Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Αναζητώντας το πρόσωπο πίσω από την ετικέτα…

Η μητέρα μου συνήθιζε να κάνει την κλασική ερώτηση σαν άκουγε πως η κόρη κάποιας γνωστής επρόκειτο να παντρευτεί:

– Τι παίρνει;

– Μηχανικό. Είναι του Πολυτεχνείου. Τον έχουν διορίσει στο υπουργείο τάδε!

– Α, μπράβο Μαρία μου, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι! Η ώρα η καλή!

Κάποτε δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα:

– Μα, καλά, τι παντρεύεται μια γυναίκα, άνθρωπο ή επάγγελμα;

– Δε λέω, καλός πρέπει να είναι κι ο άνθρωπος… Αλλά, το πρώτο πράγμα που έχει σημασία είναι τι δουλειά κάνει!

Το παράδειγμα, ένα από τα αμέτρητα του είδους, καταδεικνύει τη δύναμη της ετικέτας σε μια κοινωνία όπου η αυτοσυντήρηση, σε συνδυασμό με την κοινωνική ματαιοδοξία, λειτουργούν ως υποκατάστατα βαθύτερων ανθρώπινων αξιών κι ενός φιλοσοφημένου τρόπου ζωής…

Ο άνθρωπος, κυριολεκτικά, περνά τη ζωή του συλλέγοντας ετικέτες! Κάποιες τις κληρονομεί ήδη από τη μέρα της γέννησής του: «Ο γιος του φαρμακοποιού»«η κόρη της καθηγήτριας»«ο ανιψιός του υπουργού», κλπ. Στο σχολείο αρχίζει να μαζεύει δικές του: «Ο ψηλός»«η χοντρή»«ο σπασίκλας»«το φυτό»«η ανέραστη» (ή κάπως αλλιώς), «ο ξένος»«ο βάζελος»«ο γαύρος»… Στο πανεπιστήμιο, η ετικετοποίηση αποκτά κοινωνικοπολιτική χροιά: «Ο φασίστας»«ο ρατσιστής»«το κομμούνι»«ο ανάρχας»«ο θολοκουλτουριάρης»

Αργότερα, κάποιοι «πετυχαίνουν στη ζωή τους» και αποκτούν αξιώματα και τίτλους. Έτσι, διαβάζουμε στα βιογραφικά και στις επαγγελματικές κάρτες τους: «Διευθυντής πωλήσεων της τάδε εταιρείας»«δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω»«αριστοβάθμιος μαθηματικός»«πολυνίκης προπονητής»«διακεκριμένος χειρουργός»«επιτυχημένος αρχιτέκτων»«πολυδιαβασμένος συγγραφέας»«φημισμένος στρατηγός»… Και, η απεχθέστερη πασών των ετικετών: «Προφέσορ-Δόκτωρ Τάδε, Διευθυντής του δείνα Τομέα – ή Εργαστηρίου – του Πανεπιστημίου Τάδε»!

Ναι, είναι αλήθεια: Εμείς οι (κατ’ ευφημισμόν) «δάσκαλοι» στα «ρετιρέ» της εκπαίδευσης, ανήκουμε στα λιγότερο αξιοσέβαστα όντα πάνω στον πλανήτη. Αλαζόνες και ματαιόδοξοι, μετράμε τη συμβολή μας στην ανθρώπινη γνώση με τη χρήση ψυχρών κι ανούσιων αριθμών (τόσα papersτόσα συνέδριατόσες αναφορές, τόσες αφ’ υψηλού κριτικές του μόχθου άλλων…). Από την άλλη, ελάχιστα νοιαζόμαστε για τη διαμόρφωση ψυχών και το χτίσιμο χαρακτήρων των μαθητών μας (των κατά παράδοση καλούμενων «φοιτητών», έτσι ώστε να ξεχωρίζουμε από άλλα, «κατώτερα» – υποτίθεται – είδη εκπαιδευτικών, που στ’ αλήθεια είναι πολύ ανώτερα, με βάση το τιτάνιο παιδαγωγικό έργο που επιτελούν!).

