Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

Είναι πολιτικά ορθές οι επέτειοι για την Γυναίκα;


Τα χρόνια μου στην Αμερική, το υπερατλαντικό τηλεφώνημα ήταν μία αναγκαία πολυτέλεια (ξέρω, το σχήμα ακούγεται οξύμωρο!). Ειδικά, αν δεν αφορούσε πρακτικά ζητήματα αλλά απλή ανάγκη έκφρασης.

Έτσι, μια Κυριακή της Άνοιξης, λίγα δολάρια θυσιάζονταν πάντα για τις καθιερωμένες ευχές στη «Γιορτή της μητέρας». Και, για λίγα λεπτά της ώρας, η Ελλάδα φάνταζε λιγότερο μακριά από μερικές χιλιάδες πραγματικά μίλια στον χάρτη...

Πολλά χρόνια αργότερα, έχοντας ήδη επιστρέψει στην τριτοκοσμική βάση μου, έμαθα για την «Ημέρα της γυναίκας», η οποία πρόσφατα γιορτάστηκε παγκοσμίως. Τον Μάρτιο του 2012, μάλιστα, αναρωτήθηκα με κείμενο στο «Βήμα» κατά πόσον η γιορτή αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί πως φέρει υποκρυπτόμενα ρατσιστικά χαρακτηριστικά που κατ’ ουσίαν μειώνουν την υπόσταση του τιμώμενου (υποτίθεται) προσώπου!

Μία σχετικά πρόσφατη προσθήκη στο κλαμπ των προοδευτικών εννοιών είναι εκείνη της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness). Σκοπός του σχετικού δόγματος είναι η απάλειψη – σε επίπεδο ρητορείας και έκφρασης γνώμης, τουλάχιστον – κάθε είδους διάκρισης στο σώμα της κοινωνίας. Μία από τις διακρίσεις απορρέει από ένα σοβαρό ατόπημα της ίδιας της Φύσης, η οποία, για να διασφαλίσει την συνέχεια των περισσότερων έμβιων όντων και, εν προκειμένω, του ανθρώπου, χώρισε το ανθρώπινο είδος σε δύο κατηγορίες με τα κωδικά ονόματα «Άνδρας» και «Γυναίκα» (τα παραθέτω κατ’ αλφαβητική σειρά ώστε να είμαι πολιτικά ορθός).

Αυτό που μαθαίνει κανείς ακούγοντας δημόσιες τοποθετήσεις φωτισμένων προοδευτικών της εποχής, είναι ότι ο διαχωρισμός των ανθρώπων στη βάση των φύλων είναι «τεχνητός». Το φύλο (ακόμα και το κατά πόσον αληθινά υφίσταται αυτό ως ατομικό χαρακτηριστικό) είναι, μας λέγουν, υπόθεση αυτοπροσδιορισμού και όχι βιολογικής και ληξιαρχικής ταυτοποίησης. Επί πλέον, η έννοια του γονέα (θυμίζω: από το ρήμα «γίγνομαι») έχει τώρα λάβει την «σωστή» της ερμηνεία ως κάποιου που (συν-)ασκεί γονική μέριμνα.

Έτσι, κατά τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, οι «απηρχαιωμένες» και «αδόκιμες» λέξεις «μητέρα» και «πατέρας» αντικαθίστανται πλέον από τις (όχι απαραίτητα αντίστοιχες κατά την σειρά) «Γονέας 1» και «Γονέας 2». Και, επειδή η αντίληψη της γυναίκας ως εν δυνάμει φυσικού γεννήτορα είναι πολιτικά μη ορθή, κάθε τι που αναφέρεται στη γυναίκα με βιολογικούς όρους θα πρέπει να αποφεύγεται.

Ευνόητο είναι, λοιπόν, ότι η «Γιορτή της μητέρας» θα πρέπει άμεσα να καταργηθεί ως κατάφωρα παραβιάζουσα την πολιτική ορθότητα. Επί πλέον, η σκοπιμότητα ύπαρξης της «Ημέρας της γυναίκας» θα πρέπει να επανεξεταστεί, στη βάση της νεότερης αντίληψης ότι η έννοια «γυναίκα» αφορά έναν υποκειμενικό αυτοπροσδιορισμό και όχι μία έχουσα αντικειμενική υπόσταση ανθρώπινη ιδιότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, ότι θα πρέπει να εξαιρεθούν των αυστηρών κανόνων της πολιτικής ορθότητος γνωμικά όπως «αρχή άνδρα δείκνυσι» (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής), «πόλεμος πάντων πατήρ» (Ηράκλειτος) και «πυρ, γυνή και θάλασσα» (Μένανδρος), καθώς και λαϊκότροπες εκφράσεις του τύπου «αχ, μάνα μου!» και «ο Γιώργος είναι μανούλα σ’ αυτά!». Και εξακολουθώ (καταχρηστικά ίσως) να θεωρώ ως πολιτικά ορθό τόσο το «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ, όσο και «Το δαχτυλίδι της μάνας» (όπερα) του Μανώλη Καλομοίρη.

Αντίθετα, ουδεμία εξαίρεση στην επιβολή πολιτικής ορθότητας θα πρέπει να υπάρξει για όσα ακούν στα γήπεδα οι δύστυχοι διαιτητές ποδοσφαίρου για πολύ αγαπημένο τους συγγενικό πρόσωπο. Ακόμα και από τους οπαδούς της ομάδας μου, της ΑΕΚ!

Αχ, η Γονέας 2 Φύση σε τι μπερδέματα μας έβαλε...

Aixmi.gr

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

Ζώντας τη μοναξιά της μεγαλούπολης...


Διπρόσωπη αυτή η πόλη... Ενώνει τους λαούς του κόσμου σε μία παγκόσμια μάζωξη προσκυνήματος στα απομεινάρια ενός (πεθαμένου πια) πολιτισμού. Και, την ίδια στιγμή, μοιάζει με απέραντη θάλασσα από μοναχικότητες για κάποιους που, σχεδόν μαζοχιστικά, επιμένουν να ζουν σε αυτή. «Άνθρωποι μονάχοι», όπως λένε οι υπέροχοι στίχοι του αξέχαστου Γιάννη Καλαμίτση. Που το βαθύτερο νόημά τους ανέδειξε η ιδιοφυής μουσική ενός άλλου Γιάννη – του Σπανού!

Καθώς «ξεσκόνιζα» παλιά αρθρογραφία (ξέρετε, όπως ψαχουλεύει κανείς παλιά ντουλάπια με ξεχασμένα αντικείμενα, μήπως βρει κάτι χρήσιμο) έπεσα πάνω σε ένα κείμενό μου στο «Βήμα», γραμμένο το καλοκαίρι του 2012 – μια εποχή πολιτικά ταραγμένη, τότε που γεννιόνταν προσδοκίες και χτίζονταν αυταπάτες...

Ήταν ένα στιγμιότυπο από μια νυχτερινή περιδιάβαση στα στενά της Πλάκας. Την προσοχή μου είχε τραβήξει τότε μία γυναίκα με μάλλον αδιάφορο παρουσιαστικό, που συμβόλιζε και συμπύκνωνε, θα έλεγε κανείς, όλη τη μοναχικότητα σ’ αυτή την (α)φιλόξενη πόλη. Και το σκηνικό με είχε παραπέμψει (δεν θυμάμαι πώς) σε μία διαφορετική – θα έλεγα, «πολιτικοποιημένη» – εικόνα της μοναξιάς, όπως την είχε περιγράψει μια νέα ποιήτρια που έχει βάναυσα αδικήσει τον εαυτό της...

Παραθέτω το άρθρο όπως εμφανίστηκε στο «Βήμα». Το ποίημα στο τέλος είναι τωρινή προσθήκη στο κείμενο.

--------------------------------

Η μοναξιά της μεγαλούπολης...

