Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Είναι «ηθικός» ο Φιλελευθερισμός;

Ο Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman, 1912–2006) θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους «γκουρού» του σύγχρονου Φιλελευθερισμού. Ενός αλά καρτ Φιλελευθερισμού, βέβαια, ο οποίος εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην Οικονομία (θα χρησιμοποιήσω εδώ τον καθ’ όλα δόκιμο όρο «νεοφιλελευθερισμός») ενώ ταυτόχρονα καλοδέχεται αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα σαν αυτό του Αουγούστο Πινοσέτ στη Χιλή, ή συντηρητικές κυβερνήσεις που επιχείρησαν να καταργήσουν κατακτημένες κοινωνικές ελευθερίες, όπως η κυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ.

Σε αμέτρητες βιντεοσκοπημένες ομιλίες και συνεντεύξεις του, ακούμε τον Φρίντμαν να θέτει με το γνωστό μειλίχιο ύφος του – που, ας μου επιτραπεί να πω, παραπέμπει μάλλον σε αλαζονική επίγνωση προσωπικής δύναμης παρά σε αυθεντική πραότητα χαρακτήρα – το ρητορικό ερώτημα: «Τι καλύτερο υπάρχει από μία οικειοθελή συναλλαγή ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους;»

Όσο και αν, επιφανειακά, το ερώτημα ακούγεται λογικό και αυταπάντητο, μέσα στην (σκόπιμα;) απλοϊκή γενικότητά του παραλείπει να συνυπολογίσει μία σημαντική παράμετρο που αφορά τον συσχετισμό ισχύος ανάμεσα στα «ελεύθερα συναλλασσόμενα» μέρη. Για παράδειγμα, μία διαπραγμάτευση μεταξύ δύο εμπορικών επιχειρήσεων, ή μεταξύ μιας επιχείρησης και ενός ισχυρού εργατικού συνδικάτου, δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνη ενός απλού εργαζόμενου με τον εργοδότη του!

Σε ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς, έτσι, η διαχείριση της ισχύος είναι ένα κατά βάση ηθικό ζήτημα. Ο νεοφιλελευθερισμός απεχθάνεται το κοινωνικό κράτος και πρεσβεύει ότι η όποια κοινωνική αλληλεγγύη θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε ιδιωτική φιλανθρωπία και όχι σε κρατική μέριμνα. Επαφίεται, λοιπόν, στη συνείδηση του «έχοντος» το να εκχωρήσει στον «μη έχοντα» ένα μέρος της δικής του δυνατότητας για περισσότερο αξιοπρεπή επιβίωση και καλύτερες προοπτικές ζωής.

Βέβαια, εξίσου αλά καρτ είναι ο Φιλελευθερισμός που πρεσβεύουν αντίπαλοι του νεοφιλελευθερισμού όπως, π.χ., οι κοινωνικοί φιλελεύθεροι (Liberals) της αμερικανικής Αριστεράς. Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε μορφή ρατσισμού (με την γενικότερη δυνατή έννοια του όρου). Από την άλλη, όμως, αντιμάχονται την απόλυτη οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα στον ανταγωνισμό, ενώ θέτουν περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας (political correctness).

Οι νεοφιλελεύθεροι δικαίως θα επικαλεστούν τις καταχρήσεις και αδικίες που ενδημούν στο κρατικοκεντρικό σύστημα, έτσι τουλάχιστον όπως το γνωρίζουμε σε αυτήν εδώ τη χώρα. Οι αθρόοι ψηφοθηρικοί διορισμοί σε ένα διαχρονικά δυσλειτουργικό και μη-φιλικό προς τον πολίτη Δημόσιο, οι εκβιαστικές αυθαιρεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος των «βολεμένων» που συχνά-πυκνά καταταλαιπωρούν τους πολίτες, η χιονοστιβάδα των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων σε ανθρώπους νέας και παραγωγικής ηλικίας, κλπ., είναι φαινόμενα γνωστά σε όλους. Η μαζική (και, κυρίως, η όχι νόμιμη) μετανάστευση των τελευταίων χρόνων έχει προσθέσει μερικά ακόμα κακώς κείμενα στο κράτος πρόνοιας. Για παράδειγμα, ασφαλιζόμενοι έχουν ακουστεί να παραπονούνται ότι κάποιες φορές δυσκολεύονται να βρουν θέσεις σε δημόσια νοσοκομεία γιατί αυτές είναι ήδη κατειλημμένες από ανθρώπους που ουδέποτε εργάστηκαν (επίσημα, τουλάχιστον) σε αυτή τη χώρα και, ως εκ τούτου, δεν κατέβαλαν το παραμικρό προς συντήρηση του δημόσιου συστήματος Υγείας.

Το λατρεμένο μας κρατικοκεντρικό, Κεϋνσιανής απόχρωσης κοινωνικό σύστημα, λοιπόν, που έθρεψε γενιές και γενιές στη νεότερη Ιστορία μας, αποδείχθηκε προβληματικό στην εφαρμογή του και οδήγησε, τελικά, τη χώρα στη χρεοκοπία. Παρεμπιπτόντως, ας μη θεωρηθεί ότι το αριστερόστροφο αυτό σύστημα εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο από καλοπροαίρετα και ανθρωπιστικά διακείμενα δημοκρατικά καθεστώτα. Ο πρώτος που το εφάρμοσε στην πράξη (πριν το υιοθετήσει ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης του Μεσοπολέμου στην Αμερική) ήταν ένας πολύ γνωστός μας Γερμανός δικτάτορας με περίεργο μουστάκι. Κάπου διάβασα μάλιστα πως, αρχικά, ο ίδιος ο Κέυνς είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!

Το ερώτημα, τώρα, είναι: Αν υποτεθεί ότι απέτυχε ο Κέυνς, θα πρέπει άραγε να στραφούμε στον Δαρβίνο; Ο Μίλτον Φρίντμαν θα ορκιζόταν ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία! Σε ό,τι αφορά τα καθαρά οικονομικά ζητήματα, αφήνω τους ειδικούς να τον επιβεβαιώσουν ή να τον αμφισβητήσουν. Η Οικονομία, όμως, αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ζωής. Αν ο άνθρωπος επιδίδεται οικειοθελώς σε φιλανθρωπίες, τούτο δεν το υπαγορεύει η ανάγκη επιβίωσης ή η επιδίωξη περαιτέρω πλουτισμού, αλλά ένα εσωτερικό κίνητρο που σχετίζεται με την ανθρώπινη συνείδηση. Και η συνείδηση είναι εκείνη που καθορίζει τα υποκειμενικά και εξατομικευμένα όρια του ηθικού.

Υπάρχει «ηθική» στον Φιλελευθερισμό – με τον καθολικό και σύμμετρο τρόπο που ορίζεται αυτός στο εξαιρετικά παιδαγωγικό βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή; Στο σημείο αυτό, θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω ως παράδειγμα ένα πραγματικό περιστατικό που μου μετέφερε αυτήκοη μάρτυς:

Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας αφηγείτο με κομπασμό και ιδιαίτερα θετική διάθεση μία πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά την δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η προσκεκλημένη άρχισε κάποια στιγμή να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και το λάγνο βλέμμα τού (προφανώς στερημένου) κυρίου – αλλά και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) συζύγου του...

Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους! Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι, με βάση τις αρχές του Φιλελευθερισμού, η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα αναφαίρετο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης, λοιπόν, όσο ακραία και αποκρουστική συμπεριφορά και αν θεωρείται, είναι απόλυτα συμβατός με την φιλελεύθερη κοσμοθεώρηση. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, κάποιους «οπισθοδρομικούς» φιλοσόφους...

Ο Φιλελευθερισμός, ως γενικότερη κατεύθυνση κοινωνικής ζωής και όχι μόνο ως πολιτικό και οικονομικό σύστημα (όπως έχει καταλήξει να αντιμετωπίζεται), ενώ ωθεί το άτομο στο να αναζητά όλο και περισσότερη ελευθερία, αποποιείται την ευθύνη της ηθικής διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου στην διαχείριση της ελευθερίας που αποκτά (θεωρώντας, ίσως, ότι αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει να απασχολεί τη θρησκεία). Θα έλεγε κανείς ότι ο ηθικός προβληματισμός όχι μόνο απουσιάζει από τη φιλελεύθερη κοσμοθεωρία αλλά και αποτελεί ένα είδος «ταμπού» για εκείνη.

Πράγματι, αν αυτονόητα εξαιρέσουμε την υλική βλάβη στο σώμα ή στην περιουσία του συνανθρώπου, καθώς και την συκοφαντική προσβολή της προσωπικότητάς του, ο μόνος γενικά αποδεκτός «ηθικός» κανόνας για τον Φιλελευθερισμό είναι η αποφυγή του περιορισμού της ελευθερίας! Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ως αξιακό σύστημα, ο Φιλελευθερισμός είναι η απόλυτη υπέρβαση της ηθικής. Δεν πρόκειται για ηθικολογική εκτίμηση αλλά για λογική διαπίστωση. Θα επιχειρήσω να το εξηγήσω:

Το ηθικό ζήτημα αφορά την ανθρώπινη συνείδηση και κωδικοποιείται από ένα σύστημα αρχών τις οποίες ο καθένας χωριστά (ανεξάρτητα, δηλαδή, από τους άλλους ανθρώπους) αποδέχεται, και με βάση τις οποίες επιλέγει να λειτουργεί ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό του. Είναι ένα σύστημα που σχετίζεται με την ατομική συνειδητότητα και δεν ετεροκαθορίζεται. Δεν το υπαγορεύει, λ.χ., κάποια θρησκεία, ούτε το επιβάλλουν κάποιες θεσμοποιημένες κοινωνικές συμβάσεις. Αντιπροσωπεύει, λοιπόν, έναν απόλυτα εξατομικευμένο αξιακό κώδικα.

Οι αρχές αυτές (και όχι οι νόμοι της κοινότητας!) υπαγορεύουν στον άνθρωπο να επιδιώκει μικρότερο βαθμό ικανοποίησης των προσωπικών του επιθυμιών – άρα, να εκχωρεί μέρος της ελευθερίας του – προκειμένου να δοθεί περισσότερος χώρος στην ικανοποίηση των επιθυμιών κάποιων συνανθρώπων του – άρα, εκ των πραγμάτων, να διευρυνθεί ο δικός τους βαθμός ελευθερίας.

Επιδιώκοντας, λοιπόν, τη μεγιστοποίηση της ελευθερίας μας θα πρέπει αναγκαία να ελαχιστοποιήσουμε το σύστημα των αρχών επί τη βάσει των οποίων (εμείς οι ίδιοι) επιλέγουμε να λειτουργούμε ως κοινωνικές μονάδες. Οριακά, η απόλυτη, η απεριόριστη ελευθερία μπορεί μόνο να επιτευχθεί αν μηδενίσουμε αυτό το σύστημα αρχών (με αυτονόητη εξαίρεση, ασφαλώς, εκείνες που αφορούν υλική ή ακραία ηθική βλάβη). Με άλλα λόγια, αν αφαιρέσουμε ολοκληρωτικά την ηθική διάσταση από τη ζωή μας και τη λειτουργία μας ως μελών μιας κοινωνίας!

Ασφαλώς, ο Φιλελευθερισμός δεν αποτρέπει τον άνθρωπο από το να λειτουργεί κατά συνείδηση. Κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να θεωρείται φιλελεύθερο. Από την άλλη – και αυτό είναι που έχει σημασία – αποφεύγει και να ενθαρρύνει το άτομο να συμβουλεύεται τη συνείδησή του προκειμένου να αποφασίζει μέσα σε ποιο πλαίσιο θα κάνει χρήση της ελευθερίας του. Είναι σαν να χαρίζεις σε κάποιον ένα γεμάτο περίστροφο χωρίς παράλληλα να του εξηγείς τη σημασία της οριοθέτησης στην επιλογή των στόχων!