Διδάσκουμε τους μαθητές μας να εξωστρέφονται όπως κι εμείς, λησμονώντας ότι η υπέρτατη γνώση είναι το «γνώθι σαυτόν», εντολή αναζήτησης νοήματος ζωής που την παπαγαλίσαμε κάποτε σε μαθήματα Φιλοσοφίας, χωρίς ποτέ να νιώσουμε το βαθύτερο μήνυμά της. Τους μαθαίνουμε να επιδιώκουν – και να κρίνονται με βάση – την ποσότητα, θυσιάζοντας, αν είναι ανάγκη, την ποιότητα. Τους δείχνουμε, με το ίδιο μας το παράδειγμα, πώς να συλλέγουν ετικέτες, αντί να αναζητούν νοήματα

Τα τέρατα που πλάθουμε ως εκπαιδευτικοί, μα ακόμα κι ως απλοί γονείς (για να κατανείμουμε συμμετρικά και δίκαια τις ευθύνες) θα φτάσουν κάποια μέρα – όπως νωρίτερα θα έχουμε ήδη φτάσει εμείς – στο τέλος της διαδρομής. Και, ρίχνοντας μια τελευταία, σβησμένη ματιά στον καθρέφτη, θα αναρωτηθούν: «Ποιος είμαι, τελικά;» Μα, το είδωλο του προσώπου δεν θα φαίνεται πια. Θα το σκεπάζουν αναρίθμητα μικρά χαρτάκια κολλημένα πάνω του: οι ετικέτες μιας ζωής!

«Ποιος είμαι, λοιπόν;» Ο γόνος της κάποτε σπουδαίας οικογένειας; Ο δυνατός–σπασίκλας–μάγκας (κλπ.) του σχολείου; Ο ωραίος, πολιτικοποιημένος και δημοφιλής τύπος του πανεπιστημίου; Ο επιτυχημένος επαγγελματίας, που ξόδεψε μια ζωή κυνηγώντας, σαν τη σκιά του, το παραπανίσιο χρήμα; Ο σπουδαίος ρήτορας στη Βουλή, που έχασε, στο τέλος, τη φωνή του; Ο μεγάλος επιστήμων-ερευνητής, που συνέγραψε μερικές ντουζίνες επιστημονικών άρθρων που έχουν πια ξεπεραστεί και λησμονηθεί, και που κολλούσε στην πόρτα του γραφείου του – ως τρόπαιο, μα κι ως τεκμήριο ακαδημαϊκής ματαιοδοξίας – την παραμικρή αναφορά στο περίλαμπρο όνομά του;

«Ποιος είμαι;» Μια ερώτηση που, το πιθανότερο είναι πως δεν θα απαντηθεί ποτέ (αν μη τι άλλο, σ’ αυτήν εδώ τη διάσταση της ύπαρξης). Το μόνο ερώτημα που ενδέχεται να είναι εφικτό να απαντήσουμε (μερικώς, τουλάχιστον) είναι: «Ποιος δεν είμαι;»

Και, καθώς θα βρίσκουμε τις απαντήσεις, ίσως αρχίσουν τότε να ξεκολλούν μία-μία οι ετικέτες που μας έβαλαν, ή που μόνοι μας κολλήσαμε. Και ξεκινήσει έτσι να αχνοφαίνεται μια υποψία προσώπου στον καθρέφτη…

Έστω την τελευταία στιγμή, που μπορεί να ‘ναι κι η πρώτη…

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ναι, είμαι «ρατσιστής»!

Αψηφώντας τους νόμους της Πολιτείας, αποφασίζω σήμερα να εξαντλήσω τα όρια της κοινωνικής προκλητικότητας και να δηλώσω ευθαρσώς: «Είμαι ρατσιστής!» Ναι, φίλτατοι προοδευτικοί, κάποιους συνανθρώπους μας τους θεωρώ προικισμένους με κατώτερο DNA και φτιαγμένους από φτηνότερο υλικό. Όχι γιατί δεν ακούν κι αυτοί Βάγκνερ, αλλά επειδή έχουν αφήσει ακαλλιέργητες εντός τους όλες τις ανθρώπινες αξίες πλην αυτών που υπηρετούν το ευτελές «τίποτα» και θωπεύουν το νοσηρό «εγώ»…

Και, επειδή είναι αδύνατο σε ένα σύντομο σημείωμα να καταγράψω όλες τις κατώτερες «ράτσες», θα αρκεστώ σε λίγα ενδεικτικά παραδείγματα:

Τα υπερτραφώς ανεπτυγμένα (ενίοτε και ακαλαισθήτως εικονογραφημένα) μπράτσα που συνυπάρχουν αυτάρεσκα με ένα παντελώς υπανάπτυκτο μυαλό – κι έναν ακόμα λιγότερο κατεργασμένο χαρακτήρα…

