Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»…

Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του!

Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της…

Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη…

Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του!

Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι!

Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»!

Σ’ αυτούς τους «ευγενικούς κι αόρατους» εραστές που βρέθηκαν στην ανάγκη να συναγωνίζονται άνισα τη σκιά ενός εκ φύσεως γητευτή που με μοναδικό θεατρικό στόμφο αναλήφθηκε από την κορυφή του Ταΰγετου, αφιερώνεται το κάπως πικρά σαρκαστικό στιχούργημα που ακολουθεί:

Παράδεισος

Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος­­
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
– βαριές και ανεξίτηλες –
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου…

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Κλείνω με ένα διάλογο από την αριστουργηματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου». Αφιερώνεται σ’ εκείνους που δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με όνειρα και φαντάσματα δίχως να νιώσουν την ταπείνωση της ήττας…

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Ένα όνειρο είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!


* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι από καιρό επικηρυγμένος από τους λάτρεις ενός διάσημου δραπέτη της ζωής

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Καλοκαίρια που έφυγαν, που φεύγουν…

Κάποτε μιλούσες για «τα καλοκαίρια». Τώρα γινήκαν τόσα πολλά που δυσκολεύεσαι πια να τα ξεχωρίσεις. Έτσι, μιλάς κάπως αόριστα για «το καλοκαίρι», σαν ένα κάδρο με μια εικόνα που μπορεί συνεχώς να μεταλλάσσεται, να μετεξελίσσεται στο χρόνο. Καμιά φορά, με ταχύτητες που δυσκολεύεσαι κι εσύ ο ίδιος να παρακολουθήσεις…

Πρόσωπα που σήμαιναν κάτι για τη ζωή σου περνούν και χάνονται στην αμείλικτη χρονική καταπακτή της εικόνας. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες των καλοκαιριών, μνημεία κατανόησης, ανοχής κι υπομονής… Οι γονείς που – ανάλογα με το χαρακτήρα τους – ομόρφαιναν τα καλοκαίρια σου με αγάπη και φροντίδα, ή τα έκαναν ν’ ασφυκτιούν από ανελευθερία…

Κάποιες θείες που σου ’διναν πάντα καταφύγιο, κάποιοι θείοι μακρινοί, χαμένοι στα βάθη της μνήμης… Ακόμα και φίλοι καλοκαιρινοί που χάθηκαν πρόωρα… Όπως και τόποι αγαπημένοι που δυσκολεύεσαι πια ν’ αναγνωρίσεις πίσω από τη μάσκα που αναγκαστικά τους φόρεσε η εξέλιξη και ο πολιτισμός…

Αναφερόμενος στον Δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο και τις αμετάκλητες μεταβολές που επιβάλλει στη Φύση και τον άνθρωπο, έγραψα κάποτε:

«Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής (…) αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να ξε-συμβούν, πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω…»

Κι ακόμα:

«Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ματαιότητας: Υπάρχει, τελικά, η ευτυχία, ή μήπως είναι απλά μια συλλογή από στιγμές καλής ψυχολογικής διάθεσης; Μια θετική προσέγγιση στο ερώτημα απαιτεί να σταθούμε πάνω από τη συμβατική κοσμική αντίληψη των αξιών: Η ευτυχία δεν είναι υπόθεση καταγραφής συγκυριών, αλλά κατάσταση συνειδητότητας που ανυψώνεται πάνω από την επίφαση των φαινομένων ώστε να υπερβεί – και τελικά να ακυρώσει – την παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου. Από την άποψη αυτή, ευτυχισμένη ζωή είναι η πορεία αυτεπίγνωσης που οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Σε τελική ανάλυση, η κατάκτηση της ίδιας της αθανασίας!»

Το αενάως μεταλλασσόμενο κάδρο των καλοκαιριών της ζωής μας στέκει πάντα σαν μελαγχολική επιβεβαίωση υπαρξιακής ματαιότητας, μα συνάμα και συνειδησιακό εργαστήρι αποδοχής και υπέρβασης. Κάτι μπρος στο οποίο ακόμα κι η πιο ατάλαντη «οιονεί ποίηση» δεν θα μπορούσε να σιγήσει!

