Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ηθικά πλεονεκτήματα ή ηθικά μειονεκτήματα;

Παρά την εξ ανάγκης καταφυγή σε πρόωρες εκλογές, η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» πέτυχε κάτι εντυπωσιακό. Άσκησε απρόσκοπτα την εξουσία εν μέσω μνημονιακής λαίλαπας, έχοντας στο μεταξύ διαψεύσει τόσο τις ίδιες τις αριστερές αρχές (οι οποίες πάνω απ’ όλα καθιστούν την ευτέλεια του ακραίου λαϊκισμού ασύμβατη με το γενικότερο αριστερό ήθος) όσο και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και (ανεδαφικές, εν τέλει) υποσχέσεις με τις οποίες είχε αρχικά σαγηνεύσει την ελληνική κοινωνία.

Μία δημοφιλής ερμηνεία της ανεκτικότητας που επέδειξε η κοινωνία αυτή τα περισσότερα από τέσσερα χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, κάνει αναφορά στο περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο εξ ορισμού, υποτίθεται, φέρει ως αποκλειστικό προνόμιο η ελληνική Αριστερά. Μία ιδέα που η ίδια η Αριστερά προπαγάνδισε συστηματικά και διακίνησε αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίσει την κατά το δυνατόν καλόπιστη αντιμετώπισή της από τους πολίτες.

Η παραπάνω ιδέα σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, καθώς και μετά από αυτόν. Αν, εν τούτοις, θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, θα πρέπει να αναφερόμαστε όχι τόσο στο «ηθικό πλεονέκτημα» των ηττημένων του πολέμου, όσο στο «ηθικό μειονέκτημα» των νικητών. Είναι το δεύτερο που de facto στοιχειοθετεί το πρώτο! Και, για τις ανάγκες μίας ισόρροπης ανάλυσης, θα πρέπει εξίσου να εξετάσουμε και το ηθικό μειονέκτημα των ηττημένων. Αν μη τι άλλο, σε επίπεδο προθέσεων…

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε επίσημα το 1945. Για την Ελλάδα το τέλος ήρθε λίγο νωρίτερα – οι τελευταίοι Γερμανοί έφυγαν τον Οκτώβριο του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν τα «Δεκεμβριανά», προανάκρουσμα του φοβερού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε.

Ο Εμφύλιος, κατά τους ιστορικούς, τελείωσε το 1949 με νίκη των δυνάμεων του «αστικού» κοινοβουλευτικού συστήματος (της «Δεξιάς», όπως συνήθως λέγεται) και ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (της «Αριστεράς», αν και ο όρος έχει σημαντικά διευρυνθεί εννοιολογικά και πολιτικά από τότε).

Αυτά λένε τα επίσημα ιστορικά συγγράμματα. Γιατί, η εμπειρία λέει άλλα: πως ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ! Το αναλλοίωτο πολιτικό λεξιλόγιό του, το οποίο μένει ζωντανό σε πείσμα του χρόνου, το καταδεικνύει. Όπως και το άσβεστο μίσος που άφησαν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές οι εμφυλιοπολεμικές παρατάξεις, οι αυτόκλητοι πολιτικοί κληρονόμοι των οποίων διεκδικούν – κάθε πλευρά για τον εαυτό της – το αποκλειστικό δικαίωμα στην επίκληση της «ηθικής ανωτερότητας».

Το να αναζητά κανείς ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικούς χώρους που ενεπλάκησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (ακόμα περισσότερο, αν πρόκειται για εκείνον από τους αντιπάλους που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξεκίνημα της σφαγής) φαντάζει οξύμωρο. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται είναι όχι αν η Δεξιά ή η Αριστερά δικαιούται να διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα στη μετεμφυλιοπολεμική Ιστορία, αλλά σε ποια από τις δύο πλευρές θα πρέπει να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα! Γιατί, η ηθική ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα του δικού μας εμφυλίου. Ο οποίος ουσιαστικά δεν ξεκίνησε το 1946 – ούτε καν με τα «Δεκεμβριανά» – αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής…

Η τιμημένη Εθνική Αντίσταση, πάνω στην οποία αργότερα χτίστηκαν πολιτικές καριέρες – και χάριν της οποίας χορηγήθηκαν εθνικές συντάξεις – δεν ήταν πάντα μία πράξη αυθόρμητου πατριωτισμού και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης. Ας δούμε τι γράφει (*) ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και καθηγητής νεοελληνικής Ιστορίας, Richard Clogg, στον οποίο μόνο μεροληψία ή ανθελληνικότητα δεν μπορεί να χρεωθεί:

«Στο τέλος του Ιουνίου 1941, λίγες μέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα – της επίθεσης του Χίτλερ εναντίον της Ρωσίας – συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για να καθορίσει τη γραμμή του κόμματος, τώρα που ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε μετατραπεί σε μεγάλο πατριωτικό πόλεμο για την άμυνα της μητέρας Σοβιετικής Ρωσίας. Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε ότι το ουσιαστικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν να οργανωθούν για την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης και για την αποτίναξη του ξένου φασιστικού ζυγού. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να προσχωρήσει στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941. (…) Η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο ήταν ένας εξίσου σημαντικός στόχος για τους κομμουνιστές, όσο και η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή.»

Στον Εμφύλιο διαπράχθηκαν απίστευτες θηριωδίες και από τις δύο πλευρές και καταλύθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικού ήθους και ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τον πόλεμο αυτό ξεκίνησε μία παράταξη που στόχο είχε να παραδώσει τη χώρα στην πιο στυγνή μορφή ολοκληρωτισμού που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα πριν καν ακόμα γνωρίσει την εφιαλτική βαρβαρότητα του ναζισμού. Το ότι τελικά δεν το πέτυχε (πράγμα που ούτως ή άλλως είχαν προδικάσει οι προηγηθείσες μυστικές συνεννοήσεις Τσώρτσιλ – Στάλιν για τις «σφαίρες επιρροής» στα Βαλκάνια) δεν αντανακλά απλά και μόνο το ιστορικό αποτέλεσμα ενός πολέμου αλλά αποτέλεσε, συμβολικά και ουσιαστικά, την αφετηρία μίας εντυπωσιακής αναγέννησης της χώρας. Για το αν οδηγήθηκε, τελικά, σε αποτυχία η «αστική» δημοκρατία, ασφαλώς δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν οι πάντες, λαός και εξουσία…

Ας πάμε τώρα στους νικητές του Εμφυλίου. Έχουν καταρχήν κατηγορηθεί πως η στρατηγική τους έφερε την «ξενοκρατία» των Άγγλων και, στη συνέχεια, των Αμερικανών. Αν και αυτό είναι αληθές, αν το δούμε ψυχρά θα διαπιστώσουμε ότι αποτέλεσε αναγκαίο κακό. Ήταν αδύνατο να κερδίσει τον πόλεμο από μόνος του ένας αποδεκατισμένος τακτικός στρατός μιας κατεστραμμένης χώρας, ενάντια σε έναν «μπαρουτοκαπνισμένο» κι ετοιμοπόλεμο, καλά οργανωμένο και πειθαρχημένο, αλλά και σκληραγωγημένο σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, ανταρτικό στρατό. Αν δεχθούμε ότι, για τη σωτηρία της χώρας από την ολοκληρωτική απειλή, ισχύει το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ζήτημα της ξενοκρατίας θα πρέπει, τουλάχιστον για την ιστορική εκείνη περίοδο, να αποδαιμονοποιηθεί.

Όμως, υπάρχουν κάποια μέσα που δεν θα μπορούσαν να καθαγιαστούν, όσο ιερό και αν θεωρήσει κάποιος τον σκοπό. Για να φτάσει στη νίκη και, κυρίως, για να εδραιώσει στη συνέχεια την κυριαρχία της, η «αστική» παράταξη επιστράτευσε, μεταξύ άλλων, μερικά από τα χειρότερα κοινωνικά στοιχεία της περιόδου της Κατοχής, κάποιους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή επειδή έβλεπαν τον κομμουνισμό σαν μεγαλύτερη απειλή από τον ναζισμό! Τα άτομα αυτά όχι μόνο συγχωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους και γλίτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά συχνά βρέθηκαν να κατέχουν και σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Αντιγράφω και πάλι από τον Clogg:

«Μια από τις πιο απεχθείς πλευρές αυτής της νομοθεσίας ‘περί εκτάκτου ανάγκης’ ήταν η εμμονή σε ένα πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων για την απόκτηση θέσης στο δημόσιο, για δίπλωμα οδηγού, για διαβατήριο και για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Αυτά τα πιστοποιητικά τα χορηγούσε η αστυνομία, που δημιούργησε ένα μεγάλο σύστημα φακέλων όπου ήταν καταγεγραμμένα τα πραγματικά ή υποτιθέμενα πολιτικά φρονήματα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Μερικοί από τους υπεύθυνους για την εφαρμογή αυτού του καταπιεστικού συστήματος είχαν αμφίβολο παρελθόν συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.»

Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα, το ήθος του νικητή κρίνεται από τη στάση του απέναντι στον ηττημένο. Τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, αλλά και το παρακράτος – χωροφύλακας που αφέθηκε να θεριέψει (κυρίως στην περιφέρεια), παραπέμπουν στις χειρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Και η Μακρόνησος, αυτό το μικρό «ελληνικό Άουσβιτς», θα συμβολίζει πάντα την οριστική απώλεια του δικαιώματος της Δεξιάς να επικαλείται ένα κάποιο δικό της «ηθικό πλεονέκτημα» μετά τον Εμφύλιο. Η πρόσφατη απομάκρυνση από τους κόλπους της σύγχρονης δεξιάς παράταξης, κάποιων αμετανόητων απογόνων των βασανιστών του ιστορικού εκείνου κολαστηρίου, σίγουρα καταγράφεται ως θετικό δείγμα γραφής για τον πολιτικό αυτό χώρο…

Εν κατακλείδι, το ερώτημα που θα πρέπει να τίθεται δεν είναι το ποιος έχει το ηθικό πλεονέκτημα σε έναν εμφύλιο που ως τα σήμερα (έστω με άλλους τρόπους) καλά κρατεί, αλλά το ποιος θα πρέπει, τελικά, να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα. Θα απογοητεύσω, ίσως, τον αναγνώστη μη δίνοντας απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ομολογώ όμως πως ούτε κι εγώ την έχω βρει ακόμα…

(*) Richard Clogg, “A Short History of Modern Greece” (Cambridge University Press, 1979). Ελληνική έκδοση: «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984).

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

Θα πρέπει να είναι είδηση ένας Εβραίος δήμαρχος;


Γενικά μιλώντας, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ειδήσεων στα ενημερωτικά δελτία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης:

1. Εκείνες που επιβεβαιώνουν ότι έλαβε χώρα κάτι που ήταν σχεδόν δεδομένο ότι θα συμβεί. Παράδειγμα: «Με πνεύμα κατάνυξης γιορτάστηκαν και φέτος τα Χριστούγεννα σε όλη τη χώρα.» Είναι από τη φύση τους οι ειδήσεις με το μικρότερο ενδιαφέρον.

