Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Μπορούμε ακόμα να εμπιστευόμαστε τα ΕΛΤΑ;

Την απίστευτη αυτή ιστορία μου μετέφερε αναγνώστρια που διαμένει σε δήμο της Αττικής. Μια ιστορία χάους, ανευθυνότητας, ακόμα και αλαζονείας στα Ελληνικά Ταχυδρομεία της περιοχής, που κατά πάσαν βεβαιότητα δεν αποτελεί τοπικό και μόνο φαινόμενο αλλά είναι δείγμα γραφής μιας ιδιαίτερα ανησυχητικής γενικότερης αποσύνθεσης στα ΕΛΤΑ.

Εδώ και αρκετό καιρό οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα με την αλληλογραφία τους. Συχνά οι επιστολές επιδίδονται σε λάθος διευθύνσεις και επαφίεται στην καλή θέληση ενός γείτονα η επιστροφή και η δια χειρός επίδοση μιας επιστολής στον πραγματικό της παραλήπτη. Ακόμα χειρότερα, ένας αριθμός επιστολών δεν φεύγουν ποτέ από το κέντρο διανομής της περιοχής αλλά πετιούνται απευθείας στο καλάθι με την «ανεπίδοτη» αλληλογραφία!

Θα περιοριστώ εδώ στην εμπειρία της αναγνώστριας. Ήταν η δεύτερη συνεχόμενη φορά που αργούσε να λάβει τον λογαριασμό τηλεφώνου. Την προηγούμενη φορά τον είχε λάβει λίγο πριν την εκπνοή της προθεσμίας πληρωμής. Κάποιοι παλιότεροι λογαριασμοί είχαν πάει σε λάθος διεύθυνση και τους είχε τελικά παραλάβει από ευγενικούς κατοίκους της περιοχής, ενώ άλλες επιστολές – μερικές εκ των οποίων ήταν σημειώματα πληρωμών με αυστηρές προθεσμίες – δεν είχαν φτάσει ποτέ σε εκείνη. Τούτη τη φορά αποφάσισε να μην το ρισκάρει...

Πήγε, λοιπόν, στο κατάστημα της τηλεφωνικής εταιρείας και ρώτησε αν της είχε αποσταλεί ο λογαριασμός. Της απάντησαν πως τον είχαν στείλει εδώ και πολλές μέρες και της συνέστησαν να διερευνήσει το θέμα στα τοπικά ΕΛΤΑ. Πηγαίνοντας εκεί, ζήτησε αμέσως να δει τον διευθυντή του καταστήματος. Με όλη την δικαιολογημένη αγανάκτηση του πολίτη που κατ’ επανάληψη βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανευθυνότητα και την αναξιοπιστία του συστήματος, του εξέθεσε τα διαρκή προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή σε ό,τι αφορά την διανομή της αλληλογραφίας.

Αντί εξηγήσεων – ή, έστω, δικαιολογιών – και χωρίς ίχνος από την οφειλόμενη κατανόηση προς έναν ταλαιπωρούμενο πελάτη που ζητά το δίκιο του, ο διευθυντής την αντιμετώπισε με απαξίωση, αν όχι και ειρωνεία, και μόνο που δεν την κατηγόρησε ότι ήταν εκείνη υπεύθυνη για τα προβλήματα δυσλειτουργίας του Ταχυδρομείου! Της υπέδειξε, πάντως, στο τέλος να απευθυνθεί στο κέντρο διανομής των ΕΛΤΑ της περιοχής.

Η αλήθεια είναι πως τόσο ο προϊστάμενος, όσο και η αρμόδια υπάλληλος του κέντρου διανομής, την αντιμετώπισαν με ευγένεια και φάνηκαν πρόθυμοι να ακούσουν το πρόβλημά της και να την εξυπηρετήσουν. Πίσω από την ευγένεια, εν τούτοις, η αναγνώστρια διέκρινε τον φόβο που γεννά η επίγνωση ευθύνης για τα κακώς κείμενα της υπηρεσίας...

