Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Τα πρόσωπα του λαϊκισμού


1. Εισαγωγή


Αν κάποιος θέσει τη λέξη «λαϊκισμός» στη γνωστή μηχανή αναζήτησης του Διαδικτύου, θα ξανοιχτεί μπροστά του ένα από τα μεγαλύτερα και ζωηρότερα πολιτικά debates της εποχής. Υπάρχει, καταρχήν, σαφής ορισμός του λαϊκισμού, ή μήπως ο όρος δεν είναι καν εννοιολογικά δόκιμος; Κι αν όντως ο όρος αντιστοιχεί σε κάτι υπαρκτό, είναι αυτό τόσο κακό όσο του αποδίδεται; Και, μήπως εν τέλει κι ο ίδιος ο αντι-λαϊκισμός είναι μια άλλη όψη του λαϊκισμού, «πασπαλισμένη» με τη χρυσόσκονη της λεκτικής κομψότητας και του ακαδημαϊκού ύφους;

Το παρόν σημείωμα δεν ισχυρίζεται ότι διαθέτει γενικά αποδεκτές απαντήσεις. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμο να συνοψίσουμε κάποια στοιχεία που ενδέχεται, αν μη τι άλλο, να βοηθήσουν στην αξιολόγηση μιας πολιτικής συμπεριφοράς ως προς το κατά πόσον εμπεριέχει ή όχι λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Τα στοιχεία που παρατίθενται αντανακλούν, ασφαλώς, απολύτως προσωπικές απόψεις και δεν διεκδικούν δάφνες οικουμενικότητας!

2. Τυπικά γνωρίσματα του λαϊκισμού


Τον λαϊκισμό δεν θα τον θεωρήσουμε εδώ ως πολιτική ιδεολογία αλλά ως πολιτική νοοτροπία και πρακτική. Ως τέτοια, μπορεί να παρεισφρέει σε κάθε ιδεολογική απόχρωση, νοθεύοντάς την, αποσυνθέτοντάς την και, σε ακραία περίπτωση, μετατρέποντάς την σε ιδεολογική διαστροφή!

Από εννοιολογική άποψη, ο λαϊκισμός δύσκολα επιδέχεται μονοσήμαντο και οικουμενικά αποδεκτό ορισμό. Για κάποιους, μάλιστα (μεταξύ αυτών, μερικοί ιδιαίτερα αξιόλογοι εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού χώρου) αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» δεν είναι καν δόκιμος, αφού είναι παράγωγο μιας λέξης – «λαός» – με ασαφές περιεχόμενο και αμφίβολη εννοιολογική υπόσταση, που αντιπροσωπεύει απλά μια καθιερωμένη νοητική σύμβαση.

Παρακάμπτοντας τα δύσβατα μονοπάτια ενός γενικού ορισμού, θα αρκεστούμε στην καταγραφή των πλέον τυπικών γνωρισμάτων μιας πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται, γενικά, ως λαϊκιστική:

1. Η υποκριτική, δημαγωγική και – κατά κανόνα – πολιτικά ιδιοτελής χειραγώγηση του λαού μέσω κολακευτικής προς αυτόν ρητορείας.

2. Η υπεραπλούστευση των ζητημάτων, η ρηχότητα των θέσεων και η συστηματική αποφυγή μιας σοβαρής και αντικειμενικής προσέγγισης των πραγμάτων.

3. Η στόχευση κυρίως στο θυμικό της κοινωνίας, κι ελάχιστα έως καθόλου στη λογική.

4. Η καταφυγή σε μια εύκολη (συχνά, ακόμα και χυδαία) συνθηματολογία αντί μιας πραγματικής πολιτικής επιχειρηματολογίας.

5. Η μανιχαϊστική απεικόνιση της πραγματικότητας, βάσει της οποίας το δίπολο «καλού» – «κακού» αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, από τον λαό και, απέναντί του, κάποιες δυνάμεις (ή πρόσωπα) που επιβουλεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντά του. Αυτό οδηγεί στην αναζήτηση (ή, εν ανάγκη, στην επινόηση) «εχθρών» του λαού και στη δαιμονοποίηση προσώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

6. Η έντεχνη διαχείριση και πολιτική αξιοποίηση του μαζικού φόβου και – κυρίως – του μαζικού θυμού.

