Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Το τραγούδι που σκοτώνει (μια οιονεί συνέντευξη)

Η προαστιακή καφετέρια ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Καθώς απολάμβανα καφέ και χαλαρή συζήτηση με μια φίλη, χτύπησε το κινητό στο διπλανό τραπέζι. Ο ήχος του ήταν από κάποιο λαϊκό άσμα:

«Στο κάτω-κάτω της γραφής
αξίζει να καταστραφείς
και ως το θάνατο να πας
για μια γυναίκα που αγαπάς»

Διέκρινα αμέσως εκείνη την έκφραση πικρής ειρωνείας στο πρόσωπο της φίλης. Μου εξήγησε χωρίς καν να τη ρωτήσω:

– Σε κανέναν δεν αξίζει μια γυναίκα που θα τον άφηνε να καταστραφεί και να πεθάνει για χάρη της!

Δεν πρόλαβα να πω ότι συμφωνώ, καθώς συνέχισε:

– Τι ωραία τραγουδάκια θανάτου και καταστροφής γράφουν, τραγουδούν και εμπορεύονται οι βολεμένοι! Για να μπορούν, υπό τους ήχους τους, κάποιοι άλλοι βολεμένοι να ξεδίνουν κάνοντας τρελό κέφι με ποτά, με άνθη κι αμέτρητα «ώπα»!

Της είπα πως πρόκειται απλά για ένα τραγούδι, μα εκείνη φαινόταν να έχει άποψη:

– Δεν είναι μόνο ένα τραγούδι, είναι ολόκληρη φιλοσοφία διαστροφής της Τέχνης. Δώσε στον κόσμο καταστροφή, δώσ’ του θάνατο, μα προς Θεού όχι θετικά μηνύματα! Αυτά θα τον ξενερώσουν και η Τέχνη δεν θα πουλήσει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όλοι θα πουν: «Ένα τραγούδι είναι. Ποιος θα το πάρει στα σοβαρά;» Σκέφτηκε, όμως, κανείς εκείνον που είναι στ’ αλήθεια στο χείλος του γκρεμού και του αρκεί μια λέξη για να σαλτάρει; Η επαναλαμβανόμενη προτροπή «αφανίσου» στο ρεφρέν ενός τραγουδιού είναι γι’ αυτόν αληθινό πολυβόλο που σκοτώνει και τις τελευταίες του αντιστάσεις! Όπως υπονομεύει την αυτοπροστασία το μήνυμα ότι ο έρωτας «οφείλει» να σε βλάπτει για να είναι αληθινός:

«Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό»

Δεν θέλησα να διακόψω τον χειμαρρώδη λόγο της, που είχε αρχίσει να με απορροφά:

– Και, πέρα από τον έρωτα, για δες πώς κάποιοι «επαναστάτες» χωμένοι ως το λαιμό στο σύστημα και μόνιμα ευνοούμενοί του, προτρέπουν άδοντες τους ηλίθιους ιδεολόγους να συναντήσουν στο τέλος του ονείρου τους την καταστροφή και τον αφανισμό τους:

«Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»

Πήρα ασυναίσθητα το χέρι μου από την κούπα του καφέ, που ήταν ακόμα ζεστός…

– Κι όταν αρχίσεις πια να καίγεσαι στη φωτιά, οι κήρυκες της ένδοξης αυτοπυρπόλησης φροντίζουν να σε θωρακίσουν κι από όποιον τυχόν επιχειρήσει να σε βοηθήσει να σωθείς:

«Άσε με να κάνω λάθος
Μη παριστάνεις το Θεό
Δε μ’ αρέσουν οι σωτήρες
Δε γουστάρω να σωθώ»

Της ομολόγησα πως κι εγώ, ως δάσκαλος, βρίσκω το μήνυμα σ’ αυτό το τραγούδι εφιαλτικό. Μα εκείνη δεν έδειχνε πια να με ακούει:

– Γιατί, άραγε, η Τέχνη πρέπει να μας περνάει μέσα από την Κόλαση του Δάντη; Μήπως, τελικά, απευθύνεται όχι στους ευαίσθητους μα στους δυνατούς, εκείνους που δεν κάνουν ποτέ την Τέχνη ζωή;

Κούνησα το κεφάλι καθώς εκείνη συνέχισε:

– Κοίτα τους δημιουργούς και τους ερμηνευτές των τραγουδιών που ηρωοποιούν την αυτοκαταστροφή χάριν, υποτίθεται, του έρωτα ή άλλων υψηλών ιδανικών: Πόσοι από αυτούς πήραν κι οι ίδιοι το μήνυμα που έστειλαν; Πόσοι κάηκαν μέσα στη φωτιά που άναψε η τέχνη τους; Και – τι ειρωνεία! – ο μόνος που στ’ αλήθεια οδήγησε τον εαυτό του στην απόλυτη καταστροφή, έχοντας ζήσει μια ζωή μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση – αφού αρνήθηκε πεισματικά να εκπορνεύσει εμπορικά την τέχνη του – ήταν εκείνος ο «Μπαγάσας» που άφησε πίσω του τα υγιέστερα τραγούδια. Εκείνα που υμνούν τη ζωή και καταδικάζουν τις πρακτικές αυτοκαταστροφής, για τις οποίες κάποιος άλλος, κλείνοντας πονηρά το μάτι στην κοινωνία, λέει με προκλητικό κυνισμό: «Άσε με να κάνω λάθος!»

Κοίταξα αμήχανα το ρολόι μου, μα η φίλη είχε κάτι ακόμα να πει, ίσως το καλύτερο απ’ όσα άκουσα:

– Αυτοί οι… αυτοαναφλεγόμενοι δημιουργοί και εκφραστές τέχνης επιδρούν καταλυτικά στις ερωτικές σχέσεις. Προβάλλουν και, τελικά, εμβάλλουν την ιδέα πως, ό,τι δεν μας καίει και δεν μας καταστρέφει είναι άνευ σημασίας, είναι «σούπα ημίζεστη»! Έτσι, αν ο συναισθηματικός εταίρος δεν ασπάζεται και δεν υιοθετεί αυτή την ιδεολογία αλλά βιώνει τη σχέση ισορροπημένα και δημιουργικά, θεωρείται πλημμελώς συναισθανόμενος και μειοδοτών, και εν τέλει αντίπαλος! Η σχέση, έτσι, γίνεται πόλεμος και δύσκολα βιώνεται από εκείνον που βλέπει τον έρωτα ως κίνητρο ζωής και πηγή χαράς και ψυχικής αναδόμησης…

Καθώς βγαίναμε στο δρόμο, ρώτησα τη φίλη αν θα μπορούσα να δημοσιοποιήσω την κουβέντα μας στη μορφή μιας, ας πούμε, «απρογραμμάτιστης συνέντευξης». Μου απάντησε:

– Να την αφιερώσεις στους πολυτραυματίες της Τέχνης και του έρωτα. Στους αληθινούς, όμως!

* Στη σύνταξη του κειμένου συνεργάστηκε η Θάλεια Χρόνη. Την ευχαριστώ!

Aixmi.gr

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Όταν η πεταλούδα τίναξε τα φτερά στο Σαράγεβο…

Είχα γράψει, πριν λίγους μήνες, σαν μοιραίο προανάκρουσμα στη «φυγή» – λίγες μέρες μετά – του Γιάννη Καλαμίτση:

«Σε πρωινή εκπομπή του στο ραδιόφωνο (πάνε πολλά χρόνια τώρα), ο αμίμητος Γιάννης Καλαμίτσης είχε θέσει στους ακροατές του ένα κουίζ Ιστορίας: Σε ποια μεγάλη μάχη οι φαντάροι πήγαν στο μέτωπο με… ταξί; Κάποιοι βρήκαν αμέσως την απάντηση, αναγνωρίζοντας τη Μάχη του Μάρνη (Σεπτέμβριος 1914) όπου τα Παρισινά ταξί επιστρατεύτηκαν για να μεταφέρουν ενισχύσεις στον Γαλλικό στρατό. Το Παρίσι έτσι σώθηκε, και η Γερμανία έχασε τη μοναδική ευκαιρία που είχε να κερδίσει τον πόλεμο, και μάλιστα στην πρώτη του σημαντική μάχη! Ύστερα ήρθαν τα φονικά χαρακώματα…»

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από την έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του (πριν τον φρικτότερο Δεύτερο) ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα (το κουίζ του Γ. Καλαμίτση αναφέρεται σε ένα από αυτά) όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή. Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο, και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων…

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο «φαινόμενο της πεταλούδας», κεντρική έννοια στη μαθηματική θεωρία του χάους. Σύμφωνα με αυτό, σε κάποια ασταθή συστήματα μια ελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να προκαλέσει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας! (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Η χαοτική αυτή συμπεριφορά είναι που κάνει τον καιρό τόσο απρόβλεπτο σε ορίζοντα χρόνου που ξεπερνά τις 6-10 μέρες. Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε (κατά τα άλλα) ντετερμινιστικά συστήματα συνιστά αυτό που στα μαθηματικά καλείται «χάος».

Στον Μεγάλο Πόλεμο, η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ο νεαρός Σέρβος εθνικιστής Gavrilo Princip δολοφόνησε τον Αρχιδούκα Franz Ferdinand και την σύζυγό του, Σοφία, στο Σαράγεβο στις 28 Ιουνίου 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της, ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη, οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που είχε μεθοδικά προετοιμαστεί μέσα σε ατέλειωτες ώρες μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πρόβλεπαν, θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια την κάθε μια τους στη «σίγουρη» νίκη!

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μια σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Η αλαζονεία των επιτελείων και η παθητικότητα των πολιτικών μπρος στη σχεδόν δικτατορική συμπεριφορά των στρατηγών, κόστισαν στην ανθρωπότητα την απώλεια μιας ολόκληρης γενιάς που χάθηκε άδοξα στο βωμό του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η Ιστορία. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας…

Η αστάθεια και η μη-προβλεψιμότητα έχουν κάνει και πάλι την εμφάνισή τους στην Ευρώπη, έναν αιώνα μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου. Και, για μία ακόμα φορά, η σκιά της ίδιας ευρωπαϊκής υπερδύναμης πέφτει βαριά πάνω στα έθνη της ηπείρου – ιδιαίτερα στα πιο αδύναμα. Μόνο που τα κανόνια και τα πολυβόλα των Krupp έχουν δώσει τώρα τη θέση τους στον κυνισμό των αγορών, ενώ η σκυτάλη της αλαζονείας πέρασε από τα χέρια ενός πολεμοχαρούς μονάρχη (με ενδιάμεση στάση σε αυτά ενός ημιπαράφρονα ρατσιστή δικτάτορα) στα χέρια κουστουμαρισμένων και γραβατοφορεμένων γραφειοκρατών. Όσο για τα διαμελισμένα πτώματα στα χαρακώματα και στη “no man’s land”, τα αντικατέστησαν οι στρατιές των ανέργων που όλο πληθαίνουν…

Μα, όσο κι αν είναι πολύ μικρές για να γίνουν ορατές, οι πεταλούδες του χάους είναι πάντα εκεί, έτοιμες να τιμωρήσουν την υπερφίαλη βεβαιότητα των ισχυρών. Και, μια σπίθα είναι αρκετή για να ανοίξει η κερκόπορτα της κόλασης, όπως με εφιαλτικό τρόπο διδαχθήκαμε εμείς τον Δεκέμβρη του ’08 και τον Μάη του ’10. Θυμάται, άραγε, η Ευρώπη το ειρωνικό μάθημα της Ιστορίας στο Σαράγεβο; Ή μήπως την ξεγελά η νέα, «ακίνδυνη» μορφή που πήραν οι σφαίρες καθώς μετεξελίχθηκαν σε επιμελώς φιλοτεχνημένα χαρτονομίσματα;

Aixmi.gr

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Ρένα Δούρου: Σεμνότητα και πολιτικό ήθος!

