Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Όχι Δάσκαλος, απλά καθηγητής!


Πληροφορήθηκα (ομολογώ με αίσθημα απόλυτης ντροπής) ότι καθηγητής σε σχολή της Τριτοβάθμιας απείλησε φοιτητές του με πειθαρχικές κυρώσεις επειδή τον προσφώνησαν "δάσκαλε" αντί "κύριε καθηγητά". Τους επεσήμανε, δε, ότι αυτός είναι ολόκληρος πανεπιστημιακός καθηγητής και όχι κάποιος δάσκαλος της Πρωτοβάθμιας!

Επειδή το φαινόμενο της ακαδημαϊκής αλαζονείας έχει πάρει μορφή επιδημίας στον χώρο της λεγόμενης ανώτατης εκπαίδευσης, μπαίνω στον κόπο να καταθέσω λίγα προσωπικά σχόλια για το συγκεκριμένο περιστατικό, με κίνδυνο να δημιουργήσω περισσότερους εχθρούς παρά φίλους...

1. Αν και, όπως έμαθα, ανήκει στον χώρο των θεωρητικών επιστημών, ο "συνάδελφος" δείχνει να συγχέει την έννοια του δημοδιδασκάλου (εκπαιδευτικού της Πρωτοβάθμιας) με εκείνη του Δασκάλου (εκείνου που μεταδίδει γνώση, έχοντας βαθιά αίσθηση του λειτουργήματος που υπηρετεί).

Όντως, κακώς τον αποκάλεσαν Δάσκαλο αφού απέχει έτη φωτός από το να φέρει την ιδιότητα! Δάσκαλο αποκαλούσε ο Πλάτων τον Σωκράτη, όπως και τον Ιησού οι μαθητές του. Και, για πολλούς πανεπιστημιακούς επιστήμονες διεθνούς κύρους (κάποιοι εκ των οποίων νομπελίστες) έχει ειπωθεί ότι ήταν επίσης και σπουδαίοι δάσκαλοι. Τέλος, μια και ο "συνάδελφος" διδάσκει θέματα που άπτονται της ελληνικής Ιστορίας, ας του θυμίσω ότι οι εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού χαρακτηρίστηκαν Δάσκαλοι του Γένους. Αυτός ο ίδιος, λοιπόν, αρνείται την τιμητική ιδιότητα του Δασκάλου, προτιμώντας τον συμβατικό ακαδημαϊκό τίτλο του καθηγητή της Τριτοβάθμιας. Κατ' ουσίαν, απαξιώνει αυτό που εκείνος δεν μπορεί να είναι...

2. Μια και, ως φαίνεται, ο "συνάδελφος" υποτιμά το έργο που επιτελούν οι (κατ' εμέ) ήρωες εκπαιδευτικοί των λεγόμενων "κατώτερων βαθμίδων" της εκπαίδευσης, θα του προτείνω, για λόγους εμπειρίας και μόνο, να επιχειρήσει να διδάξει μία εβδομάδα το πολύ σε ένα Δημοτικό Σχολείο ή σε ένα Λύκειο. Κι εκεί θα καταλάβει πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η διαμόρφωση χαρακτήρων και συνειδήσεων (σε μία Πολιτεία, μάλιστα, που σε μεγάλο βαθμό αδιαφορεί για τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι εκπαιδευτικοί αυτοί αγωνίζονται να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους) έτσι ώστε εκείνος να πάρει στα χέρια του το ήδη διαμορφωμένο και φιλτραρισμένο υλικό για να βάλει τις τελικές "πινελιές" στη γνώση.

Ας μην απαξιώνει ελαφρά τη καρδία, λοιπόν, το έργο όλων εκείνων που προετοίμασαν το έδαφος για να μπορεί σήμερα αυτός, κομπορρημονώντας, να κάνει τη δουλειά που κάνει. Την οποία - λυπούμαι που το λέω - φαίνεται να μετρά ως ακαδημαϊκή καριέρα και μόνο, αντί ως υψηλό λειτούργημα που κυρίως διδάσκει ήθος δια του παραδείγματος...

Κλείνω με ένα απόσπασμα από την "Ιστορία της Φιλοσοφίας" του Αμερικανού ιστορικού και φιλοσόφου Will Durant (μετάφραση Ν. Κ. Παπαρρόδου). Αναφερόμενος στην αγάπη που έτρεφαν οι μαθητές του Σωκράτη για τον Δάσκαλο, ο Durant γράφει:

"Τους άρεσε πιο πολύ σ' αυτόν η μετριοφροσύνη της σοφίας του: δεν ισχυριζόταν ότι είχε σοφία αλλά ότι μονάχα αγαπούσε να την αναζητεί. Ήταν φίλος της σοφίας και όχι επαγγελματίας σοφός."

Περισσεύουν σήμερα οι επηρμένοι "επαγγελματίες σοφοί" στον ακαδημαϊκό χώρο. Όσο για τους Δασκάλους που "εν οίδασι, ότι ουδέν οίδασι", αναζητούνται πάντα με το φανάρι του Διογένους...

Aixmi.gr

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κριτική σκέψη στην εκπαίδευση: Ευθύνη μαθητών ή δασκάλων;

Θέλοντας να πειράξω τους μαθητές μου, τους λέω συχνά πως οι ερωτήσεις κρίσεως ονομάστηκαν έτσι επειδή τους προκαλούν κρίση κάθε φορά που τίθενται ως θέματα στις εξετάσεις! Το πείραγμα δεν είναι αβάσιμο, αφού αποτελεί προϊόν εμπειρίας που εκτείνεται σε βάθος χρόνου…

Η σκηνή στην αίθουσα διδασκαλίας, σε μέρα εξετάσεων. Οι φοιτητές διαβάζουν τα θέματα που μόλις τους έχουν δοθεί, καλούμενοι να διατυπώσουν τυχόν απορίες. Με απόλυτα φυσικό τρόπο, ένας εξ αυτών (εκπροσωπώντας πιθανότατα και τους περισσότερους από τους υπόλοιπους) σηκώνει το χέρι και κάνει την εξής ερώτηση: «Στο δεύτερο θέμα, θέλετε αυτά που γράφει το βιβλίο στην πρώτη παράγραφο πάνω δεξιά όπως το κοιτάζουμε, ή εκείνα που γράφει κάτω από το σχήμα στην απέναντι σελίδα;»

Η ερώτηση είναι αποκαλυπτική μίας πολύ ανησυχητικής νοοτροπίας που παρατηρείται στον χώρο της εκπαίδευσης: Σε μεγάλη μερίδα μαθητών και σπουδαστών, η «φωτογραφική» απομνημόνευση λειτουργεί ως βολικό υποκατάστατο της δημιουργικής κριτικής σκέψης. Και η «παπαγαλία» αντιμετωπίζεται ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη μάθηση, ενώ η κριτική σκέψη συχνά απαξιώνεται ως ελιτίστικη πνευματική πολυτέλεια που χαρακτηρίζει κυρίως τους «σπασίκλες»!

Για να προλάβω τις (δίκαιες) ενστάσεις του αναγνώστη, θα σπεύσω να διευκρινίσω ότι, ως εκπαιδευτικός, θεωρώ τους μαθητές σαν τους λιγότερο υπεύθυνους γι’ αυτό το φαινόμενο. Από την πρώτη μέρα του σχολείου διδάσκονται την αποστήθιση ως βασικό (αν όχι μοναδικό) τρόπο μάθησης και αναγκάζονται να την αποδεχθούν ως κριτήριο αξιολόγησης της επίδοσής τους. Βέβαια, ως ένα βαθμό, η αποστήθιση είναι απαραίτητο συστατικό της μάθησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πρώτη καταγραφή αντικειμενικών δεδομένων όπως, π.χ., ιστορικές χρονολογίες, γεωγραφικά ονόματα ή κανόνες της αριθμητικής. Το ζήτημα είναι κατά πόσον, παράλληλα με την (όποια) αναγκαιότητα της απομνημόνευσης, διδάσκουμε στους μαθητές μας την σημασία της κριτικής σκέψης και τους δείχνουμε τον δρόμο για να την αναπτύξουν.

Και, για να μη φανεί ότι επιχειρώ να επιρρίψω ευθύνες αποκλειστικά και μόνο στους φιλότιμους συναδέλφους των δύσκολων δύο πρώτων βαθμίδων της εκπαίδευσης, σπεύδω να τονίσω ότι τις ίδιες, τουλάχιστον, ευθύνες φέρουμε και όσοι παίρνουμε τη σκυτάλη από τα χέρια τους. Συνηθίζουμε να φορτώνουμε τους σπουδαστές μας με τεράστιες ποσότητες εξεταστέας ύλης που δεν αφήνουν χώρο στον προβληματισμό, παρά μόνο στην απομνημόνευση δεδομένων ή μεθόδων. Έτσι, το διδακτικό βιβλίο και τα συναφή βοηθήματα καταντούν τυφλοσούρτες φοιτητικής επιβίωσης αντί εργαλείων ανάπτυξης επιστημονικής σκέψης!

Το κρίσιμο ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι ο βαθμός επικοινωνίας του διδάσκοντος με τον διδασκόμενο στην αίθουσα διδασκαλίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε την μαθησιακή λειτουργία σαν μονόδρομη διαδικασία όπου κάποιος «πομπός», εφοδιασμένος με κάποιας μορφής εξουσία, μεταδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως γνώση σε κάποιους «δέκτες» που καλούνται να την αφομοιώσουν χωρίς ποτέ να τους δοθεί η δυνατότητα να την κρίνουν. Μερικές φορές, μάλιστα, η μετάδοση της πληροφορίας παίρνει τη μορφή αληθινού βομβαρδισμού κάτω από το άγχος της απαίτησης «να καλύψουμε την ύλη», πράγμα που δεν μας αφήνει χρόνο να προβληματιστούμε κατά πόσον αυτά που διδάξαμε συνέβαλαν στη διεύρυνση πνευματικών οριζόντων ή οδήγησαν απλά στην αποθήκευση δεδομένων (τη σπουδαιότητα των οποίων – για να μην παρεξηγηθώ – δεν έχω την πρόθεση να αμφισβητήσω). Και στο τέλος του εξαμήνου αξιολογούμε, συνήθως, την επίδοση του μαθητή/σπουδαστή με βάση το πόσο πιστά μπορεί να αναπαραγάγει μέσα σε λίγη ώρα την πληροφορία με την οποία τον βομβαρδίσαμε.

Από εκεί και πέρα, η ανταπόκριση του ίδιου του μαθητή εξαρτάται από δύο, κυρίως, παράγοντες: τον βαθμό ωριμότητάς του και το ειδικό ενδιαφέρον του για το μάθημα. Κάποιοι μαθητές θα προβληματιστούν πάνω σ’ αυτά που άκουσαν και θα θελήσουν, ακόμα και με δική τους πρωτοβουλία, να μάθουν περισσότερα και να εμβαθύνουν. Είναι εκείνοι στους οποίους έχει αναπτυχθεί η κριτική σκέψη και δεν δέχονται τη γνώση ως «μασημένη τροφή».

Κάποιοι άλλοι θα αρκεστούν στη στείρα απομνημόνευση, τον πλέον θνησιγενή τρόπο μάθησης αφού τα προϊόντα της εξανεμίζονται σύντομα δίχως να αφήσουν κάποιο αξιόλογο στίγμα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή. Εδώ όμως υπάρχει μία υποσημείωση που συχνά εμείς οι εκπαιδευτικοί παραβλέπουμε. Ακόμα και οι μαθητές στους οποίους με ευκολία τοποθετούμε την ετικέτα του «παπαγάλου», δείχνουν τελείως διαφορετική μαθησιακή συμπεριφορά όταν πρόκειται για αντικείμενο που τους ενδιαφέρει, πράγμα που συχνά απεικονίζεται και στις βαθμολογικές τους επιδόσεις (αν και ο απόλυτος συσχετισμός του επιπέδου μάθησης με την τυπική βαθμολογία που, με στείρα αριθμητική λογική, επιχειρεί να αξιολογήσει τη μάθηση αυτή, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ασφαλής…).

Η τελευταία παρατήρηση δείχνει και την ευθύνη μας, ως εκπαιδευτικών, για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης στους μαθητές μας, καθώς και τον δρόμο που θα οδηγήσει σε αυτήν. Για να θελήσουν να εμβαθύνουν σε οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο, θα πρέπει πρώτα να τους κεντρίσουμε το ενδιαφέρον γι’ αυτό. Και, γενικότερα, να τους πείσουμε ότι ο χρόνος που θα διαθέσουν και ο κόπος που θα καταβάλουν θα τους ανταμείψει. Όχι απλά με ένα ψυχρό ενδεικτικό νούμερο που λέγεται «βαθμός» (αυτό το αμφιλεγόμενο κίνητρο είναι, εξ άλλου, ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο της αποστήθισης) αλλά, κυρίως, με την απόκτηση γνώσεων που θα είναι χρήσιμες για τη ζωή τους. Και – γιατί όχι; – με την ίδια την απόλαυση της ενασχόλησης με κάτι που σ’ εμάς τους ίδιους εναπόκειται να κάνουμε να φανεί συν τοις άλλοις και ευχάριστο!

