείται να παραπέμψει την υπόθεση στα δικαστήρια. Εξ άλλου, ο καλύτερος δικαστής για τον κριτικό είναι ο ίδιος ο αναγνώστης. Και αυτός δεν είναι πρόθυμος να αποδεχθεί και να συγχωρήσει την προκατάληψη...

Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις στάθηκε η είδηση ότι, γνωστός σκηνοθέτης απείλησε με μηνύσεις κάποιους εκ των κριτικών κινηματογράφου που τοποθετήθηκαν με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο για την τελευταία του ταινία. Με άλλα λόγια, ο σκηνοθέτης κατ' ουσίαν έθεσε θέμα ποινικοποίησης της κριτικής κινηματογράφου (και της Τέχνης, γενικότερα) στο βαθμό που ο τρόπος διατύπωσης της κριτικής δεν είναι αρεστός στον δημιουργό! Βέβαια, για να σταθεί το θέμα νομικά, απαιτείται και μία αρκούντως πειστική θεωρία συνωμοσίας που να αποδίδει κίνητρα και προθέσεις...

Ένα από τα αξιοπερίεργα οξύμωρα της σύγχρονης "προοδευτικής" διανόησης είναι η αλά καρτ αποδοχή της ελευθερίας της έκφρασης: Διεκδικώ το δικαίωμα να εκφράζομαι ελεύθερα, εσύ όμως δεν δικαιούσαι να με κρίνεις με όποιον τρόπο επιθυμείς, χωρίς την άδειά μου! Ας μην ξεχνούμε, άλλωστε, ότι η περιβόητη (για να μην το πω αλλιώς) "πολιτική ορθότητα", μια συγκεκαλυμμένη μορφή σύγχρονου διανοητικού φασισμού που στοχεύει στον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, ξεκίνησε από τους κόλπους των πιο φιλελεύθερων και προοδευτικών ακαδημαϊκών κοινοτήτων.

Ίσως αυτό, μεταξύ άλλων, εξηγεί γιατί η λέξη "προοδευτικός" απέκτησε τα περίπου ειρωνικά εισαγωγικά που δίκαια, πλέον, την συνοδεύουν...

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Ένα γλυκόπικρο ταξίδι στην "Τζαμάικα"...


Πηγαίνοντας να δούμε την «Τζαμάικα», πρώτη κινηματογραφική σκηνοθετική απόπειρα του Ανδρέα Μορφονιού, ομολογώ ότι περιμέναμε άλλη μία συμπαθητική ελληνική παραγωγή από έναν καλό σκηνοθέτη της τηλεόρασης που επιθυμεί να «εισβάλει» στον κινηματογράφο κάνοντας φιλότιμες προσπάθειες να μην προδώσει το τηλεοπτικό background που συνοδεύει το βιογραφικό του. Το ίδιο το θέμα της ταινίας, εξ άλλου, βασισμένο σε μια ιδέα του Φάνη Μουρατίδη (ο οποίος και πρωταγωνιστεί), φαινόταν να υπόσχεται πράγματα που τα είχαμε ξαναδεί:

Δύο αδέρφια – ο ένας πετυχημένος και πλούσιος, ο άλλος φτωχός και καλόκαρδος βιοπαλαιστής – που έχουν χρόνια να μιλήσουν μεταξύ τους, αφού ο πρώτος δεν έχει χρόνο για οικογενειακές σχέσεις ενώ ο δεύτερος κουβαλά μέσα του αισθήματα απόλυτης άρνησης για τον αδερφό του... Μία τυραννική σύζυγος που με κάθε ευκαιρία εξευτελίζει τον «ανεπρόκοπο» που δεν φέρνει αρκετά χρήματα στο σπίτι (εδώ προστίθεται και πεθερά, που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα)... Ώσπου ξαφνικά ο πλούσιος αδερφός μαθαίνει ότι είναι σοβαρά άρρωστος και, σαν για εξιλέωση, αποφασίζει να δώσει στον φτωχό τις ευκαιρίες που του είχε στερήσει η ζωή...

Μέχρι εδώ, όλα θυμίζουν το θρυλικό «Έξω οι κλέφτες» με τον Ορέστη Μακρή. Όμως, ο ίδιος ο επιτυχημένος αδερφός (Μουρατίδης) είναι τώρα το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Και η ιδέα του έργου βασίζεται ακριβώς στην απόφασή του να μην τον βάλει κάτω η αρρώστια, αλλά αντίθετα να τον οδηγήσει – με όπλο το χιούμορ που αγγίζει τα όρια φιλοσοφικής στάσης – σε μια επανεκτίμηση όλων εκείνων των πραγμάτων που είναι σημαντικά στη ζωή. Μια ιδέα που, αν και έχουμε δει σε ουκ ολίγες χολιγουντιανές παραγωγές, δεν χάνει ποτέ τη γλυκόπικρη γοητεία της...

Το πιο δυνατό χαρτί της ταινίας είναι η εξαιρετική, μέσα στην εκφραστική λιτότητά της, ερμηνεία του Σπύρου Παπαδόπουλου (ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που «ξέχασα» τους ισχυρούς δεσμούς του με τον ελάχιστα συμπαθή, σε εμένα, Ολυμπιακό!). Θύμισε – αν όχι ξεπέρασε – τις καλύτερες κωμικο-δραματικές ερμηνείες του μεγάλου Θανάση Βέγγου, χωρίς καν να χρειαστεί να καταφύγει στην εύκολη υπερβολή, κάνοντας ένα και μόνο βλέμμα να λέει όσα χίλιες λέξεις!

