Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Μερικές σκέψεις για την αξιολόγηση


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Πήγαινα τακτικά για φαγητό στο σπίτι του θείου μου. Ένα μεσημέρι κατέφθασε αγχωμένη η εξαδέλφη μου ρωτώντας τον πατέρα της για κάποιες αντικειμενικές αξίες ακινήτων που έπρεπε να συμπληρώσει σε ένα έντυπο. Θέλοντας να την πειράξω (βρήκα την ώρα!) της είπα ότι το φραστικό σχήμα «αντικειμενική αξία» είναι οξύμωρο, αφού η έννοια «αξία» αναφέρεται σε κάτι εντελώς υποκειμενικό (ό,τι συνιστά αξία για κάποιον δεν αποτελεί, απαραίτητα, αξία για κάποιον άλλον). Για να εισπράξω την – μάλλον αναμενόμενη – οργισμένη αντίδρασή της: «Εμείς τώρα καιγόμαστε, κι εσύ έχεις όρεξη για φιλοσοφίες!»

Και όμως... Πίσω από τον άκαιρο αστεϊσμό βρισκόταν μία οικουμενική αλήθεια: πως η αξία κάθε πράγματος συναρτάται τόσο με τις ανάγκες, όσο και με τις αρχές εκείνου που την αποτιμά. Συνεπώς, «αντικειμενική αξία» σημαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, μία αξία την οποία αποδέχεται ένα πεπερασμένο σύνολο ανθρώπων (όπως μία δεδομένη κοινωνία) με κοινά συμφωνημένες προτεραιότητες και αρχές.

Γενικά μιλώντας, αξιολόγηση είναι ο προσδιορισμός της αξίας ενός πράγματος με βάση καθορισμένα κριτήρια. Όταν αναφερόμαστε, ειδικότερα, σε αξιολόγηση δημόσιων λειτουργών εννοούμε την αποτίμηση του δυναμικού τους (τα λεγόμενα «προσόντα» τους), της αποδοτικότητάς τους και της συνέπειάς τους στην άσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί από την πολιτεία. Εδώ τίθενται δύο σημαντικά ζητήματα:

1. Υπάρχει κοινωνικό consensus για τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών;

2. Εφαρμόζονται στην πράξη τα θεσπισμένα κριτήρια, ή προτάσσονται άλλα προς εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων (πολιτικών, συνδικαλιστικών, ή και στενά υπηρεσιακών);

Σε μία δημοκρατική κοινωνία, η συζήτηση για τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης δεν μπορεί να αποκλείει εκείνους που πρόκειται να κριθούν. Και αυτοί οι ίδιοι, όμως, θα κληθούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους πάνω σε μία καθορισμένη βάση κριτηρίων, κατά περίπτωση.

Για παράδειγμα, πόση βαρύτητα θα έχουν οι σπουδές και τα πτυχία για ένα συγκεκριμένο δημόσιο λειτούργημα; Πώς ακριβώς θα προσδιορίζεται η αποδοτικότητα στο πλαίσιο μίας ομαδικής εργασίας; Είναι πιο σημαντικός ένας καθηγητής του οποίου δέκα μαθητές πέρασαν στο πανεπιστήμιο, από έναν εκπαιδευτικό που, με προσωπική κατάθεση χρόνου και συναίσθηση παιδαγωγικής ευθύνης, κατόρθωσε να ξαναδώσει νόημα και σκοπό ζωής σε ένα παιδί με αυτοκαταστροφικές ή παραβατικές τάσεις; Μετράει περισσότερο ένας υπάλληλος που, κλεισμένος σε ένα ήσυχο γραφείο του τελευταίου ορόφου, διεκπεραιώνει επιτυχώς εκατό υποθέσεις την ημέρα, σε σχέση με έναν (τυπικά ομοιόβαθμο) υπάλληλο του ισογείου ο οποίος, φτάνοντας ως τις εσχατιές των φυσικών και ψυχικών του αντοχών, καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά τις (συχνά οργισμένες και απρεπείς) διαμαρτυρίες των πολιτών για τις δυσλειτουργίες του συστήματος;

Τώρα, αυτή καθαυτήν η εφαρμογή στην πράξη των συμφωνημένων κριτηρίων αξιολόγησης είναι μία διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική υπόθεση. Σε ένα απόλυτα αξιοκρατικό σύστημα διαχείρισης των κοινών, δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης. Πόσο αξιοκρατικό, όμως, είναι το δικό μας σύστημα δημόσιας διοίκησης και δημόσιας εκπαίδευσης; Θα είναι απόλυτα στεγανοποιημένη η αξιολόγηση από πολιτικές και συνδικαλιστικές επιρροές; Θα υπάρχει υπερκομματικός φορέας ελέγχου του τρόπου εφαρμογής της αξιολόγησης; Αν ναι, πώς θα καθορίζεται θεσμικά η συγκρότησή του και πώς θα διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία του;

Με βάση την ως τώρα εμπειρία μας για τον τρόπο που λειτουργεί, γενικά, ο δημόσιος τομέας σε αυτή τη χώρα, κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα είναι, δυστυχώς, ρητορικά. Δεν χρήζουν απαντήσεων αλλά απαιτούν σημαντική αλλαγή νοοτροπίας εκ μέρους κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Πριν μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον είμαστε ώριμοι - ως λαός και πολιτεία - να την εφαρμόσουμε έμπρακτα...

Κλείνουμε με μία επισήμανση που θεωρούμε σημαντική και η οποία θα έπρεπε να είναι (μα δεν είναι πάντοτε) αυτονόητη. Η αξιολόγηση στοχεύει αποκλειστικά στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος στον πολίτη. Με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να αποτελεί μέσο κοινωνικής και πολιτικής εκδίκησης για υποτιθέμενους «τεμπέληδες και άχρηστους προνομιούχους», όπως με αήθη, άδικο και κοινωνικά ρατσιστικό τρόπο χαρακτηρίζονται από μερικούς οι δημόσιοι λειτουργοί στο σύνολό τους.

Στον βαθμό που καταστεί εφικτή η διασφάλιση απόλυτης αντικειμενικότητας στη βάση κοινά συμφωνημένων κριτηρίων και αρχών, η αξιολόγηση θα είναι, πιστεύουμε, καλοδεχούμενη από το σύνολο των δημόσιων λειτουργών (κάποιες εξαιρέσεις, βέβαια, πάντοτε θα υπάρχουν). Ισοπεδωτικές γενικεύσεις και συλλήβδην δαιμονοποιήσεις, όμως, ελάχιστα συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ακόμα περισσότερο όταν υπαγορεύονται από παγιωμένες προκαταλήψεις και ιδιοτελείς (πολιτικές ή άλλες) σκοπιμότητες...

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Παραγωγοί και «καθηγητάδες» στο Τρίτο Πρόγραμμα


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Αν και έχουν περάσει κάτι... αιώνες από τότε, θυμάμαι έντονα ένα course μουσικής ανάλυσης που είχα πάρει στο αμερικανικό πανεπιστήμιο όπου έκανα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου στη Φυσική. Καθώς την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμα το CD, ο καθηγητής είχε πάντα στην αίθουσα ένα μικρό ηλεκτρικό πικάπ και τους δίσκους που θα χρειαζόταν για το μάθημα της ημέρας. Έχω ακόμα στο μυαλό μου την απογοήτευση που ένιωσα κάποια φορά, όταν ο δίσκος σταμάτησε ξαφνικά να παίζει τη στιγμή ακριβώς που είχα απορροφηθεί απόλυτα από τους μαγικούς ήχους μιας συμφωνίας του Μπραμς. Όμως, δεν γινόταν αλλιώς. Ο λόγος για τον οποίο ο σεβάσμιος κύριος Νόργκρεν έβαζε Μπραμς στην τάξη δεν ήταν να απολαύσουμε το μεγαλείο των ήχων αλλά να αναλύσουμε τη φόρμα και να συζητήσουμε την ανάπτυξη των μουσικών θεμάτων. Κι αυτό απαιτούσε αποσπασματική ακρόαση με κάμποσες ενδιάμεσες διακοπές...

Έχω τη βάσιμη υποψία ότι ένας–δύο παραγωγοί προγράμματος εκεί στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας έχουν ως ανεκπλήρωτο όνειρο και κρυφό απωθημένο να διδάξουν μουσικολογία για προχωρημένους σπουδαστές σε κάποιο πανεπιστήμιο. Αυτό, τουλάχιστον, υποδηλώνει το ύφος των εκπομπών τους, οι οποίες μοιάζουν να απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε ένα κοινό που ήδη κατέχει τα βαθιά μυστικά της μουσικής, και πολύ λιγότερο σε ένα κοινό που δεν τα γνωρίζει μα διψά να μάθει κάτι περισσότερο γι’ αυτή την τέχνη.

Οι εν λόγω παραγωγοί δείχνουν να σνομπάρουν την ιδέα ότι ο μέσος ακροατής του «Τρίτου» επιζητά, πάνω απ’ όλα, την απόλαυση της μουσικής και δεν συντονίζεται στον σταθμό προσδοκώντας να παρακολουθήσει ένα αφ’ υψηλού μάθημα μουσικής ανάλυσης για ειδικούς. Και μάλιστα, με χρήση ακατάληπτων – για εκείνον – τεχνικών όρων που ουδέποτε επεξηγούνται.

Έτσι, οι παραγωγοί αυτοί εφαρμόζουν την ενοχλητική, για τον ακροατή, πρακτική να διακόπτουν τη ροή ενός μουσικού έργου για να παρεμβάλουν τεχνικά σχόλια (συχνά διανθισμένα με φιλολογίζουσες μεγαλοστομίες που προδίδουν ραδιοφωνικό ναρκισσισμό), καταστρέφοντας με τον τρόπο αυτό την ψυχολογική συνέχεια που επιθυμεί να επιτύχει ο συνθέτης.

Είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη (προσωπικά, θα έλεγα αναγκαία) η ύπαρξη συνοδευτικών σχολίων για κάθε μουσικό έργο που παρουσιάζεται στο «Τρίτο». Οι σχολιασμοί, όμως, οσοδήποτε τεχνικοί, καλό είναι να παρατίθενται συνολικά πριν από την έναρξη της ακρόασης. Μετά, το έργο θα πρέπει να παραδίδεται ενιαίο και αδιάσπαστο στον ακροατή για να το απολαύσει μέσα στη φυσική του συνέχεια. Γιατί, η τεχνική υπάρχει για να υπηρετεί την Τέχνη. Σκοπός της Τέχνης, όμως, δεν είναι απλά και μόνο να δικαιώνει την ύπαρξη της τεχνικής!

