Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Θλίψη για το Μετρό που παρακμάζει...


Το Μετρό της Αθήνας μπήκε δυναμικά στη ζωή μας ένα Σαββατοκύριακο στο τέλος Ιανουαρίου του 2000. Αυτό που εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν πως δεν θύμιζε σε τίποτα τη μιζέρια και την παρακμή των υπόλοιπων μέσων μαζικής μεταφοράς. Η καθαριότητα στους σταθμούς ήταν υποδειγματική, ενώ η φρούρηση στους χώρους, η οποία δεν είχε (κυριολεκτικά) το παραμικρό να ζηλέψει από την αντίστοιχη στο Προεδρικό Μέγαρο, έδινε στο επιβατικό κοινό ένα μοναδικό αίσθημα ασφάλειας.

Ύστερα ήρθε η κρίση. Και μαζί με αυτή – ή μάλλον, εξαιτίας της – ήρθαν στο προσκήνιο πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονταν ζωή εναρμονισμένη με το σύνθημα «δεν πληρώνω», ενώ παράλληλα θώπευαν τα αυτιά εκείνων που θα βολεύονταν καλύτερα σε μία κοινωνία δίχως νόμο και τάξη.

Βαθμιαία, το Μετρό της Αθήνας άρχισε κι εκείνο να υφίσταται τις συνέπειες της νέας φιλοσοφίας της ελληνικής Πολιτείας. Ο έλεγχος των εισερχομένων και η εν γένει φρούρηση των χώρων χαλάρωναν συνεχώς, με διπλά αρνητικό αποτέλεσμα. Πρώτον, η πληρωμή του κομίστρου κατέληξε να επαφίεται ουσιαστικά στον πατριωτισμό (δηλαδή, το φιλότιμο) του επιβατικού κοινού, και το σύστημα έμειναν τελικά να συντηρούν τα αμετανόητα «κορόιδα» που πλήρωναν κανονικά και πάντοτε εισιτήριο. Δεύτερον (και σπουδαιότερο, κατά τη γνώμη μου), στο σύστημα του Μετρό άρχισαν να έχουν εύκολη πρόσβαση διάφορα περιθωριακά στοιχεία – μερικά, μάλιστα, υπό εμφανή επήρεια ουσιών – τα οποία συχνά τρομοκρατούσαν τους επιβάτες ζητώντας χρήματα με τρόπους ευθέως ή υπαινικτικά απειλητικούς.

Με την τοποθέτηση των αυτόματων θυρών στους σταθμούς, δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι τα δυσάρεστα αυτά φαινόμενα θα έπαυαν οριστικά να υφίστανται στο Μετρό. Όμως και το σύστημα των θυρών αποδείχθηκε διάτρητο στην πράξη, αφού το κάθε άνοιγμα μιας θύρας επιτρέπει την είσοδο σε δύο (αν όχι τρία) άτομα. Έτσι, το μόνο που καταρχήν εξασφαλίστηκε είναι ότι, αν μη τι άλλο, θα πληρώνει εισιτήριο ο ένας στους δύο επιβάτες κατά μέσον όρο. Από την άλλη, τίποτα απολύτως δεν άλλαξε σε ό,τι αφορά την προσβασιμότητα επικίνδυνων περιθωριακών στοιχείων στους συρμούς. Θα λέγαμε μάλιστα ότι το φαινόμενο κλιμακώνεται με ρυθμό που προκαλεί ανησυχία!

Με την ευκαιρία της συζήτησης θα ήθελα να παραθέσω μία πρόσφατη προσωπική εμπειρία, ενδεικτική όχι μόνο της χαλαρότητας των μέσων περιφρούρησης στο Μετρό αλλά και της αδιαφορίας που επιδεικνύουν κάποιοι (ευτυχώς όχι πολλοί) στους οποίους έχει ανατεθεί η ασφάλεια των σταθμών και του επιβατικού κοινού.

Κινούμαι στη Γραμμή 2, με κατεύθυνση από Κέντρο προς Ελληνικό. Κάποια στιγμή αισθάνομαι ένα χέρι να μου χτυπά το κεφάλι από πίσω. Ο δράστης, ένα άτομο με ογκώδη σωματότυπο και εμφανή σημάδια ψυχικής διαταραχής, αφού κάθεται απέναντί μου μού ζητά επιτακτικά και χωρίς περιστροφές να του δώσω χρήματα. Στην άρνησή μου να ανταποκριθώ αρχίζει να με κλωτσά στα πόδια. Σε λίγο το σκηνικό επαναλαμβάνεται με θύματα άλλους επιβάτες που κι αυτοί αποφεύγουν να αντιπαρατεθούν με ένα άτομο που δείχνει απρόβλεπτο και επικίνδυνο.

Κατεβαίνω Συγγρού-Φιξ και χτυπώ την πόρτα στο δωματιάκι του υπεύθυνου του σταθμού. Μου ανοίγει ο ένστολος φρουρός που ήταν μέσα, και του περιγράφω το περιστατικό διαμαρτυρόμενος, παράλληλα, για την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στο Μετρό με αποτέλεσμα την ολοένα αυξανόμενη παρουσία περιθωριακών στοιχείων στα βαγόνια. Μου απαντά – παίζοντας εμφανώς προκλητικά με την νοημοσύνη μου – ότι αυτές είναι καθαρά επινοήσεις του δικού μου μυαλού και ότι, σε κάθε περίπτωση, τα άτομα στα οποία αναφέρομαι ως «περιθωριακά» είναι ίσως τα μόνα που πληρώνουν πάντα εισιτήριο! Συμπλήρωσε μάλιστα ότι όλα αυτά τα λέω γιατί είμαι «προκατειλημμένος»! Υπερνικώντας μία αυθόρμητη αντίδραση για την οποία σίγουρα θα μετάνιωνα κατόπιν, βρήκα την ψυχραιμία να πω απλά ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση με κάποιον που μου καταλογίζει προκατάληψη...

Έφυγα από τον σταθμό με το αίσθημα που γεννά η επίγνωση της ματαιότητας μπροστά στην παντοδυναμία ενός βαθιά διαβρωμένου μηχανισμού. Τελικά, το πολιτικό σύστημα δεν χρεοκόπησε απλά την Ελλάδα. Ακόμα περισσότερο, χρεοκόπησε την ίδια τη συνείδηση του Έλληνα που έφτασε το τερατώδες να το θεωρεί σαν «φυσικό». Και, ως γνωστόν, όταν συνηθίσεις στη θέα του τέρατος έχεις αρχίσει πια να του μοιάζεις!

Εις μνήμην, λοιπόν, του παλιού-καλού αθηναϊκού Μετρό...

Aixmi.gr

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Κροκοδείλια δάκρυα για το MEGA


Ας είμαστε ξεκάθαροι: Τον ταύρο τον σκοτώνει ο ταυρομάχος μέσα στην αρένα, όχι το κοινό στις εξέδρες που διψάει για αίμα φωνάζοντας «Όλε!». Από την άλλη, θα ήταν υποκριτικό – έως γελοίο – αυτό το ίδιο κοινό να θρηνεί κατόπιν πάνω από το πτώμα του ταύρου!

Κατ’ ανάλογο τρόπο, το MEGA το σκότωσε η άφρων και αλαζονική πολιτική των μετόχων του, όχι τα πλήθη των «αντιμνημονιακών» φανατικών που κραύγαζαν – συχνά με χυδαίους τρόπους – μέσα από social media, πολιτικούς σχηματισμούς, ακόμα και κυβερνήσεις. Προκαλεί, λοιπόν, τουλάχιστον ειρωνικά χαμόγελα η όψιμη «στενοχώρια» κάποιων για τους εργαζόμενους του καναλιού που έχασαν τη δουλειά τους. Μια δουλειά που, απλά, δεν θα είχε χαθεί αν δεν είχε κλείσει το κανάλι το οποίο εκείνοι οι «κάποιοι» τόσο πολύ εμίσησαν!

Γιατί το μίσησαν; Διότι δεν δέχθηκε να συμπλεύσει με την «αντιμνημονιακή» υστερία και τον εθνικά αυτοκαταστροφικό λαϊκισμό της εποχής. Εν τούτοις, παρέλαση έκαναν κάθε βράδυ στα φιλόξενα «παράθυρά» του οι κάθε λογής κραυγάζοντες εκπρόσωποι του «αντισυστημικού» αγώνα, που σαν ήρθαν αργότερα στην εξουσία αναδείχθηκαν σε μετρ του χειρισμού και της αξιοποίησης του συστήματος! Για να μην πω τι απέγινε και το υπερχειλίζον «αντιμνημονιακό» τους μένος...

Αυτοί που πραγματικά το πάλεψαν για τους εργαζόμενους ήταν άνθρωποι μέσα στο κανάλι, όπως ο τότε διευθυντής ενημέρωσης Χρήστος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος κατέβαλε προσπάθειες να σώσει θέσεις εργασίας κόντρα στην κυνική πολιτική των μετόχων. Δεν ήταν, όμως, μικρότερος ο κυνισμός του ίδιου του Πρωθυπουργού όταν, σε συνέντευξη Τύπου στην ΔΕΘ το 2016, και σε αγωνιώδη ερώτηση δημοσιογράφου για το μέλλον των εργαζομένων που θα έχαναν τις δουλειές τους, απάντησε ότι «δεν σας είδα να κάνετε έτσι για τους απολυμένους της ΕΡΤ». Σαν να λέμε, δικαίωμα στην εργασία έχουν μόνο εκείνοι τους οποίους μπορεί να ελέγχει η εξουσία (του). Όσοι εργάζονταν για τα συμφέροντα ιδιωτών εργοδοτών, ας πρόσεχαν!

Ας μην υποκρίνονται, έτσι, κάποιοι (ανάμεσα σε αυτούς και μερικοί προσωπικοί φίλοι) ότι στενοχωρούνται πολύ για τους εργαζόμενους του MEGA. Στην πραγματικότητα, τους θεωρούν παράπλευρες απώλειες ενός (και) δικού τους θριάμβου. Και, εν τέλει, ο ταύρος δικαιούται, αν μη τι άλλο, να πεθάνει με κάποιο αίσθημα αξιοπρέπειας, δίχως την αίσθηση ότι τον «δουλεύουν» εκείνοι που φώναζαν «Όλε» όταν ψυχορραγούσε...

