Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Ήταν κάποτε μια πόλη. Κι ένα γήπεδο...

Είχαμε χρόνια ν’ ανεβούμε στη Νέα Φιλαδέλφεια. Αυτή η πόλη φαντάζει πια ξένη. Όχι μόνο (ίσως όχι τόσο) γιατί δεν υπάρχει πια το γήπεδο, αλλά γιατί οι άνθρωποι εκεί έμαθαν σιγά-σιγά να μισούν ό,τι τους έβαλε στο χάρτη, ό,τι τους έδωσε στίγμα ύπαρξης στη γεωγραφία των σπουδαίων τόπων. Κι έγιναν άλλος ένας δήμος στην περιφέρεια της Αθήνας...

Και, για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τη μετάλλαξή της σε ό,τι αφορά την ιστορική της αυτεπίγνωση, η πόλη εξέλεξε έναν άρχοντα που, και μόνο η ποδοσφαιρική ιδεολογία του (για να μην αναφερθώ στους λυσσώδεις αγώνες του ενάντια στην επιστροφή στο «σπίτι» μας) στέκει ως συμβολική μαρτυρία απόλυτης αλλοτρίωσης συνειδήσεων στον τόπο αυτό...

Ένιωσα ένα περίεργο σφίξιμο στο στομάχι όταν η γυναίκα μου πρότεινε να πάμε για φαγητό στη Φιλαδέλφεια. Ήξερα πως δεν θα μπορούσα να αποφύγω τον πειρασμό να επισκεφθώ και το αποκρουστικά κακοσκαμμένο «χωράφι», ό,τι απόμεινε να θυμίζει την ιστορία ενός «ναού» κι ενός λαού που βρίσκεται εδώ και χρόνια πρόσφυγας σε μέρη ξένα. Τραγικά συνεπής με τις ιστορικές αφετηρίες του αντικειμένου της λατρείας του...

Ήταν αληθινή απογοήτευση σαν ψάξαμε και δεν βρήκαμε το αγαπημένο στέκι του «Ανανία», με τους πολίτικους μεζέδες και την αυθεντικά Αεκτζήδικη ατμόσφαιρα. Βέβαια, υπάρχουν τώρα νέα σημεία με καλό φαγητό στην πόλη, κι αξίζει να τα ψάξει κανείς. Όπως αξίζει, μετά το φαγητό, ένας περίπατος στα γραφικά δρομάκια με τα παλιά αλλά φροντισμένα σπίτια, ένα σκηνικό που θυμίζει έντονα επαρχιακή κωμόπολη.

Όμως, όπως προείπα, κάθε βόλτα στη Φιλαδέλφεια είναι μοιραία υποταγμένη στη μαζοχιστική παρόρμηση μιας ακόμα επίσκεψης στο χώρο που κάποτε ορθωνόταν περήφανο το γήπεδο. Κι ακόμα πιο οδυνηρή είναι η πεποίθηση (διότι δεν είμεθα αφελείς!) ότι τίποτα δεν πρόκειται ποτέ να μεταβάλει την άγρια όψη αυτού του σεληνιακού τοπίου. Βέβαια, πέραν των ανυπέρβλητων εμποδίων που βάζει η ίδια η τοπική αρχή, είναι κι οι καιροί αυτοί που δεν προσφέρονται για εκπλήρωση πολυδάπανων υποσχέσεων. Το ερώτημα είναι αν όσοι τις έδωσαν τις πίστεψαν στ’ αλήθεια ποτέ...





Φύγαμε, εν τούτοις, από τη Φιλαδέλφεια με μια ευχάριστη γεύση, πέραν αυτής που μας άφησε το καλό φαγητό. Ο λόγος: βρήκαμε τη λιμνούλα στο άλσος πιο όμορφη, πιο καθαρή, πιο φροντισμένη από ποτέ! Κι ας έλειπε η καφετέρια, απαραίτητο συμπλήρωμα στη βόλτα αλλοτινών καιρών. Ίσως θα άξιζε να το σκεφτούν κάποια στιγμή οι αρμόδιοι. Αν τους περισσεύει χρόνος, ασφαλώς, από τον ιερό πόλεμο με την ΑΕΚ...







