Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τι είναι, τελικά, ρατσιστικό;


Η πρόσφατη, πολυσυζητημένη υπόθεση της Βούλας Παπαχρήστου άνοιξε πάλι τον κύκλο των αντιπαραθέσεων περί ρατσισμού στη χώρα. Θυμίζουμε ότι η αθλήτρια της ΑΕΚ αποκλείστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την Ολυμπιακή αποστολή λόγω ενός χιουμοριστικού σχολίου της στο site κοινωνικής δικτύωσης “Twitter”, το οποίο (σχόλιο) θεωρήθηκε ρατσιστικό από τους υπεύθυνους της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής.

Το σχόλιο ανέφερε τα εξής: «Με τόσους Αφρικανούς στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Νείλου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!» Πέραν από το προφανές επιστημονικό λάθος που εμπεριέχει (πρόκειται απλά για μολυσμένα Ελληνικά κουνούπια!), το κατά πόσον το σχόλιο είναι ή όχι ρατσιστικό είναι θέμα συζήτησης. Το πρόβλημα είναι κατά κύριο λόγο εννοιολογικό: η διαφορετικότητα στην αξιολόγηση μιας πράξης ως ρατσιστικής ή όχι, οφείλεται στη μη-οικουμενικότητα της αντίληψης του πρωτογενούς όρου «ρατσισμός».

Σε παλιότερα άρθρα μας, στο «Βήμα» (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=441671) και την «Ελευθεροτυπία»(*), είχαμε επιχειρήσει να διατυπώσουμε έναν κατά το δυνατόν γενικό και λειτουργικό ορισμό της έννοιας. Τον θυμίζουμε:

«Ρατσισμός είναι κάθε ιδεολογία ή πρακτική που στοχεύει στον επιλεκτικό διαχωρισμό σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν την δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας.» (Ως «θεμελιώδεις λειτουργίες» εννοούμε το σύνολο των δράσεων που απαιτούνται για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας και την πρόοδό της στην κατεύθυνση των κοινά αποδεκτών στόχων της.)

Προσέξτε τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός: (1) Ο διαχωρισμός θέτει την ομάδα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία (είναι, δηλαδή, αρνητικός). (2) Τα χαρακτηριστικά λόγω των οποίων η ομάδα υφίσταται διάκριση δεν είναι αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής των μελών της (είναι μη-επιλεγμένα). (3) Τα εν λόγω χαρακτηριστικά δεν αποτελούν ανασταλτικούς υπαρξιακούς παράγοντες για την κοινωνία. 

Σύμφωνα με τον ορισμό, ο διαχωρισμός εις βάρος κοινωνικών ομάδων αποκλειστικά και μόνο με βάση τη φυλή, το φύλο ή τις σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, είναι ρατσιστικός. Από την άλλη, ο αποκλεισμός, π.χ., ενός παίκτη με ύψος 1.60μ από μια ομάδα μπάσκετ δεν είναι ρατσιστικός: μπορεί το ύψος να είναι μια μη-επιλεγμένη ιδιότητα, επηρεάζει, εν τούτοις, την δυνατότητα του παίκτη να συμβάλει θετικά στην λειτουργία της ομάδας. Τέλος, τα μέτρα περιορισμού του καπνίσματος δεν αποτελούν «ρατσιστική» πράξη κατά των καπνιστών, αφού το κάπνισμα είναι συνήθεια όχι μόνο επιλεγμένη, αλλά και εν δυνάμει επιβλαβής για τους «παθητικούς» καπνιστές.

Θα επιχειρήσουμε, τώρα, να αξιολογήσουμε το επίμαχο σχόλιο της αθλήτριας επί τη βάσει του ορισμού που δώσαμε (χωρίς να ισχυριζόμαστε, ασφαλώς, ότι ο ορισμός αυτός είναι οικουμενικά αποδεκτός). Ξεκινούμε με την δεύτερη προϋπόθεση ρατσισμού, η οποία προφανώς ικανοποιείται: η ιδιότητα του «Αφρικανού» είναι μη-επιλεγμένη (κανείς δεν φέρει ευθύνη για τον τόπο καταγωγής του).

Η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης είναι πολύ πιο δύσκολη: Είναι η ιδιότητα του «Αφρικανού» καθοριστικά απαγορευτική για την ένταξη ενός ατόμου στην ελληνική κοινωνία; A priori, σαφώς όχι! Από την άλλη, είναι θέμα στατιστικής (ή, απλούστερα, καταγραφής αναρίθμητων προσωπικών μαρτυριών) η διαπίστωση ότι, η –σε μεγάλο βαθμό παράνομη– παρουσία εξαιρετικά μεγάλου αριθμού Αφρικανών στη χώρα έχει αλλοιώσει την ποιότητα ζωής των πολιτών, κυρίως λόγω κατακόρυφης αύξησης της εγκληματικότητας (για την οποία, ασφαλώς, οι Αφρικανοί δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι).

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την a posteriori προσάρτηση αρνητικών χαρακτηριστικών στην ιδιότητα του «Αφρικανού», έτσι όπως την αντιλαμβάνεται, τουλάχιστον, ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο (δικαίως ή αδίκως) αδυνατεί να θεωρήσει τους εξ Αφρικής μετανάστες ως υγιές τμήμα του. Η ανάπτυξη αισθημάτων ξενοφοβίας, λοιπόν, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με περισσότερο πραγματισμό και μεγαλύτερο βαθμό κατανόησης, και να μην αποδίδεται αβασάνιστα σε ενσυνείδητα ρατσιστικές αντιλήψεις! (Σημείωση: Η ξενοφοβία ορίζεται εδώ ως παθητική έννοια. Δεν αποτελούν ξενοφοβικές συμπεριφορές, ούτε δικαιούνται οποιασδήποτε «κατανόησης», απρόκλητες πράξεις βίας κατά μεταναστών – νομίμων ή μη!)

