Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Τέσσερις ιστορίες και ένα παραμύθι


Έχουμε καιρό να τα πούμε και, καθώς δεν βρήκα ένα θέμα της προκοπής να αναπτύξω, σκέφτηκα να αφηγηθώ μερικές σύντομες και εντελώς φανταστικές ιστορίες. Έτσι, στην τύχη... Και μάλιστα, λόγω πνευματικής οκνηρίας του γράφοντος, κάποιες από αυτές είναι απλές παραλλαγές προγενέστερων. Ως ελάχιστη αποζημίωση στον αναγνώστη, προσφέρεται ως bonus και ένα παραμύθι...

Ιστορία πρώτη: Ας φανταστούμε ένα ιατρικό συμβούλιο σε κάποιο μεγάλο νοσοκομείο. Αντικείμενο: η απόφαση για την ενδεδειγμένη θεραπεία ενός βαρέως πάσχοντος, με την ελπίδα να σωθεί η ζωή του. Επικρατούν δύο αντίθετες απόψεις που εκφράζονται, αντίστοιχα, από δύο κορυφαίους γιατρούς. Στήνεται έτσι ένα άτυπο ντιμπέιτ μεταξύ των δύο επιστημόνων, στο οποίο ο καθένας τους αιτιολογεί την προσέγγισή του και αναλύει τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, η δική του μέθοδος θεραπείας θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Στο τέλος, το συμβούλιο καλείται να ψηφίσει επί των προτάσεων που ακούστηκαν ώστε να ληφθεί τελική απόφαση για τη θεραπεία του ασθενούς.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γίνεται σεβαστό απ’ όλους, και ιδιαίτερα από τον επιστήμονα του οποίου η άποψη μειοψήφησε. Οι δύο γιατροί φεύγουν μαζί από το νοσοκομείο σαν φίλοι, όχι σαν εχθροί. Στο κάτω-κάτω, είχαν έναν κοινό στόχο: να σώσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και η όποια επιστημονική διχογνωμία δεν ήταν ζήτημα προσωπικής αντιπαράθεσης αλλά προσπάθεια αναζήτησης της βέλτιστης λύσης σε ένα πραγματικό πρόβλημα. Οι γιατροί καταλήγουν σε ένα ταβερνάκι κοντά στο νοσοκομείο, για μία μπύρα. Δεν έχει σημασία ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό...

Ιστορία δεύτερη: Ας φανταστούμε τώρα ότι ο «ασθενής» είναι μία χρεοκοπημένη και σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη χώρα, ενώ οι δύο κορυφαίοι «γιατροί» είναι τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία. Τα κόμματα αυτά είναι πατριωτικά και δεν βάζουν τίποτα πάνω από τη σωτηρία της χώρας. Έτσι, αντιπαραθέτουν τις ιδέες τους προσέχοντας, όμως, να μη διχάσουν τον λαό με εμπρηστικές ρητορείες, αφού γνωρίζουν καλά ότι ένας εθνικός διχασμός θα ήταν καταστροφικός για τη χώρα. Στη συνείδηση της κοινωνίας, τα δύο κόμματα είναι απλά φορείς διαφορετικών ιδεών, δεν είναι αλληλομισούμενοι εχθροί. Εξ άλλου, ο σκοπός τους είναι κοινός: η υπέρβαση της κρίσης και η ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο» στον τόπο...

Ιστορία τρίτη: Επιστρέφουμε στο ιατρικό συμβούλιο της πρώτης μας ιστορίας. Τούτη τη φορά συντίθεται από δύο μεγαλο-καθηγητές Ιατρικής και τις κουστωδίες των βοηθών τους. Και πάλι ο κάθε καθηγητής προτείνει μία δική του μέθοδο θεραπείας για τον ασθενή. Μα τα κίνητρά τους τώρα δεν είναι απόλυτα ανιδιοτελή. Η κάθε θεραπεία απαιτεί αγωγή με πανάκριβα φάρμακα που διατίθενται, αντίστοιχα, από δύο αντίπαλες φαρμακοβιομηχανίες. Κάθε μία εκ των οποίων συνεργάζεται αφανώς με έναν από τους μεγαλογιατρούς, δίνοντάς του μεγάλες προμήθειες όταν καταφέρνει να επιβάλλει τα δικά της προϊόντα...

Όπως είναι αντιληπτό, αυτή η αμφίπλευρη διαπλοκή έχει δημιουργήσει μεγάλη εχθρότητα ανάμεσα στους δύο επιστήμονες. Έτσι, το ιατρικό συμβούλιο είναι μάλλον ένα πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων παρά ένα μέσον αναζήτησης σωτηρίας για έναν άνθρωπο. Ο οποίος σίγουρα θα είχε ωφεληθεί περισσότερο από μία καλοπροαίρετη και ανιδιοτελή συνεργασία μεταξύ των δύο κορυφαίων γιατρών!

Οι γιατροί φεύγουν χωριστά από το νοσοκομείο. Ο επικρατήσας στο ντιμπέιτ κερνά μια μπύρα τους βοηθούς του στο κοντινό ταβερνάκι. Ο ηττημένος προειδοποιεί τους δικούς του ότι πλησιάζει ο χρόνος για ανανέωση συμβάσεων...

Ιστορία τέταρτη: Πίσω στη χρεοκοπημένη χώρα της δεύτερης ιστορίας μας, υποθέτουμε τώρα ότι τα δύο κόμματα εξουσίας μόνο ως πατριωτικά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν! Συμπεριφέρονται σαν μικρομάγαζα στην ίδια φτωχογειτονιά, που το καθένα προσπαθεί με κάθε τρόπο να κλέψει πελάτες από το άλλο. Έτσι, η «πολιτική» τους δράση επικεντρώνεται στην αποδόμηση του αντιπάλου κόμματος, αντί στην αναδόμηση της χώρας. Για να πετύχουν τους στόχους τους, δεν διστάζουν να διχάσουν την κοινωνία οδηγώντας την ακόμα και στα πρόθυρα εμφύλιας διαμάχης. Φυσικά, για τα κόμματα αυτά η κατάκτηση ή η διατήρηση της εξουσίας δεν συνιστούν ιδεολογικά οράματα αλλά ιδιοτελείς βλέψεις προς όφελος «ημετέρων». Και σίγουρα όλα αυτά δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη σωτηρία της πατρίδας, αφού μια τέτοια ανάγκη επιβάλλει συσπειρώσεις και κοινές δράσεις αντί ακραίας πολιτικής πόλωσης που οδηγεί σε εθνικό διχασμό...

Τα παραμύθια γράφονται κυρίως για παιδιά. Αυτό που ακολουθεί απευθύνεται σε «παιδιά» που επιμένουν να αναζητούν αλήθειες καθ’ υπέρβαση των επιφαινομένων. Που αναρωτιούνται, λ.χ., πώς είναι δυνατό δύο φαινομενικά αλληλομισούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, που ανταλλάσσουν ακόμα και ύβρεις εντός Κοινοβουλίου, να εμφανίζονται αίφνης τόσο χαλαροί κι ευχάριστοι μεταξύ τους σε κοινωνικές συναθροίσεις, επιδιδόμενοι σε αμοιβαίους αστεϊσμούς με ένα ποτήρι ουίσκι ανά χείρας...

Ήταν κάποτε, λοιπόν, ένας βασιλιάς σε μια μικρή κι ασήμαντη χώρα που δεν θυμάμαι καν τ’ όνομά της. Ήταν σκληρός με τους υπηκόους του, με εξαίρεση τα μέλη μιας μικρής ομάδας προνομιούχων που τον στήριζαν δίνοντάς του τα μέσα για να ασκεί ανενόχλητα την εξουσία του. Όμως, η δυσαρέσκεια του λαού όλο και γιγαντωνόταν, και μια εξέγερση σιγόβραζε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που υπέφεραν από την πείνα και εξοργίζονταν με την ανισότητα και την αδικία…

Ο βασιλιάς τότε συγκάλεσε συμβούλιο με τους σοφούς της αυλής, να πάρει τη γνώμη τους γι’ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφωνόταν στη χώρα. Κάποια στιγμή, ο αρχαιότερος των σοφών πήρε τον λόγο:

«Άκουσε τι θα κάνεις, Βασιλιά, για να αποτρέψεις την εξέγερση: Είσαι τυχερός που έχεις δύο γιους. Θα αφήσεις, λοιπόν, να διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα πως άλλαξαν στάση απέναντί σου και θέλουν τώρα να σε ανατρέψουν και να καταργήσουν τη βασιλεία σου. Πράγμα που, τελικά, θα επιτρέψεις να γίνει – εικονικά, βέβαια, και κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου. Μετά από λίγο, οι δύο γιοι σου θα διαφωνήσουν, δήθεν, μεταξύ τους για το είδος της διακυβέρνησης. Ο ένας θα κάνει πως είναι συντηρητικός και σταθερά προσηλωμένος στις παραδοσιακές αξίες του τόπου, ενώ ο άλλος θα φαίνεται προοδευτικός και ανατρεπτικός, με νέες ιδέες που θα στοχεύουν στο καλό του λαού. Ε, από εκεί και πέρα ας αποφασίζει κάθε τόσο ο ίδιος ο λαός για το ποιος από τους δύο θα τον κυβερνά. Ούτως ή άλλως το πρόσταγμα θα το έχεις πάντα εσύ και οι προνομιούχοι σου!»

Με τον τρόπο αυτό, γεννήθηκε στη χώρα εκείνη η Δημοκρατία. Ή, τουλάχιστον, αυτό που φάνταζε στις συνειδήσεις των αφελών πολιτών ως «Δημοκρατία»! Γιατί ο λαός – διχασμένος τώρα σε δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα, κι έτσι ακόμα περισσότερο αποδυναμωμένος – συνέχισε να πεινά, οι προνομιούχοι εξακολούθησαν να πλουτίζουν, ενώ ο βασιλιάς δεν έπαψε ποτέ στ’ αλήθεια να κυβερνά...

Αφηγήσεων τέλος!

Aixmi.gr

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Είναι ερμηνεύσιμος ο Χίτλερ; (Μια «κβαντική» θεώρηση της Ιστορίας)


Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα έλαβαν χώρα δύο μεγάλες επαναστάσεις στη Φυσική, που άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον υλικό κόσμο που μας περιβάλλει. Επειδή, όμως, ο Άνθρωπος είναι είδος αυτοκαταστροφικό, στην ίδια αυτή χρονική περίοδο συνέβησαν και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που ανέδειξαν τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Αν κάποιος, τώρα, κοιτάξει με διάθεση φιλοσοφική τα ιστορικά γεγονότα, θα διαπιστώσει ότι Ιστορία και Φυσική διαπλέκονται με έναν τρόπο παράξενο, σχεδόν μεταφυσικό...

Ας ξεκινήσουμε με την επιστήμη. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Κβαντική Θεωρία και η Θεωρία της Σχετικότητας ήρθαν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτα ρήγματα στην ιερή, ως τότε, και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση Νευτώνεια Μηχανική. Σύμφωνα με τις νέες θεωρίες, η κλασική θεωρία του Νεύτωνα έπασχε σε περιοχές που δεν είναι εύκολα προσεγγίσιμες μέσα στα όρια της καθημερινής μας εμπειρίας. Συγκεκριμένα, η Νευτώνεια θεωρία αποτυγχάνει να ερμηνεύσει τα φαινόμενα που σχετίζονται με τον μικρόκοσμο των ατομικών σωματιδίων, όπως και εκείνα που αφορούν κινήσεις σωμάτων με πάρα πολύ υψηλές ταχύτητες. Ακόμα και η κλασική θεωρία της βαρύτητας, επίσης πνευματικό κληροδότημα του Νεύτωνα, βρέθηκε πως ήθελε σημαντική τροποποίηση. Ο Αϊνστάιν επέλεξε να την καταργήσει ολότελα, αντικαθιστώντας την με μία γεωμετρική θεωρία: την Γενική Σχετικότητα.

Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, μία ακόμα επανάσταση συντελέστηκε στη Φυσική και τα Μαθηματικά. Η Θεωρία του Χάους έδειξε ότι μερικά ασταθή φυσικά ή μαθηματικά συστήματα είναι άκρως μη προβλέψιμα στη χρονική τους εξέλιξη, αφού μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να επιφέρει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας (αυτό που ονομάζουμε «φαινόμενο της πεταλούδας»)! Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε – κατά τα άλλα – ντετερμινιστικά (αιτιοκρατικά) συστήματα συνιστά αυτό που στη φυσικομαθηματική επιστήμη καλείται «χάος».

Όμως, την μη προβλεψιμότητα δεν την εισήγαγε η θεωρία του χάους στις φυσικές επιστήμες. Κάθε έννοια ντετερμινισμού, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον μικρόκοσμο, είχε ήδη καταρρεύσει με την ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας, κεντρική θέση στην οποία κατέχει η «αρχή της αβεβαιότητας». Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο θεωρίες: Το χάος δεν αρνείται την καταρχήν, την εν δυνάμει προβλεψιμότητα. Διαπιστώνει όμως ότι, στα χαοτικά συστήματα, ένα απόλυτα ντετερμινιστικό αποτέλεσμα θα απαιτούσε πρακτικά άπειρη ακρίβεια στον καθορισμό των αρχικών συνθηκών, άρα άπειρη ακρίβεια στη διαδικασία των μετρήσεων, πράγμα ακατόρθωτο στην πράξη. (Και μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση στον τρόπο που η πεταλούδα τινάζει τα φτερά της θα μπορούσε, τελικά, να σώσει το Τέξας από έναν πιθανό ανεμοστρόβιλο!)

Στην κβαντική θεωρία, από την άλλη μεριά, η μη προβλεψιμότητα (η κατάρρευση του ντετερμινισμού) δεν σχετίζεται με την όποια αδυναμία του ανθρώπου να βελτιώσει την ακρίβεια των εργαστηριακών μετρήσεών του. Ακόμα και τα τελειότερα όργανα μέτρησης δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς που επιβάλλει η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία θέτει ένα απόλυτο όριο στην ακρίβεια με την οποία μπορούμε να γνωρίσουμε τη συμπεριφορά ενός συστήματος του μικρόκοσμου. Είναι νόμος της Φύσης ότι δεν επιτρέπεται να τη γνωρίσουμε στις παραμικρότερες λεπτομέρειές της! Το μόνο που μας επιτρέπεται είναι μία πιθανοκρατική ερμηνεία των φαινομένων, η οποία καταργεί την μονοσήμαντη κι απόλυτη σχέση αιτίου – αποτελέσματος.