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι


Τους πύργους έσβησε το κύμα
που είχαν χτίσει τα παιδιά,
κρύφτηκε απρόθυμα
το τελευταίο κομμάτι ουρανού
μες στο θολό που απόμεινε το γκρι…

Εκεί που κάποτ’ αγναντεύαμε τα δειλινά
στερέψαν από βλέμματα τα πέλαγα,
μείνανε μάταια να καρτερούν
καράβια που δε θάρθουνε ποτέ…

Έλαμπαν διάφανοι οι ορίζοντες,
τα σπίτια ασπρίζαν στην αντικρινή ακτή
που τώρα πια φαντάζει μακρινή
σα μια εικόνα μαγική πίσω απ’ τα σύννεφα…

Χορτάρια αφρόντιστα, ξερά κλαδιά
εκεί που ευωδιάζαν νυχτολούλουδα,
από τις γλάστρες που στολίζαν την αυλή
μονάχα έμεινε το χώμα…

Εκεί που αναζητούσαμε δροσιά
μόνα τους έμειναν τα δέντρα,
εκεί που βρίσκαμε ζεστό ψωμί
έμειναν μόνοι οι φούρνοι,

εκεί που ολονυχτίς μεθούσαμε
μονάχη έμειν’ η ταβέρνα,
εκεί που μας ξυπνούσε η γειτονιά
μόνα τους έμειναν τα σπίτια,

εκεί που σβήναμε τη δίψα τ’ απογεύματα
έμεινε μόνη η βρύση,
εκεί που ανυποψίαστοι γελούσαμε
έμεινε μόνη η θλίψη…



* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι γνωστός αριστοτέχνης της ματαιότητας που ματαίως ομιλεί περί αυτής εν τω μέσω του θέρους!

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Εγκλήματα» γνώμης και «δημοκρατικοί» δικαστές!

Υπάρχει λογική στην ποινικοποίηση της έκφρασης γνώμης σε μια δημοκρατική κοινωνία; Και, πώς η λογική αυτή συνάδει με την αυτονόητη ελευθερία του λόγου σε ένα δημοκρατικό καθεστώς;

Το ερώτημα είναι λεπτό, και η απάντηση κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη. Υπάρχει όμως ένα κριτήριο που θα μπορούσε να είναι οικουμενικά αποδεκτό και γενικά εφαρμόσιμο: Κατά πόσον η έκφραση γνώμης, άμεσα ή έμμεσα, ενθαρρύνει και συμβάλλει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων. Για παράδειγμα, αν κάποιος εκφράσει δημόσια την πίστη του στο «δικαίωμα» στη φοροδιαφυγή, διαπράττει αξιόποινη πράξη αφού προσφέρει ηθικό έρεισμα σ’ εκείνους που παρανομούν ή σκέφτονται να παρανομήσουν. Σε ακόμα υψηλότερη βαθμίδα ηθικής βαρύτητας, ως αντιβαίνων κάθε έννοια νομιμότητας θα πρέπει να θεωρείται ο δημόσιος εγκωμιασμός εγκληματικών πράξεων. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν πρόκειται για εγκλήματα γενοκτονίας, όπως αυτά που διέπραξαν οι Ναζί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εκεί που δημιουργείται ουσιαστικό πρόβλημα είναι όταν ο νομοθέτης αρνείται την διαφοροποίηση ανάμεσα στη δημόσια επιδοκιμασία ενός εγκλήματος και την απλή έκφραση αμφισβήτησης για τη σπουδαιότητα, ή ακόμα και αυτή τούτη την τέλεσή του, ειδικά στην περίπτωση όπου η αμφισβήτηση αυτή αντίκειται προς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή αδιάσειστες ιστορικές τεκμηριώσεις. Και, για να αναφερθούμε και πάλι σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, πόσο αξιόποινη θα πρέπει να λογίζεται η άρνηση της ιστορικής αλήθειας του Ολοκαυτώματος;

Δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα σοβαρός ιστορικός αναλυτής (με εξαίρεση τους αμφιλεγόμενους «αναθεωρητές» τύπου David Irving) που να θεωρεί ότι τα έξι εκατομμύρια των νεκρών του φρικτότερου μαζικού εγκλήματος της Ιστορίας υπήρξαν μόνο στη... φαντασία κάποιων σιωνιστικών κύκλων! Η δημόσια έκφραση αμφισβήτησης, λοιπόν, του Ολοκαυτώματος δεν θα έπρεπε να αποτελεί αιτία εισαγγελικής παρέμβασης, αλλά μάλλον αντικείμενο ψυχιατρικής διερεύνησης. Σε κάθε περίπτωση, η άρνηση (όχι όμως και ο εγκωμιασμός!) ενός τέτοιου ιστορικού εγκλήματος δεν είναι λογικό να ποινικοποιείται σε μια δημοκρατική κοινωνία που σέβεται την ελευθερία του λόγου και δεν βάζει φραγμούς στην έκφραση γνώμης – ακόμα κι όταν αυτή αποτελεί βιασμό του αυταπόδεικτου!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου, ο ίδιος ο κυβερνοχώρος (τοπικός και παγκόσμιος) έγινε ένα απέραντο λαϊκό δικαστήριο. Και προεξάρχουσα θέση στις εκδικαζόμενες υποθέσεις κατέχουν τα «εγκλήματα γνώμης», όπου η έννοια του «εγκλήματος» διαμορφώνεται κατά το δοκούν, ανάλογα με τις ιδεοληψίες των χρηστών. Η φύση της διακινούμενης πληροφορίας, μάλιστα, δίνει την δυνατότητα στους «δικαστές», αν το επιθυμούν, να κρύβουν τα πρόσωπά τους είτε μέσω ανωνυμίας, είτε με χρήση πλασματικής ταυτότητας – ένα είδος de facto νομιμοποίησης της εκ του ασφαλούς δημόσιας ύβρεως και της συκοφαντίας, και μια επίφαση φιλελευθεροποίησης μέσω ενθάρρυνσης της θρασυδειλίας!