Κλείνω το σύντομο σημείωμα με μία σχετικά εύθυμη νότα. Σε άρθρο της στις 13-3-2016 (προσέξτε τη χρονολογία!) φιλοκυβερνητική εφημερίδα κατηγορούσε το MEGA ότι, τον καιρό των απαξιωτικά λεγόμενων «σαμαρο-βενιζέλων», το κανάλι προειδοποιούσε ότι η χώρα κινδύνευε με εκδίωξη από το ευρώ, καθώς και ότι υπαρκτός ήταν πάντα ο κίνδυνος να κλείσουν οι τράπεζες. Ίσως λόγω πολιτικής (διάβαζε: κομματικής) αμνησίας, από το μυαλό του συντάκτη είχαν ήδη διαγραφεί τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2015. Τα είχαμε εξιστορήσει παλιότερα σε άρθρο μας στο Aixmi.gr, και δύσκολα ποτέ θα τα ξεχάσουμε...

https://www.aixmi.gr/index.php/ta-capital-controls-kai-ta-koroida/

Aixmi.gr

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Hitler and Stalin on the moral balance of History


Author: Costas J. Papachristou

1. Introduction: Who was the most evil?

My friend Aristidis always has a counter-argument up his sleeve even for ideas he agrees with, in principle! A few days ago, during a conversation on historic matters, I made a remark about Hitler’s crimes, in particular, the Holocaust. “Right”, said Aristidis, “but don’t forget that Stalin killed many more!”

For a moral evaluation of the two biggest criminals of the twentieth century, I’m not sure how much it matters which one wins the contest with regard to the number of murders. And, speaking of murders, I don’t refer to those killed on the battlefields but to civilians, especially the victims of racist, national or ethnic cleansing. Until relatively recently, the dominant opinion was in accord with that of Aristidis; that is, “Stalin killed many more”. A prominent American historian, however, came to dispute this view.

Timothy D. Snyder (b. 1969) is a Professor of History at Yale University, specializing in the History of Central and Eastern Europe as well as in matters related to the Holocaust. His fluency in eleven (!) European languages allowed him to study original archive sources located in countries of the former eastern block, which (sources) began to be openly available in the decade of the 90s, after the dissolution of the Soviet Union. His best-known book “Bloodlands” [1] is based on the information he collected.

We found a synopsis of his research in his interesting article “Hitler vs. Stalin: Who was worse?” [2]. In this article we see the overturn of two popular myths:

1. The myth of the “less evil Stalin”, compared to Hitler who was responsible for the racist crime of the Holocaust. As Snyder concludes, the corresponding crimes of Stalin don’t differ much from the moral point of view, since the underlying goal was mass cleansing of civilian populations on the basis of national or ethnic criteria.

2. The myth of the “less murderous Hitler” since, allegedly, Stalin killed “over 20 million people”. Access to former Soviet archives has made it possible to count the victims of Stalin’s national or ethnic policy with relative accuracy. Snyder’s research has clearly demonstrated that the number of victims is definitely smaller compared to Hitler’s crimes of the same nature.

Below we summarize the main conclusions of this research.

2. Famine and terror under Stalin before the war

Many compare Stalin’s Gulag [3] to the Nazi concentration camps. The truth is, however, that, as Snyder mentions, the majority of those who entered the Gulag left alive. The total number of people who died in the Gulag is estimated to be between 2 and 3 million (a number comparable, of course, to the death toll in Nazi concentration camps). On the other hand, the number of victims of Stalin’s “Great Terror” (see below) does not exceed 1 million or even less.

The greatest human loss of the Stalinist period occurred in the famine of 1930-33, where more than 5 million people died from starvation. From these, the 3.3 million inhabitants of the Soviet Ukraine that perished in 1932 and 1933 were victims of a premeditated Stalinist policy with purely ethnic motivation. Specifically, Stalin requisitioned Ukrainian grain although it was certain that such an action would kill millions. Then, accusing the Ukrainians for the failure of his own policy, he ordered a series of measures (such as the sealing of the Ukrainian border) that were bound to cause yet more mass death.

In 1937 Stalin began the policy of the so-called Great Terror, which predominantly targeted Soviet citizens of Polish and Ukrainian origins. In the operation of 1937-38 against the Kulak [4] some 387,000 people were executed. The remaining “enemies” killed by this policy (about 247,000) belonged to national minorities related to countries bordering the Soviet Union. In particular, in the “Polish Operation” that began in 1937, some 111,000 people where accused of “espionage” for Poland and were executed. Overall, the number of victims of the Great Terror comes close to (but does not reach) 1 million.

3. Unarmed victims of war

Up to the beginning of the Second World War the Stalinist regime had absolute superiority in murdering civilians, compared to the Nazi regime. Nazi Germany began murdering on equal scale only after the 1939 Molotov–Ribbentrop Pact and the joint German–Soviet invasion of Poland in September of that year. From 1939 to 1941, some 200,000 Polish civilians lost their lives, the two regimes being equally responsible for these deaths. Among the victims were members of the elite of the Polish society killed by the Soviets in the Katyn Massacres of 1940.

The Nazis' policy of starvation caused 4.2 million deaths in the Soviet Union. Among the victims were 3.1 million Soviet prisoners of war, as well as 1 million civilians during the siege of Leningrad. (Snyder does not examine the question of victims of famine in areas outside of the Soviet Union.)

In reprisals for actions of resistance, the Germans killed about 700,000 civilians (mostly Poles and Belarusians) in mass executions. (Again, Snyder confines this part of his study to the areas of Poland and the Soviet Union.)

Of course, the greatest German mass crime was by far the Holocaust, in which 5.7 to 6 million Jews perished. To the victims of this racist atrocity one must add more than 100,000 Roma.

Overall, the Germans murdered about 11 million civilians. This number could exceed 12 million if one includes deaths from various causes (such as hunger or diseases) in concentration camps. The corresponding figures for the Soviets in the Stalinist period (both before and after the war) are 6 to 9 million. As is obvious, the victims of Stalin’s murderous fury don’t even approach the alleged number of 20 million!

Let us note here that Snyder does not count battlefield casualties or civilians who lost their lives during bombardments or other actions of war. His study confines itself to the victims of mass murder through executions, starvation policies or imprisonments in concentration camps.

4. Attempting an “intent trial”

Beyond the number of victims there is also the question of intent. With regard to the Germans, things are rather clear: Germany bears the main responsibility for the war and the killings of civilians that she committed are mostly due to imperialistic arrogance and a racist sense of superiority.

As for the Soviets, most civilian killings took place in times of peace and were related, more or less, to Stalin’s vision of modernization of the state. With regard to the famine of 1930-33 (the victims of which were mostly Ukrainians and – to a lesser extent – Poles) Stalin attempted to eliminate by means of starvation those resisting the process of collectivism in the Soviet Union. In Ukraine, in particular, he wanted to rid himself of the class of rich landowners (the Kulak) in order that the state might gain full control of agriculture and invest the riches of the countryside into the development of modern industry.

In the Great Terror of 1937-38, which also mostly targeted Poles and Ukrainians, the choice of the victims was again made on the basis of ethnic considerations. Specifically, Stalin regarded the Soviet citizens of Polish origin, residing in the western part of the country, as potential agents of Poland. On the other hand, he feared that any Ukrainian Kulak who had survived the famine of 1932-33 would be a potential threat to the Soviet regime in the event of a future conflict.

After the joint German–Soviet invasion of Poland (1939) both the Germans and the Russians consciously tried to eliminate the political and intellectual elite of that country. This was still the era of the “bad Stalin”. The “good Stalin” would be “born” two years later, after the invasion of the Soviet Union by his former ally, Hitler...

5. Epilog: Who misinformed Aristidis?

Beyond the non-availability of archival sources during the Cold War, why was our previous assessment of the murderous record of Stalin so erroneous? (The moral dimension of this record is still huge, of course!) How did the 6 to 9 million become “more than 20 million” according to the benevolent belief of my friend Aristidis? Above all, for many years this historic miscalculation has offered a false “moral advantage” to the other horrible monster of world history: Adolf Hitler!

Snyder provides a convincing answer to this question also. His argument can be summarized as follows: The aforementioned misinformation was (at least to some extent) intentional and can be related to the expediencies of the Cold War. Soon after the Second World War, the victorious powers, with the exception of the Soviet Union, allied within NATO with their former enemy, the Federal Republic of Germany. The new enemy was now a former ally: the Soviet Union! Such an interchange of roles in the friend-enemy dipole required some degree of moral and historic “flexibility” which would allow for an arbitrary (given the absence of official sources) exaggeration of the crimes previously committed by the other (i.e., the Soviet) side.

The ultimate moral question is, of course, whether absolute numbers have any real meaning when one speaks of mass murder. I leave this to the reader to decide for her/himself. As Snyder remarks [2], when it comes to death the difference between zero and one is infinity! All the more so, I would add, if we are dealing with a carnage of innocent people, victims of the most inhuman war in history and of two tyrannical regimes of unique murderous savagery. Regimes that, amazingly, even today count admirers here in Greece as well as elsewhere...

Notes and references

[1] Timothy Snyder, Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, Hitler vs. Stalin: Who was worse? (The New York Review of Books, http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/).

[3] Gulag: Government agency that administered the main Soviet forced labor camp systems during the Stalin era, from the 1930s until the 1950s. The term is also sometimes used to describe the camps themselves.

[4] Kulak: A class of relatively wealthy farmers in Tsarist Russia and, later, in the Soviet Union. By extension, in the Stalinist period, those who resisted handing over their grain to the central government in accordance with the soviet plan of collectivism (1928-1940).


* Costas J. Papachristou is a Theoretical Physicist. He is a Senior Faculty Member at the Hellenic Naval Academy.

https://sites.google.com/site/cjpapachristou/

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Οι «οπαδοί» που σκοτώνουν την ΑΕΚ


Πηγαίνουμε τακτικά στα Εξάρχεια. Έχουν μερικές από τις καλύτερες ταβέρνες και τα ωραιότερα καφέ της Αθήνας, και οι γειτονιές τους προσφέρονται για μια χαλαρωτική περιδιάβαση τα σαββατοκύριακα.

Δεν είναι λίγες οι φορές που βλέπω στους τοίχους γραμμένο το όνομα της ομάδας μου. Πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το βλέπω στη Φιλαδέλφεια! Με μία ιδιαιτερότητα, όμως: το άλφα περιβάλλεται συχνά (αν όχι πάντα) από έναν κύκλο. Κι αυτός ο κύκλος – κάτι σαν θηλιά ασφυκτική γύρω από την ίδια την ιδέα του αθλητισμού – αντικατοπτρίζει μία διαχρονική, αμαρτωλή σχέση του σκληρού οπαδικού πυρήνα της ΑΕΚ με τις πιο ακραίες δυνάμεις του πολιτικού περιθωρίου (αν και η χρήση, εδώ, της λέξης «πολιτικό» μάλλον προσβάλλει την έννοια παρά περιποιεί τιμή σε αυτήν).