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο Φιλελευθερισμός, ως γενικότερη φιλοσοφική στάση και όχι αποκλειστικά ως πολιτικό ή οικονομικό δόγμα, υποστηρίζει το δικαίωμα στη μεγιστοποίηση της ελευθερίας του ατόμου – μέλους μιας κοινωνίας. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, αφού συναρτάται άμεσα με τους γενικούς (όχι μόνο τους οικονομικούς!) συσχετισμούς ισχύος ανάμεσα στα άτομα. Έτσι, η εκχώρηση μέρους της ελευθερίας του «ισχυρού» στον «ασθενέστερο» επαφίεται στη συνείδηση του πρώτου και αποτελεί, γενικά, ηθικό ζήτημα στο οποίο ο Φιλελευθερισμός αποφεύγει να πάρει θέση.

Σε καμία περίπτωση, ασφαλώς, δεν θα ισχυριζόμασταν ότι ο Φιλελευθερισμός είναι μία «ανήθικη» κοσμοθεωρία! Αυτό που λέμε είναι ότι ελάχιστα τον απασχολούν ζητήματα ηθικής, με εξαίρεση τη θέση ότι «ανήθικο» είναι μόνο το ανελεύθερο.

Όμως, η ελευθερία ως υπέρτατη ανθρώπινη αξία απλώνεται πέρα από τα όρια προβληματισμού του Φιλελευθερισμού. Γιατί, εκτός από την ελευθερία που διεκδικεί το άτομο ως κοινωνική μονάδα (στο πλαίσιο, δηλαδή, της σχέσης του με την κοινωνία) υπάρχει η ελευθερία του ανθρώπου στη σχέση του με τον εαυτό του. Μιλούμε εδώ για μία ελευθερία που είναι ζήτημα ατομικής συνειδητότητας και όχι υπόθεση συλλογικού θεσμικού πλαισίου. Ακόμα, λοιπόν, και σε ένα αυταρχικό καθεστώς που βίαια επιβάλλει τον περιορισμό της ελευθερίας, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για το άτομο είναι η απαλλαγή από τα δικά του, εσωτερικά δεσμά. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν, ενδεικτικά, η ματαιοδοξία, η αλαζονεία, ο εγωκεντρισμός, η πλεονεξία, ο άκρατος ανταγωνισμός, η μισαλλοδοξία...

Και, εδώ θα συνταχθούμε απόλυτα με την φιλελεύθερη λογική: Κανένας νόμος και κανένα σύστημα κοινωνικών θεσμών δεν θα μπορέσουν ποτέ να προσδώσουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και να επιβάλουν ανθρώπινες ιδιότητες σε κάποιον που δεν επιθυμεί να τα διαθέτει. Όπως η κυνική αυτοσχέδια «χορεύτρια» της ιστορίας που αφηγηθήκαμε νωρίτερα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Η σονάτα του Κρόιτσερ


Ο ιδιοκτήτης της βάρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Τόσα λεφτά για ένα σχεδόν σάπιο σκαρί που καιρό τώρα έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί! Ο αγοραστής δεν ήταν από εκείνους που λένε πολλές κουβέντες. Πλήρωσε χωρίς παζάρια και διαμαρτυρίες το ποσό που του είχε ζητηθεί, χαιρέτησε βιαστικά και μπήκε αμέσως στη βάρκα.

Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...

Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.

Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.

Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.

Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...

Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...

Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.

Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...

Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...

Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!

Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...

Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:

«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!

Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...

Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...

Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»

Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...

Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...

Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...



Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Έχουμε τελειώσει οριστικά με τον Νεύτωνα;


Στο εισαγωγικό μάθημα της κλασικής Μηχανικής, οι πρωτοετείς μου καταφέρνουν συχνά να με εντυπωσιάζουν. Έχοντας πρόσφατη την εμπειρία των Πανελλήνιων εξετάσεων και ζωντανές ακόμα στο μυαλό τους τις γνώσεις που αποκόμισαν από το φροντιστήριο, μπορούν να λύσουν τις πιο στρυφνές και απαιτητικές ασκήσεις με τόση ευκολία που, ομολογώ, κι εμένα με τρομάζει!

Από την άλλη, εισπράττω ενδιαφέρουσες απαντήσεις σε ερωτήματα εννοιολογικής φύσης. Για παράδειγμα, όταν ζητώ την διατύπωση του Νόμου της Αδράνειας με βάση τα όσα γνωρίζουν από το σχολείο, μερικοί μου απαντούν αόριστα ότι αφορά την αντίσταση των υλικών σωμάτων σε κάθε προσπάθεια μεταβολής της κινητικής τους κατάστασης. Όταν αντιλέγω ότι αυτό ορίζει τι είναι αδράνεια – ως γενική έννοια – αλλά δεν διατυπώνει τον νόμο που την αφορά, γίνονται πιο συγκεκριμένοι: «Κάθε σώμα έχει την τάση να διατηρεί την κινητική του κατάσταση αν πάνω του δεν ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός.»

Ωραία, θα πείτε, μην τα βασανίζεις άλλο τα παιδιά, καλά σου τα είπαν τώρα! Όμως ο υποχόνδριος και ξενέρωτος δάσκαλος επιμένει: Κινητική κατάσταση ως προς τι; Και, σε σχέση με ποιους παρατηρητές; Όλους, γενικά, ή κάποιους με πολύ συγκεκριμένες ιδιότητες;

Είναι τότε η ώρα να μιλήσουμε για τον λεγόμενο αδρανειακό παρατηρητή. Κάποιον, δηλαδή, ως προς τον οποίο ένα ελεύθερο σωμάτιο (ένα σωμάτιο που δεν του ασκούνται δυνάμεις) είτε κινείται με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά) είτε δεν κινείται καθόλου. Αυτός και μόνο αυτός έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί στο δικό του σύστημα συντεταγμένων (αδρανειακό σύστημα αναφοράς) τους νόμους του Νεύτωνα (Isaac Newton, 1643–1727) και, ειδικά, τον Πρώτο Νόμο, αυτόν της Αδράνειας.

Βέβαια, δεν μπορεί κάποιος να απαιτήσει από παιδιά που μόλις τέλειωσαν το Λύκειο να έχουν απόλυτα ξεκαθαρίσει μέσα τους λεπτές έννοιες της Μηχανικής που έχουν φέρει σε δύσκολη θέση γενιές Φυσικών! Έννοιες που συνεχίζουν να προβληματίζουν τον σκεπτόμενο φοιτητή των θετικών επιστημών στα πιο μεγάλα πανεπιστήμια του κόσμου...

Γράμμα από έναν Αμερικανό φοιτητή

Πριν κάπου τρία χρόνια έλαβα ένα email από έναν ιδιαίτερα ευφυή και φιλομαθή φοιτητή θετικών επιστημών σε Πανεπιστήμιο του Τέξας. Έχοντας διαβάσει κάποιο δημοσιευμένο παιδαγωγικό άρθρο μου πάνω στη Νευτώνεια Μηχανική [1,2] απευθύνθηκε σε εμένα με ένα σχεδόν εναγώνιο ερώτημα: Είναι οι τρεις νόμοι του Νεύτωνα αληθινά ανεξάρτητοι μεταξύ τους, ή μήπως ο πρώτος νόμος δεν είναι παρά ειδική περίπτωση του δεύτερου;

Σε κάποιους Φυσικούς, ιδιαίτερα αυτούς που διδάσκουν κλασική Μηχανική, το ερώτημα ίσως φαίνεται στοιχειώδες. Σπεύδω, εν τούτοις, να σημειώσω ότι το ζήτημα της ανεξαρτησίας των Νευτώνειων νόμων έχει προκαλέσει μεγάλη σύγχυση από την εποχή ακόμα του Νεύτωνα. Μάλιστα, έτυχε πρόσφατα να διαβάσω εκπαιδευτικό άρθρο σε κάποιο πανεπιστημιακό site του εξωτερικού, το οποίο άρθρο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο νόμος της αδράνειας (ο πρώτος νόμος) είναι άμεση συνεπαγωγή του δεύτερου νόμου. Ο καλός φοιτητής, λοιπόν, απλά έπεσε θύμα της παραπάνω σύγχυσης που, ως φαίνεται, καλά κρατεί!

Του απάντησα αμέσως εξηγώντας του ότι, χωρίς τον πρώτο νόμο, ο δεύτερος θα έχανε τη σημασία του. Ή μάλλον, θα ήταν εντελώς λανθασμένος στη διατύπωσή του, αφού θα έδινε την εντύπωση μιας γενικής αρχής που ισχύει ανεξάρτητα από την κινητική κατάσταση του παρατηρητή, πράγμα που ασφαλώς δεν ισχύει. Με άλλα λόγια, ο νόμος της αδράνειας ορίζει το «τερέν» μέσα στο οποίο διατυπώνεται και ισχύει ο δεύτερος νόμος. Όπως έγραψα στον φοιτητή, το να εφαρμόζουμε τον δεύτερο νόμο χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον πρώτο είναι σαν να επιχειρούμε να παίξουμε ποδόσφαιρο χωρίς να διαθέτουμε γήπεδο ποδοσφαίρου!

Ο νόμος της αδράνειας, λοιπόν, δεν είναι απόρροια αλλά, κατά κάποιον τρόπο, προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου νόμου. Τα ερωτήματα όμως δεν σταματούν εδώ: Ακόμα κι αν δεχθούμε την ανεξαρτησία των νόμων του Νεύτωνα μεταξύ τους, είναι το σύστημα των τριών αυτών νόμων επαρκές ως βάση για την ανάπτυξη της κλασικής θεωρίας;

Πριν προχωρήσουμε, ας δούμε τους νόμους συνοπτικά...

Οι Νόμοι του Νεύτωνα, όπως τους ξέρουμε

Ο Πρώτος Νόμος (νόμος της αδράνειας) εγγυάται την ύπαρξη αδρανειακών συστημάτων αναφοράς. Ως τέτοιο σύστημα εννοούμε ένα σύστημα συντεταγμένων ως προς το οποίο ένα ελεύθερο σωμάτιο (σωμάτιο που δεν του ασκούνται δυνάμεις) κινείται με σταθερή ταχύτητα (ή, ισοδύναμα, χωρίς επιτάχυνση).

Ο Δεύτερος Νόμος ορίζει ότι, ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς, η επιτάχυνση ενός σωματιδίου είναι ανάλογη της ολικής δύναμης που ασκείται πάνω του.

Σύμφωνα με τον Τρίτο Νόμο ή νόμο δράσης-αντίδρασης, όταν δύο σωματίδια αλληλεπιδρούν, οι δυνάμεις που ασκεί το ένα στο άλλο είναι ίσου μέτρου και αντίθετης κατεύθυνσης.

Όμως, ποια είναι η «ολική δύναμη» πάνω σε ένα σωμάτιο, στην οποία αναφέρεται ο δεύτερος νόμος; Αυτό δεν μας το λένε οι νόμοι του Νεύτωνα! Την απάντηση έδωσε ο Ελβετός φυσικομαθηματικός Ντάνιελ Μπερνούλι (Daniel Bernoulli, 1700–1782) μετά τον θάνατο του Νεύτωνα, διατυπώνοντας την αρχή της επαλληλίας. Σύμφωνα με αυτήν, αν ένα σώμα υπόκειται σε διάφορες αλληλεπιδράσεις, η ολική δύναμη πάνω του είναι το (διανυσματικό) άθροισμα των δυνάμεων από κάθε αλληλεπίδραση χωριστά.

