Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

Είναι κακό πράγμα ο Νόμος και η Τάξη; Ένα ερώτημα που τίθεται ξανά

Κάποια παλιά κείμενα παραμένουν επίκαιρα. Δυστυχώς...



Όταν βλέπεις παλιά σου κείμενα να παραμένουν επίκαιρα, αυτό που αισθάνεσαι αρχικά είναι ένα αίσθημα ικανοποίησης. Νιώθεις πως τα θέματα που επέλεξες να πραγματευτείς δεν αφορούσαν προβλήματα της στιγμής αλλά είχαν πάνω τους τη σφραγίδα της διαχρονικότητας.

Μόλις, όμως, παρέλθει η σύντομη κρίση αυταρέσκειας, βιώνεις ένα αίσθημα μελαγχολίας για όσα θα έπρεπε να έχουν αλλάξει από τότε, μα δεν άλλαξαν ποτέ...

Ακούμε και πάλι στελέχη της μέχρι πρότινος κυβερνώσας Αριστεράς να αναφέρονται χλευαστικά στο λεγόμενο δόγμα «νόμος και τάξη», με βάση το οποίο, υποτίθεται, ασκείται πλέον η εξουσία στη χώρα. Και είναι θλιβερό το ότι δεν αντιλαμβάνονται, ακόμα και τώρα, μερικούς από τους πιο σημαντικούς λόγους για τους οποίους απογοήτευσαν την κοινωνία.

Εμμονικά προσκολλημένη σε μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα – τότε που ο χωροφύλακας υπηρετούσε συγκεκριμένους πολιτικούς (για κάποιους, «εθνικούς») σκοπούς – η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» θεωρεί ότι το ζήτημα της ασφάλειας των πολιτών, με δεδομένη μάλιστα την εγκληματικότητα που μαστίζει τη χώρα, είναι θέμα ακαδημαϊκής συζήτησης και μόνο. Η αθλιότητα που επικρατεί στα πανεπιστήμια μπορεί να αντιμετωπιστεί «με διάλογο», ενώ η στενότερη παρακολούθηση των όποιων ύποπτων δραστηριοτήτων αλλοδαπών (κάποιοι εκ των οποίων δεν βρίσκονται καν νόμιμα στη χώρα) θα μπορούσε και να θεωρηθεί ως υποκρύπτουσα «ρατσιστικά» κίνητρα. Οι δε σπασμένες βιτρίνες των καταστημάτων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με «κατανόηση», αφού τις απώλειες υφίστανται οι (εξ ορισμού και γενικώς) «έχοντες»...

Αναμφίβολα, τα τελευταία χρόνια η Αστυνομία έχει καταβάλει τιτάνιες προσπάθειες – και με περιορισμένα μέσα, λόγω κρίσης – να σταθεί στο ύψος της αποστολής της. Και τούτο όχι λόγω συμμόρφωσης με μία σχεδόν ανύπαρκτη πολιτική βούληση κυβερνώντων, αλλά από καθαρό φιλότιμο των ίδιων των αστυνομικών. Κάποιες επιτυχίες στην εξιχνίαση ιδιαίτερα δύσκολων περιπτώσεων εγκλημάτων ήταν όντως εντυπωσιακές, με δεδομένη μάλιστα την ανεύθυνη πολιτική «ανοιχτών συνόρων» και τη μετατροπή της χώρας σε «ξέφραγο αμπέλι» (ζητώ συγνώμη για φράσεις-κλισέ, όμως δεν έχω υπόψη άλλες που να αποδίδουν την κατάσταση καλύτερα).

Τον Αύγουστο του 2016, λοιπόν, σε κείμενό μας στο «Βήμα», είχαμε θέσει το (ρητορικό σε ό,τι αφορά τις προθέσεις μας) ερώτημα αν είναι κακό πράγμα ο νόμος και η τάξη. Τότε το είχαμε απευθύνει στην κυβέρνηση της χώρας. Σήμερα το απευθύνουμε ξανά, τούτη τη φορά στη μείζονα αντιπολίτευση. Αποδέκτες, εν τούτοις, παραμένουν τα ίδια πρόσωπα, με τις ίδιες πολιτικές ιδεοληψίες και ιδεολογικές αγκυλώσεις. Που δείχνουν να συνεχίζουν να μην έχουν επαφή με μερικά από τα σημαντικότερα προβλήματα της κοινωνίας...

Ας δούμε τι είχαμε γράψει τρία χρόνια πριν:

--------------------------------

(...) Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο με τον οποίο «κύκλοι του Μαξίμου» απάντησαν σε δήλωση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία (δήλωση) επέκρινε την κυβέρνηση για την «αμήχανη» και «εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες» αντιμετώπιση των ζητημάτων που αφορούν τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια των πολιτών.

Δεν είναι πρόθεση του παρόντος σημειώματος η επί της ουσίας τοποθέτηση πάνω στη δήλωση του κ. Κ. Μητσοτάκη. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η προαναφερθείσα απάντηση «κυβερνητικών πηγών», έτσι όπως είδε το φως της δημοσιότητας μέσω αναρτήσεων σε έγκυρα ειδησεογραφικά sites (φιλοκυβερνητικών μη εξαιρουμένων):

«Αμήχανος απέναντι στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης σε θεσμούς, οικονομία και κοινωνικό κράτος, ο κ. Μητσοτάκης ακολουθεί τη γνωστή μα αποτυχημένη συνταγή ‘Νόμος και Τάξη'. Γνωστή και σταθερή πολιτική συνέχεια της κυβέρνησης Σαμαρά στην οικονομία και στην προπαγάνδα. Το μόνο που διακυβεύεται είναι η προοπτική της ΝΔ και το καταδικασμένο από το λαό πρόγραμμά της. Την ασφάλεια των πολιτών την εγγυώνται καθημερινά οι θεσμοί της συντεταγμένης πολιτείας και της δημοκρατίας.»

Θα ήθελα με την ευκαιρία να διατυπώσω μερικά καλοπροαίρετα ερωτήματα:

1. Αν η συνταγή «Νόμος και Τάξη» κρίνεται καταρχήν ως αποτυχημένη, ποιο είναι το επιτυχές εναλλακτικό της; Μήπως το «Ανομία και Χάος»;

2. Είναι απολύτως βέβαιο ότι, ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους οι πολίτες καταδίκασαν ένα προγενέστερο πρόγραμμα, ήταν η (υποτιθέμενη) προσήλωση του προγράμματος αυτού στο Νόμο και την Τάξη; Ή, για να αντιστρέψω το ερώτημα: Είναι βέβαιο ότι οι πολίτες ψήφισαν ένα διαφορετικό πρόγραμμα γιατί, μεταξύ άλλων, οι εμπνευστές του εμφανίζονταν ανέκαθεν «αλλεργικοί» απέναντι σε κάθε τι που παρέπεμπε στη νομιμότητα και την ευταξία;

3. Οι θεσμοί της συντεταγμένης πολιτείας και της δημοκρατίας, οι οποίοι εγγυώνται την ασφάλεια των πολιτών, μπορούν να επιτυγχάνουν τους στόχους τους παρακάμπτοντας τους νόμους της χώρας και αδιαφορώντας για τη διαφύλαξη της τάξης (θεωρώντας την, ενδεχομένως, ως «αντιδημοκρατική» πρακτική);

Ο παρατηρητικός αναγνώστης θα έχει ήδη αντιληφθεί ότι τα παραπάνω ερωτήματα είναι κατά βάση ρητορικά. Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, τρομάζει: Θα πρέπει άραγε να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι η ανομία βαθμιαία καθίσταται de facto νόμος του κράτους σ’ αυτή τη χώρα; Ένας «νόμος», μάλιστα, που η ίδια η εξουσία ελάχιστα πρόθυμη φαίνεται να αμφισβητήσει, πόσο μάλλον να ανατρέψει στην πράξη...

ΤΟ ΒΗΜΑ, Αύγουστος 2016

--------------------------------

Το ζήτημα της ασφάλειας των πολιτών δεν έχει πολιτικό πρόσημο, ούτε κομματικό χρώμα. Αφορά θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στον πολίτη. Αυτό δείχνουν να το έχουν κατανοήσει οι νέοι διαχειριστές της εξουσίας, και ευχής έργο θα είναι αν μείνουν πιστοί μέχρι τέλους στις σχετικές δεσμεύσεις τους.

Όσο για την αξιωματική αντιπολίτευση, που πλειοδοτεί σε ευαισθησία για τους κατατρεγμένους του κόσμου, την επαναστατημένη νεολαία και τους έγκλειστους των φυλακών, θα συνιστούσαμε να καταδεχθεί να ρίξει μια ματιά και στην ελληνική κοινωνία, εν γένει. Ίσως μία περιήγηση στις γειτονιές των μη προνομιούχων, και μια συζήτηση μαζί τους, θα μπορούσε να την διαφωτίσει σχετικά με την (κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή) καθημερινότητα του πολίτη σε ό,τι αφορά την ασφάλειά του. Και μετά, η «ανανεωτική» ας κάνει, επιτέλους, την αυτοκριτική της...

Aixmi.gr - ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ερωτήματα προς την νέα κυβέρνηση, που ζητούν απαντήσεις


Στις εκλογικές μάχες που οδηγούν σε κομματική διαδοχή, αυτός που κερδίζει είναι εκείνος που κατορθώνει να πείσει ότι έχει τη θέληση και τη δύναμη να πραγματοποιήσει όσα ο προκάτοχός του είτε δεν θέλησε, είτε δεν μπόρεσε να πράξει. Κάποια από αυτά, μάλιστα, δεν είναι καν αναγκαίο να αποτελούν μέρος προεκλογικών υποσχέσεων: είναι απλά αυτονόητα.

Αφήνοντας στην άκρη ζητήματα που άπτονται της οικονομίας (γι’ αυτά μπορούν να μιλήσουν αναλυτές πολύ ειδικότεροι του γράφοντος) θα επικεντρωθούμε σε θέματα καθημερινότητας στα οποία, ομολογουμένως, η απελθούσα κυβέρνηση είτε δεν έχει να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες, είτε δεν τα θεώρησε καν ως προβλήματα. Ο πολίτης, λοιπόν, ζητά ξεκάθαρες απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο η νέα εξουσία θα επιτύχει εκεί που απέτυχε η προηγούμενη. Γιατί, το να λύνεις ένα πρόβλημα στην πράξη απέχει πολύ από το να υπόσχεσαι με αυτοπεποίθηση πως έχεις τη λύση «στο τσεπάκι σου»!

Αλλά, απαντήσεις ζητά ο πολίτης και σε ερωτήματα που αφορούν όχι αναγκαίες πολιτικές που δεν υλοποιήθηκαν αλλά νέες πολιτικές που έχουν εξαγγελθεί, σύμφωνα με ένα ιδεολογικό πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο των προκατόχων της εξουσίας. Ειδικά, αν η υποκείμενη ιδεολογία αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης για το κατά πόσον οι πολιτικές αυτές είναι απόλυτα φιλικές προς το κοινωνικό σύνολο...