Το περιθώριο, λοιπόν, έχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια παρεισφρήσει στις τάξεις των οργανωμένων οπαδών της ΑΕΚ. Το πέτυχε αξιοποιώντας προς όφελός του το αίσθημα του αδικημένου που διαχρονικά φέρουν οι οπαδοί της Ένωσης, και μία ανάγκη κάποιων ακραίων στοιχείων τους να εκφράσουν αγανάκτηση ακόμα και μέσω της βίας. Ο πραγματικός αντίπαλος δεν βρίσκεται μέσα στον αγωνιστικό χώρο αλλά έξω απ’ αυτόν – ακόμα και έξω από το γήπεδο. Είναι οι αστυνομικές δυνάμεις, με τις οποίες – για λόγους που μόνο η ψυχιατρική επιστήμη θα μπορούσε, ίσως, να εξηγήσει – το περιθώριο συντηρεί μια ατελείωτη βεντέτα υπό την ύποπτη ανοχή της εκάστοτε εξουσίας (το «εκάστοτε» έχει ιδιαίτερη σημασία για όσους τυχόν επιχειρήσουν να αναλύσουν πολιτικά ή κοινωνιολογικά το φαινόμενο).

Η ΑΕΚ έχει πληρώσει πολύ ακριβά τη δράση αυτών των ατόμων. Με βαριά πρόστιμα, με τιμωρίες της έδρας της, ακόμα και με αφαίρεση βαθμών. Τα είδαμε αυτά να συμβαίνουν με αφορμή τα γεγονότα στο πρόσφατο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στο ΟΑΚΑ, όπου για μία ακόμα φορά «οπαδοί» της ΑΕΚ εγκατέλειψαν τις κερκίδες για να επιτεθούν στις αστυνομικές δυνάμεις.

Υπήρξαν και περιπτώσεις όπου ακραία οπαδικά στοιχεία επιχείρησαν, και κάποιες φορές το πέτυχαν, να παίξουν ρυθμιστικό ρόλο στα διοικητικά πράγματα της ΑΕΚ. Τον Μάιο του 2004, «οπαδοί» εισέβαλαν στο τότε προπονητικό κέντρο της ομάδας στους Θρακομακεδόνες, βιαιοπραγώντας ενάντια σε όποιον – και καταστρέφοντας ό,τι – εύρισκαν μπροστά τους. Σκοπός τους: να επιβάλουν δια της βίας και της τρομοκρατίας την ανάληψη της ΠΑΕ από τον τότε εκλεκτό τους – και μετέπειτα απόλυτα μισητό τους – Θεμιστοκλή Νικολαΐδη. Τα κίνητρά τους δεν ήταν εντελώς ιδεαλιστικά, αφού πίστευαν πως ο νέος πρόεδρος θα μοιραζόταν μαζί τους την διοίκηση του συλλόγου (κατά τη γνωστή ρήση, «το τάδε κόμμα στην κυβέρνηση – ο λαός στην εξουσία»)!

Είναι αλήθεια ότι ο Θ. Νικολαΐδης, αναλαμβάνοντας την διοίκηση, προσπάθησε ειλικρινά – πλην μάταια – να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του χουλιγκανισμού στην ΑΕΚ. Για να ηττηθεί και να εκδιωχθεί, τελικά, και ο ίδιος από εκείνους ακριβώς που πριν λίγα χρόνια τον είχαν επιβάλει δια της βίας στην προεδρία του συλλόγου...

Στις 14 Απριλίου του 2013 έζησα μία από τις εφιαλτικότερες εμπειρίες που είχα ποτέ σε αγώνα ποδοσφαίρου. Ήταν η περίοδος που η ΑΕΚ ψυχορραγούσε ως σύλλογος Α΄ Εθνικής, αφού η παραμονή της στη μεγάλη κατηγορία κρεμόταν κυριολεκτικά από μία κλωστή. Το βράδυ εκείνο, «οργανωμένοι οπαδοί» εισέβαλαν βίαια στον αγωνιστικό χώρο λίγο πριν τη λήξη του αγώνα ΑΕΚ-Πανθρακικού, με αφορμή – ή μάλλον, με πρόσχημα (ζυγίζω καλά τη λέξη...) – την επίτευξη τέρματος από την φιλοξενούμενη ομάδα. Όπως ήταν φυσικό, ο διαιτητής διέκοψε το παιχνίδι εις βάρος της ΑΕΚ. Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι η διακοπή αυτή θα οδηγούσε την ομάδα σε υποβιβασμό, και μάλιστα κατά δύο κατηγορίες λόγω χρεοκοπίας. Πράγμα που, τελικά, συνέβη, ήταν όμως ταυτόχρονα αφετηρία κατακλυσμιαίων διοικητικών αλλαγών στον σύλλογο...

Ένα από τα (αναμενόμενα) «θύματα» της διοικητικής αλλαγής ήταν ο ιστορικός αρχηγός των οργανωμένων οπαδών, ο οποίος φαίνεται να εξαναγκάστηκε σε απομάκρυνση και έκτοτε αγνοείται σε ό,τι αφορά τα πράγματα στην ΑΕΚ. Ας μη φανταστεί κανείς κάποιον έξαλλο χούλιγκαν! Ήταν άτομο ιδιαίτερα ευφυές και μορφωμένο. Τα διαπίστωσα αυτά όταν τον συνάντησα την εποχή που κατείχε παράλληλα και το αξίωμα του Προέδρου στην Ερασιτεχνική ΑΕΚ. Του έθεσα τότε μία ευθεία ερώτηση: γιατί επετράπη σε ακραία περιθωριακά στοιχεία να εμφιλοχωρήσουν στις τάξεις των οπαδών. Μου φάνηκε απόλυτα ειλικρινής όταν μου ομολόγησε ότι η κατάσταση ήταν πλέον εκτός ελέγχου (τουλάχιστον, δικού του ελέγχου) και ήταν αδύνατο να αποτρέψει κάποιος την είσοδο τέτοιων στοιχείων στον οπαδικό χώρο.

Η απομάκρυνση του αρχηγού των οργανωμένων δεν έκλεισε, φυσικά, και τον κύκλο της οπαδικής βίας στην ΑΕΚ. Ο σύλλογος συνέχισε να αιμορραγεί εξαιτίας της, τόσο αγωνιστικά όσο και οικονομικά. Κυρίως, όμως, ηθικά, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ΑΕΚ – και λόγω των προσφυγικών της καταβολών – κατείχε πάντα μία ξεχωριστή θέση στις συνειδήσεις όλων των φιλάθλων της χώρας. Θέση που δεν συμβιβάζεται με φαινόμενα ακραίας βίας και, γενικά, με συμπεριφορές οπαδικής αλητείας.

Υπάρχουν τρόποι να απομακρυνθούν τα περιθωριακά στοιχεία από τις τάξεις των οπαδών της ΑΕΚ (και, πάνω απ’ όλα, από τα γήπεδα όπου αγωνίζεται η ομάδα) έτσι ώστε να εξαλειφθούν τα δυσάρεστα φαινόμενα βίας που δυσφημούν τον σύλλογο; Θεωρητικά, οι τρόποι είναι δύο:

1. Μία γενναία απόφαση αυτόβουλης αυτο-κάθαρσης των ίδιων των οργανωμένων οπαδών. Ας μου επιτραπεί, όμως, να πω ότι τούτο μοιάζει τόσο δύσκολο όσο το να κάνει κάποιος μια βάρκα χωρίς κουπιά να προχωρήσει στο νερό, σπρώχνοντάς την από μέσα (ακόμα και οι πρωτοετείς μου στη Φυσική γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο!).

2. Να αναλάβει τις ευθύνες της η ίδια η διοίκηση της ΑΕΚ, αν μη τι άλλο υποβάλλοντας σε αυστηρότερο έλεγχο (βάσει πολύ συγκεκριμένων κριτηρίων) τους οργανωμένους οπαδούς στους οποίους θα επιτρέπει την είσοδο στο γήπεδο. Ακόμα καλύτερα: «εκβιάζοντας», εν ανάγκη, τους «οργανωμένους» με οριστική στέρηση δικαιώματος εισόδου στο γήπεδο αν δεν προχωρήσουν σε ριζική και ουσιαστική κάθαρση του χώρου τους από κάθε άτομο που βρίσκεται εκεί για λόγους που ελάχιστη σχέση έχουν με την αγάπη για την ΑΕΚ. Πρακτικά μιλώντας, αυτή θα ήταν και η μόνη ρεαλιστική λύση στο πρόβλημα που εδώ και χρόνια ταλανίζει τον σύλλογο.

Δεν διαθέτω τις απαραίτητες νομικές γνώσεις για να κρίνω το κατά πόσον δίκαιη ή όχι ήταν η αφαίρεση τριών βαθμών από την ΑΕΚ για τα επεισόδια που δημιούργησαν κάποιοι δήθεν οπαδοί της στην ανάπαυλα του αγώνα με τον Ολυμπιακό. Αυτό που με θλίβει, όμως, ακόμα περισσότερο ως φίλαθλο της ΑΕΚ είναι η συνεχιζόμενη παρουσία τέτοιων ατόμων στα γήπεδα όπου αγωνίζεται η ομάδα. Και, όπως θα ‘λεγε γραφικός υπουργός (αν τον παραφράσουμε λιγάκι), επαφίεται στο «ρωμαλέο οπαδικό κίνημα» στην ΑΕΚ να τους απομονώσει και να τους αποβάλει από τις τάξεις του!

Aixmi.gr

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Όχι Δάσκαλος, απλά καθηγητής!


Πληροφορήθηκα (ομολογώ με αίσθημα απόλυτης ντροπής) ότι καθηγητής σε σχολή της Τριτοβάθμιας απείλησε φοιτητές του με πειθαρχικές κυρώσεις επειδή τον προσφώνησαν "δάσκαλε" αντί "κύριε καθηγητά". Τους επεσήμανε, δε, ότι αυτός είναι ολόκληρος πανεπιστημιακός καθηγητής και όχι κάποιος δάσκαλος της Πρωτοβάθμιας!

Επειδή το φαινόμενο της ακαδημαϊκής αλαζονείας έχει πάρει μορφή επιδημίας στον χώρο της λεγόμενης ανώτατης εκπαίδευσης, μπαίνω στον κόπο να καταθέσω λίγα προσωπικά σχόλια για το συγκεκριμένο περιστατικό, με κίνδυνο να δημιουργήσω περισσότερους εχθρούς παρά φίλους...