Aixmi.gr

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Σκέψεις ενός αναγνώστη για τον Δημήτρη Λιαντίνη


Τα άρθρα μου για τον φιλόσοφο Δημήτρη Λιαντίνη, από το «καταραμένο» εκείνο αρχικό στο «Βήμα» [1] ως το ποιητικό και συμβολικό [2] και το εξομολογητικό [3] στην «Αιχμή», κι ως τα πιο πρόσφατα - κατά βάση καθαρά ακαδημαϊκά - επίσης στην «Αιχμή» [4,5], μου εξασφάλισαν πολύ περισσότερους εχθρούς απ’ ό,τι φίλους. Και η εχθρότητα αυτή δεν εκφράστηκε πάντα με όρους ευπρέπειας και σεβασμού στην αντίθετη άποψη, αλλά συχνά διολίσθησε σε προσωπικές επιθέσεις στα όρια των ύβρεων...

Έτσι, ήταν μεγάλη χαρά για μένα όταν έλαβα πρόσφατα ένα mail από τον Μάκη (δεν γνωρίζω άλλα στοιχεία του), έναν αναγνώστη του Aixmi.gr και, παράλληλα, έναν μελετητή του Λιαντίνη. Η αγάπη του αναγνώστη για τον φιλόσοφο, απόλυτα φανερή στο κείμενό του, δεν τον παρασύρει στις μικρότητες που με είχαν συνηθίσει όσοι κατά καιρούς διαφώνησαν μαζί μου (εξαιρώ τη φίλη Ελένη Αθανασούλη, αλλά αυτή αποτελεί μοναδικότητα). Και οι διαφωνίες κι ενστάσεις του Μάκη ήταν για μένα τροφή για σκέψη. Γιατί όχι, ίσως κι αναθεώρηση...

Το κείμενο του mail είναι ιδιαίτερα αξιόλογο, και θεωρώ χρήσιμο να το μοιραστώ με τους αναγνώστες:

--------------------------------------------------

Κύριε Παπαχρήστου,

Θέλω να γνωρίζετε ότι για την «επιστροφή» μου στον καθηγητή Λιαντίνη, με την έννοια της δεύτερης ανάγνωσης, αφορμή και αιτία ήσασταν εσείς, όταν υπέπεσε στην αντίληψή μου η διαμάχη σας με τους «ορκισμένους μαθητές» του. Τους οποίους δεν γνωρίζω πέρα από τα γραπτά τους αυτά, με τις όποιες ερμηνείες δίνουν για το έργο και τις ημέρες του «δασκάλου τους». Νομίζω ότι αυτή η συμπεριφορά τους απέναντί σας – και δεν είστε μόνον εσείς (γιατί έχουν και εμφύλιες διαμάχες…) – προσβάλλει αυτούς τους ίδιους, που μάλλον δεν καταλαβαίνουν ότι η «υπεράσπιση» του δασκάλου δεν αγιάζει όλα τα μέσα αλλά μάλλον βεβηλώνει και ευτελίζει την ανάμνηση του καθηγητή Λιαντίνη. Φυσικά, δεν θα παραλείψω να τους αναγνωρίσω τις καλές προθέσεις (όπως τουλάχιστον θέλω να πιστεύω). Η συμβολή τους, όμως, στη φήμη του δασκάλου τους ίσως έχει τα αντίθετα αποτελέσματα 18 χρόνια μετά…

Έρχομαι τώρα στις διαφωνίες μου πάνω στις δικές σας σκέψεις. Δεν νομίζω ότι επιμέρους απαντήσεις θα βοηθήσουν, μάλλον θα μας αποπροσανατολίσουν από το σημαντικό, που πιστεύω είναι το έργο του και όχι μόνο ο θάνατός του. Θα αναφερθώ μόνο σε αυτό: «Είναι δυνατόν να είναι ο σκοπός της ζωής (μας) η μελέτη του θανάτου (μας);»