Μετά από αμέτρητα βασανιστικά λεπτά, και αφού χρειάστηκε να εξετάσει μία-μία εκατοντάδες επιστολές που βρίσκονταν στοιβαγμένες σε κάποιον ειδικό χώρο, η φιλότιμη υπάλληλος κατόρθωσε τελικά να εντοπίσει τον λογαριασμό τηλεφώνου της πελάτισσας. Και όχι μόνο αυτόν, καθώς βρέθηκε αναπάντεχα και μια ειδοποίηση πληρωμής από ασφαλιστική εταιρεία, απευθυνόμενη στην κόρη της γυναίκας. Ευτυχώς έγκαιρα, αφού η προθεσμία έληγε σε μερικές μέρες...

Το ενδιαφέρον και ανησυχητικό συνάμα είναι ότι η συγκεκριμένη αλληλογραφία που εντοπίστηκε δεν θα αργούσε απλά να φτάσει στον προορισμό της, αλλά δεν επρόκειτο να φτάσει ποτέ! Τα γράμματα ήταν παραπεταμένα ανάμεσα σε δεκάδες ή εκατοντάδες άλλα που αντιμετωπίζονταν ως οιονεί ανεπίδοτη αλληλογραφία. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο απλά για αλληλογραφία που ήταν παρατημένη στο κέντρο διανομής, αφού δεν υπήρχε κάποιος να την επιδώσει στους παραλήπτες.

Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια να δώσει κάποιες εξηγήσεις, ήταν όμως φανερό από τον αμήχανο τρόπο του πως αυτές αποκάλυπταν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Μίλησε αόριστα για ανεύθυνους και ασυνείδητους εποχικούς διανομείς («πέρασαν διάφοροι από εδώ», είπε) που η υπηρεσία «δεν μπορεί να τους βρει» (πιθανολογώ πως κάνουν άτυπες διακοπές – μετ’ αποδοχών, ασφαλώς!) και ανέφερε ότι «από Σεπτέμβριο» θα λυθεί οριστικά το πρόβλημα με προσλήψεις μόνιμου προσωπικού.

Βέβαια, ως τον Σεπτέμβριο, οφειλές που έχουν μείνει ανεξόφλητες θα έχουν εν τω μεταξύ επιφέρει τις αναλογούσες συνέπειες (κάποιες μάλιστα ιδιαίτερα σοβαρές) σε ανυποψίαστους ανθρώπους που ουδόλως είχαν την πρόθεση να καταστούν εκπρόθεσμοι και να φανούν ασυνεπείς. Αλλά, το θέμα δεν αφορά μόνο τις οικονομικές υποχρεώσεις ή, εν γένει, τα γραφειοκρατικά ζητήματα των πολιτών. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο στην ηλεκτρονική εποχή των SMS, των email και των social media, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που επικοινωνούν στέλνοντας και περιμένοντας να λάβουν «ένα γράμμα». Που, αν και στάλθηκε, ίσως δεν φτάσει ποτέ...

Σε όλους αυτούς, τα ΕΛΤΑ χρωστούν εξηγήσεις (οι σκέτες απολογίες και οι αόριστες υποσχέσεις δεν επαρκούν). Ας μας πουν, τελικά, με κάθε ειλικρίνεια – ακόμα και με ψυχρό πραγματισμό, αν απαιτείται – αν μπορούμε ακόμα να τα εμπιστευόμαστε. Ή, τουλάχιστον, αν θα είμαστε κάποτε σε θέση να τα εμπιστευτούμε ξανά. «Από Σεπτέμβριο», ας πούμε...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Γιατί, τελικά, ο Χίτλερ είναι πιο κακός από τον Στάλιν;


Κατά αναπάντεχο(;) τρόπο ήρθε πρόσφατα στο προσκήνιο της εγχώριας πολιτικής επικαιρότητας ένα ιστορικό debate που έχει πάψει ίσως να απασχολεί ακόμα και τους ίδιους τους ιστορικούς. Τους περισσότερους, τουλάχιστον, και ιδιαίτερα εκείνους που εστιάζουν πλέον στην πραγματιστική (π.χ., πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική) παρά στην ηθική διάσταση των ιστορικών γεγονότων.