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, μία ενδεικτική καταγραφή πιθανών ερωτημάτων του πολίτη για το πώς η νέα κυβέρνηση προτίθεται να χειριστεί μερικά από τα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία.

1. Η εικόνα εξαθλίωσης που εμφανίζουν τα ελληνικά πανεπιστήμια σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το λεγόμενο «πανεπιστημιακό άσυλο», μία από τις μεγαλύτερες πληγές της ανώτατης παιδείας. Η νέα κυβέρνηση έχει λάβει σαφείς δεσμεύσεις για την κατάργησή του. Σε θεσμικό επίπεδο αυτό είναι εύκολο, αφού το ζήτημα επιλύεται με έναν νόμο που μετά βεβαιότητας θα ψηφιστεί στη Βουλή. Η εφαρμογή του νόμου στην πράξη, όμως, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε βίαιες συγκρούσεις με ομάδες ανομίας που, με την πολιτική κάλυψη και ανοχή «προοδευτικών» κύκλων, έχουν μάθει να θεωρούν το πανεπιστήμιο σαν λημέρι κι ορμητήριό τους. Ως πού είναι διατεθειμένη η νέα κυβέρνηση να φτάσει ώστε να επιβάλει τον νόμο; Και, θεωρεί ότι διαθέτει τα μέσα προς τον σκοπό αυτό; (Το τελευταίο ερώτημα δεν είναι ρητορικό, ζητά πραγματική απάντηση.)

2. Στο κέντρο της Αθήνας δρουν ανεξέλεγκτα (και επίσης υπό την πολιτική κάλυψη «προοδευτικών» κύκλων) ομάδες περιθωριακών στοιχείων που θεωρούν ως κεκτημένο τους δικαίωμα να επιβάλλουν βίαια τους δικούς τους «νόμους» σε πάντες τους μη αρεστούς. Σχεδόν καθημερινές είναι οι δολοφονικές επιθέσεις τους στις αστυνομικές δυνάμεις, περιστατικά στα οποία η ειδησεογραφία αναφέρεται με την στερεότυπη κατάληξη «δεν υπήρξαν συλλήψεις ή προσαγωγές». Είναι φανερό ότι το μόνο που επιτρέπεται στις δυνάμεις της τάξης είναι να αμύνονται. Θα υπάρξουν τώρα διαφορετικές εντολές, στην κατεύθυνση της αυτονόητης επιβολής του νόμου; Και, επαρκούν οι αστυνομικές δυνάμεις της πόλης για την αντιμετώπιση των ακραία βίαιων αντιστάσεων που αναμένονται; (Να συνυπολογίσουμε εδώ και κάποιες γνωστές φωνές στο Κοινοβούλιο, που θα μιλούν για «αστυνομικό κράτος» και για κυβέρνηση που πορεύεται με γνώμονα το δόγμα «νόμος και τάξη».)

3. Όμως, τα προβλήματα της Αθήνας δεν περιορίζονται στη δράση ακραίων ομάδων με (ας τα ονομάσουμε έτσι) «πολιτικά» κίνητρα. Όσοι έχουμε την «κακή» συνήθεια να περπατούμε στο κέντρο της πόλης (ειδικά, σε μεγάλη ακτίνα γύρω από την πλατεία Ομονοίας) παρατηρούμε με αίσθημα δέους μία βαθιά πολιτισμική αλλοίωση του τοπίου. Και, δεν θα τολμούσα να θίξω την ιερή πολυπολιτισμικότητα αν το φαινόμενο δεν συνδεόταν άμεσα με ένα κλίμα γενικευμένης ανομίας. Χρήστες ουσιών παίρνουν ελεύθερα τη δόση τους μπροστά στα μάτια των διερχομένων, την οποία δόση αγόρασαν πριν λίγο από αλλοδαπούς εμπόρους που κάνουν χρυσές δουλειές στα πέριξ... Κλεφτρόνια με δεξιότητες ταχυδακτυλουργού είναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή να σου ανοίξουν την τσάντα χωρίς καν να το πάρεις είδηση, ενώ άλλοι «επιχειρηματίες» πουλούν κλεμμένα κινητά σε τιμή ευκαιρίας... Αν είναι κάποιος «τυχερός», μπορεί ακόμα και να δει ανθρώπους να σφάζονται στη μέση του δρόμου! (Τα παραπάνω δεν μου τα αφηγήθηκαν, υπήρξα αυτόπτης μάρτυς τους – σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, και παρ’ ολίγον θύμα.) Ερώτηση: Υπάρχει σχέδιο για την αποκατάσταση της ομαλότητας στο κέντρο της πόλης, χωρίς να απειληθεί η ασφάλεια των κατοίκων και (ας το πούμε κι αυτό) η κατεστημένη, πλέον, πολυπολιτισμικότητα;

4. Μία από τις πλέον δυσάρεστες παρενέργειες της πολυπολιτισμικότητας είναι η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα. Και δεν αναφέρομαι τόσο στον αριθμό των εγκλημάτων, όσο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους. Ειδικά όταν τα θύματα είναι ηλικιωμένα και ανήμπορα άτομα που βασανίζονται απάνθρωπα – και συχνά δολοφονούνται με τρόπο άγριο – για την ευτελή λεία μερικών δεκάδων ευρώ. Υπάρχει σχέδιο πρόληψης της εγκληματικότητας, ή θα αρκούμαστε πάντα στην εκ των υστέρων ταυτοποίηση των δραστών (εδώ η αστυνομία έχει πράγματι να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες);

5. Σε συνέχεια της προηγούμενης παρατήρησης θα πρέπει να πούμε ότι η Ελλάδα είναι – οφείλει να είναι – μία φιλόξενη χώρα. Ειδικά για εκείνους που καταφεύγουν εδώ για να σώσουν τις ζωές τους από τη φρίκη του πολέμου ή την απειλή τυραννικών καθεστώτων. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, ένα πολύ προσεκτικό «φιλτράρισμα» όσων περνούν τα σύνορα της χώρας δηλώνοντας «πρόσφυγες» ή επιδιώκοντας να αποκτήσουν την ιδιότητα του μετανάστη. Ο τόπος πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει την αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου στις μεταναστευτικές ροές, αφού ανάμεσα σε ανθρώπους με αγαθές προθέσεις παρεισφρέουν και κοινοί τυχοδιώκτες και σκληροί κακοποιοί που έρχονται με κίνητρο το εύκολο χρήμα (ακόμα κι αν χρειαστεί να το αρπάξουν βίαια), ενισχύοντας το οργανωμένο έγκλημα. Θα μπορέσει η νέα κυβέρνηση να ανακόψει την ανεξέλεγκτη είσοδο τέτοιων κακοποιών στοιχείων στη χώρα; Και, θα κατορθώσει τελικά να απαλείψει τις επιπτώσεις από την άφρονα και εθνικά επικίνδυνη «πολιτική ανοιχτών συνόρων» που με ιδεολογική συνέπεια εφάρμοσε το προηγούμενο σύστημα εξουσίας;

6. Οι προθέσεις ως προς την εξυγίανση του δημόσιου συστήματος Υγείας περιγράφονται με όμορφα λόγια που υποκρύπτουν θολά νοήματα. Ακούμε για το «πάντρεμα» του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, σαν έναν εξασθενημένο οργανισμό που του χορηγείς βιταμίνες για να δυναμώσει. Ακούμε επίσης ότι τα έξοδα του «γάμου» δεν θα βαρύνουν τον πολίτη. Η τελευταία αυτή διαβεβαίωση, εν τούτοις, ηχεί πολύ καλή για να είναι αληθινή, και ευλόγως οι ασφαλισμένοι την υποδέχονται με έναν βαθμό δυσπιστίας. Ο λόγος είναι ότι, σε αντίθεση με το δημόσιο (με τις όποιες γνωστές παθογένειές του) ο ιδιωτικός τομέας δεν εμφορείται από αίσθημα επιτέλεσης λειτουργήματος: τα κίνητρά του είναι αμιγώς επαγγελματικά. Θα είναι πάντοτε σε θέση το δημόσιο να ανταποκρίνεται απόλυτα στις απαιτήσεις της συνεργασίας με τους ιδιώτες, ή θα αναγκαστεί κάποια στιγμή να στραφεί στους ασφαλισμένους; Και, αν τούτο συμβεί, υπάρχει ή όχι περίπτωση de facto δημιουργίας υπηρεσιών ασφάλισης δύο ταχυτήτων, όπου ποιοτική περίθαλψη θα απολαμβάνουν μόνο όσοι ασφαλισμένοι θα έχουν να πληρώσουν το «κάτι παραπάνω»; Αυτά τα ερωτήματα δεν θα θέτει η Αριστερά, τα θέτει η κοινή λογική!

7. Υπάρχει διάχυτη στην κοινωνία η εντύπωση ότι το λεγόμενο κοινωνικό κράτος δεν βρίσκεται ανάμεσα στους πρωταρχικούς οραματισμούς της παρούσας κυβέρνησης. Για την ακρίβεια, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι κορυφαία πρόσωπα της κυβέρνησης απεχθάνονται αυτή τούτη την ιδέα του κοινωνικού κράτους. Και, ειδικότερα, ελάχιστη ευαισθησία διαθέτουν για το ζήτημα της προστασίας της εργασίας. Όσο και αν η επίκληση του ονόματος «Πινοσέτ» από την Αριστερά θα μπορούσε, με βάση το πνεύμα του λόγου, να θεωρηθεί και ως υβριστική, το γεγονός παραμένει ότι ο δικτάτορας Πινοσέτ ήταν εκείνος που πρώτος πειραματίστηκε με τις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερισμού στην ακραιφνή τους εκδοχή – την ίδια εκείνη εκδοχή που εκπροσωπεί η σχολή σκέψης στην οποία είναι ιδεολογικά ενταγμένος ο πρωθυπουργός. Όλα αυτά δημιουργούν εύλογες ανησυχίες σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το οποίο ζητά σαφείς απαντήσεις ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησης σε θέματα κοινωνικής πολιτικής. Θα δοθούν;

Θα αρκεστούμε στα λίγα ερωτήματα που παραθέσαμε πιο πάνω. Άλλωστε, όπως αναφέραμε στην αρχή, η επιλογή τους είναι καθαρά ενδεικτική, δεν καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των απαντήσεων που εξαρχής οφείλονται στην κοινωνία από την νέα κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, η συμβατότητα των διακηρυγμένων θέσεων με την πολιτική που θα ασκηθεί στη συνέχεια, θα κρίνει την συνέπεια της κυβέρνησης στο τέλος της τετραετίας.

