Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας…

Για κάποιους, η ζωή είναι απλά μια συλλογή εμπειριών. Για κάποιους άλλους, ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Αναζητώντας ένα συμβιβασμό, θα λέγαμε πως η ζωή είναι ένα αυτογνωστικό ταξίδι δια μέσου των εμπειριών μας. Γιατί, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε το Σύμπαν, αυτό που στ' αλήθεια αναζητούμε είναι ο εσώτερος εαυτός μας. Αυτός που ήδη γνωρίζει τα πάντα, μόνο που εμείς, σε επίπεδο συνείδησης, δεν το γνωρίζουμε!

Από αυτή την άποψη, η ζωή είναι μια αποστολή και μια ευκαιρία: Ερχόμαστε σ' έναν κόσμο φτιαγμένο από καθρέφτες. Αν δούμε μόνο τους καθρέφτες χωρίς να προσέξουμε το είδωλό μας, η αποστολή έχει αποτύχει και η ευκαιρία έχει χαθεί!

Κάθε μικρό βήμα στην αυτοσυνειδησία είναι μια υπέρβαση του εαυτού που γνωρίζαμε. Μα τα ερεθίσματα της εμπειρίας συχνά μας πλανεύουν με την απατηλή γοητεία τους. Και πέφτουμε στην παγίδα να δούμε το δάχτυλο αντί το φεγγάρι – τα επιφαινόμενα αντί της εσώτερης αλήθειας που υπεμφαίνουν. Έτσι η υπέρβαση ματαιώνεται, κι η γνώση του εαυτού (που είναι γνώση του κόσμου ολόκληρου) μένει μετέωρη. Κι εμείς μένουμε για πάντα παγιδευμένοι στον μικρόκοσμο των ψευδαισθήσεών μας, που μοιάζει τόσο αληθινός κάτω απ’ τη λάμψη των αστεριών...


Υπερβάσεις

(Σ’ αυτούς που τολμούν ν’ ανακαλύπτουν...)

Τον εαυτό σου αναζητάς
μες από μικρές, καθημερινές
υπερβάσεις...

Μες από σκοτεινές ματιές
που στάζουν αίμα
πάνω απ’ της πόλης τα φώτα...

Μες απ’ τους ήχους μυστικής καμπάνας
που αγκαλιάζουν πένθιμα την πόλη
σα νυχτώσει...

Μες από μύρια μικρά ξεθαρρέματα,
καθένα τους θαρρείς που είναι
το πρώτο και το τελευταίο...

Μες από παιδικά παραμύθια
σε μονοπάτια ώριμα ειπωμένα
που οδηγούν σε γεύσεις πρωτόγνωρες...

Μες από όρκους και υποσχέσεις
με ειλικρίνεια που δόθηκαν
μα ξέρεις δε θα τηρηθούν...

Μες απ’ το σπαραγμό
για ένα τέλος
κανείς που δεν τολμά να δώσει...

Μες απ’ τη θέα τού αύριο
που όλο αδυνατίζει
πίσω από τις ψευδαισθήσεις τού σήμερα...

(Ντίνος Πυργιώτης, ΑΠ' ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΟΥ )

Aixmi.gr

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»…


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του!

Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της…

Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη…

Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του!

Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι!

Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»!

Σ’ αυτούς τους «ευγενικούς κι αόρατους» εραστές που βρέθηκαν στην ανάγκη να συναγωνίζονται άνισα τη σκιά ενός εκ φύσεως γητευτή που με μοναδικό θεατρικό στόμφο αναλήφθηκε από την κορυφή του Ταΰγετου, αφιερώνεται το κάπως πικρά σαρκαστικό στιχούργημα που ακολουθεί:

Παράδεισος

Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος­­
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
– βαριές και ανεξίτηλες –
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου…

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Κλείνω με ένα διάλογο από την αριστουργηματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου». Αφιερώνεται σ’ εκείνους που δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με όνειρα και φαντάσματα δίχως να νιώσουν την ταπείνωση της ήττας…

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Ένα όνειρο είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Καλοκαίρια που έφυγαν, που φεύγουν…

Κάποτε μιλούσες για «τα καλοκαίρια». Τώρα γινήκαν τόσα πολλά που δυσκολεύεσαι πια να τα ξεχωρίσεις. Έτσι, μιλάς κάπως αόριστα για «το καλοκαίρι», σαν ένα κάδρο με μια εικόνα που μπορεί συνεχώς να μεταλλάσσεται, να μετεξελίσσεται στο χρόνο. Καμιά φορά, με ταχύτητες που δυσκολεύεσαι κι εσύ ο ίδιος να παρακολουθήσεις…