2. Εκείνες που αναγγέλλουν ένα συμβάν που εθεωρείτο περισσότερο ή λιγότερο πιθανό, αλλά όχι δεδομένο: «Δεν επαληθεύτηκαν, τελικά, οι προβλέψεις των μετεωρολόγων για βροχερό σαββατοκύριακο.»

3. Εκείνες που αναφέρονται σε κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά και, ως εκ τούτου, αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, το μοναδικό. Ίσως και το αδιανόητο…

Μία είδηση του τύπου «ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης είναι εβραϊκής καταγωγής» θα ανήκε σίγουρα στην δεύτερη κατηγορία. Πράγματι, το θρήσκευμα ή τα φυλετικά χαρακτηριστικά ενός υποψήφιου δημάρχου στην πόλη εκείνη δεν υπόκεινται σε περιορισμούς και ταμπού που θα μπορούσαν να καταστήσουν την εκλογική επιτυχία δύσκολη, ή ακόμα και αδύνατη. Έτσι, ανάμεσα στους υποψήφιους δημάρχους, ο Εβραίος υποψήφιος απλά έπεισε τους Νεοϋορκέζους ότι θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά καλύτερα!

Η είδηση, εν τούτοις, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία στην ελληνική επικαιρότητα: «Ο νέος δήμαρχος Ιωαννίνων» (ο αξιολογότατος επιστήμων, καθηγητής Ιατρικής Μωυσής Ελισάφ) «είναι Εβραίος!» Μία είδηση της οποίας η μοναδικότητα την κατατάσσει εξ ορισμού στην τρίτη κατηγορία. Γιατί, Εβραίος δήμαρχος για πρώτη φορά εκλέγεται σ’ αυτή τη χώρα.

Αν και το νικηφόρο αποτέλεσμα μιας εκλογής αντιμετωπίζεται κατά κανόνα ως επιτυχία του εκλεγέντος, στην προκειμένη περίπτωση συνιστά επιτυχία του ίδιου του εκλογικού σώματος. Δεν είναι ο πρώτος Έλληνας Εβραίος που κατόρθωσε να εκλεγεί δήμαρχος, είναι η πρώτη ελληνική τοπική κοινωνία που, ξεπερνώντας χρόνιες προκαταλήψεις, μπόρεσε να εκλέξει για δήμαρχό της ένα αξιόλογο πρόσωπο εβραϊκής καταγωγής!

Όμως, γιατί η εκλογή Εβραίου δημάρχου έφτασε να θεωρείται γεγονός εξαιρετικής σημασίας, κάτι που ως πριν ήταν περίπου αδιανόητο σε αυτό τον τόπο; Η απάντηση, νομίζω, σχετίζεται με την αλά καρτ αντίληψη των Ελλήνων (παλαιότερων και, δυστυχώς, ακόμα και σύγχρονων) για το τι συνιστά ρατσισμό. Από τη μία, ψηφίζουμε αντιρατσιστικούς νόμους για την προστασία απάντων των λεγόμενων «προσφύγων» και «μεταναστών» – που, ούτε όλοι είναι στ’ αλήθεια πρόσφυγες, ούτε όλοι έρχονται στη χώρα με τις καλές προθέσεις του μετανάστη.

Από την άλλη, δεν το θεωρούμε δα και έγκλημα να μιλούμε γενικώς και αδιακρίτως για τους «κακούς Εβραίους» κάθε φορά που ένας εκπρόσωπος της φυλής στην άλλη άκρη του κόσμου, ή ακόμα και το ίδιο το Ισραήλ, διαπράττουν κάτι που αντίκειται προς τους αξιακούς μας κώδικες. Συχνά, μάλιστα, δεν χρειάζεται καν μία αφορμή, αφού ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό των Ελλήνων είναι πεπεισμένο ότι «για όλα τα δεινά του κόσμου φταίνε οι Εβραίοι»!

Και, ας μη σπεύσουμε να χρεώσουμε τις παραπάνω ρατσιστικές ιδεοληψίες αποκλειστικά και μόνο στις εγχώριες φασιστικές μειονότητες. Δυστυχώς, τις έχουν διακινήσει ακόμα και μερικά από τα πιο φωτισμένα μυαλά του τόπου (αναφέρω ενδεικτικά τον Δ. Λιαντίνη), ενώ και οι προοδευτικοί (με ή χωρίς εισαγωγικά) διανοούμενοι αποφεύγουν, στην πλειοψηφία τους, να πάρουν δυναμική και ξεκάθαρη θέση απέναντι στην συλλήβδην δαιμονοποίηση των Εβραίων. Παράλληλα, όλο και λιγότεροι Έλληνες δείχνουν να συγκινούνται πλέον από τις μνήμες του Ολοκαυτώματος, του μεγαλύτερου και πιο αδιανόητου ρατσιστικού εγκλήματος της Ιστορίας…

Εύγε, λοιπόν, στην κοινωνία των Ιωαννίνων που, ξεπερνώντας παγιωμένες προκαταλήψεις, επέλεξε τον τοπικό της άρχοντα όχι με βάση τη φυλή ή το θρήσκευμα αλλά με βάση την προσωπική αξία. Ευχόμαστε στον συμπαθέστατο και σεμνότατο καθηγητή καλή επιτυχία στο δύσκολο έργο του. Και, είθε στο μέλλον μία όμοια εκλογική επιτυχία να αποτελεί είδηση της δεύτερης κατηγορίας, αντί της τρίτης, στα μέσα ενημέρωσης. Κάτι σαν τη Νέα Υόρκη, δηλαδή!

Aixmi.gr  -  ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αναμνήσεις από ένα εκλογικό κιόσκι…


Ζητώ εκ προοιμίου την κατανόηση του αναγνώστη για την κατάχρηση πρώτου ενικού στο παρόν κείμενο. Όμως, με κανένα άλλο γραμματικό σχήμα (που δεν θα πρόδιδε την εξ ορισμού προσχηματική χρήση του) δεν θα μπορούσα να περιγράψω προσωπικές εμπειρίες…

Ήταν λίγες μέρες πριν την Κυριακή των εκλογών. Καθώς έβγαινα από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ του Μετρό, είδα στημένο στη γνωστή του θέση το εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Μία παρέα νέων ανθρώπων συζητούσαν σε ήρεμους τόνους για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και τις επικείμενες εκλογές. Έδιναν την εικόνα ανθρώπων που θα μπορούσαν, ίσως, ακόμα και να ακούσουν μια άλλη άποψη χωρίς να βάλουν το χέρι στη θήκη με το περίστροφο!

«Πώς άλλαξαν οι καιροί!», σκέφτηκα, καθώς το μυαλό μου πήγε κάπου τέσσερα χρόνια πίσω, στο ίδιο ακριβώς σημείο έξω από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ. Ήταν τέλη Ιουνίου ή αρχές Ιουλίου, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015…

Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ζούσε τότε ένα αληθινά «χιτσκοκικό» θρίλερ. Το σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Με τον καιρό γίναμε αποδέκτες απίστευτων αποκαλύψεων που άγγιζαν, αν όχι ξεπερνούσαν, τα όρια ενός εθνικού εφιάλτη! Ακούσαμε για σχέδια μεθοδευμένης χρεοκοπίας της χώρας και καθολικής φτωχοποίησης των Ελλήνων, στο πλαίσιο μίας αντίληψης για την επίτευξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» μέσω γενικευμένης ισοπέδωσης. Μάθαμε για σκέψεις εθνικοποίησης των – ήδη κλειστών – τραπεζών, με βέβαιη την παράλληλη εξανέμιση των καταθέσεων των πολιτών, αφού, στη λογική του μαρξιστικού πουριτανισμού, οι έχοντες τραπεζικές καταθέσεις (ακόμα και οι μικρο-καταθέτες!) ανήκαν στην επαίσχυντη κατηγορία των «βολεμένων αστών» και έπρεπε να υποστούν την ανάλογη τιμωρία προς όφελος αυτών που δεν είχαν ένα ευρώ στην άκρη. Ακούσαμε για σχέδια διανομής τροφίμων και βασικών ειδών διαβίωσης με το δελτίο, ακόμα και για συσσίτια που παρέπεμπαν σε φοβερές μνήμες Κατοχής.

Το τραγικότερο και πολιτικά κυνικότερο όλων: Γίναμε μάρτυρες της απάνθρωπης μεταχείρισης των ηλικιωμένων, που στήνονταν – συχνά μάταια – έξω από κλειστές τράπεζες μες στο αφόρητο λιοπύρι του καλοκαιριού, για να εξασφαλίσουν λίγα ευρώ, ίσα να επιβιώσουν. Πράγμα που δεν μπορεί αλλιώς να ερμηνευτεί παρά με την υπόθεση ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν θεωρήθηκε ότι ανήκαν στον συμπαγή πυρήνα της εκλογικής «πελατείας» του κυβερνώντος κόμματος.

(Θυμάμαι τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μία τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε – πλην θαυμαστών – να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες…)

Αντίθετα, είδαμε ένα συστηματικό προπαγανδιστικό «χαϊδολόγημα» της νέας γενιάς, ιδιαίτερα εκείνου του κομματιού της που δεν είχε κατορθώσει να βρει μία θέση στην αγορά εργασίας. Όσο κι αν ακούγεται ανατριχιαστικό, υπήρχαν νέα παιδιά που περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή που το μαρξιστικό (υποτίθεται) καθεστώς «θα τα πάρει» από τους «βολεμένους» για να τα μοιράσει «δίκαια» σ’ αυτούς που ζητούν μία ευκαιρία για δουλειά και αξιοπρεπή επιβίωση. Μια ματιά στα απίστευτης αγριότητας σχόλια που μαζικά αναρτήθηκαν προ του δημοψηφίσματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα αρκούσε για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος των προσδοκιών που έντεχνα καλλιεργήθηκαν…

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος – και λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή του. Κατηφόριζα προς το μετρό, όταν βρέθηκα μπροστά στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ όπου μία παρέα νεαρών (αγόρια και κορίτσια) μοίραζαν προπαγανδιστικά φυλλάδια υπέρ του ‘ΟΧΙ’. Κοντοστάθηκα να ρίξω μια ματιά και, με την ευκαιρία, επιχείρησα να ξεκινήσω μία κουβέντα. Τους ρώτησα ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν η επόμενη μέρα αν το αποτέλεσμα ήταν ‘ΟΧΙ’, για να εισπράξω ως απάντηση μερικές γενικόλογες ηρωικές ρητορείες και αφορισμούς κατά των πολιτικών δυνάμεων «των μνημονίων».

