Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Πεθαίνει ή αυτοκτονεί ο έρωτας μέσα στο γάμο;

Ακούμε συχνά να λέγεται πως «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα». Αν και δεν ανήκω στους φανατικούς υπερασπιστές παραδοσιακών θεσμών, βρίσκω τη φράση το ίδιο παράλογη μ’ εκείνη που λέει πως «το αλκοόλ σκοτώνει»! Το αλκοόλ δεν είναι αφ’ εαυτού του ένα κακό πράγμα: το χρησιμοποιούμε για απολύμανση στις πληγές, ενώ ένα-δύο ποτηράκια κρασί με το φαγητό λέγεται πως κάνουν καλό στην υγεία. Από την άλλη, η οδήγηση υπό την επήρεια της ουσίας μπορεί να αποβεί μοιραία. Το αν το οινόπνευμα είναι «καλό» ή «κακό» εξαρτάται από το πώς το χρησιμοποιούμε!

Με την ίδια ακριβώς λογική, πριν σπεύσουμε να δαιμονοποιήσουμε το γάμο ως μοναδικό κι αποκλειστικό «φονέα του έρωτα», θα πρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο διαχείρισης του θεσμού από τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη. Ίσως τότε διαπιστώσουμε πως η πραγματική παθογένεια του γάμου κρύβεται κάτω από μια θετική του πλευρά, της οποίας όμως γίνεται κακή χρήση: το αίσθημα της σιγουριάς!

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός του έρωτα από την ψευδαίσθηση του δεδομένου ως αυτονόητου. Την αντίληψη, δηλαδή, πως μόλις η πρώτη σπίθα γίνει φωτιά, όλα παίρνουν νομοτελειακά το δρόμο τους και η σχέση, με κάποιο μαγικό τρόπο, αυτοσυντηρείται χωρίς να απαιτεί να «ρίχνουμε ξύλα στο τζάκι»! Ξεχνούν όμως οι κατ’ όνομα εραστές πως το αίσθημα της βεβαιότητας πρέπει να ανανεώνεται μέσα από διαρκή επανακατάκτηση του ερωτικού εταίρου. Η παράβλεψη αυτής της προϋπόθεσης ευθύνεται σημαντικά για την εξάτμιση του ερωτικού αισθήματος: Θεωρώντας καθένας εκ των δύο εραστών τον άλλον ως «αυτονόητα» δεδομένο, παύει να αποδύεται στον καθημερινό αγώνα να κατακτήσει εξαρχής τον ερωτικό του σύντροφο επιστρατεύοντας τον καλύτερο εαυτό του. Κι αυτή η από μέρα σε μέρα ανανέωση της αίσθησης του «ανήκειν» είναι που αναζωογονεί τη σχέση και την καθιστά βιώσιμη στο χρόνο!

Η μεγαλύτερη παγίδα στο γάμο, σε ό,τι αφορά την επιβίωση του ερωτικού συναισθήματος, είναι η σταδιακή (ενίοτε κι απότομη) μετάλλαξη του «θέλω» σε «πρέπει». Ακούμε συχνά τη φράση-δηλητήριο: «Ο γάμος έχει υποχρεώσεις!» Κι ο ίδιος ο έρωτας, μάλιστα, προβάλλει ως «υποχρέωση» (αναφέρομαι, φυσικά, στη γελοία αντίληψη περί «συζυγικών καθηκόντων»). Έτσι, το αίσθημα της ελεύθερης επιλογής καταπνίγεται προς όφελος του αισθήματος του χρέους. Κι ο έρωτας, ως γνωστόν, δεν ανθεί ποτέ αν του στερήσεις την πιο βασική τροφή του: την ελευθερία!

Ας δούμε, ενδεικτικά, μερικά από τα αντιερωτικά «πρέπει» που ασυλλόγιστα υιοθετούνται κι αρθρώνονται στο πλαίσιο του θεσμού:

– Οφείλεις να με ακολουθείς στις κοινωνικές μου υποχρεώσεις, έστω κι αν δεν αισθάνεσαι βολικά, γιατί δεν θέλω να εμφανίζομαι μόνος / μόνη μου!

– Πρέπει να ρίξεις τη μύτη σου και να πας να παρακαλέσεις. Καλή η αξιοπρέπεια, αλλά τώρα έχεις οικογένεια, έχουμε έξοδα!

– Δεν πρέπει να ξοδεύεις τόσο χρόνο με τους φίλους / τις φίλες σου. Σε χρειάζεται και το σπίτι!

– Καλά είναι τα χόμπι κι ο ελεύθερος χρόνος, όταν δεν έχεις υποχρεώσεις. Δεν σηκώνεσαι τώρα, λέω ‘γώ, να βοηθήσεις το παιδί σ’ αυτό που σου ζήτησε;

Ένα από τα πιο καταστροφικά «πρέπει», σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα του ερωτικού αισθήματος, είναι η αντίληψη της αναγκαιότητας του «αυτοκόλλητου». Η άποψη, δηλαδή, ότι, σε έναν υγιή γάμο οι δύο εταίροι πρέπει να μοιράζονται την κάθε στιγμή. Θα σταθώ ιδιαίτερα σε ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό, κι ας μην του έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία: Ακούμε συχνά πως μια ασφαλής ένδειξη δυσλειτουργικότητας σε ένα γάμο είναι οι χωριστές κρεβατοκάμαρες. Αν το δεχθούμε ως δόγμα, τότε παραβλέπουμε κάποιες πολύ βασικές παραμέτρους στον ερωτικό μηχανισμό!

Ας σκεφτούμε απλά: Γιατί μια ερωτική σχέση στις αρχικές φάσεις της είναι έντονη και κατορθώνει να κρατά τους εραστές σε εγρήγορση; Διότι η προσβασιμότητα του ενός από τον άλλο δεν είναι δεδομένη κι αυτονόητη, αλλά αποτελεί προνόμιο που πρέπει διαρκώς να ανανεώνεται και να επανακατακτάται. Αυτή η μαγεία της κατάκτησης εξανεμίζεται κάτω απ’ τα κλινοσκεπάσματα ενός μη-διαπραγματεύσιμα κοινού κρεβατιού. Όπως χαρακτηριστικά άκουσα κάπου να λέγεται, μετά από μερικά χρόνια αγγίζεις ένα παραπλεύρως κείμενο σώμα και δεν διαφέρει πολύ απ’ το ν’ αγγίζεις το δικό σου! Έτσι, η εξ ορισμού κοινή κρεβατοκάμαρα στερεί από τους εραστές τη συγκίνηση που προσφέρει η προοπτική του μηδενισμού των αποστάσεων, και τη γοητεία της προσπάθειας για τη συνεχή «κατάκτηση» του ερωτικού συντρόφου.