Αφήσαμε για το τέλος την εξέταση της πρώτης –και, εν προκειμένω, σημαντικότερης– προϋπόθεσης που θέτει ο ορισμός μας: Παρεμφαίνει το σχόλιο της αθλήτριας απαξιωτική διάθεση απέναντι στην ιδέα του «Αφρικανού»; Αντί απάντησης, θα αναφερθώ σε μια πολύ έξυπνη παρατήρηση αναγνώστη του «Βήματος», την οποία διάβασα πρόσφατα: Ας κάνουμε την φανταστική υπόθεση ότι έκανε την εμφάνισή του στη χώρα το «κουνούπι του Δυτικού Ρήνου», και ότι κάποιος αναρτούσε στο Twitter το σχόλιο: «Με τόσους Γερμανούς τουρίστες στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Ρήνου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!» Πόσοι αναγνώστες θα εύρισκαν το εν λόγω σχόλιο απεχθές, απαράδεκτο, ακραία υποτιμητικό και, εν τέλει, «ρατσιστικό»; Απ’ όσους δεν θα το εύρισκαν (υποπτεύομαι, η συντριπτική πλειοψηφία), θα ζητούσα να μου εξηγήσουν σε τι διαφέρει, καταρχήν, από το αντίστοιχο σχόλιο της αθλήτριας. Αν η ιδιότητα «Αφρικανός» εξ ορισμού ευαισθητοποιεί περισσότερο από την (εξίσου μη-επιλεγμένη από τους φορείς της) ιδιότητα «Γερμανός», τότε θα πρέπει να εξετάσουμε μήπως αυτή η «αλά καρτ» ευαισθησία εμπίπτει στις προϋποθέσεις που θέσαμε για υποκρυπτόμενο ρατσισμό!

Αποφεύγω σκόπιμα να κλείσω αεροστεγώς το «δια ταύτα» του άρθρου, αφήνοντας τα τελικά συμπεράσματα στην διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη. Θεωρώ όμως χρήσιμη μια ξεκάθαρη προσωπική τοποθέτηση: Νιώθω απέραντη απέχθεια για τον ρατσισμό και όσους τον προάγουν ως ιδεολογία ή (ακόμα χειρότερα) ως πρακτική. Είχα και έχω Αφρικανούς φοιτητές, για τους οποίους μόνο καλά λόγια έχω να πω! Και, δεν θα συγχωρήσω ποτέ τους Γερμανούς για την μαζική δολοφονία των έξι εκατομμυρίων του Ολοκαυτώματος (πράγμα στο οποίο, περιέργως, όλο και λιγότερο αναφέρονται οι επιλεκτικά ευαίσθητοι αντιρατσιστές στη χώρα μας...).

Τούτων λεχθέντων, επαναστατώ εξίσου απέναντι στην ευκολία με την οποία τείνουμε οι σύγχρονοι Έλληνες να τοποθετούμε την ετικέτα του ρατσισμού σε συνανθρώπους μας που έχουν, π.χ., διαφορετική άποψη πάνω σε ζητήματα μετανάστευσης. Άθελά μας, γινόμαστε το ίδιο «ρατσιστές» με κάποιους που δικαίως λοιδορούμε!


Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ζητείται κοινή λογική!

Μερικά επίκαιρα ερωτήματα, χωρίς περιττούς προλόγους:

1. Πόσο φυσιολογικό είναι να αποκλείεις τον κορυφαίο αθλητή σου, πάνω στον οποίο έχεις επενδύσει, από την κορυφαία παγκόσμια αθλητική διοργάνωση, επειδή και μόνο (αντ)έγραψε ένα σαχλό, δήθεν "ρατσιστικό" αστειάκι σε κάποιο site παρεΐστικου χαβαλέ (λες και κατέβηκε με πλακάτ και ντουντούκα σε ρατσιστική διαδήλωση στο κέντρο της πόλης);

2. Πόσο σοβαρό είναι το επιχείρημα περί "πολιτικών συμπαθειών"; Ποιος απαγορεύει στους αθλητές να έχουν πολιτική άποψη (όσο ακραία κι αν κρίνεται αυτή), και ποιος μπορεί να απαγορεύσει σε έναν διεθνή αθλητή να στέλνει ευχές σε ένα μέλος του Εθνικού Κοινοβουλίου (είτε μας αρέσει αυτό, είτε όχι);

3. Ποιος αθλητής, υπό φυσιολογικές συνθήκες, καθώς και ο προπονητής αλλά και οι οικείοι του, δέχονται σχεδόν αδιαμαρτύρητα μια εξοντωτική -και, κυρίως, άδικη- ποινή η οποία του επιβλήθηκε χωρίς καν να του δοθεί το στοιχειώδες δικαίωμα της απολογίας (παρά μόνον υπό μορφή εκ των υστέρων δηλώσεων "μετανοίας" στα media);

4. Από τι ακριβώς θέλησαν να "προστατέψουν" την αθλήτρια οι εν Ελλάδι αρχές, αποκλείοντάς την; (Το επιχείρημα ότι εκατό χιλιάδες θεατές θα γιουχάιζαν, άμα τη εμφανίσει της στο στάδιο, την "ρατσίστρια" αθλήτρια που έγραψε μια σαχλαμάρα για κουνούπια στο Twitter, δεν πείθει ούτε παιδιά προσχολικής ηλικίας!)

Ομολογώ ότι δεν διαθέτω απαντήσεις στα καθόλου ρητορικά αυτά ερωτήματα. Τις απαντήσεις τις οφείλουν άλλοι. Προς το παρόν, μένουμε να παρακολουθούμε τον νέο διχασμό της ελληνικής κοινωνίας (λες και είχαμε έλλειψη από δαύτους!) σε "ρατσιστές" και "αντιρατσιστές", αριστερούς "δημοκράτες" και δεξιούς "φασίστες", αγγέλους της συγχώρεσης και σκληρούς της τιμωρίας...

Κλείνω με μια προσωπική θέση: Ας μην επικαλούμαστε υψηλά ιδανικά όταν μιλούμε για αθλητισμό σήμερα (ο επιθετικός προσδιορισμός "κλασικός" μόνο ως οξύμωρο στέκει!). Η απόλυτη εμπορευματοποίηση έχει αφαιρέσει προ πολλού κάθε ίχνος ιδεαλισμού που δικαίως υπήρχε την εποχή του ερασιτεχνισμού. Και, δυστυχώς, χάθηκε ακόμα και το θεμελιωδέστερο όραμα του αθλητισμού: η δημιουργία ενός υγιούς σώματος. Γιατί, κάθε άλλο παρά "υγιεινή" είναι η πορεία ενός σύγχρονου αθλητή προς τον πρωταθλητισμό. Και οι νοούντες, νοήτωσαν...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αιτίες και αφορμές...