Όταν επέμεινα στην ερώτηση, μου έσκασαν τελικά το μυστικό: Πανικόβλητες οι δυνάμεις της Ευρώπης μπροστά στη θέληση του ελληνικού λαού, θα υποτάσσονταν και θα μας πρόσφεραν γη και ύδωρ προκειμένου να μην αποχωρήσουμε από την ευρωπαϊκή οικογένεια! Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση. Έτσι, έκανα να φύγω, λέγοντας: «Αν βρεθούμε ξανά εδώ την ερχόμενη Δευτέρα, θα έχουμε την ευκαιρία να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα.»

Το πρόσωπο μίας κοπέλας που καθόταν ως τότε σιωπηλή, πήρε ξάφνου μια άγρια όψη: «Αν είσαι απ’ αυτούς που θα ψηφίσουν ‘ΝΑΙ’, δεν θα ‘χω να πω τίποτα μαζί σου τη Δευτέρα. Από κείνη τη στιγμή και μετά, θα είσαι εχθρός μου!» Τους είπα πως η ακραία αυτή θέση καταδεικνύει το πόσο πράγματι δίχασε τον ελληνικό λαό αυτό το δημοψήφισμα. Ένας νεαρός φάνηκε να δαγκώνεται για την επικοινωνιακή γκάφα της συντρόφισσας και βάλθηκε ευθύς να την δικαιολογήσει, λέγοντας πως δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το εξέφρασε.

Από μια άλλη κοπέλα, τότε, δέχθηκα μία προσωπική ερώτηση διατυπωμένη σε τρίτο πρόσωπο: «Ας μας πει ο κύριος, εργάζεται;» Της απάντησα πως είμαι εκπαιδευτικός. Υποδέχθηκε την απάντησή μου με το θριαμβευτικό ύφος ανθρώπου που μόλις ξεσκέπασε μια σκοτεινή συνωμοσία: «Α, έτσι πες μου! Είδατε, ο κύριος ανήκει στους βολεμένους!» Η πρώτη κοπέλα σήκωσε ακόμα πιο πολύ την ένταση καθώς άρχισε να μιλά για το πρόβλημα χρόνιας ανεργίας που αντιμετώπιζαν όλα τα μέλη της παρέας. Όμως, κάποια στιγμή ξέφυγε: «Ξέρεις τι είναι να σου σπάσουν οι μπάτσοι το κεφάλι; Εσένα σου το ‘χουν σπάσει ποτέ;»

Έκανα την μάλλον αφελή ερώτηση αν ένα σπασμένο κεφάλι θα αποτελούσε τεκμήριο αξιοπιστίας μου ως συνομιλητή, αλλά εκείνη δεν άκουγε πια: ήμουν ο «εχθρός» που έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί! Κατάλαβα ότι μία περαιτέρω παραμονή μου στο κιόσκι θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες κλιμακώσεις, και έφυγα χαιρετώντας βιαστικά. Η δεύτερη κοπέλα είχε τον τελευταίο, νικητήριο λόγο: «Ε, βέβαια, του τελείωσαν τα επιχειρήματα και το βάζει στα πόδια!»

Ομολογώ ότι δεν το άκουσα να αρθρώνεται επί λέξει, μπορούσα όμως να το διαβάσω στα μάτια τους που ξεχείλιζαν από θυμό: «Περίμενε να ‘ρθει η Δευτέρα και θα τα πούμε με όλους εσάς τους βολεμένους!» Κι αν δεν άκουσα εγώ κάτι τέτοιο, το άκουσαν πολλοί γνωστοί, ακόμα κι από επιστήθιους φίλους τους! Κάποιοι επιχείρησαν τότε, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, να διχοτομήσουν την κοινωνία στήνοντας αριστοτεχνικά το τερέν μίας οιονεί εμφύλιας διαμάχης…

Καθώς το βουητό από την κίνηση στη Συγγρού με επανέφερε στο «σήμερα», αναλογίστηκα πόσα έχουν αλλάξει από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’15. Χιμαιρικά οράματα που διαψεύστηκαν και κατέρρευσαν… Μεγαλόστομες διακηρύξεις και ανεδαφικές υποσχέσεις που αποδείχθηκαν κοινά πολιτικά ψεύδη… Αποδαιμονοποίηση του πραγματισμού και (μερική, τουλάχιστον) αποδοχή του ως εργαλείου άσκησης πολιτικής… Και, εν τέλει, (μερική και πάλι) συνειδητοποίηση από την κοινωνία ότι στην δημοκρατία δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» αλλά, απλά, εκείνοι που σκέπτονται «έτσι» κι οι άλλοι που σκέπτονται «αλλιώς»!

Τούτη τη φορά δεν κοντοστάθηκα καν στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, οι ερωτήσεις τώρα πάλιωσαν. Κι οι απαντήσεις έχουν προ πολλού πια γίνει γνωστές…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Για τα γενέθλια ενός Γερμανού φιλέλληνα


Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την αυτοβιογραφία (*) ενός μεγάλου Γερμανού καλλιτέχνη και φιλέλληνα, ο οποίος έκανε σκοπό της καλλιτεχνικής του δημιουργίας την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος μέσω του λυρικού θεάτρου. Αφορμή παίρνω από την συμπλήρωση έξι χρόνων και δύο αιώνων από την γέννησή του.

«Οι ανταποκρίσεις των εφημερίδων και των περιοδικών από τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, μου είχαν προξενήσει φοβερή συγκίνηση. Έτσι, η αγάπη μου για την Ελλάδα, που αργότερα μετατράπηκε σε ενθουσιασμό για τη μυθολογία και την ιστορία της αρχαιότητάς της, πήγασε από το ζωηρό και επώδυνο ενδιαφέρον μου για τα γεγονότα του παρόντος. Στα κατοπινά χρόνια, η ιστορία των αγώνων των Ελλήνων κατά των Περσών μού έφερνε πάντα στο νου τη σύγχρονη επανάσταση κατά των Τούρκων.»

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner) γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου του 1813 και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1883 στη Βενετία. Μετά απ’ αυτόν, τίποτα στην όπερα – αλλά ίσως και στην Τέχνη γενικότερα – δεν ήταν ίδιο. Έκανε πράξη το όραμά του να συνενώσει όλες τις τέχνες (ποίηση, μουσική, εικαστικές τέχνες…) σε μία ενιαία Τέχνη που θα εμπεριείχε κάθε δυνατή έκφανση του ωραίου.

Σε ό,τι αφορά την όπερα (ορθότερα, «μουσικό δράμα») αναβάθμισε, μεταξύ άλλων, τον ρόλο της ορχήστρας από απλά συνοδευτικό και υποδηλωτικό του ρυθμού (νοοτροπία από την οποία, δυστυχώς, δεν ξέφυγε ούτε ο μεγάλος Βέρντι) σε ρόλο αληθινού φιλοσοφικού σχολιαστή τού επί σκηνής παριστώμενου δράματος, ανάλογου με τον χορό στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Η υστεροφημία του Βάγκνερ αμαυρώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω του ότι ένας παράφρων Γερμανός δικτάτορας, ο οποίος έτυχε να συμπαθεί σε βαθμό ψύχωσης τη μουσική του, επέλεξε να τον καταστήσει εθνικό σύμβολο «απόλυτης γερμανικότητας» στην Τέχνη. Για τον ίδιο λόγο αποδόθηκε, όψιμα, υπέρμετρη σημασία στον φαινομενικό «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ. Στην πραγματικότητα, η καταραμένη αυτή ετικέτα – που τον καταδιώκει ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα στο Ισραήλ – βασίζεται, κατά κύριο λόγο, σε ένα γελοίο δοκίμιο («Ο Ιουδαϊσμός στη Μουσική») το οποίο έγραψε για να δώσει διέξοδο στο σύμπλεγμα που τον διακατείχε απέναντι στην «εύκολη» (όπως πίστευε) καλλιτεχνική επιτυχία μεγάλων Εβραίων συνθετών της εποχής του, όπως ο Μέντελσον και ο Μάγερμπεερ.

Εν τούτοις, στον κύκλο του Βάγκνερ θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει πολλούς Εβραίους φίλους και συνεργάτες, ενώ ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε να προσυπογράψει αντισημιτικές διακηρύξεις! Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι ανέθεσε την διεύθυνση της τελευταίας – και, κατά πολλούς, κορυφαίας – όπεράς του, «Πάρσιφαλ», στον νέο και ταλαντούχο Γερμανοεβραίο μαέστρο Χέρμαν Λεβί (με τον οποίο ανέπτυξε και στενή προσωπική φιλία) παρά την έντονη αντίδραση χριστιανικών και αντισημιτικών κύκλων της εποχής (και, ενδεχομένως, την μη-εκφρασμένη αντίθεση της ίδιας του της συζύγου, της Κόζιμα Λιστ).

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν τη χώρα αυτή κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ – όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του – στράφηκε στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού.

Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Δυστυχώς, τον διέψευσαν οι κατοπινές γενιές των ίδιων των Ελλήνων…

(*) Richard Wagner, “My Life” (αγγλική έκδοση, Cambridge University Press, 1983). Η μετάφραση του αποσπάσματος έγινε από τον γράφοντα.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η εγγενής απροσδιοριστία στο φαινόμενο Χίτλερ: Μια «κβαντομηχανική» θεώρηση της Ιστορίας


Στις αρχές του εικοστού αιώνα έλαβαν χώρα δύο μεγάλες επαναστάσεις στην επιστήμη της Φυσικής, οι οποίες άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο που μας περιβάλλει. Πρόκειται για την Κβαντική Θεωρία και την Θεωρία της Σχετικότητας. Στη συνέχεια – επειδή ο Άνθρωπος είναι από τη φύση του είδος αυτοκαταστροφικό – συνέβησαν και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που ανέδειξαν τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Αν κάποιος, τώρα, κοιτάξει με φιλοσοφική διάθεση τα ιστορικά γεγονότα, θα διαπιστώσει ότι Ιστορία και Φυσική διαπλέκονται με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό…

Ας ξεκινήσουμε με την επιστήμη. Η Κβαντομηχανική και η Σχετικότητα προκάλεσαν ρήγματα στην ιερή, ως τότε, και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση Νευτώνεια Μηχανική. Σύμφωνα με τις νέες θεωρίες, η κλασική θεωρία του Νεύτωνα έπασχε σε περιοχές που δεν είναι εύκολα προσεγγίσιμες μέσα στα όρια της καθημερινής μας εμπειρίας. Συγκεκριμένα, η νευτώνεια θεωρία αποτυγχάνει να ερμηνεύσει τα φαινόμενα που σχετίζονται με τον μικρόκοσμο των υποατομικών σωματιδίων, όπως και εκείνα που αφορούν κινήσεις σωμάτων με πάρα πολύ υψηλές ταχύτητες. Ακόμα και η κλασική θεωρία της βαρύτητας, επίσης πνευματικό κληροδότημα του Νεύτωνα, βρέθηκε πως ήθελε σημαντική τροποποίηση. Ο Αϊνστάιν επέλεξε να την καταργήσει ολότελα, αντικαθιστώντας την με μία γεωμετρική θεωρία: την Γενική Σχετικότητα.

Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα μία ακόμα επανάσταση ήρθε να κλονίσει τις ευτυχείς βεβαιότητες της νευτώνειας μηχανικής. Η Θεωρία του Χάους έδειξε ότι μερικά ασταθή φυσικά ή μαθηματικά συστήματα είναι άκρως μη προβλέψιμα στη χρονική τους εξέλιξη, αφού μία απειροελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να επιφέρει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας (αυτό που ονομάζουμε «φαινόμενο της πεταλούδας»). Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε καταρχήν ντετερμινιστικά (αιτιοκρατικά) συστήματα συνιστά αυτό που στη φυσικομαθηματική επιστήμη καλείται «χάος».

Σε ό,τι αφορά τον μικρόκοσμο, η έννοια του ντετερμινισμού είχε ήδη καταρρεύσει από τις αρχές του αιώνα με την ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας, κεντρική θέση στην οποία κατέχει η «αρχή της αβεβαιότητας». Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο θεωρίες που προαναφέρθηκαν. Το χάος δεν αρνείται την καταρχήν, την εν δυνάμει προβλεψιμότητα. Διαπιστώνει όμως ότι, στα χαοτικά συστήματα, ένα απόλυτα ντετερμινιστικό αποτέλεσμα θα απαιτούσε πρακτικά άπειρη ακρίβεια στον καθορισμό των αρχικών συνθηκών, άρα άπειρη ακρίβεια στη διαδικασία των μετρήσεων, πράγμα ακατόρθωτο στην πράξη. (Και μία απειροελάχιστη διαφοροποίηση στον τρόπο που η πεταλούδα τινάζει τα φτερά της θα μπορούσε, τελικά, να σώσει το Τέξας από έναν πιθανό ανεμοστρόβιλο!)

Στην κβαντική θεωρία, από την άλλη μεριά, η μη-προβλεψιμότητα (η κατάρρευση του ντετερμινισμού) δεν σχετίζεται με την όποια αδυναμία του ανθρώπου να βελτιώσει την ακρίβεια των εργαστηριακών μετρήσεών του. Ακόμα και τα τελειότερα όργανα μέτρησης δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς που επιβάλλει η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία θέτει ένα απόλυτο όριο στην ακρίβεια με την οποία μπορούμε να γνωρίσουμε τη συμπεριφορά ενός συστήματος του μικρόκοσμου. Είναι νόμος της Φύσης ότι δεν επιτρέπεται να την γνωρίσουμε στις παραμικρότερες λεπτομέρειές της! Το μόνο που μας επιτρέπεται είναι μία πιθανοκρατική ερμηνεία των φαινομένων, η οποία καταργεί την απόλυτα καθορισμένη σχέση αιτίου – αποτελέσματος.

Μετά την σύντομη περιδιάβαση στις σημαντικότερες φυσικές θεωρίες του εικοστού αιώνα, ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε πώς σχετίζονται αυτές με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου. Ο όποιος αναλογικός συσχετισμός δεν εντάσσει, φυσικά, την Ιστορία στη Φυσική Επιστήμη, θα μπορούσε όμως να οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης (και ίσως μία βαθύτερη κατανόηση) των ιστορικών γεγονότων, δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας, που έλαβε χώρα στον δεύτερο από αυτούς…

Συμπληρώθηκαν πέρυσι 100 χρόνια από το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918). Όπως γράψαμε σε προηγούμενα σημειώματα [1,2] ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Ποικίλοι αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή και η Ιστορία στη συνέχεια ίσως είχε γραφεί διαφορετικά. (Ας θυμηθούμε την πρώτη κιόλας κρίσιμη μάχη του πολέμου, εκείνη στον Μάρνη.) Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων…

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο χαοτικό φαινόμενο της πεταλούδας που αναφέραμε πιο πάνω. Στον Μεγάλο Πόλεμο η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ο νεαρός Σερβοβόσνιος εθνικιστής Gavrilo Princip δολοφόνησε στο Σαράγεβο τον διάδοχο του αυστροουγγρικού θρόνου και την σύζυγό του τον Ιούνιο του 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που ήταν αποτέλεσμα ατέλειωτων ωρών μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πίστευαν, θα οδηγούσαν την κάθε πλευρά στη «σίγουρη» νίκη.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μία σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας, αλλά και ένα εφιαλτικό ανάλογο της θεωρίας του χάους…

Χαοτικά φαινόμενα καθόρισαν και την πορεία ζωής του Αδόλφου Χίτλερ και, κατ’ επέκταση, τη μοίρα της ανθρωπότητας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα είχε γίνει ζωγράφος, αντί πολιτικός, αν τον είχαν δεχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης… Θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί νωρίς αν η σφαίρα είχε βρει αυτόν, αντί τον παραπλεύρως ευρισκόμενο Max Scheubner-Richter, στο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» στο Μόναχο το 1923…

Το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος, όμως, που έλαβε χώρα ενώ μαίνονταν οι μάχες στα πολεμικά μέτωπα απαιτεί μία διαφορετική – θα λέγαμε, μια «κβαντική» – προσέγγιση. Για να προϊδεάσω τον αναγνώστη θα πω επιγραμματικά ότι, αν η κβαντική θεωρία είναι το τέλος του ντετερμινισμού στη Φυσική, ο Χίτλερ και ό,τι τον αντιπροσωπεύει είναι το τέλος του ντετερμινισμού στην Ιστορία!

Σε παλιότερο σημείωμα [3] είχαμε επιχειρήσει να ερμηνεύσουμε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων συνειδήσεων, η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η ενσάρκωση του απόλυτου, του ακραίου Κακού. Όπως είχαμε αναφέρει, στο βιβλίο “Explaining Hitler” (ελληνική έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ») ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ιστορικός Ron Rosenbaum αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το Ολοκαύτωμα. Ή, για να το θέσουμε ακριβέστερα, επιχειρεί μία κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σε αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα του βιβλίου είναι απογοητευτικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Θέτουμε, όμως, τώρα ένα νέο ερώτημα που, αν ιδωθεί ως ρητορικό, θα μας οδηγήσει σε ένα ακόμα πιο απογοητευτικό συμπέρασμα: Είναι, τελικά, ο Χίτλερ – αν μη τι άλλο – εν δυνάμει εξηγήσιμος, όπως υποθέσαμε πιο πάνω; Και η εξήγηση δεν αφορά μόνο τα βαθύτερα κίνητρά του που οδήγησαν στη μεγαλύτερη μαζική δολοφονία των αιώνων, αλλά και στον δαιμονικό, σχεδόν μεταφυσικό τρόπο που ένας και μόνο άνθρωπος κατόρθωσε να «υπνωτίσει» ένα μεγάλο έθνος με τεράστια πολιτιστική παράδοση, συμπαρασύροντάς το πρώτα στην (παθητική ή ενεργητική) συνενοχή στο έγκλημα, και μετά στον όλεθρο.

Υπάρχουν, φυσικά, λογικοφανείς εξηγήσεις, όπως η ακραία οικονομική κρίση στη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά το χρηματιστηριακό κραχ στις ΗΠΑ το 1929), ο εμμονικός τιμωρητισμός των Γάλλων που πλήγωσε το γερμανικό φιλότιμο, η αναζήτηση «αποδιοπομπαίων τράγων» για την ήττα του 1918, η γερμανική απέχθεια για τον εβραϊκό καπιταλισμό, κλπ. Ας μου επιτραπεί να πω ότι, όσο και αν τα παραπάνω ακούγονται λογικά, δεν μπορούν να προσφέρουν πειστική εξήγηση για τον απρόκλητο φόνο έξι εκατομμυρίων άοπλων ανθρώπων, σε βάρος μάλιστα των παράλληλων πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήγαν οι Γερμανοί στη Ρωσία. Η αποτυχία των οποίων επιχειρήσεων σήμανε και την αρχή του τέλους για τον Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς του…

Όμως, γιατί αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε πειστικά κι απόλυτα τον Χίτλερ; Μία προφανής απάντηση είναι αυτή που δίνει ο Rosenbaum: μας λείπει κρίσιμη πληροφορία, μας λείπουν δεδομένα που χάθηκαν τυχαία ή και σκόπιμα καταστράφηκαν. Μια τρομακτικότερη, εναλλακτική θεώρηση είναι ότι ο Χίτλερ αποτελεί ίσως μία πεπερασμένη μεταφυσική παρέκβαση της Ιστορίας, στη διάρκεια της οποίας καταπαύει ο μηχανισμός της ιστορικής αιτιότητας έτσι ώστε οποιαδήποτε λογική σύνδεση του αποτελέσματος (Ολοκαύτωμα) με το αίτιο που το προκάλεσε να είναι καταρχήν αδύνατη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, ίσως δεν είναι ότι μας λείπουν τα στοιχεία πληροφορίας που απαιτούνται για να ερμηνεύσουμε τον Χίτλερ αλλά ότι, τελικά, ο Χίτλερ είναι εξ ορισμού μη ερμηνεύσιμος. Όπως εξ ορισμού (και όχι λόγω εργαστηριακής αδυναμίας μας) είναι αδύνατο να γνωρίσουμε την κίνηση ενός ηλεκτρονίου μέσα σε ένα άτομο. Η Φύση κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του μικρόκοσμου. Το ίδιο, ίσως, και η Ιστορία σε ό,τι αφορά το βαθύτερο «γιατί» των εγκλημάτων του ναζισμού. Η αρχή της αβεβαιότητας ξεφεύγει, θα λέγαμε, από τα συγγράμματα της κβαντομηχανικής και εισχωρεί στα βιβλία της Ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, στα κεφάλαια που αφορούν την πιο σκοτεινή περίοδο της ανθρωπότητας…

Εν κατακλείδι, ο Χίτλερ μοιάζει να καταργεί προσωρινά τον ιστορικό ντετερμινισμό με όμοιο τρόπο όπως η κβαντική θεωρία καταργεί τον αντίστοιχο νευτώνειο. Τονίζω τη λέξη «μοιάζει», αφού το παρόν κείμενο απλά διατυπώνει σκέψεις, δεν αναγγέλλει αδιάσειστες επιστημονικές θεωρήσεις. Πρέπει, όμως, κάπου να αποδώσουμε το γεγονός ότι, μετά από δεκαετίες επίμονης και επίπονης έρευνας, η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα κατορθώσει να ξεσκεπάσει απόλυτα το πέπλο που καλύπτει τα βαθύτερα αίτια του Ολοκαυτώματος.

Σύμφωνα με τον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003) ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία» που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης [3]. Είναι ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, του οποίου το νόημα δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό.