Το χοντρόσβερκο κτήνος με το κάρο πολυτελείας, που μαρσάρει στη διάβαση πεζών ενώ σε βλέπει να περνάς, κλείνει το δρόμο πάνω στη στροφή του λεωφορείου πηγαίνοντας με το πάσο του να πάρει τσιγάρα απ’ το περίπτερο, πουλάει τσάμπα μαγκιές σε ό,τι κινούμενο βρεθεί στο δρόμο του, πετάει με απόλυτη φυσικότητα το άδειο τενεκεδάκι της κόκα-κόλας έξω απ’ το παράθυρο, και κάνει όποια επικίνδυνη (για την ασφάλεια των άλλων) γελοιότητα βάζει ο νους του ανθρώπου, προκειμένου να εντυπωσιάσει την κενόδοξη κότα που καταλαμβάνει το κάθισμα του συνοδηγού…

Τους αλητήριους του διπλανού διαμερίσματος που κοπροσκυλιάζουν «σπουδάζοντας» με τα λεφτά του μπαμπά τους, την ημέρα κοιμώμενοι μακαρίως και τη νύχτα επιδιδόμενοι στο σπορ της ολονύχτιας ηχορύπανσης, με το stereo (αξεσουάρ, εκ των ων ουκ άνευ, της κάθε καθωσπρέπει ρουστίκ περσόνας που πατάει το πόδι της στην πόλη) στη διαπασών, τα μπάσα στο τέρμα να απειλούν τζάμια και νευρικά συστήματα, τα κακόηχα «όπα» και τις άλλες κραυγές να τρυπούν βάναυσα τα αυτιά των περιοίκων, και τη σαρκαστική συμβουλή «να πας να μείνεις σε κανένα νεκροταφείο!» σε πρώτη ζήτηση για όποιον τολμήσει (ευγενικά) να διεκδικήσει το αυτονόητο δικαίωμά του στη νυχτερινή γαλήνη…

Τους κυνικούς στο διπλανό παγκάκι που, άθελά σου, ακούς να λένε ο ένας στον άλλο: «Έλα μωρέ, σιγά μη λυπηθώ τον κ…γερο που τον σκότωσαν οι ληστές. Στο κάτω-κάτω, μια σύνταξη λιγότερη!»

Τη μοχθηρή γυναίκα που αντλεί απόλαυση και αυταξία σπέρνοντας ζιζάνια σε κάθε υγιή σχέση (ερωτική, φιλική ή οικογενειακή) που θα ατυχήσει να βρεθεί στο δρόμο της…

Τη μαμά που φωνάζει αγριεμένα στο παιδάκι της: «περπάτα λοιπόν!», όταν αυτό κάνει να σκύψει να μαζέψει το άδειο κουτί από την πορτοκαλάδα, που του έπεσε στο δρόμο…

Το καλόπαιδο (με ωμέγα) που, εκμεταλλευόμενο την ευκινησία της εφηβείας του, τρέχει πρώτο να καταλάβει τη μοναδική άδεια θέση στο λεωφορείο, απολαμβάνοντας, με μια αίσθηση θριάμβου, την απόγνωση στα μάτια του όρθιου υπερήλικα…

Το άλλο καλόπαιδο (ίδια ορθογραφία όπως πριν) που, κάνοντας χαβαλέ στην παρέα, χλευάζει ως «ανέραστη» (το λέω κομψά) την καθηγήτρια του σχολείου του επειδή(!) του φέρθηκε με ευγένεια και καλοσύνη (ναι, το άκουσα και αυτό!)…

Τους μακρινούς γνωστούς (δεν εννοώ πραγματικούς φίλους) που, σαν σε τρακάρουν στο σούπερ μάρκετ αρχές φθινοπώρου, το πρώτο που τους έρχεται να ρωτήσουν πριν καν πουν «καλημέρα», είναι: «Εσείς πού πήγατε διακοπές; Μπα, δεν πήγατε πουθενά; Α, εμείς πήγαμε Πάρο!» Κι αν περισσέψει χρόνος ώσπου νάρθει η σειρά τους στο ταμείο, ίσως θυμηθούν κιόλας να σε ρωτήσουν «τι κάνεις»…

Τους θρασύδειλους του Διαδικτύου που βρίζουν, χλευάζουν και συκοφαντούν την αντίθετη άποψη, ασφαλισμένοι πίσω από το προνόμιο της ανωνυμίας τους – που κακώς, κατά τη γνώμη μου, τους παρέχεται από τα ευπρόσωπα, τουλάχιστον, sites…