Ξεκινώντας στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς το μάθημα της Φυσικής με τους πρωτοετείς μου, ρωτώ συχνά σε ποιους η Φυσική ήταν το αγαπημένο μάθημα στο Λύκειο και την μελετούσαν από ενδιαφέρον για το αντικείμενο, καθώς και ποιοι τυχόν την «μισούσαν» με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να «παπαγαλίζουν» για να επιβιώσουν. Σηκώνονται χέρια ένθεν και ένθεν, οπότε θέτω το ερώτημα κατά πόσον τα θετικά αισθήματα για το μάθημα σχετίζονται με την ίδια τη Φυσική ή, κατά βάθος, με τον δάσκαλο ο οποίος την δίδαξε. Μετά από σύντομη παύση, παίρνω τελικά την απάντηση που εύκολα μαντεύει ο αναγνώστης…

Αναλογεί, εν τούτοις, και ένα σημαντικό ποσοστό ευθύνης σε έναν ώριμο, πλέον, σπουδαστή για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης, ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες δασκάλων που προηγήθηκαν ή έπονται (οι οποίες, μαζί με εκείνες των γονιών, συχνά λειτουργούν ως βολικό άλλοθι για την αναβολή της ωρίμανσης). Ο σπουδαστής αυτός, λοιπόν, καλείται με δική του θέληση να ξεπεράσει τον εφησυχασμό που προσφέρει η επεξεργασμένη τροφή της απομνημόνευσης, αποδεχόμενος την λιγότερο βολική πρόκληση της δημιουργικής σκέψης. Γιατί, η πρώτη είναι μία επικίνδυνη μορφή πνευματικής οκνηρίας που αργά ή γρήγορα θα τον καταστήσει ευάλωτο στην κηδεμονευόμενη σκέψη. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ρόλο του ως ανεξάρτητου κι ελεύθερου μέλους μιας δημοκρατικής κοινωνίας…

Ο μέγας Καζαντζάκης γράφει στο κορυφαίο φιλοσοφικό του έργο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω!» Κι ακόμα: «Καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος. Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο…»

Ίσως και να υπάρχει, τελικά, διδασκαλία. Μα ο δάσκαλος δεν είναι απαραίτητα ο λυτρωτής που ανοίγει δρόμους. Είναι κυρίως το φανάρι που τους φωτίζει. Και, ξεπερνώντας τις όποιες δικές του ματαιοδοξίες, οφείλει να δείξει στον μαθητή του πώς να πάρει το βλέμμα από το ίδιο το φανάρι και να το στρέψει κατά κει που πέφτει το φως. Οδηγώντας τον από την άκριτη αποδοχή προς τη γόνιμη σκέψη. Ακόμα και την αμφισβήτηση…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

Οι «νοικοκυραίοι» στο απόσπασμα


Αν κάτι πρέπει να αναγνωρίσουμε στην ελληνική Αριστερά είναι ότι δεν της έλειψε ποτέ η ευρηματικότητα στο να παράγει «ετικέτες» για όσους δεν δηλώνουν υποταγή στις ιδέες της. Το δόγμα «πας μη αριστερός, φασίστας» κυριάρχησε στις αρχές της Μεταπολίτευσης. Όταν, αργότερα, κλιμακώθηκε το φαινόμενο της (παράνομης κυρίως) μετανάστευσης, η έννοια του «ρατσιστή» μπήκε δυναμικά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο από την λεγόμενη «ανανεωτική» Αριστερά, για να στιγματίσει ακόμα κι εκείνους που τολμούσαν να ψελλίσουν δυο λέξεις διαμαρτυρίας για το οριστικά χαμένο αίσθημα ασφάλειας στη χώρα λόγω της κατακόρυφης αύξησης της εγκληματικότητας.

Με αφορμή μια πρόσφατη αποτρόπαιη πράξη βίας στο κέντρο της Αθήνας, που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο ενός τοξικομανούς LGBT ακτιβιστή ο οποίος φέρεται να επιχείρησε να ληστέψει κοσμηματοπωλείο, μία ακόμα ετικέτα ανασύρθηκε από το (ανανεωτικό) «προοδευτικό» λεξικό για να δαιμονοποιήσει συλλήβδην το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, στο οποίο περίπου καταλόγισε ομαδική ευθύνη για τον φόνο. Η λογική, απλή: «Είσαι συντηρητικός, άρα είσαι φασίστας, ρατσιστής και δολοφόνος!» Και, για να τονιστεί το αξιοχλεύαστο της συντήρησης, οι (κατά μεταφυσικό τρόπο) «συνεργοί» του εγκλήματος – όλοι εκείνοι, δηλαδή, που τολμούν να δηλώνουν φιλήσυχοι και μη-επαναστατημένοι – εισέπραξαν για μία ακόμα φορά τον σαρκαστικό χαρακτηρισμό «νοικοκυραίοι»...

Σταχυολογώ, εντελώς δειγματοληπτικά, φράσεις που αλίευσα στο Διαδίκτυο από «προοδευτικές» γραφίδες μετά το τραγικό περιστατικό. Για λόγους συντόμευσης, έχω «μοντάρει» ελαφρά τα αποσπάσματα χωρίς να αλλοιώσω το νόημά τους:

«Το άγριο λιντσάρισμα (...) αποδεικνύει γι’ άλλη μια φορά τα ακραία και φασιστικά ένστικτα της βαθιά συντηρητικής κοινωνίας μας.»

«Ο θάνατος του (...) αποκάλυψε τον κρυφοφασισμό μέρους της ελληνικής κοινωνίας.»

«Νοικοκυραίος είναι ο μικροαστός φασίστας (...). Είναι φασίστας γιατί είναι απολίτικος στην ουσία του.»

«Τον (...) τον δολοφόνησαν οι ‘νοικοκυραίοι’, αυτός ο ανθρωπότυπος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του φασισμού, που δεν τα βάζει ποτέ με την εξουσία. Κι ύστερα σκούπισαν τα αίματα, έκαναν το σταυρό τους μόλις πέρασαν από την Εκκλησία και γύρισαν στα σπίτια τους για να παίξουν στην κακοσκηνοθετημένη παράσταση του καλού οικογενειάρχη.»

«Οι λεγόμενοι ‘νοικοκυραίοι’, που εκπροσωπούν τον βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό. Είναι αυτοί που είναι αντίθετοι στον πολιτικό γάμο ομοφυλοφίλων, στην τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, στη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, αυτοί που θέλουν να υπάρχει η εικόνα του Χριστού στις αίθουσες των σχολείων. (...) Θεμέλια της κοινωνίας τους η πατρίδα, η θρησκεία και το Δίκαιο...»

Συλλογική ευθύνη για τον φόνο, λοιπόν, σε όλους ανεξαιρέτως όσοι έχουν άλλη άποψη για τις οικογενειακές δομές (μένοντας πιστοί στην παραδοσιακή εκδοχή τους), επιμένουν να θρησκεύονται, αγαπούν την πατρίδα τους και δεν περιφρονούν το Δίκαιο. Κι εγώ θυμάμαι την παροιμία «τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντ’ - έξι»! Όπου «παπάς» ένα κοινό (όχι κοινωνικο-πολιτικό) έγκλημα που εργαλειοποιείται για να δυσφημιστεί συλλήβδην (να «θαφτεί» ηθικά, δηλαδή) μία ολόκληρη κοινωνική ομάδα που απλά δεν δηλώνει υποταγή στα κελεύσματα της «προόδου»!

Διάβασα πριν χρόνια ένα οργισμένα ειρωνικό κείμενο για τον «απολιτικό» άνθρωπο, ιδιότητα που αποδίδεται κατ’ εξοχήν στους «νοικοκυραίους». Ανάμεσα στα άλλα, του καταλόγιζε ότι κάθεται βολικά στο γραφείο του την ώρα που κάποιοι άλλοι διαδηλώνουν στους δρόμους για τους μετανάστες.

Το ότι οφείλουμε να είμαστε ενάντιοι σε κάθε μορφή απρόκλητης και αναίτιας βίας (φυσικής ή λεκτικής) που στρέφεται κατά ανυπεράσπιστων και καλοπροαίρετων φιλοξενούμενων στη χώρα, είναι ασφαλώς αυτονόητο. Και ορθώς οι νόμοι την βία αυτή την τιμωρούν. Επειδή, όμως, το αφήγημα «κακοί Έλληνες νοικοκυραίοι – καλοί και κατατρεγμένοι μετανάστες», ως απόλυτο δόγμα, έχει θέση στον χώρο της πολιτικής μυθοπλασίας και μόνο, καλό είναι να βγούμε για λίγο από το «προοδευτικό» καβούκι μας και να δούμε τη ζωή από την οπτική γωνία του μέσου, ανώνυμου ανθρωπάκου της καθημερινότητας. Εκείνου που απώλεσε οριστικά το δικαίωμα να περπατά ανέμελα στους δρόμους και τα πάρκα της πόλης «του» όπως την ήξερε, που έπαψε να νιώθει ασφάλεια μέσα στο ίδιο του το σπίτι, που έμαθε να ζει με τον φόβο και, εν τέλει, να τον αποδέχεται ως μέρος της ζωής του...

Για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνικο-πολιτικής κουλτούρας, ο όρος «μετανάστης» αντιπροσωπεύει εξ ορισμού έναν καλό και κατατρεγμένο άνθρωπο που ήρθε στη χώρα ως ικέτης ζητώντας φιλοξενία και θαλπωρή. Και, όταν αυτός καταφεύγει στο έγκλημα, η πράξη του είναι κατά βάση «κατανοητή», αφού πρέπει «να ταΐσει τα παιδιά του». Όσοι τολμούν να αμφισβητήσουν την γενική και άνευ προϋποθέσεων ισχύ του δόγματος, χαρακτηρίζονται ως «ρατσιστές» και «φασίστες». Ακόμα χειρότερα: χλευάζονται ως «νοικοκυραίοι»!

Με την ίδια γενική συμπάθεια αντιμετωπίζονται οι «εθισμένοι». Και, όταν φτάνουν στο έγκλημα για τη «δόση», η πράξη περιβάλλεται με κατανόηση, αν όχι με συμπόνια: «Δεν έφταιγε αυτός, ήταν υπό την επήρεια!» Σε όσους τολμούν να μιλήσουν περί ατομικής ευθύνης – αφού η «επήρεια» δεν είναι πρόσωπο για να την δικάσουμε! – επιφυλάσσονται οι κλασικές ετικέτες του ανάλγητου, του βολεμένου αστού, του ρατσιστή, ίσως και του φασίστα. Α, να μην το ξεχάσω: και του «νοικοκυραίου»!

Προς αποφυγή παρερμηνειών: Γενικά μιλώντας, η συντήρηση δεν φορά φωτοστέφανο, ιδιαίτερα όταν αμφισβητεί την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και του αυτοπροσδιορισμού. Ακόμα περισσότερο, αν η αμφισβήτηση αυτή συνοδεύεται από βίαιες συμπεριφορές ή στοχεύει σε κοινωνικούς αποκλεισμούς.

Από την άλλη, όμως, σε κανέναν δεν αξίζει να εισπράττει χλεύη και απαξίωση επειδή και μόνο αδυνατεί να παρακολουθήσει την μετεξέλιξη των ηθών μιας εποχής. Πόσο μάλλον να του χρεώνεται (έστω απρόσωπα) ένα έγκλημα όπου το θύμα απλά έτυχε να ανήκει σε ομάδα ανθρώπων με αντισυμβατικό τρόπο ζωής.

Ο ισοπεδωτικός τρόπος σκέψης των αυτοαποκαλούμενων «προοδευτικών», που φτάνουν στο σημείο να βαφτίζουν συλλήβδην «φασίστες» τους αρνητές της δικής τους κοσμοθεώρησης, ελάχιστα διαφέρει από τον τρόπο σκέψης κάποιων που δικαιούνται τον χαρακτηρισμό αυτό άνευ εισαγωγικών. Και ας μη διαμαρτυρόμαστε μετά όταν αυτοί οι «κάποιοι» σπεύδουν να αυτο-χριστούν «προστάτες της κοινωνίας». Μιας κοινωνίας που όχι μόνο η πολιτεία έχει αφήσει στο έλεος του εγκλήματος, αλλά και η «προοδευτική» διανόηση της κουνά το δάχτυλο όταν τολμά να αναρωτηθεί γιατί για τα δικά της, ανώνυμα θύματα δεν μπήκε κανείς ποτέ στον κόπο να κατέβει στους δρόμους, δεν βρέθηκε κανείς να οργιστεί ή να κλάψει...

Ο φασισμός είναι βία, και η βία έχει πολλές εκφάνσεις – φανερές και κρυφές, ακατέργαστες και διανοουμενίστικες. Και ουδείς αναμάρτητος (του γράφοντος μη εξαιρουμένου)!