Γοητευτική η περιδιάβαση στις σημαντικότερες φυσικές θεωρίες του εικοστού αιώνα, πώς όμως σχετίζονται αυτές με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου; Ο αναλογικός συσχετισμός που θα επιχειρήσουμε δεν εντάσσει, φυσικά, την Ιστορία στη φυσική επιστήμη! Θα μπορούσε, όμως, να οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης (και, γιατί όχι, μία βαθύτερη κατανόηση) των ιστορικών γεγονότων, δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας, που έλαβε χώρα στον δεύτερο από αυτούς...

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918). Ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή. (Ας θυμηθούμε την πρώτη αλλά πιο κρίσιμη μάχη του πολέμου, εκείνη στον Μάρνη.) Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο, και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων...

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο χαοτικό φαινόμενο της πεταλούδας που αναφέραμε πιο πάνω. Στον Μεγάλο Πόλεμο, η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε στο Σαράγεβο τον διάδοχο του αυστροουγγρικού θρόνου και την σύζυγό του, τον Ιούνιο του 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της, ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη, οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που ήταν αποτέλεσμα ατέλειωτων ωρών μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πίστευαν, θα οδηγούσαν την κάθε πλευρά στη «σίγουρη» νίκη.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μία σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας, αλλά και ένα εφιαλτικό ανάλογο της θεωρίας του χάους...

Χαοτικά φαινόμενα καθόρισαν την πορεία ζωής του Αδόλφου Χίτλερ και, κατ' επέκταση, τη μοίρα της ανθρωπότητας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα είχε γίνει ζωγράφος, αντί πολιτικός, αν τον είχαν δεχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης... Θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί νωρίς αν η σφαίρα είχε βρει αυτόν, αντί τον παραπλεύρως ευρισκόμενο Max Scheubner-Richter, στο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» στο Μόναχο το 1923...

Το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος, όμως, που έλαβε χώρα ενώ μαίνονταν οι μάχες στα πολεμικά μέτωπα, απαιτεί μία διαφορετική, θα λέγαμε μια «κβαντική», προσέγγιση. Για να προϊδεάσω τον αναγνώστη θα πω επιγραμματικά ότι, αν η κβαντική θεωρία είναι το τέλος του ντετερμινισμού στη Φυσική, ο Χίτλερ και ό,τι τον αντιπροσωπεύει είναι το τέλος του ντετερμινισμού στην Ιστορία!

Σε παλιότερο σημείωμα (*) είχαμε επιχειρήσει μία φιλοσοφική ερμηνεία του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων συνειδήσεων, η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η ενσάρκωση του απόλυτου, του ακραίου Κακού. Όπως είχαμε αναφέρει, στο βιβλίο “Explaining Hitler” (ελληνική έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ») ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ιστορικός Ron Rosenbaum αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το Ολοκαύτωμα. Ή, για να το θέσουμε ακριβέστερα, επιχειρεί μία κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα του βιβλίου είναι απογοητευτικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Θέτουμε, όμως, τώρα ένα νέο ερώτημα που, αν ιδωθεί ως ρητορικό, θα μας οδηγήσει σε ένα ακόμα πιο απογοητευτικό συμπέρασμα: Είναι πράγματι ο Χίτλερ – αν μη τι άλλο – εν δυνάμει εξηγήσιμος, όπως υποθέσαμε πιο πάνω; Και η εξήγηση δεν αφορά μόνο τα βαθύτερα κίνητρά του που οδήγησαν στη μεγαλύτερη μαζική δολοφονία των αιώνων, αλλά και στον δαιμονικό, σχεδόν μεταφυσικό τρόπο που ένας και μόνο άνθρωπος κατόρθωσε να «υπνωτίσει» ένα μεγάλο έθνος με τεράστια πολιτιστική παράδοση, συμπαρασύροντάς το πρώτα στην (παθητική ή ενεργητική) συνενοχή στο έγκλημα, και μετά στον όλεθρο.

Υπάρχουν, φυσικά, λογικοφανείς εξηγήσεις, όπως η ακραία οικονομική κρίση στη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά το χρηματιστηριακό κραχ στις ΗΠΑ το 1929), ο εμμονικός τιμωρητισμός των Γάλλων που πλήγωσε το γερμανικό φιλότιμο, η αναζήτηση «αποδιοπομπαίων τράγων» για την ήττα του 1918, η γερμανική απέχθεια για τον εβραϊκό καπιταλισμό, κλπ. Ας μου επιτραπεί να πω ότι, όσο και αν τα παραπάνω ακούγονται λογικά, δεν μπορούν να προσφέρουν πειστική εξήγηση για τον απρόκλητο φόνο έξι εκατομμυρίων άοπλων ανθρώπων, σε βάρος μάλιστα των παράλληλων πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήγαν οι Γερμανοί στη Ρωσία. Η αποτυχία των οποίων επιχειρήσεων σήμανε και την αρχή του τέλους για τον Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς του...

Όμως, γιατί τότε αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε πειστικά κι απόλυτα τον Χίτλερ; Μία προφανής απάντηση είναι αυτή που δίνει ο Rosenbaum: μας λείπει κρίσιμη πληροφορία, μας λείπουν δεδομένα που χάθηκαν τυχαία ή και σκόπιμα καταστράφηκαν. Μια τρομακτικότερη, εναλλακτική θεώρηση είναι ότι ο Χίτλερ αποτελεί ίσως μία πεπερασμένη μεταφυσική παρέκβαση της Ιστορίας, στη διάρκεια της οποίας καταπαύει ο μηχανισμός της ιστορικής αιτιότητας, έτσι ώστε οποιαδήποτε λογική σύνδεση του αποτελέσματος (Ολοκαύτωμα) με το αίτιο που το προκάλεσε να είναι καταρχήν αδύνατη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, ίσως δεν είναι ότι μας λείπουν τα στοιχεία πληροφορίας που απαιτούνται για να ερμηνεύσουμε τον Χίτλερ, αλλά ότι, τελικά, ο Χίτλερ είναι εξ ορισμού μη ερμηνεύσιμος. Όπως εξ ορισμού (και όχι λόγω εργαστηριακής αδυναμίας μας) είναι αδύνατο να γνωρίσουμε την κίνηση ενός ηλεκτρονίου μέσα σε ένα άτομο. Η Φύση κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του μικρόκοσμου. Το ίδιο, ίσως, και η Ιστορία σε ό,τι αφορά το βαθύτερο «γιατί» των εγκλημάτων του ναζισμού. Η αρχή της αβεβαιότητας ξεφεύγει, θα λέγαμε, από τα συγγράμματα της Κβαντομηχανικής και εισχωρεί στα βιβλία της Ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, στα κεφάλαια που αφορούν την πιο σκοτεινή περίοδο της ανθρωπότητας...

Εν κατακλείδι, ο Χίτλερ μοιάζει να καταργεί, προσωρινά, τον ιστορικό ντετερμινισμό, με όμοιο τρόπο όπως η κβαντική θεωρία καταργεί τον αντίστοιχο Νευτώνειο. Τονίζω τη λέξη «μοιάζει», αφού το παρόν κείμενο απλά διατυπώνει σκέψεις, δεν αναγγέλλει αδιάσειστες επιστημονικές θεωρήσεις. Πρέπει, όμως, κάπου να αποδώσουμε το γεγονός ότι, μετά από δεκαετίες επίμονης και επίπονης έρευνας, η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα κατορθώσει να ξεσκεπάσει απόλυτα το πέπλο που καλύπτει τα βαθύτερα αίτια του Ολοκαυτώματος.

Σύμφωνα με τον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003), ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης. Είναι ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, που το νόημά του δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία, αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό.

Με άλλα λόγια, ο Χίτλερ είναι μία έννοια που ανήκει στην περιοχή της μεταφυσικής. Αλλά, ακόμα κι αν επιχειρούσαμε να τον μελετήσουμε στο πλαίσιο μιας φυσικής πραγματικότητας, η αληθινή του φύση θα κρυβόταν πίσω από κάτι που θυμίζει την αρχή της αβεβαιότητας στην Κβαντομηχανική. Σε κάθε περίπτωση, θα παρέμενε ουσιαστικά άγνωστος...

https://www.aixmi.gr/index.php/giati-telika-o-hitler-einai/

Aixmi.gr

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Τα αναπάντητα ερωτήματα της Ιθάκης


Ο θείος μου ο Νικήτας (έφυγε πριν 5 χρόνια, πλήρης ημερών) καταγόταν από τη Λευκάδα. Ως την τελευταία του στιγμή δεν έπαψε να εκφράζει την απόλυτη βεβαιότητά του πως το νησί του ήταν στ’ αλήθεια η Ομηρική Ιθάκη, και όχι αυτό που σήμερα φέρει το σχετικό όνομα. Δεν το έλεγε τυχαία: βασιζόταν σε πολύχρονες μελέτες του Γερμανού αρχαιολόγου Βίλχελμ Δαίρπφελντ (Wilhelm Dörpfeld, 1853–1940), ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση της (αληθινής) Ιθάκης.

Ο θείος Νικήτας, λοιπόν, θα είχε σοβαρές ενστάσεις για την συμβολική επιλογή τής κατά κόσμον Ιθάκης ως τόπου εκφώνησης του οιονεί πρωθυπουργικού (διάβαζε: θλιβερά μικροκομματικού) «διαγγέλματος» για το «τέλος των μνημονίων». Ενός λαϊκιστικού και βαθιά διχαστικού λόγου, απευθυνόμενου όχι προς ολόκληρο τον Ελληνικό λαό αλλά προς ένα εναπομένον σκληρό κομματικό ακροατήριο.

Είμαι βέβαιος ότι ο θείος θα είχε ενστάσεις και για το ίδιο το περιεχόμενο της ομιλίας. Καθώς, όμως, αδυνατώ εκ των πραγμάτων να εκφραστώ εκ μέρους του, θα περιοριστώ στις δικές μου σκέψεις και τα δικά μου ερωτήματα. Προς διευκόλυνση της συζήτησης, επιλέγω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον πρωθυπουργικό λόγο και σχολιάζω το καθένα χωριστά...

--------------------------------

1. «Τα μνημόνια της λιτότητας, της ύφεσης, και της κοινωνικής ερήμωσης, επιτέλους τελείωσαν. Η χώρα μας ανακτά το δικαίωμά της να ορίζει αυτή τις τύχες και το μέλλον της. (...) Χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς. Χωρίς άλλους εκβιασμούς. Χωρίς άλλες θυσίες του λαού μας.»

– Προκύπτουν εδώ διάφορα ερωτήματα. Τα παραθέτω επιγραμματικά: (α) Ποια ακριβώς μέτρα λιτότητας έχουν ήδη αρθεί αυτομάτως, ή πρόκειται να αρθούν σύντομα, τώρα που τελείωσαν τα «μνημόνια της λιτότητας»; (β) Σε τι συνίσταται αυτή η «κοινωνική ερήμωση», και με ποιους τρόπους θα λάβει τέλος; Θα επιστρέψουν, π.χ., οι νέοι που έφυγαν ζητώντας καλύτερη τύχη σε άλλες πολιτείες; (γ) Έχουμε όντως επανακτήσει το απολύτως αυτεξούσιο ως χώρα; Γιατί, άλλα ακούω... (δ) Ώστε, η χώρα βρισκόταν ως τώρα υπό το κράτος εξωτερικών εκβιαστών; Και η κυβέρνηση της χώρας δέχθηκε να χρηματίζεται από αυτούς; Μήπως έχουμε εδώ να κάνουμε με εθνική μειοδοσία; (ε) Ποιες από τις μέχρι τώρα θυσίες του λαού μας αποτελούν οριστικά παρελθόν και δεν θα τις ξαναβρούμε μπροστά μας;

2. «Η βία και η καταστολή, έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας. Η δημοκρατία ευτελίστηκε. Τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες. Φασιστικές συμμορίες βγήκαν από τις κρυψώνες τους μετά από 60 χρόνια.»

– Έχουμε και λέμε: (α) Η βία που είχε γίνει «κομμάτι της καθημερινότητας» προερχόταν στο μεγαλύτερο μέρος της από τους παρατρεχάμενους του πεινασμένου για εξουσία κόμματος που σήμερα κυβερνά. Όχι από τα κρατικά μέσα καταστολής (βέβαια, τίποτα δεν είναι αγγελικά πλασμένο...). Σήμερα, τη βία μονοπωλούν κάτι «φιλαράκια» του κυβερνώντος κόμματος που de facto απολαμβάνουν το ακαταδίωκτο... (β) Η δημοκρατία όντως ευτελίστηκε από την παρουσία ναζιστικού κόμματος στο Κοινοβούλιο. Ευτελίζεται όμως εξίσου από αισχρούς, χυδαίους, ύπουλους συγκερασμούς που επιχειρούν να βάλουν στο «ίδιο τσουβάλι» με τους νεο-ναζί κάποιους ανθρώπους που το μόνο αμάρτημα που έχουν να επιδείξουν είναι η (ασύμβατη με τα συμπλέγματα της Αριστεράς) ιδιότητα του τραπεζίτη! Ένας εξ αυτών, μάλιστα, υπήρξε θύμα τρομοκρατικής δολοφονικής απόπειρας, την οποία είδαν μάλλον ως πράξη «δικαιοσύνης» οι διάφοροι κυβερνητικοί «παπαγάλοι» του Διαδικτύου...

3. «Μια χώρα σε διαρκή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Κι ένας λαός, όμως, που ποτέ δεν αποδέχτηκε τη μοίρα που του επιφύλασσαν οι ισχυροί. Και έγραψε νέες σελίδες αντίστασης. Αυτός ο λαός, πριν από τριάμισι χρόνια πήρε μια ιστορική απόφαση. Να πάρει το τιμόνι της χώρας από αυτούς που την οδήγησαν στα βράχια. Και να το δώσει σε νέους καπετάνιους.»

– Εν συντομία: (α) Αν κάποτε η χώρα βρέθηκε στ’ αλήθεια σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τούτο συνέβη το καλοκαίρι του 2015, εξαιτίας της τυχοδιωκτικής πολιτικής ενός ναρκισσευόμενου υπουργού που κορυφώθηκε στο παρανοϊκό δημοψήφισμα και τις κλειστές τράπεζες. Κι ένας λαός, σε κατάσταση απόλυτης απόγνωσης μπροστά στο φάσμα κατοχικών συσσιτίων και ολικής εξαθλίωσης, έβλεπε πράγματι τη χώρα να οδηγείται στα βράχια. Με αίσθημα τρόμου όμοιο με εκείνο ενός επιβάτη λεωφορείου που κάποιοι τρομοκράτες ετοιμάζονται να ρίξουν στο γκρεμό... (β) Αν οι περίφημες «νέες σελίδες αντίστασης» του λαού αναφέρονται (και) στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, είναι μάλλον περιττό να θυμίσουμε ποιοι και πώς το σεβάστηκαν. Ή, για να είμαι πιο δίκαιος, ποιοι ορθώς και ευτυχώς ΔΕΝ το σεβάστηκαν!

