Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Ιστορία μιας προσφυγοπούλας (κι ενός πονηρού εμπόρου)


Δεν θυμάμαι αν την ιστορία την πρωτοάκουσα από τη γιαγιά μου, που είχε έρθει πρόσφυγας από την Πόλη. Το σίγουρο είναι ότι όλο και περισσότερο την ακούω και πάλι σήμερα, όμως σε μία σύγχρονη εκδοχή της. Εγώ, πάντως, θα την αφηγηθώ στην πρωτότυπή της μορφή. Και κάποιοι «μυημένοι» ομοϊδεάτες μου ίσως καταλάβουν τη συμβολική σημασία της...

Μια φορά στην Πόλη, λοιπόν, ένας σπαγγοραμμένος έμπορος υιοθέτησε ένα ορφανό και πάμφτωχο κορίτσι, το οποίο κάποτε ανήκε σε πλούσια και δοξασμένη οικογένεια που χρεοκόπησε και ξέπεσε.

Μοναδική προίκα του κοριτσιού (εκτός από το καλό της όνομα) ήταν ένα οικόπεδο σε κάποιο σημείο της Πόλης, εκεί που άλλοτε βρισκόταν το κατεδαφισμένο, πια, αρχοντικό της οικογένειας. Ο πονηρός έμπορος είχε βάλει στο μάτι το προνομιακό οικόπεδο για να χτίσει εκεί μια βίλα, την οποία θα εμφάνιζε ως μελλοντική προίκα του κοριτσιού όταν αυτό θα ερχόταν σε ηλικία γάμου.

Ώσπου κάποια στιγμή τής είπε με στενοχώρια ότι οι δουλειές δεν πήγαιναν και τόσο καλά, και θα έπρεπε να βοηθήσει κι εκείνη λιγάκι για να μαζευτούν τα χρήματα για το χτίσιμο. Την έπεισε, λοιπόν, να πιάσει δουλειά σαν υπηρέτρια σε πλούσια σπίτια σε άλλες, μακρινές πολιτείες. Κι εκείνη δεν αρνήθηκε...

Γύρισε κάποια στιγμή στην Πόλη, έχοντας μαζέψει κάμποσα χρήματα από τη δουλειά της. Και όλα τα πήρε ο έμπορος για να τα βάλει στην κατασκευή του σπιτιού. Σε εκείνη έδινε μόνο ένα ξεροκόμματο, ίσα να μην πεθάνει από την πείνα. Και έτσι αυτή άρχισε σιγά–σιγά να λιώνει και να ζαρώνει, ώσπου γίνηκε σωστός σκελετός που σε τίποτα δεν θύμιζε το όμορφο κορίτσι που ήταν κάποτε!

Όταν, επιτέλους, τέλειωσε το χτίσιμο της βίλας, εκείνη ήταν πια ελεεινά αδυνατισμένη, πρόωρα γερασμένη και ήδη απαξιωμένη από όλους τους υποψήφιους γαμπρούς της Πόλης. Όμως ο έμπορος καμάρωνε για το πελώριο, πολυτελές σπίτι που είχε φτιάξει. Οι κακές γλώσσες, μάλιστα, έλεγαν τότε ότι είχε κανονίσει ώστε η βίλα να είναι ουσιαστικά στο όνομά του για να την χρησιμοποιεί με τρόπο προσοδοφόρο για εκείνον. Όσο για την κόρη, τριγύριζε σαν φάντασμα μέσα στο καινούργιο σπίτι «της» που, για εκείνη, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από ένας τάφος πολυτελείας...

Βέβαια, για τους περισσότερους αυτό είναι μόνο ένα παραμύθι δίχως ιδιαίτερη σημασία. Ας το δεχθούμε, λοιπόν, ως τέτοιο για την ώρα. Και ας αφήσουμε την ίδια την Ιστορία να αναδείξει το διορατικό ή το ευφάνταστο των νοημάτων του. Εξ άλλου, κάποτε κι εμείς ακόμα που το αφηγούμαστε είχαμε αρνηθεί να το διανοηθούμε. Πόσο μάλλον να το πιστέψουμε...

* Ο Κώστας Παπαχρήστου επιμένει να αγαπά μία προγονική (του) Ιδέα. Κι ας ανήκει – κατά τη γνώμη μερικών ιδιοτελών κολάκων – στους «κομπλεξικούς» και τους «μίζερους» που έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν για τους «σωτήρες» της...

Aixmi.gr

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Ο ρατσισμός του δολοφόνου


Το κατά πόσον μία πράξη ή μία συμπεριφορά είναι ρατσιστική, είναι άμεσα εξαρτώμενο από το πώς ορίζει κάποιος αυτή τούτη την έννοια του ρατσισμού. Τον δικό μας ορισμό είχαμε καταθέσει σε παλιότερα κείμενα [1,2] και με βάση αυτόν θα αναπτύξουμε τις ιδέες μας στο παρόν.

Σε συμφωνία με τον γενικό ορισμό που έχουμε προτείνει, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ρατσιστική συμπεριφορά την αυθαίρετη τάση κάποιου να κατωτεροποιεί λόγω ή/και έργω κάποιον άλλον με βάση μία ιδιότητα την οποία ο δεύτερος φέρει ακούσια και η οποία δεν συνιστά ανασταλτικό υπαρξιακό παράγοντα (π.χ., απειλή) για τον πρώτο.

Κλασικό παράδειγμα ρατσιστικής πολιτικής ήταν οι διώξεις των Εβραίων από τους Ναζί, δεδομένου ότι η εβραϊκή ιδιότητα δεν αποτελεί επιλεγμένο (εκούσιο) χαρακτηριστικό, όπως επίσης και δεν συνιστά καθ’ οιονδήποτε τρόπο απειλή για μία κοινωνία. Από την άλλη, τα προληπτικά περιοριστικά μέτρα για άτομα που φέρουν επικίνδυνη επιδημική νόσο δεν συνιστούν ρατσιστική πολιτική αφού μία συγκεκριμένη ιδιότητα των ατόμων αυτών, αν και μη επιλεγμένη, αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ολόκληρη την κοινωνία.

Όπως οδυνηρά μας δίδαξε η Ιστορία, ο ρατσισμός ενίοτε οδηγεί σε μαζικά εγκλήματα. Το ναζιστικό Ολοκαύτωμα των 6 εκατομμυρίων είναι, ασφαλώς, κορυφαίο παράδειγμα. Το ίδιο και η προηγηθείσα εξόντωση ατόμων με σωματικές ή διανοητικές αναπηρίες. Και, πίσω από το καταρχήν ιδεολογικό υπόβαθρο των εγκλημάτων διακρίνει κανείς συχνά την κυνική όψη της ιδιοτελούς σκοπιμότητας, αφού σε πολλές περιπτώσεις οι Ναζί έσπευσαν να υφαρπάξουν τις περιουσίες και τις δουλειές εκείνων που στάλθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου. Ακόμα και τα μαλλιά και τα χρυσά δόντια των δολοφονημένων στο Άουσβιτς αξιοποιήθηκαν προς όφελος της γερμανικής οικονομίας!

Σήμερα, στο άκουσμα της λέξης «ρατσισμός» τείνουμε να παραπεμπόμαστε όλο και λιγότερο στα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και αυτή την ιστορική αμνησία έχει ήδη αρχίσει να πληρώνει η Ευρώπη με την ανησυχητική άνοδο του νεοναζισμού. Σε αυτό έχει συμβάλει τα μέγιστα η εννοιολογική σύγχυση που επικρατεί πάνω στον ρατσισμό, τον οποίο πολλοί (ακόμα και έγκριτοι κοινωνικοί αναλυτές) συγχέουν με την ξενοφοβία [3]. Η τελευταία, εν τούτοις, είναι μία εντελώς διακριτή έννοια που σχετίζεται κυρίως με τις αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών για τις παρενέργειες που έχει επιφέρει η ανεξέλεγκτη μετανάστευση. Αν και ενίοτε συνυπάρχει στην πράξη με τον ρατσισμό, η ξενοφοβία δεν θα πρέπει να θεωρείται ταυτόσημη με αυτόν!

Οι Ναζί, λοιπόν, κινούμενοι ιδεολογικά κάπου ανάμεσα στον Δαρβίνο και τον Νίτσε (όπως τουλάχιστον εκείνοι τον ερμήνευσαν) αποπειράθηκαν να εξοντώσουν όσους αυθαίρετα θεώρησαν ως «κατώτερους» και, σε πολλές περιπτώσεις, χρησιμοποίησαν αυτή την υποτιθέμενη «κατωτερότητα» των θυμάτων τους ως ηθικό άλλοθι για να εκμεταλλευτούν την εργασία τους και να ιδιοποιηθούν τα υπάρχοντά τους. Σύμφωνα με την διαστροφική λογική τους, ο δυνατότερος στην άσκηση βίας – ο παντοδύναμος «Άριος» – έχει δικαίωμα ζωής, θανάτου, εκμετάλλευσης και υπεξαίρεσης πάνω στον αδύνατο!