…Και η λίστα, φυσικά, είναι ατέρμων. Έτσι, ζητώ προκαταβολικά συγνώμη από όσους πιθανόν αισθάνονται ότι δικαιούνται μια θέση σε αυτή, αλλά δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν την κατηγορία τους. Μόνο, μία παράκληση προς τους υπόλοιπους αναγνώστες: Όσο κάφρος κι αν είναι κάποιος που αντίκειται σε κάθε έννοια κοινωνικής ευπρέπειας και παραβιάζει κάθε κανόνα αισθητικής της συμπεριφοράς, μην τον αποκαλείτε «ζώο». Τον κολακεύετε! Άσε που αδικείτε τα ζώα…

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν είναι λίγο ρατσιστικός ο "αντιρατσιστικός νόμος";

Το blog αυτό (ειδικά αυτό, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα δικά μου) σπανίως δημοσιεύει κείμενα άλλων αρθρογράφων. Σήμερα, όμως, θα κάνω μια εξαίρεση, καθώς ήρθε στα χέρια μου ένα εξαιρετικό άρθρο του Χάρη Μπεκιάρη, γραμμένο τον Ιούνιο του 2013, όταν βρισκόταν ακόμα υπό συζήτηση το περίφημο "αντιρατσιστικό νομοσχέδιο", το οποίο σήμερα αποτελεί ήδη νόμο του κράτους. Στο ερώτημα, "γιατί άργησε τόσο να δημοσιευθεί;", καλύτερα να μη δώσω την απάντηση που γνωρίζω...