4. «Δεν θα αφήσουμε τη λήθη να μας παρασύρει. (...) Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα πρόσωπα που οδήγησαν τη χώρα στα μνημόνια.»

– Ο ορισμός της πολιτικής μνησικακίας και του κομματικού ρεβανσισμού! Λόγος διχαστικός, άξιος επαρχιώτη μικρο-κομματάρχη και όχι ηγέτη που αναγγέλλει εθνική επανεκκίνηση. Γιατί, αυτό το τελευταίο απαιτεί ιδεολογικές υπερβάσεις, συναινέσεις, συνθέσεις και πολιτική μεγαλοσύνη που ο πρωθυπουργός της χώρας προφανώς δεν διαθέτει. Και ας μην ξεχνούμε ότι τη χώρα δεν οδήγησαν στα μνημόνια αποκλειστικά και μόνο «οι άλλοι». Ούτε εκείνοι είναι που ευθύνονται για το σκληρότερο και πλέον αχρείαστο όλων! Τέλος (μια και θίγουμε ζητήματα μνήμης), στη χρεοκοπία της χώρας – που κατέστησε τα μνημόνια αναγκαία – συνέβαλαν τα μέγιστα οι συνεχείς «κοινωνικοί αγώνες» (διάβαζε: εκβιαστικές διεκδικήσεις) των συντεχνιών του δημοσίου. Και γνωρίζουμε καλά ποιες πολιτικές δυνάμεις τις υποστήριζαν σθεναρά...

5. «Οι σύγχρονοι μνηστήρες είναι εδώ και στέκονται ακόμα απέναντι. (...) Όσοι έφτιαξαν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους την Ελλάδα της διαφθοράς, της διαπλοκής και της εξουσίας των λίγων.»

– Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω και «αυτογκόλ» του επικοινωνιακού επιτελείου του πρωθυπουργού! Η Ελλάδα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, δεν είναι κάτι απρόσωπο. Η Ελλάδα είναι ο λαός της. Και, στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος, αυτός με την ψήφο του είναι που νομιμοποιεί την (υποτιθέμενη) «εξουσία των λίγων». Όταν, λοιπόν, μιλούμε για την «Ελλάδα της διαφθοράς και της διαπλοκής», κατ’ ουσίαν προσβάλλουμε τον ίδιο το λαό. Ξεχνούμε, εν τούτοις, ότι ο λαός αυτός ανέδειξε στην εξουσία και τους σημερινούς κυβερνώντες. Είτε, λοιπόν, και η εξουσία αυτή είναι προϊόν διαφθοράς και διαπλοκής, είτε ο λαός δια μαγείας εξαγνίστηκε και έκανε, επιτέλους, την μόνη «καθαγιασμένη» επιλογή! Βέβαια, υπάρχει και μια τρίτη, πιο πρακτική υπόθεση: Ο λαός πείστηκε για την αποκατάσταση μισθών και συντάξεων, την εξαφάνιση του μισητού ΕΝΦΙΑ, και, γενικά, την επιστροφή στον παλιό, καλό κι ανέμελο τρόπο ζωής που κάποιοι του υποσχέθηκαν...

--------------------------------

Αυτά εν ολίγοις. Είμαι βέβαιος ότι κι ο θείος Νικήτας θα συμφωνεί μαζί μου από εκεί που βρίσκεται. Αν και τον ακούω να λέει, στο τέλος της ανάγνωσης, το κλασικό:

«Τώρα, τι τα θέλεις βρε Κώστα και τα γράφεις όλα αυτά;»

Το ίδιο, νομίζω, λένε και οι αναγνώστες!


Ο θείος Νικήτας...

Aixmi.gr

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ζωή εν τάφω: Μικρό χρονικό ενός «Μεγάλου Πολέμου»

1. Εισαγωγή

Σε ραδιοφωνική του εκπομπή, ο αείμνηστος (και αμίμητος) Γιάννης Καλαμίτσης είχε θέσει κάποτε στους ακροατές το ακόλουθο κουίζ: Σε ποια μεγάλη μάχη της Ιστορίας οι φαντάροι πήγαν στο μέτωπο με... ταξί! Οι γνωρίζοντες τα πολεμικά γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (του «Μεγάλου Πολέμου», όπως τον είχαν ονομάσει στην εποχή του) σίγουρα θα χαμογέλασαν με την ευρηματική διατύπωση της ερώτησης. Δεν ήταν απλά μία μάχη: ήταν η πρώτη σημαντική μάχη του πολέμου. Που, αν είχε άλλη έκβαση, ο πόλεμος αυτός θα είχε αντίθετο αποτέλεσμα και, γενικότερα, η Ιστορία του εικοστού αιώνα ίσως είχε γραφεί διαφορετικά...

Σε προηγούμενο άρθρο επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και να επιμερίσουμε, κατά το δυνατόν, τις ευθύνες για το ξέσπασμά του, που υπήρξε αποτέλεσμα ενός διπλωματικού και στρατιωτικού ντόμινο μοναδικού στα πολεμικά χρονικά. Όπως είδαμε, ένα περίπλοκο σύστημα συμμαχιών χώριζε τις εμπόλεμες δυνάμεις σε δύο μεγάλα στρατόπεδα. Από τη μία πλευρά, η Αγγλία, η Γαλλία και οι σύμμαχοί τους, που όλοι μαζί αναφέρονται, συνήθως, ως «οι Σύμμαχοι». Από την άλλη, η Γερμανο-Αυστριακή συμμαχική ομάδα (οι λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»).

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε μερικά από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα (μία πλήρης εξιστόρηση είναι, φυσικά, αδύνατη σε κείμενο τέτοιου μεγέθους). Όμως, την πιο ρεαλιστική περιγραφή της ζωής στα χαρακώματα την προσφέρει η λογοτεχνία. Όπως το κλασικό «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» του Erich Maria Remarque (μαζί με την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία) αλλά και το πολύ δικό μας, το σαγηνευτικά εφιαλτικό «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη...


2. Ένας άλλος πόλεμος

Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο σημείωμα, το καλοκαίρι του 1914 οι λαοί υποδέχθηκαν τον πόλεμο με φανερό ενθουσιασμό και με τη βεβαιότητα μιας νίκης που θα επιτυγχανόταν «μέσα σε λίγες εβδομάδες» – ή, το πολύ, «ως τα Χριστούγεννα». Σημαίες ανέμιζαν και στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν χαρούμενους πατριωτικούς σκοπούς καθώς οι στρατιώτες ξεκινούσαν για το μέτωπο...

Στην αρχική του φάση, ο πόλεμος ακολούθησε τα συμβατικά πρότυπα που χαρακτηρίζονταν από κινητικότητα των στρατευμάτων. Σύντομα, όμως, οι στρατοί γνώρισαν τη δολοφονική δύναμη των νέων όπλων που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν μαζικούς θανάτους. Έτσι, μετά τις αρχικές μάχες, οι αντίπαλες γραμμές σίγησαν και οι στρατιώτες άρχισαν να σκάβουν βαθιά χαρακώματα, μέσα στα οποία θα έμεναν θαμμένοι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, παρέα με τη λάσπη, τις ψείρες και τους αρουραίους που έπαιρναν υπερμεγέθεις διαστάσεις τρεφόμενοι από τα πτώματα.

Ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές χαρακωμάτων, η ουδέτερη ζώνη, η «γη του κανενός» (no man’s land) ήταν ο τόπος μαζικής σφαγής των επιτιθέμενων όταν αυτοί, υπό τους ήχους των εχθρικών πολυβόλων και του αντίπαλου πυροβολικού, επιχειρούσαν να ξεπροβάλουν από τα λαγούμια τους και να κινηθούν προς το απέναντι χαράκωμα.

Οι καιροί του ένδοξου ιππικού είχαν πλέον περάσει οριστικά στην Ιστορία, ενώ το αεροπλάνο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του ως πολεμικό εργαλείο, κυρίως για την κατασκόπευση των θέσεων και των κινήσεων του αντιπάλου. Ως το τέλος του πολέμου, τα δηλητηριώδη αέρια και τα tanks είχαν μπει κι αυτά στο πολεμικό παιχνίδι, αν και η σπουδαιότητά τους στον προκείμενο πόλεμο έχει μάλλον υπερεκτιμηθεί.

Σε ό,τι αφορά την θάλασσα, ο πόλεμος δεν έχει να επιδείξει σημαντικές ναυμαχίες, με εξαίρεση αυτή στην Jutland (Γιουτλάνδη) το 1916, όπου ο αγγλικός και ο γερμανικός στόλος συναντήθηκαν σε μια μάχη χωρίς ουσιαστικό νικητή. Από εκεί και μετά, το πρωταρχικό όπλο στον αγώνα για τον έλεγχο των θαλασσών ήταν το υποβρύχιο, κυρίως από τη μεριά των Γερμανών που προσπαθούσαν με κάθε μέσο να σπάσουν τον ασφυκτικό ναυτικό αποκλεισμό που τους είχαν επιβάλει οι Βρετανοί.


3. Το αδιέξοδο του Δυτικού Μετώπου

Όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γαλλία μέσω του Βελγίου, η παραβίαση της ουδετερότητας του οποίου λειτούργησε ως διπλωματικό πρόσχημα για την είσοδο της Βρετανίας στον πόλεμο. Σύμφωνα με το Σχέδιο Schlieffen, οι Γερμανοί θα υπέτασσαν τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες και στη συνέχεια θα στρέφονταν προς τα ανατολικά για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία.

Το γερμανικό σχέδιο, όμως, αποδείχθηκε καλύτερο στη θεωρία απ’ ό,τι στην πράξη. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τη γερμανική προέλαση στη Μάχη του Μάρνη (9-12 Σεπτεμβρίου 1914), επιστρατεύοντας ακόμα και τα Παρισινά ταξί για να μεταφέρουν στρατιώτες στο μέτωπο (η απάντηση στο κουίζ του Καλαμίτση!).

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες άρχισε να διαφαίνεται το στρατιωτικό αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο. Αντί για προέλαση και γρήγορη νίκη, οι στρατοί οχυρώθηκαν σε μία διπλή γραμμή χαρακωμάτων που εκτείνονταν από τη Μάγχη ως τα ελβετικά σύνορα. Ήταν πια φανερό ότι ο πόλεμος δεν επρόκειτο να διαρκέσει «το πολύ ως τα Χριστούγεννα»...

Οι στρατηγοί και από τις δύο πλευρές πάσχιζαν να συγκεντρώσουν ικανό αριθμό ανδρών και πυρομαχικών ώστε να μπορέσουν να σπάσουν το αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα επιδίδονταν σε πόλεμο φθοράς, με κάθε μέσο, των δυνάμεων του αντιπάλου. Οι περιοδικές απόπειρες οργανωμένης επίθεσης, εν τούτοις, απλά επιβεβαίωναν το πόσο ανώφελο ήταν να στέλνει κανείς αθωράκιστους στρατιώτες να αντιμετωπίσουν καλά οχυρωμένους αντιπάλους και την καταστροφική δύναμη πυρός των πολυβόλων και του βαρέως πυροβολικού. Οι μόνοι που αρνούνταν να δουν αυτή την πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι οι στρατηγοί, με προεξάρχοντες τον υπερφίαλο Βρετανό Sir Douglas Haig και τον εξίσου ματαιόδοξο Γάλλο αρχιστράτηγο Nivelle.

Θυμίζουμε, ενδεικτικά, τις απώλειες σε μερικές σημαντικές μάχες, τις οποίες αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο. Στη Μάχη του Somme (1η Ιουλίου έως 18 Νοεμβρίου 1916) οι Γερμανοί και οι Βρετανοί έχασαν από 400,000 η κάθε πλευρά, ενώ οι Γάλλοι έχασαν 200,000. Η «ανταμοιβή» για τις αγγλο-γαλλικές απώλειες των 600,000 ήταν μία μέγιστη προέλαση 7 μιλίων, περίπου. Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, η ανεπιτυχής γερμανική πολιορκία του Verdun κόστισε τη ζωή σε 336,000 Γερμανούς και 350,000 Γάλλους στρατιώτες. Στην διαβόητη μάχη στο Passchendaele, το 1917 (άλλη μια λαμπρή ιδέα του Douglas Haig!) πάνω από 370,000 Βρετανοί στρατιώτες χάθηκαν με «κέρδος» λίγων μόλις τετραγωνικών χιλιομέτρων δίχως στρατηγική αξία.

Γενικά μιλώντας, οι γραμμές των αντιπάλων στο Δυτικό Μέτωπο δεν μεταβλήθηκαν ουσιαστικά στη διάρκεια του πολέμου.


4. Γερμανική διπλωματία στα Βαλκάνια

Η αποτυχία τους στο Verdun έκανε τους Γερμανούς να συνειδητοποιήσουν πόσο ανώφελη θα ήταν η συνέχιση μιας επιθετικής τακτικής στα δυτικά. Οι στρατιωτικοί κύκλοι πίστευαν πλέον ότι ο δρόμος για τη νίκη περνούσε μέσα από την ήττα της Ρωσίας.

Τον Αύγουστο του 1916, ο στρατηγός Paul von Hindenburg – που, ως διοικητής του Ανατολικού Μετώπου, είχε πιστωθεί την νικηφόρα έκβαση της Μάχης του Tannenberg κατά των Ρώσων (Ανατολική Πρωσία, Αύγουστος 1914) – έγινε αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου, έχοντας δίπλα του ως αχώριστο βοηθό και σύμβουλό του τον Erich Ludendorff.

Οι γερμανικές επιτυχίες κατά των Ρώσων στο δεύτερο μισό του πολέμου οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στη δυσκολία των τελευταίων να προμηθευθούν πυρομαχικά και αναγκαίο εξοπλισμό από τους Συμμάχους. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξαν οι επιτυχημένες διπλωματικές κινήσεις των Γερμανών στα Βαλκάνια.