Μια εναλλακτική αξιωματική θεώρηση

Με βάση όσα είπαμε παραπάνω, η κλασική Νευτώνεια Μηχανική βασίζεται σε τέσσερις θεμελιώδεις αρχές: τους τρεις νόμος του Νεύτωνα και την αρχή της επαλληλίας. Σχετικά πρόσφατα, όμως [1,2] τέθηκε και πάλι ένα αναθεωρητικό ερώτημα: Μήπως, τελικά, τέσσερις νόμοι είναι «πάρα πολλοί»; Αυτό οδήγησε στο, ας το πούμε, ανακάτεμα και ξαναμοίρασμα της τράπουλας, με ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα: Με κατάλληλη διατύπωση, οι νόμοι της Μηχανικής μπορούν να συμπυκνωθούν στη μορφή δύο μόνο ανεξάρτητων αξιωμάτων. Προσοχή: Δεν πετούμε τους δύο από τους τέσσερις αρχικούς νόμους και κρατούμε τους άλλους δύο, αλλά αναδιατυπώνουμε την αξιωματική βάση της Μηχανικής με τρόπο ώστε οι ανεξάρτητες αρχές να είναι δύο αντί τέσσερις. Φυσικά, από τα δύο θεμελιώδη αξιώματα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, ως ειδικά συμπεράσματα οι γνωστοί νόμοι της Νευτώνειας Μηχανικής.

Το πρώτο αξίωμα (θα το ονομάσουμε Α1), το οποίο στη Νευτώνεια Μηχανική προκύπτει από τους βασικούς νόμους ως παράγωγο θεώρημα, λαμβάνεται εδώ ως θεμελιώδης αρχή. Εκφράζει την αρχή διατήρησης της ορμής για ένα απομονωμένο σύστημα σωματιδίων και, έμμεσα, αξιώνει την ύπαρξη αδρανειακών συστημάτων αναφοράς. Στην ειδική περίπτωση απομονωμένου «συστήματος» που περιέχει ένα μόνο σωματίδιο, το αξίωμα Α1 ανάγεται στον νόμο της αδράνειας (πρώτο νόμο του Νεύτωνα).

Το δεύτερο αξίωμα (Α2) το γνωρίσαμε ήδη: είναι η αρχή της επαλληλίας, διατυπωμένη όμως λίγο διαφορετικά: Η μεταβολή της ορμής που προκαλεί σε ένα σωματίδιο ένα σύνολο αλληλεπιδράσεων, είναι ίση με το (διανυσματικό) άθροισμα των μεταβολών που θα προκαλούσε κάθε αλληλεπίδραση χωριστά.

Αν προσέξατε, μέχρι στιγμής πουθενά δεν εμφανίζεται η έννοια της δύναμης, η οποία αποτελεί την πεμπτουσία του δεύτερου νόμου του Νεύτωνα! Αυτό συμβαίνει διότι η δύναμη ορίζεται εδώ απλά ως ο ρυθμός μεταβολής της ορμής ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς. Με τον ορισμό αυτό, το αξίωμα Α2 οδηγεί στην κλασική διατύπωση της αρχής της επαλληλίας που, όπως είπαμε νωρίτερα, οφείλεται στον Μπερνούλι.

Χρησιμοποιώντας τώρα τα αξιώματα Α1 και Α2, καθώς και τον ορισμό της δύναμης, μπορούμε να αποδείξουμε ως θεώρημα κάτι που στη Νευτώνεια Μηχανική αποτελεί αξίωμα: τον νόμο δράσης-αντίδρασης (τρίτο νόμο του Νεύτωνα). Άλλα σημαντικά θεωρήματα που μπορεί να αποδειχθούν είναι η αρχή διατήρησης της στροφορμής, το θεώρημα μεταβολής της κινητικής ενέργειας, η αρχή διατήρησης της μηχανικής ενέργειας, κλπ.

Προβλήματα που παραμένουν...

Η οικονομικότερη αναδιατύπωση της αξιωματικής βάσης της Νευτώνειας Μηχανικής δεν απαλλάσσει, βέβαια, την κλασική θεωρία από τα εγγενή προβλήματά της. Πρώτα και κύρια, η θεωρία αυτή παύει να ισχύει σε έναν κόσμο πολύ υψηλών ταχυτήτων ή πολύ μικροσκοπικών διαστάσεων, δίνοντας τη θέση της στη Θεωρία της Σχετικότητας και την Κβαντική Θεωρία, αντίστοιχα. Υπάρχουν όμως προβλήματα ακόμα και στις συμβατικές περιοχές εφαρμογής της κλασικής θεωρίας. Ας δούμε τα κατά τη γνώμη μου πιο σημαντικά:

1. Το πρόβλημα των «αδρανειακών» συστημάτων αναφοράς

Απόλυτα αδρανειακά συστήματα αναφοράς δεν είναι δυνατό να υπάρχουν. Πράγματι, για να διαπιστώσουμε αν ένα σύστημα αναφοράς είναι αδρανειακό θα πρέπει να εξετάσουμε αν, ως προς αυτό, ένα οποιοδήποτε ελεύθερο σωμάτιο κινείται με σταθερή ταχύτητα (δηλαδή, χωρίς επιτάχυνση). Όμως, η έννοια του ελεύθερου σωματίου είναι καθαρά θεωρητική και κανένα σωμάτιο στον κόσμο δεν μπορεί στην πραγματικότητα να θεωρείται ελεύθερο, για τους εξής λόγους: (α) Κάθε υλικό σωμάτιο υπόκειται στη δύναμη της βαρύτητας που του ασκεί ο υπόλοιπος υλικός κόσμος, όσο μακριά κι αν βρίσκεται το σωμάτιο από αυτόν. (β) Για να διαπιστώσουμε αν ένα σωμάτιο κινείται με σταθερή ταχύτητα, θα πρέπει κάπως να αλληλεπιδράσουμε μαζί του (π.χ., να το φωτίσουμε ρίχνοντας πάνω του έναν ικανό αριθμό φωτονίων). Έτσι, στη διάρκεια της αλληλεπίδρασης το σωμάτιο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ελεύθερο.

2. Το πρόβλημα του ταυτόχρονου

Στον τρίτο νόμο του Νεύτωνα (ο οποίος, όπως προαναφέραμε, προκύπτει ως θεώρημα στη δική μας προσέγγιση) η αντίδραση θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα με τη δράση. Αυτό σημαίνει ότι δύο σωματίδια αλληλεπιδρούν στιγμιαία μεταξύ τους, όσο μακριά κι αν βρίσκεται το ένα από το άλλο, πράγμα που προϋποθέτει άπειρη ταχύτητα διάδοσης της αλληλεπίδρασης. Όπως γνωρίζουμε, όμως, καμία αλληλεπίδραση δεν διαδίδεται ταχύτερα από το ίδιο το φως!

Ένα επιπρόσθετο ζήτημα που είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε είναι το εξής: Σύμφωνα με την προσέγγισή μας, ένας «παρατηρητής» είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα ευφυές ελεύθερο σωμάτιο που έχει την ικανότητα να πραγματοποιεί μετρήσεις φυσικών μεγεθών όπως η ταχύτητα και η επιτάχυνση. Ο παρατηρητής αυτός μπορεί να χρησιμοποιήσει για τις μετρήσεις του οποιοδήποτε βολικό (κατά προτίμηση ορθογώνιο) σύστημα αξόνων (x,y,z). Κατά συνθήκη, ο παρατηρητής βρίσκεται σταθερά τοποθετημένος στην αρχή Ο των συντεταγμένων αυτού του συστήματος αναφοράς, μπορεί όμως να προσανατολίσει τους άξονες του συστήματός του κατά βούληση. Τώρα, όπως προκύπτει ως πόρισμα από το αξίωμα Α1, δύο αδρανειακοί παρατηρητές δεν επιταχύνονται ο ένας ως προς τον άλλο. Έτσι, η σχετική ταχύτητα ανάμεσα στις αρχές Ο και Ο΄ των αξόνων τους είναι χρονικά σταθερή (σαν ειδική περίπτωση, τα σημεία Ο και Ο΄ μπορεί ακόμα και να ταυτίζονται). Όμως, τι γίνεται αν οι άξονες του ενός συστήματος περιστρέφονται ως προς τους άξονες του άλλου; Πώς θα γνωρίζουμε αν πράγματι κάποιος από τους δύο παρατηρητές είναι αδρανειακός; Η απάντηση είναι ότι, ως προς το σύστημα αξόνων ενός αδρανειακού συστήματος αναφοράς, ένα ελεύθερο σωμάτιο δεν επιταχύνεται. Ειδικά, ως προς ένα περιστρεφόμενο σύστημα αξόνων, ένα ελεύθερο σωμάτιο θα εμφανίζεται να έχει τουλάχιστον κεντρομόλο επιτάχυνση (η επιτάχυνση αυτή σχετίζεται με την αλλαγή διεύθυνσης στην κίνηση του σωματίου). Ένα τέτοιο σύστημα αναφοράς, επομένως, δεν μπορεί να είναι αδρανειακό.

Σημειώνουμε, τέλος, ότι ένα στερεό σώμα, όπως και ένα συνεχές μέσο (π.χ., ένα ρευστό), μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν υλικά συστήματα αποτελούμενα από ένα τεράστιο πλήθος στοιχειωδών σωματιδίων. Έτσι, δεν απαιτούνται επιπρόσθετα αξιώματα για τη μελέτη τέτοιων σύνθετων συστημάτων.

Επίλογος

Αποτελούν τα όσα αναφέραμε την τελευταία λέξη πάνω στη Νευτώνεια Μηχανική; Και βέβαια όχι! Η φοβερή αυτή θεωρία παραμένει «ζωντανή» και επιδεκτική σε πιθανές νέες αναθεωρήσεις σε ό,τι αφορά την αξιωματική της θεμελίωση. Και, έστω κι αν η Σχετικότητα και η Κβαντομηχανική περιόρισαν το πεδίο εφαρμογής της, ας μην ξεχνούμε ότι η κλασική Μηχανική εξακολουθεί να κυβερνά την ίδια μας την καθημερινότητα. Εκεί που το πολύ γρήγορο και το πολύ μικρό αφορούν, στην καλύτερη περίπτωση, τα αυτοκίνητά μας και τα... ολοένα συρρικνούμενα εισοδήματά μας, αντίστοιχα. Ο Νεύτωνας στ’ αλήθεια ήρθε εδώ για να μείνει!

Αναφορές

C. J. Papachristou, Foundations of Newtonian Dynamics: An axiomatic approach for the thinking student

[1] Πρωτότυπη δημοσίευση:

Nausivios Chora, Vol. 4 (2012) 153-160

http://nausivios.snd.edu.gr/docs/partC2012.pdf

[2] Σε αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη μορφή:

https://arxiv.org/abs/1205.2326

Aixmi.gr

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η ΔΕΗ, τα ΕΛΤΑ, και ο καταναλωτής που πληρώνει την ανάρμοστη σχέση τους

Για το πόσο αξιόπιστα είναι σήμερα τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ) σε ό,τι αφορά την διανομή της αλληλογραφίας, έχουμε γράψει σε προηγούμενο σημείωμα (*). Την τραυματική εμπειρία της «αξιοπιστίας» των ΕΛΤΑ, όμως, βίωσαν πρόσφατα και οι καταναλωτές της ΔΕΗ που επέλεξαν να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς τους μέσω Ταχυδρομείου. Ως γνωστόν, για λόγους που ο καθένας μπορεί να υποθέσει, τα ΕΛΤΑ παρακρατούσαν τις εισπράξεις με αποτέλεσμα να βρεθούν οι καταναλωτές αντιμέτωποι με πλασματικές ληξιπρόθεσμες οφειλές στη ΔΕΗ και να απολέσουν την «έκπτωση συνεπείας» του 15%.

Την δυσλειτουργία του συστήματος κλήθηκαν να πληρώσουν οι ίδιοι οι καταναλωτές, με απίστευτη ταλαιπωρία σε ατέλειωτες ουρές στα καταστήματα της ΔΕΗ όπου στήθηκαν για να αποδείξουν ότι «δεν είναι ελέφαντες», κατά την λαϊκή ρήση. Για πολλούς ηλικιωμένους, το βάρος της ταλαιπωρίας εκ των πραγμάτων έπεσε σε συγγενικά ή άλλα πρόσωπα. Σε κάποιους, η έλλειψη προνοητικότητας και κοινωνικής ευαισθησίας εκ μέρους της ΔΕΗ μετέτρεψε ένα πρακτικό πρόβλημα σε εφιάλτη! Το παρακάτω περιστατικό συνέβη σε αναγνώστρια, η οποία μου το μετέφερε.