Μικρές αποκλίσεις είναι φυσικό να συμβούν, στο βαθμό που κυβερνούν άνθρωποι και όχι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Μία μόνο ανθρώπινη αδυναμία είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή, και οι όποιες αποκλίσεις πολιτικής λόγω αυτής θα είναι καταδικαστικές για την κυβέρνηση στη συνείδηση της κοινωνίας: H αλαζονεία. Από την οποία χορτάσαμε τα τεσσεράμισι χρόνια που προηγήθηκαν. Έστω και αν – κακώς κατά τη γνώμη μου – στείλαμε στη Βουλή κάποιους κορυφαίους εκπροσώπους της με επιτηδευμένα ανορθόγραφα ονόματα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Βαγγέλης Γιακουμάκης: Η ενοχή των αυτουργών και η ευθύνη μιας κοινωνίας


Τον Οκτώβριο του 1965, ένα αποτρόπαιο έγκλημα συγκλόνισε τις ΗΠΑ. Θύμα η 16χρονη Sylvia Likens, που έχασε τη μάχη με τον θάνατο αφού υπέστη φρικιαστικά βασανιστήρια για τρεις ολόκληρους μήνες, κλεισμένη στο βρώμικο υπόγειο ενός σπιτιού στην Indiana. Στον φόνο συμμετείχε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, Gertrude Baniszewski (στην οποία οι γονείς της Sylvia είχαν εμπιστευτεί την προσωρινή φιλοξενία της κόρης τους και της μικρότερης αδελφής της έναντι 20 δολαρίων την εβδομάδα), τα έξι παιδιά τής Baniszewski, καθώς και μερικά γειτονόπουλα, φίλοι των παιδιών. Όπως κυνικά ομολόγησαν κάποια παιδιά στη δίκη, απλά «διασκέδαζαν» πάνω στο κορμί μιας απροστάτευτης έφηβης που σε τίποτα δεν τους είχε πειράξει. Η Sylvia Likens πλήρωσε με την ίδια της τη ζωή το μοναδικό της «κρίμα»: πως ήταν πολύ μόνη και πολύ αδύναμη για να αντισταθεί στα τέρατα!

Την θλιβερή αυτή ιστορία θυμήθηκα καθώς ξαναδιάβαζα πρόσφατα τις ανατριχιαστικές μαρτυρίες για τον φόνο του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Σύμφωνα με το δικαστήριο, ως φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί κρίθηκαν τα μέλη μίας ομάδας (θα αντισταθώ στον πειρασμό της χρήσης διαφορετικής λέξης) συμφοιτητών και συντοπιτών του Βαγγέλη. Και αυτοί είναι που τιμωρήθηκαν κατά τον νόμο (έστω και αν – το λέω δίχως κριτική διάθεση – η τιμωρία για την αφαίρεση μιας ζωής ισοδυναμεί, τελικά, με την αξία ενός καφέ την ημέρα, για μερικούς μήνες...). Είναι όμως αρκετοί;

Κατά τη γνώμη μου, έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα κατά βάση ρατσιστικό έγκλημα. Μία μικρή κοινότητα «μάτσο» νταήδων, εκπρόσωπων μιας κουλτούρας που ελαφρά τη καρδία ρίχνει στον Καιάδα κάθε έκφανση αδυναμίας, ευαισθησίας ή μετριοπάθειας εκ μέρους του παραδοσιακού αρσενικού, οδήγησε στην απόγνωση και, τελικά, στην αυτοκτονία έναν νέο άνθρωπο που απλά δεν ταίριαζε στο «μπρουτάλ» στερεότυπό τους.

Κατηγορούμενη, εν τούτοις, δεν θα ‘πρεπε να είναι μόνο η συγκεκριμένη ομάδα των αυτουργών του εγκλήματος αλλά, ευρύτερα, ένα ακραία συντηρητικό και εσωστρεφές κοινωνικό υποσύνολο ενός λαού με μεγάλη ιστορία και παράδοση. Το οποίο υποσύνολο, ακόμα και την δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα εξακολουθεί να κυριαρχείται από πρωτόγονες αντιλήψεις και να διακατέχεται από βάρβαρα ένστικτα.

Μερίδιο ευθύνης, όμως, αναλογεί και στην υπόλοιπη τοπική κοινωνία, η οποία (ίσως και για λόγους μη διατάραξης της κοινωνικής συνοχής) αποφεύγει να απομονώσει ηθικά εκείνους που βάναυσα την δυσφημούν, και να αποκηρύξει εμφατικά και ξεκάθαρα την νοοτροπία τους που πόρρω απέχει από τα ιδεώδη του σύγχρονου πολιτισμού. Και, ο λαός που έβγαλε έναν Καζαντζάκη δεν επιτρέπεται να μένει σιωπηλός μπροστά στον άδικο θάνατο!

Από σεβασμό στη μνήμη ενός νέου ανθρώπου που έφυγε τόσο φριχτά και τόσο παράλογα, δεν θα πλατειάσω στο παρόν σημείωμα. Άλλωστε, τα δικά μου φτωχά λόγια εδώ περιττεύουν...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

Χειρότερα δεν γίνεται: Όταν η τηλεόραση χάνει το μέτρο...


Το περιστατικό μού το μετέφερε αναγνώστρια, με την παράκληση να το δημοσιοποιήσω. Όχι για να εκτεθούν πρόσωπα (αυτό δεν ενδιαφέρει είτε εκείνη, είτε τον γράφοντα) αλλά για να εκτεθεί η ευκολία με την οποία ο δημόσιος λόγος – ιδιαίτερα ο εκφερόμενος από πανίσχυρα δημοσιογραφικά μικρόφωνα – χάνει κάποιες φορές το μέτρο. Και ελαφρά τη καρδία γίνεται εισαγγελικός κατασκευάζοντας «ενόχους» και «θύματα», ακόμα και με βάση παρωχημένες αντιλήψεις που έχουν προ πολλού χρεοκοπήσει στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Αποτέλεσμα είναι να θίγονται αδιακρίτως ανθρώπινες υπολήψεις και να πληγώνονται άνθρωποι που βιώνουν δύσκολες καταστάσεις στον προσωπικό και οικογενειακό τους χώρο. Ακόμα περισσότερο αν οι καταστάσεις αυτές αφορούν αγαπημένα πρόσωπα που διανύουν το τελευταίο στάδιο της ζωής τους...

Πριν απ’ όλα, το θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω μερικά στοιχεία για την αναγνώστρια στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω. Η μητέρα της είναι τώρα στα ενενήντα. Εδώ και κάπου πέντε χρόνια παρουσίασε κινητικά προβλήματα στα κάτω άκρα, με αποτέλεσμα να της είναι αδύνατο να κυκλοφορεί χωρίς βοήθεια ακόμα και μέσα στο σπίτι. Η αναγνώστρια αναγκάστηκε να καταφύγει στη γνωστή λύση της μόνιμης οικιακής βοηθού – και, για να μην κρυβόμαστε, μιας αλλοδαπής βοηθού, αφού αυτή είναι πλέον η μόνη επιλογή που υφίσταται...

Από το σπίτι της μητέρας της παρέλασαν πολλές γυναίκες. Κάποιες έδειξαν καλά στοιχεία στην αρχή. Κατάφεραν έτσι να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της ηλικιωμένης. Κάτι περισσότερο: της έγιναν απαραίτητες, κάνοντάς την να εξαρτηθεί απόλυτα από την παρουσία τους. Και ξαφνικά, ως κεραυνό εν αιθρία ανήγγειλαν την αποχώρησή τους, συνήθως «για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους πίσω στην πατρίδα». Η αλήθεια ήταν ότι είχαν μαζέψει τα χρήματα που εξαρχής γνώριζαν ότι χρειάζονταν, και δεν είχαν εκείνη τη στιγμή την ανάγκη να εργαστούν περισσότερο. Αποτέλεσμα αυτής της απρόοπτης εξέλιξης ήταν η ηλικιωμένη να βιώνει αισθήματα ανασφάλειας («ποια θα έρθει τώρα; θα είναι το ίδιο καλή;») και να πέφτει σε κατάθλιψη...

Υπήρξαν και κάποιες που αποδείχθηκαν επικίνδυνα υποκοσμικά στοιχεία. Όπως μαθεύτηκε αργότερα, μία από αυτές «έμπαζε» τις νύχτες στο σπίτι της ηλικιωμένης ένα άτομο που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εκτελούσε χρέη προαγωγού της σε «δραστηριότητες» (κατ’ ανάγκη κοντά στο σπίτι) κατά τις συχνές – και αδικαιολόγητα παρατεταμένες – εξόδους της «για ψώνια»!

Όμως, κάποια στιγμή το πρόβλημα έπαψε να περιορίζεται στον χαρακτήρα των οικιακών βοηθών. Η υπέργηρη γυναίκα άρχισε να χρειάζεται συνεχή ιατρική παρακολούθηση και επίβλεψη από επαγγελματικό νοσηλευτικό προσωπικό. Η κόρη της βρέθηκε έτσι στην ανάγκη να εξετάσει τη λύση μίας μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων. Ήταν μια εκδοχή που ως τότε δεν μπορούσε καν να σκεφτεί. Και ήταν η ίδια η μητέρα της, τελικά, που με πνεύμα ρεαλισμού και αίσθημα αποδοχής την βοήθησε να πάρει την δύσκολη απόφαση.

Το ευτύχημα ήταν ότι η ηλικιωμένη γυναίκα είχε μία σύνταξη που της επέτρεψε να εξασφαλίσει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες διαβίωσης στην αξιοπρεπέστατη μονάδα. Και ευτύχημα επίσης ήταν το ότι προσαρμόστηκε σχετικά γρήγορα στα νέα δεδομένα της ζωής της.

Τα πράγματα δεν ήταν, εν τούτοις, το ίδιο ανώδυνα για την κόρη της, η οποία, και υπό το βάρος κοινωνικών στερεοτύπων που εξακολουθούν ως σήμερα να συνθέτουν συστήματα «ηθικής», άρχισε να βιώνει τυραννικά αισθήματα ενοχής απέναντι στη μητέρα της. Μάλιστα, εν είδει (συνειδητής ή όχι) «αυτοτιμωρίας», έφτασε στο σημείο να αρνείται κάθε χαρά της ζωής και να ζει κλεισμένη στο σπίτι σαν ερημίτισσα, επιτρέποντας στον εαυτό της ως μόνες εξόδους τις τακτικές επισκέψεις στη μονάδα.

Θα μπορούσα να πω ότι, κατά μία έννοια, η κόρη εγκλείστηκε αυτόβουλα στον κόσμο της μητέρας της ζώντας τη ζωή εκείνης – ή, τουλάχιστον, αυτό που η ίδια πρόβαλλε στη συνείδησή της ως ζωή της μητέρας της, των αναλογιών μη τηρουμένων!

Και φτάνω στον λόγο ύπαρξης αυτού του σημειώματος. Η αναγνώστρια είχε την ατυχία να έχει ανοιχτή την τηλεόραση την Κυριακή 23/6, χαζεύοντας μία εκπομπή την οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να κατονομάσω. Κι εκεί άκουσε κάποια στιγμή την βασική παρουσιάστρια να λέει το εξής (όπως μου το μετέφερε η ίδια η αναγνώστρια, της οποίας την περιγραφή έχω κάθε λόγο να θεωρώ απόλυτα πιστή):

«Εγώ ξέρω ότι σε οίκο ευγηρίας πάνε ηλικιωμένοι που τους έχουν πετάξει τα παιδιά τους!»