Τον Νοέμβριο του 1914, η Τουρκία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η θέση της Τουρκίας ήταν στρατηγικής σημασίας: Αν είχε προσχωρήσει στους Συμμάχους, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τις Κεντρικές Δυνάμεις με ένα γιγαντιαίο «δαχτυλίδι» που θα τις καθιστούσε ευάλωτες σε επιθέσεις από δυτικά, ανατολικά και νότια. Από την άλλη, σαν σύμμαχος των Γερμανών και των Αυστριακών, η Τουρκία θα μπορούσε τώρα να εμποδίσει την από θαλάσσης τροφοδοσία των Ρώσων δια μέσου της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Στις αρχές του 1915, οι Βρετανοί επιχείρησαν να ανοίξουν διάδρομο προς τη Ρωσία μέσω των Δαρδανελίων, στέλνοντας στρατό στη Χερσόνησο της Καλλίπολης. Η εκστρατεία απέτυχε τραγικά, κοστίζοντας στον εμπνευστή της, Winston Churchill, τη θέση του στην κυβέρνηση.

Την ίδια στιγμή, υποσχόμενοι την εκχώρηση μεγάλων τμημάτων της Μακεδονίας που βρίσκονταν σε σερβικά χέρια, οι Γερμανοί κατόρθωσαν, μετά την Τουρκία, να πάρουν με το μέρος τους και τη Βουλγαρία (Οκτώβριος 1915). Σε λίγες εβδομάδες, η Βουλγαρία επιτέθηκε στη Σερβία.

Ως αντίβαρο στις επιτυχημένες γερμανικές κινήσεις στα Βαλκάνια, οι Σύμμαχοι κατόρθωσαν να βάλουν στον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων τη Ρουμανία (Αύγουστος 1916) και την Ελλάδα (Ιούνιος 1917). Η ελληνική συμμετοχή – που έλαβε χώρα εν μέσω εθνικού διχασμού – απεδείχθη ιδιαίτερα σημαντική, αφού κατέστησε δυνατή την επίθεση των Συμμαχικών δυνάμεων κατά της Βουλγαρίας στην τελική φάση του πολέμου.


5. Η «αμφίθυμη» στάση της Ιταλίας

Αν και δεμένη μέσω της «Τριπλής Συμμαχίας» με τη Γερμανία και την Αυστρία, η Ιταλία έμεινε ουδέτερη στην αρχή του πολέμου. Οι όροι της συμμαχίας αφορούσαν την περίπτωση όπου κάποιο από τα μέλη δεχόταν επίθεση. Ήταν οι Γερμανοί, όμως, που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία και τη Ρωσία, ενώ οι Αυστριακοί δεν είχαν καν μπει στον κόπο να ενημερώσουν τους Ιταλούς σχετικά με το τελεσίγραφο στη Σερβία.

Στη συνέχεια, οι Ιταλοί «πολιορκήθηκαν» διπλωματικά και από τις δύο πλευρές, όμως οι υποσχέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Σε μια μυστική συνάντηση στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1915, οι Σύμμαχοι κατάφεραν τελικά να πείσουν την ιταλική κυβέρνηση να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό τους. Τα ανταλλάγματα σε περίπτωση νίκης περιλάμβαναν τις αυστριακές επαρχίες που κατοικούνταν από Ιταλούς, τη Βόρεια Αλβανία, καθώς και μέρος της Μικράς Ασίας.

Η Ιταλία υπέστη οδυνηρή ήττα από τις αυστριακές και γερμανικές δυνάμεις στη Μάχη του Caporetto, τον Οκτώβριο του 1917. Οι Κεντρικές Δυνάμεις, όμως, δεν κατάφεραν να τη βγάλουν από τον πόλεμο, αφού οι Βρετανοί και οι Γάλλοι έστειλαν αρκετές ενισχύσεις ώστε να ανασυγκροτηθεί το ιταλικό μέτωπο.


6. Αποχωρούν οι Ρώσοι – έρχονται οι Αμερικάνοι

Η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία (7 Νοεμβρίου 1917), ενδεχομένως αποτέλεσμα και γερμανικών υπόγειων μεθοδεύσεων, σήμανε ολική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Σύντομα, ο V. I. Lenin εξήγγειλε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε πρόταση άμεσου τερματισμού του πολέμου. Καθώς, όπως ήταν φυσικό, δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Συμμάχους, ξεκίνησε χωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 3 Δεκεμβρίου του 1917, που κορυφώθηκαν στις 3 Μαρτίου του 1918 με την περίφημη Συνθήκη του Brest-Litovsk.

Με τη συνθήκη αυτή, η Ρωσία, όχι μόνο βγήκε από τον πόλεμο αλλά και απώλεσε, προς όφελος των Γερμανών, όλες τις μη-Ρωσικές περιοχές που κατείχε στην Ευρώπη, πράγμα που είχε τεράστιες οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για τη χώρα. Επί πλέον, η συνθηκολόγηση της Ρωσίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποδεσμεύσει δυνάμεις από το ανατολικό μέτωπο ώστε να ενισχύσουν το δυτικό, στο πλαίσιο της μεγάλης γερμανικής επίθεσης που σχεδιαζόταν να ξεκινήσει την άνοιξη του 1918.

Στο μεταξύ, στις 7 Απριλίου του 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες έλαβαν τη μοιραία, για τη Γερμανία, απόφαση να της κηρύξουν τον πόλεμο (η σημασία του οποίου γεγονότος μάλλον δεν εκτιμήθηκε σωστά, στην αρχή, από τη γερμανική ηγεσία). Οι λόγοι της αμερικανικής εισόδου στον πόλεμο έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων ανάμεσα στους ιστορικούς. Πέρα από τα όποια ιδεολογικά κίνητρα και τη σχετική ρητορεία («να γίνει ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία», «να εξασφαλιστεί στους λαούς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης», κλπ.), σίγουρα υπήρχαν και πρακτικοί λόγοι που υπαγορεύονταν από καθαρή ιδιοτέλεια, όπως, π.χ., ο κίνδυνος για το αμερικανικό εμπόριο λόγω του ανεξέλεγκτου γερμανικού υποβρυχιακού πολέμου, ή, οι γερμανικές ίντριγκες στο Μεξικό, στο οποίο οι Γερμανοί υπόσχονταν στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου του με τις ΗΠΑ.

Όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των Αμερικανών, η είσοδός τους στον πόλεμο άλλαξε αποφασιστικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη...


7. Τελευταία γερμανική ζαριά...

Η μεγάλη γερμανική αντεπίθεση στο Δυτικό Μέτωπο ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου του 1918. Η αρχική προέλαση των Γερμανών ήταν σημαντική, κατάφεραν όμως να την ανακόψουν οι Σύμμαχοι με έγκαιρη τακτική υποχώρηση και με την υποστήριξη αμερικανικών δυνάμεων. Πάντως, στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί βρίσκονταν και πάλι στην περιοχή του Μάρνη, όπως στην αρχή του πολέμου, και το Παρίσι φαινόταν να κινδυνεύει. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, ο Ludendorff συνειδητοποίησε ότι τα μέσα που του απέμεναν δεν επαρκούσαν για περαιτέρω προέλαση.

Στις 18 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι αντεπιτέθηκαν αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση. Την ίδια στιγμή, οι Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε αναμονή στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με τις ιταλικές, έσπασαν το βουλγαρικό και το αυστριακό μέτωπο, αναγκάζοντας τη Βουλγαρία και την Αυστρία να ζητήσουν κατάπαυση του πυρός.

Στο σημείο αυτό, συνειδητοποιώντας τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο γερμανικός στρατός, ο Ludendorff κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους για ανακωχή. Στη χώρα άρχισε να ξεσπά επανάσταση που εξαπλωνόταν γρήγορα από πόλη σε πόλη. Στις 10 Νοεμβρίου, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ο Kaiser Wilhelm II έφυγε για την Ολλανδία, όπου έζησε εξόριστος ως το τέλος της ζωής του, το 1941. Πρόλαβε, μάλιστα, να δει τους Ναζί να εισβάλλουν στη χώρα αυτή το 1940!

Στις 11 Νοεμβρίου του 1918 υπογράφηκε, τελικά, η ανακωχή ανάμεσα στις Κεντρικές Δυνάμεις και τους Συμμάχους, και ο «Μεγάλος Πόλεμος» έφτασε και τυπικά στο τέλος του...


8. Επίλογος

Λέγεται πως μια ολόκληρη γενιά χάθηκε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Στη Δυτική Ευρώπη οι απώλειες ξεπέρασαν κατά πολύ τις αντίστοιχες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Συνολικά, κάπου 8.5 εκατομμύρια χάθηκαν στα πεδία των μαχών, ενώ περισσότερο από διπλάσιος ήταν ο αριθμός των τραυματιών, πολλοί από τους οποίους έζησαν ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων πολέμου (νεκροί, τραυματίες, αγνοούμενοι και άμαχος πληθυσμός) υπολογίζεται στα 37.5 εκατομμύρια.

Στον πόλεμο αυτό, χάρις στο αλαζονικό πείσμα και τον ακραίο εγωισμό των στρατηγών, ο στρατιώτης κατέστη αναλώσιμο είδος, η ανθρώπινη ατομικότητα εκφυλίστηκε σε απρόσωπο αριθμό πολεμικού μητρώου, και η αξία της ανθρώπινης ζωής ευτελίστηκε όσο ποτέ άλλοτε (με εξαίρεση, φυσικά, τους θαλάμους των αερίων, είκοσι και κάτι χρόνια αργότερα...).

Όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν τέλειωσε στ’ αλήθεια το 1918. Η εικοσαετής περίοδος που μεσολάβησε ως το ξέσπασμα του επόμενου παγκόσμιου πολέμου δεν ήταν παρά μία ανακωχή για ανασύνταξη δυνάμεων, κυρίως απ’ τη μεριά των Γερμανών. Που, σαν ένιωσαν και πάλι δυνατοί, θέλησαν να κλείσουν τους λογαριασμούς που έμειναν ανοιχτοί στα χαρακώματα.

Αλλά, για το πώς και γιατί απέτυχε η ειρήνη κατά τον Μεσοπόλεμο, ίσως μιλήσουμε σε προσεχές άρθρο...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Εξηγώντας σε ένα παιδί το μνημόνιο


Αν πιστέψουμε το κυβερνητικό αφήγημα, τούτες οι καλοκαιρινές μέρες του 2018 είναι μέρες μεγάλης εθνικής γιορτής. Τόσο μεγάλης που, σύμφωνα με κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος, επισκιάζει ακόμα και την πρόσφατη εθνική τραγωδία που άφησε πίσω της κοντά 100 νεκρούς. Γιορτάζουμε, λοιπόν, το γεγονός ότι, μετά από οκτώ και κάτι χρόνια, είναι ορατή πλέον η έξοδός μας από τα απεχθή μνημόνια.

Τα μνημόνια, που πρόσφεραν κι αφαίρεσαν εξουσίες, που έφτιαξαν «πατριώτες» και «προδότες», και που ανέδειξαν τις σκοτεινότερες πλευρές του ελληνικού χαρακτήρα σε μία περίοδο που θα ευχόμαστε κάποτε να διαγραφεί από τα βιβλία της Ιστορίας!

Ας θυμηθούμε, ενδεικτικά, μερικά γεγονότα. Ο φανατικά «αντιμνημονιακός» Α. Σαμαράς γκρέμισε από την εξουσία τον «μνημονιακό» Γ. Παπανδρέου, για να μεταλλαχθεί στη συνέχεια σε μνημονιακότερο του προκατόχου του. Ώσπου να εκτοπιστεί, με τη σειρά του, από τον αντιμνημονιακότερο όλων: τον νεαρό, σύγχρονο Τσε Γκεβάρα, Αλέξη Τσίπρα. Που, αν και δεν φόρεσε γραβάτα, οδήγησε τα μνημόνια στον κολοφώνα της δόξας τους!

Στη διάρκεια των πρώτων μνημονιακών χρόνων, η προδιαγεγραμμένη πορεία της «ανανεωτικής» Αριστεράς προς την εξουσία κόστισε ανθρώπινες ζωές (κανείς δεν θα ξεχάσει ποτέ το ολοκαύτωμα στη Marfin...) και στοίχισε την καταστροφή ακόμα και πολιτιστικών συμβόλων της Αθήνας (κάπου εκεί κοντά στην πρώην Marfin βρίσκονται τα καμένα απομεινάρια δύο ιστορικών κινηματογράφων της πόλης...).

Αλλά, ακόμα κι όταν κόρεσε τη δίψα της για εξουσία, η «ανανεωτική» (την διαχωρίζω απόλυτα από την αξιοπρεπέστατη παραδοσιακή) Αριστερά δεν έπαψε να διχάζει την κοινωνία. Το παρανοϊκό δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 λίγο έλειψε να οδηγήσει τον τόπο (κυριολεκτικά και όχι ως σχήμα λόγου) σε εμφύλιο, ενώ όσοι τόλμησαν να υποστηρίξουν ανοιχτά το «ΝΑΙ» εξυβρίστηκαν και χλευάστηκαν από τους φιλοκυβερνητικούς ως «μενουμευρωπαίοι». Για να μείνουν, τελικά, με την πικρή ηθική ανταμοιβή της εφαρμογής, στην πράξη, της μειοψηφήσασας θέσης τους...

Όμως, τι ακριβώς ήταν αυτά τα μνημόνια που χάραξαν τόσο βίαια και τραυματικά την πρόσφατη Ιστορία της χώρας; Καθώς δεν είμαι οικονομολόγος, ούτε νομικός, δεν θα αποτολμήσω μία εις βάθος ανάλυση του θέματος για ενήλικες. Μπορώ όμως να φανταστώ έναν τρόπο να εξηγήσει κάποιος το ζήτημα σε ένα παιδί. Σκαρώνοντας ένα παραμύθι...

Κάποτε, λοιπόν, σε κάποιο χωριό υπήρχε μία ξεχωριστή οικογένεια. Ξεχωριστή όχι μόνο για τις ιστορικές της καταβολές αλλά, δυστυχώς, και για τη σύγχρονη αφροσύνη της. Όσο κι αν τα μέλη της ήταν εργατικά, η μεγαλομανία και ο νεοπλουτισμός τους τα έσπρωχνε να ξοδεύουν πιο πολλά απ’ όσα κέρδιζαν από τις εργασίες τους. Έτσι, κατάφευγαν συνεχώς στην τράπεζα της κοντινής κωμόπολης για δανεικά.