Η κυρία Ι.Χ. είναι υπέργηρη και καθηλωμένη στο κρεβάτι λόγω σοβαρών κινητικών προβλημάτων. Την Παρασκευή, αργά το μεσημέρι και ενώ λίγες ώρες νωρίτερα ο αρμόδιος υπουργός έδινε εξηγήσεις και υποσχέσεις στη Βουλή για την διόρθωση του προβλήματος που είχε προκύψει ανάμεσα σε ΔΕΗ και ΕΛΤΑ, δέχθηκε τηλεφώνημα από περιφερειακό κατάστημα της ΔΕΗ όπου με αυστηρό τόνο την «ενημέρωσαν» ότι ο τελευταίος λογαριασμός της ήταν απλήρωτος. Η κυρία Χ. διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι ποτέ δεν αφήνουν απλήρωτους λογαριασμούς στο σπίτι της, πράγμα που ελάχιστα έδειξε να συγκινεί την υπάλληλο της ΔΕΗ καθώς συμβουλευόταν το υπηρεσιακό κομπιούτερ της: «Κυρία μου, εδώ βλέπω ότι ο λογαριασμός σας δεν έχει εξοφληθεί!»

Λεπτομέρεια: Αν και βέβαιο είναι ότι γνώριζε το πρόβλημα που υφίσταται με τα ΕΛΤΑ, η υπάλληλος απέφυγε να κάνει την αυτονόητη ερώτηση αν ο λογαριασμός είχε ήδη εξοφληθεί εκεί, και αν ναι, να σπεύσει να καθησυχάσει την ηλικιωμένη γυναίκα. Πράγματι, τον λογαριασμό είχε προ πολλού εξοφλήσει εμπρόθεσμα στο Ταχυδρομείο της περιοχής η κόρη της κυρίας Χ. Η οποία κόρη, επιστρέφοντας στο σπίτι βρήκε την μητέρα της σε κατάσταση σοκ, ενώ μάταια προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον τηλεφωνικό αριθμό από τον οποίο είχε γίνει η κλήση (ο αριθμός όντως ανήκει σε κατάστημα της ΔΕΗ) αφού κανείς δεν υπήρχε, ή απλά δεν ήθελε, να σηκώσει το τηλέφωνο.

Για τις δύο γυναίκες ξεκίνησε έτσι ένα ψυχολογικά βασανιστικό τριήμερο, αφού θα έπρεπε να περιμένουν ως τη Δευτέρα το πρωί για να επικοινωνήσουν με τη ΔΕΗ και να βρουν την άκρη σε ένα αδιανόητο πρόβλημα που τους είχε προκύψει από το «πουθενά». Ίσως κάποιος άλλος στη θέση της κόρης να είχε μπει στον πειρασμό να προβεί ακόμα και σε μηνύσεις για το τηλεφωνικό «μπούλινγκ» που είχε εισπράξει η μητέρα της!

Η συνέχεια της ιστορίας: Δευτέρα πρωί, η κόρη της κυρίας Χ. πήγε στην τοπική ΔΕΗ με το δελτίο πληρωμής από τα ΕΛΤΑ ανά χείρας. Θεωρούσε αυτονόητο ότι, με την επίδειξη του πολύτιμου τεκμηρίου εξόφλησης, η ΔΕΗ αυτομάτως θα διέγραφε το πλασματικό χρέος από τα κομπιούτερ της. Διαπίστωσε προς απογοήτευσή της, όμως, ότι το αυταπόδεικτο δεν συμβαδίζει πάντα με το αυτονόητο σ’ αυτό τον τόπο. Με απλά ελληνικά, και με βάση τις ενδείξεις που υφίστανται τούτη τη στιγμή (αφού το τοπίο είναι εξόχως θολό και κάθε διαπίστωση υπόκειται σε ενδεχόμενη αναθεώρηση), ο ίδιος ο καταναλωτής θα συνεχίσει να χρωστά στη ΔΕΗ όσο συνεχίσουν να της χρωστούν τα ΕΛΤΑ! (Σε κομψή διατύπωση, μέχρι η ΔΕΗ να λάβει τα ηλεκτρονικά αρχεία με τις λίστες από τα ΕΛΤΑ...)

Σε κάθε περίπτωση, και έχοντας ξεκάθαρα αποδώσει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ταλαιπωρία χιλιάδων καταναλωτών της ΔΕΗ στην (ύποπτη) συμπεριφορά των ΕΛΤΑ, δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε και την έλλειψη ευαισθησίας εκ μέρους της ίδιας της ΔΕΗ απέναντι στο πρόβλημα που αντιμετώπισαν, όχι με δική τους υπαιτιότητα, οι πελάτες της. Τους οποίους έσπευσε να χαρακτηρίσει «ενόχους μέχρις αποδείξεως του εναντίου», χρεώνοντάς τους με πλασματικές ληξιπρόθεσμες οφειλές και – σαν να μην έφτανε αυτό – παρενοχλώντας τους τηλεφωνικά και αντιμετωπίζοντάς τους, γενικά, σαν κοινούς «μπαταχτσήδες»!

Οι παλιότεροι αναγνώστες θα θυμούνται ίσως το κλασικό διαφημιστικό σλόγκαν, «Είδες η ΔΕΗ;». Θέλουμε να πιστεύουμε ότι πρόθεση της εταιρείας είναι να συνεχίσει να επαληθεύει την αυθεντική του, θετική σημασία. Όσο για τα ΕΛΤΑ, ίσως ήρθε η ώρα να εξεταστεί το ζήτημα της εν γένει λειτουργίας τους σε όλη του την έκταση. Και, αν χρειάζεται, να ληφθούν αποφάσεις. Όχι απαραίτητα καθολικά αρεστές...

(*) ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-8-2017, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=896930

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Για έναν δάσκαλο που, ίσως, δεν υπήρξε ποτέ...


Πάνε είκοσι χρόνια, τώρα, που έφυγε από τη ζωή ένας δάσκαλος. Δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομά του (ήταν σε επιστημονικό πεδίο εντελώς διαφορετικό από το δικό μου) ως τη μέρα, πρόσφατα, που βρέθηκα τυχαία σε μία διάλεξη με θέμα την εκπαίδευση. Κι εκεί μίλησε γι’ αυτόν ένας πρώην φοιτητής του στο Πανεπιστήμιο. Με μεγάλο θαυμασμό και απέραντη αγάπη για τον δάσκαλο, όμως δίχως την παραμικρή ένδειξη θεοποίησης και ειδωλολατρίας. Γιατί, όπως τόνισε ο ομιλητής, ο δάσκαλος είναι πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Με γήινες ατέλειες κι αδυναμίες...

Παραθέτω από μνήμης, με άτακτη σειρά, τα πιο σημαντικά πράγματα που άκουσα για τον άγνωστο σε εμένα δάσκαλο:

Όταν δίδασκε δεν έκανε ποτέ μονόλογο από την κορυφή του Ολύμπου. Έκανε διάλογο με τους μαθητές του και τους ενθάρρυνε να τον διακόπτουν, όχι μόνο για να τον ρωτούν αλλά και για να τον διορθώνουν. Τους ζητούσε να τον αμφισβητούν διαρκώς, όπως και να αποδέχονται πάντα την αμφισβήτηση στο πρόσωπό του απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται. «Όποιος μας αμφισβητεί δεν είναι εχθρός μας», έλεγε, «αλλά μια καλή ευκαιρία να επανεξετάσουμε τις βεβαιότητές μας για το αλάνθαστο του εαυτού μας»!

Το ακροατήριό του στο αμφιθέατρο δεν χρησίμευε σαν καθρέφτης για να αυτοθαυμάζεται, δεν ήταν μέσο για να τροφοδοτεί τον – ούτως ή άλλως ανύπαρκτο – ναρκισσισμό του. Ήταν όμως καθρέφτης για να αυτοκρίνεται, να αναγνωρίζει τις ατέλειές του και να βελτιώνεται σαν δάσκαλος και σαν άνθρωπος. Επιζητούσε και απολάμβανε την εκτίμηση και την αγάπη των μαθητών του, δεν τους επέτρεψε όμως ποτέ να γίνουν οπαδοί του διολισθαίνοντας στην προσωπολατρία. Και, για να αποτρέψει τούτο το ενδεχόμενο, δεν έκανε τον εαυτό του να φαντάζει στα μάτια τους σαν ιδανικό και αξεπέραστο πρότυπο, αφού συνειδητά δεν έκρυβε από αυτούς τις ανθρώπινες αδυναμίες του.

Ήταν βαθιά και ουσιαστικά ταπεινόφρων, δεν δίδασκε απλά τη σημασία της ταπεινοφροσύνης χωρίς να τη βιώνει μέσα του. Ο στόμφος και η οίηση απουσίαζαν ολότελα από τον λόγο του. Αν και ευρυμαθής, δεν επιδιδόταν σε επίδειξη των γνώσεών του με σκοπό να εντυπωσιάσει το ακροατήριό του. Συχνά μάλιστα καμωνόταν πως δεν γνώριζε κάτι και οδηγούσε με τρόπο τους μαθητές του να το ανακαλύψουν μόνοι τους, λέγοντάς τους στο τέλος πως αποτελούσε γνώση που ήδη κατείχαν μέσα τους μα δεν γνώριζαν εξαρχής πως την κατείχαν! Πίστευε και δίδασκε πως στον πυρήνα της μάθησης βρίσκεται η αυτογνωσία. Το «γνώθι σαυτόν» ήταν το σταθερό παιδαγωγικό του αξίωμα.

Πίστευε επίσης πως το καλό μνημονικό μικρή αξία έχει μπροστά στην ορθή κρίση και τη διάθεση για αναζήτηση. Ο επιστήμων και δάσκαλος, έλεγε, δεν είναι μία απέραντη αποθήκη ονομάτων, χρονολογιών και δεδομένων αλλά ένας νους που μεθοδικά αναζητά την αλήθεια, την αξιολογεί, την οργανώνει, την καταγράφει, και στο τέλος τη μεταλαμπαδεύει στους μαθητές του με τρόπο τόσο απλό και κατανοητό που η αλήθεια αυτή να μοιάζει αυτονόητη.

Δίδαξε στους μαθητές του την αξία της ζωής και τους εμφύσησε την αγάπη γι’ αυτήν. Έλεγε πως ακόμα και ένας δοξασμένος θάνατος μικρή σημασία έχει αν πίσω του δεν αφήσει μία προσωπική πορεία βιωμένη στην πληρότητά της ως την τελευταία στιγμή. «Ζούμε για να ανακαλύπτουμε συνεχώς πόσο ψηλότερα μπορεί να φτάσει η συνειδητότητά μας», έλεγε, «όχι για να προετοιμάσουμε επιμελώς το τέλος μας τη στιγμή που δεν θα αντέχουμε άλλο το βάρος της ύπαρξής μας»!

«Έφυγε» ταπεινά κι αθόρυβα, έτσι όπως έζησε. Όχι ως ισχυρός, αλλά με βαθιά επίγνωση του πεπερασμένου της ύπαρξής του. Ούτε όμως κι έρημος, αφού δεν ανέβηκε ποτέ σε μοναχικές βουνοκορφές για να βλέπει τους άλλους από ψηλά, σαν να ήταν επίγειος θεός. Ο θάνατός του δεν αποτέλεσε πρώτο θέμα στα media, δεν έγινε ιστορία μυστηρίου κι ούτε θρύλος που στοίχειωσε τη λαϊκή φαντασία. Άφησε πίσω του κληρονόμους και συνεχιστές της σκέψης του, όχι στενόμυαλους, σκληροπυρηνικούς και μισαλλόδοξους οπαδούς. Και άφησε τις φοιτήτριές του με τη γλυκιά ανάμνηση ενός σεμνού δασκάλου, όχι με αίσθημα οιονεί χηρείας για την απώλεια κάποιου αυτάρεσκου εν δυνάμει εραστή...