1. Αν και, όπως έμαθα, ανήκει στον χώρο των θεωρητικών επιστημών, ο "συνάδελφος" δείχνει να συγχέει την έννοια του δημοδιδασκάλου (εκπαιδευτικού της Πρωτοβάθμιας) με εκείνη του Δασκάλου (εκείνου που μεταδίδει γνώση, έχοντας βαθιά αίσθηση του λειτουργήματος που υπηρετεί).

Όντως, κακώς τον αποκάλεσαν Δάσκαλο αφού απέχει έτη φωτός από το να φέρει την ιδιότητα! Δάσκαλο αποκαλούσε ο Πλάτων τον Σωκράτη, όπως και τον Ιησού οι μαθητές του. Και, για πολλούς πανεπιστημιακούς επιστήμονες διεθνούς κύρους (κάποιοι εκ των οποίων νομπελίστες) έχει ειπωθεί ότι ήταν επίσης και σπουδαίοι δάσκαλοι. Τέλος, μια και ο "συνάδελφος" διδάσκει θέματα που άπτονται της ελληνικής Ιστορίας, ας του θυμίσω ότι οι εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού χαρακτηρίστηκαν Δάσκαλοι του Γένους. Αυτός ο ίδιος, λοιπόν, αρνείται την τιμητική ιδιότητα του Δασκάλου, προτιμώντας τον συμβατικό ακαδημαϊκό τίτλο του καθηγητή της Τριτοβάθμιας. Κατ' ουσίαν, απαξιώνει αυτό που εκείνος δεν μπορεί να είναι...

2. Μια και, ως φαίνεται, ο "συνάδελφος" υποτιμά το έργο που επιτελούν οι (κατ' εμέ) ήρωες εκπαιδευτικοί των λεγόμενων "κατώτερων βαθμίδων" της εκπαίδευσης, θα του προτείνω, για λόγους εμπειρίας και μόνο, να επιχειρήσει να διδάξει μία εβδομάδα το πολύ σε ένα Δημοτικό Σχολείο ή σε ένα Λύκειο. Κι εκεί θα καταλάβει πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η διαμόρφωση χαρακτήρων και συνειδήσεων (σε μία Πολιτεία, μάλιστα, που σε μεγάλο βαθμό αδιαφορεί για τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι εκπαιδευτικοί αυτοί αγωνίζονται να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους) έτσι ώστε εκείνος να πάρει στα χέρια του το ήδη διαμορφωμένο και φιλτραρισμένο υλικό για να βάλει τις τελικές "πινελιές" στη γνώση.

Ας μην απαξιώνει ελαφρά τη καρδία, λοιπόν, το έργο όλων εκείνων που προετοίμασαν το έδαφος για να μπορεί σήμερα αυτός, κομπορρημονώντας, να κάνει τη δουλειά που κάνει. Την οποία - λυπούμαι που το λέω - φαίνεται να μετρά ως ακαδημαϊκή καριέρα και μόνο, αντί ως υψηλό λειτούργημα που κυρίως διδάσκει ήθος δια του παραδείγματος...

Κλείνω με ένα απόσπασμα από την "Ιστορία της Φιλοσοφίας" του Αμερικανού ιστορικού και φιλοσόφου Will Durant (μετάφραση Ν. Κ. Παπαρρόδου). Αναφερόμενος στην αγάπη που έτρεφαν οι μαθητές του Σωκράτη για τον Δάσκαλο, ο Durant γράφει:

"Τους άρεσε πιο πολύ σ' αυτόν η μετριοφροσύνη της σοφίας του: δεν ισχυριζόταν ότι είχε σοφία αλλά ότι μονάχα αγαπούσε να την αναζητεί. Ήταν φίλος της σοφίας και όχι επαγγελματίας σοφός."

Περισσεύουν σήμερα οι επηρμένοι "επαγγελματίες σοφοί" στον ακαδημαϊκό χώρο. Όσο για τους Δασκάλους που "εν οίδασι, ότι ουδέν οίδασι", αναζητούνται πάντα με το φανάρι του Διογένους...

Aixmi.gr

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κριτική σκέψη στην εκπαίδευση: Ευθύνη μαθητών ή δασκάλων;

Θέλοντας να πειράξω τους μαθητές μου, τους λέω συχνά πως οι ερωτήσεις κρίσεως ονομάστηκαν έτσι επειδή τους προκαλούν κρίση κάθε φορά που τίθενται ως θέματα στις εξετάσεις! Το πείραγμα δεν είναι αβάσιμο, αφού αποτελεί προϊόν εμπειρίας που εκτείνεται σε βάθος χρόνου…

Η σκηνή στην αίθουσα διδασκαλίας, σε μέρα εξετάσεων. Οι φοιτητές διαβάζουν τα θέματα που μόλις τους έχουν δοθεί, καλούμενοι να διατυπώσουν τυχόν απορίες. Με απόλυτα φυσικό τρόπο, ένας εξ αυτών (εκπροσωπώντας πιθανότατα και τους περισσότερους από τους υπόλοιπους) σηκώνει το χέρι και κάνει την εξής ερώτηση: «Στο δεύτερο θέμα, θέλετε αυτά που γράφει το βιβλίο στην πρώτη παράγραφο πάνω δεξιά όπως το κοιτάζουμε, ή εκείνα που γράφει κάτω από το σχήμα στην απέναντι σελίδα;»

Η ερώτηση είναι αποκαλυπτική μίας πολύ ανησυχητικής νοοτροπίας που παρατηρείται στον χώρο της εκπαίδευσης: Σε μεγάλη μερίδα μαθητών και σπουδαστών, η «φωτογραφική» απομνημόνευση λειτουργεί ως βολικό υποκατάστατο της δημιουργικής κριτικής σκέψης. Και η «παπαγαλία» αντιμετωπίζεται ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη μάθηση, ενώ η κριτική σκέψη συχνά απαξιώνεται ως ελιτίστικη πνευματική πολυτέλεια που χαρακτηρίζει κυρίως τους «σπασίκλες»!

Για να προλάβω τις (δίκαιες) ενστάσεις του αναγνώστη, θα σπεύσω να διευκρινίσω ότι, ως εκπαιδευτικός, θεωρώ τους μαθητές σαν τους λιγότερο υπεύθυνους γι’ αυτό το φαινόμενο. Από την πρώτη μέρα του σχολείου διδάσκονται την αποστήθιση ως βασικό (αν όχι μοναδικό) τρόπο μάθησης και αναγκάζονται να την αποδεχθούν ως κριτήριο αξιολόγησης της επίδοσής τους. Βέβαια, ως ένα βαθμό, η αποστήθιση είναι απαραίτητο συστατικό της μάθησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πρώτη καταγραφή αντικειμενικών δεδομένων όπως, π.χ., ιστορικές χρονολογίες, γεωγραφικά ονόματα ή κανόνες της αριθμητικής. Το ζήτημα είναι κατά πόσον, παράλληλα με την (όποια) αναγκαιότητα της απομνημόνευσης, διδάσκουμε στους μαθητές μας την σημασία της κριτικής σκέψης και τους δείχνουμε τον δρόμο για να την αναπτύξουν.

Και, για να μη φανεί ότι επιχειρώ να επιρρίψω ευθύνες αποκλειστικά και μόνο στους φιλότιμους συναδέλφους των δύσκολων δύο πρώτων βαθμίδων της εκπαίδευσης, σπεύδω να τονίσω ότι τις ίδιες, τουλάχιστον, ευθύνες φέρουμε και όσοι παίρνουμε τη σκυτάλη από τα χέρια τους. Συνηθίζουμε να φορτώνουμε τους σπουδαστές μας με τεράστιες ποσότητες εξεταστέας ύλης που δεν αφήνουν χώρο στον προβληματισμό, παρά μόνο στην απομνημόνευση δεδομένων ή μεθόδων. Έτσι, το διδακτικό βιβλίο και τα συναφή βοηθήματα καταντούν τυφλοσούρτες φοιτητικής επιβίωσης αντί εργαλείων ανάπτυξης επιστημονικής σκέψης!

Το κρίσιμο ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι ο βαθμός επικοινωνίας του διδάσκοντος με τον διδασκόμενο στην αίθουσα διδασκαλίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε την μαθησιακή λειτουργία σαν μονόδρομη διαδικασία όπου κάποιος «πομπός», εφοδιασμένος με κάποιας μορφής εξουσία, μεταδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως γνώση σε κάποιους «δέκτες» που καλούνται να την αφομοιώσουν χωρίς ποτέ να τους δοθεί η δυνατότητα να την κρίνουν. Μερικές φορές, μάλιστα, η μετάδοση της πληροφορίας παίρνει τη μορφή αληθινού βομβαρδισμού κάτω από το άγχος της απαίτησης «να καλύψουμε την ύλη», πράγμα που δεν μας αφήνει χρόνο να προβληματιστούμε κατά πόσον αυτά που διδάξαμε συνέβαλαν στη διεύρυνση πνευματικών οριζόντων ή οδήγησαν απλά στην αποθήκευση δεδομένων (τη σπουδαιότητα των οποίων – για να μην παρεξηγηθώ – δεν έχω την πρόθεση να αμφισβητήσω). Και στο τέλος του εξαμήνου αξιολογούμε, συνήθως, την επίδοση του μαθητή/σπουδαστή με βάση το πόσο πιστά μπορεί να αναπαραγάγει μέσα σε λίγη ώρα την πληροφορία με την οποία τον βομβαρδίσαμε.

Από εκεί και πέρα, η ανταπόκριση του ίδιου του μαθητή εξαρτάται από δύο, κυρίως, παράγοντες: τον βαθμό ωριμότητάς του και το ειδικό ενδιαφέρον του για το μάθημα. Κάποιοι μαθητές θα προβληματιστούν πάνω σ’ αυτά που άκουσαν και θα θελήσουν, ακόμα και με δική τους πρωτοβουλία, να μάθουν περισσότερα και να εμβαθύνουν. Είναι εκείνοι στους οποίους έχει αναπτυχθεί η κριτική σκέψη και δεν δέχονται τη γνώση ως «μασημένη τροφή».