Aixmi.gr

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Άρχουσα τάξη…

Στον Hermann Göring, νούμερο 2 του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία του Χίτλερ, αποδίδεται (εν μέρει τουλάχιστον) η διαβόητη ρήση:
«Εγώ και μόνο θα αποφασίσω ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) Εβραίος!»
Είναι κατ’ ουσίαν μία διακήρυξη του υποτιθέμενου δικαιώματός του να κρίνει εκείνος και μόνο για το ποιοι είναι «άξιοι» αφανισμού, και να προχωρεί στην δολοφονική εκτέλεσή τους χωρίς τον παραμικρό φόβο λογοδοσίας απέναντι στους νόμους. Εξ άλλου, στη ναζιστική Γερμανία ο «νόμος» ήταν εκείνος ο ίδιος!
Αν και τα μεγέθη δεν είναι, ασφαλώς, συγκρίσιμα, θυμήθηκα την πιο πάνω ρήση διαβάζοντας πρόσφατα το πόρισμα της λεγόμενης «Επιτροπής Παρασκευόπουλου» για την αντιμετώπιση της βίας στα πανεπιστήμια. Ειδικότερα, για την περίπτωση κλοπών σε πανεπιστημιακούς χώρους το πόρισμα προτείνει μεταξύ άλλων το εξής:
«Ευαισθητοποίηση των φοιτητών και των εκπροσώπων τους ώστε να γίνει σαφές ότι, όταν το θύμα είναι συνάδελφος ή καθηγητής, δεν πλήττεται η άρχουσα τάξη…»
Η παραπάνω φράση, η οποία αναφέρεται σε ηθική διαπαιδαγώγηση νέων ανθρώπων σε θέματα εγκληματικότητας, γεννά δύο ερωτήματα που ζητούν άμεσες απαντήσεις: 
  1. Πώς ακριβώς ορίζεται η «άρχουσα τάξη» στην οποία αναφέρεται ένα επίσημο πόρισμα (όχι κάποιο ανεύθυνο κείμενο πολιτικού ακτιβισμού, αναρτημένο στα social media); Άρα, με ποια κριτήρια μπορεί κάποιος να αποφασίσει (με λογική Göring) αν ένα υποψήφιο θύμα ληστείας ανήκει ή όχι στην «άρχουσα τάξη», έτσι ώστε να τύχει μίας λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητης αντιμετώπισης από τους δράστες; Επί πλέον, ποιος εγγυάται ότι οι υποψήφιοι δράστες δεν θα κατασκευάζουν κάθε φορά ad hoc κριτήρια που εξυπηρετούν την πράξη τους, βαφτίζοντας το θύμα «εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης»; (Παράδειγμα: Ο «συνάδελφος» μπορεί να είναι γιος καναλάρχη ή κόρη μεγαλοβιομήχανου. Όσο για τον καθηγητή, ακούστηκε πως είναι και σύμβουλος στις επιχειρήσεις ενός εκ των προαναφερόμενων μπαμπάδων…)
  1. Θα πρέπει, άραγε, να καταλήξουμε στο εφιαλτικό συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με το μήνυμα των συντακτών του πορίσματος σε νέους ανθρώπους με υπό διαμόρφωση συνειδήσεις, οι κλοπές και οι ληστείες (εντός ή εκτός πανεπιστημίων) χάνουν μέρος της ηθικής και νομικής τους βαρύτητας, και άρα δικαιούνται να αντιμετωπίζονται με έναν βαθμό «κατανόησης», όταν με αυτές «πλήττεται η άρχουσα τάξη» – με όποιον τρόπο και αν ορίσουμε την έννοια αυτή; Με απλά λόγια, διδάσκουμε στους μαθητές μας ότι είναι κατά βάση αποδεκτός ένας αλά καρτ σεβασμός στους νόμους, ανάλογα με το αν πλήττονται «αρεστοί» ή «μη αρεστοί» του συστήματος;
Βέβαια, το πόρισμα στο σύνολό του αντανακλά διαχρονικές ιδεοληψίες μίας μερίδας του πολιτικού συστήματος, στην οποία το υπέρμετρα δαιμονοποιημένο δίπτυχο «νόμος και τάξη» εξακολουθεί να ενεργοποιεί – αταβιστικά πλέον – ένα βαθιά ριζωμένο σύνδρομο καταδίωξης. Το επικίνδυνο είναι όταν η μερίδα αυτή κυβερνά. Τότε, το «ανομία και χάος» μπορεί ακόμα και να γίνεται, στην πράξη, νόμος του κράτους…

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Τέσσερις ιστορίες και ένα παραμύθι


Έχουμε καιρό να τα πούμε και, καθώς δεν βρήκα ένα θέμα της προκοπής να αναπτύξω, σκέφτηκα να αφηγηθώ μερικές σύντομες και εντελώς φανταστικές ιστορίες. Έτσι, στην τύχη... Και μάλιστα, λόγω πνευματικής οκνηρίας του γράφοντος, κάποιες από αυτές είναι απλές παραλλαγές προγενέστερων. Ως ελάχιστη αποζημίωση στον αναγνώστη, προσφέρεται ως bonus και ένα παραμύθι...

Ιστορία πρώτη: Ας φανταστούμε ένα ιατρικό συμβούλιο σε κάποιο μεγάλο νοσοκομείο. Αντικείμενο: η απόφαση για την ενδεδειγμένη θεραπεία ενός βαρέως πάσχοντος, με την ελπίδα να σωθεί η ζωή του. Επικρατούν δύο αντίθετες απόψεις που εκφράζονται, αντίστοιχα, από δύο κορυφαίους γιατρούς. Στήνεται έτσι ένα άτυπο ντιμπέιτ μεταξύ των δύο επιστημόνων, στο οποίο ο καθένας τους αιτιολογεί την προσέγγισή του και αναλύει τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, η δική του μέθοδος θεραπείας θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Στο τέλος, το συμβούλιο καλείται να ψηφίσει επί των προτάσεων που ακούστηκαν ώστε να ληφθεί τελική απόφαση για τη θεραπεία του ασθενούς.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γίνεται σεβαστό απ’ όλους, και ιδιαίτερα από τον επιστήμονα του οποίου η άποψη μειοψήφησε. Οι δύο γιατροί φεύγουν μαζί από το νοσοκομείο σαν φίλοι, όχι σαν εχθροί. Στο κάτω-κάτω, είχαν έναν κοινό στόχο: να σώσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και η όποια επιστημονική διχογνωμία δεν ήταν ζήτημα προσωπικής αντιπαράθεσης αλλά προσπάθεια αναζήτησης της βέλτιστης λύσης σε ένα πραγματικό πρόβλημα. Οι γιατροί καταλήγουν σε ένα ταβερνάκι κοντά στο νοσοκομείο, για μία μπύρα. Δεν έχει σημασία ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό...

Ιστορία δεύτερη: Ας φανταστούμε τώρα ότι ο «ασθενής» είναι μία χρεοκοπημένη και σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη χώρα, ενώ οι δύο κορυφαίοι «γιατροί» είναι τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία. Τα κόμματα αυτά είναι πατριωτικά και δεν βάζουν τίποτα πάνω από τη σωτηρία της χώρας. Έτσι, αντιπαραθέτουν τις ιδέες τους προσέχοντας, όμως, να μη διχάσουν τον λαό με εμπρηστικές ρητορείες, αφού γνωρίζουν καλά ότι ένας εθνικός διχασμός θα ήταν καταστροφικός για τη χώρα. Στη συνείδηση της κοινωνίας, τα δύο κόμματα είναι απλά φορείς διαφορετικών ιδεών, δεν είναι αλληλομισούμενοι εχθροί. Εξ άλλου, ο σκοπός τους είναι κοινός: η υπέρβαση της κρίσης και η ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο» στον τόπο...

Ιστορία τρίτη: Επιστρέφουμε στο ιατρικό συμβούλιο της πρώτης μας ιστορίας. Τούτη τη φορά συντίθεται από δύο μεγαλο-καθηγητές Ιατρικής και τις κουστωδίες των βοηθών τους. Και πάλι ο κάθε καθηγητής προτείνει μία δική του μέθοδο θεραπείας για τον ασθενή. Μα τα κίνητρά τους τώρα δεν είναι απόλυτα ανιδιοτελή. Η κάθε θεραπεία απαιτεί αγωγή με πανάκριβα φάρμακα που διατίθενται, αντίστοιχα, από δύο αντίπαλες φαρμακοβιομηχανίες. Κάθε μία εκ των οποίων συνεργάζεται αφανώς με έναν από τους μεγαλογιατρούς, δίνοντάς του μεγάλες προμήθειες όταν καταφέρνει να επιβάλλει τα δικά της προϊόντα...

Όπως είναι αντιληπτό, αυτή η αμφίπλευρη διαπλοκή έχει δημιουργήσει μεγάλη εχθρότητα ανάμεσα στους δύο επιστήμονες. Έτσι, το ιατρικό συμβούλιο είναι μάλλον ένα πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων παρά ένα μέσον αναζήτησης σωτηρίας για έναν άνθρωπο. Ο οποίος σίγουρα θα είχε ωφεληθεί περισσότερο από μία καλοπροαίρετη και ανιδιοτελή συνεργασία μεταξύ των δύο κορυφαίων γιατρών!

Οι γιατροί φεύγουν χωριστά από το νοσοκομείο. Ο επικρατήσας στο ντιμπέιτ κερνά μια μπύρα τους βοηθούς του στο κοντινό ταβερνάκι. Ο ηττημένος προειδοποιεί τους δικούς του ότι πλησιάζει ο χρόνος για ανανέωση συμβάσεων...

Ιστορία τέταρτη: Πίσω στη χρεοκοπημένη χώρα της δεύτερης ιστορίας μας, υποθέτουμε τώρα ότι τα δύο κόμματα εξουσίας μόνο ως πατριωτικά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν! Συμπεριφέρονται σαν μικρομάγαζα στην ίδια φτωχογειτονιά, που το καθένα προσπαθεί με κάθε τρόπο να κλέψει πελάτες από το άλλο. Έτσι, η «πολιτική» τους δράση επικεντρώνεται στην αποδόμηση του αντιπάλου κόμματος, αντί στην αναδόμηση της χώρας. Για να πετύχουν τους στόχους τους, δεν διστάζουν να διχάσουν την κοινωνία οδηγώντας την ακόμα και στα πρόθυρα εμφύλιας διαμάχης. Φυσικά, για τα κόμματα αυτά η κατάκτηση ή η διατήρηση της εξουσίας δεν συνιστούν ιδεολογικά οράματα αλλά ιδιοτελείς βλέψεις προς όφελος «ημετέρων». Και σίγουρα όλα αυτά δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη σωτηρία της πατρίδας, αφού μια τέτοια ανάγκη επιβάλλει συσπειρώσεις και κοινές δράσεις αντί ακραίας πολιτικής πόλωσης που οδηγεί σε εθνικό διχασμό...

Τα παραμύθια γράφονται κυρίως για παιδιά. Αυτό που ακολουθεί απευθύνεται σε «παιδιά» που επιμένουν να αναζητούν αλήθειες καθ’ υπέρβαση των επιφαινομένων. Που αναρωτιούνται, λ.χ., πώς είναι δυνατό δύο φαινομενικά αλληλομισούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, που ανταλλάσσουν ακόμα και ύβρεις εντός Κοινοβουλίου, να εμφανίζονται αίφνης τόσο χαλαροί κι ευχάριστοι μεταξύ τους σε κοινωνικές συναθροίσεις, επιδιδόμενοι σε αμοιβαίους αστεϊσμούς με ένα ποτήρι ουίσκι ανά χείρας...

Ήταν κάποτε, λοιπόν, ένας βασιλιάς σε μια μικρή κι ασήμαντη χώρα που δεν θυμάμαι καν τ’ όνομά της. Ήταν σκληρός με τους υπηκόους του, με εξαίρεση τα μέλη μιας μικρής ομάδας προνομιούχων που τον στήριζαν δίνοντάς του τα μέσα για να ασκεί ανενόχλητα την εξουσία του. Όμως, η δυσαρέσκεια του λαού όλο και γιγαντωνόταν, και μια εξέγερση σιγόβραζε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που υπέφεραν από την πείνα και εξοργίζονταν με την ανισότητα και την αδικία…

Ο βασιλιάς τότε συγκάλεσε συμβούλιο με τους σοφούς της αυλής, να πάρει τη γνώμη τους γι’ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφωνόταν στη χώρα. Κάποια στιγμή, ο αρχαιότερος των σοφών πήρε τον λόγο:

«Άκουσε τι θα κάνεις, Βασιλιά, για να αποτρέψεις την εξέγερση: Είσαι τυχερός που έχεις δύο γιους. Θα αφήσεις, λοιπόν, να διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα πως άλλαξαν στάση απέναντί σου και θέλουν τώρα να σε ανατρέψουν και να καταργήσουν τη βασιλεία σου. Πράγμα που, τελικά, θα επιτρέψεις να γίνει – εικονικά, βέβαια, και κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου. Μετά από λίγο, οι δύο γιοι σου θα διαφωνήσουν, δήθεν, μεταξύ τους για το είδος της διακυβέρνησης. Ο ένας θα κάνει πως είναι συντηρητικός και σταθερά προσηλωμένος στις παραδοσιακές αξίες του τόπου, ενώ ο άλλος θα φαίνεται προοδευτικός και ανατρεπτικός, με νέες ιδέες που θα στοχεύουν στο καλό του λαού. Ε, από εκεί και πέρα ας αποφασίζει κάθε τόσο ο ίδιος ο λαός για το ποιος από τους δύο θα τον κυβερνά. Ούτως ή άλλως το πρόσταγμα θα το έχεις πάντα εσύ και οι προνομιούχοι σου!»