Με άλλα λόγια, ο Χίτλερ είναι μία έννοια που ανήκει στην περιοχή της μεταφυσικής. Αλλά, ακόμα κι αν επιχειρούσαμε να τον μελετήσουμε στο πλαίσιο μιας φυσικής πραγματικότητας, η αληθινή του φύση θα κρυβόταν πίσω από κάτι που θυμίζει την αρχή της αβεβαιότητας στην Κβαντομηχανική. Σε κάθε περίπτωση, θα παρέμενε ουσιαστικά άγνωστος…

Αναφορές

[1] Οι «ένοχοι» του Μεγάλου Πολέμου

[2] Ζωή εν τάφω: Μικρό χρονικό ενός «Μεγάλου Πολέμου»

[3] Ο Χίτλερ και η φιλοσοφική θεώρηση του Κακού

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Οδηγός για ψηφοφόρους


Καθώς διανύουμε προεκλογική περίοδο, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάποιες σκέψεις με τον αναγνώστη. Όχι για να επηρεάσω την επιλογή του μπροστά στην κάλπη (μακριά από εμένα τέτοιες προθέσεις!) αλλά για να καταθέσω, εν είδει εξομολόγησης, μερικούς προσωπικούς προβληματισμούς σε ό,τι αφορά αυτά καθαυτά τα κριτήρια της επιλογής.

Συνέταξα, έτσι, έναν δεκάλογο ελάχιστων χαρακτηριστικών που πρέπει να διαθέτει - και προϋποθέσεων που οφείλει να πληροί - ένας πολιτικός φορέας προκειμένου να τον τιμήσω με την ψήφο μου. Φυσικά, ο δεκάλογος αυτός αντανακλά απόλυτα προσωπικές προτεραιότητες και δεν αναμένω να γίνει καθολικά αποδεκτός από το αναγνωστικό κοινό. Τον παραθέτω χωρίς φόβο και πάθος...

Ένας πολιτικός φορέας προς ψήφιση από τον γράφοντα, λοιπόν, θα πρέπει να ανταποκρίνεται το λιγότερο στις παρακάτω απαιτήσεις:

1. Να εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις με τεκμηριωμένο λόγο και πραγματικά επιχειρήματα, όχι με αναμασώμενες συνθηματολογικές κοινοτοπίες και επιστράτευση ευτελούς λαϊκιστικής ρητορείας.

2. Να μην καλλιεργεί τον μαζικό θυμό και να μη σπέρνει τον διχασμό στην κοινωνία, προάγοντας την μανιχαϊκή λογική των "καλών δικών μας παιδιών" και των "κακών παιδιών του αντιπάλου κόμματος". Να σέβεται, δηλαδή, και να αποδέχεται την ύπαρξη διαφορετικότητας στην πολιτική σκέψη, και να μην αντιμετωπίζει (λόγω ή/και έργω) τον πολιτικό αντίπαλο σαν "εχθρό". Να συμβάλλει, έτσι, στην επίτευξη της μέγιστης δυνατής ενότητας στην κοινωνία και, όταν απαιτείται, να αγωνίζεται για την πολιτική συμφιλίωση και την εθνική συνεννόηση.

3. Να θεωρεί τον νόμο και την τάξη ως αυτονόητες και εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την λειτουργία ενός υγιούς δημοκρατικού συστήματος, και όχι ως απεχθείς εκφράσεις υποτιθέμενου συντηρητισμού, ή ακόμα και "φασισμού"! Να αναγνωρίζει το δικαίωμα του πολίτη στο αίσθημα ασφάλειας ως υπέρτερο των "δικαιωμάτων" όσων στην πράξη απειλούν το αίσθημα αυτό.

4. Ειδικότερα, να μην αποδέχεται την ανομία - κι ακόμα περισσότερο, το έγκλημα - σαν μέσα έκφρασης "ιδεολογίας". Να μην επιδεικνύει ανοχή (πόσο μάλλον συμπάθεια) σε άτομα ή οργανωμένες μειοψηφίες που επιχειρούν να επιβάλουν την "πολιτική" τους άποψη καταστρέφοντας, λεηλατώντας και πυρπολώντας, ή ακόμα και δολοφονώντας. Και να αντιμετωπίζει τον τρομοκράτη σαν κοινό εγκληματία και όχι σαν κάποιον (ακραίο, έστω) εκφραστή "πολιτικής ιδεολογίας".

5. Να σέβεται την έννοια της Πατρίδας και να μη θεωρεί πως η χώρα είναι "ξέφραγο αμπέλι" για κάθε τυχοδιώκτη που περνά τα σύνορα με μόνο κίνητρο να αρπάξει ό,τι μπορεί, ακόμα κι αν χρειαστεί να σκοτώσει. Και την δίκαιη αγανάκτηση όσων ζουν μέσα στην ανασφάλεια και τον τρόμο να μην την χαρακτηρίζει ελαφρά τη καρδία ως έκφραση υποκρυπτόμενου "ρατσισμού"!

6. Να αποδίδει την πρέπουσα σημασία στην εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες του λειτουργήματος. Να αναγνωρίζει ότι δάσκαλοι και μαθητές δικαιούνται να αισθάνονται ασφαλείς στον χώρο του σχολείου ή του πανεπιστημίου. Ειδικά σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, να θεωρεί το - παρωχημένο και άνευ λόγου ύπαρξης σε δημοκρατική χώρα - λεγόμενο "πανεπιστημιακό άσυλο" σαν πηγή δεινών παρά σαν αδιαπραγμάτευτη "δημοκρατική κατάκτηση" για τα πανεπιστήμια.

7. Να θεωρεί αδιανόητη την στρατολόγηση οργανωμένων μειοψηφιών, ταγμένων (υποτίθεται) να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, ως μέσο εκβιασμού των κυβερνώντων με απώτερο σκοπό την πολιτική φθορά των τελευταίων και, εν τέλει, την κατάληψη της εξουσίας. Ακόμα περισσότερο, όταν θύματα του εκβιασμού είναι οι ίδιοι οι πολίτες που υφίστανται αναίτιες ταλαιπωρίες - ίσως και εν είδει "τιμωρίας" για τις πολιτικές τους επιλογές...

8. Να αξιώνει από τα μέσα ενημέρωσης να τιμούν στο ακέραιο το λειτούργημα που επιτελούν, προσφέροντας υπεύθυνη πληροφόρηση στον πολίτη και όχι κάνοντας ιδιοτελείς πολιτικές αβάντες στα κόμματα. Και, να υποστηρίζει έμπρακτα την πλήρη ανεξαρτησία των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων από το εκάστοτε σύστημα εξουσίας.

9. Να μην αισθάνεται απέχθεια για την ιδέα του κοινωνικού κράτους, και να μην εργάζεται για την (μερική ή ολική) κατεδάφισή του. Να θέτει πάντοτε τον Άνθρωπο υπεράνω των αριθμών.

10. Να αναγνωρίζει το ηθικό πλεονέκτημα της ΑΕΚ έναντι των αντιπάλων της, και να υποστηρίζει την δίκαιη (αν όχι ευνοϊκή) μεταχείρισή της από διαιτητές και αθλητικούς θεσμικούς φορείς!

Υ.Γ. Για να μην εκληφθώ ως απόλυτα ανελαστικός στις θέσεις μου, θα μπορούσα και να συμβιβαστώ με εννέα, μόνο, από τις δέκα προϋποθέσεις που διατύπωσα πιο πάνω...

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Όταν η εγκληματικότητα απειλεί την Δημοκρατία


Όσο και αν θα με βόλευε το αντίθετο, δεν είμαι καινούργιος σε αυτό τον κόσμο. Και, ειδικότερα, σε αυτή την πόλη. Θυμάμαι, λοιπόν, μία είδηση σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων της δεκαετίας του ’70. Με τα σημερινά δεδομένα, το θέμα αμφιβάλλω αν θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας στα μέσα ενημέρωσης. Η είδηση ήταν ότι άγνωστος, με την απειλή μαχαιριού, απέσπασε χρηματικό ποσό από νεαρό στρατιώτη την ώρα που ο τελευταίος ετοιμαζόταν να εισέλθει στην πολυκατοικία όπου διέμενε. Σήμερα, βέβαια, θα αποτελούσε είδηση αν κάποια μέρα του χρόνου δεν είχε καταγραφεί η παραμικρή πράξη βίας στο αστυνομικό δελτίο της Αθήνας!

Η βία έχει πάρει πλέον μια απάνθρωπη, μία κτηνώδη μορφή σ’ αυτή την πόλη. Και τα θύματα είναι κατά κανόνα οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι, και ειδικά οι ηλικιωμένοι, που συχνά μάλιστα έχουν την ατυχία να ζουν μόνοι. (Πρόσφατα, ένας ακόμα ηλικιωμένος δολοφονήθηκε μέσα στο ίδιο του το σπίτι αφού πρώτα βασανίστηκε ανελέητα από ληστές. Τον είχαν ληστέψει άλλες τέσσερις φορές. Η πέμπτη ήταν και η μοιραία…)

Τα περιστατικά φρικτού βασανισμού ανήμπορων ανθρώπων με σκοπό την απόσπαση έστω και λίγων ευρώ, έρχονται πλέον τόσο συχνά στην επικαιρότητα ώστε έχει προκληθεί μία μορφή «συνειδησιακής ανοσίας» στην κοινή γνώμη, ακόμα και όταν αποτέλεσμα της κτηνωδίας είναι ο θάνατος. Καταντήσαμε να λέμε με θυμόσοφη απάθεια πως «συμβαίνουν, δυστυχώς, αυτά στις μέρες μας»! Και μετά απλά αλλάζουμε κανάλι ή ιστοσελίδα, μέσα στην (φαινομενική) ασφάλεια του ιδιωτικού μας χώρου…

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, τελικά, η υπεύθυνη πολιτεία μπορεί – ή, έστω, έχει τη διάθεση – να αντιμετωπίσει την έκρηξη της εγκληματικότητας στην πόλη. Μια πολιτεία που (ορθώς) ψηφίζει νόμους για να διασφαλίσει την καλή μεταχείριση μειονοτήτων (νομίμως ή παρατύπως ευρισκόμενων στη χώρα), δείχνει όμως να μην ενδιαφέρεται ανάλογα για την σκληρή παραβατικότητα στην οποία επιδίδεται ένα τμήμα (όχι ευκαταφρόνητο, δυστυχώς) των υπό την προστασία των νόμων ευρισκομένων. Παραβατικότητα που αφήνει πίσω της ανθρώπινα θύματα και μετατρέπει την αθηναϊκή γειτονιά των μη προνομιούχων σε ζούγκλα.