Χωρίς να έχω διαβάσει το περίφημο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο χάρη στο οποίο για άλλη μια φορά ο Έλληνας πολίτης γίνεται θεατής πολιτικής κοκορομαχίας, δημοσιογραφικής κόντρας και εν τέλει κοινωνικού αποπροσανατολισμού, κάνω μερικές σκέψεις.
Λογικά η ιδέα ξεκίνησε με αφορμή τα απαράδεκτα περιστατικά βίας που σημειώθηκαν στις φράουλες της Μανωλάδας και σε άλλα σημεία της χώρας με θύματα μετανάστες. Κρίθηκε σκόπιμο να γίνει ένας νέος νόμος που θα επιβάλλει αυστηρές ποινές σε όποιον παρανομεί εις βάρος μετανάστη με οποιονδήποτε τρόπο και ιδιαίτερα όταν ασκεί ρατσιστική βία εναντίον του. Με άλλα λόγια, ο πολυσυζητημένος αντιρατσιστικός νόμος εμπνεύστηκε από την προφανή ανάγκη να αντιμετωπιστεί η νοοτροπία «είσαι αλλοδαπός, είσαι κατώτερος, σε εκμεταλλεύομαι, σε σπάω στο ξύλο», όπου εκδηλώνεται… Μερικά εύλογα ερωτήματα όμως είναι:
Το Σύνταγμα δεν προβλέπει την ισότητα όλων απέναντι στο νόμο;
Το Σύνταγμα δεν προβλέπει την επιβολή ποινών σε όποιον βιαιοπραγεί εναντίον συνανθρώπων του, ακόμα και όταν έχει δίκιο;
Το Σύνταγμα δεν προβλέπει ανάλογες ποινές για όποιον αδικεί με οποιονδήποτε τρόπο το συνάνθρωπό του σε κάθε επίπεδο των ανθρώπινων σχέσεων;
Το Σύνταγμα δεν καθορίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις εργασιακές σχέσεις;
Το Σύνταγμα δεν ορίζει το δικαίωμα του καθένα να θρησκεύεται όπως επιθυμεί;
Το Σύνταγμα δεν ορίζει την ελευθερία της έκφρασης;
Γιατί να μην εφαρμόζεται το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και να γίνει διάκριση και ειδική μέριμνα για τους μετανάστες; Σε άλλο νόμο θα υπάγεται ο Έλληνας εργαζόμενος αν τον δείρει ο εργοδότης του και σε άλλον ο μετανάστης εργαζόμενος αν του συμβεί το ίδιο;
Μιλάμε για ισότητα, πού είναι; Έδειρες αλλοδαπό επειδή είσαι βλαμμένος και έτσι σου άρεσε για τον x, y λόγο, να πας φυλακή, όχι όμως επειδή έδειρες αλλοδαπό, αλλά επειδή έδειρες άνθρωπο γενικότερα, όπως προβλέπει ο ισχύων νόμος.
Τι εξυπηρετεί ένα νέο, ειδικό, αντιρατσιστικό νομοσχέδιο; Να δώσει μεγαλύτερη αξία στους μετανάστες ως άτομα και να τους παρέχει μεγαλύτερη προστασία; Γιατί εγώ ως Έλληνας να δικαιούμαι λιγότερη προστασία; Αν κάποιος με μαχαιρώσει και με ληστέψει στο δρόμο, θα τιμωρηθεί λιγότερο αυστηρά απ’ όσο αν ήμουν μετανάστης;
Κι αν όχι, αλλά η ποινή θα είναι ίδια, ποιο το νόημα της δημιουργίας νέου νόμου; Η ανεξιθρησκία προστατεύεται ήδη από το Σύνταγμα, η ισότητα των λαών επίσης, η ισότητα απέναντι στο νόμο το ίδιο. Αν δεν εφαρμόζονται όλα αυτά, φταίει το κράτος ως σύστημα και όχι ως θεσμός. Αν δεν εφαρμόζεται ο ισχύων νόμος, δε θα εφαρμοστεί ούτε κάποιος καινούριος. Με άλλα λόγια, οι νόμοι είναι πλήρεις. Ας εφαρμοστούν αντί να επινοούνται νέα νομοσχέδια για εξυπηρέτηση επικοινωνιακών τακτικών μέχρι να πέσουν κι αυτά στο κενό…
Υπό το φόβο διαρροών ψηφοφόρων, κάθε πολιτικός αρχηγός προσαρμόζει τη στάση του. Οι μεν φοβούνται τα ποσοστά του ενός άκρου και οι δε τα ποσοστά και την κυβερνητική προοπτική του άλλου άκρου. Θα πρέπει να αναρωτηθούν όμως μήπως οι διαρροές παρατηρούνται όταν απλά λείπει η πολιτική βούληση για το αυτονόητο.
Ένας ξεχωριστός, αντιρατσιστικός νόμος είναι ρατσιστικός γιατί πρώτος αναγνωρίζει την ύπαρξη φυλετικών διακρίσεων, τις οποίες ουσιαστικά υιοθετεί, αν καθορίσει άλλο Δίκαιο για το μετανάστη από το ισχύον για τον απλό πολίτη. Το μόνο που χρειάζεται είναι να εφαρμοστεί το Σύνταγμα. Ψηφοθηρικά χαϊδέματα αυτιών και οπισθοχώρηση από τα προφανή είναι άλλο ένα βήμα προς τα πίσω και να πώς μένει ανοιχτή η πόρτα στα άκρα, είτε αυτά λέγονται ακροδεξιά είτε ακροαριστερά.


Χάρης Μπεκιάρης 

Δολοφονούν τα άλογα όταν γεράσουν…

Μια ακόμα δολοφονία ανυπεράσπιστου ηλικιωμένου από «μετανάστες», με κίνητρο τη ληστεία, έρχεται σαν ειρωνικό επιστέγασμα του – προσφάτως ψηφισθέντος από το Κοινοβούλιο – «αντιρατσιστικού νόμου». Και, επειδή με τους νόμους δεν είναι να παίζει κανείς (ειδικά όταν αυτοί θέτουν υπό αμφισβήτηση την ίδια την ελευθερία του λόγου), θα υπερνικήσω την αδήριτη ανάγκη σχολιασμού του τραγικού συμβάντος με τρόπο που θα απέδιδε πιστά τις σκέψεις μου. Αντ’ αυτού, σε πνεύμα ρετρό, επιλέγω να παρουσιάσω στο αναγνωστικό κοινό του Aixmi.gr ένα άρθρο μου στο «Βήμα» (εδώ, σημαντικά αναθεωρημένο και με νέο τίτλο) γραμμένο προ διετίας. Τότε που κάποιοι άλλοι φιλοξενούμενοι σ’ αυτή τη χώρα είχαν δολοφονήσει φριχτά έναν ακόμα άτυχο ηλικιωμένο…