Μια από τις πλέον νοσηρές παρενέργειες του αισθήματος του δεδομένου στο γάμο είναι το «δικαίωμα» στον –συχνά δημόσια εκτιθέμενο– αλληλοεξευτελισμό. Δεν βλέπω πια τηλεόραση, αλλά μου μετέφεραν το περιστατικό: Σε “talk show” ιδιωτικού καναλιού, μια φιλοξενούμενη ακούστηκε να περιγράφει ως εξής –υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα ορνίθων που αποτελούσαν μέρος του ακροατηρίου– την «πληρωμένη» απάντηση στο σύζυγό της όταν εκείνος «τόλμησε» να διεκδικήσει ένα «αδιανόητο» προνόμιο:

– Ώπα, ρε μεγάλε, που θέλεις να έχεις και προσωπικό χρόνο!

Ομοίως ήρθε εις γνώση μου παλιότερα μια σκηνή σε εστιατόριο ξενοδοχείου, όταν ο σύζυγος παρακάλεσε ευγενικά τη σύντροφό του να του γεμίσει το πιάτο απ’ το μπουφέ:

– Πήγαινε φτιάξτο μόνος σου! Κουλός είσαι;

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι συνήθεις χαρακτηρισμοί: «άχρηστε», «ανίκανε», «ανώριμε», κλπ., επικυρωμένοι συχνά μέσω συγκριτικών αναφορών σε άλλα, «αξιότερα» αρσενικά!

Οι άντρες, απ’ τη μεριά τους, επιλέγουν πιο «σοφιστικέ» τρόπους για να υποβαθμίσουν τις γυναίκες τους: Αφήνουν να υπονοηθεί (ενίοτε δημόσια!) πως είναι ερωτικά ψυχρές και «ανοργασμικές», ενώ δεν παραλείπουν να εκφράσουν ανοιχτά το θαυμασμό τους για άλλες γυναίκες που, υποτίθεται, πληρούν περισσότερο τα αισθητικά τους κριτήρια. Παράλληλα, αποδύονται σ’ έναν αγώνα διαρκούς επιβεβαίωσης ενός αενάως ανεπιβεβαίωτου ανδρισμού, ο οποίος αναζητά έξωθεν χορηγούμενα πιστοποιητικά… Τέλος, επιχειρούν να εξαγοράσουν τις γυναικείες συνειδήσεις και αποδοχές με υλικά αγαθά, ως αποζημίωση για την απουσία ουσιαστικής κατάθεσης, συμμετοχής κι ενδιαφέροντος!

Ατέρμων ο κατάλογος των λαθών που σκοτώνουν το ερωτικό συναίσθημα στο πλαίσιο του γάμου. Αφήνω όμως για το τέλος το κορυφαίο: Την αντίληψη πως, μέσα στο θεσμό, ο άλλος αυτοδίκαια γίνεται κτήμα μας! Έτσι, το θεωρούμε πολύ φυσικό να απαιτήσουμε να υποκαταστήσει τη βούλησή του με τη δική μας. Ξεχνούμε, εν τούτοις, πως ο έρωτας απαιτεί δύο ανεξάρτητες, ελεύθερες βουλήσεις για ν’ αναπτυχθεί, ενώ η ύπαρξη μιας μοναδικής δεν αντιστοιχεί σε ερωτική σχέση, αλλά μάλλον σε αυτοπάθεια…

Τελικά, λοιπόν, αληθεύει ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα; Η άποψή μου είναι πως αυτός τούτος ο θεσμός στερείται… δολοφονικών διαθέσεων και μεθοδεύσεων! Είναι η κακοδιαχείριση των ιδιαιτεροτήτων του θεσμού αυτού από τα συμβαλλόμενα μέρη που ευθύνεται για τη σταδιακή άμβλυνση, έως και την ολοκληρωτική εξανέμιση, των ερωτικών αισθημάτων. Εις επίρρωση των λεγομένων, θα επικαλεστώ προσωπικές μαρτυρίες: Έζησα για πολλά χρόνια στην Αμερική κοντά στους Μορμόνους, μια ιδιαίτερα συντηρητική κοινότητα. Οικογένειες με τέσσερα, πέντε ή έξι παιδιά δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Όσο κι αν φαντάζει απίστευτο για τα ελληνικά δεδομένα, είδα ζευγάρια σε τέτοιες οικογένειες να παραμένουν ερωτευμένα ως τα βαθιά γεράματα! Βασικά συστατικά της κοινής ζωής τους, ο αλληλοσεβασμός και η διαρκής ανανέωση της σχέσης με κάθε δημιουργικό τρόπο…

Ο γάμος, λοιπόν, δεν σκοτώνει τον έρωτα αλλά απλά ευνοεί συνθήκες αυτοχειρίας του, με αυτουργούς τους ίδιους τους εραστές. Και, θα το πω ωμά: ένας νεκρός από συναισθήματα γάμος δεν έχει λόγους ύπαρξης! Ένας έντιμος και αξιοπρεπής διαχωρισμός είναι σαφώς προτιμότερος και λιγότερο φθοροποιός από έναν διαρκή αλληλοεξευτελισμό και μια ατέρμονη ηθική αλληλοεξόντωση…

Ευχαριστίες: Ευχαριστώ τη Θάλεια Χρόνη για τη συμβολή της στη δημιουργία αυτού του άρθρου. Επίσης, ευχαριστώ το Aixmi.gr για τη φιλοξενία ενός κειμένου τόσο ειδικής θεματολογίας.

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός, κάπου στα σκοτεινά βάθη της Τριτοβάθμιας.

Aixmi.gr

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Πόλη φαντασμάτων…

Κάποιοι –ευτυχώς όχι λίγοι– εξοργιστήκαμε για τον διασυρμό που υπέστη πρόσφατα η Κική Δημουλά από κύκλους της φιλο-πολυπολιτισμικής «προοδευτικής» Αριστεράς, επειδή η ποιήτρια τόλμησε να αρθρώσει το αυταπόδεικτο: πως η ζωή πια είναι αβίωτη σε κάποιες γειτονιές της Αθήνας! Γειτονιές που κάποτε φιλοξενούσαν οικογένειες, και τώρα είναι λημέρια κακοποιών και φυλακές τρομαγμένων γερόντων…

«Ξεσκονίζοντας» παλιά αρθρογραφικά αμαρτήματα, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο μου του 2011 στην «Ελευθεροτυπία», με τίτλο: «Ο Βύρωνας, η Κυρά-Μαλαίνα, και οι γειτονιές του χθες: Μνήμες από μια άλλη Αθήνα». Το άρθρο κατέληγε ως εξής:

Ο Βύρωνας και η Κυρά-Μαλαίνα έχουν φύγει εδώ και χρόνια απ’ την πλατεία που έμενα κάποτε. Έχουν φύγει κι απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο που γίνεται όλο και πιο αφιλόξενος για φιλόσοφους και καλλιτέχνες κάποιας ηλικίας. Σε λίγο αυτή η πόλη ολόκληρη θα γίνει αφιλόξενη για όλους μας. «Ευτυχώς» εκείνοι δεν πρόλαβαν να βιώσουν τον πολυπολιτισμικό τρόμο που σήμερα ζουν, σχεδόν αδιαμαρτύρητα πια (εξάλλου, ποιος ν’ ακούσει;) οι Αθηναϊκές γειτονιές, και όχι μόνο αυτές στα Κάτω Πατήσια…