Την αντίθεσή μου με την πολιτική φιλοσοφία του ΣΥΡΙΖΑ δεν την έκρυψα ποτέ: Απεχθάνομαι κάθε έκφραση λαϊκισμού, ιδιαίτερα όταν αυτός επενδύει στον μαζικό θυμό και επιζητά πολιτική επικυριαρχία σπέρνοντας το δηλητήριο του φανατισμού. Το κείμενο που ακολουθεί, όμως, δεν αναφέρεται σε πολιτικά κόμματα αλλά σε πολιτικούς ανθρώπους. Άσχετα με τον χώρο που επέλεξαν για να στεγάσουν την πολιτική τους δράση, άσχετα ακόμα κι αν ο χώρος αυτός (όπως, φοβάμαι, κι οποιοσδήποτε άλλος χώρος της σημερινής πολιτικής σκηνής…) είναι πολύ μικρός για να χωρέσει το μέγεθος της προσωπικότητάς τους!

Διάβασα πρόσφατα το άρθρο της Στέλλας Παπαμιχαήλ: «Δούρου-Σακελλαρίδης θα είναι οι άσοι του Αλέξη;». Τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη δεν τον γνωρίζω. Μπορώ μόνο να σημειολογήσω με βάση την συμπαθή φυσιογνωμία του και ένα ευγενικό ύφος που ελάχιστα παραπέμπει στο αλαζονικό «υφάκι» του σημερινού αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ. Για τη Ρένα Δούρου, όμως, θα συμφωνήσω απόλυτα με τα γραφόμενα της αξιόλογης δημοσιογράφου! Παραθέτω ένα μέρος τους:

«…Πρόκειται για την απροθυμία των στελεχών και των δύο αυτών κομμάτων να δοκιμαστούν στον εκλογικό στίβο των αυτοδιοικητικών εκλογών, όταν κάποτε στο ΠΑΣΟΚ και τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ τα ποσοστά τους “πιάνουν ταβάνι”, το κόμμα τους ενδεχομένως βρίσκεται μια ανάσα πριν από την εξουσία και εκείνοι προτιμούν να μείνουν “αλώβητοι”, προκειμένου να στελεχώσουν -όταν έρθει εκείνη η ώρα- την κρατική μηχανή, μέσω μιας θέσης στο μελλοντικό υπουργικό συμβούλιο…

Έτσι λέει το ρεπορτάζ ότι συνέβη με τις αρνήσεις πολλών εκ των κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να συμμετάσχουν ως υποψήφιοι στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου (…) με το μόνο κορυφαίο ή έστω προβεβλημένο στέλεχος που δέχθηκε τη θέση που της προτάθηκε, τη Ρένα Δούρου.

Απόρροια αυτού, ο ΣΥΡΙΖΑ να κατεβάσει στην περιφέρεια Αττικής και στον Δήμο Αθηναίων δύο νέους ανθρώπους που πήραν προφανώς το ρίσκο να αναμετρηθούν σε δύσκολα εκλογικά πόστα και που, κατά πάσα πιθανότητα, αποδέχθηκαν την πρόκληση, ανεξαρτήτως των προσωπικών τους φιλοδοξιών, καθώς και η κυρία Δούρου (για παράδειγμα) θα μπορούσε να “στυλώσει τα πόδια”, περιμένοντας όταν γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ να πάρει μια θέση στο υπουργείο Εξωτερικών (σχετική φημολογία προεξοφλούσε κάτι τέτοιο)…»