Η παρουσιάστρια της εκπομπής είναι έμπειρη στον τηλεοπτικό χώρο, δεν είναι καινούργια στο επάγγελμα. Θα ανέμενε κανείς, λοιπόν, να ζυγίζει περισσότερο προσεκτικά και με μεγαλύτερη υπευθυνότητα τα λόγια της όταν αυτά θίγουν ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. Ειδικά, μάλιστα, αν τα τελευταία αφορούν την ίδια την ανθρώπινη συνείδηση. Εκτός, φυσικά, αν υποθέσουμε ότι θεωρεί τους τηλεθεατές στο σύνολό τους ως ανάλγητους αμοραλιστές που έχουν ανάγκη από κάποιο μαζικό ηθικό ταρακούνημα! Αυτό, όμως, είναι μάλλον δύσκολο να το πιστέψω...

Μία άκριτη δημόσια τοποθέτηση όπως η παραπάνω είναι τόσο προσβλητική, όσο και επικίνδυνη. Εξηγούμαι:

Κατά πρώτον, προσβάλλει βάναυσα στο σύνολό τους εκείνους τους συνανθρώπους μας που, όπως η αναγνώστρια, βρίσκονται στην ανάγκη να υπερβούν κοινωνικά ταμπού – αλλά και να υπερνικήσουν προσωπικές προκαταλήψεις κι ενοχές – προκειμένου να εξασφαλίσουν στους αγαπημένους τους ηλικιωμένους την μέριμνα που μόνο ένα ειδικευμένο προσωπικό μπορεί να προσφέρει. Άλλωστε, η «ηθικολογική» εκδοχή της τηλεπαρουσιάστριας σε ό,τι αφορά τις προθέσεις είναι, εν τέλει, άτοπη, αφού ο οίκος ευγηρίας συνιστά την λιγότερο συμφέρουσα λύση για τα ίδια τα παιδιά. Ο λόγος είναι απλός: η «σύνταξη της γιαγιάς και του παππού» εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες της γιαγιάς και του παππού. Για τίποτ’ άλλο πλέον δεν περισσεύει...

Κατά δεύτερον, θα πρέπει κάποιος να ενημερώσει την έμπειρη τηλεπαρουσιάστρια (αν δεν το γνωρίζει ήδη) ότι οι ηλικιωμένοι, και ιδιαίτερα όσοι είναι καθηλωμένοι λόγω κινητικών προβλημάτων, βλέπουν πολλή τηλεόραση καθημερινά (είναι η μόνη ψυχαγωγία που τους έχει απομείνει). Αναλογίζεται, άραγε, η καλή κυρία τις ψυχολογικές συνέπειες που είναι πιθανό να έχει επιφέρει ο λόγος της σε άτομα που φιλοξενούνται σε οίκους ευγηρίας, στην περίπτωση που αυτά έτυχε να «πληροφορηθούν» ότι βρίσκονται «πεταμένα» εκεί από τα παιδιά τους; Ευτυχώς η μητέρα της αναγνώστριας παρακολουθούσε ειδήσεις σε κάποιο άλλο κανάλι την Κυριακή στις 23 του Ιούνη...

Χειρότερα δεν γίνεται, λοιπόν, για την τηλεόραση, όταν αυτή υπερβαίνει τα όρια της υπεύθυνης ενημέρωσης αναλαμβάνοντας ρόλο αυτόκλητου κοινωνικού εισαγγελέα. Νομίζω ότι το λιγότερο που οφείλει τώρα το κανάλι είναι μία δημόσια συγγνώμη προς όλους εκείνους που ευλόγως αισθάνθηκαν θιγμένοι – ακόμα και πληγωμένοι – από το μειωτικό σχόλιο που ακούστηκε στο πρόγραμμά του.

Όσο για την τηλεπαρουσιάστρια, τι να πούμε... Τελικά, μία δημοφιλής ξανθόμαλλη ανταγωνίστριά της αποδεικνύεται περισσότερο σοβαρή και με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση σε ό,τι αφορά ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. Κι ας μην πλασάρει καν τον εαυτό της σαν «ποιοτική»...

Aixmi.gr  -  ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ηθικά πλεονεκτήματα ή ηθικά μειονεκτήματα;

Παρά την εξ ανάγκης καταφυγή σε πρόωρες εκλογές, η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» πέτυχε κάτι εντυπωσιακό. Άσκησε απρόσκοπτα την εξουσία εν μέσω μνημονιακής λαίλαπας, έχοντας στο μεταξύ διαψεύσει τόσο τις ίδιες τις αριστερές αρχές (οι οποίες πάνω απ’ όλα καθιστούν την ευτέλεια του ακραίου λαϊκισμού ασύμβατη με το γενικότερο αριστερό ήθος) όσο και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και (ανεδαφικές, εν τέλει) υποσχέσεις με τις οποίες είχε αρχικά σαγηνεύσει την ελληνική κοινωνία.

Μία δημοφιλής ερμηνεία της ανεκτικότητας που επέδειξε η κοινωνία αυτή τα περισσότερα από τέσσερα χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, κάνει αναφορά στο περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο εξ ορισμού, υποτίθεται, φέρει ως αποκλειστικό προνόμιο η ελληνική Αριστερά. Μία ιδέα που η ίδια η Αριστερά προπαγάνδισε συστηματικά και διακίνησε αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίσει την κατά το δυνατόν καλόπιστη αντιμετώπισή της από τους πολίτες.

Η παραπάνω ιδέα σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, καθώς και μετά από αυτόν. Αν, εν τούτοις, θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, θα πρέπει να αναφερόμαστε όχι τόσο στο «ηθικό πλεονέκτημα» των ηττημένων του πολέμου, όσο στο «ηθικό μειονέκτημα» των νικητών. Είναι το δεύτερο που de facto στοιχειοθετεί το πρώτο! Και, για τις ανάγκες μίας ισόρροπης ανάλυσης, θα πρέπει εξίσου να εξετάσουμε και το ηθικό μειονέκτημα των ηττημένων. Αν μη τι άλλο, σε επίπεδο προθέσεων…

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε επίσημα το 1945. Για την Ελλάδα το τέλος ήρθε λίγο νωρίτερα – οι τελευταίοι Γερμανοί έφυγαν τον Οκτώβριο του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν τα «Δεκεμβριανά», προανάκρουσμα του φοβερού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε.

Ο Εμφύλιος, κατά τους ιστορικούς, τελείωσε το 1949 με νίκη των δυνάμεων του «αστικού» κοινοβουλευτικού συστήματος (της «Δεξιάς», όπως συνήθως λέγεται) και ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (της «Αριστεράς», αν και ο όρος έχει σημαντικά διευρυνθεί εννοιολογικά και πολιτικά από τότε).

Αυτά λένε τα επίσημα ιστορικά συγγράμματα. Γιατί, η εμπειρία λέει άλλα: πως ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ! Το αναλλοίωτο πολιτικό λεξιλόγιό του, το οποίο μένει ζωντανό σε πείσμα του χρόνου, το καταδεικνύει. Όπως και το άσβεστο μίσος που άφησαν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές οι εμφυλιοπολεμικές παρατάξεις, οι αυτόκλητοι πολιτικοί κληρονόμοι των οποίων διεκδικούν – κάθε πλευρά για τον εαυτό της – το αποκλειστικό δικαίωμα στην επίκληση της «ηθικής ανωτερότητας».

Το να αναζητά κανείς ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικούς χώρους που ενεπλάκησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (ακόμα περισσότερο, αν πρόκειται για εκείνον από τους αντιπάλους που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξεκίνημα της σφαγής) φαντάζει οξύμωρο. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται είναι όχι αν η Δεξιά ή η Αριστερά δικαιούται να διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα στη μετεμφυλιοπολεμική Ιστορία, αλλά σε ποια από τις δύο πλευρές θα πρέπει να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα! Γιατί, η ηθική ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα του δικού μας εμφυλίου. Ο οποίος ουσιαστικά δεν ξεκίνησε το 1946 – ούτε καν με τα «Δεκεμβριανά» – αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής…

Η τιμημένη Εθνική Αντίσταση, πάνω στην οποία αργότερα χτίστηκαν πολιτικές καριέρες – και χάριν της οποίας χορηγήθηκαν εθνικές συντάξεις – δεν ήταν πάντα μία πράξη αυθόρμητου πατριωτισμού και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης. Ας δούμε τι γράφει (*) ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και καθηγητής νεοελληνικής Ιστορίας, Richard Clogg, στον οποίο μόνο μεροληψία ή ανθελληνικότητα δεν μπορεί να χρεωθεί:

«Στο τέλος του Ιουνίου 1941, λίγες μέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα – της επίθεσης του Χίτλερ εναντίον της Ρωσίας – συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για να καθορίσει τη γραμμή του κόμματος, τώρα που ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε μετατραπεί σε μεγάλο πατριωτικό πόλεμο για την άμυνα της μητέρας Σοβιετικής Ρωσίας. Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε ότι το ουσιαστικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν να οργανωθούν για την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης και για την αποτίναξη του ξένου φασιστικού ζυγού. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να προσχωρήσει στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941. (…) Η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο ήταν ένας εξίσου σημαντικός στόχος για τους κομμουνιστές, όσο και η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή.»

Στον Εμφύλιο διαπράχθηκαν απίστευτες θηριωδίες και από τις δύο πλευρές και καταλύθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικού ήθους και ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τον πόλεμο αυτό ξεκίνησε μία παράταξη που στόχο είχε να παραδώσει τη χώρα στην πιο στυγνή μορφή ολοκληρωτισμού που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα πριν καν ακόμα γνωρίσει την εφιαλτική βαρβαρότητα του ναζισμού. Το ότι τελικά δεν το πέτυχε (πράγμα που ούτως ή άλλως είχαν προδικάσει οι προηγηθείσες μυστικές συνεννοήσεις Τσώρτσιλ – Στάλιν για τις «σφαίρες επιρροής» στα Βαλκάνια) δεν αντανακλά απλά και μόνο το ιστορικό αποτέλεσμα ενός πολέμου αλλά αποτέλεσε, συμβολικά και ουσιαστικά, την αφετηρία μίας εντυπωσιακής αναγέννησης της χώρας. Για το αν οδηγήθηκε, τελικά, σε αποτυχία η «αστική» δημοκρατία, ασφαλώς δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν οι πάντες, λαός και εξουσία…

Ας πάμε τώρα στους νικητές του Εμφυλίου. Έχουν καταρχήν κατηγορηθεί πως η στρατηγική τους έφερε την «ξενοκρατία» των Άγγλων και, στη συνέχεια, των Αμερικανών. Αν και αυτό είναι αληθές, αν το δούμε ψυχρά θα διαπιστώσουμε ότι αποτέλεσε αναγκαίο κακό. Ήταν αδύνατο να κερδίσει τον πόλεμο από μόνος του ένας αποδεκατισμένος τακτικός στρατός μιας κατεστραμμένης χώρας, ενάντια σε έναν «μπαρουτοκαπνισμένο» κι ετοιμοπόλεμο, καλά οργανωμένο και πειθαρχημένο, αλλά και σκληραγωγημένο σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, ανταρτικό στρατό. Αν δεχθούμε ότι, για τη σωτηρία της χώρας από την ολοκληρωτική απειλή, ισχύει το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ζήτημα της ξενοκρατίας θα πρέπει, τουλάχιστον για την ιστορική εκείνη περίοδο, να αποδαιμονοποιηθεί.