Όχι, κόντρα στις προκλήσεις των καιρών, δεν θα πολιτικολογήσω! Εκτός κι αν η λέξη «πολιτική» αφορά – στην πλέον στοιχειώδη και πρωτογενή αντίληψη του όρου – την ίδια την πόλη μου. Μια πόλη που, μες απ’ τις αδιόρατες λεπτομέρειές της, αποκαλύπτει συχνά την συναρπαστική τραγικότητά της…

Κάνοντας πρόσφατα την συνηθισμένη, καθαρτήρια νυχτερινή βόλτα στην Πλάκα, πρόσεξα τη σιλουέτα μιας νέας γυναίκας. Αδιάφορη για τη ζωή που έσφυζε ολόγυρά της απ’ τις παρέες χαρούμενων τουριστών, ήταν επικεντρωμένη στο αντικείμενο της δικής της, μοναδικής ίσως αγάπης: τις γάτες! Θαρρείς και τις αναζητούσε μία-μία, σε κάθε δρόμο, σε κάθε αυλή, να τους πει ένα γλυκόλογο για καληνύχτα, μια καληνύχτα που ίσως δεν θα ‘θελε να μοιραστεί με κανέναν άλλον…

Σκέφτηκα τότε πως, αν μου ζητούσαν να εικονογραφήσω τη μοναξιά της μεγαλούπολης, δεν θα χρειαζόταν παρά να ζητήσω απ’ αυτή τη γυναίκα να μου επιτρέψει να τη φωτογραφίσω. Άντεξα, όμως, στον πειρασμό κι αρκέστηκα να χαμογελάσω διακριτικά και να συνεχίσω προς του Μακρυγιάννη…

Στο δρόμο θυμήθηκα το περί μοναξιάς εξαίρετο ποίημα της Σίσσυς Δουτσίου (το παραθέτω πιο κάτω). Μια μοναξιά που, μέσα απ’ το ιδιότυπο ιδεολογικό πρίσμα αυτής της ποιήτριας, ανάγεται σε βαθύτατα πολιτική έννοια που, βιωμένη ως αίσθημα, αποτελεί κινητήρια δύναμη – αν όχι και προϋπόθεση – για την επανάσταση!

Προσωπικά, δεν διέκρινα καμία επαναστατική διάθεση στην τραγική φιγούρα της μοναχικής γυναίκας στην Πλάκα. Μόνο παραίτηση από – ίσως ακόμα και απέχθεια για – μια κοινωνικότητα που αφήνει πίσω της πληγές. Και η μόνη επανάσταση για τον μοναχικό άνθρωπο της κάποτε φιλόξενης αυτής πόλης είναι, εν τέλει, η αντίστασή του ενάντια στην ίδια του την αδυναμία να αποδεχθεί τη μοναξιά του…


Η ίδια μοναξιά

Της Σίσσυς Δουτσίου

Η ίδια μοναξιά.
Ο ίδιος πόνος
σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου.
Κορίτσια μόνα τους με κοντές φτηνιάρικες φούστες
αγορασμένες από την China Town.
Αγόρια που ζητιανεύουνε λίγα σεντς
μέσα στα παγωμένα βαγόνια της Νέας Υόρκης
και όλοι οι συνεπιβάτες με κομμένα δάχτυλα σφιγμένα μέσα στις τσέπες τους
έτοιμοι να συρθούν στο μικρό τους διαμέρισμα.
Ουρανοξύστες και πολυώροφες πολυκατοικίες.
Ανθρώπινα κορμιά αλυσοδεμένα στις ταράτσες ψηλών κτηρίων
ενώ η γη συνεχίζει να πλανιέται στο διάστημα.
Ενώ η γη συνεχίζει να πλανιέται στο διάστημα
ένα άτονο βλέμμα συνεχίζει να στέκεται πίσω από τα παράθυρα
και να κοιτάζει τον πολυσύχναστο δρόμο.
Σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου
η μοναξιά είναι ίδια.
Ιδρύματα, σχολεία, τράπεζες, δημοτικά γραφεία,
μανάδες αποξενωμένες
κλεισμένες στα διαμερίσματα τους με κόκκινα μάτια
γεμάτες ανία για το σήμερα
και αγωνία για το αύριο.
Ένας πολιτισμός που εστιάζει
στην απόλαυση της ιδιώτευσης.
Η μοναξιά είναι ίδια.
Μετανάστες, πρόσφυγες, άστεγοι
με θλιμμένα μάτια
όλα τα υπάρχοντα τους σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών.
Η μοναξιά είναι ίδια.
Εκατοντάδες ράγες υπόγειων τρένων
έτοιμες να ξεκοιλιάσουν
οποιαδήποτε χαρά, οποιαδήποτε ευτυχία.
Η μοναξιά είναι ίδια
καθώς οι ατμομηχανές
ανασαίνουν ασταμάτητα.
Καθώς οι ατμομηχανές ανασαίνουν ασταμάτητα
τα όνειρα μας πεθαίνουν από ασφυξία στους αχανής δρόμους της Wall Street.
Η μοναξιά είναι ίδια σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου.
Με στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών
και με στρατόπεδα συγκέντρωσης σύγχρονων εργατών
εργατικές κατοικίες δίπλα σε βενζινάδικα και εστιατόρια
σε ιδιωτικές λεωφόρους έτοιμες προς πώληση.
Η μοναξιά είναι ίδια
στο πρωινό ξύπνημα του δημόσιου υπαλλήλου στο Λονδίνο
και στο πρωινό ξύπνημα του ιδιωτικού υπαλλήλου στο Βερολίνο.
Η μοναξιά είναι η ίδια
στο απελπισμένο χαμόγελο των εξεγερμένων
και στις ελπίδες των φυλακισμένων.
Η μοναξιά είναι η ίδια
στους τάφους των αναρχικών συντρόφων στο Σικάγο
και στους τάφους των δολοφονημένων συντρόφων στην Αθήνα.
Η μοναξιά του ανέφικτου.
Η μοναξιά της αμέτρητης συμπόνιας.
Η μοναξιά του σκλάβου που θέλει να επαναστατήσει.
Η μοναξιά είναι η ίδια μέχρι να νικήσουμε.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα
θα σχεδιάζουμε την απελευθέρωσή μας.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα
είμαστε ελεύθεροι.
Η μοναξιά είναι η ίδια
όσο συνεχίζουμε να είμαστε δούλοι.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα θα
σχεδιάζουμε την απελευθέρωσή μας.

http://ecstaticpoetrysemeli.blogspot.com/2010/10/blog-post_31.html

Aixmi.gr  -  ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Όταν η εξουσία σκότωσε την αριστερή διανόηση

Τα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ήταν επώδυνα για την ελληνική Αριστερά. Εκείνοι που κέρδισαν τον πόλεμο έχασαν την ευκαιρία και μίας παράλληλης ηθικής νίκης, επιλέγοντας να επιδείξουν απάνθρωπη σκληρότητα απέναντι στους ηττημένους. Φυλακίσεις, εκτελέσεις, ξερονήσια, κοινωνικά φρονήματα… Χρειάστηκε ακόμα και να επιστρατευτούν άτομα που συνεργάστηκαν με τους ναζί την περίοδο της Κατοχής. Ήξεραν καλά την τέχνη!

Η έλλειψη ελευθερίας, ειδικά σε ό,τι αφορά τον λόγο, έχει και μία θετική συνέπεια: αναγκάζει τον άνθρωπο να αναζητήσει κώδικες επικοινωνίας για να διοχετεύσει όλα εκείνα που δεν μπορεί να εκφράσει άμεσα. Κι αυτή η ανάπτυξη ευρηματικότητας στη συμβολική έκφραση γεννά καινούργια ποίηση, ανοίγει νέους δρόμους σε κάθε μορφή τέχνης και διανόησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι της μετεμφυλιακής περιόδου προήλθαν από τον χώρο της Αριστεράς.