Η Ρένα Δούρου δεν είναι ο συνήθης τύπος πολιτικού του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα γενικότερα, δεν ταιριάζει καν στο στερεότυπο κομματικού στελέχους σ’ αυτή τη χώρα! Άτομο που συνδυάζει νηφάλια σκέψη με δυναμική προσωπικότητα, συχνά (αν και όχι πάντα…) μας εντυπωσιάζει με τον σχεδόν υπερκομματικό λόγο της και τη βαθιά γνώση της σε θέματα που ξεπερνούν τα ελληνικά σύνορα.

Ιδιαίτερα καλλιεργημένη και με γνώση της αισθητικής του λόγου, απεχθάνεται φανερά τις λαϊκιστικές προσεγγίσεις και αντ’ αυτών επιλέγει τη μεστή επιχειρηματολογία – χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι τα επιχειρήματά της μας βρίσκουν πάντα σύμφωνους…

Ιδιαίτερα συμπαθής ως φυσιογνωμία, εκπέμπει μια γλυκύτητα χαρακτήρα για την οποία ελάχιστα μας είχε προϊδεάσει κατά τα πρώτα της βήματα στην πολιτική! Και, το σημαντικότερο: Άτομο με ανοιχτό μυαλό και δεκτική στην κριτική, πράγμα που της επιτρέπει να εξελίσσεται και να ωριμάζει πολιτικά.

Όπως γράφει και η Στέλλα Παπαμιχαήλ, η Ρένα Δούρου παίρνει πολιτικό ρίσκο κατεβαίνοντας στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Το ρίσκο – που για κάποιους ίσως και να ‘ναι κρυφή επιθυμία… – να καταστεί αναλώσιμη, να «καεί» πολιτικά. Προσωπικά, τη συγχαίρω για την απόφασή της που φανερώνει πως, κάποιες φορές, η προσφορά στα κοινά είναι δυνατό (αν όχι επιβεβλημένο) να μπαίνει πάνω από ταπεινές προσωπικές φιλοδοξίες. Θα διαφωνήσω μόνο με την τετριμμένη αντιμνημονιακή ρητορεία στην ανακοίνωση αυτής της απόφασης. Πιστεύω ότι εδώ η αξιόλογη πολιτικός αδίκησε τον εαυτό της!

Υ.Γ. Δεν θα πρέπει να κλείσω αυτό το σημείωμα χωρίς να αναφερθώ και σε μια «σκοτεινή» πλευρά της προσωπικότητας της Ρένας Δούρου: Είναι φανατική οπαδός του Ολυμπιακού! Αλλά, θα μου πείτε, ποιος είναι τέλειος;

Aixmi.gr

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ο ναζισμός και τα λάθη του πολιτικού συστήματος

Οι εθνικές κρίσεις οδηγούν νομοτελειακά σε πολιτικές ανατροπές και υπερβάσεις. Κάποιες από αυτές είναι σαν τον ήλιο που ανατέλλει δειλά στο τέλος του Götterdämmerung: γεννούν την ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο». Για παράδειγμα, η Κυπριακή τραγωδία του ’74 – μια από τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές της νεότερης ιστορίας μας – οδήγησε στην ανατροπή της δικτατορίας και στην απαρχή μιας ελπιδοφόρας μεταπολίτευσης για τη χώρα μας (το πώς διαχειριστήκαμε αυτή την ευκαιρία, βέβαια, είναι ένα άλλο ζήτημα...).