Όμως, υπάρχουν κάποια μέσα που δεν θα μπορούσαν να καθαγιαστούν, όσο ιερό και αν θεωρήσει κάποιος τον σκοπό. Για να φτάσει στη νίκη και, κυρίως, για να εδραιώσει στη συνέχεια την κυριαρχία της, η «αστική» παράταξη επιστράτευσε, μεταξύ άλλων, μερικά από τα χειρότερα κοινωνικά στοιχεία της περιόδου της Κατοχής, κάποιους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή επειδή έβλεπαν τον κομμουνισμό σαν μεγαλύτερη απειλή από τον ναζισμό! Τα άτομα αυτά όχι μόνο συγχωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους και γλίτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά συχνά βρέθηκαν να κατέχουν και σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Αντιγράφω και πάλι από τον Clogg:

«Μια από τις πιο απεχθείς πλευρές αυτής της νομοθεσίας ‘περί εκτάκτου ανάγκης’ ήταν η εμμονή σε ένα πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων για την απόκτηση θέσης στο δημόσιο, για δίπλωμα οδηγού, για διαβατήριο και για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Αυτά τα πιστοποιητικά τα χορηγούσε η αστυνομία, που δημιούργησε ένα μεγάλο σύστημα φακέλων όπου ήταν καταγεγραμμένα τα πραγματικά ή υποτιθέμενα πολιτικά φρονήματα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Μερικοί από τους υπεύθυνους για την εφαρμογή αυτού του καταπιεστικού συστήματος είχαν αμφίβολο παρελθόν συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.»

Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα, το ήθος του νικητή κρίνεται από τη στάση του απέναντι στον ηττημένο. Τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, αλλά και το παρακράτος – χωροφύλακας που αφέθηκε να θεριέψει (κυρίως στην περιφέρεια), παραπέμπουν στις χειρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Και η Μακρόνησος, αυτό το μικρό «ελληνικό Άουσβιτς», θα συμβολίζει πάντα την οριστική απώλεια του δικαιώματος της Δεξιάς να επικαλείται ένα κάποιο δικό της «ηθικό πλεονέκτημα» μετά τον Εμφύλιο. Η πρόσφατη απομάκρυνση από τους κόλπους της σύγχρονης δεξιάς παράταξης, κάποιων αμετανόητων απογόνων των βασανιστών του ιστορικού εκείνου κολαστηρίου, σίγουρα καταγράφεται ως θετικό δείγμα γραφής για τον πολιτικό αυτό χώρο…

Εν κατακλείδι, το ερώτημα που θα πρέπει να τίθεται δεν είναι το ποιος έχει το ηθικό πλεονέκτημα σε έναν εμφύλιο που ως τα σήμερα (έστω με άλλους τρόπους) καλά κρατεί, αλλά το ποιος θα πρέπει, τελικά, να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα. Θα απογοητεύσω, ίσως, τον αναγνώστη μη δίνοντας απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ομολογώ όμως πως ούτε κι εγώ την έχω βρει ακόμα…

(*) Richard Clogg, “A Short History of Modern Greece” (Cambridge University Press, 1979). Ελληνική έκδοση: «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984).

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

Θα πρέπει να είναι είδηση ένας Εβραίος δήμαρχος;


Γενικά μιλώντας, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ειδήσεων στα ενημερωτικά δελτία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης:

1. Εκείνες που επιβεβαιώνουν ότι έλαβε χώρα κάτι που ήταν σχεδόν δεδομένο ότι θα συμβεί. Παράδειγμα: «Με πνεύμα κατάνυξης γιορτάστηκαν και φέτος τα Χριστούγεννα σε όλη τη χώρα.» Είναι από τη φύση τους οι ειδήσεις με το μικρότερο ενδιαφέρον.

2. Εκείνες που αναγγέλλουν ένα συμβάν που εθεωρείτο περισσότερο ή λιγότερο πιθανό, αλλά όχι δεδομένο: «Δεν επαληθεύτηκαν, τελικά, οι προβλέψεις των μετεωρολόγων για βροχερό σαββατοκύριακο.»

3. Εκείνες που αναφέρονται σε κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά και, ως εκ τούτου, αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, το μοναδικό. Ίσως και το αδιανόητο…

Μία είδηση του τύπου «ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης είναι εβραϊκής καταγωγής» θα ανήκε σίγουρα στην δεύτερη κατηγορία. Πράγματι, το θρήσκευμα ή τα φυλετικά χαρακτηριστικά ενός υποψήφιου δημάρχου στην πόλη εκείνη δεν υπόκεινται σε περιορισμούς και ταμπού που θα μπορούσαν να καταστήσουν την εκλογική επιτυχία δύσκολη, ή ακόμα και αδύνατη. Έτσι, ανάμεσα στους υποψήφιους δημάρχους, ο Εβραίος υποψήφιος απλά έπεισε τους Νεοϋορκέζους ότι θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά καλύτερα!

Η είδηση, εν τούτοις, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία στην ελληνική επικαιρότητα: «Ο νέος δήμαρχος Ιωαννίνων» (ο αξιολογότατος επιστήμων, καθηγητής Ιατρικής Μωυσής Ελισάφ) «είναι Εβραίος!» Μία είδηση της οποίας η μοναδικότητα την κατατάσσει εξ ορισμού στην τρίτη κατηγορία. Γιατί, Εβραίος δήμαρχος για πρώτη φορά εκλέγεται σ’ αυτή τη χώρα.

Αν και το νικηφόρο αποτέλεσμα μιας εκλογής αντιμετωπίζεται κατά κανόνα ως επιτυχία του εκλεγέντος, στην προκειμένη περίπτωση συνιστά επιτυχία του ίδιου του εκλογικού σώματος. Δεν είναι ο πρώτος Έλληνας Εβραίος που κατόρθωσε να εκλεγεί δήμαρχος, είναι η πρώτη ελληνική τοπική κοινωνία που, ξεπερνώντας χρόνιες προκαταλήψεις, μπόρεσε να εκλέξει για δήμαρχό της ένα αξιόλογο πρόσωπο εβραϊκής καταγωγής!

Όμως, γιατί η εκλογή Εβραίου δημάρχου έφτασε να θεωρείται γεγονός εξαιρετικής σημασίας, κάτι που ως πριν ήταν περίπου αδιανόητο σε αυτό τον τόπο; Η απάντηση, νομίζω, σχετίζεται με την αλά καρτ αντίληψη των Ελλήνων (παλαιότερων και, δυστυχώς, ακόμα και σύγχρονων) για το τι συνιστά ρατσισμό. Από τη μία, ψηφίζουμε αντιρατσιστικούς νόμους για την προστασία απάντων των λεγόμενων «προσφύγων» και «μεταναστών» – που, ούτε όλοι είναι στ’ αλήθεια πρόσφυγες, ούτε όλοι έρχονται στη χώρα με τις καλές προθέσεις του μετανάστη.

Από την άλλη, δεν το θεωρούμε δα και έγκλημα να μιλούμε γενικώς και αδιακρίτως για τους «κακούς Εβραίους» κάθε φορά που ένας εκπρόσωπος της φυλής στην άλλη άκρη του κόσμου, ή ακόμα και το ίδιο το Ισραήλ, διαπράττουν κάτι που αντίκειται προς τους αξιακούς μας κώδικες. Συχνά, μάλιστα, δεν χρειάζεται καν μία αφορμή, αφού ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό των Ελλήνων είναι πεπεισμένο ότι «για όλα τα δεινά του κόσμου φταίνε οι Εβραίοι»!

Και, ας μη σπεύσουμε να χρεώσουμε τις παραπάνω ρατσιστικές ιδεοληψίες αποκλειστικά και μόνο στις εγχώριες φασιστικές μειονότητες. Δυστυχώς, τις έχουν διακινήσει ακόμα και μερικά από τα πιο φωτισμένα μυαλά του τόπου (αναφέρω ενδεικτικά τον Δ. Λιαντίνη), ενώ και οι προοδευτικοί (με ή χωρίς εισαγωγικά) διανοούμενοι αποφεύγουν, στην πλειοψηφία τους, να πάρουν δυναμική και ξεκάθαρη θέση απέναντι στην συλλήβδην δαιμονοποίηση των Εβραίων. Παράλληλα, όλο και λιγότεροι Έλληνες δείχνουν να συγκινούνται πλέον από τις μνήμες του Ολοκαυτώματος, του μεγαλύτερου και πιο αδιανόητου ρατσιστικού εγκλήματος της Ιστορίας…

Εύγε, λοιπόν, στην κοινωνία των Ιωαννίνων που, ξεπερνώντας παγιωμένες προκαταλήψεις, επέλεξε τον τοπικό της άρχοντα όχι με βάση τη φυλή ή το θρήσκευμα αλλά με βάση την προσωπική αξία. Ευχόμαστε στον συμπαθέστατο και σεμνότατο καθηγητή καλή επιτυχία στο δύσκολο έργο του. Και, είθε στο μέλλον μία όμοια εκλογική επιτυχία να αποτελεί είδηση της δεύτερης κατηγορίας, αντί της τρίτης, στα μέσα ενημέρωσης. Κάτι σαν τη Νέα Υόρκη, δηλαδή!

Aixmi.gr  -  ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αναμνήσεις από ένα εκλογικό κιόσκι…


Ζητώ εκ προοιμίου την κατανόηση του αναγνώστη για την κατάχρηση πρώτου ενικού στο παρόν κείμενο. Όμως, με κανένα άλλο γραμματικό σχήμα (που δεν θα πρόδιδε την εξ ορισμού προσχηματική χρήση του) δεν θα μπορούσα να περιγράψω προσωπικές εμπειρίες…

Ήταν λίγες μέρες πριν την Κυριακή των εκλογών. Καθώς έβγαινα από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ του Μετρό, είδα στημένο στη γνωστή του θέση το εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Μία παρέα νέων ανθρώπων συζητούσαν σε ήρεμους τόνους για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και τις επικείμενες εκλογές. Έδιναν την εικόνα ανθρώπων που θα μπορούσαν, ίσως, ακόμα και να ακούσουν μια άλλη άποψη χωρίς να βάλουν το χέρι στη θήκη με το περίστροφο!