Πριν κλείσω τούτο το σημείωμα, και εν είδει κοντράστ στις παραπάνω θέσεις, θα ήθελα να αναφέρω μερικούς παραγωγούς προγράμματος στο «Τρίτο» τους οποίους εκτιμώ ιδιαίτερα:

– Τον Μάρκο Μωυσίδη, που η κατανυκτική χροιά της εκφοράς του λόγου του αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την καλλιτεχνική αξία των μουσικών επιλογών του...

– Την Κάτια Καλλιτσουνάκη, μέσα από τις εκπομπές της οποίας γνωρίσαμε και αγαπήσαμε συνθέτες που δεν είχαμε καν ακουστά...

– Την Τζουλιέτα Καρόρη, που αποδεικνύει σε κάθε της εκπομπή ότι ο λεγόμενος «σκοτεινός Μεσαίωνας» δεν ήταν, τελικά, και τόσο σκοτεινός...

– Τον Μπάμπη Καβροχωριανό, που, χωρίς να φιλολογίζει, μας ξεναγεί στις ωραιότερες σελίδες της μουσικής φιλολογίας...

– Τον Γιάννη Φίλια, που με τις λόγιες και πρωτότυπες αναλύσεις του οδηγεί τον ακροατή σε καινούργια σαγηνευτικά μονοπάτια της όπερας...

– Τον υπέροχο Δαυίδ Ναχμία, που κατορθώνει με τρόπο μοναδικό να αναδείξει την ανθρώπινη διάσταση των «ιερών τεράτων» της Τέχνης και της διανόησης στη χώρα μας...

(Θα μπορούσα να περιλάβω στη λίστα και τον Ιλάν, αν το Τρίτο Πρόγραμμα είχε επιδείξει την στοιχειώδη σωφροσύνη να τον κρατήσει στις τάξεις του.)

Όμως, υπάρχουν εξαιρετικοί παραγωγοί προγράμματος κλασικής μουσικής και εκτός «Τρίτου». Ξεχωρίζω ανάμεσά τους την Λίλλυ Καρατζαφέρη με τις «Παρτιτούρες» της στον «Αθήνα 9.84». Θαρρείς ότι παίρνει τον ακροατή από το χέρι για να του δείξει την ομορφιά της μουσικής. Έτσι απλά!

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Μια απάντηση στον Γιάννη (Αντετοκούνμπο)...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Αγαπητέ Γιάννη,

Διάβασα πρόσφατα τα όσα ανέφερες για τη χώρα σου σε αμερικανικό μέσο ενημέρωσης. Και δεν θα τα είχα πάρει είδηση αν δεν τα καθιστούσε γνωστά (σε εμένα, τουλάχιστον) ο θόρυβος που προκάλεσε μία κατάπτυστη, ακραία υβριστική και απόλυτα ρατσιστική ανάρτηση κάποιου ανάξιου Έλληνα «πανεπιστημιακού» με θεσμικό, μάλιστα, ρόλο στην ελληνική πολιτεία. Τον «κύριο» αυτό τον τακτοποίησε όπως του έπρεπε η αρμόδια υπουργός, και δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ περαιτέρω μαζί του. Δεν μπορώ, όμως, να προσπεράσω έτσι εύκολα τις δικές σου θέσεις...

Μεταφέρω εδώ τις δηλώσεις σου, όπως τις διάβασα:

«Η πρώτη φορά που είδα μαύρο άνδρα να οδηγεί αυτοκίνητο, ήταν στις ΗΠΑ. Ήμουν σοκαρισμένος, αναρωτιόμουν τι συμβαίνει εδώ. Με έκανε να αναρωτιέμαι αν η χώρα μου δίνει αρκετές ευκαιρίες σε όσους δεν είναι από εκεί, άρχισα να το σκέφτομαι αυτό. Η Ελλάδα είναι μια χώρα λευκών, μπορεί να γίνει δύσκολη η ζωή κάποιου με το χρώμα του δικού μου δέρματος. Πηγαίνεις σε πολλές γειτονιές και αντιμετωπίζεις αρκετή αρνητικότητα, ρατσισμό. Οι γονείς μου έκαναν τρομερή δουλειά, πάλευαν για εμάς σε καθημερινή βάση. Μας παρείχαν όσα χρειαζόμασταν σαν οικογένεια ακόμη κι αν έπρεπε να πουλήσουν πράγματα στους δρόμους. Η φτώχεια μπορεί να σε ωθήσει στα όριά σου. Δεν είναι διασκεδαστικά, όμως στο τέλος της ημέρας πρέπει να το αποδεχθείς και αυτό κάναμε ως οικογένεια. Είχαμε ο ένας τον άλλο, κάναμε αυτό που έπρεπε. 

Οι γονείς μου ήταν παράνομοι, δεν μπορούσαμε να βγάλουμε ένα διαβατήριο ή μια ελληνική ταυτότητα. Όταν είσαι παράνομος στην Ελλάδα, ξέρεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθείς. Ό,τι κι αν έκαναν οι γονείς μου, το έκαναν πολύ προσεκτικά. Όταν είσαι παράνομος δεν θέλεις να περπατάς στον δρόμο, η Αστυνομία μπορεί να σε σταματήσει και να σε στείλει πίσω στη χώρα σου, μπορεί να μην ξαναδείς ποτέ τα παιδιά σου. Αν γύριζα από το σχολείο και δεν έβρισκα τη μητέρα μου, το μυαλό μου έτρεχε. Σκεφτόμουν πού βρισκόταν, αναρωτιόμουν αν ήταν καλά εκείνη και ο πατέρας μου. Πολλές φορές σκέφτηκα ότι θα απελαθούν οι γονείς μου, ευτυχώς αυτή η μέρα δεν ήρθε ποτέ. Σαν οικογένεια βάλαμε τους εαυτούς μας γύρω από ανθρώπους θετικούς, όπως ο ιδιοκτήτης ενός καφέ, ο κύριος Γιάννης. Ήταν δύσκολο και πάντα θα είναι δύσκολο να είσαι μαύρος σε μια χώρα λευκών, έρχονται στιγμές που αισθάνεσαι ότι δεν είσαι αυτός που πραγματικά είσαι. Εγώ γεννήθηκα στην Ελλάδα, δεν έχω πάει ποτέ στη Νιγηρία, πήγα σε ελληνικό σχολείο με τους φίλους μου, η Ελλάδα είναι όσα γνωρίζω. Δεν βγήκα ποτέ από εκείνη μέχρι τα 18 μου.»

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:

1. Αν γνωρίζεις κάποιον νόμο που να απαγορεύει σε μαύρο άνδρα να οδηγεί αυτοκίνητο στην Ελλάδα, σε παρακαλώ διαφώτισέ με. Προσωπικά, και σε αντίθεση με εσένα, έχω δει πολλούς τέτοιους οδηγούς (να υποθέσω ότι οδηγούσαν παράνομα;). Όσο για τους μαύρους άνδρες που βλέπεις «σοκαρισμένος» να οδηγούν το αυτοκίνητό τους στις ΗΠΑ, μη σου κάνει εντύπωση: πρόκειται απλά για νόμιμους Αμερικανούς πολίτες που έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ευκαιρίες με όλους τους άλλους πολίτες. Αν δεν σου κάνει κόπο, όμως, κάνε μία έρευνα πόσοι από τους παράνομους μετανάστες (π.χ., από το Μεξικό) απολαμβάνουν τα δικαιώματα αυτά. Ή μάλλον, πόσοι απολαμβάνουν τα δικαιώματα των παρανόμων μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα (των μαύρων μη εξαιρουμένων, φυσικά).

2. Αν πιστεύεις ότι η χώρα σου «δεν δίνει αρκετές ευκαιρίες σε όσους δεν είναι από εκεί», θα σου πρότεινα να πας μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας και να μετρήσεις τις επιχειρήσεις μεταναστών σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων. Μπορείς, βέβαια, αν δεν βαριέσαι, να επεκτείνεις την έρευνά σου και στην επαρχία. Όμως, υπάρχει εδώ μία σημαντική υποσημείωση: οι ευκαιρίες δίνονται σε εκείνους που σέβονται τους νόμους της χώρας και όχι σε αυτούς που (όπως ο ίδιος παραδέχεσαι) παρανομούν. Και, επειδή δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, σου το ξαναλέω: το ίδιο ισχύει ακόμα περισσότερο στη χώρα που τώρα σε φιλοξενεί και στην οποία διαπρέπεις. Ρώτησε και θα σου πουν...

3. Ρατσισμός σημαίνει να υποτιμάς κάποιον με βάση το χρώμα του. Ακόμα και αν αυτό είναι το λευκό! Το να συκοφαντείς, λοιπόν, μία χώρα ολόκληρη (πλην κυρίου Γιάννη, ιδιοκτήτη καφέ) ως «ρατσιστική», με κύριο επιχείρημα ότι είναι «χώρα λευκών», δεν απέχει πολύ από τον ρατσισμό που καταγγέλλεις. Και, για να έχουμε καλό ρώτημα, πώς ακριβώς βίωσες εσύ τον ρατσισμό; Απ’ όσο γνωρίζω, ο τόπος αυτός σου πρόσφερε μόρφωση, κι εδώ αναδείχθηκε η αξία σου πριν η φήμη σου περάσει τα σύνορα. Και σήμερα είσαι το ίνδαλμα χιλιάδων νέων παιδιών που ονειρεύονται μια μέρα να σου μοιάσουν. Λες να είναι κι αυτά οι εκκολαπτόμενοι «ρατσιστές» του μέλλοντος; Ας σοβαρευτούμε...

4. Δεν γνώριζα ότι αποκλειστικά και μόνο στις «ρατσιστικές» χώρες οι παράνομοι μετανάστες δεν δικαιούνται διαβατηρίου και αστυνομικής ταυτότητας, ενώ «ανά πάσα στιγμή μπορεί να απελαθούν». (Μεταξύ μας, ξέρεις πολλούς μετανάστες που έχουν απελαθεί από την Ελλάδα;) Αν θέλεις, ρώτησε ποιοι σχετικοί νόμοι ισχύουν στις «αντιρατσιστικές» ΗΠΑ. Εκεί όπου και οι μαύροι μπορούν να οδηγούν αυτοκίνητο, όπως λες...