Με τον τρόπο αυτό, γεννήθηκε στη χώρα εκείνη η Δημοκρατία. Ή, τουλάχιστον, αυτό που φάνταζε στις συνειδήσεις των αφελών πολιτών ως «Δημοκρατία»! Γιατί ο λαός – διχασμένος τώρα σε δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα, κι έτσι ακόμα περισσότερο αποδυναμωμένος – συνέχισε να πεινά, οι προνομιούχοι εξακολούθησαν να πλουτίζουν, ενώ ο βασιλιάς δεν έπαψε ποτέ στ’ αλήθεια να κυβερνά...

Αφηγήσεων τέλος!

Aixmi.gr

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Είναι ερμηνεύσιμος ο Χίτλερ; (Μια «κβαντική» θεώρηση της Ιστορίας)


Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα έλαβαν χώρα δύο μεγάλες επαναστάσεις στη Φυσική, που άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον υλικό κόσμο που μας περιβάλλει. Επειδή, όμως, ο Άνθρωπος είναι είδος αυτοκαταστροφικό, στην ίδια αυτή χρονική περίοδο συνέβησαν και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που ανέδειξαν τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Αν κάποιος, τώρα, κοιτάξει με διάθεση φιλοσοφική τα ιστορικά γεγονότα, θα διαπιστώσει ότι Ιστορία και Φυσική διαπλέκονται με έναν τρόπο παράξενο, σχεδόν μεταφυσικό...

Ας ξεκινήσουμε με την επιστήμη. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Κβαντική Θεωρία και η Θεωρία της Σχετικότητας ήρθαν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτα ρήγματα στην ιερή, ως τότε, και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση Νευτώνεια Μηχανική. Σύμφωνα με τις νέες θεωρίες, η κλασική θεωρία του Νεύτωνα έπασχε σε περιοχές που δεν είναι εύκολα προσεγγίσιμες μέσα στα όρια της καθημερινής μας εμπειρίας. Συγκεκριμένα, η Νευτώνεια θεωρία αποτυγχάνει να ερμηνεύσει τα φαινόμενα που σχετίζονται με τον μικρόκοσμο των ατομικών σωματιδίων, όπως και εκείνα που αφορούν κινήσεις σωμάτων με πάρα πολύ υψηλές ταχύτητες. Ακόμα και η κλασική θεωρία της βαρύτητας, επίσης πνευματικό κληροδότημα του Νεύτωνα, βρέθηκε πως ήθελε σημαντική τροποποίηση. Ο Αϊνστάιν επέλεξε να την καταργήσει ολότελα, αντικαθιστώντας την με μία γεωμετρική θεωρία: την Γενική Σχετικότητα.

Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, μία ακόμα επανάσταση συντελέστηκε στη Φυσική και τα Μαθηματικά. Η Θεωρία του Χάους έδειξε ότι μερικά ασταθή φυσικά ή μαθηματικά συστήματα είναι άκρως μη προβλέψιμα στη χρονική τους εξέλιξη, αφού μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να επιφέρει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας (αυτό που ονομάζουμε «φαινόμενο της πεταλούδας»)! Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε – κατά τα άλλα – ντετερμινιστικά (αιτιοκρατικά) συστήματα συνιστά αυτό που στη φυσικομαθηματική επιστήμη καλείται «χάος».

Όμως, την μη προβλεψιμότητα δεν την εισήγαγε η θεωρία του χάους στις φυσικές επιστήμες. Κάθε έννοια ντετερμινισμού, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον μικρόκοσμο, είχε ήδη καταρρεύσει με την ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας, κεντρική θέση στην οποία κατέχει η «αρχή της αβεβαιότητας». Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο θεωρίες: Το χάος δεν αρνείται την καταρχήν, την εν δυνάμει προβλεψιμότητα. Διαπιστώνει όμως ότι, στα χαοτικά συστήματα, ένα απόλυτα ντετερμινιστικό αποτέλεσμα θα απαιτούσε πρακτικά άπειρη ακρίβεια στον καθορισμό των αρχικών συνθηκών, άρα άπειρη ακρίβεια στη διαδικασία των μετρήσεων, πράγμα ακατόρθωτο στην πράξη. (Και μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση στον τρόπο που η πεταλούδα τινάζει τα φτερά της θα μπορούσε, τελικά, να σώσει το Τέξας από έναν πιθανό ανεμοστρόβιλο!)

Στην κβαντική θεωρία, από την άλλη μεριά, η μη προβλεψιμότητα (η κατάρρευση του ντετερμινισμού) δεν σχετίζεται με την όποια αδυναμία του ανθρώπου να βελτιώσει την ακρίβεια των εργαστηριακών μετρήσεών του. Ακόμα και τα τελειότερα όργανα μέτρησης δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς που επιβάλλει η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία θέτει ένα απόλυτο όριο στην ακρίβεια με την οποία μπορούμε να γνωρίσουμε τη συμπεριφορά ενός συστήματος του μικρόκοσμου. Είναι νόμος της Φύσης ότι δεν επιτρέπεται να τη γνωρίσουμε στις παραμικρότερες λεπτομέρειές της! Το μόνο που μας επιτρέπεται είναι μία πιθανοκρατική ερμηνεία των φαινομένων, η οποία καταργεί την μονοσήμαντη κι απόλυτη σχέση αιτίου – αποτελέσματος.

Γοητευτική η περιδιάβαση στις σημαντικότερες φυσικές θεωρίες του εικοστού αιώνα, πώς όμως σχετίζονται αυτές με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου; Ο αναλογικός συσχετισμός που θα επιχειρήσουμε δεν εντάσσει, φυσικά, την Ιστορία στη φυσική επιστήμη! Θα μπορούσε, όμως, να οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης (και, γιατί όχι, μία βαθύτερη κατανόηση) των ιστορικών γεγονότων, δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας, που έλαβε χώρα στον δεύτερο από αυτούς...

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918). Ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή. (Ας θυμηθούμε την πρώτη αλλά πιο κρίσιμη μάχη του πολέμου, εκείνη στον Μάρνη.) Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο, και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων...

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο χαοτικό φαινόμενο της πεταλούδας που αναφέραμε πιο πάνω. Στον Μεγάλο Πόλεμο, η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε στο Σαράγεβο τον διάδοχο του αυστροουγγρικού θρόνου και την σύζυγό του, τον Ιούνιο του 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της, ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη, οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που ήταν αποτέλεσμα ατέλειωτων ωρών μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πίστευαν, θα οδηγούσαν την κάθε πλευρά στη «σίγουρη» νίκη.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μία σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας, αλλά και ένα εφιαλτικό ανάλογο της θεωρίας του χάους...

Χαοτικά φαινόμενα καθόρισαν την πορεία ζωής του Αδόλφου Χίτλερ και, κατ' επέκταση, τη μοίρα της ανθρωπότητας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα είχε γίνει ζωγράφος, αντί πολιτικός, αν τον είχαν δεχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης... Θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί νωρίς αν η σφαίρα είχε βρει αυτόν, αντί τον παραπλεύρως ευρισκόμενο Max Scheubner-Richter, στο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» στο Μόναχο το 1923...

Το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος, όμως, που έλαβε χώρα ενώ μαίνονταν οι μάχες στα πολεμικά μέτωπα, απαιτεί μία διαφορετική, θα λέγαμε μια «κβαντική», προσέγγιση. Για να προϊδεάσω τον αναγνώστη θα πω επιγραμματικά ότι, αν η κβαντική θεωρία είναι το τέλος του ντετερμινισμού στη Φυσική, ο Χίτλερ και ό,τι τον αντιπροσωπεύει είναι το τέλος του ντετερμινισμού στην Ιστορία!

Σε παλιότερο σημείωμα (*) είχαμε επιχειρήσει μία φιλοσοφική ερμηνεία του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων συνειδήσεων, η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η ενσάρκωση του απόλυτου, του ακραίου Κακού. Όπως είχαμε αναφέρει, στο βιβλίο “Explaining Hitler” (ελληνική έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ») ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ιστορικός Ron Rosenbaum αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το Ολοκαύτωμα. Ή, για να το θέσουμε ακριβέστερα, επιχειρεί μία κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα του βιβλίου είναι απογοητευτικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Θέτουμε, όμως, τώρα ένα νέο ερώτημα που, αν ιδωθεί ως ρητορικό, θα μας οδηγήσει σε ένα ακόμα πιο απογοητευτικό συμπέρασμα: Είναι πράγματι ο Χίτλερ – αν μη τι άλλο – εν δυνάμει εξηγήσιμος, όπως υποθέσαμε πιο πάνω; Και η εξήγηση δεν αφορά μόνο τα βαθύτερα κίνητρά του που οδήγησαν στη μεγαλύτερη μαζική δολοφονία των αιώνων, αλλά και στον δαιμονικό, σχεδόν μεταφυσικό τρόπο που ένας και μόνο άνθρωπος κατόρθωσε να «υπνωτίσει» ένα μεγάλο έθνος με τεράστια πολιτιστική παράδοση, συμπαρασύροντάς το πρώτα στην (παθητική ή ενεργητική) συνενοχή στο έγκλημα, και μετά στον όλεθρο.

Υπάρχουν, φυσικά, λογικοφανείς εξηγήσεις, όπως η ακραία οικονομική κρίση στη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά το χρηματιστηριακό κραχ στις ΗΠΑ το 1929), ο εμμονικός τιμωρητισμός των Γάλλων που πλήγωσε το γερμανικό φιλότιμο, η αναζήτηση «αποδιοπομπαίων τράγων» για την ήττα του 1918, η γερμανική απέχθεια για τον εβραϊκό καπιταλισμό, κλπ. Ας μου επιτραπεί να πω ότι, όσο και αν τα παραπάνω ακούγονται λογικά, δεν μπορούν να προσφέρουν πειστική εξήγηση για τον απρόκλητο φόνο έξι εκατομμυρίων άοπλων ανθρώπων, σε βάρος μάλιστα των παράλληλων πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήγαν οι Γερμανοί στη Ρωσία. Η αποτυχία των οποίων επιχειρήσεων σήμανε και την αρχή του τέλους για τον Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς του...

Όμως, γιατί τότε αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε πειστικά κι απόλυτα τον Χίτλερ; Μία προφανής απάντηση είναι αυτή που δίνει ο Rosenbaum: μας λείπει κρίσιμη πληροφορία, μας λείπουν δεδομένα που χάθηκαν τυχαία ή και σκόπιμα καταστράφηκαν. Μια τρομακτικότερη, εναλλακτική θεώρηση είναι ότι ο Χίτλερ αποτελεί ίσως μία πεπερασμένη μεταφυσική παρέκβαση της Ιστορίας, στη διάρκεια της οποίας καταπαύει ο μηχανισμός της ιστορικής αιτιότητας, έτσι ώστε οποιαδήποτε λογική σύνδεση του αποτελέσματος (Ολοκαύτωμα) με το αίτιο που το προκάλεσε να είναι καταρχήν αδύνατη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, ίσως δεν είναι ότι μας λείπουν τα στοιχεία πληροφορίας που απαιτούνται για να ερμηνεύσουμε τον Χίτλερ, αλλά ότι, τελικά, ο Χίτλερ είναι εξ ορισμού μη ερμηνεύσιμος. Όπως εξ ορισμού (και όχι λόγω εργαστηριακής αδυναμίας μας) είναι αδύνατο να γνωρίσουμε την κίνηση ενός ηλεκτρονίου μέσα σε ένα άτομο. Η Φύση κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του μικρόκοσμου. Το ίδιο, ίσως, και η Ιστορία σε ό,τι αφορά το βαθύτερο «γιατί» των εγκλημάτων του ναζισμού. Η αρχή της αβεβαιότητας ξεφεύγει, θα λέγαμε, από τα συγγράμματα της Κβαντομηχανικής και εισχωρεί στα βιβλία της Ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, στα κεφάλαια που αφορούν την πιο σκοτεινή περίοδο της ανθρωπότητας...