Την περίοδο της Δικτατορίας, η Αριστερά βρέθηκε και πάλι στο περιθώριο (αν και – χωρίς να παραβλέπουμε τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια – η σκληρότητα που αντιμετώπισε από το στρατιωτικό καθεστώς δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που είχε βιώσει μετά τον Εμφύλιο από δημοκρατικά καθεστώτα). Έτσι, τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης χαρακτηρίστηκαν από την εμφάνιση ενός νέου κύματος διανόησης με εκφραστές παλιούς και νεότερους ιδεολόγους από τον χώρο της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δεν στόχευε τότε στην κατάκτηση της εξουσίας (αφού ήταν εξ ορισμού αντισυστημική) αλλά επιχειρούσε – με τα όποια λάθη της – να συμβάλει στο χτίσιμο μιας μετα-δικτατορικής πολιτείας με ανθρώπινο πρόσωπο.

Η απαξίωση της προοπτικής της εξουσίας απέφερε ένα σημαντικό ηθικό πλεονέκτημα στην Αριστερά της Μεταπολίτευσης: την κράτησε μακριά από το χυδαίο και, στη βάση του, αντιδημοκρατικό φαινόμενο του λαϊκισμού. Την ακραία και αποκρουστική όψη του οποίου βίωσε η χώρα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

Επειδή, όμως, όλα τα ωραία πράγματα έχουν κάποτε ένα τέλος, η οικονομική κρίση σήμανε – σε συμβολικό, τουλάχιστον, επίπεδο – και το τέλος της ρομαντικής περιόδου της Μεταπολίτευσης. Την κρίση (ή, έστω, την εμφανή αδυναμία διαχείρισής της από το «αστικό κατεστημένο») είδε τότε σαν ευκαιρία ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος, αυτάρεσκα αυτοαποκαλούμενο «Ανανεωτική Αριστερά» – όρος που χρησιμοποιείται σήμερα καταχρηστικά, αφού οι περισσότεροι εκπρόσωποι της πάλαι ποτέ αληθινά ανανεωτικής Αριστεράς έχουν πια φύγει από τη ζωή παίρνοντας μαζί τους, δυστυχώς, και το ήθος του χώρου… Η «ανανέωση», λοιπόν, δεν αφορούσε ιδεολογική αναβάθμιση και πολιτικό εκσυγχρονισμό αλλά, απλά, αναπροσανατολισμό των στόχων προς μία και μοναδική κατεύθυνση: την κατάληψη της εξουσίας. Και, όταν αυτό επετεύχθη, επόμενος μοναδικός στόχος ήταν η διατήρησή της.

Σε μία χώρα, όμως, όπου η νηφαλιότητα και ο ορθολογισμός δεν λογίζονται ως πολιτικές αρετές, το παιχνίδι της εξουσίας απαιτεί συχνά την επιστράτευση μεθόδων που κινούνται έξω από το πλαίσιο του δημοκρατικού ήθους. Έτσι, ένα νέο λαϊκιστικό ρεύμα ήρθε να ακυρώσει στην πράξη το περιθρύλητο «ηθικό πλεονέκτημα» της («ανανεωτικής», εν προκειμένω) Αριστεράς. Κύρια χαρακτηριστικά του, ο εχθροπαθής, μισαλλόδοξος, συνθηματολογικά ευτελής και αντιδημοκρατικός λόγος, καθώς και η διαρκής προσπάθεια φίμωσης μέσω απειλών, ύβρεων ή συκοφαντίας, κάθε ελεύθερης έκφρασης που δεν υπηρετεί τους σκοπούς της «αριστερής» εξουσίας. (Σημειώνω εμφατικά ότι τα όσα αναφέρω δεν αφορούν τον χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς, στις διάφορες ιστορικές εκδοχές και ιδεολογικές διαβαθμίσεις της.)

Ο παρακμιακός αυτός αριστερός λαϊκισμός που έκανε την εμφάνισή του μετά την κρίση, ανέδειξε μία νέα γενιά πολιτικών «μαντρόσκυλων» που εξέφραζαν το νέο ύφος και ήθος της εξουσίας. Και, όπως τα ζιζάνια πνίγουν τα σπαρτά, έτσι και η λαϊκιστική χυδαιότητα εξαφάνισε την αριστερή διανόηση. Όχι, δεν εξαφανίστηκαν οι διανοούμενοι. Θυσιάστηκαν, απλά, τα ιδεολογικά τους οράματα στον βωμό της «αριστερής» εξουσίας!

Θα αρκεστώ σε ένα παράδειγμα που, προσωπικά, με ενόχλησε ιδιαίτερα. Μετά τη φονική πυρκαγιά του καλοκαιριού του 2018 στην ανατολική Αττική, παρακολούθησα στα social media τις αναρτήσεις κάποιων φίλων που πάντα εκτιμούσα για τη μόρφωση, την καλλιέργεια και το εύρος της σκέψης τους. Και με σόκαρε το γεγονός ότι αυτοί οι μεγάλοι «αριστεροί ανθρωπιστές» δεν βρήκαν να ξοδέψουν ένα δάκρυ – έστω προσχηματικά – για την εκατόμβη των νεκρών. Το μόνο τους μέλημα ήταν «να μη χρεωθεί πολιτικά την τραγωδία ο Αλέξης»! Ακόμα και κακόγουστο κι απρεπές, για την περίσταση, «χιούμορ» επιστράτευσαν (ζητώντας, π.χ., ειρωνικά «να παραιτηθεί η κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τους νεκρούς από τις φωτιές στην Καλιφόρνια») για να αποκρούσουν κάθε απόπειρα απόδοσης ευθυνών στον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η κριτική σε αυτόν δεν είχε πολιτικά ελατήρια.

Το θλιβερό της υπόθεσης είναι ότι παρόμοια «χιουμοριστική» χυδαιότητα επέδειξε τότε και μέλος της κυβέρνησης, το οποίο διακρίνεται περισσότερο για τις αμετροεπείς αναρτήσεις του στα social media παρά για το κυβερνητικό του έργο. Και τη γενικότερη θλίψη προκαλεί το γεγονός ότι τις σχεδόν καθημερινές ευτέλειες του εν λόγω πολιτικού σπεύδουν πάντα να καλύψουν – συχνά μάλιστα υπερθεματίζοντας – αριστεροί διανοούμενοι σαν αυτούς στους οποίους προαναφέρθηκα. Μία κάλυψη που εκ των πραγμάτων απαιτεί έκπτωση από το επίπεδο της υψηλής διανόησης σε εκείνο του ακατέργαστου πρωτογονισμού!

Ο χυδαίος λαϊκισμός, λοιπόν, ως όργανο αναρρίχησης και διατήρησης στην εξουσία, εξαφάνισε τελικά το είδος του παραδοσιακού διανοούμενου που κάποτε εξέφραζε το ήθος της Αριστεράς. Και η διανόηση που άντεξε φυλακές και εξορίες, μοιάζει τώρα με μακρινό απόηχο μιας άλλης, ρομαντικής εποχής, που χάνεται σιγά-σιγά από τις μνήμες κάτω από τον στριγκό ήχο ρηχών, μισαλλόδοξων συνθημάτων που συνεγείρουν αφελείς (και, δυστυχώς, ιδιοτελείς) κοινωνικές μάζες.