Ήρθε, όμως, κάποια στιγμή που δεν μπορούσαν πλέον να ξεπληρώσουν τα χρέη τους στην τράπεζα. Η οποία τώρα απειλούσε να τους πάρει το σπίτι! Απελπισμένος ο πατέρας (ας τον ονομάσουμε κυρ-Γιώργο, για να συνεννοούμαστε) έτρεξε στην κοινότητα του χωριού για να ζητήσει βοήθεια. Ο πρόεδρος, τότε, συγκάλεσε έκτακτο συμβούλιο των αντιπροσώπων όλων των οικογενειών του χωριού, με αίτημα την οικονομική ενίσχυση του συντοπίτη τους.

Κανείς, βέβαια, δεν ήθελε να μείνει άστεγη η οικογένεια του Γιώργου. Έτσι, αποφάσισαν ομόφωνα να βοηθήσουν, ο καθένας με όσα χρήματα μπορούσε να διαθέσει. Ο βαρύτερος κλήρος έπεφτε στην οικογένεια της Αγγέλας, που τα οικονομικά της φρόντιζε ένας στρυφνός Γερμανός λογιστής, ο Βόλφγκανγκ. Αυτός, λοιπόν, πήρε κάποια στιγμή το λόγο:

«Εντάξει, λοιπόν, ας βοηθήσουμε όλοι. Κι ας βάλει η κυρία Αγγέλα τα πιο πολλά, αν έτσι πρέπει. Όμως, δεν έχω πια καμιά εμπιστοσύνη στο Γιώργο. Δεν ξέρω, π.χ., αν τα λεφτά που θα του δώσουμε στο χέρι θα πάνε πράγματι στην τράπεζα για να ξεπληρωθεί το δάνειο, ή θα ξοδευτούν και πάλι σε λούσα και περιττές σπατάλες. Γι’ αυτό, θα βάλουμε το Γιώργο να υπογράψει ένα χαρτί που θα λέει πως, μέχρι να ξεπληρώσει όλα τα χρέη του στην τράπεζα και τους συγχωριανούς του, εμείς οι αντιπρόσωποι του χωριού θα έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε έλεγχο στα οικονομικά της οικογένειάς του.»

Καθώς δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ο κυρ-Γιώργος δέχτηκε να υπογράψει το χαρτί. Κι έτσι γεννήθηκε το «μνημόνιο»! Μα δεν τελειώνει εδώ η ιστορία... Η γυναίκα του Γιώργου, που δεν μπορούσε να χωνέψει ότι δεν είχε αυτή τον πρώτο λόγο στο σπίτι, βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Κατηγόρησε, λοιπόν, τον άντρα της ότι πρόδωσε τα ιερά και τα όσια της οικογένειας, αφού έδωσε σε ξένους το δικαίωμα να κάνουν κουμάντο στο σπίτι τους. Κουρασμένος, τότε, ο Γιώργος, της ζήτησε να πάρει εκείνη την κατάσταση στα χέρια της και να κάνει ό,τι νόμιζε σωστό.

Η γυναίκα του Γιώργου γνώριζε καλά, βέβαια, πως, χωρίς τη βοήθεια του χωριού, το σπίτι τους ήταν χαμένο. Όπως και ήξερε ότι το χωριό θα έπαυε να δίνει χρήματα αν δεν τηρούνταν οι όροι που αναφέρονταν στο μνημόνιο. Έτσι, έκανε στροφή 180 μοίρες (και όχι 360!) και συμβιβάστηκε κι εκείνη, τελικά, με το επίμαχο χαρτί.

Ήρθε τώρα, όμως, η σειρά του επαναστατημένου μεγάλου γιου της οικογένειας να αδράξει τη δική του ευκαιρία. Κατηγόρησε και τους δύο γονείς του για προδοσία και υποταγή στα «αρπακτικά» του χωριού (τους συγχωριανούς, δηλαδή, που δέχθηκαν πρόθυμα, και δίχως μεγάλο όφελος γι’ αυτούς, να βοηθήσουν!) και αξίωσε να πάρει αυτός τώρα την κατάσταση στα χέρια του. Αλλιώς, απείλησε, θα έβαζε φωτιά στο σπίτι και θα το έκαιγε ο ίδιος, ώστε να μην υπάρχει πλέον λόγος να δεχθούν βοήθεια από κανέναν!

Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, στο συμβούλιο του χωριού δεν επικράτησε πανικός. Ήξεραν, καταρχάς, ότι οι απειλές του νεαρού ήταν μόνο λόγια για να τρομάξει τους γονείς του και να τους αναγκάσει να του παραχωρήσουν το κουμάντο της οικογένειας. Εκτός αυτού, ο νέος είχε μεγάλη επιρροή στα μικρότερα αδέρφια του, που τον πίστευαν πολύ. Έτσι, δεν θα είχε δυσκολία να τα πείσει να μη γκρινιάζουν και να μην επαναστατούν όταν κι εκείνος, με τη σειρά του, θα «αναγκαζόταν» να τηρήσει τους όρους του μνημονίου...

Η συνέχεια της ιστορίας δεν έχει τόση σημασία. Το μέχρι εδώ κομμάτι, όμως, είναι αρκετό για να φωτίσει την πιο νοσηρή πλευρά αυτού που ονομάζουμε «πολιτική». Μια διαλυτική δύναμη, δηλαδή, που αντί να συσπειρώνει τα μέλη μιας οικογένειας μπροστά στο φάσμα της καταστροφής, ωθεί το κάθε μέλος χωριστά να βλέπει την καταστροφή σαν ευκαιρία άσκησης εξουσίας.

Όσο κι αν γιορτάσουμε, λοιπόν, την απαλλαγή από τα μνημόνια, θα αργήσουμε πολύ, φοβάμαι, να γιορτάσουμε την απαλλαγή από τον κακό μας εαυτό. Γιατί, όσο κι αν απεχθανόμαστε την υποκρισία και τον κυνικό καιροσκοπισμό που φέρει μέσα του ο κομματισμός, ας μην ξεχνούμε ότι αυτά όλα δεν θα υπήρχαν αν ο «πελάτης» λαός (εμείς οι ίδιοι, δηλαδή) έπαυε να τα ανέχεται. Αλλά, η λέξη «πατριώτης» είναι περίπου ύβρις σ’ αυτό τον τόπο. Οι εκφράσεις «η πάρτη μου» και «η τσέπη μου» ίσως μας ταιριάζουν καλύτερα...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολυπολιτισμικότητα, δημοκρατικότητα και εθνική αυτοσυντήρηση

Το «Τρίτο Πρόγραμμα» της κρατικής ραδιοφωνίας ήταν κάποτε ο μόνος σταθμός όπου μπορούσε κάποιος να ακούει αποκλειστικά και μόνο κλασική μουσική (ο Leonard Bernstein θα με «μάλωνε» γι’ αυτό τον όρο, αλλά θα τον χρησιμοποιήσω καταχρηστικά). Αργότερα προστέθηκαν (καλώς) και κάποιες εκπομπές λόγου. Σήμερα, όμως, τείνει να μετεξελιχθεί σε πρόγραμμα όπου ο λόγος διεκδικεί ίσο μερίδιο με τη μουσική. Συχνά, μάλιστα, ακόμα και αυτές τούτες οι μουσικές εκπομπές μοιάζουν με ρητορικές διαλέξεις εμπλουτισμένες με μουσικά διαλείμματα. (Θα ξεχωρίσω, εν τούτοις, τις υπέροχες εκπομπές του Δαυίδ Ναχμία, που αποτελούν κόσμημα για το ελληνικό ραδιόφωνο.)

Στο πνεύμα του «προοδευτισμού» της εποχής, άκουσα πρόσφατα μία εκπομπή στο «Τρίτο», στην οποία ένας «ανοιχτόμυαλος» – κατά τον παρουσιαστή – καθηγητής πανεπιστημίου επιχείρησε με πάθος μέγα (και, νομίζω, κάποιον υπεμφαινόμενο σαρκασμό) να αποδομήσει κάθε ιδέα ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και τη σύγχρονη Ελλάδα. Σε κάποια σημεία του λόγου του, μάλιστα, άφησε περίπου να εννοηθεί ότι τέτοιες θεωρήσεις εκφράζουν σήμερα κατά κύριο λόγο τους εγχώριους νεο-ναζί. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, μερικούς αφελείς εθνικιστές.

Δεν αποτέλεσε έκπληξη, βέβαια, ότι στο τέλος αποκάλυψε το όραμά του για τον βαθμιαίο μετασχηματισμό της χώρας σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία. Φυσικά, οι προϋποθέσεις του μετασχηματισμού αυτού δεν αναφέρθηκαν καν, ούτε φάνηκε να απασχολούν ιδιαίτερα τον ακαδημαϊκό. Αυτό στο οποίο εστίασε μόνο ήταν η «απαράδεκτη» και «ρατσιστική» συμπεριφορά της ελληνικής αστυνομίας να ελέγχει τα στοιχεία νομιμότητας όσων «απλά φαίνονται» αλλοδαποί (δεν θα το σχολιάσω περαιτέρω...).

Κάπου εκεί στο κλείσιμο της εκπομπής, εν είδει επιμυθίου, ο παρουσιαστής χαρακτήρισε την πολυπολιτισμικότητα ως βασικό συστατικό γνώρισμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η τοποθέτηση αυτή έχει ενδιαφέρον γιατί θα μπορούσε να γίνει αφετηρία συζητήσεων πάνω στο ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας, γενικά. Ας δούμε μερικά σημεία μιας τέτοιας υποθετικής συζήτησης:

1. Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιτυγχάνεται με πολιτικές ανοιχτών συνόρων, οι οποίες με μαθηματική βεβαιότητα οδηγούν στο χάος. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, υπήρξαν εξαρχής πολυπολιτισμική χώρα. Η ένταξη, ωστόσο, ενός νέου μέλους στην αμερικανική κοινωνία δεν γίνεται άναρχα και εκβιαστικά, υπό μορφή τετελεσμένου. Η αμερικανική πολυπολιτισμικότητα δεν είναι μία de facto κατάσταση που προκαλείται από αδυναμία του κράτους να ελέγξει την παράνομη μετανάστευση, αλλά μία συνθήκη που υπόκειται σε κανόνες και θέτει προϋποθέσεις, με προεξάρχουσες εκείνες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και αυτοσυντήρηση (όσο κι αν κάποιοι όροι είναι ασύμβατοι με το προοδευτικό λεξιλόγιο...).

2. Θα πρέπει εξ ορισμού να καλοδεχθούμε την πολυπολιτισμικότητα; Εξαρτάται... Δεν θα δεχθώ μία πραγματικότητα που μου επιβάλλεται, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη χώρα μου, με κύριο χαρακτηριστικό την κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (συχνά, μάλιστα, στις πιο απάνθρωπες εκδοχές της). Αντίθετα, οφείλουμε να καλοδεχθούμε εκείνους που ήρθαν ή θα έρθουν με πρόθεση να ενταχθούν αρμονικά στην ελληνική κοινωνία και να προσφέρουν στη χώρα, σεβόμενοι απόλυτα τους νόμους και τα έθιμά της και διακείμενοι φιλικά απέναντι στους ανθρώπους της.

3. Υπάρχει η άποψη ότι θα πρέπει να εντάξουμε την πολυπολιτισμικότητα στους ευρύτερους εθνικούς σχεδιασμούς μας. Δεν θα διαφωνήσω καταρχήν. Θα πρέπει, όμως, πρώτα να καθορίσουμε τα όρια αυτής της πολυπολιτισμικότητας στην οποία, πλέον, εκόντες–άκοντες συμμετέχουμε. Πόση «πολυπολιτισμικότητα» αντέχει αυτή η μικρή χώρα που μόλις άρχισε να συνέρχεται από μια οικονομική καταστροφή; Ειδικότερα, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις (θετικές ή αρνητικές) στο ασφαλιστικό σύστημα; Ποιες τροποποιήσεις θα υποστεί, αναγκαία, το εκπαιδευτικό σύστημα; Πώς θα αντιμετωπιστεί το στεγαστικό πρόβλημα; Πώς θα διασφαλιστεί η δημόσια τάξη και ο έλεγχος του (μεμονωμένου ή οργανωμένου) εγκλήματος; Πώς θα αντιμετωπιστούν τυχόν ζητήματα θρησκευτικής ή πολιτισμικής δυσανεξίας; Ο κατάλογος ερωτημάτων είναι μόνο ενδεικτικός, και οι απαντήσεις εκκρεμούν...

4. Συνιστά η πολυπολιτισμικότητα τεκμήριο δημοκρατικότητας μιας κοινωνίας; Δεν είμαι βέβαιος! Κατά μία έννοια, πολυπολιτισμική ήταν και η Σοβιετική Ένωση... Μήπως, όμως, ισχύει το αντίστροφο; Δηλαδή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κάθε αληθινά δημοκρατική κοινωνία αποδέχεται (αν όχι και επιδιώκει) την πολυπολιτισμικότητα; Ούτε και αυτό ακούγεται λογικό. Το δημοκρατικό πολίτευμα είναι εσωτερικό θεσμικό ζήτημα που αφορά τους πολίτες μιας χώρας και σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει a priori τη διεύρυνση μιας κοινωνίας με εισαγόμενους φορείς διαφορετικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Τώρα, το ότι την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας αντιμάχονται οι εκπρόσωποι κάποιων ακραία αντιδημοκρατικών χώρων, δεν καθιστά εξ ορισμού την αποδοχή της ιδέας αυτής αδιαμφισβήτητο κριτήριο δημοκρατικότητας!

Πριν ξεκινήσουμε, λοιπόν, να χτίζουμε την προοδευτική πολυπολιτισμική κοινωνία που ονειρευόμαστε, θα πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει τι ακριβώς είναι αυτό που ζητούμε να χτίσουμε, καθώς και ποιο μίνιμουμ προϋποθέσεων ένα τέτοιο μεγαλόπνοο σχέδιο επιβάλλει. Διαφορετικά, η πολυπολιτισμικότητα θα είναι συνθήκη που θα μας επιβληθεί εκ των πραγμάτων ως τετελεσμένο άνευ όρων και ορίων, αντί αποτέλεσμα μιας συντεταγμένης διαδικασίας κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι όποιες απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό δεν είναι δίκαιο να συνιστούν κριτήριο δημοκρατικότητας ή, κυρίως, έλλειψής της.