Όμως, δημοκρατική πολιτεία δεν νοείται χωρίς έννομη τάξη, με τους πολίτες σε κατάσταση διαρκούς ανασφάλειας, αφημένους στο έλεος των κάθε λογής και προέλευσης κακοποιών στοιχείων. Γιατί, το κενό ασφάλειας που αφήνει το σύστημα εξουσίας (μη θέλοντας, ενδεχομένως, να δώσει την εντύπωση «αστυνομικού κράτους») θα σπεύσουν πρόθυμα – ως οιονεί παραεξουσία – να καλύψουν αντιδημοκρατικά στοιχεία, τα οποία και θα διαφημίσουν την «αναγκαιότητα» της «προστασίας» που (απρόσκλητα) προσφέρουν ως μία de facto απόδειξη της υποτιθέμενης ανικανότητας του δημοκρατικού συστήματος. Το είδαμε να συμβαίνει στις πλέον παρηκμασμένες, κυρίως, αθηναϊκές γειτονιές και να αποτυπώνεται πολιτικά με τερατόμορφες κοινοβουλευτικές εκπροσωπήσεις…

Υπάρχει, λοιπόν, μία μοναδική επιλογή για το δημοκρατικό σύστημα: Παρακάμπτοντας τα ενοχικά ανακλαστικά που προσπαθούν να του εμβάλουν όσοι συνεχίζουν να βλέπουν την έννομη τάξη υπό την επήρεια μετεμφυλιακών συνδρόμων, να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στο έγκλημα έτσι ώστε ο πολίτης να ανακτήσει το αίσθημα ασφάλειας που η πολιτεία οφείλει να του εξασφαλίζει. Διαφορετικά, θα βρεθούν εξωθεσμικές δυνάμεις που θα επιχειρήσουν να πείσουν την κοινωνία ότι «μπορούν να κάνουν τη δουλειά καλύτερα»!

Το θεωρούμε δεδομένο ότι το πολιτικό σύστημα (ασχέτως κομματικών αποχρώσεων, αφού στη Δημοκρατία υπάρχει συνευθύνη) θα κάνει το χρέος του και θα δικαιώσει τον λόγο ύπαρξής του. Γιατί, εκεί που το πολίτευμα αποδεικνύεται ανίσχυρο μπροστά στη βία, φύονται οι δυνάμεις του κακού. Και κάποιες φορές κατορθώνουν ακόμα και να κυριαρχήσουν. Σε κάποια ιστορική περίπτωση, όχι πολύ μακρινή, ένας λαός κουρασμένος από τη βία και την ανομία ανέχτηκε, τελικά, μία διαστροφική «λύση» που οδήγησε σε κάτι πολύ χειρότερο: στο μαζικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

Η ουτοπία της δικαιοσύνης


Αισθήματα συμπάθειας αλλά και αγανάκτησης προκάλεσαν σε μέρος, τουλάχιστον, της κοινής γνώμης δύο περιστατικά με θύματα ηλικιωμένες γυναίκες, τα οποία ήρθαν πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας.

Περιστατικό πρώτο: Μία 90χρονη συνελήφθη σε λαϊκή αγορά της Θεσσαλονίκης, μετά από καταγγελία των εκεί πωλητών, και σύρθηκε ως κοινή κακοποιός στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, όπου μάλιστα υπέστη απρεπείς συμπεριφορές δυσανάλογες προς την ηλικία της. Ο λόγος: Πουλούσε τερλίκια χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια, ίσα για λίγα ευρώ που θα εξασφάλιζαν το ψωμί της μέρας για εκείνη και τον επίσης υπερήλικα και ανήμπορο σύζυγό της. (Σημ.: Τα τερλίκια είναι μάλλινα πλεχτά παπουτσάκια για μες στο σπίτι. Φοριούνται ειδικά τον χειμώνα.)

Περιστατικό δεύτερο: Μία 80χρονη συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη επειδή, δίχως να διαθέτει άδεια μικροπωλητή, πουλούσε στις παρυφές λαϊκής αγοράς της Κατερίνης λίγα χόρτα που είχε μαζέψει μόνη της. Και πάλι, μετά από καταγγελία των εκεί εργαζομένων...

Και στις δύο περιπτώσεις, η Αστυνομία δήλωσε ότι «τηρήθηκε το γράμμα του νόμου» και ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να το εφαρμόσει τη στιγμή που υπήρχαν σχετικές καταγγελίες. (Αν μου επιτραπεί η πολυτέλεια μίας σταγόνας χιούμορ, θα έλεγα ότι υπάρχει ένας ρόλος που ξέφυγε από τον συμπαθέστατο – και άκρως παρεξηγημένο – Αρτέμη Μάτσα!)

Την ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά, και σε κακόφωνη αντίστιξη με αυτά, στους δρόμους γύρω από την πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα θάλλει το εμπόριο της «πρέζας» και των «μεταχειρισμένων» – διάβαζε, κλεμμένων – κινητών τηλεφώνων (καταθέτω προσωπικές μαρτυρίες, μια και έχω την διαστροφή να περπατώ συχνά στο Κέντρο).

Περιστατικά σαν τα παραπάνω (αλλά και άλλα, που σκαρώνουν όχι οι άνθρωποι αλλά η ίδια η ζωή) οδηγούν στο τετριμμένο, μάλλον ρητορικό και, εν τέλει, αφελές ερώτημα για το αν υπάρχει στον κόσμο δικαιοσύνη. Τον Απρίλιο του 2013, υπό την φόρτιση γεγονότων της εποχής, είχαμε επιχειρήσει να αποδομήσουμε την ιδέα της αναζήτησης δικαιοσύνης σε ένα κείμενο στο «Βήμα». Μια και το ζήτημα εξακολουθεί, παρ’ όλα αυτά, να παρεισφρέει στις καθημερινές σκέψεις μας (ο γράφων δεν θα αυτοεξαιρεθεί εδώ), το παλιό εκείνο κείμενο διαθέτει έναν βαθμό διαχρονικότητας που επιτρέπει να παραθέσουμε – με μικρές τροποποιήσεις – ένα εκτενές απόσπασμά του...

--------------------------------

Αθήνα, Φθινόπωρο 2012. Σε μια μονάδα ημερήσιας θεραπείας κάποιου νοσοκομείου, ένα μικρό παιδί σταμάτησε να κλαίει και τώρα χαμογελά ευτυχισμένο! Η βελόνα με το σκιαγραφικό έχει μόλις βγει απ’ το χεράκι του, και τώρα περιμένει τις καραμέλες που του υποσχέθηκαν. Για τις ακτινοβολίες που υποβλήθηκε στη συνέχεια, του είπαν πως το έβγαζαν φωτογραφία, να τη στείλουν στη γιαγιά και τον παππού…

Σαντιάγκο, Χιλή, Δεκέμβριος 10, 2006. Πεθαίνει πληρέστατος ημερών ο Αουγκούστο Πινοσέτ (Augusto Pinochet), ένας από τους πλέον αιμοσταγείς δικτάτορες του εικοστού αιώνα. Έζησε 91 ένδοξα χρόνια, χωρίς ποτέ μέσα σ’ αυτά να δικαστεί ουσιαστικά και να τιμωρηθεί για τα εγκλήματά του…

Κόρινθος, Μάρτιος 30, 2013. Μια νεαρή κοπέλα πέφτει νεκρή στη διάρκεια πολύωρης καταδίωξης ληστών από αστυνομικούς. Η άτυχη 25χρονη βρέθηκε εν μέσω διασταυρούμενων πυρών στα Ίσθμια, την ώρα που οδηγούσε αμέριμνη το αυτοκίνητό της. Τραυματίστηκε θανάσιμα από σφαίρα καλάσνικοφ που χρησιμοποιούσαν οι ληστές. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Κορίνθου, όπου λίγη ώρα αργότερα εξέπνευσε…

Μόναχο, Νοέμβριος 9, 1923. Το «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» λήγει με την αιματηρή καταστολή του. Ο εκ των πραξικοπηματιών, Max Scheubner-Richter, πέφτει χτυπημένος στα πνευμόνια από σφαίρα και πεθαίνει ακαριαία, παρασέρνοντας στο έδαφος και τραυματίζοντας ελαφρά τον παρακείμενό του, Άντολφ Χίτλερ, του οποίου έτσι σώζεται η ζωή. Η εκλεκτική σφαίρα μάλλον προτίμησε να πάρει – έμμεσα – αντ’ αυτής τις ζωές κάποιων εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων…

Ο αναγνώστης δικαίως θα μπει στον πειρασμό να αναφωνήσει πως «η ζωή είναι άδικη»! Όμως, πώς ακριβώς ορίζεται αυτή τούτη η αμφιλεγόμενη έννοια της δικαιοσύνης; Η Νομική Επιστήμη την αντιλαμβάνεται, ρεαλιστικά, ως ένα σύνολο συμβάσεων που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Έτσι, η δικαιοσύνη στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί απόλυτη έννοια, αφού οι συμβάσεις μπορεί να ποικίλουν ανάλογα με την κοινωνία ή την ιστορική εποχή.

Η θρησκεία δεν μπαίνει καν στον κόπο να εξετάσει τέτοια φιλοσοφικά ζητήματα. Δέχεται απλά τον κόσμο ως εξ ορισμού «δίκαιο», και ρίχνει το ηθικό βάρος τής μη κατανόησης αυτής της κοσμικής «δικαιοσύνης» στους ώμους του ανθρώπου, ο οποίος δεν μπορεί να δει την αλήθεια καθώς τον τυφλώνει η αμαρτία!

Υπάρχουν και πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις. Στο φημισμένο βιβλίο του «Οι Περιοχές των Σφαλμάτων σας» (“Your Erroneous Zones”) ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής και φιλόσοφος Wayne Dyer γράφει: «Αν ο κόσμος ήταν οργανωμένος με τρόπο ώστε καθετί να είναι δίκαιο, κανένα ζωντανό πλάσμα δεν θα επιβίωνε ούτε μια μέρα. Τα πουλιά δεν θα έπρεπε να τρώνε σκουλήκια και τα συμφέροντα όλων θα ‘πρεπε να εξυπηρετούνται.» Και, κάπου παρακάτω: «(Το να αποζητάμε τη δικαιοσύνη στη ζωή) θα ήταν εξίσου ανεδαφικό (με το να) αποζητάμε την πηγή της αιώνιας νιότης ή κάποιον παρόμοιο μύθο. Δικαιοσύνη δεν υπάρχει. (…) Ο κόσμος, απλούστατα, δεν συγκροτήθηκε κατά τέτοιο τρόπο.»