Κάποιες άλλες, μακρινές εποχές, η είδηση θα είχε αναστατώσει το πανελλήνιο. Οι εφημερίδες θα την πρόβαλλαν με πηχυαίους τίτλους, ενώ θα ήταν για μέρες το πρώτο θέμα της ειδησεογραφίας στα κανάλια και στα ραδιόφωνα… Σήμερα, η είδηση πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων (αν έφτασε καν ως εκεί), ενώ για τα κανάλια ήταν ένα «συνηθισμένο» περιστατικό του καθημερινού αστυνομικού δελτίου. Πώς λέει εκείνο το χιλιο-αναμασημένο (αν και σοφό) κλισέ για το τέρας που δεν μας τρομάζει πια γιατί αρχίσαμε να του μοιάζουμε…

Όλοι έχουμε συναντήσει ανθρώπους που πέρασαν τα ογδόντα και βρέθηκαν στην ανάγκη να ζουν μόνοι. Για να κάνουμε πιο συγκεκριμένο το σενάριο, σκεφτείτε κάποιον που μόλις πριν ένα χρόνο έχασε τη σύντροφό του, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που είχε για παρέα και η παρουσία του τού έδινε κάποιο αίσθημα ασφάλειας… Τώρα οι νύχτες ήταν άυπνες και βασανιστικά αξημέρωτες. Κι ο κάθε θόρυβος απ’ το μπαλκόνι ή την κουζίνα έμοιαζε με απειλή ικανή να προκαλέσει πανικό. Ώσπου το φως της μέρας νάρθει σαν βάλσαμο παρηγοριάς και ψευδαίσθηση προστασίας…

Ευτυχώς υπήρχε μια σύνταξη, χάρις στην οποία μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια χωρίς να επιβαρύνει τα παιδιά του (τα οποία ήταν αναγκασμένα να μένουν μακριά). Χρόνια τώρα, μια φορά το μήνα συνδύαζε τον πρωινό του περίπατο με μια βόλτα ως την τράπεζα, να πάρει το καθορισμένο ποσό που θα του επέτρεπε να βγάλει τις δύσκολες μέρες που ακολουθούσαν. Δεν υπήρχε κανείς να τον συνοδέψει με ασφάλεια στο σπίτι, κι έτσι γύριζε μόνος του, κουβαλώντας στην τσέπη το πολύτιμο για την επιβίωση φορτίο του.

Δεν ξέρω αν το ‘χε, όμως, πληροφορηθεί (μα, κι αν το γνώριζε, τι θα μπορούσε να κάνει;) πως η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη που ήξερε! Κάποτε ζούσαν εδώ άνθρωποι – καλοί, κακοί, με τις αρετές και τις αμαρτίες τους. Σήμερα οι άνθρωποι αναγκάζονται να συμβιώνουν με κτήνη. Και, όσο πιο πολύ συμβιώνουν με αυτά, τόσο πιο πολύ συνηθίζουν στην κτηνωδία, μέχρι που σιγά-σιγά παύουν να τη φοβούνται – όπως το τέρας όταν αρχίζει κανείς να του μοιάζει…

Στη χώρα της απόλυτης παρακμής, τα πάντα εισάγονται, αφού έχουμε ξεχάσει πια τι θα πει παραγωγή – από οδοντογλυφίδες και άλλα μικροπράγματα, έως πολιτισμό και ποιότητα ζωής. Και επειδή, φαίνεται, γίναμε υπερβολικά πολλοί και ανεπίτρεπτα πλούσιοι, αποφασίσαμε να ανοίξουμε τα σύνορα και στο εισαγόμενο έγκλημα, μήπως κι εξισορροπήσουμε κάπως την κατάσταση και καταφέρουμε, τελικά, να γίνουμε λιγότεροι και φτωχότεροι!

Το γεροντάκι των 82 χρόνων στο Παγκράτι ήταν εύκολος στόχος καθώς γυρνούσε μόνος από την τράπεζα με την πολύτιμη σύνταξη στην τσέπη. Δύο «απελπισμένοι» της περιοχής (σύμφωνα με μαρτυρίες περιοίκων) τον είχαν βάλει από καιρό στο σημάδι. Την πρώτη φορά απλώς τον λήστεψαν. Τη δεύτερη φαίνεται πως βρήκαν ζόρι καθώς τον ακολούθησαν ως μέσα στο σπίτι του. Έτσι, αναγκάστηκαν να του κλείσουν το στόμα για να μη φωνάζει και τους πάρουν είδηση οι γείτονες. Ως πρόχειρο μέσο απόφραξης του στόματος που σε λίγα λεπτά επρόκειτο να σιγήσει για πάντα από ασφυξία, επέλεξαν μια ικανή ποσότητα χαρτιού υγείας από την τουαλέτα…