Όμως, κάπου εδώ πρέπει να σιωπήσω! Το να θυμάσαι καλύτερες εποχές σε μια πόλη που αργοπεθαίνει είναι σαδομαζοχιστική διαστροφή. Το είπε άλλωστε κι ο ίδιος ο Δάντης, βλέποντας με συμπόνια το μαρτύριο της Φραντσέσκα ντα Ρίμινι στην Κόλαση…

Ταπεινά και χωρίς ιδιαίτερες ποιητικές φιλοδοξίες είναι και τα λόγια ενός άσημου, σχετικώς ατάλαντου «οιονεί ποιητή» που αγάπησε, φαίνεται, αυτή την πόλη και την ένιωσε να πεθαίνει αβοήθητη μπρος στα μάτια του:


Πόλη φαντασμάτων

Τις νύχτες που περιπλανιέσαι

μες στα στενά που ήξερες της πόλης

ποτέ μην αναρωτηθείς

οι δρόμοι αυτοί οι άγριοι, οι σκοτεινοί

πού θα σε βγάλουν:

δε βγάζουν πουθενά!

Τα μέρη που έζησες γίναν αδιάβατα.

Στα σπίτια που ερήμωσαν

μένουν φαντάσματα,

στους άδειους δρόμους περπατούν σκιές

που σέρνουνε τα θλιβερά τους βήματα

μέσα σ’ αυτά που κάποτε λεγόνταν γειτονιές…

Η πόλη που αγάπησες

δεν είναι πια εδώ!

Χιλιάδες χρόνια αντιστάθηκε

μα στέρεψ’ από ήρωες κι απόκαμε.

Κι αμέτρητες ανοίξανε κερκόπορτες

(πώς δεν τις βλέπαμε;)

κι από στεριά και θάλασσα

οι βάρβαροι διαβήκανε στο τέλος…

Όσο για σένα, πεισματάρη νοσταλγέ

πάψε να κλαις και να αγανακτείς

και μάταια μην τους ψάχνεις:

φευγάτοι οι Εφιάλτες είν’ από καιρό!

Δεν πρόσεξες πως λείπουνε

οι θησαυροί της πόλης;

(Ντίνος Πυργιώτης, Μετά τα Περιστέρια)

Δείτε το video

Όχι: όλοι εμείς που αγαπήσαμε κι εξακολουθούμε ν’ αγαπάμε αυτή την πόλη δεν είμαστε «ρατσιστές», «ξενοφοβικοί» ή «φασίστες»! Ζητάμε μόνο απ’ τους φιλοξενούμενους να σέβονται τους όρους της φιλοξενίας… Ζητάμε να μπορούμε να προσφέρουμε από τα λιγοστά αγαθά μας ως πράξη ελεύθερης επιλογής κι όχι ως αποτέλεσμα βίας… Ζητάμε απ’ τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου να δείχνουν για τα θύματα την ίδια ευαισθησία που χαρίζουν απλόχερα στους θύτες…

Ζητάμε πίσω την πόλη που ξέραμε. Εκείνη που, σαν έβλεπες στο δρόμο ανθρώπους με άλλα χρώματα κι άλλες γλώσσες, δεν κοιτούσες πίσω σου καχύποπτα μα χαμογελούσες εγκάρδια και τσακιζόσουν να προσφέρεις βοήθεια. Τότε που η συνύπαρξη των πολιτισμών δεν ήταν υπόθεση του νομοθέτη, μα της πατροπαράδοτης ελληνικής ψυχής!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι θαυμαστής των πολιτισμών που σέβονται (χωρίς αναγκαία και ν’ αγαπούν) αλλήλους...

Aixmi.gr

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Σκέψεις πάνω στον αντιρατσιστικό νόμο

Πολλή συζήτηση γίνεται αυτές τις μέρες για τον νόμο περί «Καταπολέμησης Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας», σχέδιο του οποίου δημοσίευσε το «Βήμα». Το κατά πόσον ο ρατσισμός και η ξενοφοβία καταπολεμούνται με νομοθετήματα, είναι ένα σημαντικό ζήτημα που όμως δεν θα επιχειρήσουμε να θίξουμε εδώ. Θα περιοριστούμε στο σχολιασμό κάποιων σημείων του νομοσχεδίου (σ’ αυτή την εκδοχή του, τουλάχιστον, που διαβάσαμε στο «Βήμα») τα οποία, κατά τη γνώμη μας, χρειάζονται προσεκτικότερη εξέταση...

1. Αν και η ξενοφοβία είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, μια καλά καθορισμένη έννοια, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον ρατσισμό. Ο όρος είναι εννοιολογικά κατακερματισμένος και μοιάζει να περιγράφει μια (ατελή) συλλογή ιδεών ή συμπεριφορών που ευνοούν κάποιας μορφής διακρίσεις (ρατσισμός με βάση τη φυλετική προέλευση, το φύλο, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, κλπ., ακόμα και «ρατσισμός» κατά των καπνιστών!).
Σε πρόσφατο άρθρο κάναμε μια προσπάθεια σύνθεσης των επιμέρους συνιστωσών του όρου αυτού κάτω από ένα ενιαίο εννοιολογικό πλαίσιο, χωρίς να ισχυρίζομαι βέβαια ότι ο γενικός ορισμός που προτείναμε καλύπτει νομικά, κοινωνικά και ηθικά κάθε πιθανή πτυχή του θέματος! Κατά την αντίληψή μου, το ζήτημα του ακριβούς εννοιολογικού προσδιορισμού του ρατσισμού παραμένει ανοιχτό.
Θα θέσω ένα ερώτημα που ίσως σε κάποιους φανεί ενοχλητικό: Φανταστείτε ότι –πράγμα όχι ασύνηθες– ένας κακοποιός (μετανάστης ή όχι) προικισμένος με ανώτερα βιολογικά χαρακτηριστικά (σωματώδης, γεροδεμένος και σκληραγωγημένος στις κακουχίες), έχων πλήρη επίγνωση της φυσικής ανωτερότητάς του, επιτίθεται και τραυματίζει ή φονεύει μια αδύναμη ηλικιωμένη με σκοπό να της αρπάξει λίγα χρήματα. Είναι αυτό ή όχι πράξη ρατσισμού; Με βάση ποια αντίληψη της έννοιας «ρατσισμός» θα μπορούσε να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα; Πώς μεριμνά ο νομοθέτης για το θύμα μιας τέτοιας εγκληματικής ενέργειας, η οποία διαπράττεται από άτομο που θεωρεί de facto πως η φυσική του υπεροχή έναντι κάποιων άλλων του δίνει δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω τους;
Σε ό,τι αφορά τον ρατσισμό, λοιπόν, η νομοθετική αντιμετώπιση του θέματος γίνεται με τρόπο αποσπασματικό, μεροληπτικό και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να παρέχεται καν ένας ενιαίος και καθολικός προσδιορισμός αυτής τούτης της αξιόποινης συμπεριφοράς!