Σήμερα, σε μία «προοδευτική» κοινωνία που δηλώνει αντιρατσιστική και οραματίζεται μια χώρα χωρίς μέσα καταστολής και δίχως κελιά φυλακών – ίσως ακόμα και χωρίς νόμους (το σλόγκαν «νόμος και τάξη» ακούγεται σχεδόν πάντα με ειρωνική διάθεση) – τείνουμε να εμφανίσουμε ηθική και ψυχική απάθεια (θα έλεγα, ανοσία) απέναντι στο ολοένα κλιμακούμενο φαινόμενο της εγκληματικότητας. Και δεν αναφέρομαι καν σε μικροκλοπές ή, έστω, αναίμακτες μικρο-διαρρήξεις αλλά σε φρικιαστικά εγκλήματα απερίγραπτης αγριότητας απέναντι, κυρίως, σε ανήμπορους ανθρώπους, συνήθως ηλικιωμένους. Μία τέτοια περίπτωση είχαμε εξιστορήσει σε παλιότερο κείμενο [4], αποτελεί όμως σταγόνα στον ωκεανό της καθημερινής βίας.

Αν, εν τούτοις, αναλύσει κάποιος την ηθική βάση του δολοφονικού ρατσισμού, η οποία συνοψίζεται στο δόγμα «ο αδύναμος είναι άξιος να αφανιστεί προς όφελος του ισχυρού», θα διαπιστώσει ότι ελάχιστα διαφέρει η βία των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου ενάντια σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους, από εκείνη μιας συμμορίας σκληρών κακοποιών που εισβάλλουν στο σπίτι ενός ηλικιωμένου και, δίχως την παραμικρή ηθική αναστολή, τον βασανίζουν απάνθρωπα, έως και τον δολοφονούν με τρόπο κτηνώδη, για να του αποσπάσουν λίγα χρήματα που πιθανώς έχει φυλαγμένα.

Οδηγούμαστε, έτσι, στο παρακάτω οξύμωρο: Εκείνοι που – θεωρητικά τουλάχιστον – αντιμάχονται τη ρατσιστική βία του νεοναζισμού, ταυτόχρονα επιδεικνύουν ευαισθησία και κατανόηση για όλους αδιακρίτως τους εκτίοντες ποινές για εγκλήματα που έχουν διαπράξει, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, και ζητούν τη μέγιστη δυνατή επιείκεια της πολιτείας απέναντί τους. Τούτο, ασφαλώς, έχει τις αφετηρίες του στην καθολική και αδιάκριτη δαιμονοποίηση των κρατικών μηχανισμών προστασίας του πολίτη, σύμφωνα με το ιδεοληπτικό δόγμα ότι χειρότερη κι απ’ το χειρότερο έγκλημα είναι η επιβολή του νόμου από τα όργανα της τάξης!

Διάβασα πρόσφατα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης μία πολύ εύστοχη επισήμανση της φίλης νομικού Μ.Τ. εκ Θεσσαλονίκης, και την μεταφέρω επειδή αξίζει να μας προβληματίσει:

«Όσο υποτιμούμε τον φόβο των ανθρώπων και την ανάγκη τους για ασφάλεια, τόσο κερδίζουν αυτοί που όλοι φοβόμαστε!»

Όσο και αν μεμφόμαστε τον άνθρωπο της γειτονιάς που με την ψήφο του συνέβαλε στην κοινοβουλευτική «κανονικοποίηση» των νεοφασιστών, θα πρέπει να αναλογιστούμε κατά πόσον η δημοκρατική πολιτεία, αλλά και όλοι όσοι ομνύουμε στα δημοκρατικά ιδεώδη, έχουμε επιδείξει την δέουσα κατανόηση στην ανάγκη του ανθρώπου αυτού να ξαναβρεί το αίσθημα ασφάλειας που εδώ και χρόνια έχει απολέσει λόγω της ολοένα αυξανόμενης εγκληματικότητας. Οι «προοδευτικές» ρητορείες που κατανοούν έως και δικαιολογούν τον θύτη – ιδίως αν πρόκειται για φιλοξενούμενο στη χώρα – το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να προσφέρουν πεδίο δόξης λαμπρό σε κάθε είδους αντιδημοκρατικές και ρατσιστικές δυνάμεις που με κάθε ευκαιρία εμφανίζονται πρόθυμες να υποκαταστήσουν την επίσημη πολιτεία στο θέμα της ασφάλειας των πολιτών. Μια πολιτεία που καταγγέλλεται ως «απάνθρωπη» και «αντιδημοκρατική» όταν απλά επιχειρεί να εφαρμόσει τον νόμο απέναντι στο έγκλημα αλλά και την αναρχία (αν και αυτό το δεύτερο ζήτημα είναι ξέχωρο από την παρούσα συζήτηση).

Και, πηγαίνοντας πιο μακριά και πιο πίσω στον χρόνο, ας μην ξεχνούμε ποτέ το ιστορικό δίδαγμα ότι ο συνδυασμός οικονομικής καταστροφής και εθνικής ταπείνωσης με γενικευμένη βία κι ανομία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τις ανθρώπινες αξίες. Εκτός των άλλων, έφερε κάποτε στην εξουσία έναν δικτάτορα που εφάρμοσε τον ρατσισμό στην πιο αδιανόητη κι απάνθρωπη εκδοχή του...

Αναφορές:

[1] https://www.aixmi.gr/index.php/ratsismosmhpwsprepei/

[2] https://www.tovima.gr/2014/03/07/international/a-conceptual-approach-to-racism/

[3] https://www.tovima.gr/2013/05/08/opinions/i-ksenofobia-sto-mikroskopio-tis-koinis-logikis/

[4] https://www.aixmi.gr/index.php/dolofonounalogaotangeras/

Aixmi.gr

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Οι αλά καρτ "ανθρωπιστικές" ευαισθησίες μας...


Αν αντέχει κάποιος να το ψάξει στο Google, θα βρει αμέτρητες (κυριολεκτικά!) περιπτώσεις δολοφονιών ηλικιωμένων ατόμων μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, με τρόπους τόσο απάνθρωπους και κτηνώδεις που ξεπερνούν τη δυνατότητα του ανθρώπινου μυαλού να τους χωρέσει!

Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις που έγινε δυνατό να εξιχνιαστούν, θύτες ήταν παράνομοι "μετανάστες" ή τοξικομανείς. Κάποιοι από αυτούς κυκλοφορούν ήδη ελεύθεροι στους δρόμους, έχοντας εκτίσει ποινές δυσανάλογα μικρές σε σχέση με τα εγκλήματα που διέπραξαν. Σε άλλες περιπτώσεις, που δεν εξιχνιάστηκαν, υπάρχουν μόνο βάσιμες υποψίες...

Τα ονόματα των θυμάτων δεν τα συγκρατήσαμε και δεν τα θυμόμαστε. Ίσως δεν αναφέρθηκαν καν στα δελτία ειδήσεων. Ήταν μόνο κάποιοι άτυχοι "ασήμαντοι" άνθρωποι που την κακιά ώρα βρέθηκαν άθελά τους μπροστά σε κακούς ανθρώπους. Και - κακό του κεφαλιού τους - δεν είχαν ποτέ φροντίσει να καταγραφούν στην προοδευτική μας συνείδηση ως "ακτιβιστές". Ο ακτιβισμός τους ήταν απλά ο αγώνας μιας ζωής ολόκληρης για να στήσουν μια οικογένεια, να κρατήσουν ένα σπίτι, να μεγαλώσουν παιδιά, να στηρίξουν εγγόνια. Συχνά το πλήρωσαν στο τέλος με εγκατάλειψη και μοναξιά. Και ήταν έτσι εύκολα θύματα για τα τέρατα...

Εδώ και μέρες, τα δελτία των ειδήσεων σε ραδιόφωνο και τηλεόραση, τα κορυφαία ειδησεογραφικά sites, οι εφημερίδες, όλος ο καλός ο κόσμος, τέλος πάντων, αναφέρονται εμμονικά σε ένα πολύ συγκεκριμένο έγκλημα. Το θύμα τείνει να πάρει διαστάσεις εθνικού συμβόλου, ενώ κάποιοι έφτασαν στο σημείο να ενοχοποιήσουν για τον φόνο ολόκληρη, σχεδόν, την ελληνική κοινωνία!