Θα μπορούσαμε, άραγε, να καταλήξουμε στο μελαγχολικό συμπέρασμα ότι εξουσία και διανόηση είναι έννοιες ασύμβατες; Όχι απαραίτητα! Εξαρτάται από το εάν η εξουσία είναι μέσο υπηρέτησης της κοινωνίας ή απλά αυτοσκοπός. Για την σημερινή «ανανεωτική» Αριστερά, η διάζευξη γέρνει μάλλον προς την λάθος κατεύθυνση. Και τα ηθικά πλεονεκτήματα του «χθες» γίνονται πια κιτρινισμένα χαρτιά στα ντουλάπια της Ιστορίας τού «αύριο»…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

«Η ζωή εν τάφω»


Μια και το «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη ήρθε στην επικαιρότητα με την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά της κρατικής τηλεόρασης, βρίσκω την ευκαιρία να αφηγηθώ ένα παλιό περιστατικό που με εντυπωσίασε ως δάσκαλο.

Ο Ivaylo ήταν σπουδαστής από την Βουλγαρία. Άριστος στο μάθημά μου και εξαιρετικό παιδί. Κάποια φορά, έχοντας τελειώσει νωρίς την παράδοση της ημέρας στον ηλεκτρομαγνητισμό, έπιασα να συζητήσω με τους δευτεροετείς μου ένα αγαπημένο μου θέμα Ιστορίας: τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ανέφερα, λοιπόν, ως "Κεντρικές Δυνάμεις" την Γερμανία και την Αυστροουγγαρία. Ο Ivaylo με διόρθωσε: "Και Βουλγαρία, και Τουρκία!" Παραδέχθηκα την παράλειψη, και βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω και για το βαλκανικό μέτωπο. Πρόσθεσα πως η καλύτερη και παραστατικότερη περιγραφή των συνθηκών στα χαρακώματα δίνεται από τον Μυριβήλη, όμως το μυθιστόρημά του διαβάζεται πολύ δύσκολα λόγω της έντονα ιδιωματικής γλώσσας που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.

Στο διάλειμμα με πλησίασε ο Ivaylo και μου ζήτησε πληροφορίες για το βιβλίο. Του τις έδωσα, προειδοποιώντας τον όμως ότι η ανάγνωση ήταν δύσκολη ακόμα και για μένα! "Δεν πειράζει", μου απάντησε, "θα το προσπαθήσω!"

Στο επόμενο μάθημα με ενημέρωσε ότι, δυστυχώς, δεν είχε κατορθώσει να βρει το βιβλίο. Πήρα τότε την απόφαση να του χαρίσω την δική μου κόπια. Εξ άλλου, το είχα ξαναδιαβάσει πρόσφατα.

Περίμενα να μου πει σε λίγες μέρες ότι είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια της ανάγνωσης μετά τις πρώτες σελίδες (ομολογώ ότι αυτή ήταν η δική μου τάση όταν το είχα πρωτο-διαβάσει). Και όμως... το θηρίο τα κατάφερε! Αποδεικνύοντας - αυτός, ο αλλοδαπός σπουδαστής - ότι αρκεί να αγαπήσει κάποιος την ελληνική γλώσσα για να την κατακτήσει, ακόμα και στις πιο κακοτράχαλες και δύσβατες εκδοχές της!

Διηγούμαι κάπου-κάπου αυτή την ιστορία στους μαθητές μου όταν θέλω να τους δείξω ότι καμία μάθηση δεν είναι αδύνατη όταν πίσω της κρύβεται αληθινή θέληση. Και χαίρομαι, παράλληλα, για τις προόδους - επαγγελματικές και προσωπικές - του παλιού μου μαθητή, του Ivaylo, που απέδειξε στην πράξη ότι ακόμα και ο δύσκολος Μυριβήλης μπορεί να είναι κατανοητός!

Aixmi.gr  -  ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Όταν ο Κραουνάκης κατάργησε την πολιτική ορθότητα...


Υπάρχουν δύο άνθρωποι τους οποίους κυριολεκτικά ζηλεύω για την σχολαστικότητά τους στη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Ο ένας είναι η γυναίκα μου, η Θάλια (με «γιώτα»). Ο άλλος είναι ο φίλος και συνάδελφος Χρήστος Β. Και οι δύο με έχουν διορθώσει κατά καιρούς, και τους ευγνωμονώ γι’ αυτό. Ο Χρήστος, με ομολογουμένως κομψότερο τρόπο...

Κάποια φορά «τα άκουσα» από τη Θάλια για τη χρήση εκφράσεων όπως «στα πλαίσια» και «καταρχήν», αντί των αντίστοιχων «στο πλαίσιο» και «καταρχάς» (με την έννοια του αρχικού). Απευθύνθηκα τότε στον Χρήστο για μια δεύτερη γνώμη. Σε πρώτο χρόνο, δικαίωσε ευγενικά τη Θάλια. Δευτερολόγησε, εν τούτοις, με τρόπο που με παρηγόρησε:

«Όμως, φίλε μου, ας λάβουμε υπόψη και το γεγονός ότι το δόκιμον μίας λέξης ή ενός γραμματικού κανόνα καθορίζεται, εν τέλει, μέσα από την συνεπή χρήση τους σε βάθος χρόνου. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιείς δεν είναι καθαρά δικές σου επιλογές, ακούγονται πολύ γενικότερα. Έτσι – πού ξέρεις; – ίσως κάποια μέρα καθιερωθούν ως απόλυτα ορθές!»

Θυμήθηκα το χαριτωμένο αυτό περιστατικό πριν λίγες μέρες, ακούγοντας τον διακεκριμένο καλλιτέχνη και επιφανή εκπρόσωπο της προοδευτικής διανόησης, Σταμάτη Κραουνάκη, να χρησιμοποιεί την λέξη «λούγκρες» για να χλευάσει όλους εκείνους που ασκούν κριτική στη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου κυβερνητικού στελέχους (η οποία συμπεριφορά δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος σημειώματος, και θα αντισταθώ – με κάποια δυσκολία, ομολογώ – στον πειρασμό να την σχολιάσω...).

Το ζήτημα που με απασχολεί είναι αυτή καθαυτήν η χρήση μίας έκφρασης που παραβιάζει κατάφωρα την λεγόμενη «πολιτική ορθότητα», αφού χρησιμοποιείται (συχνά μάλιστα, με τρόπο χυδαίο) ως απαξιωτική αναφορά σε μία ερωτική ιδιαιτερότητα. Ως εκ τούτου, εντάσσεται στις εκφράσεις εκείνες που χαρακτηρίζονται από τους πολιτικά ορθούς ως «ομοφοβικές».

Θα περίμενε κάποιος να σηκωθούν και οι πέτρες στην Αθήνα για να καυτηριάσουν αυτή την απρέπεια. Ή, αν όχι οι πέτρες, θα περιμέναμε, τουλάχιστον, ορυμαγδό κριτικής και καταδίκης εκ μέρους της Ιεράς Εξέτασης του Διαδικτύου, που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της αν, π.χ., ξεφύγει από τον Μάρκο Σεφερλή κάποιο αθώο και καλοπροαίρετο «σεξιστικό» (sic) καλαμπούρι!

Όμως, το λεξικό της πολιτικής ορθότητας είναι, ως φαίνεται, δομημένο αλά καρτ. Δεν έχει τόση σημασία αν μία λέξη ή μία έκφραση υφίστανται κατάχρηση, όση το ποιος είναι εκείνος που τις καταχράται. Κάτι ανάλογο συνέβη με το τραγούδι «Greco Maskara»: Αν όντως το είχαν τραγουδήσει Ιταλοί, αυτό θα ήταν αιτία διπλωματικού επεισοδίου με την γειτονική χώρα. Ευτυχώς πρόλαβε και το είπε Έλληνας, καθιστώντας το, μάλιστα, ιδιαίτερα δημοφιλές στην εγχώρια δισκογραφία!

Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι, για χάρη ενός αμφιλεγόμενου (το λέω κομψά) πολιτικού ανδρός, ο κύριος Κραουνάκης άνοιξε μία τεράστια τρύπα στην πολιτική ορθότητα προσφέροντας de facto εξαγνισμό σε μία έκφραση με ομοφοβικό εννοιολογικό περιεχόμενο. Κλείνει, έτσι, το μάτι σε όσους (πολιτικά ορθούς ή μη) θα ήθελαν να την χρησιμοποιούν σε δημόσιο λόγο αλλά δεν το τόλμησαν ως τώρα, είτε για λόγους δεοντολογικής συμμόρφωσης με τους κανόνες, είτε από τον φόβο τής πάντα εν εγρηγόρσει ευρισκόμενης διαδικτυακής «αστυνομίας».

Και, όπως λέει κι ο φίλος μου ο Χρήστος, οι λέξεις καθίστανται δόκιμες μέσα από τη χρήση τους στην καθημερινή ομιλία. Ποιος ξέρει πόσες άλλες λέξεις θα είναι στη συνέχεια υποψήφιες να πάρουν πιστοποιητικό απαλλαγής από το απαγορευμένο λεξικό... Ίσως μια μέρα καταργηθεί στην πράξη κι αυτή η ίδια η πολιτική ορθότητα. Εξ άλλου, ως και ο Τιτανικός ακόμα από μία τρύπα που άνοιξε βυθίστηκε. Μόνο που το παγόβουνο δεν το έλεγαν Σταμάτη...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Αντικαπνιστικός νόμος ή υπουργικό κουρελόχαρτο;


Σε μία ευνομούμενη δημοκρατική χώρα, είναι αδιανόητο ένας εκπρόσωπος της εξουσίας να περιφρονεί τους νόμους της Πολιτείας. Πολλώ δε μάλλον, εκείνους τους νόμους για τη θέσπιση των οποίων είναι αυτός ο ίδιος ο κυρίως υπεύθυνος. Και μάλιστα, να προκαλεί την κοινωνία καθιστώντας την καταπάτηση των νόμων μέσο αυτοπροβολής και επίδειξης ανέξοδης «μαγκιάς»!

Θα μπορούσε κάποιος να επινοήσει άπειρα παραδείγματα μιας τέτοιας (υποθετικής) συμπεριφοράς, μερικά εκ των οποίων κάλλιστα θα αποτελούσαν αντικείμενο σάτιρας σε επιθεώρηση του συμπαθούς Μάρκου. Ιδού μερικές προς Μάρκον προτάσεις:

– Ένας υπουργός οικονομικών, συνοδευόμενος από φωτορεπόρτερς, ψωνίζει σε κατάστημα και διαπραγματεύεται μία καλύτερη τιμή «χωρίς απόδειξη»...

– Ένας υπουργός μεταφορών επιδεικνύει δημόσια τρόπους παραβίασης του κώδικα οδικής κυκλοφορίας...

– Ένας υπουργός δημόσιας τάξης παραδίδει μαθήματα κλοπής αυτοκινήτου και παραβίασης οικιακού συστήματος ασφαλείας...

– Ένας υπουργός πολιτισμού επιδεικνύει on camera ένα αρχαίο αγαλματίδιο που βούτηξε ως «σουβενίρ» από κάποιο μουσείο...

– Ένας υπουργός αθλητισμού πρωτοστατεί σε βίαια επεισόδια σε  γήπεδο ποδοσφαίρου...

– Και, last but not least, ένας υπουργός υγείας σε κάθε του δημόσια εμφάνιση παραβιάζει επιδεικτικά τον αντικαπνιστικό νόμο, φουμάροντας προκλητικά και εκπέμποντας στην κοινωνία το μήνυμα ότι «είναι μάγκας και έτσι γουστάρει»! Πράξη που, σε ηθικό και συμβολικό επίπεδο, αποκτά εγκληματικές διαστάσεις αν ο πολιτικός αυτός είναι παράλληλα και γιατρός!

Η τελευταία αυτή περίπτωση αποτελεί, δυστυχώς, ζωντανή πραγματικότητα στην επίφαση ευνομούμενης δημοκρατίας που είναι σήμερα αυτή η χώρα. Και, ακόμα χειρότερα, μαθαίνουμε σιγά-σιγά να αποδεχόμαστε την άρνηση της νομιμότητας ως δήθεν «φυσική» συνέπεια της ελευθερίας που εγγυάται το δημοκρατικό πολίτευμα. Το οποίο πολίτευμα συστηματικά και μεθοδικά υπονομεύουν κάποιοι που, για λόγους πολιτικού καιροσκοπισμού, χλευάζουν τις έννοιες του νόμου και της τάξης και σαρκάζουν εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν σε αυτές.

Έχει αναθέσει, λοιπόν, ο σοφός λαός σε λύκους να φυλάνε τα πρόβατα; Το σίγουρο είναι πως κάποιοι έχουν δώσει το δικαίωμα να το σκεφτόμαστε. Και μάλιστα, πολλάκις!

Aixmi.gr

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Λαϊκισμός και βουλησιαρχική ουτοπία


Σε παλιότερα σημειώματα έχουμε περιγράψει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λαϊκισμού ως πολιτικής νοοτροπίας και πρακτικής. Ας τα συνοψίσουμε:

1. Η δημαγωγική χειραγώγηση του λαού μέσω κολακευτικής προς αυτόν ρητορείας.

2. Η υπεραπλούστευση των ζητημάτων, η ρηχότητα των θέσεων και η συστηματική αποφυγή μιας σοβαρής και αντικειμενικής προσέγγισης των πραγμάτων.

3. Η στόχευση κυρίως στο θυμικό της κοινωνίας, και ελάχιστα έως καθόλου στη λογική.

4. Η καταφυγή σε εύκολη συνθηματολογία στη θέση πραγματικής πολιτικής επιχειρηματολογίας.

5. Η μανιχαϊστική απεικόνιση της πραγματικότητας ως σύγκρουσης ανάμεσα στον «καλό λαό» και σε κάποιες «κακές δυνάμεις» που επιβουλεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντά του, πράγμα που οδηγεί στην αναζήτηση (ή και επινόηση) «εχθρών» του λαού, και στην δαιμονοποίηση προσώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

6. Η έντεχνη διαχείριση και πολιτική αξιοποίηση του μαζικού φόβου και του μαζικού θυμού. (Το στοιχείο του θυμού είναι το πλέον δηλητηριώδες και επικίνδυνο μέσο που χρησιμοποιεί ο λαϊκισμός, ιδίως σε περιόδους εθνικών κρίσεων.)

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει ότι κάθε πολιτική στο πλαίσιο του κομματικού συστήματος είναι εξ ορισμού λαϊκιστική! Δίνω ένα παράδειγμα: Φανταστείτε μία χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, η οποία (χώρα) βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο. Όλα τα κόμματα γνωρίζουν ότι ο μονόδρομος για τη σωτηρία της χώρας περνά μέσα από ιδιαίτερα σκληρή οικονομική πολιτική που συνεπάγεται σημαντικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών, κατακόρυφη αύξηση της φορολογίας, ασφυκτικό έλεγχο στην οικονομική δραστηριότητα των πολιτών, κλπ.

Εν τούτοις, κανένα κόμμα – ιδίως αν έχει δυναμική εξουσίας – δεν θα διανοηθεί να υποσχεθεί «αίμα και δάκρυα» στην προεκλογική ατζέντα του. Οι πολίτες θα προτιμήσουν όσους τους προσφέρουν ελπίδα για ανώδυνες λύσεις που δεν θα επιφέρουν δυσάρεστες μεταβολές στις ζωές τους. Με άλλα λόγια, θα αναδείξουν στην εξουσία εκείνους που θα υποσχεθούν «λαγούς» μέσα από κάποιο μαγικό κομματικό καπέλο. Και το μέγεθος της εκλογικής επιτυχίας αυξάνει αν πεισθεί ο λαός ότι το αντίπαλο κόμμα εκπροσωπεί δυνάμεις που επιβουλεύονται την ευημερία του.