Και τώρα, Γιάννη, επίτρεψέ μου να σου πω μερικά πράγματα σχετικά με αυτό που εσύ αντιλήφθηκες ως «ρατσισμό» στην Ελλάδα. Από την αρχαιότητα ακόμα, οι Έλληνες υπήρξαν φιλόξενος λαός (έχεις ακούσει τον όρο «Ξένιος Ζευς»;). Ο μετανάστης ήταν πάντα καλοδεχούμενος, και οι ντόπιοι ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί του το λιγοστό ψωμί τους. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, όμως, συντελέστηκε μία δραματική αλλαγή στη σχέση του Έλληνα με τους μετανάστες. Τούτο οφείλεται στο ότι, μαζί με τους ανθρώπους που ήρθαν στη χώρα για να αναζητήσουν με τρόπους τίμιους μία καλύτερη ζωή, εισέβαλαν και τυχοδιωκτικά στοιχεία που, σε μεγάλο μέρος τους, ήταν αδίστακτοι κακοποιοί. Σχεδόν καθημερινά ακούγαμε (και, δυστυχώς, ακούμε ακόμα) για φρικιαστικά εγκλήματα, συχνά με θύματα ανήμπορους ηλικιωμένους. Στο κέντρο της πόλης τα ναρκωτικά πουλιούνται κι αγοράζονται ελεύθερα, ενώ αντίπαλες συμμορίες σφάζονται (κυριολεκτικά) στη μέση του δρόμου για το ποια θα έχει τον πρώτο λόγο στην «αγορά». Σε πολλές γειτονιές της Αθήνας οι κάτοικοι έφτασαν να φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους!

Όταν με τόση ευκολία λες ότι «σε πολλές γειτονιές αντιμετωπίζεις αρνητικότητα και ρατσισμό», αυτό που στην πραγματικότητα εννοείς είναι ότι σε πολλές γειτονιές – κατά κανόνα τις πιο φτωχικές – οι άνθρωποι ζουν μέσα στο φόβο. Και ο φόβος είναι θέμα αυτοσυντήρησης, όχι ρατσισμού!

Και θα σου πω και κάτι που μπορεί να μη σου αρέσει, Γιάννη. Τον αληθινό ρατσισμό δεν τον έζησες εσύ, τον βιώνουν άνθρωποι ανήμποροι κι απροστάτευτοι από την πολιτεία, που κακοποιούνται άγρια ή και δολοφονούνται για λίγα μόλις ευρώ. Λες και η ίδια η ανημπόρια τους – κυρίως λόγω προχωρημένης ηλικίας – τους καθιστά άξιους να αφανιστούν! Κι αν έφτασαν οι άνθρωποι της γειτονιάς να φοβούνται, πια, όλους τους μετανάστες, ας μην το χρεώνουμε αποκλειστικά στους πρώτους. Όταν οι όροι της φιλοξενίας παραβιάζονται, εκείνοι που το διαπράττουν δεν λέγονται πλέον φιλοξενούμενοι αλλά εισβολείς!

Τελειώνοντας, στην Αμερική έγινες δημοφιλής με το αγωνιστικό παρατσούκλι “Greek Freak”. Θα σου πρότεινα να ζητήσεις να αφαιρεθεί το “Greek” (αφήνοντας μόνο του το “Freak”) αν όντως πιστεύεις ότι η χώρα σου, την οποία δυσφημείς αντί να διαφημίζεις στο εξωτερικό, είναι χώρα ρατσιστών. Στο κάτω-κάτω, δεν σε τιμά να δηλώνεις καταγωγή από μια τέτοια χώρα!

Σε διαφορετική περίπτωση, ανακάλεσε άμεσα όλα όσα δήλωσες στην περιβόητη συνέντευξη. Πες ότι ήταν απλά ένα καπρίτσιο της στιγμής, από εκείνα που εύκολα συγχωρούνται στους σταρ. Και τότε όλα τα ξεχνούμε, αν θες.

Αλλιώς, δικαιούμαστε να δηλώνουμε πολύ, πάρα πολύ απογοητευμένοι από σένα...

Ειλικρινά,
Κώστας από την Αθήνα

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

Θα γυρίσουμε την πλάτη στους ανθρώπους της αθηναϊκής γειτονιάς;


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Θόρυβος πολύς ξέσπασε πρόσφατα όταν Έλληνας βουλευτής παρευρέθη σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Πλατεία Βικτωρίας, με αντικείμενο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι της περιοχής από την ανεξέλεγκτη «μετανάστευση» και την διαγραφόμενη πολιτισμική αλλοίωση του κέντρου της πόλης. Ο λόγος του θορύβου ήταν ότι στη συγκέντρωση παρέστη (για τους δικούς του σκοπούς) και γνωστό μέλος νεοναζιστικής οργάνωσης...

Θα επιχειρήσουμε να σχολιάσουμε το ζήτημα στην ουσία του, μακριά από τις πάγιες ιδεοληψίες και τους πολιτικούς καιροσκοπισμούς της λεγόμενης «ανανεωτικής αριστεράς» (η οποία, παρεμπιπτόντως, την αγάπη για τη χώρα και τον πολιτισμό της θεωρεί ως ένδειξη υφέρποντος ρατσισμού).

Τίθεται καταρχάς ένα βασικό ερώτημα: Θεωρούμε ή όχι ως υπαρκτό το πρόβλημα για το οποίο διαμαρτύρονται οι κάτοικοι; Αν υποτεθεί πως όχι, τότε δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης και κακώς έλαβε χώρα η συγκέντρωση.

Δυστυχώς, όμως, το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Οι άνθρωποι στις μη-προνομιακές συνοικίες του κέντρου της πόλης ζουν μέσα σε διαρκή φόβο, έχοντας καθημερινά να αντιμετωπίσουν μορφές σκληρής παραβατικότητας όπως ληστείες (συχνά ιδιαίτερα βίαιες, έως και δολοφονικές, με θύματα κυρίως ηλικιωμένους), ανοιχτή διακίνηση και δημόσια χρήση ναρκωτικών, μαχαιρώματα στη μέση του δρόμου μεταξύ αντίπαλων συμμοριών, κτλ. Και δεν νομίζουμε πως υπερβάλλουν οι κάτοικοι όταν ομολογούν ότι φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους!

Πέραν τούτου, θεωρούμε θεμιτές τις ανησυχίες που υφίστανται για την βαθμιαία πολιτισμική αλλοίωση του κέντρου της πόλης ως συνέπεια της υπέρμετρα αγιοποιημένης, και de facto (δηλαδή, παράνομα) επιβεβλημένης, «πολυπολιτισμικότητας»...

Ας δούμε τώρα το θέμα που προκάλεσε αντιδράσεις. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η ταυτόχρονη παρουσία νεοφασιστών και δημοκρατικών πολιτών ουδόλως συνεπάγεται ιδεολογική ταύτιση, αφού τα κίνητρα των δύο πλευρών είναι εντελώς διαφορετικά:

– Οι νεοναζί, εμφορούμενοι από ρατσιστικές ιδέες, θεωρούν αποβλητέο οτιδήποτε δεν ανήκει στην «ευγενή» και «ανώτερη» ελληνική ράτσα, ανεξάρτητα από χαρακτήρα και κοινωνική συμπεριφορά.

– Οι δημοκρατικοί πολίτες, από τη μεριά τους, ενίστανται στην παρουσία αλλοδαπών στο βαθμό και μόνο που αυτοί είτε επιδίδονται σε πράξεις βίας και παρανομίας εις βάρος των κατοίκων, είτε εμφανίζουν τάσεις επιβολής πολιτισμικών χαρακτηριστικών που αντίκεινται στις παραδόσεις και τις εν γένει αξίες της ελληνικής κοινωνίας. (Η πρόοδος, που έδωσε μάχη για την ισότητα των φύλων και τα δικαιώματα της γυναίκας, έρχεται τώρα ως «πρόοδος» – με μπόλικα εισαγωγικά – να υπερασπιστεί τον πολιτισμό που αμφισβητεί στη γυναίκα την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση! Η πιο ελεεινή μορφή υποκρισίας στην υπηρεσία της πολιτικής...)

Κάποιοι από τον χώρο της Αριστεράς διατύπωσαν την άποψη ότι ο δημοκρατικός βουλευτής θα έπρεπε να είχε αποχωρήσει αμέσως όταν διαπίστωσε την παρουσία του εκπροσώπου των νεοναζί στη συγκέντρωση. Αυτό θα ήταν τεράστιο λάθος, για τους εξής λόγους:

1. Με την αποχώρηση η Δημοκρατία θα είχε προσφέρει μία σημαντική συμβολική νίκη στον Φασισμό, αφού θα του έδινε το δικαίωμα να την εκτοπίσει και να την εκδιώξει από ένα κοινωνικό πεδίο, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα φοβικά σύνδρομα απέναντί του.

2. Θα έδινε στους νεοναζί το πολύτιμο γι’ αυτούς προνόμιο να μονοπωλήσουν τον ρόλο του «προστάτη» των ανθρώπων της γειτονιάς, κερδίζοντας έτσι πολιτική δυναμική εις βάρος ενός δημοκρατικού συστήματος που θα φαινόταν να εγκαταλείπει τους κατοίκους της πόλης στην τύχη τους, κωφεύοντας στις εκκλήσεις τους για βοήθεια (ή, έστω, κατανόηση στα προβλήματά τους).

Με την ίδια λογική, εξ άλλου, η κυβέρνηση που έφερε προς ψήφιση στη Βουλή το δημοψήφισμα του 2015 θα έπρεπε να είχε αρνηθεί να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία εφόσον παρίστατο σε αυτήν το κόμμα των νεοναζί, έστω και αν το κόμμα αυτό επρόκειτο να υπερψηφίσει την κυβερνητική πρόταση. Γιατί, πολιτικό ήθος αλά καρτ απλά δεν υπάρχει!

Σε κείμενο του 2019 στο «Βήμα» είχαμε αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Όσο και αν μεμφόμαστε τον άνθρωπο της γειτονιάς που με την ψήφο του συνέβαλε στην κοινοβουλευτική «κανονικοποίηση» των νεοφασιστών, θα πρέπει να αναλογιστούμε κατά πόσον η δημοκρατική πολιτεία, αλλά και όλοι όσοι ομνύουμε στα δημοκρατικά ιδεώδη, έχουμε επιδείξει την δέουσα κατανόηση στην ανάγκη του ανθρώπου αυτού να ξαναβρεί το αίσθημα ασφάλειας που εδώ και χρόνια έχει απολέσει λόγω της ολοένα αυξανόμενης εγκληματικότητας. Οι «προοδευτικές» ρητορείες που κατανοούν έως και δικαιολογούν τον θύτη – ιδίως αν πρόκειται για φιλοξενούμενο στη χώρα – το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να προσφέρουν πεδίο δόξης λαμπρό σε κάθε είδους αντιδημοκρατικές και ρατσιστικές δυνάμεις που με κάθε ευκαιρία εμφανίζονται πρόθυμες να υποκαταστήσουν την επίσημη πολιτεία στο θέμα της ασφάλειας των πολιτών. Μια πολιτεία που καταγγέλλεται ως «απάνθρωπη» και «αντιδημοκρατική» όταν απλά επιχειρεί να εφαρμόσει τον νόμο απέναντι στο έγκλημα...