Το debate αυτό έχει να κάνει με ένα ερώτημα ηθικής φύσης που, αν και ακούγεται απλοϊκό, αποδίδει την ουσία του ζητήματος: Ποιος ήταν, τελικά, πιο κακός, ο Χίτλερ ή ο Στάλιν; Την απάντηση αναζήτησε σχετικά πρόσφατα ο σημαντικός Αμερικανός ιστορικός Timothy D. Snyder [1,2], παίρνοντας ως βασικό κριτήριο αξιολόγησης τον αριθμό των άμαχων θυμάτων από κάθε πλευρά, ιδίως εκείνων που σχετίζονταν με τις εθνικές ή τις εθνοτικές πολιτικές των δύο δικτατόρων. Την έρευνα του Snyder είχαμε παρουσιάσει σε παλιότερο, εκτενές άρθρο μας σε αυτό το site [3].

Όμως, για την ηθική αποτίμηση ενός μαζικού εγκλήματος δεν αρκεί η καταμέτρηση των θυμάτων, που και στις δύο περιπτώσεις ανέρχονται σε πολλά εκατομμύρια. Θα πρέπει να εξεταστούν τόσο τα ιδεολογικά κίνητρα, όσο και τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος. Σε ό,τι αφορά τα δεύτερα, δεν θα επιχειρήσω να εξετάσω κατά πόσον, π.χ., μια μαζική δολοφονία από προσχεδιασμένο λιμό είναι «λιγότερο κακή» από μια μαζική δολοφονία σε θαλάμους αερίων. Αυτό θα το αφήσω απόλυτα στην κρίση του αναγνώστη. Εκείνο που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το «γιατί» των εγκλημάτων, κυρίως σε ό,τι αφορά όχι τις τυχόν πολιτικές ή πολεμικές σκοπιμότητες που τα υπαγόρευσαν, αλλά αυτό τούτο το ιδεολογικό υπόβαθρο που τα ενέπνευσε.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα (με μικρές, αναγκαίες τροποποιήσεις) ενός παλιότερου άρθρου μου στο «Βήμα». Έχω την αίσθηση ότι, ούτως ή άλλως, είναι τώρα πολύ περισσότερο επίκαιρο απ’ ό,τι ήταν τη στιγμή που πρωτο-δημοσιεύθηκε. Τότε ήταν μία ενδιαφέρουσα ακαδημαϊκή άσκηση. Σήμερα ίσως ρίξει λίγο παραπάνω φως σε μια χρονολογούμενη – αλλά σχετικά ξεθωριασμένη πλέον – ιδεολογική διαμάχη, στην οποία κάποιοι, για λόγους συγκυριακής πολιτικής σκοπιμότητας, αποφάσισαν να δώσουν καινούργια ζωή ανασύροντας σκελετούς από τα φριχτότερα ντουλάπια της νεότερης Ιστορίας...

--------------------------------

Αν έκανε κάποιος μια δημοσκόπηση με ερώτημα: «ποιο, κατά τη γνώμη σας, ήταν το πιο κακό πρόσωπο του εικοστού αιώνα;», το αποτέλεσμα θα ήταν μάλλον προβλέψιμο: «ο Άντολφ Χίτλερ»! Κι αν ήθελε κανείς να αιτιολογήσει την απάντησή του, θα αναφερόταν στον πιο αιματηρό πόλεμο της Ιστορίας, στην απάνθρωπη σκληρότητα των Ες-Ες και στο Άουσβιτς.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο Χίτλερ έχει ταυτιστεί στις συνειδήσεις μας με την ίδια την έννοια του Κακού. Θα λέγαμε, αποτελεί μια πρωταρχική ενσάρκωση της έννοιας αυτής, της προσδίδει μορφή και ονοματεπώνυμο. Το «γιατί», όμως, που ερμηνεύει αυτή την ταύτιση απαιτεί βαθύτερες θεωρήσεις και σίγουρα δεν εξαντλείται στην απλή καταμέτρηση ιστορικών εγκλημάτων.