Εν κατακλείδι, ο Χίτλερ μοιάζει να καταργεί, προσωρινά, τον ιστορικό ντετερμινισμό, με όμοιο τρόπο όπως η κβαντική θεωρία καταργεί τον αντίστοιχο Νευτώνειο. Τονίζω τη λέξη «μοιάζει», αφού το παρόν κείμενο απλά διατυπώνει σκέψεις, δεν αναγγέλλει αδιάσειστες επιστημονικές θεωρήσεις. Πρέπει, όμως, κάπου να αποδώσουμε το γεγονός ότι, μετά από δεκαετίες επίμονης και επίπονης έρευνας, η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα κατορθώσει να ξεσκεπάσει απόλυτα το πέπλο που καλύπτει τα βαθύτερα αίτια του Ολοκαυτώματος.

Σύμφωνα με τον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003), ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης. Είναι ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, που το νόημά του δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία, αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό.

Με άλλα λόγια, ο Χίτλερ είναι μία έννοια που ανήκει στην περιοχή της μεταφυσικής. Αλλά, ακόμα κι αν επιχειρούσαμε να τον μελετήσουμε στο πλαίσιο μιας φυσικής πραγματικότητας, η αληθινή του φύση θα κρυβόταν πίσω από κάτι που θυμίζει την αρχή της αβεβαιότητας στην Κβαντομηχανική. Σε κάθε περίπτωση, θα παρέμενε ουσιαστικά άγνωστος...

https://www.aixmi.gr/index.php/giati-telika-o-hitler-einai/

Aixmi.gr

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Τα αναπάντητα ερωτήματα της Ιθάκης


Ο θείος μου ο Νικήτας (έφυγε πριν 5 χρόνια, πλήρης ημερών) καταγόταν από τη Λευκάδα. Ως την τελευταία του στιγμή δεν έπαψε να εκφράζει την απόλυτη βεβαιότητά του πως το νησί του ήταν στ’ αλήθεια η Ομηρική Ιθάκη, και όχι αυτό που σήμερα φέρει το σχετικό όνομα. Δεν το έλεγε τυχαία: βασιζόταν σε πολύχρονες μελέτες του Γερμανού αρχαιολόγου Βίλχελμ Δαίρπφελντ (Wilhelm Dörpfeld, 1853–1940), ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση της (αληθινής) Ιθάκης.

Ο θείος Νικήτας, λοιπόν, θα είχε σοβαρές ενστάσεις για την συμβολική επιλογή τής κατά κόσμον Ιθάκης ως τόπου εκφώνησης του οιονεί πρωθυπουργικού (διάβαζε: θλιβερά μικροκομματικού) «διαγγέλματος» για το «τέλος των μνημονίων». Ενός λαϊκιστικού και βαθιά διχαστικού λόγου, απευθυνόμενου όχι προς ολόκληρο τον Ελληνικό λαό αλλά προς ένα εναπομένον σκληρό κομματικό ακροατήριο.

Είμαι βέβαιος ότι ο θείος θα είχε ενστάσεις και για το ίδιο το περιεχόμενο της ομιλίας. Καθώς, όμως, αδυνατώ εκ των πραγμάτων να εκφραστώ εκ μέρους του, θα περιοριστώ στις δικές μου σκέψεις και τα δικά μου ερωτήματα. Προς διευκόλυνση της συζήτησης, επιλέγω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον πρωθυπουργικό λόγο και σχολιάζω το καθένα χωριστά...

--------------------------------

1. «Τα μνημόνια της λιτότητας, της ύφεσης, και της κοινωνικής ερήμωσης, επιτέλους τελείωσαν. Η χώρα μας ανακτά το δικαίωμά της να ορίζει αυτή τις τύχες και το μέλλον της. (...) Χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς. Χωρίς άλλους εκβιασμούς. Χωρίς άλλες θυσίες του λαού μας.»

– Προκύπτουν εδώ διάφορα ερωτήματα. Τα παραθέτω επιγραμματικά: (α) Ποια ακριβώς μέτρα λιτότητας έχουν ήδη αρθεί αυτομάτως, ή πρόκειται να αρθούν σύντομα, τώρα που τελείωσαν τα «μνημόνια της λιτότητας»; (β) Σε τι συνίσταται αυτή η «κοινωνική ερήμωση», και με ποιους τρόπους θα λάβει τέλος; Θα επιστρέψουν, π.χ., οι νέοι που έφυγαν ζητώντας καλύτερη τύχη σε άλλες πολιτείες; (γ) Έχουμε όντως επανακτήσει το απολύτως αυτεξούσιο ως χώρα; Γιατί, άλλα ακούω... (δ) Ώστε, η χώρα βρισκόταν ως τώρα υπό το κράτος εξωτερικών εκβιαστών; Και η κυβέρνηση της χώρας δέχθηκε να χρηματίζεται από αυτούς; Μήπως έχουμε εδώ να κάνουμε με εθνική μειοδοσία; (ε) Ποιες από τις μέχρι τώρα θυσίες του λαού μας αποτελούν οριστικά παρελθόν και δεν θα τις ξαναβρούμε μπροστά μας;

2. «Η βία και η καταστολή, έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας. Η δημοκρατία ευτελίστηκε. Τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες. Φασιστικές συμμορίες βγήκαν από τις κρυψώνες τους μετά από 60 χρόνια.»

– Έχουμε και λέμε: (α) Η βία που είχε γίνει «κομμάτι της καθημερινότητας» προερχόταν στο μεγαλύτερο μέρος της από τους παρατρεχάμενους του πεινασμένου για εξουσία κόμματος που σήμερα κυβερνά. Όχι από τα κρατικά μέσα καταστολής (βέβαια, τίποτα δεν είναι αγγελικά πλασμένο...). Σήμερα, τη βία μονοπωλούν κάτι «φιλαράκια» του κυβερνώντος κόμματος που de facto απολαμβάνουν το ακαταδίωκτο... (β) Η δημοκρατία όντως ευτελίστηκε από την παρουσία ναζιστικού κόμματος στο Κοινοβούλιο. Ευτελίζεται όμως εξίσου από αισχρούς, χυδαίους, ύπουλους συγκερασμούς που επιχειρούν να βάλουν στο «ίδιο τσουβάλι» με τους νεο-ναζί κάποιους ανθρώπους που το μόνο αμάρτημα που έχουν να επιδείξουν είναι η (ασύμβατη με τα συμπλέγματα της Αριστεράς) ιδιότητα του τραπεζίτη! Ένας εξ αυτών, μάλιστα, υπήρξε θύμα τρομοκρατικής δολοφονικής απόπειρας, την οποία είδαν μάλλον ως πράξη «δικαιοσύνης» οι διάφοροι κυβερνητικοί «παπαγάλοι» του Διαδικτύου...

3. «Μια χώρα σε διαρκή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Κι ένας λαός, όμως, που ποτέ δεν αποδέχτηκε τη μοίρα που του επιφύλασσαν οι ισχυροί. Και έγραψε νέες σελίδες αντίστασης. Αυτός ο λαός, πριν από τριάμισι χρόνια πήρε μια ιστορική απόφαση. Να πάρει το τιμόνι της χώρας από αυτούς που την οδήγησαν στα βράχια. Και να το δώσει σε νέους καπετάνιους.»

– Εν συντομία: (α) Αν κάποτε η χώρα βρέθηκε στ’ αλήθεια σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τούτο συνέβη το καλοκαίρι του 2015, εξαιτίας της τυχοδιωκτικής πολιτικής ενός ναρκισσευόμενου υπουργού που κορυφώθηκε στο παρανοϊκό δημοψήφισμα και τις κλειστές τράπεζες. Κι ένας λαός, σε κατάσταση απόλυτης απόγνωσης μπροστά στο φάσμα κατοχικών συσσιτίων και ολικής εξαθλίωσης, έβλεπε πράγματι τη χώρα να οδηγείται στα βράχια. Με αίσθημα τρόμου όμοιο με εκείνο ενός επιβάτη λεωφορείου που κάποιοι τρομοκράτες ετοιμάζονται να ρίξουν στο γκρεμό... (β) Αν οι περίφημες «νέες σελίδες αντίστασης» του λαού αναφέρονται (και) στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, είναι μάλλον περιττό να θυμίσουμε ποιοι και πώς το σεβάστηκαν. Ή, για να είμαι πιο δίκαιος, ποιοι ορθώς και ευτυχώς ΔΕΝ το σεβάστηκαν!

4. «Δεν θα αφήσουμε τη λήθη να μας παρασύρει. (...) Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα πρόσωπα που οδήγησαν τη χώρα στα μνημόνια.»

– Ο ορισμός της πολιτικής μνησικακίας και του κομματικού ρεβανσισμού! Λόγος διχαστικός, άξιος επαρχιώτη μικρο-κομματάρχη και όχι ηγέτη που αναγγέλλει εθνική επανεκκίνηση. Γιατί, αυτό το τελευταίο απαιτεί ιδεολογικές υπερβάσεις, συναινέσεις, συνθέσεις και πολιτική μεγαλοσύνη που ο πρωθυπουργός της χώρας προφανώς δεν διαθέτει. Και ας μην ξεχνούμε ότι τη χώρα δεν οδήγησαν στα μνημόνια αποκλειστικά και μόνο «οι άλλοι». Ούτε εκείνοι είναι που ευθύνονται για το σκληρότερο και πλέον αχρείαστο όλων! Τέλος (μια και θίγουμε ζητήματα μνήμης), στη χρεοκοπία της χώρας – που κατέστησε τα μνημόνια αναγκαία – συνέβαλαν τα μέγιστα οι συνεχείς «κοινωνικοί αγώνες» (διάβαζε: εκβιαστικές διεκδικήσεις) των συντεχνιών του δημοσίου. Και γνωρίζουμε καλά ποιες πολιτικές δυνάμεις τις υποστήριζαν σθεναρά...

5. «Οι σύγχρονοι μνηστήρες είναι εδώ και στέκονται ακόμα απέναντι. (...) Όσοι έφτιαξαν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους την Ελλάδα της διαφθοράς, της διαπλοκής και της εξουσίας των λίγων.»

– Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω και «αυτογκόλ» του επικοινωνιακού επιτελείου του πρωθυπουργού! Η Ελλάδα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, δεν είναι κάτι απρόσωπο. Η Ελλάδα είναι ο λαός της. Και, στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος, αυτός με την ψήφο του είναι που νομιμοποιεί την (υποτιθέμενη) «εξουσία των λίγων». Όταν, λοιπόν, μιλούμε για την «Ελλάδα της διαφθοράς και της διαπλοκής», κατ’ ουσίαν προσβάλλουμε τον ίδιο το λαό. Ξεχνούμε, εν τούτοις, ότι ο λαός αυτός ανέδειξε στην εξουσία και τους σημερινούς κυβερνώντες. Είτε, λοιπόν, και η εξουσία αυτή είναι προϊόν διαφθοράς και διαπλοκής, είτε ο λαός δια μαγείας εξαγνίστηκε και έκανε, επιτέλους, την μόνη «καθαγιασμένη» επιλογή! Βέβαια, υπάρχει και μια τρίτη, πιο πρακτική υπόθεση: Ο λαός πείστηκε για την αποκατάσταση μισθών και συντάξεων, την εξαφάνιση του μισητού ΕΝΦΙΑ, και, γενικά, την επιστροφή στον παλιό, καλό κι ανέμελο τρόπο ζωής που κάποιοι του υποσχέθηκαν...

--------------------------------

Αυτά εν ολίγοις. Είμαι βέβαιος ότι κι ο θείος Νικήτας θα συμφωνεί μαζί μου από εκεί που βρίσκεται. Αν και τον ακούω να λέει, στο τέλος της ανάγνωσης, το κλασικό:

«Τώρα, τι τα θέλεις βρε Κώστα και τα γράφεις όλα αυτά;»

Το ίδιο, νομίζω, λένε και οι αναγνώστες!


Ο θείος Νικήτας...

Aixmi.gr

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ζωή εν τάφω: Μικρό χρονικό ενός «Μεγάλου Πολέμου»

1. Εισαγωγή

Σε ραδιοφωνική του εκπομπή, ο αείμνηστος (και αμίμητος) Γιάννης Καλαμίτσης είχε θέσει κάποτε στους ακροατές το ακόλουθο κουίζ: Σε ποια μεγάλη μάχη της Ιστορίας οι φαντάροι πήγαν στο μέτωπο με... ταξί! Οι γνωρίζοντες τα πολεμικά γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (του «Μεγάλου Πολέμου», όπως τον είχαν ονομάσει στην εποχή του) σίγουρα θα χαμογέλασαν με την ευρηματική διατύπωση της ερώτησης. Δεν ήταν απλά μία μάχη: ήταν η πρώτη σημαντική μάχη του πολέμου. Που, αν είχε άλλη έκβαση, ο πόλεμος αυτός θα είχε αντίθετο αποτέλεσμα και, γενικότερα, η Ιστορία του εικοστού αιώνα ίσως είχε γραφεί διαφορετικά...