Και, επειδή κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει να αφαιρούν το περιτύλιγμα της άνοστης, χιλιομασημένης τσιχλόφουσκας περί «ρατσισμού», θα θέσω ένα ερώτημα που προσωπικά θεωρώ ρητορικό: Τι είναι, αν όχι ρατσιστική, η «κατανόηση» και η ανοχή στην άσκηση ακραίας βίας από τους βιολογικά ανθεκτικότερους και σωματικά υπέρτερους προς τους αδύναμους κι ανήμπορους να αμυνθούν; (Ή, μήπως, το ίδιο αυτό φαινόμενο βίας αποκτά ρατσιστικές διαστάσεις μόνο στην περίπτωση όπου οι φυσικοί αυτουργοί είναι μέλη κάποιου ακραίου χώρου στις παρυφές του πολιτικού συστήματος;)

Το μέγεθος του κακού σ’ αυτή τη χώρα έγινε πια τέτοιο που δεν μπορεί να χωρέσει σε συμβατικές ηθικές αξιολογήσεις (όπως με ωμό κυνισμό είχε πει κάποιος, μερικές χιλιάδες θάνατοι δεν είναι τραγωδία, είναι στατιστική!). Πιστή στις επιταγές του Δαρβίνου, η κοινωνία των ανθρώπων έχει ασυνείδητα αναπτύξει νοσηρά ανακλαστικά αυτοσυντήρησης με τελικό στόχο το ξεσκαρτάρισμα των βιολογικά αδύναμων και κοινωνικά μη-παραγωγικών στοιχείων. Γι’ αυτό και, στη χρεοκοπημένη Ελλάδα τού σήμερα, το γεροντάκι των 82 που απολάμβανε το «προνόμιο» μιας ολόκληρης σύνταξης, μέσα στα πειραγμένα υποσυνείδητά μας ίσως και να πρόβαλλε ως ανεπίτρεπτη «πολυτέλεια» που θα ‘πρεπε με κάποιον τρόπο να εκλείψει!

Αυτό εξηγεί, άλλωστε, τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων, τις λιτές και άχρωμες – σχεδόν εξαναγκαστικές – αναφορές ρουτίνας στα Μέσα Ενημέρωσης, μα, κυρίως, την απουσία έμπρακτης ευαισθησίας εκ μέρους όσων κόπτονται επιλεκτικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτοχρίζονται σταυροφόροι «κατά του ρατσισμού»!

Καμία Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της προβλήματα τέτοιου μεγέθους, αν πρώτα η ίδια η κοινωνία δεν τα καταδικάσει στη συλλογική της συνείδηση. Μια συνείδηση που πρέπει, όμως, να πάψει να εμφανίζεται κατακερματισμένη με βάση κομματικές συμπάθειες ή ιδεολογικές προκαταλήψεις, και να λειτουργήσει με πνεύμα μη-επιλεκτικού (άρα, μη-μεροληπτικού και μονόπλευρου) ανθρωπισμού, αλλά και με αίσθημα εθνικής αυτοσυντήρησης (όσο κι αν ο επιθετικός προσδιορισμός στην αυτοσυντήρηση προκαλεί αλλεργία σε ορισμένους «προοδευτικούς» κύκλους…).

Και, ας αφήσουμε, επιτέλους, κατά μέρος τις γελοίες ρητορείες περί δήθεν «ρατσιστικών τάσεων» της κοινωνίας μας (εκτός αν ως «κοινωνία» ορίζουμε μια θλιβερή μειοψηφία ακραίων φανατικών που ευτύχησαν να αποκτήσουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση χάρις στις ανώμαλες συγκυρίες της εποχής). Είμαστε, κατά παράδοση, ο πιο ανεκτικός και φιλόξενος λαός του κόσμου. Αυτονόητα, βέβαια, για εκείνους που σέβονται τους κανόνες της φιλοξενίας και τιμούν αυτούς που τους την προσφέρουν!