Πράγματι, ο Χίτλερ δεν ήταν ο μοναδικός μεγάλος εγκληματίας του εικοστού αιώνα. Τον συναγωνίστηκε επάξια ο σύγχρονός του Γιόζεφ Στάλιν, υπεύθυνος για εκατομμύρια θανάτους από λιμούς και εκτελέσεις στο πλαίσιο απάνθρωπων εθνικών και εθνοτικών εκκαθαρίσεων. Και όμως... η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού!

Αναζητώντας κάποια εξήγηση στο φαινόμενο, καταλήγουμε στο επικό σύγγραμμα “Explaining Hitler” [4,5] του Αμερικανού δημοσιογράφου, λογοτέχνη και ιστορικού Ron Rosenbaum (γεν. 1946). Εκεί, ο συγγραφέας αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, επιχειρεί μια κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα είναι μάλλον μελαγχολικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Στο βιβλίο του Rosenbaum, εν τούτοις, βρίσκει κανείς και μερικές πολύ αξιοπρόσεκτες φιλοσοφικές τοποθετήσεις πάνω στον χαρακτήρα του Χίτλερ και τη σχέση του με την ιδέα του Κακού. Μία από αυτές ανήκει στον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003). Σύμφωνα με αυτόν, ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης.

Κατά τον Fackenheim, ο Χίτλερ δεν είναι απλά ένας «πολύ, πολύ, πολύ κακός άνθρωπος», με τη συνήθη έννοια της ανθρώπινης κακίας, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό και έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, που το νόημά του δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ψυχολογία αλλά στη Θεολογία (αφού η εξήγησή του, αν υπάρχει, μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό). Υπάρχει, έτσι, ένας ριζικός διαχωρισμός ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τη φύση του Χίτλερ, ανάμεσα στο συνηθισμένο Κακό και το ακραίο Κακό που αυτός αντιπροσωπεύει. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ίδιας της φύσης του Κακού, έτσι ώστε να περιλάβει τη μορφή του Κακού που επέφερε το καθεστώς του Χίτλερ.

Ποια είναι, όμως, η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο «συνηθισμένο Κακό» και στο «Κακό του Χίτλερ»; Αν θέλαμε να δώσουμε μία εξήγηση (ενδεχομένως όχι τη μοναδική που υφίσταται) θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η διαφορά ανάμεσα στο Κακό που διαπράττει κάποιος που διατηρεί τη συναίσθηση της ανθρώπινης φύσης του, και στο Κακό που διαπράττει κάποιος άλλος που έχει απολέσει αυτή τη συναίσθηση και λειτουργεί ως οιονεί υποκατάστατο του ίδιου του Θεού!

Την ιδέα του Θεού την αντιλαμβανόμαστε εδώ ως μία Αρχή η οποία μπορεί να καθορίζει και να εκκινεί νόμους αιτιότητας, χωρίς η ίδια η Αρχή να υπόκειται σε αυτούς (κάτι ανάλογο με το αριστοτελικό μη-κινούμενο που κινεί). Η ανθρώπινη ύπαρξη, αντίθετα, υπόκειται στους αιτιατικούς νόμους που διέπουν τη Φύση, αφού αποτελεί μέρος της Φύσης και βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από τις διεργασίες που συντελούνται μέσα σε αυτή. Έτσι, η ανθρώπινη αυτοσυντήρηση υπακούει στην αιτιότητα και είναι δυνατό να καθοδηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από φιλοσοφική άποψη, παρουσιάζει η περίπτωση όπου ο άνθρωπος αποκτά κάποιας μορφής εξουσία που του δίνει τη δυνατότητα να αποφασίζει για τη ζωή ή το θάνατο του συνανθρώπου του. Ο στρατιώτης, για παράδειγμα, έχει a priori ένα τέτοιο είδος εξουσίας πάνω στον αντίπαλο στρατιώτη στη διάρκεια της μάχης, η οποία (εξουσία) σχετίζεται με το δικαίωμα στην αυτοσυντήρηση και την υποχρέωση υπεράσπισης της πατρίδας. Επίσης, η Πολιτεία είναι δυνατό, αν έτσι ορίζουν οι νόμοι της, να στέλνει στο απόσπασμα ή στην ηλεκτρική καρέκλα έναν κατά συρροή δολοφόνο ώστε να απαλλάξει την κοινωνία από ένα άτομο που την απειλεί και να αποθαρρύνει άλλους να το μιμηθούν.