Κλείνω με μία υποσημείωση που, προσωπικά, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική. Ένας από τους μεγαλύτερους φιλέλληνες της Ιστορίας υπήρξε ο Γερμανός μουσικοσυνθέτης, ποιητής και φιλόσοφος Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813-1883). Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν την Ελλάδα κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ (όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του) στράφηκε στη μελέτη της Κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού. Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Μπορώ να φανταστώ, λοιπόν, ότι θα εξοργιζόταν σήμερα αν άκουγε τις απόψεις κάποιων «προοδευτικών» και «ανοιχτόμυαλων» εκπαιδευτικών. Για τους οποίους η άρνηση της Ελληνικότητας αποτελεί όχι μόνο πυρηνικό ιδεολογικό δόγμα αλλά, πιθανώς, και εφαλτήριο (αν όχι προϋπόθεση) επιτυχημένης ακαδημαϊκής καριέρας!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Κάποιος φύλακας σε Πανεπιστήμιο μακρινό...


Το περιστατικό που θα αφηγηθώ είναι απολύτως αληθινό. Συνέβη κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και υπήρξα αυτόπτης μάρτυς του.

Είχε πάρει να βραδιάζει όταν τέλειωσε το καθιερωμένο βδομαδιάτικο σεμινάριο για μεταπτυχιακούς φοιτητές της Φυσικομαθηματικής Σχολής, σε ένα Πανεπιστήμιο κάπου στα δυτικά των ΗΠΑ. Για λόγους ασφαλείας, ο φύλακας είχε κλειδώσει μερικές δευτερεύουσες εισόδους του κτιρίου, αφήνοντας μόνο την κεντρική και κάποιες πλαϊνές εισόδους ανοιχτές.

Ως γνήσιοι Έλληνες που πάντα αναζητούν το ανορθόδοξο, επιλέξαμε τις δευτερεύουσες εξόδους μη γνωρίζοντας πως ήταν κλειδωμένες. Βλέποντας τον φύλακα να περνά από εκεί, μία φοιτήτρια τον πλησίασε βιαστικά και με σπαστά αγγλικά, δυνατή φωνή και έντονες, «μεσογειακές» κινήσεις, άρχισε να τον ρωτά γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη.

Ο φύλακας την διέκοψε, ρίχνοντάς της ταυτόχρονα ένα αγριεμένο βλέμμα. Με τόνο αυστηρό που δεν σήκωνε συζήτηση, της είπε:

– Αυτό που μόλις έκανες, να μην το ξανακάνεις! Θα πρέπει να προσέχεις πώς απευθύνεσαι σε άνθρωπο που είναι οπλισμένος και έχει εκπαιδευτεί να βάζει το χέρι στο πιστόλι όταν νιώσει τον παραμικρό κίνδυνο. Κι εσύ ήρθες ξαφνικά από πίσω μου και με αιφνιδίασες μιλώντας έντονα και κάνοντας απότομες κινήσεις. Το ξέρεις ότι θα μπορούσα ακόμα και να σε είχα πυροβολήσει;

Ο φιλότιμος φύλακας, πάντως, ξεκλείδωσε πρόθυμα την πόρτα για να μην ταλαιπωρηθούμε κάνοντας το γύρο του κτιρίου...

Πιθανή απορία «πολιτικοποιημένου» (λέμε τώρα) ελληνάρα φοιτητή που σπουδάζει σε πανεπιστήμιο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης:

– Μα, καλά, πώς ανέχονται οι φοιτητικοί σύλλογοι εκεί στην Αμερική την παρουσία οπλισμένων μπάτσων στα πανεπιστήμια;

Η απάντηση είναι απλή και προκαλεί μελαγχολία σε συσχετισμό με τα όσα θλιβερά συμβαίνουν εδώ. Σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο, οι φοιτητές δεν εισέρχονται για να ενταχθούν σε κομματικά ελεγχόμενους φοιτητικούς συλλόγους. Δεν χρησιμοποιούν τον πανεπιστημιακό χώρο σαν «επαναστατικό» ορμητήριο και εργαστήριο παρασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών. Δεν διανοούνται να ακουμπήσουν τους διδάσκοντες – πόσο μάλλον να χειροδικήσουν πάνω τους – ούτε να εισβάλουν στα γραφεία τους καταστρέφοντας συγγράμματα, υπολογιστές και ό,τι άλλο βρουν μπροστά τους, επειδή και μόνο δεν συμφωνούν με τις πολιτικές απόψεις τους. Η ιδέα της «κατάληψης» πανεπιστημιακού χώρου είναι άγνωστη, και μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο (ή, κάποιος που έχει τη διαστροφική διάθεση να καταλήξει στη φυλακή)...

Στα αμερικανικά πανεπιστήμια υπάρχει σαφής και απόλυτος διαχωρισμός ρόλων. Ο φοιτητής είναι φοιτητής και ο δάσκαλος είναι δάσκαλος. Είναι αδιανόητο να αξιώνουν οι φοιτητές πάγια και θεσμικά κατοχυρωμένη εκπροσώπηση στα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου. Οι καθηγητές συναποφασίζουν για τις λεπτομέρειες του προγράμματος σπουδών, και οι φοιτητές υποχρεούνται να σεβαστούν τις αποφάσεις τους. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι καθηγητές κωφεύουν στις απόψεις, τις τυχόν ενστάσεις και τα αιτήματα των φοιτητών – κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα σαν αυτό των ΗΠΑ. Η τελική ευθύνη των αποφάσεων, όμως, βαρύνει αποκλειστικά τους διδάσκοντες.

Ο οπλισμένος φύλακας ενός αμερικανικού πανεπιστημίου τυγχάνει απόλυτου σεβασμού από τους φοιτητές, αφού υπάρχει εκεί για τη δική τους ασφάλεια. Ακόμα και η αμερικανική Αριστερά καλοδέχεται τις υπηρεσίες που προσφέρει και δεν τον αντιμετωπίζει με βάση το γνώριμό μας, συμπλεγματικό μετεμφυλιοπολεμικό δόγμα, «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Τυχόν απουσία φύλακα προκαλεί αίσθημα ανασφάλειας, όχι ανακούφισης, στους φοιτητές!

Οι οποίοι φοιτητές – περιττό που το επισημαίνω – βρίσκονται εκεί με μοναδικό σκοπό να μορφωθούν και να πάρουν εφόδια για τη ζωή τους. Πολλοί μάλιστα εργάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους ώστε να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών τους. Για κακή τους τύχη, από το πρόγραμμα σπουδών απουσιάζει το μάθημα του «επαναστατικού» χαβαλέ. Το οποίο θα πρέπει να είναι αρκετά ενδιαφέρον, αν κρίνω από το γεγονός ότι είναι το μόνο στο οποίο πολλοί (ευτυχώς όχι οι περισσότεροι) Έλληνες συμφοιτητές τους κατά κανόνα αριστεύουν. Ενίοτε, μάλιστα, φτάνουν να γίνουν ακόμα και πρόεδροι κυβερνήσεων!

Θα προστατέψουν ποτέ οι εκπαιδευτικοί θεσμοί μας εκείνους τους πολλούς που μπαίνουν στα πανεπιστήμια της χώρας με αληθινό σκοπό να μορφωθούν; Ή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα πάρει ποτέ η Πολιτεία τη γενναία απόφαση να καταργήσει, επιτέλους, το άθλιο «πανεπιστημιακό άσυλο» που έχει μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε πολιτικές χωματερές (για να μη χρησιμοποιήσω κάποια άλλη, χυδαία έκφραση);

Χλωμό το βλέπω... Τα κουκουλοφόρα τάγματα του κόμματος (ονόματα δεν λέμε) δεν πρόκειται να αφήσουν πεζοδρόμιο αξήλωτο σ’ ολόκληρη την πόλη!

Aixmi.gr

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολιτικές τυμβωρυχίες

Ο Ισπανός θεατρικός συγγραφέας Αλεχάντρο Κασόνα (Alejandro Casona, 1903-1965) είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια». Έχει, ίσως, λιγότερο εκτιμηθεί για το αριστούργημα «Βάρκα δίχως ψαρά» (La barca sin pescador).

Σε ένα από τα κορυφαία έργα θεατρικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, ο Κασόνα εξετάζει το ζήτημα της ηθικής της πρόθεσης. Παραπέμπει στον Φάουστ αλλά «σκάβει» σε βαθύτερα και σκοτεινότερα ένστικτα του ανθρώπου. Εκείνα, ειδικά, που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν να αντλήσει όφελος από τον θάνατο συνανθρώπων με τους οποίους δεν έχει την παραμικρή προσωπική διαφορά. Ο δημιουργός ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, με την δεύτερη συνιστώσα να εκφράζεται με την αποθέωση του παράλογου: Ο ίδιος ο Διάβολος, σε ρόλο τέλειου ηθικολόγου, διδάσκει στον άνθρωπο το καλό και την αρετή, δίνοντάς του ένα ανεπανάληπτο μάθημα ηθικής!

Ο Κασόνα, όμως, επιλέγει να κλείσει το δράμα με ένα αισιόδοξο μήνυμα. Ότι, στο βάθος της ανθρώπινης συνείδησης υπάρχει πάντα – εν υπνώσει, έστω – το καλό. Και αυτό είναι που στο τέλος θριαμβεύει!

Θυμάμαι το “La barca sin pescador” κάθε φορά που η κοινή γνώμη αυτής της χώρας έρχεται αντιμέτωπη με την πολιτική αξιοποίηση τραγικών περιστατικών θανάτου. Ας θυμηθούμε μερικά σχετικά πρόσφατα παραδείγματα:

– Ως αντιπολιτευόμενοι και εν αναμονή εξουσίας, οι σημερινοί κυβερνώντες ασκούσαν «αντιμνημονιακή» πολιτική πατώντας πάνω σε πτώματα θυμάτων αυτοχειρίας, τα οποία χρέωναν στην «ανάλγητη» και «ενδοτική» πολιτική των «μνημονιακών» κομμάτων που τότε κυβερνούσαν.

– Τα ίδια αντιπολιτευόμενα, τότε, κόμματα δεν είχαν τον παραμικρό ενδοιασμό να εντάξουν στην αντιμνημονιακή ρητορεία τους τον θάνατο δύο φοιτητών στη Λάρισα το 2013, λόγω δηλητηρίασης από μαγκάλι.

– Το 2015, λίγο πριν την αναγκαστική (και σωτήρια) «μνημονιακή» στροφή του κόμματός της, κάποια κυβερνητική – πλέον – βουλευτής έφτασε να αποδώσει την φρικτή δολοφονία της μικρής Άννυ από τον ίδιο της τον πατέρα στον... καπιταλισμό και το μνημονιακό κράτος!

Κι ερχόμαστε στο σήμερα. Η πολύνεκρη τραγωδία της Ανατολικής Αττικής έχει συγκλονίσει, όπως είναι φυσικό, την ελληνική (και όχι μόνο) κοινή γνώμη. Παράλληλα, το φθηνό επικοινωνιακό σόου της νύχτας της 23ης Ιουλίου εξόργισε κάθε πολίτη που δεν φορά χρωματιστά κομματικά γυαλιά, άσχετα με τις όποιες πολιτικές συμπάθειες και εκλογικές προτιμήσεις του. Η ελληνική κοινωνία αναμφίβολα διαθέτει και αντίληψη και ευαισθησία!

Προς τι, λοιπόν, έχει γίνει σημαία της αντιπολίτευσης και αντικείμενο επίμονης ρητορείας της η προφανής κι αναμφισβήτητη αβελτηρία και η (ναι, απόλυτα ασυγχώρητη) υποκρισία των κυβερνώντων; Δεν θα κέρδιζε, άραγε, ηθικούς πόντους η αντιπολίτευση αν απλά σιωπούσε πολιτικά μπροστά στο μαζικό αυτό ανθρώπινο δράμα, μιλώντας μόνο για όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν ώστε να μην ξαναβιώσει η χώρα παρόμοια τραγωδία; Και, τέλος, ποιος θα μπορούσε στ’ αλήθεια να κατηγορήσει έναν (έστω) κακοπροαίρετο που θα σκεφτεί πιθανόν ότι υπάρχουν άτομα στον αντιπολιτευτικό χώρο, τα οποία «τρίβουν τα χέρια τους» για τη φθορά που θα προκαλέσει στην κυβέρνηση η εκατόμβη των θυμάτων της φωτιάς;

Κάποιες φορές, μία παρεμφατική σιωπή λέει περισσότερα από εκατοντάδες «κατηγορώ» ενώ παράλληλα συνιστά δείγμα ηθικής ανωτερότητας. Αν, λοιπόν, υποτεθεί ότι η πολιτική ηθική απουσιάζει από την εξουσία, ας την επιδείξει, τουλάχιστον, η εν δυνάμει εξουσία. Εκτός πια κι αν τίποτα δεν αλλάζει σ’ αυτό τον τόπο. Προς διάψευση, δυστυχώς, του Κασόνα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Οι «ένοχοι» του Μεγάλου Πολέμου

Κλείνει φέτος ένας αιώνας από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου – του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του, πριν η ανθρωπότητα βιώσει μία ακόμα παγκόσμια ανθρωποσφαγή. Αν και σε πολλούς από εμάς ο πόλεμος αυτός φαντάζει «αρχαία Ιστορία», η αμφίπλευρα αιτιατική θέση του στο ιστορικό συνεχές δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί.

Πράγματι, ο Μεγάλος Πόλεμος (1914-18) θα μπορούσε να ιδωθεί σαν μακρινό ιστορικό αποτέλεσμα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου του 1870-71 και, παράλληλα, σαν «πρώτος γύρος» μιας παγκόσμιας κρίσης που κορυφώθηκε με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-45). Πέρα από την καταγραφή πολεμικών γεγονότων και πολιτικών και διπλωματικών συσχετισμών, όμως, υπάρχει μία υποχθόνια σχέση ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, η οποία αφορά την αξία – ή, για την ακρίβεια, τη μαζική απαξίωση – της ανθρώπινης ζωής...

Από τη στιγμή της κατάταξής τους στους μαζικούς στρατούς, οι στρατιώτες του Μεγάλου Πολέμου μετατρέπονταν αυτόματα σε αριθμούς πολεμικού μητρώου που αντιπροσώπευαν αναλώσιμες ανθρώπινες μονάδες. Ζούσαν για μήνες ολόκληρους θαμμένοι μέσα σε άθλια χαρακώματα παρέα με τη λάσπη, τις ψείρες και τους αρουραίους, περιμένοντας τον ήχο της σφυρίχτρας που θα σήμαινε την έναρξη μιας νέας μάχης. Και τότε, τα κύματα των «αριθμών μητρώου» έπρεπε να βγουν από τα προστατευτικά λαγούμια τους και να ξεπροβάλουν στη «γη του κανενός» (no man’s land) με αποστολή να επιτεθούν στο αντίπαλο χαράκωμα. Στο οποίο ελάχιστοι κατόρθωναν να φτάσουν, αφού τους πιο πολλούς είχαν ήδη θερίσει στα μέσα της διαδρομής τα καλά οχυρωμένα πολυβόλα των αμυνόμενων. Και οι αρουραίοι αποκτούσαν υπερμεγέθεις διαστάσεις τρεφόμενοι με τα πτώματα των στρατιωτών, πεσόντων καταρχήν υπέρ πατρίδος αλλά κατ’ ουσίαν (και) στο βωμό της ικανοποίησης του εγωισμού υπερφίαλων στρατηγών.