Κι αυτή μας τη διάθεση δεν μπορούν να την επιβάλουν ξενόφερτοι νόμοι «κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας». Μπορούν μόνο να την εμπνεύσουν οι καλές προθέσεις αυτών που έρχονται στη χώρα για να συμβάλουν στην αναδημιουργία της – όχι να αποτελειώσουν την αποσύνθεσή της…

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Φάρμακα (και) στο σούπερ μάρκετ: Γιατί όχι;

Απόγευμα Δευτέρας… Χρειάστηκα εκτάκτως ένα μη συνταγογραφούμενο φάρμακο. Μπαίνω στο site του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, να δω τα εφημερεύοντα φαρμακεία. Φυσικά, ξεκινώ από τη γειτονιά μου, σκεφτόμενος ότι, ολόκληρο Κουκάκι, δε μπορεί, κάποιο θα υπάρχει! Διαβάζω:

ΚΟΥΚΑΚΙ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Ε, λέω, θα έχει στου Μακρυγιάννη! Για να δούμε:

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Μήπως εκεί, προς την Ακρόπολη;

ΑΚΡΟΠΟΛΗ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Ε, τότε, σίγουρα στην Πλάκα!

ΠΛΑΚΑ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Κάπου στο Κέντρο, τέλος πάντων;

ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Τελευταία ελπίδα το Σύνταγμα. Ευτυχώς υπήρχε εκεί ένα φαρμακείο, στην αρχή της Ερμού… 

Ευγενέστατη η φαρμακοποιός, με εξυπηρέτησε αμέσως. Λίγο πριν φύγω, κοντοστάθηκα για μια στιγμή και πέρασα στην επίθεση:

– Από το Κουκάκι μέχρι εδώ, είστε το μόνο φαρμακείο που βρήκα ανοιχτό! Τώρα καταλαβαίνετε γιατί ο κόσμος ζητάει να μπορεί να αγοράζει τα μη συνταγογραφούμενα στα σούπερ μάρκετ;

Της ανέφερα μια εμπειρία μου στην Αμερική, όπου χρειάστηκα ένα φάρμακο για το σκύλο μου μέσα στα άγρια μεσάνυχτα και το βρήκα στο τοπικό σούπερ μάρκετ, που ήταν ανοιχτό Κυριακάτικα! Μου απαντάει:

– Ναι, αλλά το απρόσωπο σούπερ μάρκετ δεν είναι το ίδιο με το φαρμακοποιό της γειτονιάς σας, που θα καθίσει πάνω απ’ το κεφάλι σας και θα συζητήσει με υπομονή και φροντίδα το πρόβλημά σας! Όμως, είναι και κάτι άλλο: Ξέρετε πόσοι άνθρωποι θα μείνουν χωρίς δουλειά αν υλοποιηθεί μια τέτοια πολιτική;

– Ποιους εννοείτε;

– Εννοώ τους φαρμακοποιούς. Θα είναι καταστροφή γι’ αυτούς!

– Τότε, ας φροντίσουν οι φαρμακοποιοί να εξυπηρετούν καλύτερα το κοινό. Γιατί, όταν χρειάζομαι ένα απλό φάρμακο και πρέπει να κάνω ένα ολόκληρο ταξίδι για να το βρω, το πρώτο που σκέφτομαι είναι πως θα ‘ταν πολύ πιο εύκολα τα πράγματα αν το πουλούσε και το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου!

– Έχετε δίκιο. Όμως, είναι και το θέμα της εγκληματικότητας εδώ στην Αθήνα, που δεν επιτρέπει να μένουν ανοιχτά περισσότερα φαρμακεία. Το ξέρετε ότι τις νύχτες συχνά εξυπηρετούμε τον κόσμο με μισο-κατεβασμένα τα ρολά;

– Εντάξει… Τότε, όμως, πώς εξηγείτε ότι υπάρχει τούτη τη στιγμή εφημερεύον φαρμακείο στο Νέο Κόσμο, μια από τις λιγότερο ασφαλείς γειτονιές της πόλης, και δεν υπάρχει ούτε για δείγμα, π.χ., στο Κουκάκι;

– Τι να πω… Ίσως θα πρέπει να κάνουμε καλύτερη κατανομή… Πάντως, το δικό μας φαρμακείο θα το βρείτε τις περισσότερες ώρες ανοιχτό!

– Το ξέρω, και είστε «σταθερή αξία» στην περιοχή. Όμως, δεν μπορείτε να σηκώνετε στους ώμους σας ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας!

Ευχαρίστησα την ευγενική φαρμακοποιό και κίνησα πάλι για το Μετρό του Συντάγματος, κρατώντας προσεκτικά τη σακούλα με το δυσεύρετο, υπό τις περιστάσεις, γιατρικό…