Το τέλος της διάλεξης με βρήκε να αμφιβάλλω κατά πόσον αυτές οι ιδιότητες θα μπορούσαν πράγματι να αντιστοιχούν σε υπαρκτό πρόσωπο στον ακαδημαϊκό χώρο. Άραγε, μήπως ο δάσκαλος αυτός δεν ήταν παρά δημιούργημα της φαντασίας του ομιλητή, κάποιος που θα ‘θελε να είχε συναντήσει στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα μα δεν το αξιώθηκε ποτέ; Ή μήπως είχε υπάρξει, όχι όμως στον κόσμο τούτο αλλά σε ένα Σύμπαν αντιύλης όπου τα αρνητικά γίνονται θετικά και τα δεξιόστροφα αριστερόστροφα;

Μη θέλοντας, εν τούτοις, να καταστρέψω τη μαγεία που είχα βιώσει, αποφάσισα να μην καταφύγω σε μηχανές αναζήτησης στο Διαδίκτυο ενώ απέφυγα και να κάνω διερευνητικές ερωτήσεις στον βιβλιοπώλη μου. Εξ άλλου, τι κι αν ο δάσκαλος αυτός δεν είχε, τελικά, υπάρξει; Και τι θα απέκλειε το ενδεχόμενο να εμφανιστεί άξαφνα μια μέρα ένας σαν αυτόν σε κάποια αίθουσα διδασκαλίας, τη στιγμή ακριβώς που κανείς πια δεν θα ανέμενε τον ερχομό του;

Βέβαια, έχουν περάσει αιώνες από τότε που ο τελευταίος δάσκαλος του είδους έφυγε από τη Γη, δηλώνοντας ως το τέλος ότι το μόνο που γνώριζε ήταν πως δεν γνώριζε τίποτα! Κάποιοι προσπάθησαν αργότερα να μιμηθούν το δικό του τέλος, πίνοντας ενδεχομένως παρόμοιο ποτό. Με μία διαφορά μόνο: εκείνοι γνώριζαν τα πάντα...

Aixmi.gr

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Πόσο «δεξιός» ήταν ο Χίτλερ;


Άκουσα πριν καιρό κάποιον από τον χώρο της Αριστεράς να χαρακτηρίζει τους σημερινούς (νεο)φιλελεύθερους αντιπάλους του ως πολιτικούς απογόνους των συμπαθούντων τους Ναζί. Ομολογώ ότι, ως ακραία αντισυμβατικό χιούμορ, το βρήκα χαριτωμένο! Φαντάζομαι ότι ακόμα περισσότερο χαριτωμένος θα ακουγόταν ένας ισχυρισμός του τύπου, π.χ., ότι ο Χίτλερ υπήρξε πιο αριστερός από τον Μπαράκ Ομπάμα. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως, κατά μία έννοια, αυτό το δεύτερο έχει μεγάλη δόση αλήθειας!

Τους πολιτικούς όρους «δεξιός» και «αριστερός» συνηθίζουμε να τους χρησιμοποιούμε χωρίς να πολυ-σκεφτόμαστε τη σημασία τους, σαν a priori έννοιες που δεν υπόκεινται σε ορισμό αλλά επιδέχονται μονοσήμαντη και αυτονόητη ερμηνεία. Κάτι που αντιλαμβάνεται κάποιος σχεδόν διαισθητικά, αλλά το περίγραμμά του είναι τόσο σαφές ώστε με βάση αυτό να μπορούν να κατηγοριοποιούνται άνθρωποι και καθεστώτα. Για πολλούς, δεξιό είναι απλά κάθε πολιτικό σύστημα που «ευνοεί τους πλούσιους», ενώ αριστερό, κάθε σύστημα που «ευνοεί τους φτωχούς».

Η σύγχρονη φιλοσοφική τάση, εν τούτοις, είναι να αντιλαμβανόμαστε το δίπολο «αριστερά – δεξιά» με βάση το αντίστοιχο «ισότητα – ελευθερία». Η αντιστοίχιση, όμως, δεν είναι τόσο γραμμική όσο φαίνεται, αφού υπάρχει μία παράμετρος που συχνά παραβλέπουμε. Αυτή αφορά τον διαχωρισμό ανάμεσα στην κοινωνική (και, κατ’ επέκταση, πολιτική) και την οικονομική διάσταση των πραγμάτων. Αν ληφθεί υπόψη και αυτό το κριτήριο, ούτε η ισότητα είναι αποκλειστικά «αριστερό» προνόμιο, ούτε η ελευθερία αποκλειστικά «δεξιό».

Σε πολύ γενικούς όρους, θα λέγαμε συμβολικά ότι η κοινωνική διάσταση σχετίζεται με το «είμαι», ενώ η οικονομική με το «έχω». Έτσι, τόσο η ελευθερία, όσο και η ισότητα, μπορούν να αξιολογηθούν με βάση δύο διαφορετικές (αλλά συμπληρωματικές) θεωρήσεις.

Κοινωνική (συμπεριλαμβάνοντας και την πολιτική) ελευθερία σημαίνει ελευθερία στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιαχείριση του ατόμου. Σημαίνει ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων η ελευθερία στην πίστη, στον λόγο, στην αντίληψη και διαχείριση του σώματος, στην κοινωνική και πολιτική ένταξη, κλπ.

Η οικονομική ελευθερία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό (αν και οι λεγόμενοι φιλελεύθεροι τείνουν αυτό να το αρνούνται). Σημαίνει ελευθερία του ατόμου να επιδιώκει την απόκτηση περισσότερων αγαθών μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού βάσει θεσμοθετημένων κανόνων (η θεσμοθέτηση των οποίων, εν τούτοις, δεν γίνεται πάντα με τρόπο που σέβεται τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα...). Αυτό το είδος ελευθερίας δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε κρατική συμμετοχή ή παρέμβαση (πέραν των αναγκαίων ελαχίστων) σε οικονομικά ζητήματα, ενώ έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με το κράτος πρόνοιας.

Κοινωνική ισότητα σημαίνει ίσα δικαιώματα και ισότιμη μεταχείριση των ανθρώπων μιας κοινωνίας, ανεξάρτητα από χαρακτηριστικά όπως η φυλή, το φύλο, οι εθνικές και πολιτισμικές καταβολές, κλπ. Αυτονόητα, το είδος αυτό της ισότητας δεν είναι συμβατό με έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ακόμα και ο εθνικισμός.

Από διαφορετική σκοπιά, οικονομική ισότητα σημαίνει άμβλυνση, κατά το δυνατό (έως και πλήρη εξάλειψη, σε ακραίες περιπτώσεις) των οικονομικών ανισοτήτων σε μία κοινωνία. Και, επειδή μια τέτοια διαδικασία είναι αδύνατο να συντελεστεί με αυθόρμητο τρόπο, η κρατική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία. Μια τέτοια παρέμβαση στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία, καθώς και στην προσβασιμότητα όλων των πολιτών σε τομείς όπως η παιδεία και το σύστημα υγείας (αυτό που ονομάζουμε, δηλαδή, κράτος πρόνοιας).

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

1. Το καθεστώς Πινοσέτ στη Χιλή (1973–1990) αντιπροσωπεύει το απόλυτο κοντράστ ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική ελευθερία. Ένα από τα πλέον αιμοσταγή και τυραννικά δικτατορικά καθεστώτα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, υπήρξε ταυτόχρονα το πεδίο εφαρμογής του πρώτου πειράματος στην άνευ ορίων οικονομική φιλελευθεροποίηση (αυτό που ονομάζουμε – και θεωρώ τον όρο απόλυτα δόκιμο – νεοφιλελευθερισμό). Όπως είναι φυσικό, το πείραμα επέφερε κοινωνική ανισότητα και οδήγησε μεγάλα τμήματα του λαού της Χιλής σε οικονομική εξαθλίωση. [Οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι» συχνά αποσιωπούν την επιστημονική και ηθική υποστήριξη που πρόσφερε στον Πινοσέτ το ακαδημαϊκό πρότυπό τους, ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος και καθηγητής Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman). Μια πράξη που θα στιγματίζει για πάντα την υστεροφημία του...]

2. Το καθεστώς του Στάλιν, ακραίο έως απάνθρωπο πρότυπο σκληρού Μαρξιστικού συστήματος, επέβαλε την πολιτική της οικονομικής ισότητας καταλύοντας με βία και μαζικές δολοφονίες κάθε έννοια ατομικής, κοινωνικής, ακόμα και πολιτιστικής ελευθερίας. Γενικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι η κομμουνιστική ιδεολογία, στοχεύοντας στην εξίσωση των ανθρώπων μιας κοινωνίας μέσω ολικής κατάργησης της ελευθερίας τους, αποτελεί την αυθεντικότερη εκδοχή της αριστερής κοσμοθεώρησης (με βάση, τουλάχιστον, το διπολικό κριτήριο «ισότητα – ελευθερία», στο οποίο αναφερθήκανε νωρίτερα).

3. Η διακυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα αντίθεσης ανάμεσα στην οικονομική και την κοινωνική ελευθερία. Από τη μία, η περίοδος Ρέιγκαν σήμανε το οριστικό τέλος της μεταπολεμικής Κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής και την επάνοδο στον κλασικό οικονομικό φιλελευθερισμό, στα πρότυπα του νεοφιλελευθερισμού του Πινοσέτ στη Χιλή και της Θάτσερ στην Αγγλία. (Φυσικά, ο Μίλτον Φρίντμαν καλοδέχτηκε και ύμνησε δεόντως αυτή τη μετάβαση!) Από την άλλη, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την επιστροφή της χώρας στον κοινωνικό συντηρητισμό, με μία απόπειρα περιορισμού ή και ολικής κατάργησης πολλών κοινωνικών ελευθεριών που είχαν κατακτηθεί κατά την περασμένη δεκαετία (π.χ., μέσω προώθησης υπερσυντηρητικών δικαστών από τον Ρέιγκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ).

4. Οι υπέρμαχοι των ιδεών του κοινωνικού φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ (Liberals), παραδοσιακά ανήκοντες στο Δημοκρατικό Κόμμα και, κατά μία έννοια, πολιτικοί απόγονοι του Ρούσβελτ, θεωρούνται ως οι εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στη χώρα εκείνη. Στον τομέα της οικονομίας ασπάζονται τις Κεϋνσιανές ιδέες (αυξημένος κεντρικός έλεγχος της οικονομίας και σχετικός περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας, εργασία για όλους, πρόσβαση στο σύστημα εκπαίδευσης και το σύστημα υγείας για κάθε πολίτη, απέχθεια για τον οικονομικό φιλελευθερισμό, κλπ.). Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε φαινόμενο που παραπέμπει σε ρατσισμό ή σεξισμό.

Τις τελευταίες δεκαετίες, εν τούτοις, ο αμερικανικός κοινωνικός φιλελευθερισμός μοιάζει να προδίδει τις ίδιες τις αρχές του υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας, το οποίο θέτει ασφυκτικούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και έχει οδηγήσει σε ένα παρανοϊκό «κυνήγι μαγισσών» για όσους δεν υποτάσσονται στις επιταγές του.

5. Ποιο διαβόητο καθεστώς υπήρξε, ιστορικά, το πρώτο που συνέλαβε και εφάρμοσε στην πράξη (στον τομέα της οικονομίας μόνο, φυσικά!) τις Κεϋνσιανές ιδέες, πριν ακόμα το διανοηθεί ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της δεκαετίας του ’30 στην Αμερική (και, φυσικά, πολύ πριν ασπαστούν τις ιδέες αυτές οι Αμερικανοί κοινωνικοί φιλελεύθεροι); Πιθανώς το μαντέψατε: το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία, το οποίο ανέλαβε την εξουσία το 1933 αλλά είχε προ πολλού αποφασίσει το είδος της οικονομικής πολιτικής που επρόκειτο να εφαρμόσει!