Κάποιοι άλλοι θα αρκεστούν στη στείρα απομνημόνευση, τον πλέον θνησιγενή τρόπο μάθησης αφού τα προϊόντα της εξανεμίζονται σύντομα δίχως να αφήσουν κάποιο αξιόλογο στίγμα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή. Εδώ όμως υπάρχει μία υποσημείωση που συχνά εμείς οι εκπαιδευτικοί παραβλέπουμε. Ακόμα και οι μαθητές στους οποίους με ευκολία τοποθετούμε την ετικέτα του «παπαγάλου», δείχνουν τελείως διαφορετική μαθησιακή συμπεριφορά όταν πρόκειται για αντικείμενο που τους ενδιαφέρει, πράγμα που συχνά απεικονίζεται και στις βαθμολογικές τους επιδόσεις (αν και ο απόλυτος συσχετισμός του επιπέδου μάθησης με την τυπική βαθμολογία που, με στείρα αριθμητική λογική, επιχειρεί να αξιολογήσει τη μάθηση αυτή, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ασφαλής…).

Η τελευταία παρατήρηση δείχνει και την ευθύνη μας, ως εκπαιδευτικών, για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης στους μαθητές μας, καθώς και τον δρόμο που θα οδηγήσει σε αυτήν. Για να θελήσουν να εμβαθύνουν σε οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο, θα πρέπει πρώτα να τους κεντρίσουμε το ενδιαφέρον γι’ αυτό. Και, γενικότερα, να τους πείσουμε ότι ο χρόνος που θα διαθέσουν και ο κόπος που θα καταβάλουν θα τους ανταμείψει. Όχι απλά με ένα ψυχρό ενδεικτικό νούμερο που λέγεται «βαθμός» (αυτό το αμφιλεγόμενο κίνητρο είναι, εξ άλλου, ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο της αποστήθισης) αλλά, κυρίως, με την απόκτηση γνώσεων που θα είναι χρήσιμες για τη ζωή τους. Και – γιατί όχι; – με την ίδια την απόλαυση της ενασχόλησης με κάτι που σ’ εμάς τους ίδιους εναπόκειται να κάνουμε να φανεί συν τοις άλλοις και ευχάριστο!

Ξεκινώντας στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς το μάθημα της Φυσικής με τους πρωτοετείς μου, ρωτώ συχνά σε ποιους η Φυσική ήταν το αγαπημένο μάθημα στο Λύκειο και την μελετούσαν από ενδιαφέρον για το αντικείμενο, καθώς και ποιοι τυχόν την «μισούσαν» με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να «παπαγαλίζουν» για να επιβιώσουν. Σηκώνονται χέρια ένθεν και ένθεν, οπότε θέτω το ερώτημα κατά πόσον τα θετικά αισθήματα για το μάθημα σχετίζονται με την ίδια τη Φυσική ή, κατά βάθος, με τον δάσκαλο ο οποίος την δίδαξε. Μετά από σύντομη παύση, παίρνω τελικά την απάντηση που εύκολα μαντεύει ο αναγνώστης…

Αναλογεί, εν τούτοις, και ένα σημαντικό ποσοστό ευθύνης σε έναν ώριμο, πλέον, σπουδαστή για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης, ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες δασκάλων που προηγήθηκαν ή έπονται (οι οποίες, μαζί με εκείνες των γονιών, συχνά λειτουργούν ως βολικό άλλοθι για την αναβολή της ωρίμανσης). Ο σπουδαστής αυτός, λοιπόν, καλείται με δική του θέληση να ξεπεράσει τον εφησυχασμό που προσφέρει η επεξεργασμένη τροφή της απομνημόνευσης, αποδεχόμενος την λιγότερο βολική πρόκληση της δημιουργικής σκέψης. Γιατί, η πρώτη είναι μία επικίνδυνη μορφή πνευματικής οκνηρίας που αργά ή γρήγορα θα τον καταστήσει ευάλωτο στην κηδεμονευόμενη σκέψη. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ρόλο του ως ανεξάρτητου κι ελεύθερου μέλους μιας δημοκρατικής κοινωνίας…

Ο μέγας Καζαντζάκης γράφει στο κορυφαίο φιλοσοφικό του έργο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω!» Κι ακόμα: «Καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος. Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο…»

Ίσως και να υπάρχει, τελικά, διδασκαλία. Μα ο δάσκαλος δεν είναι απαραίτητα ο λυτρωτής που ανοίγει δρόμους. Είναι κυρίως το φανάρι που τους φωτίζει. Και, ξεπερνώντας τις όποιες δικές του ματαιοδοξίες, οφείλει να δείξει στον μαθητή του πώς να πάρει το βλέμμα από το ίδιο το φανάρι και να το στρέψει κατά κει που πέφτει το φως. Οδηγώντας τον από την άκριτη αποδοχή προς τη γόνιμη σκέψη. Ακόμα και την αμφισβήτηση…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

Οι «νοικοκυραίοι» στο απόσπασμα


Αν κάτι πρέπει να αναγνωρίσουμε στην ελληνική Αριστερά είναι ότι δεν της έλειψε ποτέ η ευρηματικότητα στο να παράγει «ετικέτες» για όσους δεν δηλώνουν υποταγή στις ιδέες της. Το δόγμα «πας μη αριστερός, φασίστας» κυριάρχησε στις αρχές της Μεταπολίτευσης. Όταν, αργότερα, κλιμακώθηκε το φαινόμενο της (παράνομης κυρίως) μετανάστευσης, η έννοια του «ρατσιστή» μπήκε δυναμικά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο από την λεγόμενη «ανανεωτική» Αριστερά, για να στιγματίσει ακόμα κι εκείνους που τολμούσαν να ψελλίσουν δυο λέξεις διαμαρτυρίας για το οριστικά χαμένο αίσθημα ασφάλειας στη χώρα λόγω της κατακόρυφης αύξησης της εγκληματικότητας.

Με αφορμή μια πρόσφατη αποτρόπαιη πράξη βίας στο κέντρο της Αθήνας, που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο ενός τοξικομανούς LGBT ακτιβιστή ο οποίος φέρεται να επιχείρησε να ληστέψει κοσμηματοπωλείο, μία ακόμα ετικέτα ανασύρθηκε από το (ανανεωτικό) «προοδευτικό» λεξικό για να δαιμονοποιήσει συλλήβδην το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, στο οποίο περίπου καταλόγισε ομαδική ευθύνη για τον φόνο. Η λογική, απλή: «Είσαι συντηρητικός, άρα είσαι φασίστας, ρατσιστής και δολοφόνος!» Και, για να τονιστεί το αξιοχλεύαστο της συντήρησης, οι (κατά μεταφυσικό τρόπο) «συνεργοί» του εγκλήματος – όλοι εκείνοι, δηλαδή, που τολμούν να δηλώνουν φιλήσυχοι και μη-επαναστατημένοι – εισέπραξαν για μία ακόμα φορά τον σαρκαστικό χαρακτηρισμό «νοικοκυραίοι»...

Σταχυολογώ, εντελώς δειγματοληπτικά, φράσεις που αλίευσα στο Διαδίκτυο από «προοδευτικές» γραφίδες μετά το τραγικό περιστατικό. Για λόγους συντόμευσης, έχω «μοντάρει» ελαφρά τα αποσπάσματα χωρίς να αλλοιώσω το νόημά τους:

«Το άγριο λιντσάρισμα (...) αποδεικνύει γι’ άλλη μια φορά τα ακραία και φασιστικά ένστικτα της βαθιά συντηρητικής κοινωνίας μας.»

«Ο θάνατος του (...) αποκάλυψε τον κρυφοφασισμό μέρους της ελληνικής κοινωνίας.»

«Νοικοκυραίος είναι ο μικροαστός φασίστας (...). Είναι φασίστας γιατί είναι απολίτικος στην ουσία του.»

«Τον (...) τον δολοφόνησαν οι ‘νοικοκυραίοι’, αυτός ο ανθρωπότυπος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του φασισμού, που δεν τα βάζει ποτέ με την εξουσία. Κι ύστερα σκούπισαν τα αίματα, έκαναν το σταυρό τους μόλις πέρασαν από την Εκκλησία και γύρισαν στα σπίτια τους για να παίξουν στην κακοσκηνοθετημένη παράσταση του καλού οικογενειάρχη.»

«Οι λεγόμενοι ‘νοικοκυραίοι’, που εκπροσωπούν τον βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό. Είναι αυτοί που είναι αντίθετοι στον πολιτικό γάμο ομοφυλοφίλων, στην τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, στη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, αυτοί που θέλουν να υπάρχει η εικόνα του Χριστού στις αίθουσες των σχολείων. (...) Θεμέλια της κοινωνίας τους η πατρίδα, η θρησκεία και το Δίκαιο...»

Συλλογική ευθύνη για τον φόνο, λοιπόν, σε όλους ανεξαιρέτως όσοι έχουν άλλη άποψη για τις οικογενειακές δομές (μένοντας πιστοί στην παραδοσιακή εκδοχή τους), επιμένουν να θρησκεύονται, αγαπούν την πατρίδα τους και δεν περιφρονούν το Δίκαιο. Κι εγώ θυμάμαι την παροιμία «τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντ’ - έξι»! Όπου «παπάς» ένα κοινό (όχι κοινωνικο-πολιτικό) έγκλημα που εργαλειοποιείται για να δυσφημιστεί συλλήβδην (να «θαφτεί» ηθικά, δηλαδή) μία ολόκληρη κοινωνική ομάδα που απλά δεν δηλώνει υποταγή στα κελεύσματα της «προόδου»!

Διάβασα πριν χρόνια ένα οργισμένα ειρωνικό κείμενο για τον «απολιτικό» άνθρωπο, ιδιότητα που αποδίδεται κατ’ εξοχήν στους «νοικοκυραίους». Ανάμεσα στα άλλα, του καταλόγιζε ότι κάθεται βολικά στο γραφείο του την ώρα που κάποιοι άλλοι διαδηλώνουν στους δρόμους για τους μετανάστες.

Το ότι οφείλουμε να είμαστε ενάντιοι σε κάθε μορφή απρόκλητης και αναίτιας βίας (φυσικής ή λεκτικής) που στρέφεται κατά ανυπεράσπιστων και καλοπροαίρετων φιλοξενούμενων στη χώρα, είναι ασφαλώς αυτονόητο. Και ορθώς οι νόμοι την βία αυτή την τιμωρούν. Επειδή, όμως, το αφήγημα «κακοί Έλληνες νοικοκυραίοι – καλοί και κατατρεγμένοι μετανάστες», ως απόλυτο δόγμα, έχει θέση στον χώρο της πολιτικής μυθοπλασίας και μόνο, καλό είναι να βγούμε για λίγο από το «προοδευτικό» καβούκι μας και να δούμε τη ζωή από την οπτική γωνία του μέσου, ανώνυμου ανθρωπάκου της καθημερινότητας. Εκείνου που απώλεσε οριστικά το δικαίωμα να περπατά ανέμελα στους δρόμους και τα πάρκα της πόλης «του» όπως την ήξερε, που έπαψε να νιώθει ασφάλεια μέσα στο ίδιο του το σπίτι, που έμαθε να ζει με τον φόβο και, εν τέλει, να τον αποδέχεται ως μέρος της ζωής του...