Πρόσωπα που σήμαιναν κάτι για τη ζωή σου περνούν και χάνονται στην αμείλικτη χρονική καταπακτή της εικόνας. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες των καλοκαιριών, μνημεία κατανόησης, ανοχής κι υπομονής… Οι γονείς που – ανάλογα με το χαρακτήρα τους – ομόρφαιναν τα καλοκαίρια σου με αγάπη και φροντίδα, ή τα έκαναν ν’ ασφυκτιούν από ανελευθερία…

Κάποιες θείες που σου ’διναν πάντα καταφύγιο, κάποιοι θείοι μακρινοί, χαμένοι στα βάθη της μνήμης… Ακόμα και φίλοι καλοκαιρινοί που χάθηκαν πρόωρα… Όπως και τόποι αγαπημένοι που δυσκολεύεσαι πια ν’ αναγνωρίσεις πίσω από τη μάσκα που αναγκαστικά τους φόρεσε η εξέλιξη και ο πολιτισμός…

Αναφερόμενος στον Δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο και τις αμετάκλητες μεταβολές που επιβάλλει στη Φύση και τον άνθρωπο, έγραψα κάποτε:

«Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής (…) αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να ξε-συμβούν, πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω…»

Κι ακόμα:

«Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ματαιότητας: Υπάρχει, τελικά, η ευτυχία, ή μήπως είναι απλά μια συλλογή από στιγμές καλής ψυχολογικής διάθεσης; Μια θετική προσέγγιση στο ερώτημα απαιτεί να σταθούμε πάνω από τη συμβατική κοσμική αντίληψη των αξιών: Η ευτυχία δεν είναι υπόθεση καταγραφής συγκυριών, αλλά κατάσταση συνειδητότητας που ανυψώνεται πάνω από την επίφαση των φαινομένων ώστε να υπερβεί – και τελικά να ακυρώσει – την παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου. Από την άποψη αυτή, ευτυχισμένη ζωή είναι η πορεία αυτεπίγνωσης που οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Σε τελική ανάλυση, η κατάκτηση της ίδιας της αθανασίας!»

Το αενάως μεταλλασσόμενο κάδρο των καλοκαιριών της ζωής μας στέκει πάντα σαν μελαγχολική επιβεβαίωση υπαρξιακής ματαιότητας, μα συνάμα και συνειδησιακό εργαστήρι αποδοχής και υπέρβασης. Κάτι μπρος στο οποίο ακόμα κι η πιο ατάλαντη «οιονεί ποίηση» δεν θα μπορούσε να σιγήσει!

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι


Τους πύργους έσβησε το κύμα
που είχαν χτίσει τα παιδιά,
κρύφτηκε απρόθυμα
το τελευταίο κομμάτι ουρανού
μες στο θολό που απόμεινε το γκρι…

Εκεί που κάποτ’ αγναντεύαμε τα δειλινά
στερέψαν από βλέμματα τα πέλαγα,
μείνανε μάταια να καρτερούν
καράβια που δε θάρθουνε ποτέ…

Έλαμπαν διάφανοι οι ορίζοντες,
τα σπίτια ασπρίζαν στην αντικρινή ακτή
που τώρα πια φαντάζει μακρινή
σα μια εικόνα μαγική πίσω απ’ τα σύννεφα…

Χορτάρια αφρόντιστα, ξερά κλαδιά
εκεί που ευωδιάζαν νυχτολούλουδα,
από τις γλάστρες που στολίζαν την αυλή
μονάχα έμεινε το χώμα…

Εκεί που αναζητούσαμε δροσιά
μόνα τους έμειναν τα δέντρα,
εκεί που βρίσκαμε ζεστό ψωμί
έμειναν μόνοι οι φούρνοι,

εκεί που ολονυχτίς μεθούσαμε
μονάχη έμειν’ η ταβέρνα,
εκεί που μας ξυπνούσε η γειτονιά
μόνα τους έμειναν τα σπίτια,

εκεί που σβήναμε τη δίψα τ’ απογεύματα
έμεινε μόνη η βρύση,
εκεί που ανυποψίαστοι γελούσαμε
έμεινε μόνη η θλίψη…



* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι γνωστός αριστοτέχνης της ματαιότητας που ματαίως ομιλεί περί αυτής εν τω μέσω του θέρους!