Σε προηγούμενο άρθρο επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και να επιμερίσουμε, κατά το δυνατόν, τις ευθύνες για το ξέσπασμά του, που υπήρξε αποτέλεσμα ενός διπλωματικού και στρατιωτικού ντόμινο μοναδικού στα πολεμικά χρονικά. Όπως είδαμε, ένα περίπλοκο σύστημα συμμαχιών χώριζε τις εμπόλεμες δυνάμεις σε δύο μεγάλα στρατόπεδα. Από τη μία πλευρά, η Αγγλία, η Γαλλία και οι σύμμαχοί τους, που όλοι μαζί αναφέρονται, συνήθως, ως «οι Σύμμαχοι». Από την άλλη, η Γερμανο-Αυστριακή συμμαχική ομάδα (οι λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»).

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε μερικά από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα (μία πλήρης εξιστόρηση είναι, φυσικά, αδύνατη σε κείμενο τέτοιου μεγέθους). Όμως, την πιο ρεαλιστική περιγραφή της ζωής στα χαρακώματα την προσφέρει η λογοτεχνία. Όπως το κλασικό «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» του Erich Maria Remarque (μαζί με την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία) αλλά και το πολύ δικό μας, το σαγηνευτικά εφιαλτικό «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη...


2. Ένας άλλος πόλεμος

Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο σημείωμα, το καλοκαίρι του 1914 οι λαοί υποδέχθηκαν τον πόλεμο με φανερό ενθουσιασμό και με τη βεβαιότητα μιας νίκης που θα επιτυγχανόταν «μέσα σε λίγες εβδομάδες» – ή, το πολύ, «ως τα Χριστούγεννα». Σημαίες ανέμιζαν και στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν χαρούμενους πατριωτικούς σκοπούς καθώς οι στρατιώτες ξεκινούσαν για το μέτωπο...

Στην αρχική του φάση, ο πόλεμος ακολούθησε τα συμβατικά πρότυπα που χαρακτηρίζονταν από κινητικότητα των στρατευμάτων. Σύντομα, όμως, οι στρατοί γνώρισαν τη δολοφονική δύναμη των νέων όπλων που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν μαζικούς θανάτους. Έτσι, μετά τις αρχικές μάχες, οι αντίπαλες γραμμές σίγησαν και οι στρατιώτες άρχισαν να σκάβουν βαθιά χαρακώματα, μέσα στα οποία θα έμεναν θαμμένοι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, παρέα με τη λάσπη, τις ψείρες και τους αρουραίους που έπαιρναν υπερμεγέθεις διαστάσεις τρεφόμενοι από τα πτώματα.

Ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές χαρακωμάτων, η ουδέτερη ζώνη, η «γη του κανενός» (no man’s land) ήταν ο τόπος μαζικής σφαγής των επιτιθέμενων όταν αυτοί, υπό τους ήχους των εχθρικών πολυβόλων και του αντίπαλου πυροβολικού, επιχειρούσαν να ξεπροβάλουν από τα λαγούμια τους και να κινηθούν προς το απέναντι χαράκωμα.

Οι καιροί του ένδοξου ιππικού είχαν πλέον περάσει οριστικά στην Ιστορία, ενώ το αεροπλάνο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του ως πολεμικό εργαλείο, κυρίως για την κατασκόπευση των θέσεων και των κινήσεων του αντιπάλου. Ως το τέλος του πολέμου, τα δηλητηριώδη αέρια και τα tanks είχαν μπει κι αυτά στο πολεμικό παιχνίδι, αν και η σπουδαιότητά τους στον προκείμενο πόλεμο έχει μάλλον υπερεκτιμηθεί.

Σε ό,τι αφορά την θάλασσα, ο πόλεμος δεν έχει να επιδείξει σημαντικές ναυμαχίες, με εξαίρεση αυτή στην Jutland (Γιουτλάνδη) το 1916, όπου ο αγγλικός και ο γερμανικός στόλος συναντήθηκαν σε μια μάχη χωρίς ουσιαστικό νικητή. Από εκεί και μετά, το πρωταρχικό όπλο στον αγώνα για τον έλεγχο των θαλασσών ήταν το υποβρύχιο, κυρίως από τη μεριά των Γερμανών που προσπαθούσαν με κάθε μέσο να σπάσουν τον ασφυκτικό ναυτικό αποκλεισμό που τους είχαν επιβάλει οι Βρετανοί.


3. Το αδιέξοδο του Δυτικού Μετώπου

Όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γαλλία μέσω του Βελγίου, η παραβίαση της ουδετερότητας του οποίου λειτούργησε ως διπλωματικό πρόσχημα για την είσοδο της Βρετανίας στον πόλεμο. Σύμφωνα με το Σχέδιο Schlieffen, οι Γερμανοί θα υπέτασσαν τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες και στη συνέχεια θα στρέφονταν προς τα ανατολικά για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία.

Το γερμανικό σχέδιο, όμως, αποδείχθηκε καλύτερο στη θεωρία απ’ ό,τι στην πράξη. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τη γερμανική προέλαση στη Μάχη του Μάρνη (9-12 Σεπτεμβρίου 1914), επιστρατεύοντας ακόμα και τα Παρισινά ταξί για να μεταφέρουν στρατιώτες στο μέτωπο (η απάντηση στο κουίζ του Καλαμίτση!).

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες άρχισε να διαφαίνεται το στρατιωτικό αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο. Αντί για προέλαση και γρήγορη νίκη, οι στρατοί οχυρώθηκαν σε μία διπλή γραμμή χαρακωμάτων που εκτείνονταν από τη Μάγχη ως τα ελβετικά σύνορα. Ήταν πια φανερό ότι ο πόλεμος δεν επρόκειτο να διαρκέσει «το πολύ ως τα Χριστούγεννα»...

Οι στρατηγοί και από τις δύο πλευρές πάσχιζαν να συγκεντρώσουν ικανό αριθμό ανδρών και πυρομαχικών ώστε να μπορέσουν να σπάσουν το αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα επιδίδονταν σε πόλεμο φθοράς, με κάθε μέσο, των δυνάμεων του αντιπάλου. Οι περιοδικές απόπειρες οργανωμένης επίθεσης, εν τούτοις, απλά επιβεβαίωναν το πόσο ανώφελο ήταν να στέλνει κανείς αθωράκιστους στρατιώτες να αντιμετωπίσουν καλά οχυρωμένους αντιπάλους και την καταστροφική δύναμη πυρός των πολυβόλων και του βαρέως πυροβολικού. Οι μόνοι που αρνούνταν να δουν αυτή την πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι οι στρατηγοί, με προεξάρχοντες τον υπερφίαλο Βρετανό Sir Douglas Haig και τον εξίσου ματαιόδοξο Γάλλο αρχιστράτηγο Nivelle.

Θυμίζουμε, ενδεικτικά, τις απώλειες σε μερικές σημαντικές μάχες, τις οποίες αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο. Στη Μάχη του Somme (1η Ιουλίου έως 18 Νοεμβρίου 1916) οι Γερμανοί και οι Βρετανοί έχασαν από 400,000 η κάθε πλευρά, ενώ οι Γάλλοι έχασαν 200,000. Η «ανταμοιβή» για τις αγγλο-γαλλικές απώλειες των 600,000 ήταν μία μέγιστη προέλαση 7 μιλίων, περίπου. Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, η ανεπιτυχής γερμανική πολιορκία του Verdun κόστισε τη ζωή σε 336,000 Γερμανούς και 350,000 Γάλλους στρατιώτες. Στην διαβόητη μάχη στο Passchendaele, το 1917 (άλλη μια λαμπρή ιδέα του Douglas Haig!) πάνω από 370,000 Βρετανοί στρατιώτες χάθηκαν με «κέρδος» λίγων μόλις τετραγωνικών χιλιομέτρων δίχως στρατηγική αξία.

Γενικά μιλώντας, οι γραμμές των αντιπάλων στο Δυτικό Μέτωπο δεν μεταβλήθηκαν ουσιαστικά στη διάρκεια του πολέμου.


4. Γερμανική διπλωματία στα Βαλκάνια

Η αποτυχία τους στο Verdun έκανε τους Γερμανούς να συνειδητοποιήσουν πόσο ανώφελη θα ήταν η συνέχιση μιας επιθετικής τακτικής στα δυτικά. Οι στρατιωτικοί κύκλοι πίστευαν πλέον ότι ο δρόμος για τη νίκη περνούσε μέσα από την ήττα της Ρωσίας.

Τον Αύγουστο του 1916, ο στρατηγός Paul von Hindenburg – που, ως διοικητής του Ανατολικού Μετώπου, είχε πιστωθεί την νικηφόρα έκβαση της Μάχης του Tannenberg κατά των Ρώσων (Ανατολική Πρωσία, Αύγουστος 1914) – έγινε αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου, έχοντας δίπλα του ως αχώριστο βοηθό και σύμβουλό του τον Erich Ludendorff.

Οι γερμανικές επιτυχίες κατά των Ρώσων στο δεύτερο μισό του πολέμου οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στη δυσκολία των τελευταίων να προμηθευθούν πυρομαχικά και αναγκαίο εξοπλισμό από τους Συμμάχους. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξαν οι επιτυχημένες διπλωματικές κινήσεις των Γερμανών στα Βαλκάνια.

Τον Νοέμβριο του 1914, η Τουρκία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η θέση της Τουρκίας ήταν στρατηγικής σημασίας: Αν είχε προσχωρήσει στους Συμμάχους, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τις Κεντρικές Δυνάμεις με ένα γιγαντιαίο «δαχτυλίδι» που θα τις καθιστούσε ευάλωτες σε επιθέσεις από δυτικά, ανατολικά και νότια. Από την άλλη, σαν σύμμαχος των Γερμανών και των Αυστριακών, η Τουρκία θα μπορούσε τώρα να εμποδίσει την από θαλάσσης τροφοδοσία των Ρώσων δια μέσου της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Στις αρχές του 1915, οι Βρετανοί επιχείρησαν να ανοίξουν διάδρομο προς τη Ρωσία μέσω των Δαρδανελίων, στέλνοντας στρατό στη Χερσόνησο της Καλλίπολης. Η εκστρατεία απέτυχε τραγικά, κοστίζοντας στον εμπνευστή της, Winston Churchill, τη θέση του στην κυβέρνηση.

Την ίδια στιγμή, υποσχόμενοι την εκχώρηση μεγάλων τμημάτων της Μακεδονίας που βρίσκονταν σε σερβικά χέρια, οι Γερμανοί κατόρθωσαν, μετά την Τουρκία, να πάρουν με το μέρος τους και τη Βουλγαρία (Οκτώβριος 1915). Σε λίγες εβδομάδες, η Βουλγαρία επιτέθηκε στη Σερβία.

Ως αντίβαρο στις επιτυχημένες γερμανικές κινήσεις στα Βαλκάνια, οι Σύμμαχοι κατόρθωσαν να βάλουν στον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων τη Ρουμανία (Αύγουστος 1916) και την Ελλάδα (Ιούνιος 1917). Η ελληνική συμμετοχή – που έλαβε χώρα εν μέσω εθνικού διχασμού – απεδείχθη ιδιαίτερα σημαντική, αφού κατέστησε δυνατή την επίθεση των Συμμαχικών δυνάμεων κατά της Βουλγαρίας στην τελική φάση του πολέμου.


5. Η «αμφίθυμη» στάση της Ιταλίας

Αν και δεμένη μέσω της «Τριπλής Συμμαχίας» με τη Γερμανία και την Αυστρία, η Ιταλία έμεινε ουδέτερη στην αρχή του πολέμου. Οι όροι της συμμαχίας αφορούσαν την περίπτωση όπου κάποιο από τα μέλη δεχόταν επίθεση. Ήταν οι Γερμανοί, όμως, που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία και τη Ρωσία, ενώ οι Αυστριακοί δεν είχαν καν μπει στον κόπο να ενημερώσουν τους Ιταλούς σχετικά με το τελεσίγραφο στη Σερβία.

Στη συνέχεια, οι Ιταλοί «πολιορκήθηκαν» διπλωματικά και από τις δύο πλευρές, όμως οι υποσχέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Σε μια μυστική συνάντηση στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1915, οι Σύμμαχοι κατάφεραν τελικά να πείσουν την ιταλική κυβέρνηση να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό τους. Τα ανταλλάγματα σε περίπτωση νίκης περιλάμβαναν τις αυστριακές επαρχίες που κατοικούνταν από Ιταλούς, τη Βόρεια Αλβανία, καθώς και μέρος της Μικράς Ασίας.

Η Ιταλία υπέστη οδυνηρή ήττα από τις αυστριακές και γερμανικές δυνάμεις στη Μάχη του Caporetto, τον Οκτώβριο του 1917. Οι Κεντρικές Δυνάμεις, όμως, δεν κατάφεραν να τη βγάλουν από τον πόλεμο, αφού οι Βρετανοί και οι Γάλλοι έστειλαν αρκετές ενισχύσεις ώστε να ανασυγκροτηθεί το ιταλικό μέτωπο.