Άνθρωπος εκτός τόπου και χρόνου καθώς είμαι, θα σας διηγηθώ μια ιστορία που ελάχιστη σχέση έχει με την επικαιρότητα. Την άκουσα προχθές σε μια ταβέρνα, από κάποιους κοσμογυρισμένους φίλους...

Πριν πολλά χρόνια, διοργανώθηκε μια παγκόσμια ολυμπιάδα συγγραφής πρωτότυπου μυθιστορήματος για μαθητές λυκείου. Σε μια χώρα της Αφρικής (την οποία δεν θα κατονομάσω), ανάμεσα στους συμμετέχοντες ήταν η ταλαντούχος νεαρή συγγραφέας Νούα-Νούα. Μαζί με άλλα παιδιά, απέστειλε το μυθιστόρημά της στο αρμόδιο υπουργείο για να το προωθήσει στη διοργανώτρια αρχή του διαγωνισμού, η οποία είχε έδρα σε κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.

Από τη μεριά του, το υπουργείο είχε προσλάβει έμπειρους φιλολόγους για να κάνουν δειγματοληπτικούς ελέγχους στα υποβαλλόμενα κείμενα, έτσι ώστε να εντοπιστούν τυχόν περιπτώσεις λογοκλοπής. Τέτοιες περιπτώσεις θα αποκλείονταν, φυσικά, από τον διαγωνισμό και τα σχετικά κείμενα δεν θα αποστέλλονταν στους διοργανωτές, πράγμα που θα έσωζε τη χώρα από πιθανό διεθνή διασυρμό και ισόβιο αποκλεισμό κάποιων μαθητών της από μελλοντικές συμμετοχές.

Η έκπληξη των υπευθύνων του υπουργείου ήταν μεγάλη όταν, κατά τον έλεγχο, ανακάλυψαν πως το μυθιστόρημα της μεγάλης ελπίδας του τόπου, της Νούα-Νούα, δεν ήταν παρά λέξη προς λέξη αντιγραφή ενός σχετικά άγνωστου διηγήματος του Κινέζου συγγραφέα Μάο Πινγκ!

Οι αρχές βρέθηκαν σε αμηχανία. Έστω κι αν είχαν προλάβει την παρανομία εν τη γενέσει της, το ζήτημα θα δημιουργούσε διεθνή καχυποψία εναντίον της χώρας και ίσως κόστιζε πολυετή αποκλεισμό της Νούα-Νούα από κάθε άλλη επίσημη λογοτεχνική δραστηριότητα εκτός συνόρων.

Τότε, ένα παλιό και έμπειρο στέλεχος του υπουργείου είχε μια ιδέα: θα απέκλειαν την Νούα-Νούα από τον διαγωνισμό, όχι όμως για λογοκλοπή αλλά για «ανάρμοστη κοινωνική συμπεριφορά». Αφορμή θα ήταν μια φωτογραφία της μαθήτριας, η οποία είχε πέσει –δήθεν τυχαία- στα χέρια των αρχών και την έδειχνε να χορεύει πάνω σ’ ένα τραπέζι, σε ένα μαθητικό πάρτι! Αυτό, εκτός των άλλων, θα άφηνε θετικές εντυπώσεις για τη χώρα στους διοργανωτές του διαγωνισμού, που ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε ζητήματα ηθικής...

Πολλοί έμειναν άφωνοι με τη σκληρή απόφαση που πήρε το υπουργείο κατά της Νούα-Νούα. Στο κάτω-κάτω, ήταν η μεγάλη ελπίδα εκείνου του τόπου για διάκριση στον διαγωνισμό, και κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάποιοι της έκοψαν το δρόμο εξαιτίας μιας ανόητης φωτογραφίας! Ο υπουργός, όμως, ήταν κάθετος: «Πάνω απ’ όλα η ηθική. Το λένε κι οι κανονισμοί!» Κάποιοι ηθικολόγοι, μάλιστα, απ’ όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, έσπευσαν να υπερθεματίσουν...

Για την ιστορία, πάντως, σημειώνω ότι, μετά από τόσα χρόνια, κανένας δεν έχει καταφέρει ακόμα να ανακαλύψει την υποπαράγραφο των κανονισμών του διαγωνισμού που απαγορεύει ρητώς τις σχετικά αθώες φωτογραφίες απλού κεφιού σε ένα μαθητικό πάρτι...

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κήρυκες του μίσους: οι παρενέργειες μιας κρίσης...


Στις 20 Ιανουαρίου του 1942, στο Wannsee, κοντά στο Βερολίνο, πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο υπό την προεδρία του Ράινχαρντ Χάιντριχ, τότε επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας των S.S. Αντικείμενο: ο σχεδιασμός της «τελικής λύσης» στο «εβραϊκό πρόβλημα». Το ποια ήταν η προκριθείσα «λύση», το γνωρίζουμε ήδη καλά...

Οι Ναζί ήταν μετρ στην προπαγάνδα μίσους. Στο διαβόητο ντοκιμαντέρ “Der Ewige Jude”, παρουσιάζουν τους εβραίους σαν «παράσιτα» που ζουν εις βάρος των πολιτών της χώρας, χωρίς να εργάζονται και να παράγουν προς όφελος της κοινωνίας. Τους εμφανίζουν ανήθικους και αδίστακτους, και τους παρομοιάζουν με κοινωνική πανώλη. Το τελικό ερώτημα που προκύπτει, «οφείλουμε να εξολοθρεύουμε τέτοια παράσιτα;», έχει μάλλον ρητορικό χαρακτήρα. Η απάντησή του, όμως, στην πράξη οδήγησε σε μια μαζική δολοφονία έξι εκατομμυρίων...

Δεν θα ισχυριστώ, ασφαλώς, ότι τα μεγέθη είναι συγκρίσιμα. Δεν παύουν όμως να με τρομάζουν οι ομοιότητες. Τότε, κάποιοι κήρυκες μίσους στοχοποίησαν μια κοινωνική τάξη, ρίχνοντάς της το ανάθεμα για μια εθνική καταστροφή (την ήττα σε έναν παγκόσμιο πόλεμο) με οδυνηρές συνέπειες για την οικονομία (υπερπληθωρισμός, ακραία ανεργία). Στα ευήκοα ώτα και τις δεκτικές συνειδήσεις των γερμανών, αυτό έδινε κάποια διέξοδο στην απελπισία, αφού είχαν «ανακαλυφθεί» επιτέλους οι «ένοχοι» για την εθνική τραγωδία και η τιμωρία τους (διάβαζε, εξόντωση) δεν θα αργούσε...