2. «Σκοπός του νόμου είναι η καταπολέμηση ιδιαίτερα σοβαρών εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας...» Η τοποθέτηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας «στο ίδιο καλάθι», σαν περίπου οι όροι να είναι συνώνυμοι ή έστω κοντινοί συγγενείς, είναι πρόχειρη, αδόκιμη, ίσως κι αφελής! Ο ρατσισμός σε κάθε περίπτωση είναι αρνητική έννοια, τόσο ως ιδεολογία όσο και, ιδιαίτερα, ως πρακτική. Τούτο δεν μπορεί να λεχθεί a priori για την ξενοφοβία.
Ποιος μπορεί, καταρχήν, να καταδικάσει ηθικά ή νομικά το αίσθημα του φόβου, μια θεμελιώδη ψυχική εκδήλωση άμεσα σχετιζόμενη με την ίδια την αυτοσυντήρηση; Με ποια λογική, λοιπόν, θα μπορούσε κανείς να ποινικοποιήσει το φόβο; Η έκφραση «εκδηλώσεις ξενοφοβίας» είναι ασαφής και ανοιχτή σε παρερμηνείες. Ο νομοθέτης προφανώς εννοεί την υιοθέτηση συμπεριφορών που έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ξενοφοβικών αισθημάτων στο κοινωνικό σύνολο. Κι εδώ απαιτούνται διευκρινίσεις, καθώς υπάρχουν υποπεριπτώσεις:
(α) Σκόπιμη διασπορά ψευδών ειδήσεων με πρόθεση να προκαλέσουν ή να ενισχύσουν αισθήματα ξενοφοβίας. Αναμφίβολα μια αξιόποινη πράξη, και σ’ αυτό δεν χωρά οποιαδήποτε συζήτηση!
(β) Δημοσιοποίηση προσωπικών απόψεων ή αισθημάτων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ξενοφοβικές αντιδράσεις, χωρίς εν τούτοις να στοιχειοθετείται πρόθεση δόλιου επηρεασμού της κοινής γνώμης.
Εδώ υπάρχει ορατός κίνδυνος παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου! Παράδειγμα: Κάποιος πέφτει θύμα εγκληματικής ενέργειας με δράστες αλλοδαπούς μετανάστες (όχι απαραίτητα νόμιμους, αλλά αυτό δεν δείχνει να απασχολεί ιδιαίτερα τον νομοθέτη...). Για λόγους ψυχολογικής αποφόρτισης, αισθάνεται την ανάγκη να κοινοποιήσει το συμβάν (π.χ., στο Διαδίκτυο) και να εκφράσει τα παράπονά του προς την πολιτεία για την κακή διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος. Αυτό σίγουρα θα έχει ως αποτέλεσμα μια μερική ενίσχυση των ξενοφοβικών αισθημάτων του κοινωνικού συνόλου.
Είναι ποινικά κολάσιμη, κι αν ναι με ποια λογική, η απλή άσκηση ελευθερίας του λόγου εκ μέρους του θύματος; Θα το αντιστρέψω: Έχουμε υπάρξει μάρτυρες ανθελληνικών εκδηλώσεων (συχνά με έντονο το στοιχείο του μίσους) τόσο σε ελληνικά γήπεδα, όσο και σε εγχώριους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Μεριμνά γι’ αυτό (στο πλαίσιο της ισότητας των ανθρώπων) ο κατά τα άλλα ευαίσθητος και αμερόληπτος νομοθέτης;

3. Εκφράσεις όπως «ιδιαίτερα σοβαρών εκδηλώσεων» και «όποιος με πρόθεση (...) προκαλεί ή διεγείρει...», χρειάζονται περαιτέρω εξέταση. Πότε ακριβώς μια ρατσιστική ή ξενοφοβική εκδήλωση κρίνεται ως «ιδιαίτερα σοβαρή», και πότε είναι «απλά σοβαρή» ή και άνευ σημασίας; Και, πόσο εύκολα μπορεί να στοιχειοθετείται σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη (ή μη ύπαρξη) πρόθεσης; Τέτοιες ασάφειες μαρτυρούν προχειρότητα, και θα πρέπει να εξαλειφθούν στην τελική εκδοχή του νόμου!

4. Η άρνηση επίσημα αναγνωρισμένων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας είναι μάλλον υπόθεση ευθύνης του ψυχιάτρου, παρά του νομοθέτη! Γιατί η ελευθερία του λόγου δεν μπορεί να καταργείται ούτε ακόμα κι εκεί που αρχίζει ο βιασμός του αυταπόδεικτου. Ο εγκωμιασμός, ωστόσο, τέτοιων εγκλημάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί αξιόποινη πράξη, εφόσον έμμεσα προτρέπει σε μελλοντική επανάληψή τους.

Θα περιοριστώ σ’ αυτές τις λίγες παρατηρήσεις, που κι αυτές τις κάνω με επιφύλαξη καθώς δεν γνωρίζουμε ούτε την τελική τύχη, ούτε την τελική μορφή του αντιρατσιστικού νόμου.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας δεν είναι ευθύνη μόνο του νομοθέτη. Προτού φτάσει η υπόθεση στην αίθουσα του δικαστηρίου, θα πρέπει να εξετάσουμε κάτω από ποιες συνθήκες μολύνθηκε η σκέψη και η συνείδηση ενός ανθρώπου. Κι εκεί ίσως ν’ ανακαλύψουμε και κάποιες δικές μας (έμμεσες και μακρινές, έστω) ευθύνες...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Τριστάνος και Ιζόλδη: Το σκοτάδι που φωτίζει τις αλήθειες!

Αλλόκοτο πλάσμα ο άνθρωπος. Το πιο αλλόκοτο της Φύσης. Το μόνο που μπορεί να μετατρέψει τα αυτονόητα σε υψηλούς υπαρξιακούς στόχους! Τίποτα δεν φανερώνει τούτη την αλήθεια όσο η φράση-κλισέ: «ακολούθησε τον εαυτό σου»! Ναι, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, δεν συμβαίνει συχνά να ακολουθούμε τον εαυτό μας. Είτε γιατί δεν τον γνωρίζουμε, είτε γιατί θυσιάζουμε συνειδητά την ελευθερία μας στο βωμό συμβάσεων που μας καθιστούν αποδεκτούς ως μέλη μιας κοινωνίας. Η απόδραση από τον ψεύτικο κόσμο των συμβάσεων στον αληθινό της ελευθερίας που βιώνεται μέσω του έρωτα, είναι το κεντρικό θέμα της πιο σύνθετης – μουσικά και φιλοσοφικά – όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ.

