Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Όταν «ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες» δολοφονούν ηλικιωμένους...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου
Η δολοφονία ενός αριστερού ράπερ από έναν ρατσιστή είναι ένα τραγικό γεγονός. Η δολοφονία, όμως, ενός υπερήλικα από έναν προστατευόμενο του αντιρατσιστικού κινήματος είναι απλά «στατιστική». Το θύμα δεν έχει όνομα, έχει αριθμό...
Με καθυστέρηση αρκετών ημερών πληροφορηθήκαμε από ηλεκτρονικά, κυρίως, μέσα ενημέρωσης μία φρικτή δολοφονία που συνέβη πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη. Δύο παιδιά 14 και 12 ετών εισέβαλαν στην οικία 86-χρονου με σκοπό την ληστεία. Το όλο εγχείρημα έλαβε χώρα υπό την εποπτεία και καθοδήγηση της γιαγιάς των παιδιών και του φίλου της, οι οποίοι επιτηρούσαν την περιοχή (κοινώς, φύλαγαν τσίλιες). 

Ο ηλικιωμένος είχε την κακή τύχη να αντιληφθεί την παρουσία των παιδιών μέσα στο σπίτι του – στο οποίο ζούσε μόνος – και, όπως ήταν φυσικό, προέβαλε αντίσταση, αρνούμενος παράλληλα να αποκαλύψει πού είχε κρυμμένα τα χρήματα. Άρνηση που πλήρωσε με τη ζωή του μετά από κτηνώδη βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν τα δύο «παιδιά». Τα τελευταία έφυγαν από το σπίτι αφού πήραν 200 ευρώ που βρήκαν φυλαγμένα. 

Αργότερα, οι δύο ανήλικοι δολοφόνοι της Θεσσαλονίκης συνελήφθησαν από την αστυνομία και ομολόγησαν την πράξη τους. Στη συνέχεια αφέθηκαν στην χαλαρή «φύλαξη» κοινωνικού ιδρύματος της περιοχής, από το οποίο ο ένας απέδρασε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, αναζητείται... 

Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης, πιθανώς υπό τον φόβο κριτικής για παραβίαση της «πολιτικής ορθότητας», απέφυγαν να αναφέρουν, ή ανέφεραν με ψιλά γράμματα, ότι τα παιδιά ανήκαν σε συγκεκριμένη «ευαίσθητη κοινωνική ομάδα»: ήταν Ρομά. Την ίδια φοβική συμπεριφορά έχουν επιδείξει τα μέσα ενημέρωσης σε αναρίθμητες (στην κυριολεξία) παρόμοιες περιπτώσεις δολοφονίας ηλικιωμένων ατόμων από άτομα ανήκοντα σε «ευαίσθητες» ομάδες, είτε εγχώριες (όπως στην προκειμένη περίπτωση) είτε εισαγόμενες στο πλαίσιο του «πολυπολιτισμικού μετασχηματισμού» της χώρας. Η κοινωνική συλλογικότητα στην οποία ανήκουν οι δράστες συχνά δεν υπονοείται καν... 

Όπως προανέφερα, έχουμε χάσει το μέτρημα – ιδίως τα τελευταία 10 χρόνια – με τα φρικιαστικά, κτηνώδη κι απάνθρωπα εγκλήματα σε βάρος ηλικιωμένων (και συχνά ανήμπορων) ανθρώπων, τα οποία διαπράττονται από μέλη «ευαίσθητων» κοινωνικών χώρων. Το αυτί της Αριστεράς της «προόδου», του «ανθρωπισμού» και της «κοινωνικής ευαισθησίας», εν τούτοις, δεν έδειξε να ιδρώνει ποτέ γι’ αυτό το φαινόμενο. Ίσως γιατί οι θύτες ανήκουν στη δική της προστατευόμενη ομάδα του κοινωνικού περιθωρίου, και κάθε φόνος με κίνητρο τη ληστεία θεωρείται a priori ως απεγνωσμένη πράξη αυτοσυντήρησης των απόκληρων της κοινωνίας και των κυνηγημένων από «το σύστημα». Όσο για τους ηλικιωμένους, αυτοί στο κάτω – κάτω τα έφαγαν τα ψωμιά τους, είχαν και μια σύνταξη για να ζήσουν, άσε δε που ψηφίζουν και τους «άλλους»! 