Ερχόμαστε στο σήμερα. Όσο κι αν ακούγεται σκληρό, αυτή η κρίση δεν μας εξαθλίωσε μόνο οικονομικά: ακόμα περισσότερο, μας εξαθλίωσε ηθικά. Ή, για να είμαι ακριβέστερος, ανέδειξε την ηθική αθλιότητα που υπολάνθανε μέσα μας! Δεν μας πήρε χρόνο να χωριστούμε σε αλληλομισούμενες κοινωνικές ομάδες που κάθε μια πλειοδοτεί σε κανιβαλιστική αγριότητα απέναντι σε κάποιες άλλες, τις οποίες θεωρεί αποκλειστικά υπεύθυνες για την κρίση. Σκληροί δαρβινικοί νεοφιλελεύθεροι εναντίον ουτοπικών αριστερών κρατιστών... Αντιμνημονιακοί ιδεαλιστές «επαναστάτες» εναντίον κυνικών φιλομνημονιακών πραγματιστών... Εθνικά υπερήφανοι δραχμολάγνοι αυτόχειρες εναντίον «ξεπουλημένων δωσίλογων» ευρωπαϊστών... Όμως, αν κάποιοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν με αξιώσεις τον ρόλο των «εβραίων» της παρούσας κρίσης, αυτοί είναι αναμφίβολα οι δημόσιοι λειτουργοί, στους οποίους αναλογεί η μερίδα του λέοντος από το ανάθεμα της κοινωνίας για την κατάρρευση της χώρας...

Θα είμαι απόλυτα κυνικός: Το εργασιακό δυναμικό της χώρας χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, αυτούς που κατάφεραν να μπουν στο δημόσιο κι αυτούς που δεν το κατάφεραν! (Εξαιρώ μια μειοψηφία που συνειδητά επέλεξε να μείνει απέξω...) Κάποιοι απ’ αυτούς που μπήκαν (σίγουρα ΔΕΝ αποτελούν την πλειοψηφία), αισθανόμενοι ότι «βολεύτηκαν» στην ισόβια κρατική σιγουριά, ανέπτυξαν καταχρηστικές συμπεριφορές που κυμαίνονταν από σχετική αδιαφορία για τα καθήκοντά τους, έως και άνομο χρηματισμό. Έτσι, αναπτύχθηκαν και συντηρήθηκαν οι γνωστές παθογένειες του ελληνικού δημοσίου, για τις οποίες, πάντως, κύριοι υπεύθυνοι δεν ήταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αλλά η έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών εποπτείας εκ μέρους της πολιτείας.

Στις παθογένειες του δημόσιου τομέα θα πρέπει να προσθέσουμε, ασφαλώς, και την ανορθολογική του ανάπτυξη λόγω των διαχρονικών πελατειακών σχέσεων ανάμεσα στους πολίτες-ψηφοφόρους και τα κόμματα εξουσίας. Και πάλι, όμως, δεν υπάρχουν a priori «κακοί» και «καλοί» πολίτες, ανάλογα με το αν αξιοποίησαν ή όχι, αντίστοιχα, αυτές τις «αμαρτωλές» σχέσεις: υπάρχουν, απλά, πολίτες που κατάφεραν ή δεν κατάφεραν να τις αξιοποιήσουν (σας το προανήγγειλα, θα είμαι κυνικός)!

Με την κλιμάκωση της κρίσης και τη ραγδαία επιδείνωση των δεδομένων στην αγορά εργασίας, επόμενο ήταν να στοχοποιηθούν κοινωνικές ομάδες που συνέχισαν να διαθέτουν δυνατότητες επιβίωσης. Για σημαντικό μέρος της Αριστεράς, βασικός στόχος παρέμεινε, ασφαλώς, η «πλουτοκρατία», εννοώντας συλλήβδην τον επιχειρηματικό κόσμο της χώρας. Από την άλλη, για τους σκληρούς του νεοφιλελευθερισμού, δύο ήταν οι κύριες αιτίες της κρίσης: οι καταχρήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος (μια απόλυτα σωστή εκτίμηση, κατά την άποψή μου) και η θεσμική κατοχύρωση της μονιμότητας της εργασίας στον δημόσιο τομέα.

Η δεύτερη αυτή αντίληψη οδήγησε σε μια συστηματική προσπάθεια απαξίωσης του συνόλου των δημοσίων λειτουργών με πρόσχημα τις γνωστές παθογένειες του δημοσίου, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Με πρόθυμους συγκυριακούς ιδεολογικούς συνοδοιπόρους του νεοφιλελευθερισμού, τους μη-προνομιούχους του ιδιωτικού τομέα, που έβλεπαν τις ευκαιρίες στην αγορά εργασίας να λιγοστεύουν, τη στιγμή που κάποιοι άλλοι απολάμβαναν εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια...

Κι αυτοί οι «άλλοι» αποτέλεσαν ιδανικούς αποδιοπομπαίους τράγους για μια κοινωνία σε κρίση, σε απεγνωσμένη αναζήτηση ενόχων για την εθνική καταστροφή. Οι χαρακτηρισμοί, εφιαλτικά όμοιοι μ’ εκείνους που εισέπραξαν οι εβραίοι του μεσοπολέμου στη Γερμανία: «τεμπέληδες», «παράσιτα», «διεφθαρμένοι»... Χωρίς καν το “benefit of the doubt” ενός διαχωρισμού σε «καλούς» και «κακούς»! Έτσι όπως κάποτε μερικοί αδίστακτοι εβραίοι τοκογλύφοι προβλήθηκαν επιδέξια απ’ τη ναζιστική προπαγάνδα ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του εβραϊκού χαρακτήρα...

Όμως, είναι θλιβερό να βλέπει κανείς να πρωτοστατούν ως κήρυκες κοινωνικού μίσους άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό και διανοητικό επίπεδο. Και μάλιστα, σε μια εποχή κρίσης όπου απαιτείται κοινωνική γαλήνη και ενίσχυση των δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Αναφέρω, ενδεικτικά και μόνο, δύο πολύ σκληρά άρθρα οργισμένου νεοφιλελεύθερου λόγου, που διαβάσαμε πρόσφατα στο «Βήμα»: «Δημόσιο και έλλειμμα δημοκρατίας» (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=466527) και «Τα παιδιά σου ρε, δεν τα λυπάσαι;» (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=467514). Αυτό που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο είναι η αγριότητα που αποπνέουν κάποια σχόλια αναγνωστών. Σταχυολογώ μερικά:

«Αρκεί να αρθεί η μονιμότητα, να σας αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου (!) και να σταματήσει ο συνδικαλισμός στο δημόσιο.»