Για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνικο-πολιτικής κουλτούρας, ο όρος «μετανάστης» αντιπροσωπεύει εξ ορισμού έναν καλό και κατατρεγμένο άνθρωπο που ήρθε στη χώρα ως ικέτης ζητώντας φιλοξενία και θαλπωρή. Και, όταν αυτός καταφεύγει στο έγκλημα, η πράξη του είναι κατά βάση «κατανοητή», αφού πρέπει «να ταΐσει τα παιδιά του». Όσοι τολμούν να αμφισβητήσουν την γενική και άνευ προϋποθέσεων ισχύ του δόγματος, χαρακτηρίζονται ως «ρατσιστές» και «φασίστες». Ακόμα χειρότερα: χλευάζονται ως «νοικοκυραίοι»!

Με την ίδια γενική συμπάθεια αντιμετωπίζονται οι «εθισμένοι». Και, όταν φτάνουν στο έγκλημα για τη «δόση», η πράξη περιβάλλεται με κατανόηση, αν όχι με συμπόνια: «Δεν έφταιγε αυτός, ήταν υπό την επήρεια!» Σε όσους τολμούν να μιλήσουν περί ατομικής ευθύνης – αφού η «επήρεια» δεν είναι πρόσωπο για να την δικάσουμε! – επιφυλάσσονται οι κλασικές ετικέτες του ανάλγητου, του βολεμένου αστού, του ρατσιστή, ίσως και του φασίστα. Α, να μην το ξεχάσω: και του «νοικοκυραίου»!

Προς αποφυγή παρερμηνειών: Γενικά μιλώντας, η συντήρηση δεν φορά φωτοστέφανο, ιδιαίτερα όταν αμφισβητεί την ελευθερία της σκέψης, του λόγου και του αυτοπροσδιορισμού. Ακόμα περισσότερο, αν η αμφισβήτηση αυτή συνοδεύεται από βίαιες συμπεριφορές ή στοχεύει σε κοινωνικούς αποκλεισμούς.

Από την άλλη, όμως, σε κανέναν δεν αξίζει να εισπράττει χλεύη και απαξίωση επειδή και μόνο αδυνατεί να παρακολουθήσει την μετεξέλιξη των ηθών μιας εποχής. Πόσο μάλλον να του χρεώνεται (έστω απρόσωπα) ένα έγκλημα όπου το θύμα απλά έτυχε να ανήκει σε ομάδα ανθρώπων με αντισυμβατικό τρόπο ζωής.

Ο ισοπεδωτικός τρόπος σκέψης των αυτοαποκαλούμενων «προοδευτικών», που φτάνουν στο σημείο να βαφτίζουν συλλήβδην «φασίστες» τους αρνητές της δικής τους κοσμοθεώρησης, ελάχιστα διαφέρει από τον τρόπο σκέψης κάποιων που δικαιούνται τον χαρακτηρισμό αυτό άνευ εισαγωγικών. Και ας μη διαμαρτυρόμαστε μετά όταν αυτοί οι «κάποιοι» σπεύδουν να αυτο-χριστούν «προστάτες της κοινωνίας». Μιας κοινωνίας που όχι μόνο η πολιτεία έχει αφήσει στο έλεος του εγκλήματος, αλλά και η «προοδευτική» διανόηση της κουνά το δάχτυλο όταν τολμά να αναρωτηθεί γιατί για τα δικά της, ανώνυμα θύματα δεν μπήκε κανείς ποτέ στον κόπο να κατέβει στους δρόμους, δεν βρέθηκε κανείς να οργιστεί ή να κλάψει...

Ο φασισμός είναι βία, και η βία έχει πολλές εκφάνσεις – φανερές και κρυφές, ακατέργαστες και διανοουμενίστικες. Και ουδείς αναμάρτητος (του γράφοντος μη εξαιρουμένου)!

Aixmi.gr

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Άρχουσα τάξη…

Στον Hermann Göring, νούμερο 2 του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία του Χίτλερ, αποδίδεται (εν μέρει τουλάχιστον) η διαβόητη ρήση:
«Εγώ και μόνο θα αποφασίσω ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) Εβραίος!»
Είναι κατ’ ουσίαν μία διακήρυξη του υποτιθέμενου δικαιώματός του να κρίνει εκείνος και μόνο για το ποιοι είναι «άξιοι» αφανισμού, και να προχωρεί στην δολοφονική εκτέλεσή τους χωρίς τον παραμικρό φόβο λογοδοσίας απέναντι στους νόμους. Εξ άλλου, στη ναζιστική Γερμανία ο «νόμος» ήταν εκείνος ο ίδιος!
Αν και τα μεγέθη δεν είναι, ασφαλώς, συγκρίσιμα, θυμήθηκα την πιο πάνω ρήση διαβάζοντας πρόσφατα το πόρισμα της λεγόμενης «Επιτροπής Παρασκευόπουλου» για την αντιμετώπιση της βίας στα πανεπιστήμια. Ειδικότερα, για την περίπτωση κλοπών σε πανεπιστημιακούς χώρους το πόρισμα προτείνει μεταξύ άλλων το εξής:
«Ευαισθητοποίηση των φοιτητών και των εκπροσώπων τους ώστε να γίνει σαφές ότι, όταν το θύμα είναι συνάδελφος ή καθηγητής, δεν πλήττεται η άρχουσα τάξη…»
Η παραπάνω φράση, η οποία αναφέρεται σε ηθική διαπαιδαγώγηση νέων ανθρώπων σε θέματα εγκληματικότητας, γεννά δύο ερωτήματα που ζητούν άμεσες απαντήσεις: 
  1. Πώς ακριβώς ορίζεται η «άρχουσα τάξη» στην οποία αναφέρεται ένα επίσημο πόρισμα (όχι κάποιο ανεύθυνο κείμενο πολιτικού ακτιβισμού, αναρτημένο στα social media); Άρα, με ποια κριτήρια μπορεί κάποιος να αποφασίσει (με λογική Göring) αν ένα υποψήφιο θύμα ληστείας ανήκει ή όχι στην «άρχουσα τάξη», έτσι ώστε να τύχει μίας λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητης αντιμετώπισης από τους δράστες; Επί πλέον, ποιος εγγυάται ότι οι υποψήφιοι δράστες δεν θα κατασκευάζουν κάθε φορά ad hoc κριτήρια που εξυπηρετούν την πράξη τους, βαφτίζοντας το θύμα «εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης»; (Παράδειγμα: Ο «συνάδελφος» μπορεί να είναι γιος καναλάρχη ή κόρη μεγαλοβιομήχανου. Όσο για τον καθηγητή, ακούστηκε πως είναι και σύμβουλος στις επιχειρήσεις ενός εκ των προαναφερόμενων μπαμπάδων…)
  1. Θα πρέπει, άραγε, να καταλήξουμε στο εφιαλτικό συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με το μήνυμα των συντακτών του πορίσματος σε νέους ανθρώπους με υπό διαμόρφωση συνειδήσεις, οι κλοπές και οι ληστείες (εντός ή εκτός πανεπιστημίων) χάνουν μέρος της ηθικής και νομικής τους βαρύτητας, και άρα δικαιούνται να αντιμετωπίζονται με έναν βαθμό «κατανόησης», όταν με αυτές «πλήττεται η άρχουσα τάξη» – με όποιον τρόπο και αν ορίσουμε την έννοια αυτή; Με απλά λόγια, διδάσκουμε στους μαθητές μας ότι είναι κατά βάση αποδεκτός ένας αλά καρτ σεβασμός στους νόμους, ανάλογα με το αν πλήττονται «αρεστοί» ή «μη αρεστοί» του συστήματος;
Βέβαια, το πόρισμα στο σύνολό του αντανακλά διαχρονικές ιδεοληψίες μίας μερίδας του πολιτικού συστήματος, στην οποία το υπέρμετρα δαιμονοποιημένο δίπτυχο «νόμος και τάξη» εξακολουθεί να ενεργοποιεί – αταβιστικά πλέον – ένα βαθιά ριζωμένο σύνδρομο καταδίωξης. Το επικίνδυνο είναι όταν η μερίδα αυτή κυβερνά. Τότε, το «ανομία και χάος» μπορεί ακόμα και να γίνεται, στην πράξη, νόμος του κράτους…

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Τέσσερις ιστορίες και ένα παραμύθι


Έχουμε καιρό να τα πούμε και, καθώς δεν βρήκα ένα θέμα της προκοπής να αναπτύξω, σκέφτηκα να αφηγηθώ μερικές σύντομες και εντελώς φανταστικές ιστορίες. Έτσι, στην τύχη... Και μάλιστα, λόγω πνευματικής οκνηρίας του γράφοντος, κάποιες από αυτές είναι απλές παραλλαγές προγενέστερων. Ως ελάχιστη αποζημίωση στον αναγνώστη, προσφέρεται ως bonus και ένα παραμύθι...

Ιστορία πρώτη: Ας φανταστούμε ένα ιατρικό συμβούλιο σε κάποιο μεγάλο νοσοκομείο. Αντικείμενο: η απόφαση για την ενδεδειγμένη θεραπεία ενός βαρέως πάσχοντος, με την ελπίδα να σωθεί η ζωή του. Επικρατούν δύο αντίθετες απόψεις που εκφράζονται, αντίστοιχα, από δύο κορυφαίους γιατρούς. Στήνεται έτσι ένα άτυπο ντιμπέιτ μεταξύ των δύο επιστημόνων, στο οποίο ο καθένας τους αιτιολογεί την προσέγγισή του και αναλύει τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, η δική του μέθοδος θεραπείας θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Στο τέλος, το συμβούλιο καλείται να ψηφίσει επί των προτάσεων που ακούστηκαν ώστε να ληφθεί τελική απόφαση για τη θεραπεία του ασθενούς.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γίνεται σεβαστό απ’ όλους, και ιδιαίτερα από τον επιστήμονα του οποίου η άποψη μειοψήφησε. Οι δύο γιατροί φεύγουν μαζί από το νοσοκομείο σαν φίλοι, όχι σαν εχθροί. Στο κάτω-κάτω, είχαν έναν κοινό στόχο: να σώσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και η όποια επιστημονική διχογνωμία δεν ήταν ζήτημα προσωπικής αντιπαράθεσης αλλά προσπάθεια αναζήτησης της βέλτιστης λύσης σε ένα πραγματικό πρόβλημα. Οι γιατροί καταλήγουν σε ένα ταβερνάκι κοντά στο νοσοκομείο, για μία μπύρα. Δεν έχει σημασία ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό...