Στα καθ’ ημάς, ένα πεδίο σφοδρής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο Διαδίκτυο είναι το περιβόητο μνημόνιο. Για την ακρίβεια, η υποκειμενική αντίληψη του κατά πόσον αυτό ήταν ή όχι μια αναγκαία επιλογή για την αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας. Η σύγκρουση γνώμης είναι εδώ άνιση, αφού ο ρόλος του «εισαγγελέως» σχεδόν μονοπωλείται από την «αντιμνημονιακή» σχολή σκέψης – στην οποία, ασφαλώς, έχουν εξ ορισμού προσχωρήσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία φυσικό είναι να επιδιώκουν να κεφαλαιοποιήσουν την αγανάκτηση των πολιτών που υποφέρουν από τις συνέπειες των σκληρών προϋποθέσεων του μνημονίου.

Η αγριότητα της κριτικής (διανθισμένης ενίοτε με ακραία υβριστικούς χαρακτηρισμούς) συχνά τρομάζει και παραπέμπει στις πιο σκοτεινές εμφυλιοπολεμικές περιόδους της Ιστορίας του τόπου. Οι τολμούντες να αποκλίνουν από την αντιμνημονιακή γραμμή αντιμετωπίζονται ως εθνικοί μειοδότες και παρομοιάζονται με τους δωσίλογους που συνεργάστηκαν επί Κατοχής με τον Γερμανό κατακτητή! Το επίπεδο του διαλόγου συχνά παραπέμπει σε κερκίδες γηπέδων, με επιπρόσθετη μάλιστα αγριότητα αν αναλογιστεί κανείς ότι το διακύβευμα αφορά κατά κύριο λόγο την ίδια την επιβίωση (για να μην αναφερθούμε στην ευτελέστερη εκδοχή της διατήρησης κεκτημένων...).

Αυτό που φαντάζει οξύμωρο είναι το γεγονός ότι σ’ αυτή τη βίαιη προσπάθεια άτυπης ποινικοποίησης, και τελικά φίμωσης, της αλλότριας γνώμης πρωτοστατούν πολιτικοί χώροι που αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοκρατικοί» και «προοδευτικοί». Δυνάμεις που συχνά καταφεύγουν στην εύκολη και φθηνή – συχνά μάλιστα κι εμπρηστική – συνθηματολογία του λαϊκισμού, αντί της σοβαρής επιχειρηματολογίας που απαιτεί η υπεύθυνη πολιτική...

Για το αν το μνημόνιο ήταν ή όχι σωστή επιλογή, δεν είμαι σε θέση να εκφέρω γνώμη (εξάλλου, ακόμα και διαπρεπείς ξένοι οικονομολόγοι διαφωνούν μεταξύ τους πάνω σ’ αυτό το θέμα!). Το μόνο που γνωρίζω είναι η αυταπόδεικτη αλήθεια πως έχει φέρει απέραντη δυστυχία στους Έλληνες – χωρίς να βλέπω, εν τούτοις, ποια άλλη λύση θα τους έκανε ευτυχέστερους (ή, για την ακρίβεια, λιγότερο δυστυχείς). Αυτό που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αμφισβητείται, αν θέλουμε να λεγόμαστε δημοκρατική κοινωνία, είναι το δικαίωμα κάποιων να έχουν αντίθετη άποψη επί του θέματος από τη δική μας και να την εκφράζουν ελεύθερα, χωρίς να εισπράττουν χυδαίες ύβρεις και να υφίστανται δημόσιους εξευτελισμούς!

Όμοια, η επίμονη αμφισβήτηση ιστορικά τεκμηριωμένων εγκλημάτων γενοκτονίας είναι σήμερα υπόθεση των ανοήτων, των απαίδευτων και των ρατσιστών. Ουδείς, εν τούτοις, μπορεί να στερήσει απ’ όλους αυτούς το δικαίωμα να αρνούνται δημόσια τις πλέον αυταπόδεικτες αλήθειες, αν έτσι επιθυμούν. Πόσο μάλλον αξιώνοντας να καθίσταται η άρνησή τους αυτή αξιόποινη πράξη! Κάτι τέτοιο αντίκειται προς τις ίδιες τις αρχές της Δημοκρατίας – του πολιτεύματος που στέκει πάντα ως αντίπαλο δέος καθεστώτων σαν εκείνο που ευθύνεται για το Ολοκαύτωμα...

ΤΟ ΒΗΜΑ