Το στοιχείο του θυμού είναι το πιο δόλιο κι επικίνδυνο όπλο του λαϊκισμού, ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων. Είναι, θα λέγαμε, η κερκόπορτα, η ανοιχτή πληγή, μέσα από την οποία ο λαϊκισμός εισβάλλει στη συλλογική κοινωνική συνείδηση αποζητώντας πολιτικά οφέλη. Η μεθόδευση αυτή απαιτεί δύο δεδομένα: (α) Μια κοινωνία επιρρεπή, λόγω ιδιαίτερων ιστορικών συγκυριών, στο θυμό. (β) Ένα πρόσωπο, μια κοινωνική ομάδα, ή ακόμα και μια ιδέα, που μπορούν να στοχοποιηθούν ως (εσωτερικοί ή εξωτερικοί) εχθροί των λαϊκών συμφερόντων και αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα δεινά του λαού.

3. Όψεις του λαϊκισμού


Αν και, γενικά, τα εξωτερικά του γνωρίσματα είναι κοινά, ο λαϊκισμός παρουσιάζεται με διάφορες μορφές και κατηγοριοποιείται ανάλογα, σε συνάρτηση με τις πολιτικές, κοινωνικές ή άλλες συνθήκες της εποχής. Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Εθνικιστικός λαϊκισμός

Είναι η πιο επικίνδυνη και καταστροφική εκδοχή του λαϊκισμού, αφού ο συνδυασμός του με την εθνικιστική υπερβολή δημιουργεί ένα εν δυνάμει εκρηκτικό μείγμα που συχνά οδηγεί σε πολέμους ή εθνικές καταστροφές.

Η Ελλάδα βίωσε την εμπειρία μιας τέτοιας καταστροφής στον πόλεμο του 1897. Όμως, σε παγκόσμια κλίμακα, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την άνοδο της ναζιστικής Γερμανίας και τη δεύτερη μεγάλη παγκόσμια τραγωδία του εικοστού αιώνα, που επακολούθησε. Με τη γνωστή εμπρηστική εθνικιστική τους ρητορεία, οι ναζί κατάφεραν να χειραγωγήσουν τον γερμανικό λαό, αξιοποιώντας πολιτικά την πικρία των Γερμανών για τον ταπεινωτικό τρόπο με τον οποίο είχε επισφραγισθεί η ήττα της χώρας στο Μεγάλο Πόλεμο (1914–1918), αλλά και την εξάντληση της κοινωνίας από τις συνέπειες μιας ακραίας οικονομικής κρίσης.

Ο Χίτλερ είχε δείξει από νωρίς τις προθέσεις του για το ποιους θα επρόκειτο να στοχοποιήσει ως «εχθρούς» του Τρίτου Ράιχ, δαιμονοποιώντας την εβραϊκή φυλή στο σύνολό της και ορίζοντάς την αυθαίρετα ως αποκλειστικά υπεύθυνη για δεινά της Γερμανίας. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε καλά...

Αντισυστημικός λαϊκισμός

...Όπου ως «σύστημα» νοείται κάποια ελίτ, μια κατεστημένη – και, κατά μία έννοια, προνομιούχα – κοινωνική τάξη που προβάλλεται ως πόλος ανισοτικής σχέσης απέναντι στο λαό.

Ως πρόσφατο παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, και η ενθρόνισή του στο Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ αξιοποίησε έξυπνα την αγανάκτηση μιας μεγάλης μερίδας Αμερικανών για τις καταχρήσεις και τις ακρότητες της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας», την οποία είχε κατορθώσει να επιβάλει η ακαδημαϊκή ελίτ στην αμερικανική κοινωνία. Πατώντας, επί πλέον, στο πρόβλημα της ανεργίας, στοχοποίησε ως κύριο (αν όχι αποκλειστικό) αίτιο τους μετανάστες που διαμένουν στη χώρα. Το ότι μελέτες έγκριτων αναλυτών κατέδειξαν ότι άλλα ήταν τα αίτια της οικονομικής ύφεσης, μάλλον δεν φαίνεται να επηρέασε τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο (αν και, πρέπει να σημειώσουμε, ο Τραμπ πήρε σε εθνικό επίπεδο λιγότερες ψήφους από την ηττηθείσα αντίπαλό του!).

Για τον εγχώριο αντισυστημικό λαϊκισμό δεν απαιτείται να πούμε πολλά, αφού την πραγματικότητά του βιώνουμε εδώ και κάποια χρόνια, από το ξεκίνημα της παρούσας οικονομικής κρίσης. Οι δυνάμεις του λαϊκισμού αξιοποίησαν στο έπακρο την αγανάκτηση του κοινωνικού συνόλου για τις συνέπειες της κρίσης (απέναντι στην οποία η κοινωνία βρέθηκε απόλυτα απροετοίμαστη), καθώς και τους φόβους των ανθρώπων για τα πιθανά αποτελέσματα μιας παγκόσμιας φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

Ως «εχθροί του λαού» (συστατικό εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε λαϊκιστική πολιτική) ορίστηκαν οι εταίροι και δανειστές και οι «ντόπιοι εκπρόσωποί τους», το μνημόνιο (και όσοι εξέφρασαν υποστηρικτικές απόψεις για την αναγκαιότητά του), τα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», κλπ.