Τελικά, θα πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι υπάρχουν εγκλήματα δύο ταχυτήτων. Κάποιοι γίνονται μάρτυρες. Και κάποιοι απλά στατιστικές...

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται σε αληθινό περιστατικό που συνέβη στο Παγκράτι το 2012. Ομολογώ με μία δόση ντροπής ότι δεν θυμάμαι το όνομα του ηλικιωμένου θύματος, που θα μπορούσε να ήταν ο πατέρας ή η μητέρα του καθενός μας. Όπως δεν έχω συγκρατήσει και πολλά άλλα ονόματα στην ατέλειωτη λίστα τού αλά καρτ "ανθρωπισμού" μας...

Περί μοναξιάς (ή, τι είναι τελικά ρατσισμός;)

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Σκέψεις μετά το ολοκαύτωμα μιας γειτονιάς της Αθήνας


Βλέποντας ανήμερα του «Πολυτεχνείου» την πόλη μου για μία ακόμα φορά να καίγεται από τα χαϊδεμένα παιδιά του πολιτικού συστήματος, βίωσα συναισθήματα και έκανα γενικότερες σκέψεις που με προβλημάτισαν. Μπήκα, τότε, σε μία επώδυνη διαδικασία αυτοαμφισβήτησης και επανεξέτασης σε ό,τι αφορά τα ίδια τα δημοκρατικά μου φρονήματα. Και, καθώς δεν κατέληξα σε οριστικά συμπεράσματα, σκέφτηκα να ζητήσω τη βοήθεια του αναγνώστη του site, μήπως και βρω κάποια άκρη.

Προς διευκόλυνση των κριτών, παραθέτω επιλεκτικά και επιγραμματικά μερικές προσωπικές θέσεις πάνω σε διαχρονικά ζητήματα. Θέσεις που θα μπορούσαν ακόμα και να οδηγήσουν κάποιους στο συμπέρασμα ότι διακατέχομαι από υπολανθάνον «φασίζον» σύνδρομο! Τις θέτω στην κρίση σας:

1. Αγαπώ (ή, σε κάθε περίπτωση, δεν απεχθάνομαι) την τάξη και την ασφάλεια. Αισθάνομαι πιο βολικά στη θέα ενός αστυνομικού απ’ ό,τι σε εκείνη ενός ατόμου που με κοιτάζει με τρόπο ύποπτο. Και θα ήθελα, αν ήταν δυνατό, να υπάρχουν κάμερες με 24ωρη καθημερινή λειτουργία σε κάθε γωνιά της πόλης...

2. Θέλω να ελέγχονται αυστηρά όσοι περνούν τα σύνορα της χώρας μου ζητώντας φιλοξενία. Και όσοι δεν την τιμούν, να τα περνούν άμεσα από την ανάποδη...

3. Γενικότερα, δεν θεωρώ τον φόβο ηθικό παράπτωμα. Γι’ αυτό, δεν καταδικάζω a priori στη συνείδησή μου την ξενοφοβία, ταυτίζοντάς την με το αποκρουστικό φαινόμενο του ρατσισμού...

4. Πιστεύω ότι το κάψιμο της ελληνικής σημαίας θα πρέπει να τιμωρείται με αφαίρεση ιθαγένειας ή απέλαση, ανάλογα με την περίπτωση...

5. Θέλω να καταργηθεί... χθες το λεγόμενο «πανεπιστημιακό άσυλο» της ανομίας και της αλητείας...

6. Δεν θεωρώ την αυτοκαταστροφή μέσω «εξαρτήσεων» ως πράξη ηρωισμού, και δεν δέχομαι το παραμικρό ελαφρυντικό για όσους παρανομούν εις βάρος της κοινωνίας προκειμένου να συντηρήσουν το θλιβερό πάθος τους...

7. Πιστεύω ότι τον Δεκέμβρη του ’08 η πόλη μου πλήρωσε ακριβά ένα τίμημα που δεν της αναλογούσε...

8. Πιστεύω επίσης ότι η Marfin ήταν δολοφονία με πολιτικό υπόβαθρο, η οποία αντί να τιμωρηθεί (συν τοις άλλοις και) πολιτικά, ανταμείφθηκε με εξουσία...

9. Θέλω να ξαναδώ τα Εξάρχεια να γίνονται γνωστά μόνο για τις γραφικές γειτονιές τους, τα παραδοσιακά θερινά σινεμά τους, τα φιλικά καφέ τους, τα σουβλάκια του «Αχιλλέα» και τις νοστιμιές της «Ροζαλίας»...

10. Θέλω, τέλος, την ομάδα μου, την ΑΕΚ, κατευθείαν στη Β΄ Εθνική αν επιτρέψει ξανά την είσοδο στο γήπεδο σε αλήτες και περιθωριακά στοιχεία που βρίσκονται εκεί μόνο και μόνο για να σπάσουν, να κάψουν και να βιαιοπραγήσουν καθ’ οιωνδήποτε. Το τι θα κάνουν οι υπόλοιπες ομάδες ελάχιστα με αφορά...

Ο αναγνώστης μπορεί τώρα να με κρίνει. Και κάθε άποψη σχετικά με την απουσία ή όχι δημοκρατικού φρονήματος από την μηδαμινότητά μου, καλοδεχούμενη. Για να γνωρίζω, επιτέλους, κι εγώ!

Aixmi.gr

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Θλίψη για το Μετρό που παρακμάζει...


Το Μετρό της Αθήνας μπήκε δυναμικά στη ζωή μας ένα Σαββατοκύριακο στο τέλος Ιανουαρίου του 2000. Αυτό που εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν πως δεν θύμιζε σε τίποτα τη μιζέρια και την παρακμή των υπόλοιπων μέσων μαζικής μεταφοράς. Η καθαριότητα στους σταθμούς ήταν υποδειγματική, ενώ η φρούρηση στους χώρους, η οποία δεν είχε (κυριολεκτικά) το παραμικρό να ζηλέψει από την αντίστοιχη στο Προεδρικό Μέγαρο, έδινε στο επιβατικό κοινό ένα μοναδικό αίσθημα ασφάλειας.

Ύστερα ήρθε η κρίση. Και μαζί με αυτή – ή μάλλον, εξαιτίας της – ήρθαν στο προσκήνιο πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονταν ζωή εναρμονισμένη με το σύνθημα «δεν πληρώνω», ενώ παράλληλα θώπευαν τα αυτιά εκείνων που θα βολεύονταν καλύτερα σε μία κοινωνία δίχως νόμο και τάξη.

Βαθμιαία, το Μετρό της Αθήνας άρχισε κι εκείνο να υφίσταται τις συνέπειες της νέας φιλοσοφίας της ελληνικής Πολιτείας. Ο έλεγχος των εισερχομένων και η εν γένει φρούρηση των χώρων χαλάρωναν συνεχώς, με διπλά αρνητικό αποτέλεσμα. Πρώτον, η πληρωμή του κομίστρου κατέληξε να επαφίεται ουσιαστικά στον πατριωτισμό (δηλαδή, το φιλότιμο) του επιβατικού κοινού, και το σύστημα έμειναν τελικά να συντηρούν τα αμετανόητα «κορόιδα» που πλήρωναν κανονικά και πάντοτε εισιτήριο. Δεύτερον (και σπουδαιότερο, κατά τη γνώμη μου), στο σύστημα του Μετρό άρχισαν να έχουν εύκολη πρόσβαση διάφορα περιθωριακά στοιχεία – μερικά, μάλιστα, υπό εμφανή επήρεια ουσιών – τα οποία συχνά τρομοκρατούσαν τους επιβάτες ζητώντας χρήματα με τρόπους ευθέως ή υπαινικτικά απειλητικούς.

Με την τοποθέτηση των αυτόματων θυρών στους σταθμούς, δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι τα δυσάρεστα αυτά φαινόμενα θα έπαυαν οριστικά να υφίστανται στο Μετρό. Όμως και το σύστημα των θυρών αποδείχθηκε διάτρητο στην πράξη, αφού το κάθε άνοιγμα μιας θύρας επιτρέπει την είσοδο σε δύο (αν όχι τρία) άτομα. Έτσι, το μόνο που καταρχήν εξασφαλίστηκε είναι ότι, αν μη τι άλλο, θα πληρώνει εισιτήριο ο ένας στους δύο επιβάτες κατά μέσον όρο. Από την άλλη, τίποτα απολύτως δεν άλλαξε σε ό,τι αφορά την προσβασιμότητα επικίνδυνων περιθωριακών στοιχείων στους συρμούς. Θα λέγαμε μάλιστα ότι το φαινόμενο κλιμακώνεται με ρυθμό που προκαλεί ανησυχία!