http://www.aixmi.gr/index.php/skepseis-pano-se-mia-dialexi-tou-dimitri-liantini/

Νομίζω ότι η γέννησή μας, ο έρωτας και ο θάνατός μας, είναι οι τρεις κορυφαίες στιγμές της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο θάνατος και ο έρωτας (με όλες τις έννοιες που δίνουμε στη λέξη) είναι, όμως, οι δύο σημαντικότερες στιγμές του βίου μας, γιατί αυτές τις βιώνουμε συνειδητά, ενώ τη στιγμή της γέννησής μας δεν έχουμε τη συνειδητότητά μας ανεπτυγμένη σε βαθμό κατανόησης. Είναι οι στιγμές που πολύ εύστοχα παραλληλίζει ο Λιαντίνης με το κρίσιμο εκείνο σημείο ισορροπίας που περιγράφει η αρχή της απροσδιοριστίας (που εσείς κατανοείτε πολύ καλύτερα), το απειροστιγμιαίο εκείνο «ακριβώς» που ενώνει και χωρίζει το «πριν» απ’ το «μετά» και που θυμίζει την κορύφωση της ερωτικής πράξης (κορυφή πανύψηλου βουνού για τον άντρα, κορυφογραμμών πέρασμα για τη γυναίκα). Άλλες ανάλογες, αλλά όχι ίσης αξίας, είναι οι στιγμές των μεγάλων αποφάσεων που παίρνουμε στη ζωή μας κάθε φορά που καλούμαστε να περάσουμε ο καθένας τον δικό του Ρουβίκωνα (αν τον δούμε και σταθούμε μπροστά του).

Το φιλοσοφικό ερώτημα που έθεσε ο Λιαντίνης, είναι: Μπορεί ο άνθρωπος, όταν η φύση δεν του έχει στερήσει ελάχιστες αναγκαίες και βασικές δυνατότητες και έχει αξιωθεί να φτάσει σε ηλικία κρίσης (δηλαδή, μετά τα 23 χρόνια) να ζήσει (για το υπόλοιπο) μια γεμάτη ζωή; Να καταφέρει, δηλαδή, να δαμάσει τον εγωισμό του, τη φιλαυτία του, τη ματαιοδοξία του, να αναγνωρίσει όλες τις χαρές της ζωής (και να μην τις στερηθεί), χωρίς όμως και να εκφυλιστεί (δηλαδή κατά φύση και ισορροπία) ώστε, όταν «φύγει», να είναι πλήρης; Η απάντηση του Λιαντίνη είναι: «Ναι, μπορεί!» Αυτό, το ονομάζει μελέτη θανάτου.

Η προσέγγιση των άλλων (σπουδαίων) φιλοσόφων σε αυτό το θέμα συνήθως τελειώνει στις όποιες ψυχικές μεταθέσεις κάνουν σε μυθοπλασία, ή με παραδείγματα τρίτων σε φιλοσοφικά τους συγγράμματα, αλλά όχι με προσωπικό παράδειγμα. Στερούνται, δηλαδή, της απόδειξης. Ο Λιαντίνης προχώρησε εκεί που σταμάτησαν και σταματούν όλοι οι άλλοι μεγάλοι φιλόσοφοι. Τη φιλοσοφία του την έκανε πράξη. «Φεύγω πλήρης και υγιής», δήλωσε εκείνος. Απολύτως συνεπής, νομίζω εγώ.

Δεν άφησε χρέη, δεν ήταν απελπισμένος, δεν ήταν τρελός, δεν ήταν απογοητευμένος, δεν πήρε και άλλους μαζί του στο όνομα κάποιας πίστης ή κάποιας εκδίκησης, δεν αγνόησε τον πόνο των δικών του ανθρώπων που υπεραγαπούσε και γι’ αυτό τους προετοίμασε έτσι ώστε να τον κατανοήσουν (μιλώ για τη μητέρα του και την κόρη του). Για ματαιοδοξία, δεν το συζητώ. Ο ματαιόδοξος δεν χάνει ούτε ένα χειροκρότημα, ακόμη και από τα φτερά της μύγας ακούει χειροκροτήματα και ελπίζει μέχρι την τελευταία του ανάσα (άντε, προ-τελευταία του) στην «καταξίωση», η οποία δεν έχει ούτε οροφή ούτε τέλος.