«Πώς άλλαξαν οι καιροί!», σκέφτηκα, καθώς το μυαλό μου πήγε κάπου τέσσερα χρόνια πίσω, στο ίδιο ακριβώς σημείο έξω από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ. Ήταν τέλη Ιουνίου ή αρχές Ιουλίου, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015…

Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ζούσε τότε ένα αληθινά «χιτσκοκικό» θρίλερ. Το σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Με τον καιρό γίναμε αποδέκτες απίστευτων αποκαλύψεων που άγγιζαν, αν όχι ξεπερνούσαν, τα όρια ενός εθνικού εφιάλτη! Ακούσαμε για σχέδια μεθοδευμένης χρεοκοπίας της χώρας και καθολικής φτωχοποίησης των Ελλήνων, στο πλαίσιο μίας αντίληψης για την επίτευξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» μέσω γενικευμένης ισοπέδωσης. Μάθαμε για σκέψεις εθνικοποίησης των – ήδη κλειστών – τραπεζών, με βέβαιη την παράλληλη εξανέμιση των καταθέσεων των πολιτών, αφού, στη λογική του μαρξιστικού πουριτανισμού, οι έχοντες τραπεζικές καταθέσεις (ακόμα και οι μικρο-καταθέτες!) ανήκαν στην επαίσχυντη κατηγορία των «βολεμένων αστών» και έπρεπε να υποστούν την ανάλογη τιμωρία προς όφελος αυτών που δεν είχαν ένα ευρώ στην άκρη. Ακούσαμε για σχέδια διανομής τροφίμων και βασικών ειδών διαβίωσης με το δελτίο, ακόμα και για συσσίτια που παρέπεμπαν σε φοβερές μνήμες Κατοχής.

Το τραγικότερο και πολιτικά κυνικότερο όλων: Γίναμε μάρτυρες της απάνθρωπης μεταχείρισης των ηλικιωμένων, που στήνονταν – συχνά μάταια – έξω από κλειστές τράπεζες μες στο αφόρητο λιοπύρι του καλοκαιριού, για να εξασφαλίσουν λίγα ευρώ, ίσα να επιβιώσουν. Πράγμα που δεν μπορεί αλλιώς να ερμηνευτεί παρά με την υπόθεση ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν θεωρήθηκε ότι ανήκαν στον συμπαγή πυρήνα της εκλογικής «πελατείας» του κυβερνώντος κόμματος.

(Θυμάμαι τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μία τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε – πλην θαυμαστών – να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες…)

Αντίθετα, είδαμε ένα συστηματικό προπαγανδιστικό «χαϊδολόγημα» της νέας γενιάς, ιδιαίτερα εκείνου του κομματιού της που δεν είχε κατορθώσει να βρει μία θέση στην αγορά εργασίας. Όσο κι αν ακούγεται ανατριχιαστικό, υπήρχαν νέα παιδιά που περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή που το μαρξιστικό (υποτίθεται) καθεστώς «θα τα πάρει» από τους «βολεμένους» για να τα μοιράσει «δίκαια» σ’ αυτούς που ζητούν μία ευκαιρία για δουλειά και αξιοπρεπή επιβίωση. Μια ματιά στα απίστευτης αγριότητας σχόλια που μαζικά αναρτήθηκαν προ του δημοψηφίσματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα αρκούσε για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος των προσδοκιών που έντεχνα καλλιεργήθηκαν…

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος – και λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή του. Κατηφόριζα προς το μετρό, όταν βρέθηκα μπροστά στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ όπου μία παρέα νεαρών (αγόρια και κορίτσια) μοίραζαν προπαγανδιστικά φυλλάδια υπέρ του ‘ΟΧΙ’. Κοντοστάθηκα να ρίξω μια ματιά και, με την ευκαιρία, επιχείρησα να ξεκινήσω μία κουβέντα. Τους ρώτησα ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν η επόμενη μέρα αν το αποτέλεσμα ήταν ‘ΟΧΙ’, για να εισπράξω ως απάντηση μερικές γενικόλογες ηρωικές ρητορείες και αφορισμούς κατά των πολιτικών δυνάμεων «των μνημονίων».

Όταν επέμεινα στην ερώτηση, μου έσκασαν τελικά το μυστικό: Πανικόβλητες οι δυνάμεις της Ευρώπης μπροστά στη θέληση του ελληνικού λαού, θα υποτάσσονταν και θα μας πρόσφεραν γη και ύδωρ προκειμένου να μην αποχωρήσουμε από την ευρωπαϊκή οικογένεια! Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση. Έτσι, έκανα να φύγω, λέγοντας: «Αν βρεθούμε ξανά εδώ την ερχόμενη Δευτέρα, θα έχουμε την ευκαιρία να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα.»

Το πρόσωπο μίας κοπέλας που καθόταν ως τότε σιωπηλή, πήρε ξάφνου μια άγρια όψη: «Αν είσαι απ’ αυτούς που θα ψηφίσουν ‘ΝΑΙ’, δεν θα ‘χω να πω τίποτα μαζί σου τη Δευτέρα. Από κείνη τη στιγμή και μετά, θα είσαι εχθρός μου!» Τους είπα πως η ακραία αυτή θέση καταδεικνύει το πόσο πράγματι δίχασε τον ελληνικό λαό αυτό το δημοψήφισμα. Ένας νεαρός φάνηκε να δαγκώνεται για την επικοινωνιακή γκάφα της συντρόφισσας και βάλθηκε ευθύς να την δικαιολογήσει, λέγοντας πως δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το εξέφρασε.

Από μια άλλη κοπέλα, τότε, δέχθηκα μία προσωπική ερώτηση διατυπωμένη σε τρίτο πρόσωπο: «Ας μας πει ο κύριος, εργάζεται;» Της απάντησα πως είμαι εκπαιδευτικός. Υποδέχθηκε την απάντησή μου με το θριαμβευτικό ύφος ανθρώπου που μόλις ξεσκέπασε μια σκοτεινή συνωμοσία: «Α, έτσι πες μου! Είδατε, ο κύριος ανήκει στους βολεμένους!» Η πρώτη κοπέλα σήκωσε ακόμα πιο πολύ την ένταση καθώς άρχισε να μιλά για το πρόβλημα χρόνιας ανεργίας που αντιμετώπιζαν όλα τα μέλη της παρέας. Όμως, κάποια στιγμή ξέφυγε: «Ξέρεις τι είναι να σου σπάσουν οι μπάτσοι το κεφάλι; Εσένα σου το ‘χουν σπάσει ποτέ;»

Έκανα την μάλλον αφελή ερώτηση αν ένα σπασμένο κεφάλι θα αποτελούσε τεκμήριο αξιοπιστίας μου ως συνομιλητή, αλλά εκείνη δεν άκουγε πια: ήμουν ο «εχθρός» που έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί! Κατάλαβα ότι μία περαιτέρω παραμονή μου στο κιόσκι θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες κλιμακώσεις, και έφυγα χαιρετώντας βιαστικά. Η δεύτερη κοπέλα είχε τον τελευταίο, νικητήριο λόγο: «Ε, βέβαια, του τελείωσαν τα επιχειρήματα και το βάζει στα πόδια!»

Ομολογώ ότι δεν το άκουσα να αρθρώνεται επί λέξει, μπορούσα όμως να το διαβάσω στα μάτια τους που ξεχείλιζαν από θυμό: «Περίμενε να ‘ρθει η Δευτέρα και θα τα πούμε με όλους εσάς τους βολεμένους!» Κι αν δεν άκουσα εγώ κάτι τέτοιο, το άκουσαν πολλοί γνωστοί, ακόμα κι από επιστήθιους φίλους τους! Κάποιοι επιχείρησαν τότε, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, να διχοτομήσουν την κοινωνία στήνοντας αριστοτεχνικά το τερέν μίας οιονεί εμφύλιας διαμάχης…

Καθώς το βουητό από την κίνηση στη Συγγρού με επανέφερε στο «σήμερα», αναλογίστηκα πόσα έχουν αλλάξει από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’15. Χιμαιρικά οράματα που διαψεύστηκαν και κατέρρευσαν… Μεγαλόστομες διακηρύξεις και ανεδαφικές υποσχέσεις που αποδείχθηκαν κοινά πολιτικά ψεύδη… Αποδαιμονοποίηση του πραγματισμού και (μερική, τουλάχιστον) αποδοχή του ως εργαλείου άσκησης πολιτικής… Και, εν τέλει, (μερική και πάλι) συνειδητοποίηση από την κοινωνία ότι στην δημοκρατία δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» αλλά, απλά, εκείνοι που σκέπτονται «έτσι» κι οι άλλοι που σκέπτονται «αλλιώς»!

Τούτη τη φορά δεν κοντοστάθηκα καν στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, οι ερωτήσεις τώρα πάλιωσαν. Κι οι απαντήσεις έχουν προ πολλού πια γίνει γνωστές…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Για τα γενέθλια ενός Γερμανού φιλέλληνα


Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την αυτοβιογραφία (*) ενός μεγάλου Γερμανού καλλιτέχνη και φιλέλληνα, ο οποίος έκανε σκοπό της καλλιτεχνικής του δημιουργίας την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος μέσω του λυρικού θεάτρου. Αφορμή παίρνω από την συμπλήρωση έξι χρόνων και δύο αιώνων από την γέννησή του.

«Οι ανταποκρίσεις των εφημερίδων και των περιοδικών από τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, μου είχαν προξενήσει φοβερή συγκίνηση. Έτσι, η αγάπη μου για την Ελλάδα, που αργότερα μετατράπηκε σε ενθουσιασμό για τη μυθολογία και την ιστορία της αρχαιότητάς της, πήγασε από το ζωηρό και επώδυνο ενδιαφέρον μου για τα γεγονότα του παρόντος. Στα κατοπινά χρόνια, η ιστορία των αγώνων των Ελλήνων κατά των Περσών μού έφερνε πάντα στο νου τη σύγχρονη επανάσταση κατά των Τούρκων.»

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner) γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου του 1813 και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1883 στη Βενετία. Μετά απ’ αυτόν, τίποτα στην όπερα – αλλά ίσως και στην Τέχνη γενικότερα – δεν ήταν ίδιο. Έκανε πράξη το όραμά του να συνενώσει όλες τις τέχνες (ποίηση, μουσική, εικαστικές τέχνες…) σε μία ενιαία Τέχνη που θα εμπεριείχε κάθε δυνατή έκφανση του ωραίου.