Θέτουμε, λοιπόν, το κατ’ ουσίαν ρητορικό ερώτημα: Θα εγκαταλείψουμε και πάλι την αθηναϊκή γειτονιά στο έλεος της «στοργικής αγκαλιάς» αντιδημοκρατικών δυνάμεων, καταγγέλλοντας μετά ελαφρά τη καρδία τους δεινοπαθούντες κατοίκους ως «ρατσιστές» και «φασίστες»; Το λάθος αυτό έγινε μία φορά, και τα αποτελέσματα τα είδαμε στη συνέχεια...

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2020

Μερικές (ακόμα) σκέψεις για την πολιτική ορθότητα


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Στην ορθολογική της εκδοχή, η πολιτική ορθότητα είναι μία ιδέα τόσο συμβατή με τις ανθρώπινες αξίες ώστε στην πράξη να καθίσταται αυτονόητη. Συνιστά έναν βαθμό αυτοπεριορισμού στον δημόσιο λόγο με σκοπό την αποφυγή εκφράσεων ή πρακτικών που θα μπορούσαν να προσβάλουν «ευπαθείς» ομάδες μίας κοινωνίας, συντελώντας άμεσα ή έμμεσα στην περιθωριοποίησή τους.

Αν και οι προθέσεις της έδειχναν αρχικά αγαθές, η πολιτική ορθότητα μετεξελίχθηκε με τον καιρό σε τυραννία που απειλεί την ελευθερία της έκφρασης, καθώς αξιώνει – και, όπου είναι δυνατό, επιβάλλει – συμμόρφωση με τις αυθαίρετες και ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις ισχυρών πολιτικών ή ακαδημαϊκών ομάδων που εντάσσονται, κατά κύριο λόγο, στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Με τον τρόπο αυτό, η πολιτική ορθότητα έχασε τελικά κάθε επαφή με τον ορθολογισμό...

Ως άγραφος νόμος με καθαρά ηθική υπόσταση, η πολιτική ορθότητα μπορεί να οδηγήσει σε δυσφήμιση και κοινωνική περιθωριοποίηση εκείνων που την παραβιάζουν. Το ζήτημα λαμβάνει σοβαρότερες και πιο επικίνδυνες διαστάσεις όταν το δόγμα αποκτά θεσμική ισχύ παρεισφρέοντας σε αντιρατσιστικούς νόμους ή σε άτεγκτους ακαδημαϊκούς κανονισμούς. Αυτό δίνει την δυνατότητα να σύρονται απλοί πολίτες στα δικαστήρια, ή πανεπιστημιακοί δάσκαλοι σε (ιερο-)εξεταστικές επιτροπές, επειδή χρησιμοποίησαν σε δημόσιο λόγο μία λέξη ή μια φράση που «δεν έπρεπε». Πρόκειται κατ’ ουσίαν για μία de jure κατάργηση της ελευθερίας του λόγου.

Επί πλέον, ο ίδιος ο νόμος είναι συχνά μονόπλευρος και μεροληπτικός. Για παράδειγμα, αν κάποιος εκφράσει μία άποψη που δυνητικά προσβάλλει μια μειονοτική ή μία «ευπαθή» ομάδα, είναι δυνατό να βρεθεί κατηγορούμενος σε κάποιο δικαστήριο. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες χρήστες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, επώνυμοι κι ανώνυμοι, μπορούν ελεύθερα να τον καθυβρίζουν, χωρίς την παραμικρή νομική συνέπεια για εκείνους.

Αλλά, ακόμα και όταν ο νόμος δεν καταργεί de jure την ελευθερία της έκφρασης, τούτο μπορεί να επιτύχει de facto το κοινωνικό μπούλινγκ που υφίστανται οι μη-αρεστοί. Και, επειδή ο συσχετισμός δυνάμεων είναι, συνήθως, συντριπτικά εναντίον τους, οι τελευταίοι καταλήγουν να στερηθούν την ελευθερία του λόγου είτε από φόβο, είτε λόγω των αποκλεισμών που τους επιβάλλουν τα διαδικτυακά μέσα μετά από σχετικές «καταγγελίες»...

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι αναγκαίο να επιβάλλονται εκ του νόμου κάποια όρια στην ελευθερία του λόγου. Παράδειγμα: Αν πω ότι «ορθώς διέπραξε ο Χίτλερ το Ολοκαύτωμα», παραβιάζω τους νόμους κάθε δημοκρατικής πολιτείας, αφού εγκωμιάζω ένα μαζικό έγκλημα και, έμμεσα, προτρέπω στην τέλεση παρόμοιων εγκλημάτων.

Από την άλλη, δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να τεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης κάποιος που απλά εκφράζει αμφισβήτηση για το ότι υπήρξε το Ολοκαύτωμα, έστω και αν πρόκειται για ένα απόλυτα τεκμηριωμένο και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ιστορικό γεγονός. Μπορούμε να τον μηδενίσουμε στο μάθημα της Ιστορίας, ή ακόμα και να του συστήσουμε να επισκεφθεί τον ψυχίατρό του, είναι όμως παράλογο (και, εν τέλει, αντιδημοκρατικό) να τον σύρουμε στα δικαστήρια για παραβίαση των υπερβολών κάποιου αντιρατσιστικού νόμου!

Όπως σημειώσαμε σε πρόσφατο άρθρο, η πολιτική ορθότητα καταλήγει συχνά να βλάπτει τις ίδιες τις προθέσεις της. Με βάση τον πανταχού παρόντα νόμο δράσης–αντίδρασης, η βίαιη στέρηση της ελευθερίας της έκφρασης προς χάριν μίας «ανώτερης» ιδέας είναι δυνατό να προκαλέσει αισθήματα δυσφορίας απέναντι στην ίδια την ιδέα και, τελικά, να γεννήσει περισσότερους εχθρούς απ’ ό,τι υποστηρικτές της. Η εκλογή του Donald Trump στις ΗΠΑ είναι μία επιβεβαίωση αυτού του κανόνα...

Υπάρχει εναλλακτική της πολιτικής ορθότητας; Ναι, η σωστή διαπαιδαγώγηση της κοινωνίας στην αποδοχή και τον σεβασμό του «διαφορετικού», ξεκινώντας από τις πρώτες τάξεις του σχολείου. Σήμερα, όμως, ενώ τα παιδιά εκτίθενται σε βομβαρδισμό πληροφορίας για το δράμα των «κατατρεγμένων του κόσμου», την ίδια στιγμή αφήνονται να θεωρούν ως «αποδεκτή» συμπεριφορά τον χλευασμό και την κοινωνική απομόνωση ανθρώπων λόγω του (ελλειμματικού ή πλεονασματικού) σωματότυπου, των μη-ελκυστικών φυσικών χαρακτηριστικών, ή του εύθραυστου ψυχισμού τους. Αντιρατσισμός και πολιτική ορθότητα αλά καρτ, δηλαδή!

Η πολιτική ορθότητα θα αποκτήσει ουσιαστικό νόημα αν, αντί έξωθεν επιβαλλόμενης συμπεριφορικής συμμόρφωσης, ιδωθεί ως φυσικό αποτέλεσμα καλλιέργειας ατομικής συνείδησης. Τον πρώτο λόγο γι' αυτή την - σχεδόν εξ απαλών ονύχων - καλλιέργεια έχει, φυσικά, η Εκπαίδευση. Για όσον χρόνο, τουλάχιστον, έχει στη διάθεσή της, πριν αναλάβει το έργο της αποδόμησης η πολιτική...

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολιτική ορθότητα και αμερικανικές εκλογές


1. Το μπούμερανγκ...

Με αφορμή ένα αποτρόπαιο ρατσιστικό έγκλημα στις ΗΠΑ, άνοιξε πάλι σε παγκόσμια κλίματα η συζήτηση για το τι είναι και τι δεν είναι «πολιτικά ορθό». Πρόσφατο θύμα της «ορθότητας» ήταν ένα κορυφαίο έργο του αμερικανικού κινηματογράφου (“Gone with the Wind”, 1939) για το οποίο όψιμα ανακαλύψαμε ότι εμπεριέχει μία δόση ρατσισμού!

Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι η πολιτική ορθότητα γίνεται συχνά μπούμερανγκ ενάντια στις ίδιες τις προθέσεις της. Αυτό το είδαμε ξεκάθαρα στις προηγούμενες αμερικανικές εκλογές. Και ίσως το ξαναδούμε στις επόμενες...

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός των Αμερικανών Δημοκρατικών, αντίβαρο αρχικά στον συντηρητικό υπερεθνικισμό των Ρεπουμπλικάνων, ανέδειξε στην πορεία του μία μορφή ιδεολογικής δικτατορίας που προσέδωσε στον όρο «φιλελεύθερος» τον χαρακτήρα οξύμωρου, αφού κατάργησε στην πράξη την ίδια την – ιερή για τους Αμερικανούς – ελευθερία του λόγου. Έτσι, το αμφιλεγόμενο δόγμα της πολιτικής ορθότητας (political correctness) αποδείχθηκε μία ιδέα όχι λιγότερο οπισθοδρομική από εκείνες ενάντια στις οποίες μάχεται.

Η ολοένα αυξανόμενη εμμονή με την πολιτική ορθότητα κόστισε, τελικά, ακριβά στους Δημοκρατικούς στις προηγούμενες εκλογές, τις οποίες έχασαν από έναν υπέρμετρα εξωστρεφή εκπρόσωπο του αντισυστημικού λαϊκισμού και φανατικό πολέμιο του δόγματος...

2. Γιατί νίκησε ο Trump

Πολλοί είπαν ότι ο Donald Trump νίκησε στις προηγούμενες εκλογές γιατί κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά το άγχος της εργατικής τάξης για την ανεργία που ολοένα επιδεινωνόταν από την μετανάστευση και την παγκοσμιοποίηση. Για άλλους, η νίκη του οφείλεται στο κάθε άλλο παρά δημοφιλές προφίλ της αντιπάλου του, Χίλαρι Κλίντον. Κάποιοι ακόμα ισχυρίστηκαν ότι είχε έρθει η ώρα να πετάξει η Αμερική την δημοκρατική της μάσκα και να αποκαλύψει το αληθινό της πρόσωπο!