Ποιος μας βεβαιώνει, λοιπόν, ότι η σφαίρα που σκότωσε τον Scheubner-Richter αντί για τον Χίτλερ, καθώς κι εκείνη που έβαλε τέλος στη ζωή της άτυχης κοπέλας στην Κόρινθο, ήταν πιο «άδικες» απ’ ό,τι αν είχαν ξαστοχήσει;

Με τον έμφυτο ηθικό κώδικα μέσα μας, εν τούτοις, επαναστατούμε μπροστά σε τέτοιες κυνικές προσεγγίσεις. Και στρεφόμαστε, ως τελευταία ελπίδα, στην επιστήμη (δεν μπορεί, αυτή κάτι παραπάνω θα ξέρει!). Μα ούτε κι εκεί βρίσκει κανείς απαντήσεις στο αγωνιώδες ερώτημα για την ύπαρξη δικαιοσύνης. Γιατί, η σύγχρονη επιστήμη δεν δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα μεγάλα φιλοσοφικά και ηθικά ζητήματα. Θεοποιώντας τη λογική των αριθμών, ορίζει κατ’ ουσίαν ως «δίκαιο» αυτό που αντέχει τη βάσανο της επιστημονικής απόδειξης. Αρκούμενη στην παρατήρηση, τη συστηματική καταγραφή και τη μεθοδική επεξεργασία των φαινομένων, περιορίζεται στο «τι» και το «πώς», αδυνατώντας (ή ίσως μη επιθυμώντας καν) να διερευνήσει το «γιατί»

Τελικά, το μόνο που απομένει είναι να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ο όρος «δικαιοσύνη» στερείται απόλυτου και οικουμενικού νοήματος και αφορά μία καθαρά εξατομικευμένη σχέση του ανθρώπου με την ίδια του την συνείδηση. Φωτεινό παράδειγμα ο Σωκράτης, ο μεγαλύτερος Δάσκαλος των αιώνων που δίδαξε την αξία της αυτογνωσίας, ο οποίος έφυγε από τον κόσμο βγάζοντας τη γλώσσα στην κοσμική «δικαιοσύνη» των ανθρώπινων κοινωνιών. Ίσως γιατί γνώριζε καλά πως η μόνη αληθινή δικαιοσύνη είναι, τελικά, αυτή που κουβαλούμε μέσα μας. Εκείνη που, υπό όρους, μας επιτρέπει να αντικρίζουμε κάθε πρωί τον καθρέφτη δίχως να νιώθουμε την ανάγκη να μισοκλείσουμε τα μάτια ή το φως…

Aixmi.gr

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Αντιστρέφοντας το βέλος του χρόνου...


Τι είναι χρόνος; Αν με ρωτήσει κάποιος, ομολογώ πως δεν έχω πειστική απάντηση. Κατά καιρούς έχω ακούσει χαριτωμένες εκφράσεις του τύπου «το φυσικό φαινόμενο του χρόνου»! Βέβαια, ο χρόνος αυτός καθαυτόν δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι απλά μία φυσική διάσταση με τη βοήθεια της οποίας περιγράφουμε την δυναμική των φυσικών φαινομένων. Μια διάσταση που μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε το «πριν» από το «μετά», όπως με τις διαστάσεις του χώρου ξεχωρίζουμε το «εδώ» από το «εκεί».

Όμως, πότε μία φυσική κατάσταση αντιστοιχεί στο «πριν», και πότε στο «μετά»; Με άλλα λόγια, πώς ορίζεται το λεγόμενο «βέλος του χρόνου» που προσδίδει στον χρόνο κατεύθυνση από το παρελθόν προς το μέλλον;

Στο φημισμένο βιβλίο του «Το Χρονικό του Χρόνου» (“A Brief History of Time”) ο Στήβεν Χόκινγκ περιγράφει τρεις (εν τέλει, ισοδύναμες) εκδοχές του βέλους του χρόνου:

1. Το θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου. Είναι η κατεύθυνση του χρόνου στην οποία μεγαλώνει η αταξία (ή, εντροπία) ενός κλειστού συστήματος σωματιδίων (π.χ., των μορίων ενός ιδανικού αερίου μέσα σε ένα θερμικά μονωμένο δοχείο), σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.

2. Το ψυχολογικό βέλος του χρόνου. Είναι η κατεύθυνση στην οποία αισθανόμαστε ότι ο χρόνος περνά, έτσι ώστε να θυμόμαστε το παρελθόν αλλά όχι το μέλλον.

3. Το κοσμολογικό βέλος του χρόνου. Είναι η χρονική κατεύθυνση κατά την οποία το σύμπαν διαστέλλεται, όπως τουλάχιστον τούτη τη στιγμή συμβαίνει.

Ένα κλασικό θερμοδυναμικό σύστημα αποτελείται από ένα τεράστιο πλήθος σωματιδίων. Σε μικροσκοπικό επίπεδο, οι φυσικοί νόμοι που διέπουν την κίνηση ενός μεμονωμένου σωματιδίου δεν ξεχωρίζουν την κίνηση προς το μέλλον από εκείνη προς το παρελθόν. Αν εξετάσει κάποιος, όμως, την συμπεριφορά ολόκληρου του συστήματος, θα παρατηρήσει ότι μερικές φυσικές διαδικασίες δεν συμβαίνουν ποτέ σε αντίστροφη χρονική τάξη, ακόμα και αν δεν παραβιάζουν φυσικούς νόμους όπως η διατήρηση της ενέργειας. Για παράδειγμα, ενώ μία σταγόνα μελάνης απλώνεται (διαχέεται) μέσα σε ένα ποτήρι με νερό, το αντίστροφο φαινόμενο αυθόρμητου ανασχηματισμού της σταγόνας ποτέ δεν παρατηρείται (εκτός αν το προκαλέσουμε εμείς με κάποια τεχνητή παρέμβαση στο σύστημα).

Η αρχική σταγόνα μελάνης αντιπροσωπεύει μία κατάσταση μέγιστης τάξης: όλα τα μόρια της μελάνης βρίσκονται συγκεντρωμένα σε μία καθορισμένη θέση μέσα στο νερό. Καθώς περνά ο χρόνος, όμως, η τάξη αυτή ολοένα και μειώνεται καθώς τα μόρια της μελάνης διασκορπίζονται μέσα στο νερό. Με άλλα λόγια, με το πέρασμα του χρόνου αυξάνει η αταξία (εντροπία) του συστήματος. Με ανάλογο τρόπο, ένα γυάλινο ποτήρι που πέφτει στο πάτωμα σπάει σε χίλια κομμάτια, τα οποία (δυστυχώς για εμάς αλλά ευτυχώς για τους κατασκευαστές γυαλικών, που θα έμεναν χωρίς δουλειά!) ποτέ δεν επανενώνονται αυθόρμητα ώστε να ξανασχηματίσουν το ποτήρι στην αρχική του μορφή. (Οι γνώστες του αμερικανικού μπιλιάρδου ας δώσουν ένα ακόμα παράδειγμα πορείας από την τάξη προς την αταξία.)

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε μία σημαντική παρατήρηση. Ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος, που επιβάλλει την αύξηση της εντροπίας (αταξίας) ενός κλειστού συστήματος, είναι ένας στατιστικός νόμος που δεν διέπεται από την απολυτότητα του πρώτου νόμου, ο οποίος εκφράζει την διατήρηση της ενέργειας. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος νόμος δεν μας λέει ότι είναι θεωρητικά αδύνατη η – αντικείμενη προς την εμπειρία μας – πορεία από την αταξία στην τάξη, αλλά ότι είναι εξαιρετικά απίθανη. Τόσο απίθανη που, πρακτικά, μπορεί να θεωρηθεί αδύνατη!

Τώρα, σε κλασικό επίπεδο, ο δεύτερος νόμος αφορά συστήματα με πολύ μεγάλο αριθμό σωματιδίων. Και, όσο μεγαλώνει ο αριθμός αυτός, τόσο πιο απίθανη γίνεται η ανάστροφη πορεία από την αταξία πίσω στην τάξη – κάτι που, κατά μία έννοια, θα σήμαινε αλλαγή κατεύθυνσης στο ίδιο το βέλος του χρόνου. Φυσικά, όλα αυτά χάνουν το νόημά τους αν έχουμε ένα και μοναδικό σωματίδιο. (Είναι πολύ εύκολο να διαταράξεις την τάξη που εμφανίζουν εννέα καλο-στοιχισμένες μπάλες του μπιλιάρδου, πώς όμως να πετύχεις ανάλογο αποτέλεσμα με μία και μοναδική μπάλα;)

Αυτά με βάση την κλασική φυσική, γιατί η κβαντομηχανική βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Λόγω της φοβερής «αρχής της αβεβαιότητας», ένα κβαντικό σωματίδιο, όπως το ηλεκτρόνιο, δεν εντοπίζεται με απόλυτη ακρίβεια σε κάποιο καθορισμένο σημείο του χώρου αλλά αντιπροσωπεύεται από ένα «κύμα πιθανότητας» που, μαθηματικά, εκφράζεται με την λεγόμενη κυματοσυνάρτηση. Η συνάρτηση αυτή, με τη σειρά της, είναι λύση της εξίσωσης του Σρέντιγκερ (Schrödinger). (Παρεμπιπτόντως, ο λαϊκός μύθος ότι «ο Σρέντιγκερ σκότωσε τη γάτα του» είναι απολύτως ανακριβής! Ο Σρέντιγκερ απλά επινόησε ένα νοητικό πείραμα με μία – υποτιθέμενη – γάτα προκειμένου να εκφράσει τον προβληματισμό του για την λεγόμενη «ερμηνεία της Κοπεγχάγης» για την κβαντομηχανική. Προβληματισμό που εξέφρασε με ακόμα πιο έντονο τρόπο ο Αϊνστάιν...)

Η κυματοσυνάρτηση, αν μη τι άλλο, δίνει μία εικόνα για το πού περίπου βρίσκεται το σωματίδιο κάποια αρχική χρονική στιγμή. Το πρόβλημα είναι ότι, με το πέρασμα του χρόνου, η εικόνα αυτή προοδευτικά «θολώνει» καθώς η κυματοσυνάρτηση εξαπλώνεται στον χώρο. Έτσι, η σχετική τάξη που αρχικά υπήρχε σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό της θέσης του σωματιδίου, σταδιακά χάνεται, με όμοιο τρόπο όπως χάνεται η αρχική τάξη της σταγόνας μελάνης μέσα στο νερό. Το να επανέλθει αυθόρμητα η κυματοσυνάρτηση στην αρχική της μορφή είναι τόσο απίθανο όσο το να ξανασχηματιστεί η σταγόνα της μελάνης μετά την διάχυσή της στο νερό! Όμως, αν πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι σαν ο χρόνος για το σωματίδιο να γυρίζει πίσω.

Πρόσφατα, μία εντυπωσιακή επιστημονική ανακοίνωση ήρθε στην επικαιρότητα. Μία ομάδα ερευνητών από την Ρωσία, τις ΗΠΑ και την Ελβετία θέλησε να μετρήσει την πιθανότητα που έχει ένα μοναχικό ηλεκτρόνιο στον κενό διαστρικό χώρο να ταξιδέψει αυθόρμητα πίσω στο πρόσφατο παρελθόν του. Δηλαδή, οι επιστήμονες έλεγξαν αν ο χρόνος γι’ αυτό το ηλεκτρόνιο θα μπορούσε να αντιστραφεί έστω και για ένα απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου. Ένα τέτοιο φαινόμενο είναι τόσο απίθανο να συμβεί που, θεωρητικά, δεν θα μπορούσαμε να το δούμε περισσότερο από μία φορά σε διάστημα ίσο με την μέχρι τώρα ζωή του σύμπαντος!