Έτσι, ο δημαγωγικός λαϊκισμός καθίσταται προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για μία πιθανή επικράτηση στον κομματικό ανταγωνισμό. Και το ψεύδος, από επονείδιστη συμπεριφορά ανάγεται στην πράξη σε «θεμιτό» μέσο άσκησης πολιτικής, αφού «στο κάτω-κάτω, όλοι ψέματα λένε»! Ακόμα χειρότερα: η τεχνητή και καλά στημένη αντιπαλότητα των κομμάτων οδηγεί κάποιες φορές σε εθνικό διχασμό με οδυνηρές συνέπειες για τη χώρα.

Γενικά μιλώντας, η πολιτική διαμορφώνεται και επηρεάζεται από δύο παράγοντες:

1. Την λαϊκή βούληση (ή, το λαϊκό θυμικό). Αυτό αφορά τους ψηφοφόρους και είναι εκείνο που, πλειοψηφικά, καθορίζει τις επιλογές τους. Είναι η (σχεδόν κατά κανόνα ουτοπική) πολιτική του επιθυμητού.

2. Την δυνατότητα των εκλεγμένων κυβερνώντων να ικανοποιήσουν την λαϊκή βούληση, ανεξάρτητα από τις όποιες προεκλογικές δεσμεύσεις τους. Είναι η (αναπόδραστη στην πράξη) πολιτική του εφικτού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το παρανοϊκό ελληνικό δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015. Το ερώτημα που με τρόπο πολιτικά ερασιτεχνικό ετέθη, θα μπορούσε σε ελεύθερη απόδοση να διατυπωθεί ως εξής:

«Να υποταχθεί η χώρα σε ξένους δανειστές αποδεχόμενη τους όρους που θέτουν σε αυτήν, ή να αντισταθεί σε εκείνους αρνούμενη να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις τους;»

Φυσικά, η κυβέρνηση της εποχής, η οποία για λόγους πολιτικού καιροσκοπισμού είχε προκηρύξει το δημοψήφισμα, δεν μπήκε καν στον κόπο να προειδοποιήσει τον λαό για τις συνέπειες που θα είχε η απάντησή του, ιδιαίτερα αν αυτή ήταν αρνητική. Και, επειδή σε κάθε εκλογική διαδικασία η βουλησιαρχία προεξάρχει του πραγματισμού, η απάντηση ήταν περίπου η αναμενόμενη: Το 62% όσων ψήφισαν είπε «ΟΧΙ» στη συμφωνία με τους δανειστές!

Η βούληση, όμως, σπανίως αποτυπώνει τους αντικειμενικούς συσχετισμούς των πραγμάτων. Γιατί, μία τελική άρνηση των όρων που έθεταν οι δανειστές θα οδηγούσε τη χώρα στην ασύντακτη χρεοκοπία και τον λαό στην πείνα και στα θλιβερά «κατοχικά» συσσίτια που οραματιζόταν τότε ο καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας! Έτσι, η κυβέρνηση πήρε τελικά την σωστή απόφαση να παραβεί τη θέληση του «σοφού» λαού και να αποτρέψει μία εθνική τραγωδία που η ίδια είχε ανοήτως μεθοδεύσει (τη υποδείξει ενός επικίνδυνου νάρκισσου που, όταν δεν έδινε συνεντεύξεις, «το έπαιζε» και υπουργός).

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας όταν ζητούν «να ακουστεί η θέληση του λαού» για κρίσιμα εθνικά ζητήματα των οποίων τις λεπτές υφές ο λαός δεν είναι σε θέση να γνωρίζει (και τις οποίες υφές οι πολιτικοί επιμελώς αποκρύπτουν αποβλέποντας σε πρόσκαιρα κομματικά οφέλη). Ο αληθινός πατριωτισμός μετριέται (και) με την αποδοχή του πολιτικού κόστους, αν αυτό είναι το τίμημα για την καλύτερη υπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. Και, δυστυχώς, το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον δεν συνάδει πάντοτε με το λαϊκό θυμικό. Εκτός, βέβαια, αν ο τόπος που δίδαξε στον κόσμο την Λογική αποφασίσει κάποτε να την ασπαστεί και ο ίδιος!

Aixmi.gr

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Ο Βαγγέλης Γιακουμάκης και η ευθύνη μιας κοινωνίας


Τον Οκτώβριο του 1965, ένα αποτρόπαιο έγκλημα συγκλόνισε τις ΗΠΑ. Θύμα η 16χρονη Sylvia Likens, που έχασε τη μάχη με τον θάνατο αφού υπέστη φρικιαστικά βασανιστήρια για τρεις ολόκληρους μήνες, κλεισμένη στο βρώμικο υπόγειο ενός σπιτιού στην Indiana (*). Στον φόνο συμμετείχε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, Gertrude Baniszewski (στην οποία οι γονείς της Sylvia είχαν εμπιστευτεί την προσωρινή φιλοξενία της κόρης τους και της μικρότερης αδελφής της έναντι 20 δολαρίων την εβδομάδα), τα έξι παιδιά τής Baniszewski, καθώς και μερικά γειτονόπουλα, φίλοι των παιδιών. Όπως κυνικά ομολόγησαν κάποια παιδιά στη δίκη, απλά «διασκέδαζαν» πάνω στο κορμί μιας απροστάτευτης έφηβης που σε τίποτα δεν τους είχε πειράξει. Η Sylvia Likens πλήρωσε με την ίδια της τη ζωή το μοναδικό της «κρίμα»: πως ήταν πολύ μόνη και πολύ αδύναμη για να αντισταθεί στα τέρατα!

Την θλιβερή αυτή ιστορία θυμήθηκα καθώς διάβαζα πρόσφατα την αποκάλυψη κάποιων ανατριχιαστικών λεπτομερειών για τον φόνο του Βαγγέλη Γιακουμάκη (**). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φυσικοί αυτουργοί ήταν τα μέλη μίας ομάδας συμφοιτητών και συντοπιτών του Βαγγέλη. Και αυτοί είναι που θα καθίσουν στο εδώλιο. Είναι όμως αρκετοί;

Κατά τη γνώμη μου, έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα κατά βάση ρατσιστικό έγκλημα. Μία ομάδα «μάτσο» νταήδων, εκπρόσωπων μιας κουλτούρας που ελαφρά τη καρδία ρίχνει στον Καιάδα κάθε έκφανση αδυναμίας, ευαισθησίας και μετριοπάθειας εκ μέρους του παραδοσιακού «αρσενικού», οδήγησε στην απόγνωση και, τελικά, στην αυτοκτονία(;) έναν νέο άνθρωπο που απλά δεν ταίριαζε στο «μπρουτάλ» στερεότυπό τους.

Κατηγορούμενη, εν τούτοις, δεν θα ‘πρεπε να είναι μόνο η συγκεκριμένη ομάδα των αυτουργών του εγκλήματος αλλά, ευρύτερα, ένα ακραία συντηρητικό και εσωστρεφές κοινωνικό υποσύνολο ενός περήφανου λαού με μεγάλη ιστορία και παράδοση. Το οποίο υποσύνολο, ακόμα και την δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα εξακολουθεί να κυριαρχείται από πρωτόγονες αντιλήψεις και να διακατέχεται από βάρβαρα ένστικτα.

Μερίδιο ευθύνης, όμως, αναλογεί και στην υπόλοιπη τοπική κοινωνία, η οποία (ίσως για λόγους διατήρησης της κοινωνικής συνοχής) αποφεύγει να απομονώσει ηθικά εκείνους που βάναυσα την δυσφημούν, και να αποκηρύξει εμφατικά και ξεκάθαρα την σκουριασμένη νοοτροπία τους. Και, ο λαός που έβγαλε έναν Καζαντζάκη δεν επιτρέπεται να μένει σιωπηλός μπροστά στον άδικο θάνατο!