«Αναρωτιέμαι πόσοι κηφήνες, κοπρίτες, αρπακτικά (...) θέλουμε να μας κυβερνούν.»

«Καιρός να τελειώνουμε με αυτούς (σ.σ. τους δημοσίους υπαλλήλους), χρειαζόμαστε μία οριστική λύση!» (Σας θυμίζει τίποτα;)

«Αγνοείται η επαφή με την πραγματικότητα της οργής που θα ξεχειλίσει κατά των Κηφήνων και θα τους σαρώσει με τρόπο που δεν έχει προηγούμενο. (...) ΕΡΧΕΤΑΙ και ο νοών νοείτω!»

«Κάντε το σταυρό σας (...) γιατί ξεχειλίζει όπου να ‘ναι η οργή και γίνεται ποτάμι!»

«Πρώτα τα κομματόσκυλα οι δημόσιοι υπάλληλοι (...) και μετά η Ελλάδα... Ίσως η καταστροφή να είναι μια λύση.»

Δεν γνωρίζω αν οι εκφραστές δημόσιας γνώμης έχουν συναίσθηση του μεγέθους της ευθύνης τους! Η κοινωνία είναι μια πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί. Και τα θραύσματα δεν θα κάνουν διακρίσεις. Έτσι όπως, αν ανοίξεις μια τρύπα στη βάρκα καταμεσής στο πέλαγο για να πνίξεις όσους μισείς, θα βρεθείς κι εσύ στον πάτο! Ακόμα κι οι Ναζί πήραν στο τέλος αυτό το πικρό μάθημα, όταν ήταν ήδη αργά γι’ αυτούς και τη χώρα τους...

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Μαθαίνοντας σκοποβολή πάνω στους Ινδιάνους!

Σε ένα χωριό της άγριας Δύσης, ο σερίφης προκήρυξε θέση βοηθού. Επειδή κανένας απ' τους κατοίκους του χωριού δεν ήταν ιδιαίτερα δεινός στη χρήση των όπλων, οι πιο νέοι άρχισαν εντατικά μαθήματα σκοποβολής. Κάποιοι στόχευαν άδεια μπουκάλια από ουίσκι. Άλλοι πυροβολούσαν τενεκεδάκια από χρησιμοποιημένες κονσέρβες. Ο νεαρός Τζο είχε μια πιο προχωρημένη ιδέα: να βάλει στο σημάδι ζωντανούς στόχους! Η επιλογή δεν ήταν δύσκολη: Στην άλλη πλευρά του βουνού υπήρχε ένα χωριό Ινδιάνων. Οι συγχωριανοί του Τζο φοβόντουσαν πολύ τους Ινδιάνους, παρασυρμένοι απ' τις ιστορίες που διηγούνταν κάποιοι περαστικοί. Έτσι, θα έβλεπαν με "κατανόηση" (αν όχι κι ευγνωμοσύνη) την πράξη του Τζο! Κι έτσι ο Τζο ξεκίνησε μαθήματα σκοποβολής πυροβολώντας αδιάκριτα τους Ινδιάνους - άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους, καλούς και κακούς...

Είχα πει να μην ξαναγράψω ως το Σεπτέμβρη. Οι ζέστες, εξάλλου, υπονομεύουν την ευθυκρισία και ευνοούν την πνευματική νωθρότητα. Όμως, δεν μπορούσα να σιωπήσω... Ακόμα κι αν θα 'πρεπε να υπερβώ μια απ' τις αρχές μου και να εκφραστώ με αρνητικό τρόπο για το πνευματικό δημιούργημα ενός νέου επιστήμονα -ή, για να ακριβολογήσω, μιας νέας επιστήμονος-, γνωρίζοντας πόση ανάγκη από ενθάρρυνση έχει στα πρώτα αρθρογραφικά βήματά της...

Όμως, τα πρώτα βήματα είναι καθαγιασμένα όταν γίνονται πάνω σε γη που δεν την έχουμε καταπατήσει. Κι αυτός ο κανόνας δεν τηρήθηκε σ' αυτή την περίπτωση. Δεν ξέρω ποιοι παρέσυραν την τόσο αξιόλογη αυτή μεταπτυχιακή σπουδάστρια να καταπιαστεί με ένα θέμα που γνώριζε μόνο από περιρρέοντες γενικούς αφορισμούς, κι όχι από προσωπική πείρα. Το σίγουρο είναι πως της έκαναν κακό! Και το ρόλο του "κακού" ανέλαβα να παίξω εγώ, κι ας είχα απέναντί μου το άλλο μισό του διχασμένου εαυτού μου να πυροβολεί την κάθε μου λέξη! Γιατί έπρεπε να υπερασπιστώ μια ολόκληρη τάξη ανθρώπων που έφαγαν τόνους λάσπης απ' την αρχή αυτής της κρίσης. Κι η επιστήμη δεν εφευρέθηκε για να ρίχνει περισσότερη λάσπη, μα αντίθετα για να την καθαρίζει όπου υπάρχει, αναδεικνύοντας την αλήθεια!

Οι "Ινδιάνοι" της ιστορίας μας είναι το σύνολο των δημόσιων λειτουργών της χώρας. Ο "Τζο" είναι η νεαρή επιστήμων που προαναφέραμε. Το όπλο της, ένα άρθρο που δεν θα 'πρεπε να 'χε γράψει... Το δικό μου άρθρο ήταν απλά η συμβουλευτική φωνή του σερίφη που λέει στον Τζο πως δεν ξεκίνησε σωστά τις σπουδές του στη σκοποβολή. Και του το λέει επειδή και μόνο πιστεύει στην αξία και τις δυνατότητές του... Αλλιώς, δεν θα 'χε μπει καν στον κόπο!