Όπως σημειώνουν σε άρθρα τους [1,2] φιλελεύθεροι Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές όπως ο David Gordon και ο L.H. Rockwell, Jr., ήδη από το 1920 το ναζιστικό κόμμα είχε προτείνει ένα οικονομικό πρόγραμμα το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε κοινωνικοποίηση των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίες θα ενοικιάζονταν φθηνά, στη συνέχεια, σε μικρο-επιχειρηματίες. Ο ίδιος ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, μάλιστα, μετέπειτα διαβόητος Υπουργός Προπαγάνδας, υπήρξε φανατικός αριστερός στην αρχή της πολιτικής καριέρας του!

Στην ουσία, η Ναζιστική Γερμανία εφάρμοσε εξαρχής μία Κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ξόδευε όλο και περισσότερα στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής ενώ παράλληλα οδηγούσε τη χώρα στο δρόμο του πολέμου. (Όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε όμοια μονοπάτια κινήθηκε και ο Ρούσβελτ στην Αμερική, αν και η χώρα εκείνη σύρθηκε στον πόλεμο μετά το Περλ Χάρμπορ, έχοντας ως τότε αποφύγει να εμπλακεί σε αυτόν.)

Ο Χίτλερ, λοιπόν, χτύπησε την ανεργία ενεργοποιώντας κολοσσιαία προγράμματα δημοσίων έργων (τα οποία, βέβαια, είχε από πριν στην ατζέντα της η Δημοκρατία της Βαϊμάρης...) όπως η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων. Παράλληλα, άσκησε εκφοβισμό στον ιδιωτικό τομέα επιβάλλοντας έλεγχο των τιμών και της παραγωγικότητας, επέβαλε έλεγχο κεφαλαίων (capital controls – κάτι μας θυμίζει αυτό!), δημιούργησε εθνικό σύστημα υγείας και σύστημα ασφάλισης για ανέργους, κλπ. Γενικά, η παρεμβατική οικονομική πολιτική του ναζιστικού κόμματος αντανακλά την απέχθεια του καθεστώτος για την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, και τον εναγκαλισμό της ιδέας ενός εθνοκεντρικού «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Εξ ου και ο όρος «Εθνικοσοσιαλισμός» – που, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, δεν αποτελεί απλά ευφημισμό. Αξίζει να αναφέρουμε, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Κέυνς (Keynes) είχε αρχικά εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!

Η ναζιστική οικονομία, επομένως, κάθε άλλο παρά καπιταλιστική μπορεί να θεωρηθεί. Βέβαια, οι μεταρρυθμίσεις του Χίτλερ δεν πήγαν τόσο μακριά ώστε να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία ή να εθνικοποιηθούν όλα τα μέσα παραγωγής, όπως στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν. Όμως, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν είχαν πλέον τον έλεγχο των τιμών, αφού αυτές καθορίζονταν τώρα από την κυβέρνηση.

Τούτων λεχθέντων, το θεωρώ περιττό να αναφερθώ στη στάση του ναζιστικού καθεστώτος απέναντι σε ζητήματα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι κοινωνικές ελευθερίες και η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων (τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και το μαζικό ρατσιστικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος στέκουν αδιάψευστοι μάρτυρες κατάργησης, στην πράξη, όλων των παραπάνω αξιών...). Είναι, όμως, τουλάχιστον γελοίο να ταυτίζει κάποιος σήμερα τους Ναζί με τους σύγχρονους νεοφιλελεύθερους, την Μέρκελ, τον Σόιμπλε, ή τους εγχώριους θαυμαστές του Μίλτον Φρίντμαν!

Οι Ναζί δεν αντιπροσωπεύουν απλά μία πολιτική ιδεολογία, ούτε ήταν απλά και μόνο κάποιο ιδιαίτερα αντιπαθές πολιτικό καθεστώς. Υπήρξαν έκφραση του ακραίου, του απόλυτου Κακού. Μια αληθινή «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», για να θυμηθούμε τα λόγια του φιλόσοφου και θεολόγου Emil Fackenheim...

Αναφορές:

[1] David Gordon, Nazi Economic Policy

https://mises.org/library/nazi-economic-policy

[2] L. H. Rockwell, Jr., Hitler’s Economics

https://mises.org/library/hitlers-economics

Aixmi.gr

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ο Τελικός Κυπέλλου που η ΑΕΚ δεν κατέβηκε ποτέ...


Οι παρακάτω γραμμές αντανακλούν απόλυτα προσωπικές σκέψεις. Δεν βασίζονται σε οποιασδήποτε μορφής πληροφόρηση – την οποία ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε ο γράφων να έχει – και δεν διεκδικούν το αλάθητο σε ό,τι αφορά την ερμηνεία των πραγμάτων. Αφορμή γι’ αυτές υπήρξε ο Τελικός του Κυπέλλου Ελλάδος στο ποδόσφαιρο, όμως αυτός ήταν μόνο η κορύφωση μιας σειράς γεγονότων που θυμίζουν χολιγουντιανή παραγωγή...

Ο ΠΑΟΚ έπαιξε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στον Τελικό και δίκαια κατέκτησε το Κύπελλο. Το παραδέχθηκαν απόλυτα έντιμα, άλλωστε, οι ίδιοι οι αντίπαλοί του. Απέναντί του, όμως, δεν παρατάχθηκε η ΑΕΚ – όχι τουλάχιστον η ΑΕΚ που γνωρίζαμε μέχρι το μοιραίο εκείνο παιχνίδι της Τούμπας, που δεν τέλειωσε ποτέ. Ήταν η σκιά, το φάντασμα της ομάδας που νίκησε σε όλα τα ντέρμπι και έφυγε από το Γιουρόπα Λιγκ αήττητη και με ψηλά το κεφάλι! Ήταν μια ομάδα που έδινε την εντύπωση ότι μπήκε στο γήπεδο για να χάσει...

Για να είμαστε πραγματιστές, η ΑΕΚ δεν ξεκίνησε τη φετινή σεζόν με προοπτική να χτυπήσει τίτλο πρωταθλήματος. Το μαρτυρά, άλλωστε, το σφιχτό μπάτζετ σε ό,τι αφορά το ρόστερ της ομάδας. Η ΑΕΚ απλά δεν ήταν προετοιμασμένη για έναν τίτλο που ήρθε πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι αναμενόταν (το ομολόγησαν αυτό και άνθρωποι της διοίκησής της). Αν θέλουμε να «συνωμοσιολογήσουμε» λιγάκι, θα ήταν μάλλον απίθανο (ίσως σε κάποιους να φαντάζει και προκλητικό) να «επιτραπεί» σε μία ομάδα που μόλις πριν πέντε χρόνια χρεοκόπησε, έπεσε στην Γ΄ κατηγορία, και χωρίς πολλή δυσκολία ανέβηκε ξανά στην Α΄ – κατά πολύ πλουσιότερη μάλιστα! – να κατακτήσει τίτλο πρωταθλήματος τόσο σύντομα (θυμόμαστε τα 10 χρόνια του Ολυμπιακού μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά...).

Στην ΑΕΚ, λοιπόν, είχαν αποδεχθεί τον ΠΑΟΚ ως τον πιο πιθανό πρωταθλητή, και το ενδιαφέρον των Αεκτζήδων επικεντρωνόταν κατά κύριο λόγο στην πορεία των έργων για το γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Τελικά, κόντρα στις προβλέψεις, το πρωτάθλημα χάθηκε για τον ΠΑΟΚ και πήγε στην άμεση ανταγωνίστριά του, που απλά έτυχε να είναι η ΑΕΚ. Τον τίτλο αυτό ουδείς έκλεψε από τους Θεσσαλονικείς – οι οποίοι, να σημειώσουμε, είχαν εξαιρετικά ευνοϊκή μεταχείριση από την διαιτησία. Τον απώλεσαν μόνοι τους «αυτοκτονώντας» σε δύο διαδοχικά ντέρμπι με Ολυμπιακό και ΑΕΚ, χάρις σε ασυλλόγιστες συμπεριφορές των οπαδών και της διοίκησής τους, αντίστοιχα.

Παρ’ όλα αυτά, στο χώρο του ΠΑΟΚ αναπτύχθηκε μία απίστευτη θεωρία συνωμοσίας για υποτιθέμενες δόλιες ενέργειες της ΑΕΚ, σε συνεργασία με το αθηναϊκό ποδοσφαιρικό κατεστημένο, που είχαν ως αποτέλεσμα την υφαρπαγή του τίτλου. Στην ενίσχυση του αφηγήματος συνέβαλαν και αθλητικοί δημοσιογράφοι – οπαδοί με νοοτροπία χούλιγκαν που, με εμπρηστικά κείμενα και ρεπορτάζ (ακόμα και στην κρατική τηλεόραση) φανάτισαν υπέρμετρα τον κόσμο του ΠΑΟΚ. Ένας φανατισμός ανάμικτος με μίσος, που άγγιξε την απόλυτη ψύχωση απέναντι στην ΑΕΚ!

Το ζήτημα έγινε σενάριο τρόμου όταν διαφάνηκε η πιθανότητα συνάντησης της ΑΕΚ με τον ΠΑΟΚ στον Τελικό του Κυπέλλου. Το κλίμα εχθρότητας (κυρίως με ευθύνη του ΠΑΟΚ) που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των δύο ομάδων θα μπορούσε να μετατρέψει ένα τέτοιο παιχνίδι σε πολεμική σύρραξη με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την ασφάλεια των φιλάθλων, όσο και για το ίδιο το διεθνές status του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Η αλήθεια είναι ότι η ΑΕΚ κατέβαλε «φιλότιμες» προσπάθειες να μην προκριθεί στον Τελικό, και παραλίγο να το «καταφέρει». Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τη λήξη του δεύτερου ημιτελικού με τη Λάρισα, φαινόταν σχεδόν βέβαιο ότι η θεσσαλική ομάδα θα ήταν εκείνη που θα αντιμετώπιζε τον ΠΑΟΚ στο ΟΑΚΑ στις 12 Μαΐου. Ήρθε όμως ακριβώς την τελευταία στιγμή εκείνο το απίστευτο σε εκτέλεση γκολ του Λάζαρου, που δεν είμαι βέβαιος αν ο σκόρερ το πανηγύρισε επειδή θα σήμαινε την πρόκριση της ΑΕΚ ή επειδή θα ανέβαζε ακόμα περισσότερο τις μετοχές του στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο εν όψει της κυοφορούμενης μετακίνησής του στο λιμάνι...

Η μοίρα, λοιπόν, αποφάσισε: ΑΕΚ–ΠΑΟΚ στον Τελικό! Το τι έγινε στο παιχνίδι εκείνο το γνωρίζουμε ήδη. Η ΑΕΚ εμφάνισε ένα θλιβερό σύνολο επιπέδου (επιεικώς) Β΄ Εθνικής, παίζοντας ποδόσφαιρο χωρίς σχέδιο, χωρίς πάθος, και κάνοντας παιδαριώδη λάθη στην άμυνα – μια άμυνα που δεν είχαν λυγίσει κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης όπως η Μίλαν και η Ντιναμό Κιέβου! Σε αντίθεση με τον ΠΑΟΚ, που κατέβηκε στο γήπεδο «με το μαχαίρι στα δόντια», η ΑΕΚ έδινε την εντύπωση ότι έπαιζε για να παίξει, σαν τον κακό υπάλληλο που πηγαίνει στην εργασία του περιμένοντας υπομονετικά να περάσει το οκτάωρο μέχρι να σχολάσει.

Ήταν κάτι παραπάνω από φανερό ότι στην ΑΕΚ δεν υπήρχε κίνητρο. Αν, σε σχέση με αυτήν, ο ΠΑΟΚ ήταν όντως η «υπερομάδα» που ανέδειξε ο Τελικός, τούτο θα είχε κατά μείζονα λόγο καταφανεί στο «καταραμένο» παιχνίδι της Τούμπας, όταν ο ΠΑΟΚ έπαιζε, μπροστά στο δικό του κοινό, ένα ολόκληρο πρωτάθλημα. Το μοναδικό έγκυρο «γκολ», όμως, της συνάντησης εκείνης σημειώθηκε στα αποδυτήρια...