Δεν διέκρινα ποτέ, όμως, κάποιες σχετικές ευαισθησίες και από το άλλο στρατόπεδο, εκείνο των «φιλελεύθερων». Θα έλεγα ότι, για κάθε σύστημα εξουσίας, μία δολοφονία ηλικιωμένου είναι απλά ένα γεγονός που καταγράφεται στο καθημερινό αστυνομικό δελτίο συμβάντων, δίχως ιδιαίτερες κοινωνικές προεκτάσεις. Άλλωστε, το θύμα δεν είναι παρά ένα «αντιπαραγωγικό» υπερήλικο άτομο το οποίο, εκ των πραγμάτων, ελάχιστα είναι πλέον σε θέση να προσφέρει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Χώρια που επιβαρύνει την ήδη προβληματική οικονομία με μία επί πλέον σύνταξη, αλλά και φορτώνει το πάσχον σύστημα υγείας με πρόσθετες δυσβάσταχτες υποχρεώσεις!

Παραφράζοντας τη γνωστή κυνική ρήση του Άντολφ Άιχμαν, η δολοφονία ενός αριστερού ράπερ από έναν ρατσιστή είναι ένα τραγικό γεγονός. Το ίδιο και η ανάλογη δολοφονία ενός ακτιβιστή με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες. Η δολοφονία, όμως, ενός υπερήλικα από έναν προστατευόμενο του αντιρατσιστικού κινήματος είναι απλά «στατιστική». Το θύμα δεν έχει όνομα, έχει αριθμό. 

Όμοια όπως αριθμό είχαν οι στρατιώτες στα χαρακώματα και οι μελλοθάνατοι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Αλλά, αυτά ανήκουν στην Ιστορία...

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Λιανεμπόριο: Όταν η κοινή λογική μένει από… μπαταρία!


Την ώρα που τα κορυφαία πολιτικά ζητήματα στη χώρα είναι οι παραθαλάσσιες βίλες και οι χαρούμενες ποδηλασίες στα βουνά, τα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς αργοπεθαίνουν λόγω του lockdown. Θύματα μιας «οριζόντιας» λογικής που αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στο κοσμοβριθές κεντρικό πολυκατάστημα μαζικής εξυπηρέτησης και στη μικρή συνοικιακή επιχείρηση που εξυπηρετεί βασικές τοπικές ανάγκες…

Μία ιατρική συσκευή μετρήσεων, απόλυτα απαραίτητων, βρήκε την ώρα να μείνει από μπαταρία. Τη συσκευή αυτή μέχρι πρότινος χορηγούσαν δωρεάν τα φαρμακεία (ακριβοπλήρωνες, ασφαλώς, τα σχετικά αναλώσιμα). Έτσι, τηλεφώνησα πρωί-πρωί στη φαρμακοποιό μου να ρωτήσω αν της βρίσκονται συσκευές, να περάσω να πάρω μία. Με ενημέρωσε ευγενικά ότι η εταιρεία, δυστυχώς, έχει καιρό να στείλει, και μου πρότεινε ως βέλτιστη λύση να πάω τη συσκευή μου σε κοντινό κατάστημα που πουλά μπαταρίες.

Καλού-κακού, πριν ξεκινήσω είπα να κάνω ένα τηλεφώνημα στο κατάστημα. Κι εκεί η αρμόδια υπάλληλος με πληροφόρησε με λυπημένη φωνή ότι ενδέχεται να έχει τη μπαταρία που χρειάζομαι, δεν επιτρέπεται όμως να την πουλήσει καθώς είναι είδος που ανήκει στο λιανεμπόριο. Και, ως γνωστόν, τούτη την περίοδο του lockdown λόγω covid το λιανεμπόριο είναι κλειστό. Σημειώνω ότι υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στο κατάστημα για πληρωμή λογαριασμών τηλεφώνου. Φεύγοντας, όμως, δεν επιτρέπεται να πάρεις μαζί σου μια απλή μπαταρία που αγόρασες!

Σαν να μην έφτανε αυτό, λαλίστατος – και συχνάκις κραυγάζων αλλοφρόνως εις τα μίντια – υπουργός της κυβέρνησης δήλωσε λίαν προσφάτως ότι δεν είναι καθόλου ορατό το άνοιγμα του λιανεμπορίου, παρά τις «ανεύθυνες διαδόσεις» περί του αντιθέτου (πολλές εκ των οποίων, εν τούτοις, άμεσα ή έμμεσα διακινήθηκαν από συναδέλφους του).

Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι, αν μη τι άλλο, ανοίγουν οσονούπω τα καταστήματα με τα εποχιακά είδη. Και, μπροστά σε πολύχρωμες μπάλες, παιχνίδια και φανταχτερά στολίδια, ποιος νοιάζεται τώρα αν ένα ηλίθιο μηχάνημα που κάνει κάτι μετρήσεις, έχει μπαταρία για να δουλέψει; Μια μπαταρία που δεν ξέρω από πού στα κομμάτια να την παραγγείλω για να μου την στείλουν (λέμε τώρα) με «delivery», αφού μάλιστα δεν μπορώ να προσδιορίσω με βεβαιότητα τον τύπο της (στο κατάστημα η διάγνωση θα ήταν δουλειά του ειδικευμένου τεχνικού). Άσε που η ηλικιωμένη θεία μου, η οποία δεν σκαμπάζει γρι από κομπιούτερς και διαδίκτυα, δεν θα ήξερε καν πώς να βρει πού πουλάνε τέτοια πράματα!

Όμως, οι μπαταρίες δεν είναι το μόνο, ούτε το πιο σημαντικό από τα είδη λιανεμπορίου που χρειαζόμαστε καθημερινά αλλά μας λείπουν. Το ίδιο όπως λείπει, δυστυχώς, και ο ορθολογικός σχεδιασμός από τους κυβερνώντες. Γιατί, ποια επιδημιολογική επιβάρυνση θα προκαλούσε ένα μικρό μαγαζί μιας γειτονιάς αν εφαρμοζόταν αυστηρά ο απλός κανόνας «ένας πελάτης τη φορά»; Γιατί να μη λειτουργούν κουρεία και κομμωτήρια με τον ίδιο κανόνα; Τι θα πείραζε να μείνει ανοιχτό το συνοικιακό κατάστημα που πουλά ηλεκτρικά είδη καθημερινής χρήσης; Πού θα «σκανάρει» κάποιος ένα έγγραφο για να το στείλει εμπρόθεσμα σε ηλεκτρονική μορφή σε μία δημόσια υπηρεσία, και πού θα τυπώσει το σημείωμα πληρωμής για τα τέλη κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, αν το κοντινό βιβλιοπωλείο που τον εξυπηρετούσε ως τώρα είναι κλειστό; Εγώ που δεν έχω printer στο σπίτι και τούτη τη στιγμή δεν μπορώ να βρίσκομαι στο γραφείο μου, πώς θα τυπώσω ένα κείμενο που μου έστειλαν ηλεκτρονικά, πάνω στο οποίο απαιτείται να κάνω χειρόγραφες σημειώσεις; Κι αυτό είναι μόνο ένα μικρό δείγμα από δεκάδες παρόμοιες ερωτήσεις που θα μπορούσαν να τεθούν.

Οι αρμόδιοι που δημοσίως εκφράζουν «αγωνία» για την οικονομική κατάσταση των μικρο-μεσαίων που καταστρέφονται λόγω της πανδημίας, ας καθίσουν για λίγο να σκεφτούν αν το πρωτογενές αίτιο είναι το μόνο που φταίει, ή αν ευθύνεται και ο δικός τους ανορθολογικός σχεδιασμός στο περίφημο lockdown. Και, φυσικά, με επιδόματα – ψίχουλα δεν σώζεται η κατάσταση στο τοπικό εμπόριο (οι μεγάλοι του κέντρου θα βρουν πάντα τον τρόπο να σταθούν στα πόδια τους).

Αν το καλο-εξετάσουμε, σε μικρή κλίμακα δεν τίθεται καν ζήτημα διλήμματος ανάμεσα σε δημόσια υγεία και οικονομία. Το μόνο διακύβευμα είναι η επιβίωση χιλιάδων επαγγελματιών που, εκτός από τον covid, πλήττονται και από μία πολιτική του τύπου «ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι». Δηλαδή, κλείνω το μαγαζάκι της γειτονιάς, στο οποίο μπαίνει ένας πελάτης κάθε τέταρτο της ώρας, ενώ έχω προηγουμένως κάνει τα στραβά μάτια σε μαζικά γλεντοκοπήματα και άλλες δημόσιες συναθροίσεις (το άτιμο το πολιτικό κόστος!) ως τη στιγμή που φτάνει ο κόμπος στο χτένι και αρχίζουν να τελειώνουν οι ΜΕΘ. Και τότε ως εύκολη λύση επιβάλλω πολιτική οριζόντιας «ποινολόγησης» επί δικαίων και αδίκων…

Επί του πιεστηρίου: Μόλις είχα κλείσει το πιο πάνω σημείωμα όταν αποφάσισα να κάνω μία βόλτα ως το φαρμακείο της γειτονιάς για διάφορες προμήθειες. Κι εκεί με περίμενε μια έκπληξη: η καλή φαρμακοποιός έψαξε και βρήκε τις μπαταρίες που χρειαζόμουν για τη συσκευή. Μάλιστα, μου τις έκανε δώρο! Τελικά, τις λύσεις στα προβλήματα τις δίνουν άνθρωποι, όχι κυβερνήσεις…