Κάποιες φορές, όμως, μια εθνική καταστροφή ανοίγει τα μπαούλα με τους δαίμονες! Φέτος συμπληρώνεται ένας αιώνας από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (ενός πολέμου όπου η απαξιωτική συμπεριφορά των στρατηγών απέναντι στην ανθρώπινη ζωή θα έπρεπε να παρομοιάζεται από τους ιστορικούς με την ανάλογη των Ναζί στο Άουσβιτς!). Η ήττα της Γερμανίας (που αρχικά οδήγησε στο δειλό ξεκίνημα ενός πρωτόγνωρου, για τη χώρα αυτή, δημοκρατικού πειράματος), σε συνδυασμό με την οικονομική καταστροφή (που επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο από την υπερατλαντική οικονομική κρίση), έφεραν στο προσκήνιο της πολιτικής και της παγκόσμιας Ιστορίας τον Χίτλερ και τις ναζιστικές θεωρίες που εκπροσωπούσε...

Η εφιαλτική κρίση που περνά τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έχει πολλά κοινά στοιχεία με την περίοδο της Βαϊμάρης στη Γερμανία, αν και οι ιστορικές διαφορές είναι τέτοιες που κάθε ευθεία σύγκριση είναι παρακινδυνευμένη. Υπάρχει, όμως, ένα αδιαμφισβήτητα κοινό στοιχείο: Σαν φίδι δηλητηριώδες ορθώνει και πάλι το ανάστημά του ο ναζισμός! Τον οποίο κάθε άλλο παρά πήρε μαζί του στον τάφο του ο ιδρυτής και κύριος εμπνευστής του... Όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το αρνηθούν για λόγους πολιτικής αυτοπροστασίας, ο ναζισμός τυγχάνει σήμερα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης στη χώρα μας. Συνδέεται άμεσα και μονοσήμαντα με έναν πολύ συγκεκριμένο «πολιτικό» φορέα.

Ο ναζισμός, βέβαια, δεν παρεισέφρησε απρόσκλητα και από την πίσω πόρτα στο πολιτικό σκηνικό: Τον «προσκάλεσαν» οι παθογένειες (με προεξάρχουσα τη διαφθορά) που αφέθηκαν να αναπτυχθούν μέσα στο ίδιο το δημοκρατικό σύστημα. Και του πρόσφεραν άπλετο πολιτικό άλλοθι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος δεν περιορίζονται, όμως, στη δημιουργία και την εν συνεχεία κακή διαχείριση της κρίσης. Οι δυνάμεις του ναζισμού αξιοποίησαν προς όφελός τους και την αγανάκτηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας για την υποβάθμιση της ζωής – στα αστικά, κυρίως, κέντρα – λόγω της ανεξέλεγκτης παράνομης μετανάστευσης. Κύριο σύμπτωμα αυτής της υποβάθμισης ήταν η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, και μάλιστα στην πιο σκληρή και, συχνά, κτηνώδη εκδοχή της.

Έτσι, ο φορέας του ναζιστικού ιδεώδους μεταμορφώθηκε στη συνείδηση του απροστάτευτου πολίτη σε «φύλακα-άγγελο της γειτονιάς»! Το πέτυχε καλύπτοντας άτυπα και εξωθεσμικά τα κενά και τις αδυναμίες μιας πολιτείας ανήμπορης να προστατέψει τους πολίτες από τις συνέπειες της δικής της αμέλειας που είχε σαν αποτέλεσμα να παραδοθεί η χώρα ανοχύρωτη στο εισαγόμενο έγκλημα. Στην ενδυνάμωση του εγχώριου ναζισμού συνέβαλε και η ηθική και πολιτική κάλυψη που παρείχαν τμήματα κοινοβουλευτικών δυνάμεων σε αντικοινωνικές (ενίοτε, ακόμα και εγκληματικές) συμπεριφορές, στο όνομα ενός αμφίβολου «επαναστατικού προοδευτισμού».