Χορτασμένη, λοιπόν, από τους πανηγυρισμούς και τις φιέστες για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, η ΑΕΚ εμφανίστηκε προκλητικά απροετοίμαστη (αν όχι ουσιαστικά αδιάφορη) στον Τελικό, με αποτέλεσμα να διασυρθεί και να δώσει δικαιώματα στους αντιπάλους της όχι μόνο να την αμφισβητήσουν αλλά και να την χλευάσουν. Αντίπαλοι – να το σημειώσουμε – που έδειξαν το ήθος τους επιδεικνύοντας στους ηττημένους την σημειολογία του «ανδρισμού» τους στη διάρκεια των πανηγυρισμών τους...

Το τι και γιατί συνέβη στον Τελικό της 12ης Μαΐου, είναι σε εμένα προφανές. Θα κρατήσω, όμως, την άποψή μου για τον εαυτό μου. Το ζητούμενο είναι να καθαρίσει τώρα η ατμόσφαιρα του ελληνικού ποδοσφαίρου από τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που προκάλεσαν οι διαψευσμένες προσδοκίες ενός ποδοσφαιρικού νεοπλουτισμού, σε συνδυασμό με βαθιά ριζωμένα τοπικιστικά συμπλέγματα και πάγιες συνωμοτικές φαντασιώσεις.

Ο ρόλος της αθλητικής δημοσιογραφίας είναι εδώ πρωταρχικός. Αν μη τι άλλο, στο να βοηθήσει να κλείσουν οι πληγές τις οποίες τόσο επιπόλαια κι ανεύθυνα υποδαύλισε και συντήρησε ένα ακραία οπαδικό κομμάτι της...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Χάρτινοι» μύθοι για ένα δίκαιο πρωτάθλημα

Περίσσεψε τούτες τις μέρες η μικροψυχία εναντίον της ΑΕΚ. Όχι μόνο για την κατάκτηση ενός εγχώριου τίτλου στο ποδόσφαιρο αλλά ακόμα και για έναν εθνικής σημασίας θρίαμβο στο μπάσκετ. Σαν τυχαίο παράδειγμα αναφέρω ότι, σε εκπομπή δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού, με θέμα την οικονομία, ένας εκ των παρουσιαστών – δηλωμένος οπαδός του Ολυμπιακού – ακούστηκε να ρωτάει ειρωνικά «πώς το λένε αυτό το κύπελλο, Σαπόρτα;» και να χαρακτηρίζει απαξιωτικά τη σπουδαία αντίπαλο της ΑΕΚ στον τελικό «μια καλή ομαδούλα»!

Η λάσπη, όμως, που σχεδόν έπνιξε την Αθήνα δεν ήρθε από τον Πειραιά (εξαιρώ τον γραφικό – πλην συμπαθή – Τάκη Τσουκαλά!) αλλά από την λεγόμενη «συμπρωτεύουσα», με το πρώτο συνθετικό του οποίου (αδόκιμου) όρου ουδέποτε, ως φαίνεται, συμβιβάστηκαν οι άνθρωποι της πόλης εκείνης. Κουραστήκαμε, λοιπόν, να ακούμε και να διαβάζουμε ιστορίες για «χάρτινα πρωταθλήματα», ειρωνείες για «τρομοκρατημένους παίκτες», και μυθεύματα για «διαπλοκές» της πρωταθλήτριας με την δήθεν αθηνοκεντρική εξουσία. Ακόμα και στην ιστορικότερη αθλητική (και όχι μόνο) εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης, δημοσιογράφοι που σε πολλά θυμίζουν χούλιγκαν έστησαν ένα άτυπο παράρτημα του γραφείου δημοσίων σχέσεων του ΠΑΟΚ, επιτρέποντας την ελεύθερη και άνευ αντιλόγου κατασυκοφάντηση της ΑΕΚ!

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, μερικούς από τους μύθους που διακίνησε (και συνεχίζει να διακινεί) η πλευρά του ΠΑΟΚ προκειμένου να μειώσει τη σημασία του τίτλου που κατέκτησε η ΑΕΚ:

1. Ο μύθος του «πρωταθλήματος που κρίθηκε στις δικαστικές αίθουσες»

Όπως όλοι γνωρίζουμε (αλλά κάποιοι καμώνονται πως δεν θυμούνται) η ΑΕΚ ουδεμία δικαστική διευθέτηση επεδίωξε και ουδεμία προσφυγή κατέθεσε για οιονδήποτε λόγο. Αντίθετα, σύρθηκε στα αθλητικά δικαστήρια από τον ίδιο τον ΠΑΟΚ, καλούμενη πλέον de facto να υπερασπιστεί το αυτονόητο συμφέρον της και να αναδείξει την ούτως ή άλλως αυταπόδεικτη αλήθεια σχετικά με το επεισοδιακό ντέρμπι της Τούμπας, που δεν τελείωσε ποτέ. Την δικαστική οδό, επομένως, επέλεξαν άλλοι, όχι η ΑΕΚ!

2. Ο μύθος του «πρωταθλήματος που παίζεται μόνο στους αγωνιστικούς χώρους»

Το ποδόσφαιρο παίζεται στα γήπεδα, όχι μόνο στους αγωνιστικούς χώρους. Αλλιώς, οι έννοιες «εντός έδρας» και «εκτός έδρας» θα έχαναν τη σημασία τους (οι αγωνιστικοί χώροι δεν διαφέρουν από γήπεδο σε γήπεδο!). Στο παιχνίδι συμμετέχουν έμμεσα και οι φίλαθλοι. Όχι μόνο με τις ιαχές τους και την ψυχολογική υποστήριξη που προσφέρουν στην ομάδα τους αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά τους, τα θεμιτά όρια της οποίας καθορίζει ο πειθαρχικός κώδικας ποδοσφαίρου, και τις υπερβάσεις των οποίων ορίων τιμωρεί η αθλητική δικαιοσύνη. Ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα έχει, ασφαλώς, η συμπεριφορά των διοικητικών και τεχνικών παραγόντων των ομάδων στη διάρκεια του αγώνα.

Όπως, λοιπόν, ένα αντικανονικό μαρκάρισμα εντός περιοχής μπορεί να κοστίσει μία ήττα σε κάποια ομάδα, το ίδιο μπορεί να κοστίσει και μία αντιαθλητική συμπεριφορά μερίδας φιλάθλων της ή μερικών εκπροσώπων της διοίκησης και του τεχνικού επιτελείου της. Είναι μία κανονική ήττα, όχι μια ήττα «στα χαρτιά», αφού η διακοπή του αγώνα οφείλεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα εντός γηπέδου!

3. Ο μύθος της «πραγματικής βαθμολογίας που αναδεικνύει πρωταθλητή τον ΠΑΟΚ»

Ας δούμε συνοπτικά τα δεδομένα πριν και μετά το διακοπέν παιχνίδι ΠΑΟΚ–ΑΕΚ στο γήπεδο της Τούμπας, το βράδυ της 11ης Μαρτίου 2018. Η ΑΕΚ έχει ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη με έναν «αέρα» +5 βαθμών και γνωρίζοντας ότι θα παίξει μπροστά σε άδειες εξέδρες λόγω τιμωρίας του ΠΑΟΚ για το ματς με τον Ολυμπιακό (το οποίο δεν άρχισε ποτέ για τους γνωστούς λόγους). Μέσα στην άγρια νύχτα, ο αθλητικός δικαστής αποφασίζει να επιστρέψει στον ΠΑΟΚ τους 3 βαθμούς που του είχαν πρωτόδικα αφαιρεθεί, αλλά και να ανοίξει τις θύρες στην Τούμπα.

Η ΑΕΚ, λοιπόν, ξεκινά τελικά το παιχνίδι με πλεονέκτημα +2 βαθμών, χωρίς να έχει ακουστεί η παραμικρή διαμαρτυρία από τη μεριά της. Παίζει καλό ποδόσφαιρο και χάνει σημαντικές ευκαιρίες να προηγηθεί στο σκορ. Ώσπου φτάνουμε στη μοιραία φάση, λίγα λεπτά πριν τη λήξη του παιχνιδιού, όταν ο Βαρέλα σκοράρει για τον ΠΑΟΚ. Βλέποντας το replay της φάσης, ήταν φανερό πως υπήρχε περίπτωση off-side (δεν θα το αναλύσω εδώ). Ο διαιτητής, εν τούτοις, αρχικά κατακυρώνει το τέρμα. Ξαφνικά, ο επόπτης στέλνει σήμα πως κάτι δεν πάει καλά. Δεν γνωρίζουμε τις ενδοσυνεννοήσεις διαιτητή και επόπτη, αυτό όμως που όλοι είδαμε ήταν τον διαιτητή σαφώς να ακυρώνει το τέρμα και τους παίκτες της ΑΕΚ να πανηγυρίζουν και να κατευθύνονται προς την περιοχή τους για να εκτελέσουν ελεύθερο.

Τη στιγμή εκείνη εισβάλλει οργισμένος στον αγωνιστικό χώρο ο πρόεδρος του ΠΑΟΚ, συνοδευόμενος από άνδρες της ασφαλείας του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ήταν οπλισμένος με περίστροφο... Παράλληλα, ο τεχνικός διευθυντής των γηπεδούχων κατευθύνεται προς τον διαιτητή και από τις χειρονομίες του γίνεται φανερό ότι του απευθύνεται απειλητικά.

Ο διαιτητής αποφασίζει, ως οφείλει εκ των κανονισμών, την διακοπή του αγώνα και κατευθύνεται στα αποδυτήρια, ακολουθούμενος από τους ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων. Από τη στιγμή εκείνη και μετά δεν βγήκε ποτέ στον αγωνιστικό χώρο για να σφυρίξει την επανέναρξη του αγώνα, πράγμα που σημαίνει την οριστική διακοπή του παιχνιδιού. Για λόγους άγνωστους σε εμάς, εν τούτοις, στο φύλλο αγώνα αντιστρέφει τη χρονική τάξη των γεγονότων, αναφέροντας ότι πρώτα ακύρωσε το γκολ του Βαρέλα και μετά, σε συνεννόηση με τον επόπτη, αποφάσισε να το θεωρήσει έγκυρο! (Γιατί, άραγε, πανηγύριζαν τότε οι παίκτες της ΑΕΚ, και για ποιο λόγο εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο ο πρόεδρος και ο τεχνικός διευθυντής του ΠΑΟΚ;)

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι για την διακοπή του αγώνα ευθύνεται αποκλειστικά η πλευρά των γηπεδούχων, ήταν φυσική η αφαίρεση βαθμών από τον ΠΑΟΚ και η κατακύρωση του παιχνιδιού υπέρ της ΑΕΚ. Ας κάνουμε, όμως, την μεταφυσική υπόθεση ότι ούτε βαθμοί είχαν αφαιρεθεί από τον ΠΑΟΚ, ούτε η ΑΕΚ είχε πάρει «στα χαρτιά» (όπως αρέσκονται κάποιοι να λένε) το παιχνίδι. Αυτό σημαίνει ότι, μετά την Τούμπα, η ΑΕΚ θα είχε απλά διατηρήσει το πλεονέκτημα των +2 βαθμών που είχε από τον ΠΑΟΚ. Στα παιχνίδια που απέμειναν ως τη λήξη του πρωταθλήματος, ο ΠΑΟΚ έκανε μόνο νίκες ενώ η ΑΕΚ έχασε 2 βαθμούς σε ένα παιχνίδι – αγγαρεία στην Κέρκυρα. Έτσι, με βάση την μεταφυσική μας βαθμολογία, ΑΕΚ και ΠΑΟΚ θα τελείωναν το πρωτάθλημα με τους ίδιους βαθμούς. Αλλά, υπάρχει μία λεπτομέρεια: η ΑΕΚ είχε πλεονέκτημα στην ισοβαθμία λόγω της νίκης της επί του ΠΑΟΚ στον πρώτο γύρο. Άρα, ακόμα και αν ο ΠΑΟΚ γλίτωνε τις συνέπειες για τη διακοπή του αγώνα της Τούμπας (πράγμα, φυσικά, αδύνατο) το πρωτάθλημα θα πήγαινε και πάλι στην ΑΕΚ!