Αλλά, ακόμα και ο Στάλιν, που έκανε εξίσου φριχτά μαζικά εγκλήματα με αυτά του Χίτλερ, τα διέπραξε μέσα σε μια – απάνθρωπη μεν, κτηνώδη ίσως, αλλά σε κάθε περίπτωση υπαρκτή – λογική «αυτοσυντήρησης» του καθεστώτος του.

Αντίθετα, στον ακραίο, δολοφονικό ρατσισμό του Χίτλερ, ο άνθρωπος (ο Χίτλερ ή οι Ναζί, γενικότερα) αναλαμβάνει να παίξει τον ίδιο το ρόλο του Θεού. Δεν περιορίζεται στην εξόντωση εκείνων που αντικειμενικά απειλούν την αυτοσυντήρηση τη δική του και του έθνους του αλλά αποφασίζει αυθαίρετα να εξοντώσει και όσους εκείνος κρίνει ότι δεν θα έπρεπε να υφίστανται ως είδος επί Γης. Κριτήριο που μόνο σε έναν Θεό αναλογεί!

Το επιχείρημα περί δήθεν ύπαρξης και κάποιων «αυτοσυντηρητικών» ελατηρίων στα εγκλήματα του Χίτλερ, είναι επιεικώς αφελές. Έστω κι αν δεχθούμε, π.χ., ότι ένας πάμπλουτος Γερμανο-εβραίος τραπεζίτης θα ήταν δυνατό (στο μυαλό του Χίτλερ) να αποτελεί ένα είδος «απειλής» για το ναζιστικό καθεστώς, πώς θα μπορούσε να απειλήσει την πανίσχυρη Γερμανία ένας φτωχός Εβραίος χωρικός κάπου στα βάθη της Τσεχίας, της Πολωνίας ή της Ουκρανίας;

Ο Χίτλερ, λοιπόν, επιφύλαξε για τον εαυτό του τον ρόλο ενός «θεού-τιμωρού» που μπορούσε να επιβάλλει την ποινή του θανάτου με κριτήρια αυθαίρετα, που δεν σχετίζονταν με μια αληθινή ανάγκη κοινωνικής ή εθνικής αυτοσυντήρησης αλλά αντανακλούσαν μια βαθιά πεποίθηση ότι ο Κόσμος δεν είχε εξαρχής σχεδιαστεί «σωστά». Έτσι, ένα υποσύνολο του ανθρώπινου είδους που δεν θα ‘πρεπε καν να είχε υπάρξει, όφειλε να αφανιστεί.

Ο Χίτλερ αυτο-χρίστηκε, θα λέγαμε, νέος «θεός» που βάλθηκε να τιμωρήσει τον Θεό των ανθρώπων για τα «λάθη» της Δημιουργίας. Δεν θα μπορούσε να δώσει κάποιος τελειότερο ορισμό του Κακού!