«Φιλελεύθερος» λαϊκισμός

Ο τύπος αυτός πολιτικού λαϊκισμού (αναφέρομαι πάντα στην Ελλάδα) βρίσκεται στον αντίποδα του αντισυστημικού. Είναι κομψότερος, πιο επεξεργασμένος κι εξευγενισμένος. Έχει ρητορική κοσμιότητα κι ακαδημαϊκή ευπρέπεια. Οι διακηρυγμένοι στόχοι του είναι η «μεταρρύθμιση» και ο «εκσυγχρονισμός» της χώρας, έτσι ώστε αυτή – σύμφωνα με το αφήγημα – να σταθεί επάξια δίπλα στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες της ηπείρου.

Ισχυρίζεται ότι κατέχει τα μέσα ώστε να επιτύχει τους στόχους του, ουδείς όμως γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η μαγική συνταγή! Εν τούτοις, η πολιτική αυτή – θα πρέπει να αναγνωρίσουμε – πατάει πάνω σε υπαρκτές παθογένειες της χώρας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα της. Και αξιοποιεί επιτυχώς την αγανάκτηση της κοινωνίας για τις διαχρονικές καταχρήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και για τα φαινόμενα δυσλειτουργικότητας και διαφθοράς του δημοσίου.

Ως «εχθρό της κοινωνίας», ο φιλελεύθερος λαϊκισμός στοχοποιεί συλλήβδην τους δημόσιους λειτουργούς της χώρας (οι όποιοι συγκυριακοί διαχωρισμοί σε «καλούς» και «κακούς» λειτουργούς είναι εντελώς προσχηματικοί), τους οποίους χαρακτηρίζει στο σύνολό τους ως «τεμπέληδες», «άχρηστους», «κηφήνες» και «πελάτες» του πολιτικού συστήματος (λησμονώντας βολικά ότι το λεγόμενο «πελατειακό κράτος» δεν είναι, αποκλειστικά, δημιούργημα του παρόντος συστήματος εξουσίας...).

Από την άλλη πλευρά, «χαϊδεύει» τα αυτιά των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα εκφράζοντας «πόνο» για την επισφαλή τους θέση στην αγορά εργασίας, ενώ την ίδια στιγμή θεοποιεί τους σκληρούς (συχνά απάνθρωπους) κανόνες της ελεύθερης αγοράς και αγωνίζεται σταθερά για την αύξηση της «ευελιξίας» της!

4. Η ευθύνη της κοινωνίας


Λένε, και σωστά, πως «το ταγκό θέλει δύο». Τούτο σημαίνει, εν προκειμένω, ότι λαϊκισμός δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν κοινωνίες δεκτικές στις μεθοδεύσεις του. Κι αυτό που τις κάνει δεκτικές και αποτελεί την πύλη εισόδου του μικροβίου του λαϊκισμού είναι η ευπάθειά τους στα κηρύγματα μίσους των επιτήδειων της πολιτικής. Ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων που επιφέρουν ανέχεια, ακόμα περισσότερο αν αυτή συνοδεύεται από εθνική ταπείνωση.

Ο λαϊκισμός είναι, ίσως, η μεγαλύτερη παθογένεια του δικομματικού συστήματος. Αν, εν τούτοις, το πολιτικό αυτό σύστημα είναι αναπόφευκτη πραγματικότητα σε μια δεδομένη δημοκρατία (όπως, π.χ., στις ΗΠΑ και – δυστυχώς ακόμα – στη χώρα μας), τότε το αποτελεσματικότερο αντίδοτο ενάντια στον λαϊκισμό είναι η σωστή ενημέρωση (αποφεύγω να πω «καθοδήγηση», γιατί ο όρος είναι εν δυνάμει παρεξηγήσιμος).