Λίγα ενδεικτικά παραδείγματα: Κάθε δημόσια έκφραση αγανάκτησης για το εισαγόμενο έγκλημα βαφτίστηκε ελαφρά τη καρδία «ρατσιστική συμπεριφορά»... Η καταστροφή και η λεηλασία μιας ολόκληρης πόλης που ακολούθησε τη φρικτή δολοφονία ενός μαθητή, χαιρετίστηκε ως πράξη «υγιούς αντίδρασης», ενώ η εξίσου φρικτή δολοφονία τριών εργαζομένων μέσα σε μια τράπεζα θεωρήθηκε απλά ως «παράπλευρες απώλειες» μιας λαϊκής εξέγερσης... Για να φτάσουμε στον σημερινό παραλογισμό, σύμφωνα με τον οποίο «δεν έγινε και τίποτα» αν κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους ένας τρομοκράτης-δολοφόνος, τη στιγμή που κυκλοφορούν ελεύθεροι οι «τρομοκράτες» εκπρόσωποι των δανειστών μας!

Όμως, καμία πολιτική αβάντα δεν μπορεί να συγκριθεί με την ηρωοποίηση μέσω της εικόνας του διωκόμενου. Ας γίνω σαφέστερος: Τον ναζισμό δεν τον εξαλείφει κανείς με νομικά τεχνάσματα. Ούτε με παρόμοια τεχνάσματα προσπαθεί να επιτύχει τον κοινοβουλευτικό του αποκλεισμό. Το μόνο αποτέλεσμα που θα φέρει μια τέτοια πρακτική είναι να τον κάνει να στραφεί απευθείας στην κοινωνία με καταγγελτική ορμή και ενισχυμένο ηθικό προφίλ. Προσφέροντάς του, μάλιστα, επιχειρήματα για να αμφισβητήσει δημόσια το κατά πόσον οι δημοκρατικές δυνάμεις σέβονται την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, αρχή που ο ίδιος ο ναζισμός παραβίασε βάναυσα όποτε και όπου επικράτησε ως πολιτική εξουσία!

Φρόνιμο, επίσης, από πολιτική άποψη, δεν είναι να καθυβρίζονται συλλήβδην οι ψηφοφόροι που έδωσαν στον ναζισμό κοινοβουλευτική δύναμη, χωρίς πρώτα να εξετάζονται προσεκτικά οι λόγοι που τους έσπρωξαν σε μια τέτοια ακραία επιλογή. Και δεν αναφέρομαι εδώ σε άτομα που από πεποίθηση ασπάζονται τις ιδέες του ναζισμού, μα σε καθημερινούς ανθρώπους που, κουρασμένοι, απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι με το υπάρχον πολιτικό σύστημα, διάλεξαν αφελώς τον χειρότερο τρόπο για να το «τιμωρήσουν». Σε μια τέτοια περίπτωση, οι δημοκρατικοί κώδικες υποδεικνύουν την πολιτική καθοδήγηση των ψηφοφόρων, όχι τον εξευτελισμό τους. Ο οποίος, εκτός των άλλων, μόνο τα αντίθετα αποτελέσματα θα επιφέρει!

Αν πράγματι πιστεύουμε στη Δημοκρατία, μέσα από αυτή θα πρέπει να αναζητήσουμε τα μέσα και τα επιχειρήματα που χρειάζονται για να αποδομηθεί ηθικά και πολιτικά ο ναζισμός. Έχοντας, μάλιστα, το στρατηγικό πλεονέκτημα που μας δίνει ο «εντός έδρας» αγώνας στον ναό του πολιτεύματος, το Κοινοβούλιο, από το οποίο θα ήταν λάθος να επιχειρήσουμε να αποκλείσουμε ακόμα και εκείνους που, άμεσα ή έμμεσα, του αμφισβητούν τον λόγο ύπαρξης! Αυτονοήτως, βέβαια, αυτοί που καταλαμβάνουν τα δημοκρατικά έδρανα θα πρέπει να πληρούν και οι ίδιοι τις προϋποθέσεις που το δημοκρατικό ήθος επιβάλλει. Για να μπορούν να αντιμετωπίζουν εκείνους που δεν ισχυρίζονται καν ότι το διαθέτουν...

ΤΟ ΒΗΜΑ