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Δημόσιο: Όταν η επιστημονική ελαφρότητα συναντά τον πολιτικό δόλο


Αν ήθελα να δώσω έναν σκοτεινό –και, σε κάθε περίπτωση, όχι καλοπροαίρετο- ορισμό της πολιτικής, θα έλεγα πως είναι η τέχνη της διαχείρισης του δημόσιου ψεύδους. Συν τοις άλλοις, ένας τέτοιος ορισμός διαχωρίζει την πολιτική από την επιστήμη, η οποία εξ ορισμού αναζητά την αλήθεια μέσα από τους αυστηρούς κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας. Το πρόβλημα για την επιστήμη αρχίζει τη στιγμή που αυτή διολισθαίνει –έστω, ασυνείδητα- στις λογικές και τις πρακτικές της πολιτικής...

Στις 7-9-2011, μια αμετροεπής και αψυχολόγητη δήλωση του τότε Υπουργού Υγείας Α. Λοβέρδου στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, σηματοδότησε μια ολομέτωπη επίθεση κατά του συνόλου των δημόσιων λειτουργών της χώρας: «Το 1 εκατομμύριο υπάλληλοι που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο.»

Όσο κι αν θα ήθελα να αποφύγω την δίκη προθέσεων, δεν μπορώ να μην διακρίνω πολιτικό δόλο στη δήλωση του Υπουργού. Ήταν η εποχή που η τότε κυβέρνηση θα έπρεπε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για επερχόμενες δραματικές αλλαγές στον δημόσιο τομέα, που μόνο αναίμακτες δεν επρόκειτο να είναι. Και ο αποτελεσματικότερος τρόπος να θυσιάσεις κάποιους χωρίς να συναντήσεις κοινωνικές αντιδράσεις, είναι να φροντίσεις πρώτα με κάποιον τρόπο να τους δαιμονοποιήσεις. Η μέθοδος είναι παλιά και αποτελεσματική: την είχαν ήδη δοκιμάσει οι Ναζί πριν ξεκινήσουν το Ολοκαύτωμα!

Αυτό που επακολούθησε μετά την διαβόητη πολιτική δήλωση ήταν ένας ανηλεής κοινωνικός κανιβαλισμός εις βάρος όλων ανεξαιρέτως των εργαζομένων στο δημόσιο. Οχετοί ύβρεων εναντίον τους κατέκλυσαν το Διαδίκτυο, ενώ ένα ρεύμα χαιρεκακίας άρχισε να απλώνεται μόλις έγινε γνωστή η επικείμενη κατάργηση κρατικών θέσεων εργασίας και η διαφαινόμενη εξώθηση χιλιάδων ανθρώπων στην ανεργία. Το «κόλπο γκρόσο» της εξουσίας πέτυχε απόλυτα: πατώντας στις αδιαμφισβήτητες παθογένειες του δημόσιου τομέα (για τις οποίες, εν τούτοις, κυρίως υπεύθυνη ήταν η ίδια η εποπτεύουσα εξουσία), κατάφερε να στρέψει την οργή και το ανάθεμα της κοινωνίας στην κατεύθυνση μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, στην οποία αποδόθηκε η αποκλειστική ευθύνη για την οικονομική (αν όχι και την εν γένει αξιακή) κατάρρευση της χώρας... 

Όσο κι αν για κάποιους η δήλωση του κ. Λοβέρδου υπήρξε εξοργιστική, ήταν απόλυτα μέσα στο πλαίσιο του αναμενομένου σε σχέση με την ηθική και τις πρακτικές της πολιτικής. Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν ότι την ίδια εμπαθή, μονόπλευρη, ισοπεδωτική, καθολικά και αδιάκριτα αφοριστική λογική θα συναντούσαμε σε ένα επιστημονικό κείμενο! Αναφέρομαι στο άρθρο «Δημόσιο και έλλειμμα δημοκρατίας» (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=466527) της Ελένης Δ. Τσέλιγκα, υποψήφιας διδάκτορος Πολιτικών Επιστημών, το οποίο διαβάσαμε πρόσφατα στο «Βήμα».

Κεντρική ιδέα του άρθρου είναι ότι, ο δυσλειτουργικός χαρακτήρας του ελληνικού δημοσίου δεν είναι πρωτίστως πρόβλημα οικονομίας για τη χώρα, αλλά πρόβλημα που αφορά την ακεραιότητα αυτού τούτου του δημοκρατικού πολιτεύματός της. Με απλά λόγια, ο δημόσιος τομέας προκαλεί «ελλείμματα δημοκρατίας» πολύ περισσότερα απ’ τα δημοσιονομικά ελλείμματα που επιφέρει στην οικονομία!

Δεν έχω χώρο να αναλύσω λέξη προς λέξη το άρθρο (το οποίο υποθέτω ότι ο αναγνώστης έχει ήδη μελετήσει), έτσι θα περιοριστώ σε μερικές επιμέρους παρατηρήσεις:

1. Το «δια ταύτα» του άρθρου δεν είναι ξεκάθαρο. Τι ακριβώς προτείνεται; Η ολική κατάργηση του «διεφθαρμένου» (κατά την αρθρογράφο) δημόσιου τομέα; Ή (πράγμα λογικότερο) η θεραπεία των χρονιζουσών παθογενειών του; Και, πώς θα επιτευχθεί αυτή η θεραπεία; Με άρση, π.χ., της μονιμότητας; Αυτό δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της σχέσης υποτέλειας εκλογέων-κυβερνήσεων (αφού κάθε νέα κυβέρνηση θα μπορεί να απολύει και να επαναδιορίζει), άρα και τη διεύρυνση του «ελλείμματος δημοκρατίας»;

2. Δεν νομίζω να είναι ελληνική πρωτοτυπία το ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν μέρος του εκλογικού σώματος, ή, αντίστροφα, ότι η εκάστοτε κυβέρνηση εκτιμά τις ανάγκες του δημόσιου τομέα και προβαίνει, αναλόγως, στις απαραίτητες προσλήψεις προσωπικού. Και υπάρχουν πλέον διαδικασίες που διασφαλίζουν, σε μεγάλο βαθμό, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία των επιλογών. Ποια είναι η αιτιατική σχέση όλων αυτών με το υποτιθέμενο «έλλειμμα δημοκρατίας»;

3. Σε ποιο εγχειρίδιο πολιτικής επιστήμης παρατίθεται η απόδειξη του ισχυρισμού της αρθρογράφου, ότι η δημοκρατία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ώστε μια χώρα να μην είναι «φτωχή και με περιορισμένη διεθνή επιρροή»; Να θυμίσω ποια είναι η τρίτη μεγαλύτερη (και ταχέως αναπτυσσόμενη) οικονομία του κόσμου, και τι είδος «δημοκρατικού» πολιτεύματος διαθέτει;