Πέραν, όμως, από τον αδιαμφισβήτητα σημαντικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης, απαιτείται οι ίδιες οι κοινωνίες να ωριμάσουν και να αποβάλουν τις όποιες βολικές κι ευχάριστες ψευδαισθήσεις. Μαγικές συνταγές και εύκολες λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα δεν υπάρχουν, και όποιοι τις ευαγγελίζονται απλά επιχειρούν να παραπλανήσουν τους ψηφοφόρους, με κίνητρα ιδιοτελή (που σ’ αυτή τη χώρα κατά κανόνα βαφτίζονται «εθνικά»).

Και, πρώτιστο γνώρισμα μιας ώριμης κοινωνίας είναι η ικανότητα υπέρβασης του εγωκεντρισμού των επιμέρους στοιχείων που την αποτελούν – σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης – προς όφελος του συνόλου. Είτε πρόκειται για άτομα, για κοινωνικές ομάδες ή για επαγγελματικές συντεχνίες.

Υπάρχει πολιτικό κόμμα που θα μπορούσε να ηγηθεί μιας τέτοιας προσπάθειας εθνικής υπέρβασης; Δεν φαίνεται, προς το παρόν, στον ορίζοντα. Θα το αναδείξει, ίσως, η ίδια η κοινωνία. Αν κάποτε καταστεί άξιά του...

Aixmi.gr

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τι θα εκφωνούσε ή θα έγραφε σήμερα ο Κώστας Σταυρόπουλος;

Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, πρωί... Τα στρατεύματα των ναζί εισβάλλουν στην Αθήνα. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών εκπέμπει το τελευταίο του ελεύθερο πρόγραμμα. Η χαρακτηριστικά ένρινη φωνή του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου, σε μια προσπάθεια εμψύχωσης των Αθηναίων, ακούγεται να λέει (σύμφωνα με μεταγενέστερη, πασίγνωστη ηχογράφηση που έκανε από μνήμης ο ίδιος ο Σταυρόπουλος):

«Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα. Έλληνες, μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχιστεί μέχρι της τελικής νίκης!»

Σε λίγες ώρες, τα μικρόφωνα του σταθμού θα περνούσαν στα χέρια των φερέφωνων της γκεμπελικής προπαγάνδας...

Η σύντομη αυτή ιστορική αναφορά έχει ως σκοπό να αναδείξει την αξία ενός αγαθού που μοιάζει αυτονόητο στο πλαίσιο κάθε αληθινά – και όχι κατ’ επίφασιν – δημοκρατικού πολιτικού συστήματος: την ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης να μεταδίδουν αλήθειες και όχι τα προϊόντα μιας προπαγάνδας βολικής για το (εκάστοτε) σύστημα εξουσίας.

Αλώσεις μέσων ενημέρωσης, με σκοπό τη χειραγώγηση και τον έλεγχο της πληροφορίας, νοούνται μόνο σε αυταρχικά καθεστώτα. Την τραυματική επταετή εμπειρία των οποίων (σε ό,τι αφορά, ιδίως, την ελευθερία του λόγου) βιώσαμε και στη σχετικά πρόσφατη Ιστορία μας...

Ας είμαστε, λοιπόν, ευγνώμονες για τα αγαθά της Δημοκρατίας που μπορούμε να απολαμβάνουμε. Ανάμεσα σε αυτά, απολύτως μη - διαπραγματεύσιμη είναι η ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, έτσι ώστε να επιτελούν απρόσκοπτα το λειτούργημα χάριν του οποίου υφίστανται: την διακίνηση χρήσιμης αλήθειας.

Χρήσιμης, ασφαλώς, για τους πολίτες, όχι για τα συστήματα εξουσίας! Γιατί, η άλωση των μέσων ενημέρωσης (εμπλουτισμένων σήμερα και με το Διαδίκτυο) από την ίδια την εξουσία, με σκοπό τη χρήση τους ως οργάνων ωφέλιμης, για εκείνη, πολιτικής προπαγάνδας, παραπέμπει αλλού. Σε άλλους χρόνους και – ακόμα και σήμερα – σε άλλους τόπους...

Αν ζούσε σήμερα, ο Κώστας Σταυρόπουλος δεν θα ‘πρεπε πια να βρεθεί στην ανάγκη να εκφωνήσει ανακοινωθέν παρόμοιο με εκείνο που ακούστηκε τη μέρα της ναζιστικής εισβολής στην πόλη. Ή, αν προτιμάτε, να αρθρογραφήσει ηρωικά και εναγώνια στο ίδιο πνεύμα. Ιδιαίτερα αν το θέμα αφορούσε την επιβίωση και την ανεξαρτησία της μεγαλύτερης, ιστορικότερης και πιο φιλελεύθερης εφημερίδας της χώρας...

ΤΟ ΒΗΜΑ