Ίσως η σπουδαιότερη μουσική που γράφτηκε ποτέ, το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη» (Tristan und Isolde) είναι ένα έργο τόσο περίπλοκο που δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει σε μια σύντομη ανάλυση. Το ορχηστρικό πρελούδιο της πρώτης πράξης θεωρείται επανάσταση που γκρέμισε τα στεγανά της κλασικής μουσικής αρμονίας – αν και δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα προφητικά κουαρτέτα του Μότσαρτ τα αφιερωμένα στον Χάυδν (όπου μάλιστα σε ένα απ’ αυτά, K 428, ακούγεται το ίδιο το θέμα του «Τριστάνου»!), όπως και τα πιανιστικά πρελούδια του Σοπέν με τις αρμονικές τους τολμηρότητες…

Δείτε το video

Το πρελούδιο του «Τριστάνου» αφήνει άφωνο τον ακροατή και με την δεξιότητα της αντιστικτικής γραφής του Βάγκνερ που, όπως γράφει σε μια ανάλυσή του ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, «κάνει τις τρίχες να σηκωθούν»! Είναι η αποθέωση αυτού που ο καθηγητής μου στη μουσική θεωρία (πολλά-πολλά χρόνια πριν!) Π. Βεντούρας ονόμαζε «αντιστικτική αρμονία». Στην κορύφωση της δραματικής έντασης της μουσικής, χτίζεται ένα απίστευτα περίπλοκο αρμονικό οικοδόμημα με μουσικά θέματα που εισάγονται διαδοχικά, με τρόπο ώστε κάθε νέα «φωνή» να εμπλουτίζει αντί να υπονομεύει τις ευαίσθητες αρμονικές ισορροπίες των υπολοίπων. Και η έκφραση του Μπερνστάιν κάθε άλλο παρά σχήμα λόγου αποδεικνύεται!

Η όπερα του Βάγκνερ, όμως, δεν εξαντλεί τη μεγαλοσύνη της στην ωραιότητα της μουσικής. Ο «Τριστάνος» είναι και ποίηση και –κυρίως– φιλοσοφία. Είναι μια διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στα σύμβολα της μέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους. Και, για τους μυημένους, το φως εδώ δεν είναι το «καλό», ούτε το σκοτάδι το «κακό». Ίσως ακριβώς το αντίθετο! Το δίπολο μέρας-νύχτας συμβολίζει την αντίθεση ανάμεσα στην επίφαση και την ουσία, την εικόνα και την αλήθεια, τη λογική και το συναίσθημα, το «πρέπει» και το «θέλω», τις συμβάσεις και την ελευθερία, την τιμή και τον έρωτα. Έναν έρωτα που στην κορύφωσή του καταργεί κάθε έννοια ατομικότητας!

Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τη μέρα ζουν στον ψεύτικο και υποκριτικό κόσμο των συμβάσεων, όπου η «τιμή» είναι η ανταμοιβή για την τυφλή υποταγή στους κανόνες. Εκείνη πρέπει να δείχνει σαν πιστή σύζυγος του περίλαμπρου βασιλιά Μάρκε… Εκείνος, σαν πιστός υπερασπιστής της τιμής του μονάρχη και θείου του… Το σκοτάδι της νύχτας, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς εαυτούς των δύο εραστών: Υπάρχει μόνο ο Τριστάνος και η Ιζόλδη, και τίποτ’ άλλο στον κόσμο! Κι όταν ακόμα η συμβατική τιμή του Τριστάνου χαθεί για πάντα, εκείνη θα διαλέξει και πάλι να τον ακολουθήσει στον δικό του, αιώνια σκοτεινό κόσμο, ίσαμε το θάνατο…

Το δίπολο «έρωτας-θάνατος» κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την όπερα. Τούτη τη φορά οι έννοιες βρίσκονται σε σύζευξη, σε αντίθεση με το απόλυτα διαζευκτικό «φως-σκοτάδι». Ο έρωτας κι ο θάνατος σύντροφοι αχώριστοι, έτσι που ο δεύτερος να αποτελεί ηθικό προαπαιτούμενο για τον πρώτο! Μια ιδέα που την καλλιέργησε επίμονα στα συγγράμματα και τις διαλέξεις του κι ο Δ. Λιαντίνης – κι ας του ασκήσαμε κάποτε έντονη κριτική για τούτο…

Ο έρωτας, αυτή η υπέρτατη βίωση της ευτυχίας, είναι λοιπόν η άλλη όψη του θανάτου; Για κάποιους φιλόσοφους, τουλάχιστον, τούτο αποτελεί ιερή κι αιώνια αλήθεια. Γιατί, ο έρωτας δεν είναι δώρο που μας δίνεται: Εμείς είμαστε δώρα που δίνονται στον έρωτα! Αυτό το ήξερε καλά ο Βάγκνερ. Που κάτω απ’ την επιφανειακά αλαζονική φύση του έκρυβε πάντα τον υπαρξιακό πόνο ενός βαθύ γνώστη του στοχασμού του Σοπενχάουερ…

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι άσημος, ερασιτέχνης, οιονεί μουσικοσυνθέτης που δεν έφτασε ποτέ ως το τέλος της διαδρομής…

Aixmi.gr

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Δεν χαρίζω τον πατριωτισμό μου στη «Χρυσή Αυγή»!

Σε site με αντικείμενο τα εθνικά θέματα, στο οποίο αναδημοσιεύθηκε το άρθρο μου «Κουράστηκα να είμαι ‘politically correct’ για να μη με πουν ξενοφοβικό ρατσιστή», εισέπραξα ποικίλων διαβαθμίσεων ύβρεις από συμπαθούντες τη «Χρυσή Αυγή» για τον λόγο ότι, ενώ θίγω το πρόβλημα της εγκληματικότητας εξαιτίας της παράνομης μετανάστευσης, κρατώ εν τούτοις σαφείς αποστάσεις από τον εν λόγω «πολιτικό» χώρο, τον οποίο αποκαλώ νεο-ναζιστικό. (Ανάλογες ύβρεις, για διαφορετικούς βέβαια λόγους, εισέπραξα και από το αντίθετο ιδεολογικό άκρο, πράγμα όμως που ήταν εξαρχής αναμενόμενο…)

Κάποιος σχολιαστής, μάλιστα, έφτασε να χαρακτηρίσει το όλο άρθρο ως ένα προσχηματικό περιτύλιγμα μιας σκοτεινότερης, αδήλωτης πρόθεσης:

«Άσε ρε καραγκιοζάκο και σε καταλάβαμε. ΟΛΟ το άρθρο είναι περιτύλιγμα για την πρόταση «…Κουράστηκα να φοβάμαι ν’ αρθρώσω το αυτονόητο επειδή με πρόλαβε κάποιο νεο-ναζιστικό πολιτικό μόρφωμα άσχετο με την ιστορία και την ιδεολογία μου, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!». Άντε χάσου ρε λαμόγιο που θα μας κάνεις εσύ εμάς φτηνή προπαγάνδα κατά της Χρυσής Αυγής. Κατά τη γνώμη σου λοιπόν αφού «κουράστηκες» τόσο πολύ θα πρέπει να βγεις έξω και να διώξεις τους λάθρο με προτροπές: «Καλέ λαθρό φύγετε! Ξου! Ξου!». Παλιό το κόλπο φιλαράκο. Λέμε αυτονόητα πράγματα και κει που ο άλλος μας έχει δώσει σημασία πετάμε το δηλητήριο μας και οι μαλάκες το καταπίνουν. Άστο καλύτερα.»