Υπάρχει, όμως, και μία ιδιαίτερη παράμετρος της νίκης του Trump που θα ήταν λάθος να αγνοηθεί. Για κάποιους αναλυτές ήταν ίσως η σημαντικότερη. Αναφέρομαι στην κούραση μεγάλου μέρους της αμερικανικής κοινωνίας από την τυραννία της πολιτικής ορθότητας σε κάθε απόπειρα έκφρασης δημόσιας γνώμης, από την καφετέρια της γειτονιάς ως τη Βουλή των Αντιπροσώπων και το εθνικό δίκτυο τηλεόρασης. Ο Trump νίκησε, κατά τους πολιτικούς αναλυτές, επειδή ακριβώς έπεισε τον μέσο Αμερικανό ότι θα τον απάλλασσε μία και καλή από την πολιτική ορθότητα. Και η ιδέα αυτή ήταν, όπως αποδείχθηκε, ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας του.

Από τη μεριά τους, οι Αμερικανοί φιλελεύθεροι (liberals) έκαναν ένα σοβαρό πολιτικό σφάλμα. Στην προσπάθειά τους να πολεμήσουν τον ρατσισμό, εισήγαγαν νέες μορφές του. Κατέταξαν τους πολίτες σε διακριτές κοινωνικές ομάδες και είπαν σε κάποιους από αυτούς – κυρίως τους λευκούς άντρες με σχετικά χαμηλό επίπεδο μόρφωσης – πως είναι οι «κακοί». Τους χλεύασαν ανελέητα χαρακτηρίζοντάς τους οπισθοδρομικούς και στιγματίζοντάς τους, συχνά αβάσιμα, ως ρατσιστές και σεξιστές. Ακόμα και τα video-παιχνίδια τους αποτέλεσαν αντικείμενο αφ’ υψηλού ειρωνείας.

Η αμφισβήτηση της ελευθερίας του λόγου έχει πάντα κόστος, ιδιαίτερα σε μία κοινωνία όπως η αμερικανική. Η προεδρία πήγε, τελικά, σε εκείνον που, κατά τους υποστηρικτές του, «δεν φοβόταν να πει ανοιχτά τη γνώμη του». Κάποιον που αντιπροσώπευε «όσα δεν μπορούσαν εκείνοι να πουν»...

3. Τι είναι «πολιτική ορθότητα»

Σε αντίθεση με μία συνήθη, μονομερή ερμηνεία του όρου, η πολιτική ορθότητα δεν περιορίζεται σε ζητήματα που άπτονται φυλετικών ή σεξουαλικών ευαισθησιών. Συνίσταται, γενικά, στον αποκλεισμό κοινών εκφράσεων ή πρακτικών που θα μπορούσαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να προσβάλουν οποιοδήποτε μέλος μίας πλουραλιστικής κοινωνίας. Βέβαια, το τι προσβάλλει κάποιον είναι κατά βάση προσωπική υπόθεση – αν κανείς εξαιρέσει ένα σύνολο αυτονόητα απορριπτέων συμπεριφορών που, κατά κοινή παραδοχή, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.

Αν και οι προθέσεις της δείχνουν καταρχήν αγαθές (ποιος θεωρεί καλό πράγμα το να προσβάλλει κάποιος τον συνάνθρωπό του;) η πολιτική ορθότητα εξελίχθηκε με τον καιρό σε τυραννία ενάντια στην ελευθερία της έκφρασης και, σε ακραίες περιπτώσεις, φτάνει να στιγματίζει ανεξίτηλα τις υπολήψεις εκείνων που την παραβιάζουν. Επιβάλλει ένα ολοένα διευρυνόμενο «λεξικό» απαγορευμένων εκφράσεων που, αν κάποιος δεν ενημερώνεται έγκαιρα για τις τακτικές επικαιροποιήσεις του, κινδυνεύει να εκτεθεί στα μάτια μίας άτυπης «αστυνομίας σκέψης» και να αποκομίσει ετικέτες που κυμαίνονται από αυτή του οπισθοδρομικού έως εκείνη του ρατσιστή.

Σύμφωνα με προ τετραετίας στατιστικές, 60% των Αμερικανών – διπλάσιοι Ρεπουμπλικάνοι σε σύγκριση με τους Δημοκρατικούς – θεωρούν ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα από τα σημαντικά προβλήματα στις ΗΠΑ. Μόνο ένα 18% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι η χώρα τους δεν είναι όσο θα έπρεπε «πολιτικά ορθή»...

4. Πολιτική ορθότητα στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση

Στα αμερικανικά πανεπιστήμια η πολιτική ορθότητα έχει επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση που προκαλούν ασφυξία στους φοιτητές και το καθηγητικό προσωπικό. Μέχρι το 2013, το «Γραφείο για τα Πολιτικά Δικαιώματα» του Υπουργείου Παιδείας των ΗΠΑ όριζε ότι η συμπεριφορά ενός ατόμου (κυρίως σε ό,τι αφορά τον λόγο) θα έπρεπε να κριθεί ως «αντικειμενικά προσβλητική» με βάση προκαθορισμένα κριτήρια, προτού κάποιος αποκτήσει το δικαίωμα να υποβάλει μία ανώνυμη καταγγελία εναντίον του ατόμου αυτού.

Το 2013, εν τούτοις, η κυβέρνηση Obama άλλαξε τα δεδομένα. Σύμφωνα με μία νέα αντίληψη, το τι είναι προσβλητικό καθορίζεται με βάση τις προσωπικές ευαισθησίες του καθενός και δεν υπόκειται σε αντικειμενική αξιολόγηση. Με άλλα λόγια, ο κάθε φοιτητής μπορεί να βασίζεται στα προσωπικά του – και, ως εκ τούτου, απόλυτα υποκειμενικά – κριτήρια για να ορίσει ως προσβλητικό ένα σχόλιο από έναν συμφοιτητή ή έναν καθηγητή του και να υποβάλει, έτσι, μία ανώνυμη καταγγελία. Πολλά πανεπιστήμια των ΗΠΑ έσπευσαν να συμμορφωθούν με αυτή την παράλογη απαίτηση από τον φόβο οικονομικών κυρώσεων.

Ποια είναι η τύχη ενός ατόμου που πέφτει θύμα ανώνυμης καταγγελίας για παραβίαση πολιτικής ορθότητας; Σύρεται ως κοινός κακούργος σε διάφορες εξεταστικές επιτροπές, χωρίς το δικαίωμα να αντικρίσει τον καταγγέλλοντα – ούτε καν να πληροφορηθεί το όνομά του – επειδή και μόνο κάποιος φοιτητής, ή κάποια ομάδα φοιτητών, θεώρησαν ένα σχόλιό του ως «μη αποδεκτό». Και, φυσικά, ας μην ξεχνούμε και τους αμείλικτους «δικαστές» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που πρόθυμα θα συνταχθούν με τους «θιγόμενους»!

Και ο παραλογισμός δεν έχει τέλος: Πριν το ξεκίνημα του ακαδημαϊκού τετραμήνου ο καθηγητής ενός μαθήματος οφείλει να προβλέψει ποια στοιχεία του μαθήματος θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις προσωπικές ευαισθησίες ενός φοιτητή, και να εκδώσει σχετική προειδοποίηση. Αν αμελήσει να το πράξει, είναι θεωρητικά δυνατό να αντιμετωπίσει τις καθιερωμένες καταγγελίες ή να εισπράξει την οργή κάποιων φοιτητών του.

5. Υπερβολές της πολιτικής ορθότητας

Η πολιτική ορθότητα στην Αμερική συχνά φτάνει στα άκρα προκειμένου να υπηρετήσει τους σκοπούς της. Το ερώτημα «πού γεννηθήκατε;» πρέπει να αποφεύγεται επειδή μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση αμφισβήτηση αμερικανικής καταγωγής. Το «πόσον καιρό εργάζεστε εδώ;» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπαινιγμός για την ηλικία κάποιου. Το «πολίτης των ΗΠΑ» είναι προτιμότερο από το «Αμερικανός», αφού το δεύτερο υπονοεί ότι οι ΗΠΑ είναι η μόνη χώρα της αμερικανικής ηπείρου…

Για πολλούς Αμερικανούς, η κατάχρηση πολιτικής ορθότητας ακουμπά ενοχλητικά ακόμα και πάνω σε αγαπημένες παραδόσεις. Για παράδειγμα, το «Καλές Γιορτές» θεωρείται περισσότερο πολιτικά ορθό από το «Καλά Χριστούγεννα», αφού το δεύτερο προάγει διαχωρισμό των ανθρώπων με βάση τα θρησκευτικά τους «πιστεύω». Ένα σχολείο στο Connecticut επιχείρησε πριν μερικά χρόνια να απαγορεύσει τις αποκριάτικες στολές για το Halloween, θεωρώντας ότι κάποια παιδιά με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές θα μπορούσαν να αισθανθούν ξένα ως προς το έθιμο. Την πολιτική αυτή του σχολείου ανέτρεψαν, τελικά, μερικοί εξαγριωμένοι γονείς μαθητών!

6. Η πολιτική μη-ορθότητα ως εργαλείο πολιτικής

Η ρητορική ενάντια στην πολιτική ορθότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως εργαλείο αποπροσανατολισμού των Αμερικανών ψηφοφόρων από τα πραγματικά προβλήματα της χώρας τους, στοχεύοντας ευθέως στους βαθύτερους και σκοτεινότερους φόβους τους για ανθρώπους που είναι διαφορετικοί.

Την ώρα που μιλούν για τους «μετανάστες που κλέβουν τις δουλειές των Αμερικανών», κάποιοι πολιτικοί επιχειρούν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού από πραγματικά δεδομένα, όπως π.χ. το γεγονός ότι, σύμφωνα με υπολογισμούς ειδικών, η εισροή Λατίνων μεταναστών εργατών στις ΗΠΑ κατά τα τελευταία 30 χρόνια είχε πολύ μικρή επίπτωση στην ανεργία, σε σύγκριση με την μετακίνηση ενός σημαντικού αριθμού εργοστασίων στο εξωτερικό, ή τις επαναλαμβανόμενες υφέσεις της εθνικής οικονομίας. Έτσι, ενώ παρακολουθούσε κάποιος με ενδιαφέρον τον Trump, προ των εκλογών του ’16, να ζητά την κατασκευή τείχους που θα απέτρεπε την μετανάστευση, ελάχιστα πρόσεχε ότι οι πραγματικοί λόγοι απώλειας θέσεων εργασίας και οικονομικής αστάθειας δεν θίγονταν καν.

7. Συνοψίζοντας...

Η πολιτική ορθότητα είναι ένας άγραφος και συνεχώς εμπλουτιζόμενος κώδικας απαγορευμένης έκφρασης και πρακτικής. Για πολλούς Αμερικανούς ο κώδικας αυτός στραγγαλίζει την ελευθερία του λόγου, τιμωρώντας παράλληλα τους «παραβάτες» με την ρετσινιά της οπισθοδρομικότητας και της μισαλλοδοξίας. Η αντίδραση απέναντι στο φαινόμενο έφερε, έτσι, στην εξουσία κάποιον που υποσχέθηκε πως θα καταργήσει την πολιτική ορθότητα στην πράξη.