Τούτων λεχθέντων, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την ιστορική συν-ευθύνη των ίδιων των Γερμανών, απαλλάσσοντάς τους έτσι από τις ενοχές για το Ολοκαύτωμα και τα άλλα ναζιστικά εγκλήματα. Ένας επίγειος «θεός», για να κυριαρχήσει και να επιβάλει τις θελήσεις του, έχει ανάγκη από πιστούς που τον αποθεώνουν και, κυρίως, τον υπακούουν. Και αυτά τα προσέφερε γενναιόδωρα ο γερμανικός λαός στον Χίτλερ! Όμως, αυτό είναι ζήτημα που απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση [6].

--------------------------------

Αναφορές:

[1] Timothy Snyder, “Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin” (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, “Hitler vs. Stalin: Who was worse?” (The New York Review of Books)
http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/

[3] Κ. Παπαχρήστου, «Χίτλερ-Στάλιν: Δύο τέρατα στο ζυγό της Ιστορίας»
http://www.aixmi.gr/index.php/hitler-stalin-dyo-terata-sto-zygo-tis-istorias/

[4] Ron Rosenbaum, “Explaining Hitler: The Search for the Origins of his Evil” (New York: Random House, 1998)

[5] Ελληνική Έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ» (Εκδόσεις Κέδρος, 2001)

[6] Κ. Παπαχρήστου, «Το Πείραμα του Stanford και οι δαίμονες του Goldhagen»
http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=681064

Aixmi.gr

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Βαρέθηκα τους «ατσαλάκωτους» της διανόησης!


Δεν θα επικαλεστώ, όπως η Μαρία Χούκλη, τον Fernando Pessoa και τη γνωστή ειρωνεία του για τους δήθεν «αλάνθαστους» και «ατσαλάκωτους» ανθρώπους. Θα το πάω πολύ μακρύτερα: θα αμφισβητήσω αυτή τούτη τη βεβαιότητα ότι υπήρξε λάθος! Αναφέρομαι στον κανιβαλισμό που υπέστη δημοσιογράφος της τηλεόρασης για τη χρήση της έκφρασης «μουσουλμανική καταγωγή» αντί της (υποτίθεται ορθότερης) «μουσουλμανικό θρήσκευμα». Έκφραση, σημειώνω, για την οποία η ίδια η δημοσιογράφος απολογήθηκε κατόπιν, παραθέτοντας τις συνθήκες εξωπραγματικής πίεσης κάτω από τις οποίες ασκούσε την κρίσιμη εκείνη στιγμή το λειτούργημά της.

Το πρόβλημα είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τα νοήματα των λέξεων εστιάζοντας υπέρμετρα στους τύπους και πολύ λιγότερο στην ουσία. Τη στιγμή του ειδησεογραφικού πανικού, είναι παράλογη πολυτέλεια να ζητούμε από τον δημοσιογράφο – που δεν γράφει χαλαρά ένα κείμενο πίνοντας τον φραπέ του – να ξεδιπλώσει με γεωμετρική ακρίβεια την κάθε φράση του, λέγοντας π.χ. ότι κάποιος άνθρωπος «κατάγεται από μουσουλμανική οικογένεια» ή «κατάγεται από χώρα στην οποία κυρίαρχο είναι το μουσουλμανικό θρήσκευμα», κλπ. Το «μουσουλμανική καταγωγή», λοιπόν, είναι (ή τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι) απόλυτα κατανοητό σε οποιονδήποτε διαθέτει ένα σχετικά καλό επίπεδο νοημοσύνης και έναν επαρκή βαθμό καλών προθέσεων. Και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να κριθεί ως αδόκιμο υπό τις περιστάσεις.

(Στο σημείο αυτό θα εκφράσω την ιδιαίτερα δυσάρεστη εντύπωση που μου προξένησε κάποιο άρθρο στο protagon.gr, στο οποίο ο αρθρογράφος χλευάζει την συνάδελφό του της τηλεόρασης – χωρίς ασφαλώς να την κατονομάζει – με εκφράσεις του τύπου «ογκώδης άγνοια για τον κόσμο στον οποίο ζούμε», ή, «τελευταία φορά που κοίταξα την υδρόγειο δεν βρήκα χώρα με το όνομα Μουσουλμανία», κλπ.)