Με την ευκαιρία της συζήτησης θα ήθελα να παραθέσω μία πρόσφατη προσωπική εμπειρία, ενδεικτική όχι μόνο της χαλαρότητας των μέσων περιφρούρησης στο Μετρό αλλά και της αδιαφορίας που επιδεικνύουν κάποιοι (ευτυχώς όχι πολλοί) στους οποίους έχει ανατεθεί η ασφάλεια των σταθμών και του επιβατικού κοινού.

Κινούμαι στη Γραμμή 2, με κατεύθυνση από Κέντρο προς Ελληνικό. Κάποια στιγμή αισθάνομαι ένα χέρι να μου χτυπά το κεφάλι από πίσω. Ο δράστης, ένα άτομο με ογκώδη σωματότυπο και εμφανή σημάδια ψυχικής διαταραχής, αφού κάθεται απέναντί μου μού ζητά επιτακτικά και χωρίς περιστροφές να του δώσω χρήματα. Στην άρνησή μου να ανταποκριθώ αρχίζει να με κλωτσά στα πόδια. Σε λίγο το σκηνικό επαναλαμβάνεται με θύματα άλλους επιβάτες που κι αυτοί αποφεύγουν να αντιπαρατεθούν με ένα άτομο που δείχνει απρόβλεπτο και επικίνδυνο.

Κατεβαίνω Συγγρού-Φιξ και χτυπώ την πόρτα στο δωματιάκι του υπεύθυνου του σταθμού. Μου ανοίγει ο ένστολος φρουρός που ήταν μέσα, και του περιγράφω το περιστατικό διαμαρτυρόμενος, παράλληλα, για την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στο Μετρό με αποτέλεσμα την ολοένα αυξανόμενη παρουσία περιθωριακών στοιχείων στα βαγόνια. Μου απαντά – παίζοντας εμφανώς προκλητικά με την νοημοσύνη μου – ότι αυτές είναι καθαρά επινοήσεις του δικού μου μυαλού και ότι, σε κάθε περίπτωση, τα άτομα στα οποία αναφέρομαι ως «περιθωριακά» είναι ίσως τα μόνα που πληρώνουν πάντα εισιτήριο! Συμπλήρωσε μάλιστα ότι όλα αυτά τα λέω γιατί είμαι «προκατειλημμένος»! Υπερνικώντας μία αυθόρμητη αντίδραση για την οποία σίγουρα θα μετάνιωνα κατόπιν, βρήκα την ψυχραιμία να πω απλά ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση με κάποιον που μου καταλογίζει προκατάληψη...

Έφυγα από τον σταθμό με το αίσθημα που γεννά η επίγνωση της ματαιότητας μπροστά στην παντοδυναμία ενός βαθιά διαβρωμένου μηχανισμού. Τελικά, το πολιτικό σύστημα δεν χρεοκόπησε απλά την Ελλάδα. Ακόμα περισσότερο, χρεοκόπησε την ίδια τη συνείδηση του Έλληνα που έφτασε το τερατώδες να το θεωρεί σαν «φυσικό». Και, ως γνωστόν, όταν συνηθίσεις στη θέα του τέρατος έχεις αρχίσει πια να του μοιάζεις!

Εις μνήμην, λοιπόν, του παλιού-καλού αθηναϊκού Μετρό...

Aixmi.gr

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Κροκοδείλια δάκρυα για το MEGA


Ας είμαστε ξεκάθαροι: Τον ταύρο τον σκοτώνει ο ταυρομάχος μέσα στην αρένα, όχι το κοινό στις εξέδρες που διψάει για αίμα φωνάζοντας «Όλε!». Από την άλλη, θα ήταν υποκριτικό – έως γελοίο – αυτό το ίδιο κοινό να θρηνεί κατόπιν πάνω από το πτώμα του ταύρου!

Κατ’ ανάλογο τρόπο, το MEGA το σκότωσε η άφρων και αλαζονική πολιτική των μετόχων του, όχι τα πλήθη των «αντιμνημονιακών» φανατικών που κραύγαζαν – συχνά με χυδαίους τρόπους – μέσα από social media, πολιτικούς σχηματισμούς, ακόμα και κυβερνήσεις. Προκαλεί, λοιπόν, τουλάχιστον ειρωνικά χαμόγελα η όψιμη «στενοχώρια» κάποιων για τους εργαζόμενους του καναλιού που έχασαν τη δουλειά τους. Μια δουλειά που, απλά, δεν θα είχε χαθεί αν δεν είχε κλείσει το κανάλι το οποίο εκείνοι οι «κάποιοι» τόσο πολύ εμίσησαν!

Γιατί το μίσησαν; Διότι δεν δέχθηκε να συμπλεύσει με την «αντιμνημονιακή» υστερία και τον εθνικά αυτοκαταστροφικό λαϊκισμό της εποχής. Εν τούτοις, παρέλαση έκαναν κάθε βράδυ στα φιλόξενα «παράθυρά» του οι κάθε λογής κραυγάζοντες εκπρόσωποι του «αντισυστημικού» αγώνα, που σαν ήρθαν αργότερα στην εξουσία αναδείχθηκαν σε μετρ του χειρισμού και της αξιοποίησης του συστήματος! Για να μην πω τι απέγινε και το υπερχειλίζον «αντιμνημονιακό» τους μένος...

Αυτοί που πραγματικά το πάλεψαν για τους εργαζόμενους ήταν άνθρωποι μέσα στο κανάλι, όπως ο τότε διευθυντής ενημέρωσης Χρήστος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος κατέβαλε προσπάθειες να σώσει θέσεις εργασίας κόντρα στην κυνική πολιτική των μετόχων. Δεν ήταν, όμως, μικρότερος ο κυνισμός του ίδιου του Πρωθυπουργού όταν, σε συνέντευξη Τύπου στην ΔΕΘ το 2016, και σε αγωνιώδη ερώτηση δημοσιογράφου για το μέλλον των εργαζομένων που θα έχαναν τις δουλειές τους, απάντησε ότι «δεν σας είδα να κάνετε έτσι για τους απολυμένους της ΕΡΤ». Σαν να λέμε, δικαίωμα στην εργασία έχουν μόνο εκείνοι τους οποίους μπορεί να ελέγχει η εξουσία (του). Όσοι εργάζονταν για τα συμφέροντα ιδιωτών εργοδοτών, ας πρόσεχαν!

Ας μην υποκρίνονται, έτσι, κάποιοι (ανάμεσα σε αυτούς και μερικοί προσωπικοί φίλοι) ότι στενοχωρούνται πολύ για τους εργαζόμενους του MEGA. Στην πραγματικότητα, τους θεωρούν παράπλευρες απώλειες ενός (και) δικού τους θριάμβου. Και, εν τέλει, ο ταύρος δικαιούται, αν μη τι άλλο, να πεθάνει με κάποιο αίσθημα αξιοπρέπειας, δίχως την αίσθηση ότι τον «δουλεύουν» εκείνοι που φώναζαν «Όλε» όταν ψυχορραγούσε...

Κλείνω το σύντομο σημείωμα με μία σχετικά εύθυμη νότα. Σε άρθρο της στις 13-3-2016 (προσέξτε τη χρονολογία!) φιλοκυβερνητική εφημερίδα κατηγορούσε το MEGA ότι, τον καιρό των απαξιωτικά λεγόμενων «σαμαρο-βενιζέλων», το κανάλι προειδοποιούσε ότι η χώρα κινδύνευε με εκδίωξη από το ευρώ, καθώς και ότι υπαρκτός ήταν πάντα ο κίνδυνος να κλείσουν οι τράπεζες. Ίσως λόγω πολιτικής (διάβαζε: κομματικής) αμνησίας, από το μυαλό του συντάκτη είχαν ήδη διαγραφεί τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2015. Τα είχαμε εξιστορήσει παλιότερα σε άρθρο μας στο Aixmi.gr, και δύσκολα ποτέ θα τα ξεχάσουμε...

https://www.aixmi.gr/index.php/ta-capital-controls-kai-ta-koroida/

Aixmi.gr

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Hitler and Stalin on the moral balance of History


Author: Costas J. Papachristou

1. Introduction: Who was the most evil?

My friend Aristidis always has a counter-argument up his sleeve even for ideas he agrees with, in principle! A few days ago, during a conversation on historic matters, I made a remark about Hitler’s crimes, in particular, the Holocaust. “Right”, said Aristidis, “but don’t forget that Stalin killed many more!”

For a moral evaluation of the two biggest criminals of the twentieth century, I’m not sure how much it matters which one wins the contest with regard to the number of murders. And, speaking of murders, I don’t refer to those killed on the battlefields but to civilians, especially the victims of racist, national or ethnic cleansing. Until relatively recently, the dominant opinion was in accord with that of Aristidis; that is, “Stalin killed many more”. A prominent American historian, however, came to dispute this view.