Ιστορία δεύτερη: Ας φανταστούμε τώρα ότι ο «ασθενής» είναι μία χρεοκοπημένη και σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη χώρα, ενώ οι δύο κορυφαίοι «γιατροί» είναι τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία. Τα κόμματα αυτά είναι πατριωτικά και δεν βάζουν τίποτα πάνω από τη σωτηρία της χώρας. Έτσι, αντιπαραθέτουν τις ιδέες τους προσέχοντας, όμως, να μη διχάσουν τον λαό με εμπρηστικές ρητορείες, αφού γνωρίζουν καλά ότι ένας εθνικός διχασμός θα ήταν καταστροφικός για τη χώρα. Στη συνείδηση της κοινωνίας, τα δύο κόμματα είναι απλά φορείς διαφορετικών ιδεών, δεν είναι αλληλομισούμενοι εχθροί. Εξ άλλου, ο σκοπός τους είναι κοινός: η υπέρβαση της κρίσης και η ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο» στον τόπο...

Ιστορία τρίτη: Επιστρέφουμε στο ιατρικό συμβούλιο της πρώτης μας ιστορίας. Τούτη τη φορά συντίθεται από δύο μεγαλο-καθηγητές Ιατρικής και τις κουστωδίες των βοηθών τους. Και πάλι ο κάθε καθηγητής προτείνει μία δική του μέθοδο θεραπείας για τον ασθενή. Μα τα κίνητρά τους τώρα δεν είναι απόλυτα ανιδιοτελή. Η κάθε θεραπεία απαιτεί αγωγή με πανάκριβα φάρμακα που διατίθενται, αντίστοιχα, από δύο αντίπαλες φαρμακοβιομηχανίες. Κάθε μία εκ των οποίων συνεργάζεται αφανώς με έναν από τους μεγαλογιατρούς, δίνοντάς του μεγάλες προμήθειες όταν καταφέρνει να επιβάλλει τα δικά της προϊόντα...

Όπως είναι αντιληπτό, αυτή η αμφίπλευρη διαπλοκή έχει δημιουργήσει μεγάλη εχθρότητα ανάμεσα στους δύο επιστήμονες. Έτσι, το ιατρικό συμβούλιο είναι μάλλον ένα πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων παρά ένα μέσον αναζήτησης σωτηρίας για έναν άνθρωπο. Ο οποίος σίγουρα θα είχε ωφεληθεί περισσότερο από μία καλοπροαίρετη και ανιδιοτελή συνεργασία μεταξύ των δύο κορυφαίων γιατρών!

Οι γιατροί φεύγουν χωριστά από το νοσοκομείο. Ο επικρατήσας στο ντιμπέιτ κερνά μια μπύρα τους βοηθούς του στο κοντινό ταβερνάκι. Ο ηττημένος προειδοποιεί τους δικούς του ότι πλησιάζει ο χρόνος για ανανέωση συμβάσεων...

Ιστορία τέταρτη: Πίσω στη χρεοκοπημένη χώρα της δεύτερης ιστορίας μας, υποθέτουμε τώρα ότι τα δύο κόμματα εξουσίας μόνο ως πατριωτικά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν! Συμπεριφέρονται σαν μικρομάγαζα στην ίδια φτωχογειτονιά, που το καθένα προσπαθεί με κάθε τρόπο να κλέψει πελάτες από το άλλο. Έτσι, η «πολιτική» τους δράση επικεντρώνεται στην αποδόμηση του αντιπάλου κόμματος, αντί στην αναδόμηση της χώρας. Για να πετύχουν τους στόχους τους, δεν διστάζουν να διχάσουν την κοινωνία οδηγώντας την ακόμα και στα πρόθυρα εμφύλιας διαμάχης. Φυσικά, για τα κόμματα αυτά η κατάκτηση ή η διατήρηση της εξουσίας δεν συνιστούν ιδεολογικά οράματα αλλά ιδιοτελείς βλέψεις προς όφελος «ημετέρων». Και σίγουρα όλα αυτά δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη σωτηρία της πατρίδας, αφού μια τέτοια ανάγκη επιβάλλει συσπειρώσεις και κοινές δράσεις αντί ακραίας πολιτικής πόλωσης που οδηγεί σε εθνικό διχασμό...

Τα παραμύθια γράφονται κυρίως για παιδιά. Αυτό που ακολουθεί απευθύνεται σε «παιδιά» που επιμένουν να αναζητούν αλήθειες καθ’ υπέρβαση των επιφαινομένων. Που αναρωτιούνται, λ.χ., πώς είναι δυνατό δύο φαινομενικά αλληλομισούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, που ανταλλάσσουν ακόμα και ύβρεις εντός Κοινοβουλίου, να εμφανίζονται αίφνης τόσο χαλαροί κι ευχάριστοι μεταξύ τους σε κοινωνικές συναθροίσεις, επιδιδόμενοι σε αμοιβαίους αστεϊσμούς με ένα ποτήρι ουίσκι ανά χείρας...

Ήταν κάποτε, λοιπόν, ένας βασιλιάς σε μια μικρή κι ασήμαντη χώρα που δεν θυμάμαι καν τ’ όνομά της. Ήταν σκληρός με τους υπηκόους του, με εξαίρεση τα μέλη μιας μικρής ομάδας προνομιούχων που τον στήριζαν δίνοντάς του τα μέσα για να ασκεί ανενόχλητα την εξουσία του. Όμως, η δυσαρέσκεια του λαού όλο και γιγαντωνόταν, και μια εξέγερση σιγόβραζε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που υπέφεραν από την πείνα και εξοργίζονταν με την ανισότητα και την αδικία…

Ο βασιλιάς τότε συγκάλεσε συμβούλιο με τους σοφούς της αυλής, να πάρει τη γνώμη τους γι’ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφωνόταν στη χώρα. Κάποια στιγμή, ο αρχαιότερος των σοφών πήρε τον λόγο:

«Άκουσε τι θα κάνεις, Βασιλιά, για να αποτρέψεις την εξέγερση: Είσαι τυχερός που έχεις δύο γιους. Θα αφήσεις, λοιπόν, να διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα πως άλλαξαν στάση απέναντί σου και θέλουν τώρα να σε ανατρέψουν και να καταργήσουν τη βασιλεία σου. Πράγμα που, τελικά, θα επιτρέψεις να γίνει – εικονικά, βέβαια, και κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου. Μετά από λίγο, οι δύο γιοι σου θα διαφωνήσουν, δήθεν, μεταξύ τους για το είδος της διακυβέρνησης. Ο ένας θα κάνει πως είναι συντηρητικός και σταθερά προσηλωμένος στις παραδοσιακές αξίες του τόπου, ενώ ο άλλος θα φαίνεται προοδευτικός και ανατρεπτικός, με νέες ιδέες που θα στοχεύουν στο καλό του λαού. Ε, από εκεί και πέρα ας αποφασίζει κάθε τόσο ο ίδιος ο λαός για το ποιος από τους δύο θα τον κυβερνά. Ούτως ή άλλως το πρόσταγμα θα το έχεις πάντα εσύ και οι προνομιούχοι σου!»

Με τον τρόπο αυτό, γεννήθηκε στη χώρα εκείνη η Δημοκρατία. Ή, τουλάχιστον, αυτό που φάνταζε στις συνειδήσεις των αφελών πολιτών ως «Δημοκρατία»! Γιατί ο λαός – διχασμένος τώρα σε δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα, κι έτσι ακόμα περισσότερο αποδυναμωμένος – συνέχισε να πεινά, οι προνομιούχοι εξακολούθησαν να πλουτίζουν, ενώ ο βασιλιάς δεν έπαψε ποτέ στ’ αλήθεια να κυβερνά...

Αφηγήσεων τέλος!

Aixmi.gr

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

Είναι ερμηνεύσιμος ο Χίτλερ; (Μια «κβαντική» θεώρηση της Ιστορίας)


Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα έλαβαν χώρα δύο μεγάλες επαναστάσεις στη Φυσική, που άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον υλικό κόσμο που μας περιβάλλει. Επειδή, όμως, ο Άνθρωπος είναι είδος αυτοκαταστροφικό, στην ίδια αυτή χρονική περίοδο συνέβησαν και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που ανέδειξαν τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Αν κάποιος, τώρα, κοιτάξει με διάθεση φιλοσοφική τα ιστορικά γεγονότα, θα διαπιστώσει ότι Ιστορία και Φυσική διαπλέκονται με έναν τρόπο παράξενο, σχεδόν μεταφυσικό...

Ας ξεκινήσουμε με την επιστήμη. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Κβαντική Θεωρία και η Θεωρία της Σχετικότητας ήρθαν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτα ρήγματα στην ιερή, ως τότε, και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση Νευτώνεια Μηχανική. Σύμφωνα με τις νέες θεωρίες, η κλασική θεωρία του Νεύτωνα έπασχε σε περιοχές που δεν είναι εύκολα προσεγγίσιμες μέσα στα όρια της καθημερινής μας εμπειρίας. Συγκεκριμένα, η Νευτώνεια θεωρία αποτυγχάνει να ερμηνεύσει τα φαινόμενα που σχετίζονται με τον μικρόκοσμο των ατομικών σωματιδίων, όπως και εκείνα που αφορούν κινήσεις σωμάτων με πάρα πολύ υψηλές ταχύτητες. Ακόμα και η κλασική θεωρία της βαρύτητας, επίσης πνευματικό κληροδότημα του Νεύτωνα, βρέθηκε πως ήθελε σημαντική τροποποίηση. Ο Αϊνστάιν επέλεξε να την καταργήσει ολότελα, αντικαθιστώντας την με μία γεωμετρική θεωρία: την Γενική Σχετικότητα.

Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, μία ακόμα επανάσταση συντελέστηκε στη Φυσική και τα Μαθηματικά. Η Θεωρία του Χάους έδειξε ότι μερικά ασταθή φυσικά ή μαθηματικά συστήματα είναι άκρως μη προβλέψιμα στη χρονική τους εξέλιξη, αφού μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να επιφέρει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας (αυτό που ονομάζουμε «φαινόμενο της πεταλούδας»)! Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε – κατά τα άλλα – ντετερμινιστικά (αιτιοκρατικά) συστήματα συνιστά αυτό που στη φυσικομαθηματική επιστήμη καλείται «χάος».