Αλλά, οι κουλτουρο-ταλιμπάν του «ορθού λόγου» δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Μια ιστορία που μου έρχεται στο νου είναι ο κανιβαλισμός που υπέστη πριν χρόνια η γνωστή τραγουδίστρια Άντζελα Δημητρίου, με αφορμή τη δήλωσή της πως, για να διατηρεί τη σιλουέτα της, «τρέφεται με είδη υγιεινής». Κάποιοι μίλησαν χλευαστικά για δίαιτα με νιπτήρες, μπιντέδες και λεκάνες τουαλέτας! Θα παίξω και πάλι, εν τούτοις, τον «δικηγόρο του διαβόλου»:

Η μητέρα μου ήταν μικροβιολόγος. Ήταν επίσης ιδιαίτερα σχολαστική στη χρήση του λόγου (έτρεμα τα γλωσσικά σαρδάμ, γιατί δεν μου χαριζόταν ποτέ!). Την άκουγα, λοιπόν, συχνά να λέει σε κάποιον γνωστό: «Πέρασε από βδομάδα από το ΙΚΑ, να κάνουμε μια γενική.» Το «γενική» ακούγεται σαν ουσιαστικό, δεν είναι όμως παρά επιθετικός προσδιορισμός: «γενική αίματος» ή, πληρέστερα, «γενική εξέταση αίματος». Απλά, το ουσιαστικό («εξέταση») παραλείπεται ως αυτονόητο λόγω της καθιερωμένης ιατρικής χρήσης του όρου. Όμοια, συχνά ακούμε μια νοικοκυρά να λέει «σήμερα θα κάνω γενική στο σπίτι». Εννοώντας, φυσικά, «γενική καθαριότητα».

Πάμε πίσω στα «είδη υγιεινής». Αν το «υγιεινή» νοείται ως ουσιαστικό, τότε πράγματι υπάρχει πρόβλημα (δεν τρώγονται, ασφαλώς, οι μπανιέρες!). Ένας ευφυής άνθρωπος, εν τούτοις, θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι το «υγιεινή» λειτουργεί εδώ ως επιθετικός προσδιορισμός στη λέξη «διατροφή» («είδη υγιεινής διατροφής»), η οποία ως ευκόλως εννοούμενη παραλείπεται.

Η «Λαίδη» δεν σπούδασε, βέβαια, σε πανεπιστήμια, ούτε άλλωστε επιχείρησε ποτέ να πλασάρει τον εαυτό της ως «διανοούμενο». Αν κάποιοι πρέπει, έτσι, να κριθούν είναι εκείνοι και μόνο που την χρησιμοποίησαν κατά καιρούς ως μέσο ανάδειξης της σπουδαιοφάνειάς τους. Κυρίως, για το οξύμωρο και υποκριτικό της απαξίωσης εκείνου ακριβώς του προσώπου με το οποίο επιχείρησαν να αντιπαραβληθούν ώστε να αναδείξουν το... συγκριτικό τους πλεονέκτημα!

Όπως θα πρέπει να κριθούν και κάποιοι άλλοι που, από την ξαπλώστρα των διακοπών τους ή την άνετη ατμόσφαιρα των κλιματιζόμενων γραφείων τους – συχνά καλυπτόμενοι και από τη γνωστή θρασύδειλη ανωνυμία που (κακώς) απολαμβάνουν οι «σχολιαστές» του Διαδικτύου – έβγαλαν με ευκολία στα social media ή στα ειδησεογραφικά sites όση χολή τους περίσσευε κατά της δημοσιογράφου του ΣΚΑΪ, τη στιγμή που εκείνη περιέγραφε κάτω από συνθήκες αληθινού πολέμου ένα σκηνικό τρόμου στη γειτονιά μας.

Το αστείο της υπόθεσης είναι πως, επί της ουσίας, δεν φαίνεται καν να είχαν δίκιο!

Aixmi.gr