Δεν έδωσε παράδειγμα θανάτου αλλά συνέπειας ζωής και έργου, λόγων και πράξεων. Δεν αυτοκτόνησε αλλά «νίκησε» σε μια μάχη που έδωσε αυτός, για τον εαυτό του, και δεν είναι δυνατόν να τη δώσει κανένας άλλος «μιμητής» στο μέλλον γιατί, απλούστατα, θα άλλαζε τη συνθήκη. Δηλαδή, ο επόμενος «επίδοξος» θα έχει ως επιπλέον κίνητρο να το κάνει «όπως ο Λιαντίνης». Αυτός, να είστε σίγουρος, θα πηδήξει και από μπαλκόνι με ή χωρίς κάμερες!

Μελέτη θανάτου σημαίνει ζω καλά, δεν ξοδεύω ούτε μια στιγμή από αυτό το υπέρτατο δώρο που μου χαρίστηκε. Ζω ανθρωπινά και κατά φύση. Δεν ετοιμάζω πυραμίδα να θαφτώ μέσα κάνοντας χρήση των «σκλάβων» ή «μαθητών», αγνοώντας κάθε τι άλλο «ποταπό» αφού ΕΓΩ έχω θεϊκό σκοπό!

Το έργο, λοιπόν, ενός Ανθρώπου αυτής της Συνέπειας, που δεν εξαιρεί και δεν αναβάλλει ούτε το θάνατό του, πρέπει να το προσεγγίζουμε με μεγάλο σεβασμό. Τον μεγαλύτερο ίσως.

Αυτά κατάλαβα εγώ διαβάζοντας το έργο του («Πολυχρόνιο», «Νηφομανή», «Γκέμμα», κάποια αποσπάσματα από τα «Ελληνικά» και τις όποιες ομιλίες είναι διαθέσιμες στο Διαδίκτυο). Και από εκεί, από το έργο του, πρέπει νομίζω να αρχίσετε (ο πνευματικός κόσμος) ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και τον θάνατό του.

Εκεί μέσα, είδα έναν άνθρωπο βαθιά ηθικό. «Χριστιανομάχο» αλλά όχι «Χριστομάχο». Άθεο; Ναι, με την έννοια του μη ασπασμού κάποιου δόγματος. Ο Λιαντίνης βάζει στο κέντρο τον άνθρωπο, παρόλο που γνωρίζει ότι το σύμπαν δεν περιστρέφεται γύρω μας. Τον βάζει, όμως, για να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις και να καταργήσει το «μάταιο», ανεβαίνοντας σε κορυφές δύσβατες αλλά που μπορεί να τις κατακτήσει, όχι για να «θεωθεί» αλλά για να «ανθρωπιστεί»!

Προσέξτε ότι χρησιμοποιεί, σε όλο του το έργο, την κατάφαση και όχι την άρνηση και την απόρριψη, ακόμη και εκεί που είναι εκ διαμέτρου αντίθετος. Πιστεύει ότι ο χριστιανισμός ήταν οπισθοδρόμηση αλλά αναγνωρίζει ως αναπόφευκτη την οπισθοδρόμηση αυτή, και νομίζω ότι έχει δίκιο και για τα δύο. Αφήσαμε περισσότερα στο Θεό, μεταθέσαμε στο Σταυρό του Χριστού τις δικές μας ευθύνες, πιστεύουμε και περιμένουμε «θαύματα» και δεν δημιουργούμε θαυμαστά έργα. Γιατί, σίγουρα, το ότι φτάσαμε να είμαστε σε απόσταση ενός κουμπιού από τον πυρηνικό όλεθρο, αυτό δεν το λες θαυμαστό έργο...

«Είναι άδικο και μεγάλο παράξενο», γράφει, «να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού». Για ζωή μιλάει, όχι για θάνατο. Προσέξτε τη γλώσσα: Είναι ρήτορας στο λόγο του και ποιητής στα γραπτά του!

Κύριε Παπαχρήστου, πιστεύω ότι αν προσεγγίσετε το έργο του (όχι μόνο το θάνατό του) χωρίς τον – απολύτως κατανοητό και δικαιολογημένο – εκνευρισμό που μας προκαλούν οι «μαθητές» του, τότε θα μπορέσετε να μας δώσετε άλλες, πιο φωτεινές αναγνώσεις.

Αυτές περιμένω!