Πρόσφατα, με αφορμή ένα φρικτό έγκλημα με ρατσιστικά κίνητρα, το ζήτημα της πολιτικής ορθότητας ήρθε ξανά στην επιφάνεια ως πρωταρχικό θέμα συζήτησης και αντικείμενο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Και ίσως παίξει και πάλι ρόλο στις επικείμενες αμερικανικές εκλογές.

Με όλα τα παραπάνω δεν επιχειρούμε, φυσικά, να αποδείξουμε ότι η πολιτική ορθότητα υπήρξε ο μόνος – ή, έστω, ο πλέον καθοριστικός – παράγοντας στις προηγούμενες εκλογές στις ΗΠΑ. Είναι όμως κάτι που δεν πρέπει να αγνοείται αν κάποιος θέλει να έχει την πλήρη εικόνα των πραγμάτων και να δώσει την καλύτερη δυνατή ερμηνεία στο αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι, τώρα, κατά πόσον ο ίδιος αυτός παράγοντας εξακολουθεί να επηρεάζει τους Αμερικανούς ψηφοφόρους. Σύντομα θα γνωρίζουμε...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κάμερα στην αίθουσα διδασκαλίας; Εξαρτάται…


Πολλή συζήτηση γίνεται τελευταία για τις κάμερες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Και, όπως συμβαίνει συχνά σε αυτό τον τόπο, τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για το ζήτημα έσπευσαν να υιοθετήσουν, αντίστοιχα, τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Το ένα επικαλείται «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των μαθητών», ενώ οι υποστηρικτές του άλλου επιδίδονται καθημερινά στα social media στις συνήθεις, καθολικά αφοριστικές ρητορείες περί «τεμπέληδων και άχρηστων εκπαιδευτικών που φοβούνται την αξιολόγηση».

Προσπερνώντας τα αλληλοφαγώματα του δικομματικού συστήματος σε έναν ευαίσθητο χώρο όπως η Παιδεία, θα θέλαμε σε αυτό το σύντομο σημείωμα να επισημάνουμε κάποιες λεπτές υφές του ζητήματος, χωρίς να ισχυριζόμαστε, ασφαλώς, ότι οι σκέψεις που ακολουθούν συνιστούν επαναστατικές τομές ή χαρακτηρίζονται από εξαιρετική πρωτοτυπία (έχουν άλλωστε ήδη γραφεί και ακουστεί πάρα πολλά…).

Σαν βάση συζήτησης, θα διακρίνουμε δύο είδη διδασκαλίας:

1. Την διαδραστική (interactive) διδασκαλία, όπου ο διδάσκων αλληλεπιδρά με τον διδασκόμενο. Αυτό συμβαίνει κατά κύριο λόγο στην Πρωτοβάθμια, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Ο δάσκαλος κάνει διάλογο με τους μαθητές, τους απευθύνει ερωτήσεις και σχολιάζει ανοιχτά τις απαντήσεις τους. Συχνά ασκεί παράλληλα και αυστηρή κριτική στις συμπεριφορές τους.

(Σημειώνω εδώ ότι διαδραστική διδασκαλία είναι δυνατό να εφαρμοστεί και σε ολιγομελή πανεπιστημιακά τμήματα, κυρίως μεταπτυχιακού επιπέδου. Είναι ίσως ο πιο γόνιμος τρόπος να διδάσκει κάποιος στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση!)

2. Την ρητορική διδασκαλία, όπου ο διδάσκων κάνει μία προετοιμασμένη παρουσίαση (διάλεξη) σε ένα πιο ώριμο κοινό, το οποίο καταγράφει και αργότερα επεξεργάζεται περαιτέρω τα δεδομένα που του εκτέθηκαν. Ο «διάλογος» μεταξύ διδάσκοντος και διδασκομένων περιορίζεται σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, κυρίως μετά το τέλος (και λιγότερο συχνά κατά τη διάρκεια) της παρουσίασης. Αυτού του είδους τη διδασκαλία συναντούμε στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων και, γενικά, σε αίθουσες ακαδημαϊκών διαλέξεων.

Η διαδραστική διδασκαλία είναι μάθηση «εν τω γεννάσθαι». Είναι μία δημιουργική διαδικασία που περιέχει ως θεμελιώδη δομικά στοιχεία την προσπάθεια, το λάθος, και την εκ νέου προσπάθεια έως την επίτευξη του επιθυμητού μαθησιακού και συμπεριφορικού στόχου. Όμως, το δικαίωμα στο λάθος (απαραίτητο συστατικό της παιδαγωγικής διαδικασίας) προϋποθέτει το αίσθημα ασφάλειας που παρέχει η προστασία του από κάθε εξωτερική παρατήρηση και καταγραφή. Σε απουσία αυτού του αισθήματος, το παιδαγωγικά ωφέλιμο λάθος θα κινδυνεύει να υποκαθίσταται από δισταγμό, αυτοσυγκράτηση και ανούσια επιτήδευση…

Η ρητορική διδασκαλία, από την άλλη μεριά, όχι μόνο δεν υπόκειται στους ηθικούς και παιδαγωγικούς περιορισμούς της έξωθεν παρατήρησης αλλά, συχνά, την παρατήρηση αυτή την επιζητά και την καλοδέχεται. Είναι φανερή, λ.χ., η «ερωτική» σχέση που είχε ο Δ. Λιαντίνης με την κάμερα που κατέγραφε τις διαλέξεις του, τα videos των οποίων έχουν ευτυχώς σωθεί και αναρτηθεί στο Διαδίκτυο. Και πολλά έχω αποκομίσει ο ίδιος ως παιδαγωγός παρακολουθώντας στο YouTube διαλέξεις καθηγητών Φυσικής σε αμερικανικά πανεπιστήμια όπως το MIT.

Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε είναι ότι η κάμερα βιντεοσκόπησης θα μπορούσε να είναι παιδαγωγικά χρήσιμη σε μία ρητορικού τύπου διδασκαλία, αλλά η παρουσία της σε μία διαδραστική εκπαίδευση απαιτεί προσεκτικότερη εξέταση. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της κάμερας στην αίθουσα διδασκαλίας δεν προσφέρεται ως εύκολο αντικείμενο κομματικών διενέξεων, ούτε ως (μία ακόμα) αφορμή εκφοράς κοινότοπης πολιτικής ρητορείας.

Σε ό,τι αφορά τις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, έχει διατυπωθεί και η πρόταση δημιουργίας βιντεοσκοπημένων παρουσιάσεων των μαθημάτων από εκπαιδευτικούς, σε χώρους έξω από τις αίθουσες διδασκαλίας (ή εντός, χωρίς την παρουσία μαθητών). Ακούγεται καλή ιδέα, ας την έχει υπόψη το αρμόδιο Υπουργείο…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 5 Μαΐου 2020

Μεγάλα και μικρά Ολοκαυτώματα (λίγες σκέψεις 10 χρόνια μετά τη Marfin)




Όσο κι αν βασανίζω τη σκέψη μου, νιώθω αδύναμος να κατανοήσω τα Ολοκαυτώματα. Μεγάλα ή μικρά, από αιμοσταγείς παρανοϊκούς δικτάτορες ή από μικρούς κι ασήμαντους - αλλά εξίσου διεστραμμένους - φανατικούς που νομίζουν ότι δολοφονώντας όσους δεν ασπάζονται την "ιδεολογία" τους, κάνουν "επανάσταση"...

Τα Ολοκαυτώματα έχουν μέσα τους κάτι το μεταφυσικό που τα τοποθετεί έξω από τη λογική του καθημερινού ανθρώπου. Αλλά, ακόμα και από τη λογική των ίδιων των σοφών! Μιλώντας για το ναζιστικό έγκλημα των 6 εκατομμυρίων, ο φιλόσοφος και θεολόγος Emil Fackenheim είπε ότι ήταν "ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, του οποίου το νόημα δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό".

Φοβάμαι ότι σε ανάλογο συμπέρασμα θα καταλήξουν οι φιλόσοφοι του μέλλοντος (αν το είδος αυτό υπάρχει ακόμα σε έναν κόσμο που έχει πάψει πια να σκέπτεται) προσπαθώντας να κατανοήσουν το έγκλημα στη Marfin, που στιγμάτισε ανεξίτηλα μία κοινωνική διαμαρτυρία 10 Μαΐους πριν (5-5-2010). Τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό κάηκαν ζωντανοί, πέφτοντας θύματα ενός παρανοϊκού μίσους που ξεπερνά ακόμα και αυτά τα ακρότατα του "πολιτικού" ακτιβισμού και εισέρχεται στον μυστηριακό κόσμο του απόλυτου Κακού. Ενός Κακού που τεντώνει τόσο πολύ τα ιδεολογικά άκρα ώστε να τα κάνει να συναντηθούν, έτσι που η διαστροφή του ναζισμού να μη διαφέρει, τελικά, σε τίποτα από εκείνη όσων δηλώνουν φανατικά πολέμιοί του!

Οι δολοφόνοι της Marfin δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, γι' αυτούς δεν υπήρξε (ούτε, δυστυχώς, θα υπάρξει) "Νυρεμβέργη". Κι όσοι αρνήθηκαν να κρατήσουν ξεκάθαρες πολιτικές αποστάσεις από εκείνους, ανταμείφθηκαν ακόμα και με θεσμικά αξιώματα από έναν λαό που από την αρχή της Ιστορίας του έμαθε να μισεί για να υπάρχει. Και, σαν να μην έφταναν οι εξωτερικοί εχθροί - αληθινοί ή επινοημένοι - φρόντιζε πάντα να διχάζεται ώστε οι μισοί να εχθρεύονται τους άλλους μισούς...

Οι νεκροί της Marfin δεν θα βρουν, τελικά, ποτέ δικαίωση. Ας ευχηθούμε τουλάχιστον η θυσία τους να μην ξεχαστεί (και - γιατί όχι; - να μην πάει χαμένη) σε έναν τόπο όπου η πολιτική αντιπαράθεση δεν οδηγεί σε δημιουργική σύνθεση ιδεών αλλά σε αυτοκαταστροφική αλληλοεξόντωση. Κι έναν τόπο όπου ακόμα και η καταμέτρηση νεκρών φτάνει να γίνει εργαλείο πολιτικής. Είτε αυτοί πεθαίνουν από καλοκαιρινή πυρκαγιά, είτε από ανοιξιάτικη πανδημία...