4. Από ποια στοιχεία προσωπικής έρευνας της αρθρογράφου προκύπτει ότι ο δημόσιος τομέας (μη αμφισβητουμένων, ασφαλώς, των παθογενειών του) είναι στο σύνολό του «διεφθαρμένος», όπως παρεμφαίνεται σε όλη την έκταση του άρθρου; Επίσης, από πού προκύπτει ότι η «βαρβαρότητα» αποτελεί καθολική ιδιότητα των δημοσίων υπαλλήλων (ή έστω, της πλειονότητάς τους); Θεωρεί η υποψήφια διδάκτωρ ότι τέτοιες αναπόδεικτες απλουστευτικές γενικεύσεις, ποτισμένες με φανερή δόση εμπάθειας και προκατάληψης, αποτελούν δείγμα σοβαρής επιστημονικής προσέγγισης σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα;

5. Αυτό που ίσως δεν κατανοεί η αρθρογράφος είναι ότι ο δημόσιος τομέας δεν είναι ένα απομονωμένο στεγανό της δημοκρατίας, της οποίας την «ποιότητα» απειλεί, αλλά ισχύει μάλλον το αντίστροφο: οι αδυναμίες στη διαχείριση του πολιτεύματος από τους εκάστοτε φορείς εξουσίας, βλάπτουν το δημόσιο, όπως εξίσου βλάπτουν και κάθε άλλη πτυχή της κοινωνικής ζωής του τόπου (ρίξτε μια ματιά, π.χ., στην παραοικονομία –εκλεκτό τέκνο του ιδιωτικού, κυρίως, τομέα- την οποία καμία κυβέρνηση ως τώρα δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά).

Σε ένα πράγμα θα συμφωνήσω απόλυτα με την αρθρογράφο: Οι δικτατορικές μέθοδοι των πανίσχυρων συνδικάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνιστούν πράγματι απειλή για την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Γιατί, θύμα των πρακτικών τους πέφτει το σύνολο της κοινωνίας, «καλοί» και «κακοί», ανεξάρτητα απ’ το αν ανήκουν σ’ αυτούς που συμπαθεί ή σ’ εκείνους που μέμφεται η αρθρογράφος. Στην οποία, παρεμπιπτόντως, εύχομαι επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών της, πράγμα για το οποίο είμαι απόλυτα βέβαιος!

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Περί μοναξιάς (ή, τι είναι, τελικά, ρατσισμός;)

Κάποιες άλλες, μακρινές εποχές, η είδηση θα είχε αναστατώσει το πανελλήνιο. Οι εφημερίδες θα την πρόβαλλαν με πηχυαίους τίτλους, ενώ θα ήταν για μέρες το πρώτο θέμα της ειδησεογραφίας στα κανάλια και στα ραδιόφωνα... Σήμερα, η είδηση πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων (αν έφτασε καν ως εκεί), ενώ για τα κανάλια ήταν ένα «συνηθισμένο» περιστατικό του καθημερινού αστυνομικού δελτίου. Πώς λέει εκείνο το χιλιο-αναμασημένο κλισέ για το τέρας που δεν μας τρομάζει πια γιατί αρχίσαμε να του μοιάζουμε;

Η μοναξιά είναι αναμφίβολα μια δυσάρεστη συνθήκη (εξαιρώ την εκ πεποιθήσεως μοναχικότητα) η οποία υπόκειται σε κάποιας μορφής κοινωνική και ψυχολογική διαστρωμάτωση. Ας πούμε, μοναξιά νιώθει ένας νεαρός το σαββατόβραδο γιατί η παρέα του δεν τον κάλεσε στο πάρτι, όπως κι ένας πρόσφατα διαζευγμένος που δεν έχει ακόμα προλάβει να δικτυωθεί κοινωνικά. Γνωστό επίσης το ιδιότυπο αίσθημα μοναξιάς του φαροφύλακα, καθώς και του τερματοφύλακα προ της εκτέλεσης ενός πέναλτι. Θα μιλήσω, όμως, σήμερα για ένα είδος εφιαλτικής μοναξιάς που όλοι θέλουμε να ξορκίσουμε από τα βάθη του ορίζοντα της ζωής μας...

Σίγουρα θα έχετε συναντήσει ανθρώπους που πέρασαν τα ογδόντα και βρέθηκαν στην ανάγκη να ζουν μόνοι. Για να σας κάνω ακόμα χειρότερο το σενάριο, σκεφτείτε κάποιον που μόλις πριν ένα χρόνο έχασε τη σύντροφό του, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που είχε για παρέα κι η παρουσία του τού έδινε κάποιο αίσθημα ασφάλειας... Τώρα οι νύχτες ήταν άυπνες και βασανιστικά αξημέρωτες. Κι ο κάθε θόρυβος απ’ την κουζίνα έμοιαζε με απειλή ικανή να προκαλέσει πανικό, ώσπου το φως της μέρας νάρθει σαν βάλσαμο παρηγοριάς και σαν ψευδαίσθηση προστασίας...

Ευτυχώς υπήρχε μια σύνταξη, χάρις στην οποία μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια χωρίς να επιβαρύνει τα παιδιά του (τα οποία ήταν αναγκασμένα να μένουν μακριά). Χρόνια τώρα, μια φορά το μήνα συνδύαζε τον πρωινό του περίπατο με μια βόλτα ως την τράπεζα, να πάρει το καθορισμένο ποσό που θα του επέτρεπε να βγάλει τις δύσκολες μέρες που ακολουθούσαν. Δεν υπήρχε κανείς να τον συνοδέψει με ασφάλεια στο σπίτι, κι έτσι γύριζε μόνος του, κουβαλώντας στην τσέπη το πολύτιμο για την επιβίωση φορτίο του.

Δεν ξέρω αν το ‘χε, όμως, πληροφορηθεί (μα, κι αν το γνώριζε, τι θα μπορούσε να κάνει;) πως η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη που ήξερε! Κάποτε ζούσαν εδώ άνθρωποι – καλοί, κακοί, με τις αρετές και τις αμαρτίες τους. Σήμερα οι άνθρωποι αναγκάζονται να συμβιώνουν με κτήνη. Και, όσο πιο πολύ συμβιώνουν μ’ αυτά, τόσο πιο πολύ συνηθίζουν στην κτηνωδία, μέχρι που σιγά-σιγά παύουν να τη φοβούνται – όπως το τέρας όταν αρχίζει κανείς να του μοιάζει!