Πράγματι, σύμφωνα με τη γνώμη των περισσοτέρων ιστορικών αναλυτών, ένα σημαντικό ποσοστό των θανάτων στα χαρακώματα (κυρίως του Δυτικού Μετώπου) ήταν προϊόν άσκοπης ανθρωποθυσίας με μηδαμινό κέρδος από άποψη στρατηγικού αποτελέσματος. Οι απώλειες κατά τις μάχες έπαιρναν συχνά «αυτοκτονικές» διαστάσεις. Στη Μάχη του Somme (1916) οι Γερμανοί και οι Βρετανοί έχασαν από 400,000 η κάθε πλευρά, ενώ οι Γάλλοι έχασαν 200,000. Η «ανταμοιβή» για τις αγγλο-γαλλικές απώλειες ήταν μία μέγιστη προέλαση 7 μιλίων! Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, η ανεπιτυχής γερμανική πολιορκία του Verdun κόστισε τη ζωή σε 336,000 Γερμανούς και 350,000 Γάλλους στρατιώτες. Στη διαβόητη μάχη στο Passchendaele (1917) πάνω από 370,000 Βρετανοί στρατιώτες χάθηκαν με «κέρδος» λίγων μόλις τετραγωνικών χιλιομέτρων λασπωμένης γης, διάτρητης από τις οβίδες του πυροβολικού...

Αυτή η μαζική απαξίωση της ανθρώπινης ζωής ξέφυγε από τα πεδία των μαχών και βρήκε μία ακόμα σκοτεινότερη έκφρασή της στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ομοιότητες με τα χαρακώματα τρομάζουν, ιδίως σε ό,τι αφορά την μετατροπή ανθρώπινων μονάδων σε αριθμούς μητρώου κατά την είσοδό τους στο φονικό σύστημα. Με κίνδυνο να εξοργίσω τον αναγνώστη, θα καταθέσω την αδυναμία μου να απαντήσω στο υποθετικό – και όχι ρητορικό – ερώτημα, γιατί, π.χ., ο Rudolf Höss (ο «χασάπης» του Auschwitz) ήταν μεγαλύτερος εγκληματίας πολέμου από τον Βρετανό στρατηγό Sir Douglas Haig που, εν πολλοίς από στρατιωτικό καπρίτσιο, έστειλε σε άσκοπο θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες στρατιωτών σε Somme και Passchendaele, για να μην αναφερθώ και στις αμέτρητες θανατικές καταδίκες που ελαφρά τη καρδία υπέγραψε, για όσους απλά δεν άντεξαν στα χαρακώματα. Ανεξάρτητα από τις όποιες αξιολογήσεις ιδεολογικών κινήτρων, αυτή η ολική περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, κυνικά εκφρασμένη μέσω υπηρεσιακών διαταγών μαζικού θανάτου, καθιστά τις ηθικές διαφοροποιήσεις δυσδιάκριτες...

Σε ό,τι αφορά, τώρα, τον ίδιο τον Μεγάλο Πόλεμο, ο επιμερισμός «ενοχών» για το ξέσπασμα ή, τουλάχιστον, την μη αποτροπή του, είναι δύσκολη υπόθεση και αποτελεί αντικείμενο συζήτησης ως τις μέρες μας. Κάποιοι ιστορικοί (όπως, π.χ., ο Αμερικανός William Keylor) επιμένουν ότι το βάρος της ευθύνης πέφτει κυρίως στους ώμους της υπέρμετρα φιλόδοξης και πολεμοχαρούς Γερμανίας. Άλλοι συγγραφείς, όμως (όπως ο σπουδαίος Βρετανός ιστορικός James Joll) επιμερίζουν πιο συμμετρικά τις ευθύνες.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε μονομερής απόδοση ευθυνών για το ξέσπασμα του πολέμου θα ήταν εξαιρετικά απλοϊκή. Από τη μία, στην τελική κρίση του Ιουλίου του 1914 η γερμανική κυβέρνηση ενήργησε με τρόπο που επιτάχυνε τον πόλεμο. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ο ενθουσιασμός με τον οποίο υποδέχθηκαν τον πόλεμο οι λαοί όλων των εμπλεκομένων χωρών (ειδικά, της Γαλλίας) και η βεβαιότητα όλων των κυβερνήσεων ότι ο πόλεμος ήταν ο μόνος τρόπος να προστατέψουν τα εθνικά τους συμφέροντα που απειλούνταν.

Ας εξετάσουμε συνοπτικά το πλέγμα εθνικών συμφερόντων και κινήτρων στις παραμονές του Μεγάλου Πολέμου:

1. Διακαή πόθο για τη Γαλλία αποτελούσε η επανάκτηση των επαρχιών της Αλσατίας και της Λωρραίνης, τις οποίες είχε απολέσει το 1871 σαν αποτέλεσμα της ταπεινωτικής ήττας της στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Αυτός θα ήταν και ο πρωταρχικός στόχος της σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία. Το στρατιωτικό πλεονέκτημα της Γαλλίας έναντι της Γερμανίας το πρόσφερε η συμμαχία της με τη Ρωσία, πράγμα που θα ανάγκαζε τη Γερμανία να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα.

2. Η συμμαχία με τους Γάλλους «έλυνε τα χέρια» – όπως τουλάχιστον η ίδια πίστευε – στη Ρωσία σε ό,τι αφορούσε τις επεκτατικές φιλοδοξίες της προς τον νότο, δηλαδή, την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια (η Ιστορία, τελικά, κάνει κύκλους, όπως συνηθίζεται να λέγεται!). Από την άλλη, η Ρωσία δεν ξεχνούσε ποτέ την διπλωματική ταπείνωση που είχε υποστεί από την βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, λόγω του τρόπου με τον οποίο η τελευταία είχε μεθοδεύσει την προσάρτηση της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης (1908).

3. Η Αυστροουγγαρία είχε δικά της, εσωτερικά προβλήματα να αντιμετωπίσει, τα οποία σχετίζονταν κυρίως με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, η κατά κύριο λόγο σλαβική εθνοτική σύνθεση της Βοσνίας έδινε «πάτημα» στη γειτονική Σερβία να διεκδικεί την αυστροουγγρική επαρχία. Στο πλευρό της Σερβίας ήταν, φυσικά, η Ρωσία, που είχε αναλάβει ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

4. Η περίπτωση της Βρετανίας χρήζει ιδιαίτερης εξέτασης. Η χώρα μπήκε στον πόλεμο όχι λόγω της Entente Cordiale με τη Γαλλία (που ήταν απλή «συμφωνία κυρίων» και όχι σύμφωνο στρατιωτικής υποστήριξης) αλλά, τυπικά, με αφορμή την παραβίαση της ουδετερότητας του Βελγίου από τη Γερμανία. Οι λόγοι, όμως, της εμπλοκής της Βρετανίας στο πλευρό της Γαλλίας ήταν βαθύτεροι και, σύμφωνα με τους ιστορικούς αναλυτές, αφορούσαν τόσο τον ναυτικό ανταγωνισμό με τη Γερμανία, όσο και ένα πάγιο βρετανικό αμυντικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο καμία εχθρική δύναμη δεν θα έπρεπε να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης.

5. Αφήσαμε τελευταία τη Γερμανία γιατί αποτελεί την πιο σύνθετη περίπτωση. Τα κίνητρα που την ώθησαν στον πόλεμο ήταν τόσο οικονομικά, όσο και στρατιωτικά. Κατά πρώτον, η Γερμανία ζητούσε μια δική της «θέση στον ήλιο» στις παγκόσμιες αγορές, στις οποίες είχαν διεισδύσει και κυριαρχούσαν η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ. Ο οικονομικός επεκτατισμός, όμως, καθιστούσε αναγκαία μια στρατιωτική υπεροχή που μοιραία θα επιβεβαιωνόταν μέσα από σύγκρουση. Αλλά, για να έχει μια τέτοια σύγκρουση πιθανότητες επιτυχίας, η Γερμανία θα έπρεπε να βιαστεί. Η γαλλο-ρωσική συμμαχία την υποχρέωνε εκ των πραγμάτων να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα, την επιτυχή έκβαση του οποίου θα εξασφάλιζε – σύμφωνα με τους γερμανικούς στρατιωτικούς κύκλους – η κατά γράμμα εφαρμογή του πολεμικού σχεδίου που είχε καταστρώσει ο Κόμης Alfred von Schlieffen, πρώην αρχηγός του αυτοκρατορικού γενικού επιτελείου. Οι προϋποθέσεις του σχεδίου Schlieffen, όμως, ατονούσαν σταδιακά καθώς ενισχυόταν η αριθμητική δύναμη του γαλλικού στρατού, ενώ παράλληλα εκσυγχρονιζόταν το σιδηροδρομικό δίκτυο των Ρώσων.

Την αφορμή που ζητούσε η Γερμανία την έδωσε ένας Σέρβος εθνικιστής, ο Gavrilo Princip, όταν στις 28 Ιουνίου 1914 δολοφόνησε στο Σαράγεβο, πρωτεύουσα της Βοσνίας, τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Franz Ferdinand, και την σύζυγό του Σοφία. Το ντόμινο που θα οδηγούσε στην κόλαση των χαρακωμάτων είχε μόλις ξεκινήσει...

Είναι ενδιαφέρον, τώρα, να καταγράψουμε τη στάση των κυβερνήσεων μετά το Σαράγεβο και ως το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, για να ζυγίσουμε τις ευθύνες της κάθε πλευράς. Παραθέτουμε τα γεγονότα επιγραμματικά:

1. Το Βερολίνο ενθάρρυνε τη Βιέννη να στείλει ένα ταπεινωτικό τελεσίγραφο στο Βελιγράδι (23 Ιουλίου 1914). Παράλληλα, η Γερμανία υποσχέθηκε πλήρη στρατιωτική υποστήριξη στην Αυστρία σε περίπτωση πολέμου, ενώ ταυτόχρονα ναρκοθέτησε τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες της βρετανικής κυβέρνησης.

2. Με τη λήξη της προθεσμίας που έθετε το τελεσίγραφο, η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία (28 Ιουλίου). Την επόμενη μέρα, η Ρωσία («προστάτιδα» των Σέρβων) αποφάσισε μερική κινητοποίηση του στρατού της κοντά στα αυστριακά σύνορα, η οποία σύντομα κλιμακώθηκε σε πλήρη κινητοποίηση.

3. Η Γερμανία είχε τώρα το πρόσχημα που της χρειαζόταν για πόλεμο κατά της Ρωσίας. Προσπαθώντας να προλάβει την ενεργοποίηση των όρων της γαλλο-ρωσικής συμμαχίας, έστειλε ένα απαράδεκτο τελεσίγραφο στο Παρίσι αξιώνοντας δήλωση ουδετερότητας της Γαλλίας σε περίπτωση ρωσογερμανικού πολέμου. Όπως ήταν φυσικό, η Γαλλία απέρριψε το τελεσίγραφο και στη χώρα διατάχθηκε πλήρης κινητοποίηση του στρατού.

4. Στις 2 Αυγούστου τα γερμανικά στρατεύματα ξεκίνησαν την επίθεση κατά της Γαλλίας, εισβάλλοντας αρχικά στο Βέλγιο. Η παραβίαση της ουδετερότητας του Βελγίου έδωσε το αναγκαίο διπλωματικό «πάτημα» στη Βρετανία για να κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία (4 Αυγούστου).

Τα πολεμικά γεγονότα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ενός επόμενου σημειώματος, εφόσον υπάρξει σχετικό ενδιαφέρον από τους αναγνώστες. Αυτό που θα θέλαμε να επισημάνουμε κλείνοντας το παρόν κείμενο είναι ότι οι ρόλοι του «καλού» και του «κακού» δεν διανέμονται απόλυτα και μονοσήμαντα στον Μεγάλο Πόλεμο, σε αντίθεση με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όπου ο πολιτισμένος, δημοκρατικός κόσμος στάθηκε απέναντι στη βαρβαρότητα του ναζισμού.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν κυρίως αποτέλεσμα αυξανόμενου οικονομικού ανταγωνισμού, ανεξόφλητων ιστορικών λογαριασμών και χρονολογούμενων εθνικών μνησικακιών ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Συνέβαλαν όμως σε αυτόν και οι υπέρμετρες φιλοδοξίες και ο εθνικιστικός τυχοδιωκτισμός μικρότερων κρατών. Ο πόλεμος άφησε πίσω του κάπου 9 εκατομμύρια νεκρούς στα πεδία των μαχών, ενώ περισσότερο από διπλάσιος ήταν ο αριθμός των τραυματιών, πολλοί από τους οποίους έζησαν ακρωτηριασμένοι στο υπόλοιπο της ζωής τους.

Σε αυτό τον πόλεμο, περισσότερο από οποιονδήποτε προηγούμενο, ο στρατιώτης κατέστη μαζικά αναλώσιμο είδος και η αξία της ανθρώπινης ζωής ευτελίστηκε σχεδόν απόλυτα. Ανάλογο ευτελισμό θα υφίστατο και πάλι η ανθρώπινη υπόσταση είκοσι και κάτι χρόνια αργότερα. Τούτη τη φορά όχι στα χαρακώματα αλλά στους θαλάμους των αερίων...

* Επί του πιεστηρίου: Την ώρα που γράφονταν οι τελευταίες γραμμές του κειμένου, στην Ανατολική Αττική είχε μόλις ξεκινήσει να εκτυλίσσεται η τραγωδία ενός αληθινού ελληνικού Ολοκαυτώματος με αμέτρητους (στην κυριολεξία) νεκρούς. Το κείμενο αυτό, που ως κεντρική του ιδέα έχει την αξία της ανθρώπινης ζωής, αφιερώνεται στη μνήμη τους, με την ευχή «ποτέ ξανά»...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Είναι «ηθικός» ο Φιλελευθερισμός;

Ο Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman, 1912–2006) θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους «γκουρού» του σύγχρονου Φιλελευθερισμού. Ενός αλά καρτ Φιλελευθερισμού, βέβαια, ο οποίος εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην Οικονομία (θα χρησιμοποιήσω εδώ τον καθ’ όλα δόκιμο όρο «νεοφιλελευθερισμός») ενώ ταυτόχρονα καλοδέχεται αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα σαν αυτό του Αουγούστο Πινοσέτ στη Χιλή, ή συντηρητικές κυβερνήσεις που επιχείρησαν να καταργήσουν κατακτημένες κοινωνικές ελευθερίες, όπως η κυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ.