Καλοί οι μύθοι, λοιπόν, στο βαθμό που απευθύνονται μόνο σε αφελείς και σε τυφλά φανατισμένους. Και, αν κρίνουμε από τους (συχνά αήθεις) σχολιασμούς που διαβάσαμε στα αθλητικά sites και τα social media, οι κατηγορίες αυτές ευδοκιμούν, δυστυχώς, σε αυτή τη χώρα. Στην εξάλειψη (ή έστω την άμβλυνση) του φαινομένου ελάχιστα συμβάλλει από τη μεριά της η αθλητική (διάβαζε: οπαδική) δημοσιογραφία. Που, αντί να ωθεί τους ανεγκέφαλους να ανέβουν επίπεδο, πέφτει συχνά στο θλιβερό δικό τους...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Ας χαλαρώσουμε λίγο με τον Γιάννη!


Θα μπορούσε να είναι υπόθεση παλιάς ελληνικής ταινίας με τον Κώστα Χατζηχρήστο:

Ο Θύμιος είναι ένας νέος που ζει σε ένα μικρό χωριό που δεν το πιάνει ο χάρτης (ας το ονομάσουμε, στην τύχη, «Θυμαριά» – καμία σχέση με ομώνυμες υπαρκτές τοποθεσίες). Από μικρός έδειξε πως έχει ταλέντο στη μπάλα. Έμαθε να παίζει κλωτσώντας φτηνά τόπια στις αλάνες και τα χωράφια, και έχει γίνει τώρα πια ο «σταρ» της τοπικής ερασιτεχνικής ποδοσφαιρικής ομάδας.

Κάποια μέρα, ένας ανιχνευτής ποδοσφαιρικών ταλέντων περνάει από το χωριό και ακούει για τον Θύμιο. Διαπιστώνει το ταλέντο του και – για να μην μακρηγορώ και κουράζω με λεπτομέρειες – τον παίρνει μαζί του στην Αθήνα όπου, σε λίγο καιρό, ο νεαρός βρίσκεται με δελτίο επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην ΑΕΚ (παρεμπιπτόντως, ομάδα που αγαπούσε ο Κώστας Χατζηχρήστος). Σύντομα ξεχωρίζει με το ταλέντο του και βρίσκεται, πλέον, να βγάζει πολλά χρήματα από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Σε λίγο, ολόκληρη η οικογένειά του μετακομίζει από τη Θυμαριά στην Αθήνα.

Πίσω στη Θυμαριά, κάθε γκολ του Θύμιου γίνεται αφορμή να στηθούν γιορτές και πανηγύρια! Σε κάθε βάφτιση αρσενικού παιδιού, ο παπάς του χωριού δίνει στο τέλος την ευχή «να γίνει σπουδαίος σαν τον Θύμιο», ενώ οι μανάδες των ανύπαντρων κοριτσιών ονειρεύονται να τον κάνουν μια μέρα γαμπρό τους.

Η αγάπη του χωριού για τον Θύμιο δεν μετριάζεται ούτε όταν εκείνος αρνείται – με μάλλον άκομψο τρόπο – να βοηθήσει την τοπική ομάδα παίζοντας με αυτήν σε ένα-δύο κρίσιμα παιχνίδια για το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα. Επικαλείται το συμβόλαιό του με την ΑΕΚ, το οποίο δεν του επιτρέπει συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες εκτός συλλόγου. Είναι άλλωστε και ένας «μικρο-τραυματισμός» που τον ταλαιπωρεί αυτή την εποχή...

Ας βάλουμε, τώρα, το φανταστικό μας σενάριο σε μεγεθυντικό φακό κι ας μεγαλώσουμε τη Θυμαριά ώστε να γίνει ολόκληρη χώρα – π.χ., Ελλάδα. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι ο Έλληνας παικταράς «Θύμιος» στην πραγματικότητα λέγεται Γιάννης και παίζει μπάσκετ, ενώ στη θέση της ΑΕΚ, ομάδας της κοντινής μας Αθήνας, ας τοποθετήσουμε έναν μεγάλο μπασκετικό σύλλογο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Ο Γιάννης, λοιπόν, διαπρέπει (και πλουτίζει) στην Αμερική, πράγμα που όλοι εμείς πίσω στην Ελλάδα θεωρούμε ως λόγο εθνικής υπερηφάνειας. Τα «καρφώματα» του Γιάννη στο καλάθι προκαλούν παροξυσμούς εθνικού μεγαλείου στα media, ενώ στην εθνική φαντασία τα στατιστικά του προσθέτουν πόντους στο ανάστημα της χώρας ολόκληρης. Και κάθε φωτογράφισή του για τα ξένα περιοδικά φαντάζει σ’ εμάς σαν να φωτογραφίζεται ο ίδιος ο Παρθενώνας!

Παράλληλα, όμως, οι δεσμοί του Γιάννη με την Ελλάδα γίνονται ολοένα και πιο χαλαροί. Ιδίως εκεί που η Ελλάδα τον χρειάζεται περισσότερο: στην αγωνιστική ενίσχυση της εθνικής της ομάδας (είναι κι εκείνο το ανελαστικό συμβόλαιο με τους παλιο-Αμερικάνους, που δεν καταλαβαίνουν τίποτα από αγάπη για άλλες πατρίδες...). Χαρακτηριστική είναι η αμήχανα διπλωματική – πλην απόλυτα παρεμφατική για όσους θέλουν να καταλάβουν – απάντησή του, σε συνέντευξη που έδωσε σε ξένη εφημερίδα, στο ερώτημα για το πώς βλέπει το μέλλον του στην εθνική ομάδα της Ελλάδας:

«Θέλω να είμαι στην Εθνική, αλλά πρέπει να έχω στο μυαλό μου και τις προσδοκίες που υπάρχουν στις ΗΠΑ. Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι άλλα πράγματα, αλλά σίγουρα δεν έχω πρόθεση να απουσιάσω.»

Βέβαια, τα ελληνικά media μίλησαν για μια υποτιθέμενη εμφατική δήλωσή του, σύμφωνα με την οποία θα ήθελε μελλοντικά (σε κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή, προσθέτω εγώ) να βρεθεί και πάλι κοντά στην «Επίσημη Αγαπημένη». Των Ελλήνων φιλάθλων, εννοείται...

Το καταθέτω ως προσωπική θέση, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα κάνω γι’ αυτό μόνο εχθρούς: Με ενοχλεί αφάνταστα η μικρο-επαρχιώτικη τάση μας να θεωρούμε εθνική υπόθεση τις επιτυχίες ενός Έλληνα επαγγελματία αθλητή στο εξωτερικό. Ο Γιάννης δεν πήγε στην Αμερική για να δοξάσει την Ελλάδα, πήγε για να αξιοποιήσει προς δικό του όφελος το τεράστιο ταλέντο του. Και, ας μην κρυβόμαστε, θα αδικούσε πολύ τον εαυτό του αν έμενε εδώ, ακόμα κι αν έπαιζε στους κορυφαίους ελληνικούς συλλόγους!

Χαίρομαι αληθινά που ένας Έλληνας αθλητής κάνει μεγάλη καριέρα εκτός συνόρων, αλλά έως εκεί. Δεν τον αντιμετωπίζω ως εθνικό ήρωα, δεν αισθάνομαι ότι του χρωστώ ευγνωμοσύνη για όσα κατάφερε, κι ούτε προσμετρώ τα επιτεύγματά του στους λόγους που θα μπορούσαν να με κάνουν περισσότερο εθνικά υπερήφανο.

Θα με κάνει αληθινά υπερήφανο, εν τούτοις, αν κάποια μέρα οδηγήσει με το μοναδικό ταλέντο του την εθνική ομάδα μπάσκετ της χώρας μου σε μια μεγάλη διεθνή επιτυχία. Ως τότε, όμως, ας χαλαρώσουμε λιγάκι με τον Γιάννη. Στο κάτω-κάτω, όπως και να το δούμε, η Ελλάδα δεν είναι «Θυμαριά»!

Aixmi.gr

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ας γίνει, τελικά, η δημόσια τηλεόραση συνδρομητική!

Η τηλεόραση της ΕΡΤ υποτίθεται πως είναι κοινωνικό αγαθό (όχι απλά κρατικό, πολλώ δε μάλλον κομματικό). Ως τέτοιο, οφείλει να απευθύνεται σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, προσφέροντας σε αυτήν έγκυρη και αμερόληπτη ενημέρωση. Αντ’ αυτής – όπως καλά γνωρίζουν και οι πέτρες σ’ αυτή τη χώρα – η δημόσια τηλεόραση είναι διαχρονικό φερέφωνο της (εκάστοτε) εξουσίας και κέντρο κομματικής προπαγάνδας προς όφελος της (όποιας) κυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, η ΕΡΤ συντηρείται με χρήματα που καταβάλλουν υποχρεωτικά όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, ακόμα κι εκείνοι που αισθάνονται ότι το συγκεκριμένο μέσο ενίοτε προσβάλλει βάναυσα τη νοημοσύνη τους!

Θα περίμενε κάποιος ότι σε θέματα, τουλάχιστον, που δεν άπτονται ευθέως της πολιτικής, η ΕΡΤ θα μπορούσε να επιδεικνύει κάποιο βαθμό αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Βέβαια, το «ευθέως» είναι σχετικό, αφού τα πάντα, τελικά, διαπλέκονται υπόγεια με την πολιτική και την επηρεάζουν. Εσχάτως, λοιπόν, στο κάδρο της διαπλοκής αυτής φαίνεται πως μπήκε και το ποδόσφαιρο. Διάχυτη είναι η εντύπωση στη φίλαθλη κοινή γνώμη ότι, ίσως λόγω των «φιλικών» σχέσεων της κυβέρνησης με ιδιοκτήτη μεγάλης ΠΑΕ, μία από τις ιστορικότερες αθλητικές (και όχι μόνο) εκπομπές της τηλεόρασης τείνει εν μέρει να θυμίζει παράρτημα του γραφείου δημοσίων σχέσεων της εν λόγω ΠΑΕ, προβάλλοντας κατά κόρον τα υποτιθέμενα «δίκια» της και επιχειρώντας εμφανώς να επηρεάσει ακόμα και εκκρεμούσες δικαστικές αποφάσεις...

Γενικά μιλώντας, ιδανική λύση για τα προβλήματα που προαναφέραμε θα ήταν η διαμόρφωση ενός αυστηρού θεσμικού πλαισίου που θα απέκλειε οριστικά τον έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Επειδή, όμως, γνωρίζουμε πολύ καλά σε ποια χώρα κατοικούμε, η μόνη αντικειμενικά εφικτή, αλλά και δίκαιη προς τους πολίτες, λύση είναι η μετατροπή της δημόσιας τηλεόρασης σε συνδρομητική. Αυτό θα πρόσφερε στον κάθε πολίτη την διακριτική ευχέρεια της επιλογής για το αν θα χρηματοδοτεί ή όχι από το υστέρημά του την ΕΡΤ.

Αυτονόητα, οι αρνούμενοι την ένταξη στο αποκλειστικά συνδρομητικό πλαίσιο θα στερούνται το προνόμιο να μπορούν να βλέπουν το τηλεοπτικό πρόγραμμα της ΕΡΤ. Και, για να μην εκληφθεί αυτό ως φθηνός σαρκασμός, σπεύδω να επισημάνω ότι, εξαιρουμένης της πολιτικά μονόπλευρης και ελάχιστα αντικειμενικής ενημέρωσης που προσφέρει, η δημόσια τηλεόραση είναι το μόνο τηλεοπτικό μέσο όπου μπορεί κάποιος να δει ποιοτικές εκπομπές. Γιατί, κοιτώντας πιο πέρα, χορταίνει καθημερινά το μάτι από τηλε-σκουπίδια...

ΤΟ ΒΗΜΑ