Timothy D. Snyder (b. 1969) is a Professor of History at Yale University, specializing in the History of Central and Eastern Europe as well as in matters related to the Holocaust. His fluency in eleven (!) European languages allowed him to study original archive sources located in countries of the former eastern block, which (sources) began to be openly available in the decade of the 90s, after the dissolution of the Soviet Union. His best-known book “Bloodlands” [1] is based on the information he collected.

We found a synopsis of his research in his interesting article “Hitler vs. Stalin: Who was worse?” [2]. In this article we see the overturn of two popular myths:

1. The myth of the “less evil Stalin”, compared to Hitler who was responsible for the racist crime of the Holocaust. As Snyder concludes, the corresponding crimes of Stalin don’t differ much from the moral point of view, since the underlying goal was mass cleansing of civilian populations on the basis of national or ethnic criteria.

2. The myth of the “less murderous Hitler” since, allegedly, Stalin killed “over 20 million people”. Access to former Soviet archives has made it possible to count the victims of Stalin’s national or ethnic policy with relative accuracy. Snyder’s research has clearly demonstrated that the number of victims is definitely smaller compared to Hitler’s crimes of the same nature.

Below we summarize the main conclusions of this research.

2. Famine and terror under Stalin before the war

Many compare Stalin’s Gulag [3] to the Nazi concentration camps. The truth is, however, that, as Snyder mentions, the majority of those who entered the Gulag left alive. The total number of people who died in the Gulag is estimated to be between 2 and 3 million (a number comparable, of course, to the death toll in Nazi concentration camps). On the other hand, the number of victims of Stalin’s “Great Terror” (see below) does not exceed 1 million or even less.

The greatest human loss of the Stalinist period occurred in the famine of 1930-33, where more than 5 million people died from starvation. From these, the 3.3 million inhabitants of the Soviet Ukraine that perished in 1932 and 1933 were victims of a premeditated Stalinist policy with purely ethnic motivation. Specifically, Stalin requisitioned Ukrainian grain although it was certain that such an action would kill millions. Then, accusing the Ukrainians for the failure of his own policy, he ordered a series of measures (such as the sealing of the Ukrainian border) that were bound to cause yet more mass death.

In 1937 Stalin began the policy of the so-called Great Terror, which predominantly targeted Soviet citizens of Polish and Ukrainian origins. In the operation of 1937-38 against the Kulak [4] some 387,000 people were executed. The remaining “enemies” killed by this policy (about 247,000) belonged to national minorities related to countries bordering the Soviet Union. In particular, in the “Polish Operation” that began in 1937, some 111,000 people where accused of “espionage” for Poland and were executed. Overall, the number of victims of the Great Terror comes close to (but does not reach) 1 million.

3. Unarmed victims of war

Up to the beginning of the Second World War the Stalinist regime had absolute superiority in murdering civilians, compared to the Nazi regime. Nazi Germany began murdering on equal scale only after the 1939 Molotov–Ribbentrop Pact and the joint German–Soviet invasion of Poland in September of that year. From 1939 to 1941, some 200,000 Polish civilians lost their lives, the two regimes being equally responsible for these deaths. Among the victims were members of the elite of the Polish society killed by the Soviets in the Katyn Massacres of 1940.

The Nazis' policy of starvation caused 4.2 million deaths in the Soviet Union. Among the victims were 3.1 million Soviet prisoners of war, as well as 1 million civilians during the siege of Leningrad. (Snyder does not examine the question of victims of famine in areas outside of the Soviet Union.)

In reprisals for actions of resistance, the Germans killed about 700,000 civilians (mostly Poles and Belarusians) in mass executions. (Again, Snyder confines this part of his study to the areas of Poland and the Soviet Union.)

Of course, the greatest German mass crime was by far the Holocaust, in which 5.7 to 6 million Jews perished. To the victims of this racist atrocity one must add more than 100,000 Roma.

Overall, the Germans murdered about 11 million civilians. This number could exceed 12 million if one includes deaths from various causes (such as hunger or diseases) in concentration camps. The corresponding figures for the Soviets in the Stalinist period (both before and after the war) are 6 to 9 million. As is obvious, the victims of Stalin’s murderous fury don’t even approach the alleged number of 20 million!

Let us note here that Snyder does not count battlefield casualties or civilians who lost their lives during bombardments or other actions of war. His study confines itself to the victims of mass murder through executions, starvation policies or imprisonments in concentration camps.

4. Attempting an “intent trial”

Beyond the number of victims there is also the question of intent. With regard to the Germans, things are rather clear: Germany bears the main responsibility for the war and the killings of civilians that she committed are mostly due to imperialistic arrogance and a racist sense of superiority.

As for the Soviets, most civilian killings took place in times of peace and were related, more or less, to Stalin’s vision of modernization of the state. With regard to the famine of 1930-33 (the victims of which were mostly Ukrainians and – to a lesser extent – Poles) Stalin attempted to eliminate by means of starvation those resisting the process of collectivism in the Soviet Union. In Ukraine, in particular, he wanted to rid himself of the class of rich landowners (the Kulak) in order that the state might gain full control of agriculture and invest the riches of the countryside into the development of modern industry.

In the Great Terror of 1937-38, which also mostly targeted Poles and Ukrainians, the choice of the victims was again made on the basis of ethnic considerations. Specifically, Stalin regarded the Soviet citizens of Polish origin, residing in the western part of the country, as potential agents of Poland. On the other hand, he feared that any Ukrainian Kulak who had survived the famine of 1932-33 would be a potential threat to the Soviet regime in the event of a future conflict.

After the joint German–Soviet invasion of Poland (1939) both the Germans and the Russians consciously tried to eliminate the political and intellectual elite of that country. This was still the era of the “bad Stalin”. The “good Stalin” would be “born” two years later, after the invasion of the Soviet Union by his former ally, Hitler...

5. Epilog: Who misinformed Aristidis?

Beyond the non-availability of archival sources during the Cold War, why was our previous assessment of the murderous record of Stalin so erroneous? (The moral dimension of this record is still huge, of course!) How did the 6 to 9 million become “more than 20 million” according to the benevolent belief of my friend Aristidis? Above all, for many years this historic miscalculation has offered a false “moral advantage” to the other horrible monster of world history: Adolf Hitler!

Snyder provides a convincing answer to this question also. His argument can be summarized as follows: The aforementioned misinformation was (at least to some extent) intentional and can be related to the expediencies of the Cold War. Soon after the Second World War, the victorious powers, with the exception of the Soviet Union, allied within NATO with their former enemy, the Federal Republic of Germany. The new enemy was now a former ally: the Soviet Union! Such an interchange of roles in the friend-enemy dipole required some degree of moral and historic “flexibility” which would allow for an arbitrary (given the absence of official sources) exaggeration of the crimes previously committed by the other (i.e., the Soviet) side.

The ultimate moral question is, of course, whether absolute numbers have any real meaning when one speaks of mass murder. I leave this to the reader to decide for her/himself. As Snyder remarks [2], when it comes to death the difference between zero and one is infinity! All the more so, I would add, if we are dealing with a carnage of innocent people, victims of the most inhuman war in history and of two tyrannical regimes of unique murderous savagery. Regimes that, amazingly, even today count admirers here in Greece as well as elsewhere...

Notes and references

[1] Timothy Snyder, Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, Hitler vs. Stalin: Who was worse? (The New York Review of Books, http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/).

[3] Gulag: Government agency that administered the main Soviet forced labor camp systems during the Stalin era, from the 1930s until the 1950s. The term is also sometimes used to describe the camps themselves.

[4] Kulak: A class of relatively wealthy farmers in Tsarist Russia and, later, in the Soviet Union. By extension, in the Stalinist period, those who resisted handing over their grain to the central government in accordance with the soviet plan of collectivism (1928-1940).


* Costas J. Papachristou is a Theoretical Physicist. He is a Senior Faculty Member at the Hellenic Naval Academy.

https://sites.google.com/site/cjpapachristou/

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Οι «οπαδοί» που σκοτώνουν την ΑΕΚ


Πηγαίνουμε τακτικά στα Εξάρχεια. Έχουν μερικές από τις καλύτερες ταβέρνες και τα ωραιότερα καφέ της Αθήνας, και οι γειτονιές τους προσφέρονται για μια χαλαρωτική περιδιάβαση τα σαββατοκύριακα.