Aixmi.gr

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Θα ήταν φιλελεύθερο μέτρο ο περιορισμός των ηλικιωμένων;


Διάχυτη ήταν την περασμένη εβδομάδα η εντύπωση ότι η κυβέρνηση λάμβανε εισηγήσεις για εξαίρεση των «ηλικιωμένων» (κατά πληροφορίες, ως τέτοιοι ορίζονταν οι άνω των 65 χρόνων) από την χαλάρωση των μέτρων περιορισμού για τον COVID-19. Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να αξιολογήσουμε τις εισηγήσεις αυτές από επιδημιολογική άποψη, καθώς δεν διαθέτουμε τις απαραίτητες γνώσεις. Μπορούμε, όμως, να σχολιάσουμε τις ιδεολογικές και πολιτικές διαστάσεις που θα είχε η υιοθέτησή τους από την πολιτεία, στην περίπτωση που η τελευταία είχε πειστεί να τις εφαρμόσει.

Με τον τρόπο, τουλάχιστον, που το ζήτημα είχε τεθεί δημοσίως, τα μέτρα (συνεχιζόμενου ή και διευρυμένου) περιορισμού των ηλικιωμένων δεν θα αφορούσαν την προστασία της υπόλοιπης κοινωνίας από τους ηλικιωμένους αλλά την προστασία των ίδιων των ηλικιωμένων, οι οποίοι ανήκουν στις λεγόμενες «ευπαθείς ομάδες» του πληθυσμού. Όπως διατυπώθηκε με σχεδόν ποιητικό τρόπο, οι άνθρωποι αυτοί «θα αργούσαν να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους για τη δική τους ασφάλεια και το δικό τους καλό».

Εδώ προκύπτουν, καταρχάς, μερικά ερωτήματα πρακτικής φύσης:

1. Με ποιους τρόπους θα μπορούσε η πολιτεία να ελέγχει την συμμόρφωση των ηλικιωμένων με τα νέα μέτρα επιλεκτικού περιορισμού; Θα σταματούσε, π.χ., στους δρόμους η αστυνομία πεζούς και οδηγούς που «έδειχναν ηλικιωμένοι» για να κάνει έλεγχο του έτους γέννησης στις ταυτότητες; Και, τι ποινικές συνέπειες θα επέφερε η άρνηση κάποιων ηλικιωμένων να «αυτο-προστατευτούν»; Θα πλήρωναν απλό πρόστιμο ή θα σύρονταν και στα δικαστήρια;

2. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις οι ηλικιωμένοι ζουν μαζί με τα (ή διαμένουν κοντά στα) εγγόνια τους, τα οποία, λόγω της αυξημένης κινητικότητας των παιδιών, αποτελούν κατ’ εξοχήν δυνητικούς μεταδότες του ιού. Με ποιον τρόπο τα νέα μέτρα περιορισμού θα διασφάλιζαν την προστασία των ηλικιωμένων από πιθανή μετάδοση σε αυτούς; Θα απαγορευόταν δια νόμου η επαφή τους με τα παιδιά εντός της ίδιας της οικίας τους;

Όμως, το ζήτημα θα μπορούσε να λάβει σοβαρές διαστάσεις και από τη σκοπιά της ιδεολογικής και πολιτικής συνέπειας. Το παρόν σύστημα διακυβέρνησης ήρθε στην εξουσία κρατώντας τη σημαία του φιλελευθερισμού. Ερώτηση: Θα ήταν ο εκ μέρους της πολιτείας επιβαλλόμενος περιορισμός των ηλικιωμένων, με σκοπό τη δική τους προστασία, συμβατός με τις αρχές του φιλελευθερισμού; Αν όχι, τυχόν εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα αναδείκνυε την «αλά καρτ» υιοθέτηση μιας ιδεολογίας από το σύστημα εξουσίας, η πίστη στην οποία ιδεολογία θα έπρεπε, εν τούτοις, να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση. Ιδιαίτερα μάλιστα υπό τις δυσχερέστερες των περιστάσεων…

Ζητώντας απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα, ανατρέχουμε σε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα αναφοράς, το βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή. Κι εκεί διαβάζουμε μία θεμελιώδη θέση αρχής («αρχή της βλάβης») όπως την διατύπωσε ο εκ των πατέρων του Φιλελευθερισμού, John Stuart Mill (1806–1873) στο σύγγραμμά του «Περί ελευθερίας»:

«Ο μοναδικός σκοπός χάριν του οποίου νομιμοποιείται το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου παρά τη θέληση του τελευταίου, είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το ‘δικό του καλό’ (σωματικό ή ηθικό). Δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει ή να μην κάνει κάτι διότι υποτίθεται πως έτσι θα είναι καλύτερα γι’ αυτό (…). Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του.»

Όταν, λοιπόν, ένα σύστημα εξουσίας διατείνεται ότι επιβάλλει μέτρα προστασίας σε μία κοινωνική ομάδα «για το δικό της καλό», παύει εκ των πραγμάτων να ονομάζεται φιλελεύθερο. Εκτός αν παραδεχθεί ανοιχτά ότι το επικαλούμενο «καλό» της ομάδας δεν είναι παρά σχήμα λόγου, του οποίου η χρήση γίνεται προσχηματικά με σκοπό να αποκρυβούν αδυναμίες του ίδιου του συστήματος.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι τα μέτρα γενικού περιορισμού του πληθυσμού που προηγήθηκαν (σε αυτά περιλαμβάνεται και αυτό της αυστηρής καραντίνας σε κάποιες περιπτώσεις) δεν αντίκεινται προς τις αρχές του φιλελευθερισμού, αφού οι υφιστάμενοι τον περιορισμό (όλοι εμείς, δηλαδή) δεν ήταν μόνο υποψήφια θύματα αλλά και υποψήφιοι μεταδότες της νόσου. Για να το θέσουμε απλά, δεν κλείστηκαν μέσα «για το καλό τους» και μόνο αλλά και για να μη βλάψουν άλλους. Η παρούσα συζήτηση αφορά αποκλειστικά τον επιλεκτικό περιορισμό των ηλικιωμένων (καθώς και άλλων ευπαθών ομάδων) για δική τους και μόνο προστασία.

Πριν λίγες μέρες αποπειράθηκα να θέσω το εξής – όχι ρητορικό – ερώτημα σε γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης:

Έχει δικαίωμα ένα σύστημα εξουσίας να περιορίζει την ελευθερία κάποιου «για το καλό του»; Και αν ναι, δικαιούται το σύστημα αυτό να δηλώνει φιλελεύθερο;

Από χρήστη του μέσου έλαβα την εξής απάντηση:

«Το ίδιο δικαίωμα που έχει, για παράδειγμα, να επιβάλλει τη χρήση ζώνης ασφαλείας και κράνους. Είναι υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για τη ζωή των πολιτών.»

Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος προφανώς προσπεράστηκε ως μη έχον σημασία, πράγμα αναμενόμενο υπό συνθήκες ακραίας υγειονομικής κρίσης όπου το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης φέρει απείρως μεγαλύτερο βάρος από την ιδεολογική συνέπειά της. Εν τούτοις, το ζήτημα είναι δυνατό να προκαλέσει αμηχανία στους θεωρητικούς του Φιλελευθερισμού: Έχει ή όχι το κράτος την υποχρέωση να παρέμβει όταν ένας πολίτης δρα με τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την υγεία του ή να απειλήσει τη ζωή του;

Ο Α. Χατζής αφιερώνει ιδιαίτερη συζήτηση σε αυτό που ονομάζει κρατικό «πατερναλισμό». Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου αναλύεται και καταρρίπτεται ένα σαθρό, κατά τον συγγραφέα, αντι-φιλελεύθερο επιχείρημα:

«Πολλοί ισχυρίζονται ότι το κράτος δικαιολογείται να είναι πατερναλιστικό γιατί εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει συμφέρον στην προστασία των μελών της, ακόμα κι αν αυτά δεν την αποδέχονται. Μεταξύ των άλλων, διότι, όταν τα μέλη της θα υποστούν τις συνέπειες λανθασμένων επιλογών, η κοινωνία θα κληθεί να τους προσφέρει ένα δίχτυ ασφαλείας, αφού δεν μπορεί να τα εγκαταλείψει στις συνέπειες των καταστροφικών επιλογών τους.»

Και συνεχίζει:

«Αν δεν φοράς ζώνη ασφαλείας, θα πρέπει να σε περιθάλψει ένα δημόσιο νοσοκομείο αν εμπλακείς σε ατύχημα και τραυματιστείς. (…) Όμως, αν αυτό είναι ένα κριτήριο το οποίο θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, τότε οπωσδήποτε θα πρέπει να απαγορεύσουμε ολοκληρωτικά το κάπνισμα. Διότι το κοινωνικό κόστος είναι τεράστιο σε ανθρώπινες ζωές αλλά και για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Αν το καλοσκεφτούμε, θα πρέπει να απαγορεύσουμε επίσης το αλκοόλ, το κόκκινο κρέας, τις τηγανητές πατάτες και τα γλυκά.»

Και καταλήγει:

«Ο φιλελεύθερος δεν αρνείται ότι η ελευθερία έχει κόστος, αλλά τη θεωρεί τόσο συνυφασμένη με την προσωπικότητα του ανθρώπου, τόσο πολύτιμη, που είναι έτοιμος να αναλάβει αυτό το κόστος. Όχι όμως μόνο γιατί το όφελος από την ελευθερία είναι σχεδόν πάντα πολύ μεγαλύτερο από το κόστος, αλλά κυρίως γιατί η ελευθερία έχει μια αυτόνομη αξία.»

Γυρνώντας στο αρχικό μας θέμα, θα πρέπει να τονίσουμε και πάλι ότι σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να κρίνει κατά πόσον ένας επιβαλλόμενος από την πολιτεία περιορισμός στην ελευθερία μετακίνησης των ηλικιωμένων θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί ευεργετικός για τη ζωή και την υγεία τους, αλλά να εξετάσει σε καθαρά θεωρητική βάση αν μία τέτοια περιοριστική πολιτική, με τον τρόπο που αυτή αιτιολογήθηκε, θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές του ακραιφνούς φιλελευθερισμού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το δηλωμένο ιδεολογικό στίγμα της παρούσας κυβέρνησης.

Και θεωρούμε ότι θα ήταν τεράστια ηθική – και, εν τέλει, πολιτική – ήττα για οποιαδήποτε κυβέρνηση να βγει να δηλώσει ότι οι ιδεολογίες καταργούνται στην πράξη κάτω από κρίσιμες περιστάσεις. Τουναντίον, είναι αυτές ακριβώς οι περιστάσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές των ιδεολογιών και τις κάνουν να ξεχωρίζουν από μεγάλα λόγια εκ του ασφαλούς ειπωμένα!