Σε αμέτρητες βιντεοσκοπημένες ομιλίες και συνεντεύξεις του, ακούμε τον Φρίντμαν να θέτει με το γνωστό μειλίχιο ύφος του – που, ας μου επιτραπεί να πω, παραπέμπει μάλλον σε αλαζονική επίγνωση προσωπικής δύναμης παρά σε αυθεντική πραότητα χαρακτήρα – το ρητορικό ερώτημα: «Τι καλύτερο υπάρχει από μία οικειοθελή συναλλαγή ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους;»

Όσο και αν, επιφανειακά, το ερώτημα ακούγεται λογικό και αυταπάντητο, μέσα στην (σκόπιμα;) απλοϊκή γενικότητά του παραλείπει να συνυπολογίσει μία σημαντική παράμετρο που αφορά τον συσχετισμό ισχύος ανάμεσα στα «ελεύθερα συναλλασσόμενα» μέρη. Για παράδειγμα, μία διαπραγμάτευση μεταξύ δύο εμπορικών επιχειρήσεων, ή μεταξύ μιας επιχείρησης και ενός ισχυρού εργατικού συνδικάτου, δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνη ενός απλού εργαζόμενου με τον εργοδότη του!

Σε ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς, έτσι, η διαχείριση της ισχύος είναι ένα κατά βάση ηθικό ζήτημα. Ο νεοφιλελευθερισμός απεχθάνεται το κοινωνικό κράτος και πρεσβεύει ότι η όποια κοινωνική αλληλεγγύη θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε ιδιωτική φιλανθρωπία και όχι σε κρατική μέριμνα. Επαφίεται, λοιπόν, στη συνείδηση του «έχοντος» το να εκχωρήσει στον «μη έχοντα» ένα μέρος της δικής του δυνατότητας για περισσότερο αξιοπρεπή επιβίωση και καλύτερες προοπτικές ζωής.

Βέβαια, εξίσου αλά καρτ είναι ο Φιλελευθερισμός που πρεσβεύουν αντίπαλοι του νεοφιλελευθερισμού όπως, π.χ., οι κοινωνικοί φιλελεύθεροι (Liberals) της αμερικανικής Αριστεράς. Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε μορφή ρατσισμού (με την γενικότερη δυνατή έννοια του όρου). Από την άλλη, όμως, αντιμάχονται την απόλυτη οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα στον ανταγωνισμό, ενώ θέτουν περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας (political correctness).

Οι νεοφιλελεύθεροι δικαίως θα επικαλεστούν τις καταχρήσεις και αδικίες που ενδημούν στο κρατικοκεντρικό σύστημα, έτσι τουλάχιστον όπως το γνωρίζουμε σε αυτήν εδώ τη χώρα. Οι αθρόοι ψηφοθηρικοί διορισμοί σε ένα διαχρονικά δυσλειτουργικό και μη-φιλικό προς τον πολίτη Δημόσιο, οι εκβιαστικές αυθαιρεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος των «βολεμένων» που συχνά-πυκνά καταταλαιπωρούν τους πολίτες, η χιονοστιβάδα των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων σε ανθρώπους νέας και παραγωγικής ηλικίας, κλπ., είναι φαινόμενα γνωστά σε όλους. Η μαζική (και, κυρίως, η όχι νόμιμη) μετανάστευση των τελευταίων χρόνων έχει προσθέσει μερικά ακόμα κακώς κείμενα στο κράτος πρόνοιας. Για παράδειγμα, ασφαλιζόμενοι έχουν ακουστεί να παραπονούνται ότι κάποιες φορές δυσκολεύονται να βρουν θέσεις σε δημόσια νοσοκομεία γιατί αυτές είναι ήδη κατειλημμένες από ανθρώπους που ουδέποτε εργάστηκαν (επίσημα, τουλάχιστον) σε αυτή τη χώρα και, ως εκ τούτου, δεν κατέβαλαν το παραμικρό προς συντήρηση του δημόσιου συστήματος Υγείας.

Το λατρεμένο μας κρατικοκεντρικό, Κεϋνσιανής απόχρωσης κοινωνικό σύστημα, λοιπόν, που έθρεψε γενιές και γενιές στη νεότερη Ιστορία μας, αποδείχθηκε προβληματικό στην εφαρμογή του και οδήγησε, τελικά, τη χώρα στη χρεοκοπία. Παρεμπιπτόντως, ας μη θεωρηθεί ότι το αριστερόστροφο αυτό σύστημα εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο από καλοπροαίρετα και ανθρωπιστικά διακείμενα δημοκρατικά καθεστώτα. Ο πρώτος που το εφάρμοσε στην πράξη (πριν το υιοθετήσει ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης του Μεσοπολέμου στην Αμερική) ήταν ένας πολύ γνωστός μας Γερμανός δικτάτορας με περίεργο μουστάκι. Κάπου διάβασα μάλιστα πως, αρχικά, ο ίδιος ο Κέυνς είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!

Το ερώτημα, τώρα, είναι: Αν υποτεθεί ότι απέτυχε ο Κέυνς, θα πρέπει άραγε να στραφούμε στον Δαρβίνο; Ο Μίλτον Φρίντμαν θα ορκιζόταν ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία! Σε ό,τι αφορά τα καθαρά οικονομικά ζητήματα, αφήνω τους ειδικούς να τον επιβεβαιώσουν ή να τον αμφισβητήσουν. Η Οικονομία, όμως, αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ζωής. Αν ο άνθρωπος επιδίδεται οικειοθελώς σε φιλανθρωπίες, τούτο δεν το υπαγορεύει η ανάγκη επιβίωσης ή η επιδίωξη περαιτέρω πλουτισμού, αλλά ένα εσωτερικό κίνητρο που σχετίζεται με την ανθρώπινη συνείδηση. Και η συνείδηση είναι εκείνη που καθορίζει τα υποκειμενικά και εξατομικευμένα όρια του ηθικού.

Υπάρχει «ηθική» στον Φιλελευθερισμό – με τον καθολικό και σύμμετρο τρόπο που ορίζεται αυτός στο εξαιρετικά παιδαγωγικό βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή; Στο σημείο αυτό, θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω ως παράδειγμα ένα πραγματικό περιστατικό που μου μετέφερε αυτήκοη μάρτυς:

Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας αφηγείτο με κομπασμό και ιδιαίτερα θετική διάθεση μία πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά την δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η προσκεκλημένη άρχισε κάποια στιγμή να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και το λάγνο βλέμμα τού (προφανώς στερημένου) κυρίου – αλλά και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) συζύγου του...

Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους! Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι, με βάση τις αρχές του Φιλελευθερισμού, η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα αναφαίρετο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης, λοιπόν, όσο ακραία και αποκρουστική συμπεριφορά και αν θεωρείται, είναι απόλυτα συμβατός με την φιλελεύθερη κοσμοθεώρηση. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, κάποιους «οπισθοδρομικούς» φιλοσόφους...

Ο Φιλελευθερισμός, ως γενικότερη κατεύθυνση κοινωνικής ζωής και όχι μόνο ως πολιτικό και οικονομικό σύστημα (όπως έχει καταλήξει να αντιμετωπίζεται), ενώ ωθεί το άτομο στο να αναζητά όλο και περισσότερη ελευθερία, αποποιείται την ευθύνη της ηθικής διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου στην διαχείριση της ελευθερίας που αποκτά (θεωρώντας, ίσως, ότι αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει να απασχολεί τη θρησκεία). Θα έλεγε κανείς ότι ο ηθικός προβληματισμός όχι μόνο απουσιάζει από τη φιλελεύθερη κοσμοθεωρία αλλά και αποτελεί ένα είδος «ταμπού» για εκείνη.

Πράγματι, αν αυτονόητα εξαιρέσουμε την υλική βλάβη στο σώμα ή στην περιουσία του συνανθρώπου, καθώς και την συκοφαντική προσβολή της προσωπικότητάς του, ο μόνος γενικά αποδεκτός «ηθικός» κανόνας για τον Φιλελευθερισμό είναι η αποφυγή του περιορισμού της ελευθερίας! Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ως αξιακό σύστημα, ο Φιλελευθερισμός είναι η απόλυτη υπέρβαση της ηθικής. Δεν πρόκειται για ηθικολογική εκτίμηση αλλά για λογική διαπίστωση. Θα επιχειρήσω να το εξηγήσω:

Το ηθικό ζήτημα αφορά την ανθρώπινη συνείδηση και κωδικοποιείται από ένα σύστημα αρχών τις οποίες ο καθένας χωριστά (ανεξάρτητα, δηλαδή, από τους άλλους ανθρώπους) αποδέχεται, και με βάση τις οποίες επιλέγει να λειτουργεί ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό του. Είναι ένα σύστημα που σχετίζεται με την ατομική συνειδητότητα και δεν ετεροκαθορίζεται. Δεν το υπαγορεύει, λ.χ., κάποια θρησκεία, ούτε το επιβάλλουν κάποιες θεσμοποιημένες κοινωνικές συμβάσεις. Αντιπροσωπεύει, λοιπόν, έναν απόλυτα εξατομικευμένο αξιακό κώδικα.

Οι αρχές αυτές (και όχι οι νόμοι της κοινότητας!) υπαγορεύουν στον άνθρωπο να επιδιώκει μικρότερο βαθμό ικανοποίησης των προσωπικών του επιθυμιών – άρα, να εκχωρεί μέρος της ελευθερίας του – προκειμένου να δοθεί περισσότερος χώρος στην ικανοποίηση των επιθυμιών κάποιων συνανθρώπων του – άρα, εκ των πραγμάτων, να διευρυνθεί ο δικός τους βαθμός ελευθερίας.

Επιδιώκοντας, λοιπόν, τη μεγιστοποίηση της ελευθερίας μας θα πρέπει αναγκαία να ελαχιστοποιήσουμε το σύστημα των αρχών επί τη βάσει των οποίων (εμείς οι ίδιοι) επιλέγουμε να λειτουργούμε ως κοινωνικές μονάδες. Οριακά, η απόλυτη, η απεριόριστη ελευθερία μπορεί μόνο να επιτευχθεί αν μηδενίσουμε αυτό το σύστημα αρχών (με αυτονόητη εξαίρεση, ασφαλώς, εκείνες που αφορούν υλική ή ακραία ηθική βλάβη). Με άλλα λόγια, αν αφαιρέσουμε ολοκληρωτικά την ηθική διάσταση από τη ζωή μας και τη λειτουργία μας ως μελών μιας κοινωνίας!

Ασφαλώς, ο Φιλελευθερισμός δεν αποτρέπει τον άνθρωπο από το να λειτουργεί κατά συνείδηση. Κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να θεωρείται φιλελεύθερο. Από την άλλη – και αυτό είναι που έχει σημασία – αποφεύγει και να ενθαρρύνει το άτομο να συμβουλεύεται τη συνείδησή του προκειμένου να αποφασίζει μέσα σε ποιο πλαίσιο θα κάνει χρήση της ελευθερίας του. Είναι σαν να χαρίζεις σε κάποιον ένα γεμάτο περίστροφο χωρίς παράλληλα να του εξηγείς τη σημασία της οριοθέτησης στην επιλογή των στόχων!

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο Φιλελευθερισμός, ως γενικότερη φιλοσοφική στάση και όχι αποκλειστικά ως πολιτικό ή οικονομικό δόγμα, υποστηρίζει το δικαίωμα στη μεγιστοποίηση της ελευθερίας του ατόμου – μέλους μιας κοινωνίας. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, αφού συναρτάται άμεσα με τους γενικούς (όχι μόνο τους οικονομικούς!) συσχετισμούς ισχύος ανάμεσα στα άτομα. Έτσι, η εκχώρηση μέρους της ελευθερίας του «ισχυρού» στον «ασθενέστερο» επαφίεται στη συνείδηση του πρώτου και αποτελεί, γενικά, ηθικό ζήτημα στο οποίο ο Φιλελευθερισμός αποφεύγει να πάρει θέση.

Σε καμία περίπτωση, ασφαλώς, δεν θα ισχυριζόμασταν ότι ο Φιλελευθερισμός είναι μία «ανήθικη» κοσμοθεωρία! Αυτό που λέμε είναι ότι ελάχιστα τον απασχολούν ζητήματα ηθικής, με εξαίρεση τη θέση ότι «ανήθικο» είναι μόνο το ανελεύθερο.

Όμως, η ελευθερία ως υπέρτατη ανθρώπινη αξία απλώνεται πέρα από τα όρια προβληματισμού του Φιλελευθερισμού. Γιατί, εκτός από την ελευθερία που διεκδικεί το άτομο ως κοινωνική μονάδα (στο πλαίσιο, δηλαδή, της σχέσης του με την κοινωνία) υπάρχει η ελευθερία του ανθρώπου στη σχέση του με τον εαυτό του. Μιλούμε εδώ για μία ελευθερία που είναι ζήτημα ατομικής συνειδητότητας και όχι υπόθεση συλλογικού θεσμικού πλαισίου. Ακόμα, λοιπόν, και σε ένα αυταρχικό καθεστώς που βίαια επιβάλλει τον περιορισμό της ελευθερίας, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για το άτομο είναι η απαλλαγή από τα δικά του, εσωτερικά δεσμά. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν, ενδεικτικά, η ματαιοδοξία, η αλαζονεία, ο εγωκεντρισμός, η πλεονεξία, ο άκρατος ανταγωνισμός, η μισαλλοδοξία...

Και, εδώ θα συνταχθούμε απόλυτα με την φιλελεύθερη λογική: Κανένας νόμος και κανένα σύστημα κοινωνικών θεσμών δεν θα μπορέσουν ποτέ να προσδώσουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και να επιβάλουν ανθρώπινες ιδιότητες σε κάποιον που δεν επιθυμεί να τα διαθέτει. Όπως η κυνική αυτοσχέδια «χορεύτρια» της ιστορίας που αφηγηθήκαμε νωρίτερα...

ΤΟ ΒΗΜΑ