Δεν είναι λίγες οι φορές που βλέπω στους τοίχους γραμμένο το όνομα της ομάδας μου. Πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το βλέπω στη Φιλαδέλφεια! Με μία ιδιαιτερότητα, όμως: το άλφα περιβάλλεται συχνά (αν όχι πάντα) από έναν κύκλο. Κι αυτός ο κύκλος – κάτι σαν θηλιά ασφυκτική γύρω από την ίδια την ιδέα του αθλητισμού – αντικατοπτρίζει μία διαχρονική, αμαρτωλή σχέση του σκληρού οπαδικού πυρήνα της ΑΕΚ με τις πιο ακραίες δυνάμεις του πολιτικού περιθωρίου (αν και η χρήση, εδώ, της λέξης «πολιτικό» μάλλον προσβάλλει την έννοια παρά περιποιεί τιμή σε αυτήν).

Το περιθώριο, λοιπόν, έχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια παρεισφρήσει στις τάξεις των οργανωμένων οπαδών της ΑΕΚ. Το πέτυχε αξιοποιώντας προς όφελός του το αίσθημα του αδικημένου που διαχρονικά φέρουν οι οπαδοί της Ένωσης, και μία ανάγκη κάποιων ακραίων στοιχείων τους να εκφράσουν αγανάκτηση ακόμα και μέσω της βίας. Ο πραγματικός αντίπαλος δεν βρίσκεται μέσα στον αγωνιστικό χώρο αλλά έξω απ’ αυτόν – ακόμα και έξω από το γήπεδο. Είναι οι αστυνομικές δυνάμεις, με τις οποίες – για λόγους που μόνο η ψυχιατρική επιστήμη θα μπορούσε, ίσως, να εξηγήσει – το περιθώριο συντηρεί μια ατελείωτη βεντέτα υπό την ύποπτη ανοχή της εκάστοτε εξουσίας (το «εκάστοτε» έχει ιδιαίτερη σημασία για όσους τυχόν επιχειρήσουν να αναλύσουν πολιτικά ή κοινωνιολογικά το φαινόμενο).

Η ΑΕΚ έχει πληρώσει πολύ ακριβά τη δράση αυτών των ατόμων. Με βαριά πρόστιμα, με τιμωρίες της έδρας της, ακόμα και με αφαίρεση βαθμών. Τα είδαμε αυτά να συμβαίνουν με αφορμή τα γεγονότα στο πρόσφατο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στο ΟΑΚΑ, όπου για μία ακόμα φορά «οπαδοί» της ΑΕΚ εγκατέλειψαν τις κερκίδες για να επιτεθούν στις αστυνομικές δυνάμεις.

Υπήρξαν και περιπτώσεις όπου ακραία οπαδικά στοιχεία επιχείρησαν, και κάποιες φορές το πέτυχαν, να παίξουν ρυθμιστικό ρόλο στα διοικητικά πράγματα της ΑΕΚ. Τον Μάιο του 2004, «οπαδοί» εισέβαλαν στο τότε προπονητικό κέντρο της ομάδας στους Θρακομακεδόνες, βιαιοπραγώντας ενάντια σε όποιον – και καταστρέφοντας ό,τι – εύρισκαν μπροστά τους. Σκοπός τους: να επιβάλουν δια της βίας και της τρομοκρατίας την ανάληψη της ΠΑΕ από τον τότε εκλεκτό τους – και μετέπειτα απόλυτα μισητό τους – Θεμιστοκλή Νικολαΐδη. Τα κίνητρά τους δεν ήταν εντελώς ιδεαλιστικά, αφού πίστευαν πως ο νέος πρόεδρος θα μοιραζόταν μαζί τους την διοίκηση του συλλόγου (κατά τη γνωστή ρήση, «το τάδε κόμμα στην κυβέρνηση – ο λαός στην εξουσία»)!

Είναι αλήθεια ότι ο Θ. Νικολαΐδης, αναλαμβάνοντας την διοίκηση, προσπάθησε ειλικρινά – πλην μάταια – να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του χουλιγκανισμού στην ΑΕΚ. Για να ηττηθεί και να εκδιωχθεί, τελικά, και ο ίδιος από εκείνους ακριβώς που πριν λίγα χρόνια τον είχαν επιβάλει δια της βίας στην προεδρία του συλλόγου...

Στις 14 Απριλίου του 2013 έζησα μία από τις εφιαλτικότερες εμπειρίες που είχα ποτέ σε αγώνα ποδοσφαίρου. Ήταν η περίοδος που η ΑΕΚ ψυχορραγούσε ως σύλλογος Α΄ Εθνικής, αφού η παραμονή της στη μεγάλη κατηγορία κρεμόταν κυριολεκτικά από μία κλωστή. Το βράδυ εκείνο, «οργανωμένοι οπαδοί» εισέβαλαν βίαια στον αγωνιστικό χώρο λίγο πριν τη λήξη του αγώνα ΑΕΚ-Πανθρακικού, με αφορμή – ή μάλλον, με πρόσχημα (ζυγίζω καλά τη λέξη...) – την επίτευξη τέρματος από την φιλοξενούμενη ομάδα. Όπως ήταν φυσικό, ο διαιτητής διέκοψε το παιχνίδι εις βάρος της ΑΕΚ. Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι η διακοπή αυτή θα οδηγούσε την ομάδα σε υποβιβασμό, και μάλιστα κατά δύο κατηγορίες λόγω χρεοκοπίας. Πράγμα που, τελικά, συνέβη, ήταν όμως ταυτόχρονα αφετηρία κατακλυσμιαίων διοικητικών αλλαγών στον σύλλογο...

Ένα από τα (αναμενόμενα) «θύματα» της διοικητικής αλλαγής ήταν ο ιστορικός αρχηγός των οργανωμένων οπαδών, ο οποίος φαίνεται να εξαναγκάστηκε σε απομάκρυνση και έκτοτε αγνοείται σε ό,τι αφορά τα πράγματα στην ΑΕΚ. Ας μη φανταστεί κανείς κάποιον έξαλλο χούλιγκαν! Ήταν άτομο ιδιαίτερα ευφυές και μορφωμένο. Τα διαπίστωσα αυτά όταν τον συνάντησα την εποχή που κατείχε παράλληλα και το αξίωμα του Προέδρου στην Ερασιτεχνική ΑΕΚ. Του έθεσα τότε μία ευθεία ερώτηση: γιατί επετράπη σε ακραία περιθωριακά στοιχεία να εμφιλοχωρήσουν στις τάξεις των οπαδών. Μου φάνηκε απόλυτα ειλικρινής όταν μου ομολόγησε ότι η κατάσταση ήταν πλέον εκτός ελέγχου (τουλάχιστον, δικού του ελέγχου) και ήταν αδύνατο να αποτρέψει κάποιος την είσοδο τέτοιων στοιχείων στον οπαδικό χώρο.

Η απομάκρυνση του αρχηγού των οργανωμένων δεν έκλεισε, φυσικά, και τον κύκλο της οπαδικής βίας στην ΑΕΚ. Ο σύλλογος συνέχισε να αιμορραγεί εξαιτίας της, τόσο αγωνιστικά όσο και οικονομικά. Κυρίως, όμως, ηθικά, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ΑΕΚ – και λόγω των προσφυγικών της καταβολών – κατείχε πάντα μία ξεχωριστή θέση στις συνειδήσεις όλων των φιλάθλων της χώρας. Θέση που δεν συμβιβάζεται με φαινόμενα ακραίας βίας και, γενικά, με συμπεριφορές οπαδικής αλητείας.

Υπάρχουν τρόποι να απομακρυνθούν τα περιθωριακά στοιχεία από τις τάξεις των οπαδών της ΑΕΚ (και, πάνω απ’ όλα, από τα γήπεδα όπου αγωνίζεται η ομάδα) έτσι ώστε να εξαλειφθούν τα δυσάρεστα φαινόμενα βίας που δυσφημούν τον σύλλογο; Θεωρητικά, οι τρόποι είναι δύο:

1. Μία γενναία απόφαση αυτόβουλης αυτο-κάθαρσης των ίδιων των οργανωμένων οπαδών. Ας μου επιτραπεί, όμως, να πω ότι τούτο μοιάζει τόσο δύσκολο όσο το να κάνει κάποιος μια βάρκα χωρίς κουπιά να προχωρήσει στο νερό, σπρώχνοντάς την από μέσα (ακόμα και οι πρωτοετείς μου στη Φυσική γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο!).

2. Να αναλάβει τις ευθύνες της η ίδια η διοίκηση της ΑΕΚ, αν μη τι άλλο υποβάλλοντας σε αυστηρότερο έλεγχο (βάσει πολύ συγκεκριμένων κριτηρίων) τους οργανωμένους οπαδούς στους οποίους θα επιτρέπει την είσοδο στο γήπεδο. Ακόμα καλύτερα: «εκβιάζοντας», εν ανάγκη, τους «οργανωμένους» με οριστική στέρηση δικαιώματος εισόδου στο γήπεδο αν δεν προχωρήσουν σε ριζική και ουσιαστική κάθαρση του χώρου τους από κάθε άτομο που βρίσκεται εκεί για λόγους που ελάχιστη σχέση έχουν με την αγάπη για την ΑΕΚ. Πρακτικά μιλώντας, αυτή θα ήταν και η μόνη ρεαλιστική λύση στο πρόβλημα που εδώ και χρόνια ταλανίζει τον σύλλογο.