Εξίσου εντυπωσιακή, και δίχως παραπομπές σε τηλεοπτικά πρότυπα, η σκηνοθεσία του Μορφονιού. Αξίζει κανείς να προσέξει τις λεπτομέρειες (π.χ., το φευγαλέο είδωλο ενός προσώπου στο πλαϊνό καθρεφτάκι ενός σπορ αυτοκινήτου). Μια σκηνοθεσία που υποστηρίχθηκε αποτελεσματικά από ένα σφιχτό μοντάζ, αλλά και από την απέριττη μουσική επένδυση του Θέμη Καραμουρατίδη.

Το επιμύθιο της ταινίας απλό, αλλά φιλοσοφημένο: «Η ζωή δεν είναι για να μας στενεύει αλλά για να τη φοράμε στο νούμερό μας!» Αξίζει να πεταχτεί κανείς ως τη «Τζαμάικα» για να το δει στην πράξη...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Τι γυρεύουν οι φιλόσοφοι στα κομματικά συνέδρια;


Με έκπληξη, ομολογώ, πληροφορήθηκα την παρουσία ενός σημαντικού σύγχρονου φιλοσόφου, του Στέλιου Ράμφου, ως κεντρικού ομιλητή σε κομματικό συνέδριο. Η ταυτότητα του κόμματος ελάχιστα με ενδιαφέρει και δεν προτίθεμαι να την σχολιάσω. Εξ άλλου, το σημείωμα δεν στοχεύει πολιτικά κόμματα αλλά εκφράζει σκέψεις πάνω σε θέματα αρχών...

Η έκπληξή μου έχει να κάνει με το κατά τη γνώμη μου ασυμβίβαστο ανάμεσα στην αποστολή του φιλοσόφου και τις επιδιώξεις και τις μεθόδους της κομματικοποιημένης πολιτικής. Εξηγούμαι:

Ο φιλόσοφος διδάσκει υπερβάσεις, αναζητά συνθέσεις. Στέκεται πάνω από τη διαφορετικότητα των πραγμάτων, ζητώντας να αναδείξει τη βαθύτερη ενότητά τους απέναντι στον υποκειμενικό διαχωρισμό τους. Πάνω απ’ όλα, υπηρετεί ιδέες και όχι φορείς που τις επικαλούνται – αν όχι τις εμπορεύονται...

Στο άλλο άκρο, τα κόμματα είναι πολιτικά «μαγαζιά» που στοχεύουν στην αύξηση της «πελατείας» τους (δική τους έκφραση – για τους ψηφοφόρους των άλλων κομμάτων, φυσικά!) με σκοπό την διατήρηση ή την κατάκτηση της εξουσίας. Για να πετύχουν τους στόχους τους δεν διστάζουν ακόμα και να διχάσουν τον λαό, ενσπείροντας μίσος για τον συγκυριακό αντίπαλο (το ανταγωνιστικό «μαγαζί») και όσους τον υποστηρίζουν πολιτικά, συχνά μάλιστα περιγράφοντάς τους ακόμα και ως οιονεί εθνικούς μειοδότες. Τα κόμματα, έτσι, διαιρούν την κοινωνία αντί να ενώνουν τους ανθρώπους. Και χρησιμοποιούν την ιδεολογία στο βαθμό που αυτή εξυπηρετεί τις επιδιώξεις τους, όχι ως αφετηρία αναζήτησης μιας βαθύτερης Αλήθειας.

Ο φιλόσοφος της ιστορίας μας, αφού εξέφρασε την απόλυτη βεβαιότητά του για τον επικείμενο πολιτικό θρίαμβο του κόμματος του οποίου το συνέδριο τον φιλοξενούσε, δεν παρέλειψε και να συστήσει σε αυτό πολιτική αυτοκριτική. Βέβαια, στις μέρες μας μια καθαρτήρια δήλωση του τύπου «αναλαμβάνω την ευθύνη για τα λάθη που έγιναν» αρκεί για να εξασφαλίσει παραγραφές και εξαγνισμούς, ενώ συχνά σώζει καριέρες πολιτικών προσώπων έως και προπονητών ποδοσφαίρου! Πιστεύει στ’ αλήθεια, όμως, ένας εκ των ευφυέστερων ανθρώπων της χώρας ότι, κατά προτροπή του και μόνο, ένα πολιτικό κόμμα με δυναμική εξουσίας θα μπορούσε ποτέ να αφορίσει τις πρακτικές εκείνες που το γιγάντωσαν και να απαρνηθεί τις δοκιμασμένες συνταγές που θα του εξασφαλίσουν και πάλι την επιτυχία;

Δεν προτίθεμαι, ασφαλώς, να αμφισβητήσω τα ευγενή κίνητρα ενός σημαντικού στοχαστή που επέλεξε να συμμετάσχει σε κομματικό συνέδριο. Ίσως ακόμα και να πιστεύει στο αρχαίο όραμα μιας (εν δυνάμει, εν προκειμένω) εξουσίας που έχει την αρετή να φιλοσοφεί. Όμως, ο σύγχρονος πολιτικός πραγματισμός δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια σε τέτοια ιδεαλιστικά οράματα. Για την ακρίβεια, θα λέγαμε ότι τα καθιστά απολύτως απαγορευτικά...

Aixmi.gr