Με βαθύτατη εκτίμηση,

Μάκης

Υ.Γ:

Ο Λιαντίνης, κατά την άποψή μου, έχει θέση στα «εργαστήρια» ανθρώπων του πνεύματος (και όχι «πνευματικών») και σίγουρα όχι στα μεσημεριανά της τηλεόρασης ή στα sites «πιστών», «μαθητών», «πνευματικών κληρονόμων» ή απλώς «κληρονόμων», που σκίζουν τα ιμάτιά του και τα μοιράζονται. Αν τελικά το αποτέλεσμα του έργου του θα είναι να φτιάξει θρησκεία (έστω και ενός πιστού), τότε αυτός απέτυχε και εμείς τον χάσαμε!

--------------------------------------------------

Αναφορές:

[1] http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=438152

[2] http://www.aixmi.gr/index.php/sti-skia-enos-epigeiou-theou/

[3] http://www.aixmi.gr/index.php/mia-prosopiki-katathesi-gia-ton-dimitr/

[4] http://www.aixmi.gr/index.php/skepseis-pano-se-mia-dialexi-tou-dimitri-liantini/

[5] http://www.aixmi.gr/index.php/poso-st-alitheia-haoromaste-se-mia-kideia/


Aixmi.gr

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τα διχαστικά «φάουλ» του δικομματισμού

Στις υγιείς δημοκρατίες, ο κομματικός πλουραλισμός – ακόμα και στην εκδοχή του δικομματισμού – λειτουργεί προς όφελος των κοινωνιών, αφού μέσα από πολιτικές αντιθέσεις παράγονται συνθέσεις που οδηγούν στις βέλτιστες λύσεις για τα προβλήματα μιας χώρας.

Υπάρχει, όμως, και μια νοσηρή εκδοχή δικομματισμού. Είναι ένα τέρας που επιβιώνει και αυτοσυντηρείται καλλιεργώντας μεθοδικά την απαραίτητη τροφή του: τον διχασμό της κοινωνίας! Ένα τέρας που χωρίζει τους πολίτες σε «καλούς» και «κακούς» κατά περίπτωση και που, σε ακραίες περιπτώσεις, οδηγεί ακόμα και σε εμφύλιες συγκρούσεις και εθνικές τραγωδίες.

Ανθιστάμενος στον πειρασμό ιστορικών αναδρομών, έρχομαι απευθείας στη σύγχρονη εποχή. Η νέα Αριστερά (ο αναγνώστης μπορεί κατά βούληση να τοποθετήσει εισαγωγικά) κατάκτησε την εξουσία παίζοντας με απίστευτο φανατισμό και ρητορείες μίσους το χαρτί της διχοτόμησης των πολιτών σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς». Με αποκορύφωμα το παρανοϊκό δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015, που οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα ενός ακήρυκτου εμφυλίου.

Όταν το αντιμνημονιακό αφήγημα κατέπεσε εκ των πραγμάτων, η εξουσία αναζήτησε, όπως ήταν φυσικό, νέες διχαστικές γραμμές. Έτσι επικέντρωσε τη ρητορεία της στο υποτιθέμενο δίπολο «κακός και ανάλγητος φιλελεύθερος» απέναντι στον «καλό και στοργικό κρατιστή». Το αποκορύφωμα αυτής της αντίληψης το βιώσαμε στην πρόσφατη πρωθυπουργική συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ, όπου με ιδιαίτερο κυνισμό (αν όχι και χαιρεκακία) ο ίδιος ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης διαχώρισε τους ανέργους – ή εν δυνάμει ανέργους – της χώρας σε «καλούς που εργάζονται για το κράτος» (και, άρα, είναι μη-ηθικό να αποστερούνται το δικαίωμα στην εργασία) και «κακούς που εργάζονται για τα συμφέροντα ιδιωτών εργοδοτών» (άρα, «ας πρόσεχαν!»).