Δεν διαθέτω τις απαραίτητες νομικές γνώσεις για να κρίνω το κατά πόσον δίκαιη ή όχι ήταν η αφαίρεση τριών βαθμών από την ΑΕΚ για τα επεισόδια που δημιούργησαν κάποιοι δήθεν οπαδοί της στην ανάπαυλα του αγώνα με τον Ολυμπιακό. Αυτό που με θλίβει, όμως, ακόμα περισσότερο ως φίλαθλο της ΑΕΚ είναι η συνεχιζόμενη παρουσία τέτοιων ατόμων στα γήπεδα όπου αγωνίζεται η ομάδα. Και, όπως θα ‘λεγε γραφικός υπουργός (αν τον παραφράσουμε λιγάκι), επαφίεται στο «ρωμαλέο οπαδικό κίνημα» στην ΑΕΚ να τους απομονώσει και να τους αποβάλει από τις τάξεις του!

Aixmi.gr

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Όχι Δάσκαλος, απλά καθηγητής!


Πληροφορήθηκα (ομολογώ με αίσθημα απόλυτης ντροπής) ότι καθηγητής σε σχολή της Τριτοβάθμιας απείλησε φοιτητές του με πειθαρχικές κυρώσεις επειδή τον προσφώνησαν "δάσκαλε" αντί "κύριε καθηγητά". Τους επεσήμανε, δε, ότι αυτός είναι ολόκληρος πανεπιστημιακός καθηγητής και όχι κάποιος δάσκαλος της Πρωτοβάθμιας!

Επειδή το φαινόμενο της ακαδημαϊκής αλαζονείας έχει πάρει μορφή επιδημίας στον χώρο της λεγόμενης ανώτατης εκπαίδευσης, μπαίνω στον κόπο να καταθέσω λίγα προσωπικά σχόλια για το συγκεκριμένο περιστατικό, με κίνδυνο να δημιουργήσω περισσότερους εχθρούς παρά φίλους...

1. Αν και, όπως έμαθα, ανήκει στον χώρο των θεωρητικών επιστημών, ο "συνάδελφος" δείχνει να συγχέει την έννοια του δημοδιδασκάλου (εκπαιδευτικού της Πρωτοβάθμιας) με εκείνη του Δασκάλου (εκείνου που μεταδίδει γνώση, έχοντας βαθιά αίσθηση του λειτουργήματος που υπηρετεί).

Όντως, κακώς τον αποκάλεσαν Δάσκαλο αφού απέχει έτη φωτός από το να φέρει την ιδιότητα! Δάσκαλο αποκαλούσε ο Πλάτων τον Σωκράτη, όπως και τον Ιησού οι μαθητές του. Και, για πολλούς πανεπιστημιακούς επιστήμονες διεθνούς κύρους (κάποιοι εκ των οποίων νομπελίστες) έχει ειπωθεί ότι ήταν επίσης και σπουδαίοι δάσκαλοι. Τέλος, μια και ο "συνάδελφος" διδάσκει θέματα που άπτονται της ελληνικής Ιστορίας, ας του θυμίσω ότι οι εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού χαρακτηρίστηκαν Δάσκαλοι του Γένους. Αυτός ο ίδιος, λοιπόν, αρνείται την τιμητική ιδιότητα του Δασκάλου, προτιμώντας τον συμβατικό ακαδημαϊκό τίτλο του καθηγητή της Τριτοβάθμιας. Κατ' ουσίαν, απαξιώνει αυτό που εκείνος δεν μπορεί να είναι...

2. Μια και, ως φαίνεται, ο "συνάδελφος" υποτιμά το έργο που επιτελούν οι (κατ' εμέ) ήρωες εκπαιδευτικοί των λεγόμενων "κατώτερων βαθμίδων" της εκπαίδευσης, θα του προτείνω, για λόγους εμπειρίας και μόνο, να επιχειρήσει να διδάξει μία εβδομάδα το πολύ σε ένα Δημοτικό Σχολείο ή σε ένα Λύκειο. Κι εκεί θα καταλάβει πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η διαμόρφωση χαρακτήρων και συνειδήσεων (σε μία Πολιτεία, μάλιστα, που σε μεγάλο βαθμό αδιαφορεί για τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι εκπαιδευτικοί αυτοί αγωνίζονται να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους) έτσι ώστε εκείνος να πάρει στα χέρια του το ήδη διαμορφωμένο και φιλτραρισμένο υλικό για να βάλει τις τελικές "πινελιές" στη γνώση.

Ας μην απαξιώνει ελαφρά τη καρδία, λοιπόν, το έργο όλων εκείνων που προετοίμασαν το έδαφος για να μπορεί σήμερα αυτός, κομπορρημονώντας, να κάνει τη δουλειά που κάνει. Την οποία - λυπούμαι που το λέω - φαίνεται να μετρά ως ακαδημαϊκή καριέρα και μόνο, αντί ως υψηλό λειτούργημα που κυρίως διδάσκει ήθος δια του παραδείγματος...

Κλείνω με ένα απόσπασμα από την "Ιστορία της Φιλοσοφίας" του Αμερικανού ιστορικού και φιλοσόφου Will Durant (μετάφραση Ν. Κ. Παπαρρόδου). Αναφερόμενος στην αγάπη που έτρεφαν οι μαθητές του Σωκράτη για τον Δάσκαλο, ο Durant γράφει:

"Τους άρεσε πιο πολύ σ' αυτόν η μετριοφροσύνη της σοφίας του: δεν ισχυριζόταν ότι είχε σοφία αλλά ότι μονάχα αγαπούσε να την αναζητεί. Ήταν φίλος της σοφίας και όχι επαγγελματίας σοφός."

Περισσεύουν σήμερα οι επηρμένοι "επαγγελματίες σοφοί" στον ακαδημαϊκό χώρο. Όσο για τους Δασκάλους που "εν οίδασι, ότι ουδέν οίδασι", αναζητούνται πάντα με το φανάρι του Διογένους...

Aixmi.gr

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κριτική σκέψη στην εκπαίδευση: Ευθύνη μαθητών ή δασκάλων;

Θέλοντας να πειράξω τους μαθητές μου, τους λέω συχνά πως οι ερωτήσεις κρίσεως ονομάστηκαν έτσι επειδή τους προκαλούν κρίση κάθε φορά που τίθενται ως θέματα στις εξετάσεις! Το πείραγμα δεν είναι αβάσιμο, αφού αποτελεί προϊόν εμπειρίας που εκτείνεται σε βάθος χρόνου…

Η σκηνή στην αίθουσα διδασκαλίας, σε μέρα εξετάσεων. Οι φοιτητές διαβάζουν τα θέματα που μόλις τους έχουν δοθεί, καλούμενοι να διατυπώσουν τυχόν απορίες. Με απόλυτα φυσικό τρόπο, ένας εξ αυτών (εκπροσωπώντας πιθανότατα και τους περισσότερους από τους υπόλοιπους) σηκώνει το χέρι και κάνει την εξής ερώτηση: «Στο δεύτερο θέμα, θέλετε αυτά που γράφει το βιβλίο στην πρώτη παράγραφο πάνω δεξιά όπως το κοιτάζουμε, ή εκείνα που γράφει κάτω από το σχήμα στην απέναντι σελίδα;»

Η ερώτηση είναι αποκαλυπτική μίας πολύ ανησυχητικής νοοτροπίας που παρατηρείται στον χώρο της εκπαίδευσης: Σε μεγάλη μερίδα μαθητών και σπουδαστών, η «φωτογραφική» απομνημόνευση λειτουργεί ως βολικό υποκατάστατο της δημιουργικής κριτικής σκέψης. Και η «παπαγαλία» αντιμετωπίζεται ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη μάθηση, ενώ η κριτική σκέψη συχνά απαξιώνεται ως ελιτίστικη πνευματική πολυτέλεια που χαρακτηρίζει κυρίως τους «σπασίκλες»!