Από σεβασμό στη μνήμη ενός νέου ανθρώπου που έφυγε τόσο φριχτά και τόσο παράλογα, δεν θα πλατειάσω στο παρόν σημείωμα. Άλλωστε, τα δικά μου φτωχά λόγια εδώ περιττεύουν...

(*) https://en.wikipedia.org/wiki/Murder_of_Sylvia_Likens

(**) https://www.aixmi.gr/index.php/i-alithia/

Η ταινία "An American Crime" (2007) αναφέρεται στον φόνο της Sylvia Likens. Σε μεγάλο βαθμό, βασίζεται στα πρακτικά της δίκης των δολοφόνων.





Aixmi.gr

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Ιστορία μιας προσφυγοπούλας (κι ενός πονηρού εμπόρου)


Δεν θυμάμαι αν την ιστορία την πρωτοάκουσα από τη γιαγιά μου, που είχε έρθει πρόσφυγας από την Πόλη. Το σίγουρο είναι ότι όλο και περισσότερο την ακούω και πάλι σήμερα, όμως σε μία σύγχρονη εκδοχή της. Εγώ, πάντως, θα την αφηγηθώ στην πρωτότυπή της μορφή. Και κάποιοι «μυημένοι» ομοϊδεάτες μου ίσως καταλάβουν τη συμβολική σημασία της...

Μια φορά στην Πόλη, λοιπόν, ένας σπαγγοραμμένος έμπορος υιοθέτησε ένα ορφανό και πάμφτωχο κορίτσι, το οποίο κάποτε ανήκε σε πλούσια και δοξασμένη οικογένεια που χρεοκόπησε και ξέπεσε.

Μοναδική προίκα του κοριτσιού (εκτός από το καλό της όνομα) ήταν ένα οικόπεδο σε κάποιο σημείο της Πόλης, εκεί που άλλοτε βρισκόταν το κατεδαφισμένο, πια, αρχοντικό της οικογένειας. Ο πονηρός έμπορος είχε βάλει στο μάτι το προνομιακό οικόπεδο για να χτίσει εκεί μια βίλα, την οποία θα εμφάνιζε ως μελλοντική προίκα του κοριτσιού όταν αυτό θα ερχόταν σε ηλικία γάμου.

Ώσπου κάποια στιγμή τής είπε με στενοχώρια ότι οι δουλειές δεν πήγαιναν και τόσο καλά, και θα έπρεπε να βοηθήσει κι εκείνη λιγάκι για να μαζευτούν τα χρήματα για το χτίσιμο. Την έπεισε, λοιπόν, να πιάσει δουλειά σαν υπηρέτρια σε πλούσια σπίτια σε άλλες, μακρινές πολιτείες. Κι εκείνη δεν αρνήθηκε...

Γύρισε κάποια στιγμή στην Πόλη, έχοντας μαζέψει κάμποσα χρήματα από τη δουλειά της. Και όλα τα πήρε ο έμπορος για να τα βάλει στην κατασκευή του σπιτιού. Σε εκείνη έδινε μόνο ένα ξεροκόμματο, ίσα να μην πεθάνει από την πείνα. Και έτσι αυτή άρχισε σιγά–σιγά να λιώνει και να ζαρώνει, ώσπου γίνηκε σωστός σκελετός που σε τίποτα δεν θύμιζε το όμορφο κορίτσι που ήταν κάποτε!

Όταν, επιτέλους, τέλειωσε το χτίσιμο της βίλας, εκείνη ήταν πια ελεεινά αδυνατισμένη, πρόωρα γερασμένη και ήδη απαξιωμένη από όλους τους υποψήφιους γαμπρούς της Πόλης. Όμως ο έμπορος καμάρωνε για το πελώριο, πολυτελές σπίτι που είχε φτιάξει. Οι κακές γλώσσες, μάλιστα, έλεγαν τότε ότι είχε κανονίσει ώστε η βίλα να είναι ουσιαστικά στο όνομά του για να την χρησιμοποιεί με τρόπο προσοδοφόρο για εκείνον. Όσο για την κόρη, τριγύριζε σαν φάντασμα μέσα στο καινούργιο σπίτι «της» που, για εκείνη, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από ένας τάφος πολυτελείας...

Βέβαια, για τους περισσότερους αυτό είναι μόνο ένα παραμύθι δίχως ιδιαίτερη σημασία. Ας το δεχθούμε, λοιπόν, ως τέτοιο για την ώρα. Και ας αφήσουμε την ίδια την Ιστορία να αναδείξει το διορατικό ή το ευφάνταστο των νοημάτων του. Εξ άλλου, κάποτε κι εμείς ακόμα που το αφηγούμαστε είχαμε αρνηθεί να το διανοηθούμε. Πόσο μάλλον να το πιστέψουμε...

* Ο Κώστας Παπαχρήστου επιμένει να αγαπά μία προγονική (του) Ιδέα. Κι ας ανήκει – κατά τη γνώμη μερικών ιδιοτελών κολάκων – στους «κομπλεξικούς» και τους «μίζερους» που έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν για τους «σωτήρες» της...

Aixmi.gr

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Ο ρατσισμός του δολοφόνου


Το κατά πόσον μία πράξη ή μία συμπεριφορά είναι ρατσιστική, είναι άμεσα εξαρτώμενο από το πώς ορίζει κάποιος αυτή τούτη την έννοια του ρατσισμού. Τον δικό μας ορισμό είχαμε καταθέσει σε παλιότερα κείμενα [1,2] και με βάση αυτόν θα αναπτύξουμε τις ιδέες μας στο παρόν.

Σε συμφωνία με τον γενικό ορισμό που έχουμε προτείνει, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ρατσιστική συμπεριφορά την αυθαίρετη τάση κάποιου να κατωτεροποιεί λόγω ή/και έργω κάποιον άλλον με βάση μία ιδιότητα την οποία ο δεύτερος φέρει ακούσια και η οποία δεν συνιστά ανασταλτικό υπαρξιακό παράγοντα (π.χ., απειλή) για τον πρώτο.

Κλασικό παράδειγμα ρατσιστικής πολιτικής ήταν οι διώξεις των Εβραίων από τους Ναζί, δεδομένου ότι η εβραϊκή ιδιότητα δεν αποτελεί επιλεγμένο (εκούσιο) χαρακτηριστικό, όπως επίσης και δεν συνιστά καθ’ οιονδήποτε τρόπο απειλή για μία κοινωνία. Από την άλλη, τα προληπτικά περιοριστικά μέτρα για άτομα που φέρουν επικίνδυνη επιδημική νόσο δεν συνιστούν ρατσιστική πολιτική αφού μία συγκεκριμένη ιδιότητα των ατόμων αυτών, αν και μη επιλεγμένη, αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ολόκληρη την κοινωνία.

Όπως οδυνηρά μας δίδαξε η Ιστορία, ο ρατσισμός ενίοτε οδηγεί σε μαζικά εγκλήματα. Το ναζιστικό Ολοκαύτωμα των 6 εκατομμυρίων είναι, ασφαλώς, κορυφαίο παράδειγμα. Το ίδιο και η προηγηθείσα εξόντωση ατόμων με σωματικές ή διανοητικές αναπηρίες. Και, πίσω από το καταρχήν ιδεολογικό υπόβαθρο των εγκλημάτων διακρίνει κανείς συχνά την κυνική όψη της ιδιοτελούς σκοπιμότητας, αφού σε πολλές περιπτώσεις οι Ναζί έσπευσαν να υφαρπάξουν τις περιουσίες και τις δουλειές εκείνων που στάλθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου. Ακόμα και τα μαλλιά και τα χρυσά δόντια των δολοφονημένων στο Άουσβιτς αξιοποιήθηκαν προς όφελος της γερμανικής οικονομίας!