Σε ό,τι αφορά την όπερα (ορθότερα, «μουσικό δράμα») αναβάθμισε, μεταξύ άλλων, τον ρόλο της ορχήστρας από απλά συνοδευτικό και υποδηλωτικό του ρυθμού (νοοτροπία από την οποία, δυστυχώς, δεν ξέφυγε ούτε ο μεγάλος Βέρντι) σε ρόλο αληθινού φιλοσοφικού σχολιαστή τού επί σκηνής παριστώμενου δράματος, ανάλογου με τον χορό στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Η υστεροφημία του Βάγκνερ αμαυρώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω του ότι ένας παράφρων Γερμανός δικτάτορας, ο οποίος έτυχε να συμπαθεί σε βαθμό ψύχωσης τη μουσική του, επέλεξε να τον καταστήσει εθνικό σύμβολο «απόλυτης γερμανικότητας» στην Τέχνη. Για τον ίδιο λόγο αποδόθηκε, όψιμα, υπέρμετρη σημασία στον φαινομενικό «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ. Στην πραγματικότητα, η καταραμένη αυτή ετικέτα – που τον καταδιώκει ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα στο Ισραήλ – βασίζεται, κατά κύριο λόγο, σε ένα γελοίο δοκίμιο («Ο Ιουδαϊσμός στη Μουσική») το οποίο έγραψε για να δώσει διέξοδο στο σύμπλεγμα που τον διακατείχε απέναντι στην «εύκολη» (όπως πίστευε) καλλιτεχνική επιτυχία μεγάλων Εβραίων συνθετών της εποχής του, όπως ο Μέντελσον και ο Μάγερμπεερ.

Εν τούτοις, στον κύκλο του Βάγκνερ θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει πολλούς Εβραίους φίλους και συνεργάτες, ενώ ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε να προσυπογράψει αντισημιτικές διακηρύξεις! Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι ανέθεσε την διεύθυνση της τελευταίας – και, κατά πολλούς, κορυφαίας – όπεράς του, «Πάρσιφαλ», στον νέο και ταλαντούχο Γερμανοεβραίο μαέστρο Χέρμαν Λεβί (με τον οποίο ανέπτυξε και στενή προσωπική φιλία) παρά την έντονη αντίδραση χριστιανικών και αντισημιτικών κύκλων της εποχής (και, ενδεχομένως, την μη-εκφρασμένη αντίθεση της ίδιας του της συζύγου, της Κόζιμα Λιστ).

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν τη χώρα αυτή κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ – όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του – στράφηκε στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού.

Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Δυστυχώς, τον διέψευσαν οι κατοπινές γενιές των ίδιων των Ελλήνων…

(*) Richard Wagner, “My Life” (αγγλική έκδοση, Cambridge University Press, 1983). Η μετάφραση του αποσπάσματος έγινε από τον γράφοντα.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η εγγενής απροσδιοριστία στο φαινόμενο Χίτλερ: Μια «κβαντομηχανική» θεώρηση της Ιστορίας


Στις αρχές του εικοστού αιώνα έλαβαν χώρα δύο μεγάλες επαναστάσεις στην επιστήμη της Φυσικής, οι οποίες άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο που μας περιβάλλει. Πρόκειται για την Κβαντική Θεωρία και την Θεωρία της Σχετικότητας. Στη συνέχεια – επειδή ο Άνθρωπος είναι από τη φύση του είδος αυτοκαταστροφικό – συνέβησαν και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που ανέδειξαν τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Αν κάποιος, τώρα, κοιτάξει με φιλοσοφική διάθεση τα ιστορικά γεγονότα, θα διαπιστώσει ότι Ιστορία και Φυσική διαπλέκονται με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό…

Ας ξεκινήσουμε με την επιστήμη. Η Κβαντομηχανική και η Σχετικότητα προκάλεσαν ρήγματα στην ιερή, ως τότε, και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση Νευτώνεια Μηχανική. Σύμφωνα με τις νέες θεωρίες, η κλασική θεωρία του Νεύτωνα έπασχε σε περιοχές που δεν είναι εύκολα προσεγγίσιμες μέσα στα όρια της καθημερινής μας εμπειρίας. Συγκεκριμένα, η νευτώνεια θεωρία αποτυγχάνει να ερμηνεύσει τα φαινόμενα που σχετίζονται με τον μικρόκοσμο των υποατομικών σωματιδίων, όπως και εκείνα που αφορούν κινήσεις σωμάτων με πάρα πολύ υψηλές ταχύτητες. Ακόμα και η κλασική θεωρία της βαρύτητας, επίσης πνευματικό κληροδότημα του Νεύτωνα, βρέθηκε πως ήθελε σημαντική τροποποίηση. Ο Αϊνστάιν επέλεξε να την καταργήσει ολότελα, αντικαθιστώντας την με μία γεωμετρική θεωρία: την Γενική Σχετικότητα.

Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα μία ακόμα επανάσταση ήρθε να κλονίσει τις ευτυχείς βεβαιότητες της νευτώνειας μηχανικής. Η Θεωρία του Χάους έδειξε ότι μερικά ασταθή φυσικά ή μαθηματικά συστήματα είναι άκρως μη προβλέψιμα στη χρονική τους εξέλιξη, αφού μία απειροελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να επιφέρει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας (αυτό που ονομάζουμε «φαινόμενο της πεταλούδας»). Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε καταρχήν ντετερμινιστικά (αιτιοκρατικά) συστήματα συνιστά αυτό που στη φυσικομαθηματική επιστήμη καλείται «χάος».

Σε ό,τι αφορά τον μικρόκοσμο, η έννοια του ντετερμινισμού είχε ήδη καταρρεύσει από τις αρχές του αιώνα με την ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας, κεντρική θέση στην οποία κατέχει η «αρχή της αβεβαιότητας». Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο θεωρίες που προαναφέρθηκαν. Το χάος δεν αρνείται την καταρχήν, την εν δυνάμει προβλεψιμότητα. Διαπιστώνει όμως ότι, στα χαοτικά συστήματα, ένα απόλυτα ντετερμινιστικό αποτέλεσμα θα απαιτούσε πρακτικά άπειρη ακρίβεια στον καθορισμό των αρχικών συνθηκών, άρα άπειρη ακρίβεια στη διαδικασία των μετρήσεων, πράγμα ακατόρθωτο στην πράξη. (Και μία απειροελάχιστη διαφοροποίηση στον τρόπο που η πεταλούδα τινάζει τα φτερά της θα μπορούσε, τελικά, να σώσει το Τέξας από έναν πιθανό ανεμοστρόβιλο!)

Στην κβαντική θεωρία, από την άλλη μεριά, η μη-προβλεψιμότητα (η κατάρρευση του ντετερμινισμού) δεν σχετίζεται με την όποια αδυναμία του ανθρώπου να βελτιώσει την ακρίβεια των εργαστηριακών μετρήσεών του. Ακόμα και τα τελειότερα όργανα μέτρησης δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς που επιβάλλει η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία θέτει ένα απόλυτο όριο στην ακρίβεια με την οποία μπορούμε να γνωρίσουμε τη συμπεριφορά ενός συστήματος του μικρόκοσμου. Είναι νόμος της Φύσης ότι δεν επιτρέπεται να την γνωρίσουμε στις παραμικρότερες λεπτομέρειές της! Το μόνο που μας επιτρέπεται είναι μία πιθανοκρατική ερμηνεία των φαινομένων, η οποία καταργεί την απόλυτα καθορισμένη σχέση αιτίου – αποτελέσματος.

Μετά την σύντομη περιδιάβαση στις σημαντικότερες φυσικές θεωρίες του εικοστού αιώνα, ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε πώς σχετίζονται αυτές με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου. Ο όποιος αναλογικός συσχετισμός δεν εντάσσει, φυσικά, την Ιστορία στη Φυσική Επιστήμη, θα μπορούσε όμως να οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης (και ίσως μία βαθύτερη κατανόηση) των ιστορικών γεγονότων, δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας, που έλαβε χώρα στον δεύτερο από αυτούς…

Συμπληρώθηκαν πέρυσι 100 χρόνια από το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918). Όπως γράψαμε σε προηγούμενα σημειώματα [1,2] ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Ποικίλοι αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή και η Ιστορία στη συνέχεια ίσως είχε γραφεί διαφορετικά. (Ας θυμηθούμε την πρώτη κιόλας κρίσιμη μάχη του πολέμου, εκείνη στον Μάρνη.) Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων…

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο χαοτικό φαινόμενο της πεταλούδας που αναφέραμε πιο πάνω. Στον Μεγάλο Πόλεμο η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ο νεαρός Σερβοβόσνιος εθνικιστής Gavrilo Princip δολοφόνησε στο Σαράγεβο τον διάδοχο του αυστροουγγρικού θρόνου και την σύζυγό του τον Ιούνιο του 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που ήταν αποτέλεσμα ατέλειωτων ωρών μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πίστευαν, θα οδηγούσαν την κάθε πλευρά στη «σίγουρη» νίκη.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μία σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας, αλλά και ένα εφιαλτικό ανάλογο της θεωρίας του χάους…

Χαοτικά φαινόμενα καθόρισαν και την πορεία ζωής του Αδόλφου Χίτλερ και, κατ’ επέκταση, τη μοίρα της ανθρωπότητας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα είχε γίνει ζωγράφος, αντί πολιτικός, αν τον είχαν δεχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης… Θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί νωρίς αν η σφαίρα είχε βρει αυτόν, αντί τον παραπλεύρως ευρισκόμενο Max Scheubner-Richter, στο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» στο Μόναχο το 1923…

Το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος, όμως, που έλαβε χώρα ενώ μαίνονταν οι μάχες στα πολεμικά μέτωπα απαιτεί μία διαφορετική – θα λέγαμε, μια «κβαντική» – προσέγγιση. Για να προϊδεάσω τον αναγνώστη θα πω επιγραμματικά ότι, αν η κβαντική θεωρία είναι το τέλος του ντετερμινισμού στη Φυσική, ο Χίτλερ και ό,τι τον αντιπροσωπεύει είναι το τέλος του ντετερμινισμού στην Ιστορία!

Σε παλιότερο σημείωμα [3] είχαμε επιχειρήσει να ερμηνεύσουμε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων συνειδήσεων, η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η ενσάρκωση του απόλυτου, του ακραίου Κακού. Όπως είχαμε αναφέρει, στο βιβλίο “Explaining Hitler” (ελληνική έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ») ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ιστορικός Ron Rosenbaum αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το Ολοκαύτωμα. Ή, για να το θέσουμε ακριβέστερα, επιχειρεί μία κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σε αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα του βιβλίου είναι απογοητευτικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Θέτουμε, όμως, τώρα ένα νέο ερώτημα που, αν ιδωθεί ως ρητορικό, θα μας οδηγήσει σε ένα ακόμα πιο απογοητευτικό συμπέρασμα: Είναι, τελικά, ο Χίτλερ – αν μη τι άλλο – εν δυνάμει εξηγήσιμος, όπως υποθέσαμε πιο πάνω; Και η εξήγηση δεν αφορά μόνο τα βαθύτερα κίνητρά του που οδήγησαν στη μεγαλύτερη μαζική δολοφονία των αιώνων, αλλά και στον δαιμονικό, σχεδόν μεταφυσικό τρόπο που ένας και μόνο άνθρωπος κατόρθωσε να «υπνωτίσει» ένα μεγάλο έθνος με τεράστια πολιτιστική παράδοση, συμπαρασύροντάς το πρώτα στην (παθητική ή ενεργητική) συνενοχή στο έγκλημα, και μετά στον όλεθρο.