Στη χώρα της απόλυτης παρακμής τα πάντα εισάγονται, αφού έχουμε ξεχάσει πια τι θα πει παραγωγή – από κηπευτικά είδη και μικροσυσκευές έως πολιτισμό και ποιότητα ζωής. Και, επειδή φαίνεται γίναμε υπερβολικά πολλοί και ανεπίτρεπτα πλούσιοι, αποφασίσαμε ν’ ανοίξουμε τα σύνορα και στο εισαγόμενο έγκλημα, μήπως κι εξισορροπήσουμε κάπως την κατάσταση και καταφέρουμε, τελικά, να γίνουμε λιγότεροι και φτωχότεροι!

Το γεροντάκι των 82 χρόνων στο Παγκράτι ήταν εύκολος στόχος καθώς γυρνούσε μόνος από την τράπεζα με την πολύτιμη σύνταξη στην τσέπη. Δύο «απελπισμένοι» (sic) της περιοχής (σύμφωνα με μαρτυρίες περιοίκων) τον είχαν βάλει από καιρό στο σημάδι. Την πρώτη φορά απλώς τον λήστεψαν. Τη δεύτερη φαίνεται πως βρήκαν ζόρι καθώς τον ακολούθησαν ως μέσα στο σπίτι του. Έτσι, αναγκάστηκαν να του κλείσουν το στόμα για να μη φωνάζει και τους πάρουν είδηση οι γείτονες. Ως πρόχειρο μέσο απόφραξης του στόματός του, που σε λίγα λεπτά επρόκειτο να σιγήσει για πάντα από ασφυξία, επέλεξαν μια ικανή ποσότητα χαρτιού υγείας από την τουαλέτα... (Δεν λαϊκίζω, κυρίες και κύριοι ανθρωπιστές: τις πληροφορίες τις αντλώ απευθείας από τα έγκυρα μέσα ενημέρωσης και τον δημοκρατικό Τύπο!)

Και, επειδή κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει να αφαιρούν το περιτύλιγμα της άνοστης, χιλιομασημένης τσιχλόφουσκας του «ρατσισμού», θα θέσω ένα ερώτημα που προσωπικά θεωρώ ρητορικό: Τι είναι, αν όχι ρατσιστική, η «κατανόηση» και η ανοχή απέναντι στην άσκηση ακραίας βίας από τους βιολογικά ανθεκτικότερους στους, κατ’ αναλογία, αδύναμους κι ανήμπορους να αμυνθούν;

Το μέγεθος του κακού σ’ αυτή την πόλη έγινε πια τέτοιο που δεν μπορεί να χωρέσει σε συμβατικές ηθικές αξιολογήσεις (όπως είπε και κάποιος διαβόητος εγκληματίας πολέμου, ένα εκατομμύριο θάνατοι δεν είναι τραγωδία, είναι στατιστική!). Πιστή στις επιταγές του Δαρβίνου, η κοινωνία των ανθρώπων έχει ασυνείδητα αναπτύξει νοσηρά ανακλαστικά αυτοσυντήρησης με τελικό στόχο το ξεσκαρτάρισμα των βιολογικά αδύναμων και κοινωνικά μη-παραγωγικών στοιχείων. Γι’ αυτό και, στη χρεοκοπημένη Ελλάδα τού σήμερα, το γεροντάκι των 82 που απολάμβανε το «προνόμιο» μιας ολόκληρης σύνταξης, μέσα στα πειραγμένα υποσυνείδητά μας ίσως και να πρόβαλλε ως ανεπίτρεπτη «πολυτέλεια» που θα ‘πρεπε με κάποιον τρόπο να εκλείψει!

Αυτό εξηγεί, άλλωστε, τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων, τις λιτές και άχρωμες –σχεδόν εξαναγκαστικές- αναφορές ρουτίνας στα μέσα ενημέρωσης, μα, κυρίως, την απουσία έμπρακτης ευαισθησίας εκ μέρους όσων κόπτονται επιλεκτικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτοχρίζονται σταυροφόροι κατά του ρατσισμού!

Όμως, φίλοι μου, η εθνική τραγωδία μας δεν είναι μόνο τα εισαγόμενα κτήνη που δεν διστάζουν να δολοφονήσουν ανήμπορους ανθρώπους για να εξασφαλίσουν την καθημερινή τους επιβίωση. Είναι, γενικότερα, η ίδια η εισαγόμενη κτηνωδία, κάθε μορφής, άσχετα από φυλές και εθνικές προελεύσεις. Από συναδέλφους εκπαιδευτικούς που υπηρετούν στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, πληροφορούμαι ότι η ενδοσχολική βία έχει κάνει για τα καλά την εμφάνισή της και στη χώρα μας, κατ’ απομίμηση, π.χ., γνωστών Αμερικανικών προτύπων. Από την άλλη, η αναβίωση ακραίων «πολιτικών» ιδεολογιών και –κυρίως- πρακτικών σε χώρες της Ευρώπης έχει εμφανή επίδραση και στα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα της χώρας μας (και δεν χρειάζεται, νομίζω, να εξηγήσω τι εννοώ...).

Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της προβλήματα τέτοιου μεγέθους, αν πρώτα η ίδια η κοινωνία δεν τα καταδικάσει στη συλλογική της συνείδηση. Μια συνείδηση που πρέπει, όμως, να πάψει να εμφανίζεται κατακερματισμένη με βάση τις όποιες κομματικές συμπάθειες ή ιδεολογικές διαφορές, και να λειτουργήσει με αίσθημα μη-επιλεκτικού ανθρωπισμού αλλά και εθνικής αυτοσυντήρησης, δίνοντας προτεραιότητα στη μέριμνα για τον κατά τεκμήριο πιο αδύναμο συμπολίτη μας.

Κι ας αφήσουμε, επιτέλους, κατά μέρος τις γελοίες ρητορείες περί δήθεν εθνικού ή φυλετικού «νεο-ρατσισμού» της κοινωνίας μας: είμαστε κατά παράδοση ο πιο ανεκτικός και φιλόξενος λαός του κόσμου! Αυτονοήτως, βέβαια, για εκείνους που τιμούν τους κανόνες της φιλοξενίας και σέβονται αυτούς που τους την προσφέρουν...

ΤΟ ΒΗΜΑ