Το παραπάνω ιδεολογικό δίπολο, με αντιστροφή όμως των ηθικών προσήμων, το υιοθετεί και το απέναντι χαράκωμα του δικομματισμού. Ακούμε συχνά τους εκπροσώπους του «φιλελεύθερου» στρατοπέδου να χαρακτηρίζουν συλλήβδην τους κρατικούς λειτουργούς της χώρας ως «τεμπέληδες», «κηφήνες» και «άχρηστους», τοποθετώντας εξ ορισμού φωτοστέφανο στους δραστηριοποιούμενους στην ιδιωτική οικονομία. (Για να ακριβολογούμε, βέβαια, η θετική διάθεση εξαντλείται στον επιχειρηματία. Ο πόνος που συχνά εκφράζεται για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα είναι μάλλον προσχηματικός, αν όχι ξεκάθαρα υποκριτικός. Αυτοί οι άνθρωποι, τελικά, είναι τα αποπαίδια ολόκληρου του πολιτικού συστήματος...)

Σε πρόσφατη εκδήλωση με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης (ιδέα που, προσωπικά, με βρίσκει σύμφωνο), ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης – ένας άνθρωπος που, αν μη τι άλλο, μας έχει συνηθίσει σε προσεκτική χρήση του λόγου – αναφέρθηκε κάποια στιγμή στην «εκλογική πελατεία» (sic) της κυβέρνησης. Πρόκειται για ηθικά ανεπίτρεπτο γλωσσικό ατόπημα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, και θα εξηγήσω το γιατί:

Ο όρος «πελάτης» παρεμφαίνει συμφέρον, εξαγορά, συναλλαγή. Άρα, στο εννοιολογικό περιβάλλον στο οποίο εκφέρεται, ο όρος αυτός είναι αυτονόητα φορτισμένος με αρνητικό ηθικό πρόσημο. Όμως, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης (τουλάχιστον, σε χώρες με δημοκρατικά καθεστώτα) ο ψηφοφόρος κάνει τις επιλογές του και (αν όχι κυρίως) με γνώμονα το ατομικό και οικογενειακό του συμφέρον. Οι ψηφοφόροι που, ενδεχομένως, θα φέρουν την νυν αξιωματική αντιπολίτευση κάποια στιγμή στην εξουσία, δεν θα είναι στο σύνολό τους αγνοί ιδεολόγοι αλλά, κατά κύριο λόγο, άνθρωποι που θα πιστέψουν πως με την αλλαγή διακυβέρνησης της χώρας θα καλυτερέψουν και οι δικές τους ζωές.

Έτσι, δεν υπάρχουν «κακοί πελάτες» που ψηφίζουν τους πολιτικούς μας αντιπάλους και «καλοί ψηφοφόροι» που εκλέγουν εμάς. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που εξασκούν ένα δημοκρατικό δικαίωμα χωρίς να οφείλουν να απολογούνται για τα κίνητρα των επιλογών τους. Αν θέλουμε να λεγόμαστε «φιλελεύθεροι», είναι η υπ’ αριθμόν ένα ελευθερία που θα πρέπει να υπερασπιζόμαστε! Είτε αυτή μας βολεύει, είτε όχι...

Είναι δυνατό να επιβιώσει ο εγχώριος δικομματισμός έξω από τη λογική τού «διαίρει και βασίλευε»; Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι η εθνική συνείδηση τίθεται υπεράνω κομματικών ιδιοτελειών και πολιτικών σκοπιμοτήτων, έτσι ώστε τα κόμματα εξουσίας να συναγωνίζονται για το καλό του τόπου αντί να ανταγωνίζονται για την προς όφελος του καθενός διαίρεση της κοινωνίας. Όμως, από την εποχή των μεγάλων ιστορικών εθνικών διχασμών (σαν να λέμε, από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους) τέτοιες προϋποθέσεις ουδέποτε ίσχυσαν.

Η αλλαγή, λοιπόν, του εκλογικού συστήματος (η οποία, όπως πρωτογενώς σχεδιάστηκε, υπήρξε ένα απλό αυτοσυντηρητικό τέχνασμα της παρούσας εξουσίας) ίσως τελικά αποδειχθεί (αν βέβαια προλάβει να επιβιώσει...) μια μεγάλη ευκαιρία για το πολιτικό μας σύστημα να αποδείξει ότι είναι εξίσου ικανό για συνθέσεις, όσο και για διχοτομήσεις. Ασφαλώς, μαντεύω την αναμενόμενη και δίκαιη αναφώνηση «κι ύστερα ξύπνησες!» που μου απευθύνει τούτη τη στιγμή ο αναγνώστης...

ΤΟ ΒΗΜΑ