Για να προλάβω τις (δίκαιες) ενστάσεις του αναγνώστη, θα σπεύσω να διευκρινίσω ότι, ως εκπαιδευτικός, θεωρώ τους μαθητές σαν τους λιγότερο υπεύθυνους γι’ αυτό το φαινόμενο. Από την πρώτη μέρα του σχολείου διδάσκονται την αποστήθιση ως βασικό (αν όχι μοναδικό) τρόπο μάθησης και αναγκάζονται να την αποδεχθούν ως κριτήριο αξιολόγησης της επίδοσής τους. Βέβαια, ως ένα βαθμό, η αποστήθιση είναι απαραίτητο συστατικό της μάθησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πρώτη καταγραφή αντικειμενικών δεδομένων όπως, π.χ., ιστορικές χρονολογίες, γεωγραφικά ονόματα ή κανόνες της αριθμητικής. Το ζήτημα είναι κατά πόσον, παράλληλα με την (όποια) αναγκαιότητα της απομνημόνευσης, διδάσκουμε στους μαθητές μας την σημασία της κριτικής σκέψης και τους δείχνουμε τον δρόμο για να την αναπτύξουν.

Και, για να μη φανεί ότι επιχειρώ να επιρρίψω ευθύνες αποκλειστικά και μόνο στους φιλότιμους συναδέλφους των δύσκολων δύο πρώτων βαθμίδων της εκπαίδευσης, σπεύδω να τονίσω ότι τις ίδιες, τουλάχιστον, ευθύνες φέρουμε και όσοι παίρνουμε τη σκυτάλη από τα χέρια τους. Συνηθίζουμε να φορτώνουμε τους σπουδαστές μας με τεράστιες ποσότητες εξεταστέας ύλης που δεν αφήνουν χώρο στον προβληματισμό, παρά μόνο στην απομνημόνευση δεδομένων ή μεθόδων. Έτσι, το διδακτικό βιβλίο και τα συναφή βοηθήματα καταντούν τυφλοσούρτες φοιτητικής επιβίωσης αντί εργαλείων ανάπτυξης επιστημονικής σκέψης!

Το κρίσιμο ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι ο βαθμός επικοινωνίας του διδάσκοντος με τον διδασκόμενο στην αίθουσα διδασκαλίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε την μαθησιακή λειτουργία σαν μονόδρομη διαδικασία όπου κάποιος «πομπός», εφοδιασμένος με κάποιας μορφής εξουσία, μεταδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως γνώση σε κάποιους «δέκτες» που καλούνται να την αφομοιώσουν χωρίς ποτέ να τους δοθεί η δυνατότητα να την κρίνουν. Μερικές φορές, μάλιστα, η μετάδοση της πληροφορίας παίρνει τη μορφή αληθινού βομβαρδισμού κάτω από το άγχος της απαίτησης «να καλύψουμε την ύλη», πράγμα που δεν μας αφήνει χρόνο να προβληματιστούμε κατά πόσον αυτά που διδάξαμε συνέβαλαν στη διεύρυνση πνευματικών οριζόντων ή οδήγησαν απλά στην αποθήκευση δεδομένων (τη σπουδαιότητα των οποίων – για να μην παρεξηγηθώ – δεν έχω την πρόθεση να αμφισβητήσω). Και στο τέλος του εξαμήνου αξιολογούμε, συνήθως, την επίδοση του μαθητή/σπουδαστή με βάση το πόσο πιστά μπορεί να αναπαραγάγει μέσα σε λίγη ώρα την πληροφορία με την οποία τον βομβαρδίσαμε.

Από εκεί και πέρα, η ανταπόκριση του ίδιου του μαθητή εξαρτάται από δύο, κυρίως, παράγοντες: τον βαθμό ωριμότητάς του και το ειδικό ενδιαφέρον του για το μάθημα. Κάποιοι μαθητές θα προβληματιστούν πάνω σ’ αυτά που άκουσαν και θα θελήσουν, ακόμα και με δική τους πρωτοβουλία, να μάθουν περισσότερα και να εμβαθύνουν. Είναι εκείνοι στους οποίους έχει αναπτυχθεί η κριτική σκέψη και δεν δέχονται τη γνώση ως «μασημένη τροφή».

Κάποιοι άλλοι θα αρκεστούν στη στείρα απομνημόνευση, τον πλέον θνησιγενή τρόπο μάθησης αφού τα προϊόντα της εξανεμίζονται σύντομα δίχως να αφήσουν κάποιο αξιόλογο στίγμα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή. Εδώ όμως υπάρχει μία υποσημείωση που συχνά εμείς οι εκπαιδευτικοί παραβλέπουμε. Ακόμα και οι μαθητές στους οποίους με ευκολία τοποθετούμε την ετικέτα του «παπαγάλου», δείχνουν τελείως διαφορετική μαθησιακή συμπεριφορά όταν πρόκειται για αντικείμενο που τους ενδιαφέρει, πράγμα που συχνά απεικονίζεται και στις βαθμολογικές τους επιδόσεις (αν και ο απόλυτος συσχετισμός του επιπέδου μάθησης με την τυπική βαθμολογία που, με στείρα αριθμητική λογική, επιχειρεί να αξιολογήσει τη μάθηση αυτή, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ασφαλής…).

Η τελευταία παρατήρηση δείχνει και την ευθύνη μας, ως εκπαιδευτικών, για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης στους μαθητές μας, καθώς και τον δρόμο που θα οδηγήσει σε αυτήν. Για να θελήσουν να εμβαθύνουν σε οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο, θα πρέπει πρώτα να τους κεντρίσουμε το ενδιαφέρον γι’ αυτό. Και, γενικότερα, να τους πείσουμε ότι ο χρόνος που θα διαθέσουν και ο κόπος που θα καταβάλουν θα τους ανταμείψει. Όχι απλά με ένα ψυχρό ενδεικτικό νούμερο που λέγεται «βαθμός» (αυτό το αμφιλεγόμενο κίνητρο είναι, εξ άλλου, ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο της αποστήθισης) αλλά, κυρίως, με την απόκτηση γνώσεων που θα είναι χρήσιμες για τη ζωή τους. Και – γιατί όχι; – με την ίδια την απόλαυση της ενασχόλησης με κάτι που σ’ εμάς τους ίδιους εναπόκειται να κάνουμε να φανεί συν τοις άλλοις και ευχάριστο!

Ξεκινώντας στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς το μάθημα της Φυσικής με τους πρωτοετείς μου, ρωτώ συχνά σε ποιους η Φυσική ήταν το αγαπημένο μάθημα στο Λύκειο και την μελετούσαν από ενδιαφέρον για το αντικείμενο, καθώς και ποιοι τυχόν την «μισούσαν» με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να «παπαγαλίζουν» για να επιβιώσουν. Σηκώνονται χέρια ένθεν και ένθεν, οπότε θέτω το ερώτημα κατά πόσον τα θετικά αισθήματα για το μάθημα σχετίζονται με την ίδια τη Φυσική ή, κατά βάθος, με τον δάσκαλο ο οποίος την δίδαξε. Μετά από σύντομη παύση, παίρνω τελικά την απάντηση που εύκολα μαντεύει ο αναγνώστης…

Αναλογεί, εν τούτοις, και ένα σημαντικό ποσοστό ευθύνης σε έναν ώριμο, πλέον, σπουδαστή για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης, ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες δασκάλων που προηγήθηκαν ή έπονται (οι οποίες, μαζί με εκείνες των γονιών, συχνά λειτουργούν ως βολικό άλλοθι για την αναβολή της ωρίμανσης). Ο σπουδαστής αυτός, λοιπόν, καλείται με δική του θέληση να ξεπεράσει τον εφησυχασμό που προσφέρει η επεξεργασμένη τροφή της απομνημόνευσης, αποδεχόμενος την λιγότερο βολική πρόκληση της δημιουργικής σκέψης. Γιατί, η πρώτη είναι μία επικίνδυνη μορφή πνευματικής οκνηρίας που αργά ή γρήγορα θα τον καταστήσει ευάλωτο στην κηδεμονευόμενη σκέψη. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ρόλο του ως ανεξάρτητου κι ελεύθερου μέλους μιας δημοκρατικής κοινωνίας…

Ο μέγας Καζαντζάκης γράφει στο κορυφαίο φιλοσοφικό του έργο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω!» Κι ακόμα: «Καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος. Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο…»

Ίσως και να υπάρχει, τελικά, διδασκαλία. Μα ο δάσκαλος δεν είναι απαραίτητα ο λυτρωτής που ανοίγει δρόμους. Είναι κυρίως το φανάρι που τους φωτίζει. Και, ξεπερνώντας τις όποιες δικές του ματαιοδοξίες, οφείλει να δείξει στον μαθητή του πώς να πάρει το βλέμμα από το ίδιο το φανάρι και να το στρέψει κατά κει που πέφτει το φως. Οδηγώντας τον από την άκριτη αποδοχή προς τη γόνιμη σκέψη. Ακόμα και την αμφισβήτηση…

ΤΟ ΒΗΜΑ