Όμως, πέρα από τις όποιες φιλοσοφικές αναλύσεις, η δύση της ζωής είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και κάθε σύστημα εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού, οφείλει να την αντιμετωπίζει με σεβασμό και ευαισθησία. Ακόμα περισσότερο όταν την – λίγη ή πολλή – ζωή που απομένει έρχεται ξαφνικά να απειλήσει κάτι που ως λίγο πριν φαινόταν προνόμιο: η ελευθερία. Όση, έστω, η αμείλικτη Φύση επιτρέπει να υπάρχει ακόμα…

(Στη μνήμη της Ιφιγένειας Χ., που δεν πρόλαβε να ζήσει τη φρίκη…)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το «σύνδρομο Μπεν-Χουρ», παλιό και νέο


Μία πρόσφατη επίσκεψη στο φαρμακείο της γειτονιάς μού έφερε στο νου ένα παλιότερο κείμενο [1] στο «Βήμα». Το κείμενο εκείνο αναφερόταν, συμβολικά, σε ένα «σύνδρομο Μπεν-Χουρ» για να περιγράψει την πολιτική εργαλειοποίηση του μίσους. Ήταν το μίσος (και το πάθος για εκδίκηση) εκείνο που κράτησε τον Ben-Hur στη ζωή. Και είναι το μίσος για τον πολιτικό αντίπαλο που, συχνά, ενσπείρουν κάποια κόμματα στον λαό για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση...

Ξαναθυμήθηκα, λοιπόν, το «σύνδρομο» και την υπέροχη ταινία στην οποία αυτό παραπέμπει, όμως τούτη τη φορά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Όσοι γνωρίζουν το φιλμ θα θυμούνται μία τρομακτική σκηνή: Η μητέρα και η αδελφή του κεντρικού ήρωα βρίσκονται κλειδωμένες μέσα σε ένα σκοτεινό κελί, στο υπόγειο κάποιας ρωμαϊκής φυλακής. Υποφέρουν και οι δύο από την νόσο του Χάνσεν (είναι λεπρές). Το κελί είναι ερμητικά κλειστό, και το μόνο που συνδέει το εσωτερικό του με τον έξω χώρο είναι ένα μικροσκοπικό πορτάκι. Μία φορά τη μέρα ένας φρουρός το ανοίγει για λίγο για να περάσει στις δύο γυναίκες ένα πιάτο φαγητό, ίσα να μην πεθάνουν της πείνας.

Ήρθα για μία στιγμή στη θέση των δύο λεπρών (τηρουμένων, φυσικά, των αναλογιών ανάμεσα σε περιπτώσεις μη-συγκρίσιμου μεγέθους!) καθώς έφτασα στο φαρμακείο και βρήκα την πόρτα κλειδωμένη. Η πόρτα – μάλλον πρόσφατης κατασκευής – ήταν βαριά και έδινε γενικά την εικόνα της ισχυρής θωράκισης. Όπως με αυστηρά νεύματα καθιστούσαν γνωστό οι φαρμακοποιοί, η επικοινωνία με τον πελάτη θα έπρεπε να γίνει μέσα από ένα μικροσκοπικό στρογγυλό φινιστρίνι που άνοιγε ίσα για να περάσει μία συνταγή ή μια συσκευασία φαρμάκου. Τούτη τη φορά οι δυνητικά «λεπροί» δεν βρίσκονταν μέσα αλλά έξω από τη «φυλακή»...

Κανείς, φυσικά, δεν μπορεί να ψέξει στο ελάχιστο τις πάντα ευγενέστατες φαρμακοποιούς της γειτονιάς μου, οι οποίες απλά ακολούθησαν τις οδηγίες αυτοπροστασίας που είχαν λάβει από τους αρμόδιους φορείς για την φονική επιδημία της εποχής. Το σημείωμα δεν σχολιάζει επαγγελματικές πρακτικές αλλά απλά καταγράφει, ίσως με μία δόση μελαγχολικού σαρκασμού, τα σημεία των καιρών. Ένας νέος και ανίκητος, ακόμα, ιός όρισε ξαφνικά μία καινούργια κοινότητα «λεπρών», της οποίας έχουμε όλοι γίνει εν δυνάμει μέλη.

Έτσι, φτάσαμε να αντιμετωπίζουμε την εγγύτητα ως απειλή κατά της ζωής, υποκαθιστώντας την φυσική επαφή με τις επικοινωνιακές δυνατότητες που παρέχει ένα ηλεκτρονικό λειτουργικό σύστημα. Και διαπιστώσαμε (χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη, αφού τα κοινωνικά δίκτυα μας είχαν προ πολλού προϊδεάσει και προετοιμάσει) ότι το «από μακριά κι αγαπημένοι» είναι η χρυσή συνταγή για τη δημιουργία και τη διατήρηση φιλίας ανάμεσα σε άτομα με, κατά τα άλλα, πολύ διαφορετικά πρωτογενή χαρακτηριστικά προσωπικότητας.

Ορατός είναι τώρα ο κίνδυνος το νέο αυτό «σύνδρομο Μπεν-Χουρ», υπό τις θεσμικά κατοχυρωμένες, μάλιστα, ευλογίες της ίδιας της πολιτείας σε κάθε χώρα, να οδηγήσει και σε ένα είδος κοινωνικού διαχωρισμού (θα αποφύγω την ακραία λέξη «ρατσισμός») εις βάρος εκείνων που με γενικό (και μάλλον ασαφή) τρόπο αναφέρονται ως «ευπαθείς ομάδες». Αν, για παράδειγμα, μία πολιτεία θεσπίσει περιοριστικά μέτρα που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τους «ηλικιωμένους», πώς ακριβώς θα προσδιοριστεί αυτή τούτη η έννοια του «ηλικιωμένου»;

Ο θείος μου ο Νικήτας (έχω αναφερθεί σε αυτόν σε παλιότερα κείμενα στο «Βήμα», αφού υπήρξε ίσως ο φανατικότερος αναγνώστης στην ιστορία αυτής της εφημερίδας!) έφυγε στα 94 χρόνια του. Μέχρι λίγο πριν το τέλος ήταν αρκετά υγιής, βάδιζε χιλιόμετρα καθημερινά σαν άσκηση (και μάλιστα πιο γρήγορα απ’ όσο θα μπορούσα να τον φτάσω!) και ήταν χρήσιμος – με όλη τη σημασία της λέξης – σε παιδιά, ανίψια και εγγόνια. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι να τον έριξε πολλές φορές στο κρεβάτι μία γρίπη, ενώ το απλό κρυολόγημα το περνούσε πάντα «στο πόδι». Αν υποτεθεί, λοιπόν, ότι ζούσε σήμερα κι ότι ερχόταν η πολιτεία να του ανακοινώσει επίσημα ότι «είναι πολύ γέρος» για να κυκλοφορεί στους δρόμους, θα ήταν σαν η ίδια αυτή πολιτεία να υπέγραφε την θανατική καταδίκη του. Ας σκεφτούμε τώρα ότι, σύμφωνα με όσα ακούγονται, αυτό το «πολύ γέρος» θα αφορά ίσως ακόμα και άτομα που, από άποψη ηλικίας, θα μπορούσαν να είναι παιδιά του...

Όμως, εκτός από τους «ηλικιωμένους», στις ευπαθείς ομάδες λογίζονται και τα άτομα με υποκείμενα χρόνια νοσήματα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι, απαραίτητα, απόμαχοι της ζωής. Πολλοί εργάζονται κανονικά και, γενικά, ζουν φυσιολογικές ζωές, εφαρμόζοντας απλά κάποια αναγκαία περιοριστικά μέτρα στην καθημερινότητά τους ή ακολουθώντας κατάλληλες θεραπευτικές αγωγές. Ερώτηση: Υπάρχει θεσμικά δόκιμος και – κυρίως – ηθικά αποδεκτός τρόπος να διαχωριστούν de jure από το υπόλοιπο σώμα της κοινωνίας σε ό,τι αφορά στοιχειώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία μετακίνησης και η δυνατότητα πρόσβασης στην εργασία; Πώς θα διασφαλιστεί στην περίπτωση αυτή το ιατρικό απόρρητο (ερώτημα μάλλον ρητορικό); Και, έχει άραγε υπολογιστεί το ψυχικό κόστος που θα επιφέρει αυτό το ιδιότυπο, και με επίσημη σφραγίδα προσδιοριστικό, «στίγμα» του νοσούντος, όταν μάλιστα η σύγχρονη ιατρική δεν παύει να τονίζει την σπουδαιότητα της θετικής αυτοεικόνας και της εν γένει αισιόδοξης στάσης ζωής ως ακέραιου μέρους μίας θεραπείας;

Ελπίδα όλων είναι, φυσικά, το νέο «σύνδρομο Μπεν-Χουρ» να μην μακροημερεύσει και σύντομα να ξαναγυρίσει η κανονικότητα στην κοινωνική ζωή. Το θλιβερό είναι ότι το παλιότερο (και, δυστυχώς, διαχρονικό στον τόπο μας) ομώνυμο «σύνδρομο» – εκείνο, δηλαδή, που χρησιμοποιεί το μίσος ως μέσο άσκησης πολιτικής – φαίνεται ότι καλά κρατεί. Γιατί, μετρώντας χαιρέκακα αριθμούς νεκρών, κάποια παραπολιτικά όργανα γκεμπελικής κοπής βγήκαν πρόσφατα στο προσκήνιο εξακοντίζοντας απειλές του τύπου «θα λογαριαστούμε», ή επιχειρώντας να σπιλώσουν την υπόληψη καταξιωμένων επιστημόνων που μάχονται νυχθημερόν για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της θανατηφόρου επιδημίας. Αλλά, και οι εξ επισήμων πολιτικών χειλέων ακουόμενες αναγγελίες «θα λογοδοτήσουν», οι οποίες τεχνηέντως υπεμφαίνουν πολιτική ενοχή, ελάχιστα συντελούν στο κλίμα σύμπνοιας που οι παρούσες δύσκολες περιστάσεις επιβάλλουν.

Η εντύπωση που τελικά μένει είναι ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – παλιό και νέο – ο Μπεν-Χουρ έχει αγαπήσει τόσο αυτή τη χώρα ώστε αρνείται να την εγκαταλείψει. Και τρομάζουμε τώρα στη σκέψη ότι αυτός μπορεί να είναι και ο μόνος «τουρίστας» που θα μας έχει απομείνει για φέτος! Όμως, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να σκεφτόμαστε θετικά. Μήπως κι αντέξουμε έτσι καλύτερα αυτό που μοιάζει με κακό όνειρο – μα δεν είναι...

[1] https://www.tovima.gr/2016/06/01/opinions/to-syndromo-mpen-xoyr-kai-to-politiko-systima/

ΤΟ ΒΗΜΑ