Υπάρχουν, φυσικά, λογικοφανείς εξηγήσεις, όπως η ακραία οικονομική κρίση στη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά το χρηματιστηριακό κραχ στις ΗΠΑ το 1929), ο εμμονικός τιμωρητισμός των Γάλλων που πλήγωσε το γερμανικό φιλότιμο, η αναζήτηση «αποδιοπομπαίων τράγων» για την ήττα του 1918, η γερμανική απέχθεια για τον εβραϊκό καπιταλισμό, κλπ. Ας μου επιτραπεί να πω ότι, όσο και αν τα παραπάνω ακούγονται λογικά, δεν μπορούν να προσφέρουν πειστική εξήγηση για τον απρόκλητο φόνο έξι εκατομμυρίων άοπλων ανθρώπων, σε βάρος μάλιστα των παράλληλων πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήγαν οι Γερμανοί στη Ρωσία. Η αποτυχία των οποίων επιχειρήσεων σήμανε και την αρχή του τέλους για τον Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς του…

Όμως, γιατί αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε πειστικά κι απόλυτα τον Χίτλερ; Μία προφανής απάντηση είναι αυτή που δίνει ο Rosenbaum: μας λείπει κρίσιμη πληροφορία, μας λείπουν δεδομένα που χάθηκαν τυχαία ή και σκόπιμα καταστράφηκαν. Μια τρομακτικότερη, εναλλακτική θεώρηση είναι ότι ο Χίτλερ αποτελεί ίσως μία πεπερασμένη μεταφυσική παρέκβαση της Ιστορίας, στη διάρκεια της οποίας καταπαύει ο μηχανισμός της ιστορικής αιτιότητας έτσι ώστε οποιαδήποτε λογική σύνδεση του αποτελέσματος (Ολοκαύτωμα) με το αίτιο που το προκάλεσε να είναι καταρχήν αδύνατη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, ίσως δεν είναι ότι μας λείπουν τα στοιχεία πληροφορίας που απαιτούνται για να ερμηνεύσουμε τον Χίτλερ αλλά ότι, τελικά, ο Χίτλερ είναι εξ ορισμού μη ερμηνεύσιμος. Όπως εξ ορισμού (και όχι λόγω εργαστηριακής αδυναμίας μας) είναι αδύνατο να γνωρίσουμε την κίνηση ενός ηλεκτρονίου μέσα σε ένα άτομο. Η Φύση κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του μικρόκοσμου. Το ίδιο, ίσως, και η Ιστορία σε ό,τι αφορά το βαθύτερο «γιατί» των εγκλημάτων του ναζισμού. Η αρχή της αβεβαιότητας ξεφεύγει, θα λέγαμε, από τα συγγράμματα της κβαντομηχανικής και εισχωρεί στα βιβλία της Ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, στα κεφάλαια που αφορούν την πιο σκοτεινή περίοδο της ανθρωπότητας…

Εν κατακλείδι, ο Χίτλερ μοιάζει να καταργεί προσωρινά τον ιστορικό ντετερμινισμό με όμοιο τρόπο όπως η κβαντική θεωρία καταργεί τον αντίστοιχο νευτώνειο. Τονίζω τη λέξη «μοιάζει», αφού το παρόν κείμενο απλά διατυπώνει σκέψεις, δεν αναγγέλλει αδιάσειστες επιστημονικές θεωρήσεις. Πρέπει, όμως, κάπου να αποδώσουμε το γεγονός ότι, μετά από δεκαετίες επίμονης και επίπονης έρευνας, η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα κατορθώσει να ξεσκεπάσει απόλυτα το πέπλο που καλύπτει τα βαθύτερα αίτια του Ολοκαυτώματος.

Σύμφωνα με τον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003) ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία» που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης [3]. Είναι ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, του οποίου το νόημα δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό.

Με άλλα λόγια, ο Χίτλερ είναι μία έννοια που ανήκει στην περιοχή της μεταφυσικής. Αλλά, ακόμα κι αν επιχειρούσαμε να τον μελετήσουμε στο πλαίσιο μιας φυσικής πραγματικότητας, η αληθινή του φύση θα κρυβόταν πίσω από κάτι που θυμίζει την αρχή της αβεβαιότητας στην Κβαντομηχανική. Σε κάθε περίπτωση, θα παρέμενε ουσιαστικά άγνωστος…

Αναφορές

[1] Οι «ένοχοι» του Μεγάλου Πολέμου

[2] Ζωή εν τάφω: Μικρό χρονικό ενός «Μεγάλου Πολέμου»

[3] Ο Χίτλερ και η φιλοσοφική θεώρηση του Κακού

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Οδηγός για ψηφοφόρους


Καθώς διανύουμε προεκλογική περίοδο, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάποιες σκέψεις με τον αναγνώστη. Όχι για να επηρεάσω την επιλογή του μπροστά στην κάλπη (μακριά από εμένα τέτοιες προθέσεις!) αλλά για να καταθέσω, εν είδει εξομολόγησης, μερικούς προσωπικούς προβληματισμούς σε ό,τι αφορά αυτά καθαυτά τα κριτήρια της επιλογής.

Συνέταξα, έτσι, έναν δεκάλογο ελάχιστων χαρακτηριστικών που πρέπει να διαθέτει - και προϋποθέσεων που οφείλει να πληροί - ένας πολιτικός φορέας προκειμένου να τον τιμήσω με την ψήφο μου. Φυσικά, ο δεκάλογος αυτός αντανακλά απόλυτα προσωπικές προτεραιότητες και δεν αναμένω να γίνει καθολικά αποδεκτός από το αναγνωστικό κοινό. Τον παραθέτω χωρίς φόβο και πάθος...

Ένας πολιτικός φορέας προς ψήφιση από τον γράφοντα, λοιπόν, θα πρέπει να ανταποκρίνεται το λιγότερο στις παρακάτω απαιτήσεις:

1. Να εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις με τεκμηριωμένο λόγο και πραγματικά επιχειρήματα, όχι με αναμασώμενες συνθηματολογικές κοινοτοπίες και επιστράτευση ευτελούς λαϊκιστικής ρητορείας.

2. Να μην καλλιεργεί τον μαζικό θυμό και να μη σπέρνει τον διχασμό στην κοινωνία, προάγοντας την μανιχαϊκή λογική των "καλών δικών μας παιδιών" και των "κακών παιδιών του αντιπάλου κόμματος". Να σέβεται, δηλαδή, και να αποδέχεται την ύπαρξη διαφορετικότητας στην πολιτική σκέψη, και να μην αντιμετωπίζει (λόγω ή/και έργω) τον πολιτικό αντίπαλο σαν "εχθρό". Να συμβάλλει, έτσι, στην επίτευξη της μέγιστης δυνατής ενότητας στην κοινωνία και, όταν απαιτείται, να αγωνίζεται για την πολιτική συμφιλίωση και την εθνική συνεννόηση.

3. Να θεωρεί τον νόμο και την τάξη ως αυτονόητες και εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την λειτουργία ενός υγιούς δημοκρατικού συστήματος, και όχι ως απεχθείς εκφράσεις υποτιθέμενου συντηρητισμού, ή ακόμα και "φασισμού"! Να αναγνωρίζει το δικαίωμα του πολίτη στο αίσθημα ασφάλειας ως υπέρτερο των "δικαιωμάτων" όσων στην πράξη απειλούν το αίσθημα αυτό.

4. Ειδικότερα, να μην αποδέχεται την ανομία - κι ακόμα περισσότερο, το έγκλημα - σαν μέσα έκφρασης "ιδεολογίας". Να μην επιδεικνύει ανοχή (πόσο μάλλον συμπάθεια) σε άτομα ή οργανωμένες μειοψηφίες που επιχειρούν να επιβάλουν την "πολιτική" τους άποψη καταστρέφοντας, λεηλατώντας και πυρπολώντας, ή ακόμα και δολοφονώντας. Και να αντιμετωπίζει τον τρομοκράτη σαν κοινό εγκληματία και όχι σαν κάποιον (ακραίο, έστω) εκφραστή "πολιτικής ιδεολογίας".

5. Να σέβεται την έννοια της Πατρίδας και να μη θεωρεί πως η χώρα είναι "ξέφραγο αμπέλι" για κάθε τυχοδιώκτη που περνά τα σύνορα με μόνο κίνητρο να αρπάξει ό,τι μπορεί, ακόμα κι αν χρειαστεί να σκοτώσει. Και την δίκαιη αγανάκτηση όσων ζουν μέσα στην ανασφάλεια και τον τρόμο να μην την χαρακτηρίζει ελαφρά τη καρδία ως έκφραση υποκρυπτόμενου "ρατσισμού"!

6. Να αποδίδει την πρέπουσα σημασία στην εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες του λειτουργήματος. Να αναγνωρίζει ότι δάσκαλοι και μαθητές δικαιούνται να αισθάνονται ασφαλείς στον χώρο του σχολείου ή του πανεπιστημίου. Ειδικά σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, να θεωρεί το - παρωχημένο και άνευ λόγου ύπαρξης σε δημοκρατική χώρα - λεγόμενο "πανεπιστημιακό άσυλο" σαν πηγή δεινών παρά σαν αδιαπραγμάτευτη "δημοκρατική κατάκτηση" για τα πανεπιστήμια.

7. Να θεωρεί αδιανόητη την στρατολόγηση οργανωμένων μειοψηφιών, ταγμένων (υποτίθεται) να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, ως μέσο εκβιασμού των κυβερνώντων με απώτερο σκοπό την πολιτική φθορά των τελευταίων και, εν τέλει, την κατάληψη της εξουσίας. Ακόμα περισσότερο, όταν θύματα του εκβιασμού είναι οι ίδιοι οι πολίτες που υφίστανται αναίτιες ταλαιπωρίες - ίσως και εν είδει "τιμωρίας" για τις πολιτικές τους επιλογές...

8. Να αξιώνει από τα μέσα ενημέρωσης να τιμούν στο ακέραιο το λειτούργημα που επιτελούν, προσφέροντας υπεύθυνη πληροφόρηση στον πολίτη και όχι κάνοντας ιδιοτελείς πολιτικές αβάντες στα κόμματα. Και, να υποστηρίζει έμπρακτα την πλήρη ανεξαρτησία των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων από το εκάστοτε σύστημα εξουσίας.

9. Να μην αισθάνεται απέχθεια για την ιδέα του κοινωνικού κράτους, και να μην εργάζεται για την (μερική ή ολική) κατεδάφισή του. Να θέτει πάντοτε τον Άνθρωπο υπεράνω των αριθμών.

10. Να αναγνωρίζει το ηθικό πλεονέκτημα της ΑΕΚ έναντι των αντιπάλων της, και να υποστηρίζει την δίκαιη (αν όχι ευνοϊκή) μεταχείρισή της από διαιτητές και αθλητικούς θεσμικούς φορείς!

Υ.Γ. Για να μην εκληφθώ ως απόλυτα ανελαστικός στις θέσεις μου, θα μπορούσα και να συμβιβαστώ με εννέα, μόνο, από τις δέκα προϋποθέσεις που διατύπωσα πιο πάνω...