(Διατηρώ σύνταξη και ορθογραφία.) Είναι προφανές ότι η «Χρυσή Αυγή» αρέσκεται να μονοπωλεί την αρετή του πατριωτισμού σ’ αυτή τη χώρα. Και αξιώνει κάθε αναφορά σε θέματα που άπτονται εθνικών ευαισθησιών να έχει τη δική της πιστοποίηση. Βέβαια, η Χ.Α. κάνει απλά τη δουλειά της σε απόλυτη συνέπεια με την ιδεολογία της. Το ζήτημα είναι ποιοι βάζουν «βούτυρο στο ψωμί της»!

Θα τους ανακαλύψουμε, μεταξύ άλλων, αν κοιτάξουμε στο αντίθετο άκρο του ιδεολογικού φάσματος. Δεν είναι άλλοι από τους ιδεόληπτους της ακραίας (και ουδόλως προοδευτικής) Αριστεράς, που θεωρούν τον πατριωτισμό περίπου ως την άλλη όψη του φασισμού! Και αντιμετωπίζουν κάθε αναφορά στην «πατρίδα» με αισθήματα περιφρόνησης, αν όχι κι απέχθειας. Και επικολλούν ελαφρά τη καρδία την ετικέτα του «Χρυσαυγίτη» σε όποιον τολμήσει να δηλώσει κάτοχος εθνικής συνείδησης!

Ας μην παρεξηγείται, λοιπόν, η άκρα Αριστερά (η οποία φωλιάζει προστατευτικά στους κόλπους κοινοβουλευτικής δύναμης της μείζονος αντιπολίτευσης) αν κάποιοι μιλούν για «τα δύο άκρα» του πολιτικού φάσματος. Γιατί το «άλλο» άκρο το εξέθρεψαν, συν τοις άλλοις, και δικές της συμπεριφορές, ενώ την εκ μέρους του μονοπώληση της εθνικής συνείδησης την ενίσχυσε και η δική της παρανοϊκή ρητορεία που αρνείται πως «πατρίδα» και «δημοκρατία» μπορούν να είναι έννοιες συμβατές μεταξύ τους!

Όσο για τους εξ ακραίων χώρων προερχόμενους σχολιαστές (οι οποίοι, υπό το κράτος προφανούς ιδεολογικής σύγχυσης, ταυτίζουν την αγάπη για τον τόπο σου είτε με τον φασισμό-ρατσισμό, είτε με το μίσος για κάθε τι ξένο αδιακρίτως), δεν θα μπω καν στον κόπο να τους επιστρέψω ύβρεις και χαρακτηρισμούς (που δεν περιορίζονται στους σχετικά «αθώους» που εμπεριέχει το σχόλιο που ενδεικτικά και μόνο παρέθεσα). Κάτι τέτοιο θα με τοποθετούσε de facto στο ίδιο μ’ αυτούς επίπεδο. Και, για να προλάβω τον αναμενόμενο σαρκασμό τους, το δικό μου επίπεδο είναι πολύ πιο κάτω!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός. Ο άριστος των φοιτητών του λέγεται Αμάρ και είναι από τη Σενεγάλη!

Aixmi.gr

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Κουράστηκα να είμαι «politically correct» για να μη με πουν ξενοφοβικό ρατσιστή!

Το κείμενο που ακολουθεί το υπαγορεύει η αγανάκτηση της υπερκόπωσης. Ενδέχεται να προκαλέσει στομαχικές διαταραχές σε κάποιους «πολιτικώς ορθούς» που ζουν σε συνθήκες ησυχίας κι ασφάλειας ενώ, την ίδια στιγμή, έχουν άποψη για το δικαίωμα κάποιων που ζουν στην κόλαση να απελπίζονται και ν’ αντιστέκονται! Λοιπόν, τους δηλώνω κατάμουτρα ότι κουράστηκα…

…Κουράστηκα να βλέπω την πόλη μου στο έλεος «εξαθλιωμένων» βαρβάρων, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα να παίρνω χίλιες προφυλάξεις για ν’ ανοίξω την εξώπορτα του σπιτιού μου, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα να συμβιβάζομαι με την ιδέα πως δεν μπορώ να περπατώ ελεύθερα σαν άλλοτε στους δρόμους της πόλης μου, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα ν’ ακούω να προσπαθούν να με πείσουν πως αδίστακτοι εγκληματίες είναι «κατατρεγμένοι αγνοί συνάνθρωποι που προσπαθούν να ενταχθούν», και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα να καταπίνω τη φρίκη μου για κάθε μοναχικό ηλικιωμένο (όπως π.χ. εκείνο το γεροντάκι πέρυσι στο Παγκράτι, που πέθανε από ασφυξία με χαρτί υγείας να του φράζει το στόμα) που κάποιοι «απελπισμένοι» τον/την δολοφόνησαν για να του/της πάρουν την πενιχρή σύνταξη, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα ν’ ακούω να υπονοούν πως το να διαθέτεις κινητό τηλέφωνο ή βιντεοκάμερα είναι έγκλημα που επισύρει τη θανατική ποινή αν έτσι κρίνει το «ανθρωπιστικό» δικαστήριο των «κατατρεγμένων», και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα να βλέπω και ν’ ακούω ανύπαρκτους τενεκέδες να γελοιοποιούν ποιητές που βιώνουν τον τρόμο της συνύπαρξης με τέρατα, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα να πρέπει ν’ αρνούμαι πως έχω τη «διαστροφή» να διατηρώ τη συνείδηση του Έλληνα στην ίδια μου την πατρίδα, του Αθηναίου στην ίδια την πόλη που γεννήθηκα και ζω, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα να πληρώνω φόρους σε ένα κράτος που αδυνατεί να με προστατέψει ενώ αφήνει τις κερκόπορτες ανοιχτές, που κλείνει σχολεία ενώ ανοίγει τόπους λατρείας, κουνώντας μου ταυτόχρονα το δάχτυλο με «εκσυγχρονιστικά κι εκπολιτιστικά» νομοθετήματα που μου επιβάλλουν τη σιωπή, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

…Κουράστηκα να φοβάμαι ν’ αρθρώσω το αυτονόητο επειδή με πρόλαβε κάποιο νεο-ναζιστικό πολιτικό μόρφωμα άσχετο με την ιστορία και την ιδεολογία μου, και να λέω στον εαυτό μου «μη μιλάς, θα σε πουν ξενοφοβικό ρατσιστή»!