Η επιστημονική ομάδα κατόρθωσε, εν τούτοις, να σχεδιάσει μία προσομοίωση της διαδικασίας με τη βοήθεια ενός κβαντικού υπολογιστή, πάνω στον οποίο εφαρμόστηκε ένας προσεκτικά σχεδιασμένος αλγόριθμος. Στην προσομοίωση αυτή, ο χρόνος γύρισε πίσω για πολύ λίγο για το μοναχικό ηλεκτρόνιο, υπερνικώντας τελικά τις απαγορεύσεις που επιβάλλει ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος. Η «θολή» εικόνα της εξαπλωμένης κυματοσυνάρτησης έδωσε, έτσι, τη θέση της στην αρχική κυματομορφή που θύμιζε πολύ περισσότερο σωμάτιο με καθορισμένη θέση στον χώρο.

Ήταν σαν τα μόρια της μελάνης μέσα στο νερό να αναζήτησαν τη σταγόνα από την οποία ξεκίνησαν, οι σκορπισμένες μπάλες του μπιλιάρδου να γύρισαν από μόνες τους πίσω στην εναρκτήρια τάξη του παιχνιδιού, ενώ κάπου στο σύμπαν ένας άνθρωπος να ξαναβρήκε (για μία στιγμή και μόνο, δυστυχώς) ένα μικρό κομμάτι από τη νεότητα που είχε χάσει...

Κλείνω το σημείωμα παραθέτοντας ένα κείμενό μου που δημοσιεύθηκε το 2012 στο «Βήμα», γραμμένο μάλλον με μελαγχολικά φιλοσοφική, παρά καθαρά επιστημονική, διάθεση. Ήταν η εποχή που η δαμόκλειος σπάθη της ολικής χρεοκοπίας κρεμόταν πάνω από τη χώρα, και το αγωνιώδες ερώτημα που πλανιόταν (εμφανές στην αρχή του κειμένου) ήταν αν η κρίση θα τέλειωνε κάποτε και η ζωή σ’ αυτό τον τόπο θα ξανάβρισκε τους κανονικούς της ρυθμούς. Το καλοκαίρι του 2015 ήταν τότε πολύ μακριά. Ακόμα και για τους χειρότερους εφιάλτες μας...

Τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω: Η τρομοκρατία του δεύτερου θερμοδυναμικού νόμου


Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην επίφαση ευτυχίας που γνωρίζαμε; Ή μήπως θ’ αποχαιρετίσουμε (με αξιοπρέπεια, έστω) για πάντα την Αλεξάνδρεια;

Στη θερμοδυναμική (που είναι κλάδος της φυσικής) διατυπώνονται δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο πρώτος νόμος αφορά την διατήρηση της ενέργειας και ακούγεται ως αυτονόητος: η ενέργεια που προσφέρεις σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος. Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός. Θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει την ψύξη και τον κλιματισμό με την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται απ’ τη φωτιά!

Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής βάζει ένα τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να ξε-συμβούν, πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο (πρακτικά αδύνατο) να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή του θερμότητα σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και τον θάνατο (η συνειδητότητα αυτή ήταν που κατηύθυνε τα τελευταία υπαρξιακά βήματα του Σωκράτη, όπως ίσως και του Δ. Λιαντίνη).

Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι απλή: Αν βάλεις ένα φυσικό σύστημα σε τάξη και μετά το αφήσεις στην τύχη του, είναι πολύ πιθανό η τάξη αυτή να χαθεί (αυτό το γνωρίζουν καλά οι μητέρες που συγυρίζουν καθημερινά τα δωμάτια των παιδιών τους). Αντίθετα, είναι απίθανο το σύστημα αυτό να μεταβεί αυθόρμητα από την αταξία πίσω στην τάξη. Ακόμα κι αν είναι το ίδιο το σύμπαν!

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο – την αδυναμία του ανθρώπου, δηλαδή, να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Για παράδειγμα, κάποιες βλάβες της υγείας μπορεί να μην αποκαθίστανται, όπως και κάποιες φθορές πολύτιμων αντικειμένων. Αλλά, ο φόβος του δεύτερου νόμου διαπερνά και λειτουργίες που ξεφεύγουν από τα όρια των φυσικών επιστημών και εισχωρούν σε άλλες περιοχές, όπως π.χ. της οικονομίας (γνωστό πια το εφιαλτικό ερώτημα αν η κρίση είναι αναστρέψιμη, ή αν η οικονομική κατάρρευση είναι αναπόφευκτη).

Η ζωή μας είναι γεμάτη αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορούν να ανατραπούν. Ανησυχούμε για τη φυσική μας κατάσταση, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με θυσίες αποκτήσαμε, τις οικονομίες που μαζέψαμε μια ζωή και μπορεί να χαθούν μέσα σε μία νύχτα, την κοινωνική υπόληψη που με κόπο κατακτήσαμε και μπορεί να απειληθεί από έναν λανθασμένο χειρισμό ή μια κακοτυχία… Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ματαιότητας: Υπάρχει στ’ αλήθεια ευτυχία, ή μήπως πρόκειται απλά για μία συλλογή από σκόρπιες στιγμές καλής ψυχολογικής διάθεσης;

Μια θετική προσέγγιση στο ερώτημα απαιτεί να σταθούμε πάνω από τη συμβατική κοσμική αντίληψη των αξιών. Η ευτυχία δεν είναι υπόθεση καταγραφής συγκυριών αλλά κατάσταση συνειδητότητας που υψώνεται πάνω από την επίφαση των καθημερινών πραγμάτων, ώστε να υπερβεί – και τελικά να ακυρώσει – την παντοδυναμία του δεύτερου νόμου. Από την άποψη αυτή, ευτυχισμένη ζωή είναι η πορεία αυτεπίγνωσης που οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Σε τελική ανάλυση, η κατάκτηση της ίδιας της αθανασίας!

Aixmi.gr  -  ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

Είναι πολιτικά ορθές οι επέτειοι για την Γυναίκα;


Τα χρόνια μου στην Αμερική, το υπερατλαντικό τηλεφώνημα ήταν μία αναγκαία πολυτέλεια (ξέρω, το σχήμα ακούγεται οξύμωρο!). Ειδικά, αν δεν αφορούσε πρακτικά ζητήματα αλλά απλή ανάγκη έκφρασης.

Έτσι, μια Κυριακή της Άνοιξης, λίγα δολάρια θυσιάζονταν πάντα για τις καθιερωμένες ευχές στη «Γιορτή της μητέρας». Και, για λίγα λεπτά της ώρας, η Ελλάδα φάνταζε λιγότερο μακριά από μερικές χιλιάδες πραγματικά μίλια στον χάρτη...

Πολλά χρόνια αργότερα, έχοντας ήδη επιστρέψει στην τριτοκοσμική βάση μου, έμαθα για την «Ημέρα της γυναίκας», η οποία πρόσφατα γιορτάστηκε παγκοσμίως. Τον Μάρτιο του 2012, μάλιστα, αναρωτήθηκα με κείμενο στο «Βήμα» κατά πόσον η γιορτή αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί πως φέρει υποκρυπτόμενα ρατσιστικά χαρακτηριστικά που κατ’ ουσίαν μειώνουν την υπόσταση του τιμώμενου (υποτίθεται) προσώπου!

Μία σχετικά πρόσφατη προσθήκη στο κλαμπ των προοδευτικών εννοιών είναι εκείνη της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness). Σκοπός του σχετικού δόγματος είναι η απάλειψη – σε επίπεδο ρητορείας και έκφρασης γνώμης, τουλάχιστον – κάθε είδους διάκρισης στο σώμα της κοινωνίας. Μία από τις διακρίσεις απορρέει από ένα σοβαρό ατόπημα της ίδιας της Φύσης, η οποία, για να διασφαλίσει την συνέχεια των περισσότερων έμβιων όντων και, εν προκειμένω, του ανθρώπου, χώρισε το ανθρώπινο είδος σε δύο κατηγορίες με τα κωδικά ονόματα «Άνδρας» και «Γυναίκα» (τα παραθέτω κατ’ αλφαβητική σειρά ώστε να είμαι πολιτικά ορθός).

Αυτό που μαθαίνει κανείς ακούγοντας δημόσιες τοποθετήσεις φωτισμένων προοδευτικών της εποχής, είναι ότι ο διαχωρισμός των ανθρώπων στη βάση των φύλων είναι «τεχνητός». Το φύλο (ακόμα και το κατά πόσον αληθινά υφίσταται αυτό ως ατομικό χαρακτηριστικό) είναι, μας λέγουν, υπόθεση αυτοπροσδιορισμού και όχι βιολογικής και ληξιαρχικής ταυτοποίησης. Επί πλέον, η έννοια του γονέα (θυμίζω: από το ρήμα «γίγνομαι») έχει τώρα λάβει την «σωστή» της ερμηνεία ως κάποιου που (συν-)ασκεί γονική μέριμνα.

Έτσι, κατά τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, οι «απηρχαιωμένες» και «αδόκιμες» λέξεις «μητέρα» και «πατέρας» αντικαθίστανται πλέον από τις (όχι απαραίτητα αντίστοιχες κατά την σειρά) «Γονέας 1» και «Γονέας 2». Και, επειδή η αντίληψη της γυναίκας ως εν δυνάμει φυσικού γεννήτορα είναι πολιτικά μη ορθή, κάθε τι που αναφέρεται στη γυναίκα με βιολογικούς όρους θα πρέπει να αποφεύγεται.

Ευνόητο είναι, λοιπόν, ότι η «Γιορτή της μητέρας» θα πρέπει άμεσα να καταργηθεί ως κατάφωρα παραβιάζουσα την πολιτική ορθότητα. Επί πλέον, η σκοπιμότητα ύπαρξης της «Ημέρας της γυναίκας» θα πρέπει να επανεξεταστεί, στη βάση της νεότερης αντίληψης ότι η έννοια «γυναίκα» αφορά έναν υποκειμενικό αυτοπροσδιορισμό και όχι μία έχουσα αντικειμενική υπόσταση ανθρώπινη ιδιότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, ότι θα πρέπει να εξαιρεθούν των αυστηρών κανόνων της πολιτικής ορθότητος γνωμικά όπως «αρχή άνδρα δείκνυσι» (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής), «πόλεμος πάντων πατήρ» (Ηράκλειτος) και «πυρ, γυνή και θάλασσα» (Μένανδρος), καθώς και λαϊκότροπες εκφράσεις του τύπου «αχ, μάνα μου!» και «ο Γιώργος είναι μανούλα σ’ αυτά!». Και εξακολουθώ (καταχρηστικά ίσως) να θεωρώ ως πολιτικά ορθό τόσο το «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ, όσο και «Το δαχτυλίδι της μάνας» (όπερα) του Μανώλη Καλομοίρη.

Αντίθετα, ουδεμία εξαίρεση στην επιβολή πολιτικής ορθότητας θα πρέπει να υπάρξει για όσα ακούν στα γήπεδα οι δύστυχοι διαιτητές ποδοσφαίρου για πολύ αγαπημένο τους συγγενικό πρόσωπο. Ακόμα και από τους οπαδούς της ομάδας μου, της ΑΕΚ!

Αχ, η Γονέας 2 Φύση σε τι μπερδέματα μας έβαλε...

Aixmi.gr