Σήμερα, στο άκουσμα της λέξης «ρατσισμός» τείνουμε να παραπεμπόμαστε όλο και λιγότερο στα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και αυτή την ιστορική αμνησία έχει ήδη αρχίσει να πληρώνει η Ευρώπη με την ανησυχητική άνοδο του νεοναζισμού. Σε αυτό έχει συμβάλει τα μέγιστα η εννοιολογική σύγχυση που επικρατεί πάνω στον ρατσισμό, τον οποίο πολλοί (ακόμα και έγκριτοι κοινωνικοί αναλυτές) συγχέουν με την ξενοφοβία [3]. Η τελευταία, εν τούτοις, είναι μία εντελώς διακριτή έννοια που σχετίζεται κυρίως με τις αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών για τις παρενέργειες που έχει επιφέρει η ανεξέλεγκτη μετανάστευση. Αν και ενίοτε συνυπάρχει στην πράξη με τον ρατσισμό, η ξενοφοβία δεν θα πρέπει να θεωρείται ταυτόσημη με αυτόν!

Οι Ναζί, λοιπόν, κινούμενοι ιδεολογικά κάπου ανάμεσα στον Δαρβίνο και τον Νίτσε (όπως τουλάχιστον εκείνοι τον ερμήνευσαν) αποπειράθηκαν να εξοντώσουν όσους αυθαίρετα θεώρησαν ως «κατώτερους» και, σε πολλές περιπτώσεις, χρησιμοποίησαν αυτή την υποτιθέμενη «κατωτερότητα» των θυμάτων τους ως ηθικό άλλοθι για να εκμεταλλευτούν την εργασία τους και να ιδιοποιηθούν τα υπάρχοντά τους. Σύμφωνα με την διαστροφική λογική τους, ο δυνατότερος στην άσκηση βίας – ο παντοδύναμος «Άριος» – έχει δικαίωμα ζωής, θανάτου, εκμετάλλευσης και υπεξαίρεσης πάνω στον αδύνατο!

Σήμερα, σε μία «προοδευτική» κοινωνία που δηλώνει αντιρατσιστική και οραματίζεται μια χώρα χωρίς μέσα καταστολής και δίχως κελιά φυλακών – ίσως ακόμα και χωρίς νόμους (το σλόγκαν «νόμος και τάξη» ακούγεται σχεδόν πάντα με ειρωνική διάθεση) – τείνουμε να εμφανίσουμε ηθική και ψυχική απάθεια (θα έλεγα, ανοσία) απέναντι στο ολοένα κλιμακούμενο φαινόμενο της εγκληματικότητας. Και δεν αναφέρομαι καν σε μικροκλοπές ή, έστω, αναίμακτες μικρο-διαρρήξεις αλλά σε φρικιαστικά εγκλήματα απερίγραπτης αγριότητας απέναντι, κυρίως, σε ανήμπορους ανθρώπους, συνήθως ηλικιωμένους. Μία τέτοια περίπτωση είχαμε εξιστορήσει σε παλιότερο κείμενο [4], αποτελεί όμως σταγόνα στον ωκεανό της καθημερινής βίας.

Αν, εν τούτοις, αναλύσει κάποιος την ηθική βάση του δολοφονικού ρατσισμού, η οποία συνοψίζεται στο δόγμα «ο αδύναμος είναι άξιος να αφανιστεί προς όφελος του ισχυρού», θα διαπιστώσει ότι ελάχιστα διαφέρει η βία των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου ενάντια σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους, από εκείνη μιας συμμορίας σκληρών κακοποιών που εισβάλλουν στο σπίτι ενός ηλικιωμένου και, δίχως την παραμικρή ηθική αναστολή, τον βασανίζουν απάνθρωπα, έως και τον δολοφονούν με τρόπο κτηνώδη, για να του αποσπάσουν λίγα χρήματα που πιθανώς έχει φυλαγμένα.

Οδηγούμαστε, έτσι, στο παρακάτω οξύμωρο: Εκείνοι που – θεωρητικά τουλάχιστον – αντιμάχονται τη ρατσιστική βία του νεοναζισμού, ταυτόχρονα επιδεικνύουν ευαισθησία και κατανόηση για όλους αδιακρίτως τους εκτίοντες ποινές για εγκλήματα που έχουν διαπράξει, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, και ζητούν τη μέγιστη δυνατή επιείκεια της πολιτείας απέναντί τους. Τούτο, ασφαλώς, έχει τις αφετηρίες του στην καθολική και αδιάκριτη δαιμονοποίηση των κρατικών μηχανισμών προστασίας του πολίτη, σύμφωνα με το ιδεοληπτικό δόγμα ότι χειρότερη κι απ’ το χειρότερο έγκλημα είναι η επιβολή του νόμου από τα όργανα της τάξης!

Διάβασα πρόσφατα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης μία πολύ εύστοχη επισήμανση της φίλης νομικού Μ.Τ. εκ Θεσσαλονίκης, και την μεταφέρω επειδή αξίζει να μας προβληματίσει:

«Όσο υποτιμούμε τον φόβο των ανθρώπων και την ανάγκη τους για ασφάλεια, τόσο κερδίζουν αυτοί που όλοι φοβόμαστε!»

Όσο και αν μεμφόμαστε τον άνθρωπο της γειτονιάς που με την ψήφο του συνέβαλε στην κοινοβουλευτική «κανονικοποίηση» των νεοφασιστών, θα πρέπει να αναλογιστούμε κατά πόσον η δημοκρατική πολιτεία, αλλά και όλοι όσοι ομνύουμε στα δημοκρατικά ιδεώδη, έχουμε επιδείξει την δέουσα κατανόηση στην ανάγκη του ανθρώπου αυτού να ξαναβρεί το αίσθημα ασφάλειας που εδώ και χρόνια έχει απολέσει λόγω της ολοένα αυξανόμενης εγκληματικότητας. Οι «προοδευτικές» ρητορείες που κατανοούν έως και δικαιολογούν τον θύτη – ιδίως αν πρόκειται για φιλοξενούμενο στη χώρα – το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να προσφέρουν πεδίο δόξης λαμπρό σε κάθε είδους αντιδημοκρατικές και ρατσιστικές δυνάμεις που με κάθε ευκαιρία εμφανίζονται πρόθυμες να υποκαταστήσουν την επίσημη πολιτεία στο θέμα της ασφάλειας των πολιτών. Μια πολιτεία που καταγγέλλεται ως «απάνθρωπη» και «αντιδημοκρατική» όταν απλά επιχειρεί να εφαρμόσει τον νόμο απέναντι στο έγκλημα αλλά και την αναρχία (αν και αυτό το δεύτερο ζήτημα είναι ξέχωρο από την παρούσα συζήτηση).

Και, πηγαίνοντας πιο μακριά και πιο πίσω στον χρόνο, ας μην ξεχνούμε ποτέ το ιστορικό δίδαγμα ότι ο συνδυασμός οικονομικής καταστροφής και εθνικής ταπείνωσης με γενικευμένη βία κι ανομία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τις ανθρώπινες αξίες. Εκτός των άλλων, έφερε κάποτε στην εξουσία έναν δικτάτορα που εφάρμοσε τον ρατσισμό στην πιο αδιανόητη κι απάνθρωπη εκδοχή του...

Αναφορές:

[1] https://www.aixmi.gr/index.php/ratsismosmhpwsprepei/

[2] https://www.tovima.gr/2014/03/07/international/a-conceptual-approach-to-racism/

[3] https://www.tovima.gr/2013/05/08/opinions/i-ksenofobia-sto-mikroskopio-tis-koinis-logikis/

[4] https://www.aixmi.gr/index.php/dolofonounalogaotangeras/

Aixmi.gr