Κι επιπλέον:

Κουράστηκα να πρέπει να δηλώνω «ανθρωπιστής» γι’ αυτούς που δεν συμπεριφέρονται ανθρώπινα, να χαρίζω την ισότητα σ’ αυτούς που ως βιολογικά υπέρτεροι απειλούν να με αφανίσουν, να προσφέρω απλόχερα την υπερβατική κατανόησή μου σ’ εκείνους που χωρίς δισταγμό αφαιρούν τη ζωή μου κι αυτή των αγαπημένων μου προσώπων για να νικήσουν την πείνα τους…

…Κουράστηκα να είμαι «politically correct»! Αφού δεν είμαι ελεύθερος να ζήσω όπως θέλω και δικαιούμαι στην ίδια μου τη χώρα, στην ίδια μου την πόλη, αφήστε με τουλάχιστον να μπορώ να μιλώ…

…Χωρίς να ξερνάτε πάνω στα λόγια μου – κι ας μην είναι άξια όσο των ποιητών που δεν σας προσκύνησαν!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι γνωστό ξενοφοβικό και ρατσιστικό μίασμα, δούρειος ίππος του ναζισμού στην Εκπαίδευση!

Aixmi.gr

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η ξενοφοβία στο μικροσκόπιο της κοινής λογικής

Πήρε φωτιά το Διαδίκτυο γιατί η ποιήτρια Κική Δημουλά φέρεται να είπε –μάλλον ανεπίσημα– σε κάποια εκδήλωση στην Κυψέλη (περιοχή όπου διαμένει) το εξής «εξωφρενικό»: ότι φοβάται να βγει απ’ το σπίτι της λόγω της αυξημένης εγκληματικότητας, αποτέλεσμα της υπερσυγκέντρωσης μεταναστών (νομίμων ή μη) στην εν λόγω περιοχή! Πώς το μάθαμε; Έτυχε να την ακούσει η δημοσιογράφος Άννα Δαμιανίδη, που ήταν παρούσα στην εκδήλωση των Atenistas. Και δεν έχασε τη μοναδική ευκαιρία να γίνει (έστω για λίγο) ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα του Διαδικτύου.

Όπως έλεγε κι ο παππούς μου, «αν δεν φας θεριό δεν θεριεύεις»! Βέβαια, η δήλωση (αν την έκανε...) της ποιήτριας παραβιάζει ανοικτές θύρες: όλοι γνωρίζουμε το μαρτύριο των κατοίκων της Κυψέλης – ιδιαίτερα των ηλικιωμένων που είναι πιο ευάλωτοι σε συνθήκες περιρρέουσας εγκληματικότητας. Και, αν δεν επιμείνουμε να εθελοτυφλούμε (εκ του –πολιτικώς– πονηρού;), τα κύρια αίτια του φαινομένου δεν πρέπει να μας είναι και τόσο άγνωστα!

Επειδή όμως τα media μίλησαν ελαφρά τη καρδία για «ρατσιστικό και ξενοφοβικό παραλήρημα»(!) της κ. Δημουλά, θεωρούμε πως είναι μια καλή ευκαιρία να διατυπώσουμε δυο-τρεις σκέψεις πάνω στην ίδια την έννοια της ξενοφοβίας, με οδηγό την κοινή λογική και μόνο...

Καταρχήν, ο συνήθης συσχετισμός των όρων «ρατσισμός» και «ξενοφοβία» ως συγγενών εννοιών, είναι αδόκιμος. Αυτό ισχύει τόσο σε εννοιολογική, όσο και σε ηθική αλλά και νομική βάση. Ας εξετάσουμε αυτές τις παραμέτρους χωριστά:

1. Εννοιολογικά, η ξενοφοβία είναι κατά το μάλλον ή ήττον καλά καθορισμένη (παραπέμπω στα λεξικά –έντυπα και ηλεκτρονικά– για λεπτομέρειες). Αναφέρεται στον παράλογο έως νοσηρό φόβο απέναντι σε οποιονδήποτε μπορεί να θεωρηθεί «ξένος» ως προς το κοινωνικό σύνολο στο οποίο ο ξενοφοβικός εντάσσεται αυτοπροσδιοριστικά. Αντίθετα, ο εννοιολογικός καθορισμός του ρατσισμού είναι ιδιαίτερα περίπλοκος, και η έννοια αυτή παραμένει –σε κάποιο βαθμό, τουλάχιστον– ασαφής (δείτε κι ένα πρόσφατο σχετικό άρθρο μου, όπου προτείνεται ένας κατά το δυνατόν γενικός ορισμός: http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=499930).

2. Ο ρατσισμός είναι ηθικά αξιολογήσιμος και φέρει σαφώς αρνητικό πρόσημο. Τούτο οφείλεται στο ότι προσπαθεί να εισαγάγει ανισοτικές σχέσεις μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων με βάση αυθαίρετα θεωρούμενα χαρακτηριστικά, που μάλιστα είναι μη-επιλεγμένα (δείτε το προαναφερόμενο άρθρο). Πώς όμως μπορεί να αξιολογηθεί ηθικά ένα συναίσθημα όπως ο φόβος ή μια βαθιά ριζωμένη προκατάληψη; Σε ποιο βαθμό, λοιπόν, είναι ηθικά καταδικαστέα η ξενοφοβία;

3. Από νομική άποψη, ο ρατσισμός, εφόσον εκδηλώνεται ως κοινωνική συμπεριφορά με πράξεις βίας (φυσικής ή ψυχολογικής), οφείλει να είναι ποινικά κολάσιμος σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία. Πώς όμως μπορεί κανείς να ποινικοποιήσει τον φόβο – ένα κατά βάση αυτοσυντηρητικό συναίσθημα; Έτσι, η ξενοφοβία καθαυτή δεν μπορεί να θεωρείται «παράνομη» (πράγμα που αποτυγχάνουν να καταστήσουν σαφές οι νόμοι και τα νομοσχέδια «κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας»).

Αυτό που ενδεχομένως θα αποτελούσε αντικείμενο της Δικαιοσύνης είναι η πρόκληση ξενοφοβικών αισθημάτων μέσω δημόσιου λόγου. Και πάλι, όμως, τίθενται προϋποθέσεις: Το να διασπείρει κάποιος σκόπιμα ψευδείς ειδήσεις με σκοπό την πρόκληση τέτοιων αισθημάτων είναι εντελώς διαφορετικό από την δημόσια εξωτερίκευση προσωπικών βιωμάτων. Αν η δημόσια εξομολόγηση ενός θύματος εγκληματικής πράξης στοχοποιεί εκ των πραγμάτων κάποια κοινωνική ομάδα, θα ήταν παράλογο να τιμωρηθεί το θύμα για μια στοιχειώδη άσκηση ελευθερίας του λόγου εκ μέρους του!