6. Αποχωρούν οι Ρώσοι – έρχονται οι Αμερικάνοι

Η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία (7 Νοεμβρίου 1917), ενδεχομένως αποτέλεσμα και γερμανικών υπόγειων μεθοδεύσεων, σήμανε ολική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Σύντομα, ο V. I. Lenin εξήγγειλε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε πρόταση άμεσου τερματισμού του πολέμου. Καθώς, όπως ήταν φυσικό, δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Συμμάχους, ξεκίνησε χωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 3 Δεκεμβρίου του 1917, που κορυφώθηκαν στις 3 Μαρτίου του 1918 με την περίφημη Συνθήκη του Brest-Litovsk.

Με τη συνθήκη αυτή, η Ρωσία, όχι μόνο βγήκε από τον πόλεμο αλλά και απώλεσε, προς όφελος των Γερμανών, όλες τις μη-Ρωσικές περιοχές που κατείχε στην Ευρώπη, πράγμα που είχε τεράστιες οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για τη χώρα. Επί πλέον, η συνθηκολόγηση της Ρωσίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποδεσμεύσει δυνάμεις από το ανατολικό μέτωπο ώστε να ενισχύσουν το δυτικό, στο πλαίσιο της μεγάλης γερμανικής επίθεσης που σχεδιαζόταν να ξεκινήσει την άνοιξη του 1918.

Στο μεταξύ, στις 7 Απριλίου του 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες έλαβαν τη μοιραία, για τη Γερμανία, απόφαση να της κηρύξουν τον πόλεμο (η σημασία του οποίου γεγονότος μάλλον δεν εκτιμήθηκε σωστά, στην αρχή, από τη γερμανική ηγεσία). Οι λόγοι της αμερικανικής εισόδου στον πόλεμο έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων ανάμεσα στους ιστορικούς. Πέρα από τα όποια ιδεολογικά κίνητρα και τη σχετική ρητορεία («να γίνει ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία», «να εξασφαλιστεί στους λαούς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης», κλπ.), σίγουρα υπήρχαν και πρακτικοί λόγοι που υπαγορεύονταν από καθαρή ιδιοτέλεια, όπως, π.χ., ο κίνδυνος για το αμερικανικό εμπόριο λόγω του ανεξέλεγκτου γερμανικού υποβρυχιακού πολέμου, ή, οι γερμανικές ίντριγκες στο Μεξικό, στο οποίο οι Γερμανοί υπόσχονταν στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου του με τις ΗΠΑ.

Όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των Αμερικανών, η είσοδός τους στον πόλεμο άλλαξε αποφασιστικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη...


7. Τελευταία γερμανική ζαριά...

Η μεγάλη γερμανική αντεπίθεση στο Δυτικό Μέτωπο ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου του 1918. Η αρχική προέλαση των Γερμανών ήταν σημαντική, κατάφεραν όμως να την ανακόψουν οι Σύμμαχοι με έγκαιρη τακτική υποχώρηση και με την υποστήριξη αμερικανικών δυνάμεων. Πάντως, στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί βρίσκονταν και πάλι στην περιοχή του Μάρνη, όπως στην αρχή του πολέμου, και το Παρίσι φαινόταν να κινδυνεύει. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, ο Ludendorff συνειδητοποίησε ότι τα μέσα που του απέμεναν δεν επαρκούσαν για περαιτέρω προέλαση.

Στις 18 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι αντεπιτέθηκαν αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση. Την ίδια στιγμή, οι Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε αναμονή στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με τις ιταλικές, έσπασαν το βουλγαρικό και το αυστριακό μέτωπο, αναγκάζοντας τη Βουλγαρία και την Αυστρία να ζητήσουν κατάπαυση του πυρός.

Στο σημείο αυτό, συνειδητοποιώντας τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο γερμανικός στρατός, ο Ludendorff κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους για ανακωχή. Στη χώρα άρχισε να ξεσπά επανάσταση που εξαπλωνόταν γρήγορα από πόλη σε πόλη. Στις 10 Νοεμβρίου, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ο Kaiser Wilhelm II έφυγε για την Ολλανδία, όπου έζησε εξόριστος ως το τέλος της ζωής του, το 1941. Πρόλαβε, μάλιστα, να δει τους Ναζί να εισβάλλουν στη χώρα αυτή το 1940!

Στις 11 Νοεμβρίου του 1918 υπογράφηκε, τελικά, η ανακωχή ανάμεσα στις Κεντρικές Δυνάμεις και τους Συμμάχους, και ο «Μεγάλος Πόλεμος» έφτασε και τυπικά στο τέλος του...


8. Επίλογος

Λέγεται πως μια ολόκληρη γενιά χάθηκε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Στη Δυτική Ευρώπη οι απώλειες ξεπέρασαν κατά πολύ τις αντίστοιχες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Συνολικά, κάπου 8.5 εκατομμύρια χάθηκαν στα πεδία των μαχών, ενώ περισσότερο από διπλάσιος ήταν ο αριθμός των τραυματιών, πολλοί από τους οποίους έζησαν ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων πολέμου (νεκροί, τραυματίες, αγνοούμενοι και άμαχος πληθυσμός) υπολογίζεται στα 37.5 εκατομμύρια.

Στον πόλεμο αυτό, χάρις στο αλαζονικό πείσμα και τον ακραίο εγωισμό των στρατηγών, ο στρατιώτης κατέστη αναλώσιμο είδος, η ανθρώπινη ατομικότητα εκφυλίστηκε σε απρόσωπο αριθμό πολεμικού μητρώου, και η αξία της ανθρώπινης ζωής ευτελίστηκε όσο ποτέ άλλοτε (με εξαίρεση, φυσικά, τους θαλάμους των αερίων, είκοσι και κάτι χρόνια αργότερα...).

Όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν τέλειωσε στ’ αλήθεια το 1918. Η εικοσαετής περίοδος που μεσολάβησε ως το ξέσπασμα του επόμενου παγκόσμιου πολέμου δεν ήταν παρά μία ανακωχή για ανασύνταξη δυνάμεων, κυρίως απ’ τη μεριά των Γερμανών. Που, σαν ένιωσαν και πάλι δυνατοί, θέλησαν να κλείσουν τους λογαριασμούς που έμειναν ανοιχτοί στα χαρακώματα.

Αλλά, για το πώς και γιατί απέτυχε η ειρήνη κατά τον Μεσοπόλεμο, ίσως μιλήσουμε σε προσεχές άρθρο...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Εξηγώντας σε ένα παιδί το μνημόνιο


Αν πιστέψουμε το κυβερνητικό αφήγημα, τούτες οι καλοκαιρινές μέρες του 2018 είναι μέρες μεγάλης εθνικής γιορτής. Τόσο μεγάλης που, σύμφωνα με κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος, επισκιάζει ακόμα και την πρόσφατη εθνική τραγωδία που άφησε πίσω της κοντά 100 νεκρούς. Γιορτάζουμε, λοιπόν, το γεγονός ότι, μετά από οκτώ και κάτι χρόνια, είναι ορατή πλέον η έξοδός μας από τα απεχθή μνημόνια.

Τα μνημόνια, που πρόσφεραν κι αφαίρεσαν εξουσίες, που έφτιαξαν «πατριώτες» και «προδότες», και που ανέδειξαν τις σκοτεινότερες πλευρές του ελληνικού χαρακτήρα σε μία περίοδο που θα ευχόμαστε κάποτε να διαγραφεί από τα βιβλία της Ιστορίας!

Ας θυμηθούμε, ενδεικτικά, μερικά γεγονότα. Ο φανατικά «αντιμνημονιακός» Α. Σαμαράς γκρέμισε από την εξουσία τον «μνημονιακό» Γ. Παπανδρέου, για να μεταλλαχθεί στη συνέχεια σε μνημονιακότερο του προκατόχου του. Ώσπου να εκτοπιστεί, με τη σειρά του, από τον αντιμνημονιακότερο όλων: τον νεαρό, σύγχρονο Τσε Γκεβάρα, Αλέξη Τσίπρα. Που, αν και δεν φόρεσε γραβάτα, οδήγησε τα μνημόνια στον κολοφώνα της δόξας τους!

Στη διάρκεια των πρώτων μνημονιακών χρόνων, η προδιαγεγραμμένη πορεία της «ανανεωτικής» Αριστεράς προς την εξουσία κόστισε ανθρώπινες ζωές (κανείς δεν θα ξεχάσει ποτέ το ολοκαύτωμα στη Marfin...) και στοίχισε την καταστροφή ακόμα και πολιτιστικών συμβόλων της Αθήνας (κάπου εκεί κοντά στην πρώην Marfin βρίσκονται τα καμένα απομεινάρια δύο ιστορικών κινηματογράφων της πόλης...).

Αλλά, ακόμα κι όταν κόρεσε τη δίψα της για εξουσία, η «ανανεωτική» (την διαχωρίζω απόλυτα από την αξιοπρεπέστατη παραδοσιακή) Αριστερά δεν έπαψε να διχάζει την κοινωνία. Το παρανοϊκό δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 λίγο έλειψε να οδηγήσει τον τόπο (κυριολεκτικά και όχι ως σχήμα λόγου) σε εμφύλιο, ενώ όσοι τόλμησαν να υποστηρίξουν ανοιχτά το «ΝΑΙ» εξυβρίστηκαν και χλευάστηκαν από τους φιλοκυβερνητικούς ως «μενουμευρωπαίοι». Για να μείνουν, τελικά, με την πικρή ηθική ανταμοιβή της εφαρμογής, στην πράξη, της μειοψηφήσασας θέσης τους...

Όμως, τι ακριβώς ήταν αυτά τα μνημόνια που χάραξαν τόσο βίαια και τραυματικά την πρόσφατη Ιστορία της χώρας; Καθώς δεν είμαι οικονομολόγος, ούτε νομικός, δεν θα αποτολμήσω μία εις βάθος ανάλυση του θέματος για ενήλικες. Μπορώ όμως να φανταστώ έναν τρόπο να εξηγήσει κάποιος το ζήτημα σε ένα παιδί. Σκαρώνοντας ένα παραμύθι...

Κάποτε, λοιπόν, σε κάποιο χωριό υπήρχε μία ξεχωριστή οικογένεια. Ξεχωριστή όχι μόνο για τις ιστορικές της καταβολές αλλά, δυστυχώς, και για τη σύγχρονη αφροσύνη της. Όσο κι αν τα μέλη της ήταν εργατικά, η μεγαλομανία και ο νεοπλουτισμός τους τα έσπρωχνε να ξοδεύουν πιο πολλά απ’ όσα κέρδιζαν από τις εργασίες τους. Έτσι, κατάφευγαν συνεχώς στην τράπεζα της κοντινής κωμόπολης για δανεικά.

Ήρθε, όμως, κάποια στιγμή που δεν μπορούσαν πλέον να ξεπληρώσουν τα χρέη τους στην τράπεζα. Η οποία τώρα απειλούσε να τους πάρει το σπίτι! Απελπισμένος ο πατέρας (ας τον ονομάσουμε κυρ-Γιώργο, για να συνεννοούμαστε) έτρεξε στην κοινότητα του χωριού για να ζητήσει βοήθεια. Ο πρόεδρος, τότε, συγκάλεσε έκτακτο συμβούλιο των αντιπροσώπων όλων των οικογενειών του χωριού, με αίτημα την οικονομική ενίσχυση του συντοπίτη τους.

Κανείς, βέβαια, δεν ήθελε να μείνει άστεγη η οικογένεια του Γιώργου. Έτσι, αποφάσισαν ομόφωνα να βοηθήσουν, ο καθένας με όσα χρήματα μπορούσε να διαθέσει. Ο βαρύτερος κλήρος έπεφτε στην οικογένεια της Αγγέλας, που τα οικονομικά της φρόντιζε ένας στρυφνός Γερμανός λογιστής, ο Βόλφγκανγκ. Αυτός, λοιπόν, πήρε κάποια στιγμή το λόγο:

«Εντάξει, λοιπόν, ας βοηθήσουμε όλοι. Κι ας βάλει η κυρία Αγγέλα τα πιο πολλά, αν έτσι πρέπει. Όμως, δεν έχω πια καμιά εμπιστοσύνη στο Γιώργο. Δεν ξέρω, π.χ., αν τα λεφτά που θα του δώσουμε στο χέρι θα πάνε πράγματι στην τράπεζα για να ξεπληρωθεί το δάνειο, ή θα ξοδευτούν και πάλι σε λούσα και περιττές σπατάλες. Γι’ αυτό, θα βάλουμε το Γιώργο να υπογράψει ένα χαρτί που θα λέει πως, μέχρι να ξεπληρώσει όλα τα χρέη του στην τράπεζα και τους συγχωριανούς του, εμείς οι αντιπρόσωποι του χωριού θα έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε έλεγχο στα οικονομικά της οικογένειάς του.»

