Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Ιστορία μιας προσφυγοπούλας (κι ενός πονηρού εμπόρου)


Δεν θυμάμαι αν την ιστορία την πρωτοάκουσα από τη γιαγιά μου, που είχε έρθει πρόσφυγας από την Πόλη. Το σίγουρο είναι ότι όλο και περισσότερο την ακούω και πάλι σήμερα, όμως σε μία σύγχρονη εκδοχή της. Εγώ, πάντως, θα την αφηγηθώ στην πρωτότυπή της μορφή. Και κάποιοι «μυημένοι» ομοϊδεάτες μου ίσως καταλάβουν τη συμβολική σημασία της...

Μια φορά στην Πόλη, λοιπόν, ένας σπαγγοραμμένος έμπορος υιοθέτησε ένα ορφανό και πάμφτωχο κορίτσι, το οποίο κάποτε ανήκε σε πλούσια και δοξασμένη οικογένεια που χρεοκόπησε και ξέπεσε.

Μοναδική προίκα του κοριτσιού (εκτός από το καλό της όνομα) ήταν ένα οικόπεδο σε κάποιο σημείο της Πόλης, εκεί που άλλοτε βρισκόταν το κατεδαφισμένο, πια, αρχοντικό της οικογένειας. Ο πονηρός έμπορος είχε βάλει στο μάτι το προνομιακό οικόπεδο για να χτίσει εκεί μια βίλα, την οποία θα εμφάνιζε ως μελλοντική προίκα του κοριτσιού όταν αυτό θα ερχόταν σε ηλικία γάμου.

Ώσπου κάποια στιγμή τής είπε με στενοχώρια ότι οι δουλειές δεν πήγαιναν και τόσο καλά, και θα έπρεπε να βοηθήσει κι εκείνη λιγάκι για να μαζευτούν τα χρήματα για το χτίσιμο. Την έπεισε, λοιπόν, να πιάσει δουλειά σαν υπηρέτρια σε πλούσια σπίτια σε άλλες, μακρινές πολιτείες. Κι εκείνη δεν αρνήθηκε...

Γύρισε κάποια στιγμή στην Πόλη, έχοντας μαζέψει κάμποσα χρήματα από τη δουλειά της. Και όλα τα πήρε ο έμπορος για να τα βάλει στην κατασκευή του σπιτιού. Σε εκείνη έδινε μόνο ένα ξεροκόμματο, ίσα να μην πεθάνει από την πείνα. Και έτσι αυτή άρχισε σιγά–σιγά να λιώνει και να ζαρώνει, ώσπου γίνηκε σωστός σκελετός που σε τίποτα δεν θύμιζε το όμορφο κορίτσι που ήταν κάποτε!

Όταν, επιτέλους, τέλειωσε το χτίσιμο της βίλας, εκείνη ήταν πια ελεεινά αδυνατισμένη, πρόωρα γερασμένη και ήδη απαξιωμένη από όλους τους υποψήφιους γαμπρούς της Πόλης. Όμως ο έμπορος καμάρωνε για το πελώριο, πολυτελές σπίτι που είχε φτιάξει. Οι κακές γλώσσες, μάλιστα, έλεγαν τότε ότι είχε κανονίσει ώστε η βίλα να είναι ουσιαστικά στο όνομά του για να την χρησιμοποιεί με τρόπο προσοδοφόρο για εκείνον. Όσο για την κόρη, τριγύριζε σαν φάντασμα μέσα στο καινούργιο σπίτι «της» που, για εκείνη, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από ένας τάφος πολυτελείας...

Βέβαια, για τους περισσότερους αυτό είναι μόνο ένα παραμύθι δίχως ιδιαίτερη σημασία. Ας το δεχθούμε, λοιπόν, ως τέτοιο για την ώρα. Και ας αφήσουμε την ίδια την Ιστορία να αναδείξει το διορατικό ή το ευφάνταστο των νοημάτων του. Εξ άλλου, κάποτε κι εμείς ακόμα που το αφηγούμαστε είχαμε αρνηθεί να το διανοηθούμε. Πόσο μάλλον να το πιστέψουμε...

* Ο Κώστας Παπαχρήστου επιμένει να αγαπά μία προγονική (του) Ιδέα. Κι ας ανήκει – κατά τη γνώμη μερικών ιδιοτελών κολάκων – στους «κομπλεξικούς» και τους «μίζερους» που έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν για τους «σωτήρες» της...

Aixmi.gr