Για να επιστρέψουμε στην κ. Δημουλά και το υποτιθέμενο «ρατσιστικό και ξενοφοβικό παραλήρημά της», θα αρκεστούμε να πούμε πως η ποιήτρια εξέφρασε χωρίς περιττά ταμπού το απολύτως αυταπόδεικτο! Αψηφώντας την αναμενόμενη διαστρέβλωση των λόγων της από τις επιλεκτικές ευαισθησίες των δήθεν «προοδευτικών», και την εκμετάλλευσή τους από τον καιροσκοπισμό των φερεφώνων κάποιων υποψήφιων επιβητόρων της εξουσίας...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Ο «Πάρσιφαλ» του Βάγκνερ και το ανθρώπινο μήνυμά του

Στο συναρπαστικό βιβλίο του «Για μια Νέα Ζωή» (A New Earth), ο Eckhart Tolle περιγράφει μια πορεία μύησης στις βαθύτερες αλήθειες της ύπαρξης μέσω της υπέρβασης του «Εγώ». Ανάλογες σκέψεις διαβάζουμε στο εξίσου ενδιαφέρον βιβλίο «Ο Ιερός σου Εαυτός» (Your Sacred Self) του Wayne Dyer. Κοινός παρονομαστής, η ιδέα ότι το «Εγώ» αποτελεί ανάχωμα στην πορεία προς την κατάκτηση της σοφίας. Η υπέρβασή του είναι το πρώτο, δύσκολο μα αναγκαίο βήμα που μας καθιστά άξιους να βιώσουμε το αίσθημα της συμπόνιας. Έτσι, κατά μία έννοια, η κατάκτηση της σοφίας περνά μέσα από τη συμπόνια! Μια ιδέα που παραπέμπει στη μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά που άφησε πίσω του ένας μεγάλος μουσικός και διανοητής που αγάπησε πολύ την Ελλάδα…

Ο «Πάρσιφαλ» (Parsifal) υπήρξε το τελευταίο – και κατά πολλούς κορυφαίο – μουσικό δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813-1883). Έμελλε να επηρεάσει πολλούς συνθέτες της μετα-βαγκνερικής εποχής, όπως π.χ. ο Πουτσίνι (του οποίου ήταν μία απ’ τις αγαπημένες όπερες) ή ο Ντεμπυσσύ (όσο κι αν η γαλλική του περηφάνια τον εμπόδιζε να παραδεχθεί ανοιχτά το μέγεθος της επίδρασης που του ασκούσε πάντα ο Βάγκνερ!). Θα περιλάβω στις επιδράσεις (κι αυτό εκφράζει μια καθαρά προσωπική άποψη) και την προ-τελευταία (και ίσως σημαντικότερη) όπερα του Τσαϊκόφσκι, τη «Ντάμα Πίκα» (Queen of Spades), όπου το κοντράστ διατονικού και χρωματικού αρμονικού ύφους συμβολίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Η όπερα, με χαρακτήρα σκηνικής τελετουργίας, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1882 στο δεύτερο Φεστιβάλ του Μπαϋρώυτ (Bayreuth). Ο Βάγκνερ ανέθεσε τη μουσική διεύθυνση στον στενό του φίλο Χέρμαν Λεβί (Hermann Levi), έναν σημαντικό γερμανοεβραίο μαέστρο του οποίου το ταλέντο ο συνθέτης θαύμαζε ιδιαίτερα. Το λιμπρέτο του Βάγκνερ βασίζεται εν μέρει σε επικό ποίημα του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, γραμμένο τον 13ο αιώνα.

Κεντρική ιδέα στο μουσικό δράμα είναι η κατάκτηση της σοφίας (ή, κατά τη σωκρατική αντίληψη, της αυτοσυνειδησίας) μέσω της συμπόνιας για τον συνάνθρωπο, του βιώματος, δηλαδή, του αλλότριου πόνου. Η ιδέα δεν ανήκει, φυσικά, στον ίδιο τον Βάγκνερ, αλλά είναι αποτέλεσμα της επίδρασης του Σοπενχάουερ πάνω στον συνθέτη-φιλόσοφο. Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου, ο Πάρσιφαλ, ένας επιφανειακά αφελής αλλά κατά βάθος καλόψυχος νέος, ανακαλύπτει τις βαθύτερες αλήθειες της ύπαρξης όταν, μετά από μια μακρά περιπλάνηση (που συμβολίζει μια πορεία μύησης), κατορθώνει να υπερβεί τα τείχη τού «Εγώ» και να βιώσει τον πόνο του συνανθρώπου (Αμφόρτας) σαν δικό του πόνο…

Στο ποιητικό κείμενο του λιμπρέτου υπάρχει μια φράση που, ως Φυσικό, μου κινεί την περιέργεια! Λίγο πριν το υπέροχο ορχηστρικό ιντερλούδιο της Πρώτης Πράξης, ακούγεται ο παρακάτω διάλογος ανάμεσα στον Πάρσιφαλ και τον Γκούρνεμαντς:

ΠΑΡΣΙΦΑΛ: «Μόλις και μετά βίας βαδίζω, κι όμως νιώθω πως ήδη έχω πάει πολύ μακριά!»

ΓΚΟΥΡΝΕΜΑΝΤΣ: «Βλέπεις, γιε μου, σ’ αυτό εδώ το μέρος ο χρόνος γίνεται χώρος!»

Δείτε το video

Όσο κι αν θέλει κανείς να αποφύγει τη σκέψη ως παράλογη, δεν μπορεί να μη διερωτηθεί ως πού, άραγε, έφτανε η ικανότητα του Βάγκνερ να βλέπει μπροστά από την εποχή του. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε 23 ολόκληρα χρόνια πριν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν προτείνει την (Ειδική) Θεωρία της Σχετικότητας. Κι ο παραπάνω διάλογος παραπέμπει αναπόφευκτα στους χωροχρονικούς μετασχηματισμούς που επιτρέπει η σχετικιστική θεωρία. Περίπτωση επιστημονικής προφητείας; Ή μήπως θα πρέπει να βολευτούμε με την πιο «πεζή» φιλοσοφική ερμηνεία περί ιδεατού ή υποκειμενικού χώρου και χρόνου, γυρίζοντας με αίσθημα ανακούφισης πίσω στον Καντ και τον Σοπενχάουερ;

Τη λύση του μυστηρίου ίσως δεν τη βρούμε ποτέ. Την πήρε μαζί ο Δάσκαλος αποχαιρετώντας μας πριν 130 χρόνια στη Βενετία. Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι πως το βαθιά ανθρώπινο μήνυμα του Πάρσιφαλ δεν υπόκειται στη φθορά του χρόνου, ούτε στους περιορισμούς του χώρου: Θα υπάρχει όσο υπάρχει ο άνθρωπος, και θα φτάνει τόσο μακριά όσο η ματιά μας στο Σύμπαν!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου ομιλεί ματαίως περί Φυσικής σε μεγάλα «παιδιά»…

Aixmi.gr