Καθώς δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ο κυρ-Γιώργος δέχτηκε να υπογράψει το χαρτί. Κι έτσι γεννήθηκε το «μνημόνιο»! Μα δεν τελειώνει εδώ η ιστορία... Η γυναίκα του Γιώργου, που δεν μπορούσε να χωνέψει ότι δεν είχε αυτή τον πρώτο λόγο στο σπίτι, βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Κατηγόρησε, λοιπόν, τον άντρα της ότι πρόδωσε τα ιερά και τα όσια της οικογένειας, αφού έδωσε σε ξένους το δικαίωμα να κάνουν κουμάντο στο σπίτι τους. Κουρασμένος, τότε, ο Γιώργος, της ζήτησε να πάρει εκείνη την κατάσταση στα χέρια της και να κάνει ό,τι νόμιζε σωστό.

Η γυναίκα του Γιώργου γνώριζε καλά, βέβαια, πως, χωρίς τη βοήθεια του χωριού, το σπίτι τους ήταν χαμένο. Όπως και ήξερε ότι το χωριό θα έπαυε να δίνει χρήματα αν δεν τηρούνταν οι όροι που αναφέρονταν στο μνημόνιο. Έτσι, έκανε στροφή 180 μοίρες (και όχι 360!) και συμβιβάστηκε κι εκείνη, τελικά, με το επίμαχο χαρτί.

Ήρθε τώρα, όμως, η σειρά του επαναστατημένου μεγάλου γιου της οικογένειας να αδράξει τη δική του ευκαιρία. Κατηγόρησε και τους δύο γονείς του για προδοσία και υποταγή στα «αρπακτικά» του χωριού (τους συγχωριανούς, δηλαδή, που δέχθηκαν πρόθυμα, και δίχως μεγάλο όφελος γι’ αυτούς, να βοηθήσουν!) και αξίωσε να πάρει αυτός τώρα την κατάσταση στα χέρια του. Αλλιώς, απείλησε, θα έβαζε φωτιά στο σπίτι και θα το έκαιγε ο ίδιος, ώστε να μην υπάρχει πλέον λόγος να δεχθούν βοήθεια από κανέναν!

Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, στο συμβούλιο του χωριού δεν επικράτησε πανικός. Ήξεραν, καταρχάς, ότι οι απειλές του νεαρού ήταν μόνο λόγια για να τρομάξει τους γονείς του και να τους αναγκάσει να του παραχωρήσουν το κουμάντο της οικογένειας. Εκτός αυτού, ο νέος είχε μεγάλη επιρροή στα μικρότερα αδέρφια του, που τον πίστευαν πολύ. Έτσι, δεν θα είχε δυσκολία να τα πείσει να μη γκρινιάζουν και να μην επαναστατούν όταν κι εκείνος, με τη σειρά του, θα «αναγκαζόταν» να τηρήσει τους όρους του μνημονίου...

Η συνέχεια της ιστορίας δεν έχει τόση σημασία. Το μέχρι εδώ κομμάτι, όμως, είναι αρκετό για να φωτίσει την πιο νοσηρή πλευρά αυτού που ονομάζουμε «πολιτική». Μια διαλυτική δύναμη, δηλαδή, που αντί να συσπειρώνει τα μέλη μιας οικογένειας μπροστά στο φάσμα της καταστροφής, ωθεί το κάθε μέλος χωριστά να βλέπει την καταστροφή σαν ευκαιρία άσκησης εξουσίας.

Όσο κι αν γιορτάσουμε, λοιπόν, την απαλλαγή από τα μνημόνια, θα αργήσουμε πολύ, φοβάμαι, να γιορτάσουμε την απαλλαγή από τον κακό μας εαυτό. Γιατί, όσο κι αν απεχθανόμαστε την υποκρισία και τον κυνικό καιροσκοπισμό που φέρει μέσα του ο κομματισμός, ας μην ξεχνούμε ότι αυτά όλα δεν θα υπήρχαν αν ο «πελάτης» λαός (εμείς οι ίδιοι, δηλαδή) έπαυε να τα ανέχεται. Αλλά, η λέξη «πατριώτης» είναι περίπου ύβρις σ’ αυτό τον τόπο. Οι εκφράσεις «η πάρτη μου» και «η τσέπη μου» ίσως μας ταιριάζουν καλύτερα...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολυπολιτισμικότητα, δημοκρατικότητα και εθνική αυτοσυντήρηση

Το «Τρίτο Πρόγραμμα» της κρατικής ραδιοφωνίας ήταν κάποτε ο μόνος σταθμός όπου μπορούσε κάποιος να ακούει αποκλειστικά και μόνο κλασική μουσική (ο Leonard Bernstein θα με «μάλωνε» γι’ αυτό τον όρο, αλλά θα τον χρησιμοποιήσω καταχρηστικά). Αργότερα προστέθηκαν (καλώς) και κάποιες εκπομπές λόγου. Σήμερα, όμως, τείνει να μετεξελιχθεί σε πρόγραμμα όπου ο λόγος διεκδικεί ίσο μερίδιο με τη μουσική. Συχνά, μάλιστα, ακόμα και αυτές τούτες οι μουσικές εκπομπές μοιάζουν με ρητορικές διαλέξεις εμπλουτισμένες με μουσικά διαλείμματα. (Θα ξεχωρίσω, εν τούτοις, τις υπέροχες εκπομπές του Δαυίδ Ναχμία, που αποτελούν κόσμημα για το ελληνικό ραδιόφωνο.)

Στο πνεύμα του «προοδευτισμού» της εποχής, άκουσα πρόσφατα μία εκπομπή στο «Τρίτο», στην οποία ένας «ανοιχτόμυαλος» – κατά τον παρουσιαστή – καθηγητής πανεπιστημίου επιχείρησε με πάθος μέγα (και, νομίζω, κάποιον υπεμφαινόμενο σαρκασμό) να αποδομήσει κάθε ιδέα ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και τη σύγχρονη Ελλάδα. Σε κάποια σημεία του λόγου του, μάλιστα, άφησε περίπου να εννοηθεί ότι τέτοιες θεωρήσεις εκφράζουν σήμερα κατά κύριο λόγο τους εγχώριους νεο-ναζί. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, μερικούς αφελείς εθνικιστές.

Δεν αποτέλεσε έκπληξη, βέβαια, ότι στο τέλος αποκάλυψε το όραμά του για τον βαθμιαίο μετασχηματισμό της χώρας σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία. Φυσικά, οι προϋποθέσεις του μετασχηματισμού αυτού δεν αναφέρθηκαν καν, ούτε φάνηκε να απασχολούν ιδιαίτερα τον ακαδημαϊκό. Αυτό στο οποίο εστίασε μόνο ήταν η «απαράδεκτη» και «ρατσιστική» συμπεριφορά της ελληνικής αστυνομίας να ελέγχει τα στοιχεία νομιμότητας όσων «απλά φαίνονται» αλλοδαποί (δεν θα το σχολιάσω περαιτέρω...).

Κάπου εκεί στο κλείσιμο της εκπομπής, εν είδει επιμυθίου, ο παρουσιαστής χαρακτήρισε την πολυπολιτισμικότητα ως βασικό συστατικό γνώρισμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η τοποθέτηση αυτή έχει ενδιαφέρον γιατί θα μπορούσε να γίνει αφετηρία συζητήσεων πάνω στο ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας, γενικά. Ας δούμε μερικά σημεία μιας τέτοιας υποθετικής συζήτησης:

1. Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιτυγχάνεται με πολιτικές ανοιχτών συνόρων, οι οποίες με μαθηματική βεβαιότητα οδηγούν στο χάος. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, υπήρξαν εξαρχής πολυπολιτισμική χώρα. Η ένταξη, ωστόσο, ενός νέου μέλους στην αμερικανική κοινωνία δεν γίνεται άναρχα και εκβιαστικά, υπό μορφή τετελεσμένου. Η αμερικανική πολυπολιτισμικότητα δεν είναι μία de facto κατάσταση που προκαλείται από αδυναμία του κράτους να ελέγξει την παράνομη μετανάστευση, αλλά μία συνθήκη που υπόκειται σε κανόνες και θέτει προϋποθέσεις, με προεξάρχουσες εκείνες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και αυτοσυντήρηση (όσο κι αν κάποιοι όροι είναι ασύμβατοι με το προοδευτικό λεξιλόγιο...).

2. Θα πρέπει εξ ορισμού να καλοδεχθούμε την πολυπολιτισμικότητα; Εξαρτάται... Δεν θα δεχθώ μία πραγματικότητα που μου επιβάλλεται, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη χώρα μου, με κύριο χαρακτηριστικό την κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (συχνά, μάλιστα, στις πιο απάνθρωπες εκδοχές της). Αντίθετα, οφείλουμε να καλοδεχθούμε εκείνους που ήρθαν ή θα έρθουν με πρόθεση να ενταχθούν αρμονικά στην ελληνική κοινωνία και να προσφέρουν στη χώρα, σεβόμενοι απόλυτα τους νόμους και τα έθιμά της και διακείμενοι φιλικά απέναντι στους ανθρώπους της.

3. Υπάρχει η άποψη ότι θα πρέπει να εντάξουμε την πολυπολιτισμικότητα στους ευρύτερους εθνικούς σχεδιασμούς μας. Δεν θα διαφωνήσω καταρχήν. Θα πρέπει, όμως, πρώτα να καθορίσουμε τα όρια αυτής της πολυπολιτισμικότητας στην οποία, πλέον, εκόντες–άκοντες συμμετέχουμε. Πόση «πολυπολιτισμικότητα» αντέχει αυτή η μικρή χώρα που μόλις άρχισε να συνέρχεται από μια οικονομική καταστροφή; Ειδικότερα, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις (θετικές ή αρνητικές) στο ασφαλιστικό σύστημα; Ποιες τροποποιήσεις θα υποστεί, αναγκαία, το εκπαιδευτικό σύστημα; Πώς θα αντιμετωπιστεί το στεγαστικό πρόβλημα; Πώς θα διασφαλιστεί η δημόσια τάξη και ο έλεγχος του (μεμονωμένου ή οργανωμένου) εγκλήματος; Πώς θα αντιμετωπιστούν τυχόν ζητήματα θρησκευτικής ή πολιτισμικής δυσανεξίας; Ο κατάλογος ερωτημάτων είναι μόνο ενδεικτικός, και οι απαντήσεις εκκρεμούν...

4. Συνιστά η πολυπολιτισμικότητα τεκμήριο δημοκρατικότητας μιας κοινωνίας; Δεν είμαι βέβαιος! Κατά μία έννοια, πολυπολιτισμική ήταν και η Σοβιετική Ένωση... Μήπως, όμως, ισχύει το αντίστροφο; Δηλαδή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κάθε αληθινά δημοκρατική κοινωνία αποδέχεται (αν όχι και επιδιώκει) την πολυπολιτισμικότητα; Ούτε και αυτό ακούγεται λογικό. Το δημοκρατικό πολίτευμα είναι εσωτερικό θεσμικό ζήτημα που αφορά τους πολίτες μιας χώρας και σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει a priori τη διεύρυνση μιας κοινωνίας με εισαγόμενους φορείς διαφορετικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Τώρα, το ότι την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας αντιμάχονται οι εκπρόσωποι κάποιων ακραία αντιδημοκρατικών χώρων, δεν καθιστά εξ ορισμού την αποδοχή της ιδέας αυτής αδιαμφισβήτητο κριτήριο δημοκρατικότητας!

Πριν ξεκινήσουμε, λοιπόν, να χτίζουμε την προοδευτική πολυπολιτισμική κοινωνία που ονειρευόμαστε, θα πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει τι ακριβώς είναι αυτό που ζητούμε να χτίσουμε, καθώς και ποιο μίνιμουμ προϋποθέσεων ένα τέτοιο μεγαλόπνοο σχέδιο επιβάλλει. Διαφορετικά, η πολυπολιτισμικότητα θα είναι συνθήκη που θα μας επιβληθεί εκ των πραγμάτων ως τετελεσμένο άνευ όρων και ορίων, αντί αποτέλεσμα μιας συντεταγμένης διαδικασίας κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι όποιες απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό δεν είναι δίκαιο να συνιστούν κριτήριο δημοκρατικότητας ή, κυρίως, έλλειψής της.

Κλείνω με μία υποσημείωση που, προσωπικά, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική. Ένας από τους μεγαλύτερους φιλέλληνες της Ιστορίας υπήρξε ο Γερμανός μουσικοσυνθέτης, ποιητής και φιλόσοφος Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813-1883). Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν την Ελλάδα κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ (όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του) στράφηκε στη μελέτη της Κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού. Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Μπορώ να φανταστώ, λοιπόν, ότι θα εξοργιζόταν σήμερα αν άκουγε τις απόψεις κάποιων «προοδευτικών» και «ανοιχτόμυαλων» εκπαιδευτικών. Για τους οποίους η άρνηση της Ελληνικότητας αποτελεί όχι μόνο πυρηνικό ιδεολογικό δόγμα αλλά, πιθανώς, και εφαλτήριο (αν όχι προϋπόθεση) επιτυχημένης ακαδημαϊκής καριέρας!

ΤΟ ΒΗΜΑ