Όμως, την μη προβλεψιμότητα δεν την εισήγαγε η θεωρία του χάους στις φυσικές επιστήμες. Κάθε έννοια ντετερμινισμού, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον μικρόκοσμο, είχε ήδη καταρρεύσει με την ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας, κεντρική θέση στην οποία κατέχει η «αρχή της αβεβαιότητας». Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο θεωρίες: Το χάος δεν αρνείται την καταρχήν, την εν δυνάμει προβλεψιμότητα. Διαπιστώνει όμως ότι, στα χαοτικά συστήματα, ένα απόλυτα ντετερμινιστικό αποτέλεσμα θα απαιτούσε πρακτικά άπειρη ακρίβεια στον καθορισμό των αρχικών συνθηκών, άρα άπειρη ακρίβεια στη διαδικασία των μετρήσεων, πράγμα ακατόρθωτο στην πράξη. (Και μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση στον τρόπο που η πεταλούδα τινάζει τα φτερά της θα μπορούσε, τελικά, να σώσει το Τέξας από έναν πιθανό ανεμοστρόβιλο!)

Στην κβαντική θεωρία, από την άλλη μεριά, η μη προβλεψιμότητα (η κατάρρευση του ντετερμινισμού) δεν σχετίζεται με την όποια αδυναμία του ανθρώπου να βελτιώσει την ακρίβεια των εργαστηριακών μετρήσεών του. Ακόμα και τα τελειότερα όργανα μέτρησης δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς που επιβάλλει η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία θέτει ένα απόλυτο όριο στην ακρίβεια με την οποία μπορούμε να γνωρίσουμε τη συμπεριφορά ενός συστήματος του μικρόκοσμου. Είναι νόμος της Φύσης ότι δεν επιτρέπεται να τη γνωρίσουμε στις παραμικρότερες λεπτομέρειές της! Το μόνο που μας επιτρέπεται είναι μία πιθανοκρατική ερμηνεία των φαινομένων, η οποία καταργεί την μονοσήμαντη κι απόλυτη σχέση αιτίου – αποτελέσματος.

Γοητευτική η περιδιάβαση στις σημαντικότερες φυσικές θεωρίες του εικοστού αιώνα, πώς όμως σχετίζονται αυτές με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου; Ο αναλογικός συσχετισμός που θα επιχειρήσουμε δεν εντάσσει, φυσικά, την Ιστορία στη φυσική επιστήμη! Θα μπορούσε, όμως, να οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο θεώρησης (και, γιατί όχι, μία βαθύτερη κατανόηση) των ιστορικών γεγονότων, δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας, που έλαβε χώρα στον δεύτερο από αυτούς...

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918). Ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή. (Ας θυμηθούμε την πρώτη αλλά πιο κρίσιμη μάχη του πολέμου, εκείνη στον Μάρνη.) Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο, και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων...

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο χαοτικό φαινόμενο της πεταλούδας που αναφέραμε πιο πάνω. Στον Μεγάλο Πόλεμο, η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε στο Σαράγεβο τον διάδοχο του αυστροουγγρικού θρόνου και την σύζυγό του, τον Ιούνιο του 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της, ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη, οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που ήταν αποτέλεσμα ατέλειωτων ωρών μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πίστευαν, θα οδηγούσαν την κάθε πλευρά στη «σίγουρη» νίκη.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μία σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας, αλλά και ένα εφιαλτικό ανάλογο της θεωρίας του χάους...

Χαοτικά φαινόμενα καθόρισαν την πορεία ζωής του Αδόλφου Χίτλερ και, κατ' επέκταση, τη μοίρα της ανθρωπότητας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα είχε γίνει ζωγράφος, αντί πολιτικός, αν τον είχαν δεχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης... Θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί νωρίς αν η σφαίρα είχε βρει αυτόν, αντί τον παραπλεύρως ευρισκόμενο Max Scheubner-Richter, στο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» στο Μόναχο το 1923...

Το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος, όμως, που έλαβε χώρα ενώ μαίνονταν οι μάχες στα πολεμικά μέτωπα, απαιτεί μία διαφορετική, θα λέγαμε μια «κβαντική», προσέγγιση. Για να προϊδεάσω τον αναγνώστη θα πω επιγραμματικά ότι, αν η κβαντική θεωρία είναι το τέλος του ντετερμινισμού στη Φυσική, ο Χίτλερ και ό,τι τον αντιπροσωπεύει είναι το τέλος του ντετερμινισμού στην Ιστορία!

Σε παλιότερο σημείωμα (*) είχαμε επιχειρήσει μία φιλοσοφική ερμηνεία του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων συνειδήσεων, η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η ενσάρκωση του απόλυτου, του ακραίου Κακού. Όπως είχαμε αναφέρει, στο βιβλίο “Explaining Hitler” (ελληνική έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ») ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ιστορικός Ron Rosenbaum αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το Ολοκαύτωμα. Ή, για να το θέσουμε ακριβέστερα, επιχειρεί μία κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα του βιβλίου είναι απογοητευτικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Θέτουμε, όμως, τώρα ένα νέο ερώτημα που, αν ιδωθεί ως ρητορικό, θα μας οδηγήσει σε ένα ακόμα πιο απογοητευτικό συμπέρασμα: Είναι πράγματι ο Χίτλερ – αν μη τι άλλο – εν δυνάμει εξηγήσιμος, όπως υποθέσαμε πιο πάνω; Και η εξήγηση δεν αφορά μόνο τα βαθύτερα κίνητρά του που οδήγησαν στη μεγαλύτερη μαζική δολοφονία των αιώνων, αλλά και στον δαιμονικό, σχεδόν μεταφυσικό τρόπο που ένας και μόνο άνθρωπος κατόρθωσε να «υπνωτίσει» ένα μεγάλο έθνος με τεράστια πολιτιστική παράδοση, συμπαρασύροντάς το πρώτα στην (παθητική ή ενεργητική) συνενοχή στο έγκλημα, και μετά στον όλεθρο.

Υπάρχουν, φυσικά, λογικοφανείς εξηγήσεις, όπως η ακραία οικονομική κρίση στη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά το χρηματιστηριακό κραχ στις ΗΠΑ το 1929), ο εμμονικός τιμωρητισμός των Γάλλων που πλήγωσε το γερμανικό φιλότιμο, η αναζήτηση «αποδιοπομπαίων τράγων» για την ήττα του 1918, η γερμανική απέχθεια για τον εβραϊκό καπιταλισμό, κλπ. Ας μου επιτραπεί να πω ότι, όσο και αν τα παραπάνω ακούγονται λογικά, δεν μπορούν να προσφέρουν πειστική εξήγηση για τον απρόκλητο φόνο έξι εκατομμυρίων άοπλων ανθρώπων, σε βάρος μάλιστα των παράλληλων πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήγαν οι Γερμανοί στη Ρωσία. Η αποτυχία των οποίων επιχειρήσεων σήμανε και την αρχή του τέλους για τον Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς του...

Όμως, γιατί τότε αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε πειστικά κι απόλυτα τον Χίτλερ; Μία προφανής απάντηση είναι αυτή που δίνει ο Rosenbaum: μας λείπει κρίσιμη πληροφορία, μας λείπουν δεδομένα που χάθηκαν τυχαία ή και σκόπιμα καταστράφηκαν. Μια τρομακτικότερη, εναλλακτική θεώρηση είναι ότι ο Χίτλερ αποτελεί ίσως μία πεπερασμένη μεταφυσική παρέκβαση της Ιστορίας, στη διάρκεια της οποίας καταπαύει ο μηχανισμός της ιστορικής αιτιότητας, έτσι ώστε οποιαδήποτε λογική σύνδεση του αποτελέσματος (Ολοκαύτωμα) με το αίτιο που το προκάλεσε να είναι καταρχήν αδύνατη.

Το πρόβλημα, λοιπόν, ίσως δεν είναι ότι μας λείπουν τα στοιχεία πληροφορίας που απαιτούνται για να ερμηνεύσουμε τον Χίτλερ, αλλά ότι, τελικά, ο Χίτλερ είναι εξ ορισμού μη ερμηνεύσιμος. Όπως εξ ορισμού (και όχι λόγω εργαστηριακής αδυναμίας μας) είναι αδύνατο να γνωρίσουμε την κίνηση ενός ηλεκτρονίου μέσα σε ένα άτομο. Η Φύση κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του μικρόκοσμου. Το ίδιο, ίσως, και η Ιστορία σε ό,τι αφορά το βαθύτερο «γιατί» των εγκλημάτων του ναζισμού. Η αρχή της αβεβαιότητας ξεφεύγει, θα λέγαμε, από τα συγγράμματα της Κβαντομηχανικής και εισχωρεί στα βιβλία της Ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, στα κεφάλαια που αφορούν την πιο σκοτεινή περίοδο της ανθρωπότητας...

Εν κατακλείδι, ο Χίτλερ μοιάζει να καταργεί, προσωρινά, τον ιστορικό ντετερμινισμό, με όμοιο τρόπο όπως η κβαντική θεωρία καταργεί τον αντίστοιχο Νευτώνειο. Τονίζω τη λέξη «μοιάζει», αφού το παρόν κείμενο απλά διατυπώνει σκέψεις, δεν αναγγέλλει αδιάσειστες επιστημονικές θεωρήσεις. Πρέπει, όμως, κάπου να αποδώσουμε το γεγονός ότι, μετά από δεκαετίες επίμονης και επίπονης έρευνας, η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα κατορθώσει να ξεσκεπάσει απόλυτα το πέπλο που καλύπτει τα βαθύτερα αίτια του Ολοκαυτώματος.

Σύμφωνα με τον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003), ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης. Είναι ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, που το νόημά του δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία, αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό.

Με άλλα λόγια, ο Χίτλερ είναι μία έννοια που ανήκει στην περιοχή της μεταφυσικής. Αλλά, ακόμα κι αν επιχειρούσαμε να τον μελετήσουμε στο πλαίσιο μιας φυσικής πραγματικότητας, η αληθινή του φύση θα κρυβόταν πίσω από κάτι που θυμίζει την αρχή της αβεβαιότητας στην Κβαντομηχανική. Σε κάθε περίπτωση, θα παρέμενε ουσιαστικά άγνωστος...

https://www.aixmi.gr/index.php/giati-telika-o-hitler-einai/

Aixmi.gr