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Εγκλήματα» γνώμης και «δημοκρατικοί» δικαστές!

Υπάρχει λογική στην ποινικοποίηση της έκφρασης γνώμης σε μια δημοκρατική κοινωνία; Και, πώς η λογική αυτή συνάδει με την αυτονόητη ελευθερία του λόγου σε ένα δημοκρατικό καθεστώς;

Το ερώτημα είναι λεπτό, και η απάντηση κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη. Υπάρχει όμως ένα κριτήριο που θα μπορούσε να είναι οικουμενικά αποδεκτό και γενικά εφαρμόσιμο: Κατά πόσον η έκφραση γνώμης, άμεσα ή έμμεσα, ενθαρρύνει και συμβάλλει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων. Για παράδειγμα, αν κάποιος εκφράσει δημόσια την πίστη του στο «δικαίωμα» στη φοροδιαφυγή, διαπράττει αξιόποινη πράξη αφού προσφέρει ηθικό έρεισμα σ’ εκείνους που παρανομούν ή σκέφτονται να παρανομήσουν. Σε ακόμα υψηλότερη βαθμίδα ηθικής βαρύτητας, ως αντιβαίνων κάθε έννοια νομιμότητας θα πρέπει να θεωρείται ο δημόσιος εγκωμιασμός εγκληματικών πράξεων. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν πρόκειται για εγκλήματα γενοκτονίας, όπως αυτά που διέπραξαν οι Ναζί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εκεί που δημιουργείται ουσιαστικό πρόβλημα είναι όταν ο νομοθέτης αρνείται την διαφοροποίηση ανάμεσα στη δημόσια επιδοκιμασία ενός εγκλήματος και την απλή έκφραση αμφισβήτησης για τη σπουδαιότητα, ή ακόμα και αυτή τούτη την τέλεσή του, ειδικά στην περίπτωση όπου η αμφισβήτηση αυτή αντίκειται προς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή αδιάσειστες ιστορικές τεκμηριώσεις. Και, για να αναφερθούμε και πάλι σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, πόσο αξιόποινη θα πρέπει να λογίζεται η άρνηση της ιστορικής αλήθειας του Ολοκαυτώματος;

Δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα σοβαρός ιστορικός αναλυτής (με εξαίρεση τους αμφιλεγόμενους «αναθεωρητές» τύπου David Irving) που να θεωρεί ότι τα έξι εκατομμύρια των νεκρών του φρικτότερου μαζικού εγκλήματος της Ιστορίας υπήρξαν μόνο στη... φαντασία κάποιων σιωνιστικών κύκλων! Η δημόσια έκφραση αμφισβήτησης, λοιπόν, του Ολοκαυτώματος δεν θα έπρεπε να αποτελεί αιτία εισαγγελικής παρέμβασης, αλλά μάλλον αντικείμενο ψυχιατρικής διερεύνησης. Σε κάθε περίπτωση, η άρνηση (όχι όμως και ο εγκωμιασμός!) ενός τέτοιου ιστορικού εγκλήματος δεν είναι λογικό να ποινικοποιείται σε μια δημοκρατική κοινωνία που σέβεται την ελευθερία του λόγου και δεν βάζει φραγμούς στην έκφραση γνώμης – ακόμα κι όταν αυτή αποτελεί βιασμό του αυταπόδεικτου!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου, ο ίδιος ο κυβερνοχώρος (τοπικός και παγκόσμιος) έγινε ένα απέραντο λαϊκό δικαστήριο. Και προεξάρχουσα θέση στις εκδικαζόμενες υποθέσεις κατέχουν τα «εγκλήματα γνώμης», όπου η έννοια του «εγκλήματος» διαμορφώνεται κατά το δοκούν, ανάλογα με τις ιδεοληψίες των χρηστών. Η φύση της διακινούμενης πληροφορίας, μάλιστα, δίνει την δυνατότητα στους «δικαστές», αν το επιθυμούν, να κρύβουν τα πρόσωπά τους είτε μέσω ανωνυμίας, είτε με χρήση πλασματικής ταυτότητας – ένα είδος de facto νομιμοποίησης της εκ του ασφαλούς δημόσιας ύβρεως και της συκοφαντίας, και μια επίφαση φιλελευθεροποίησης μέσω ενθάρρυνσης της θρασυδειλίας!

Στα καθ’ ημάς, ένα πεδίο σφοδρής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο Διαδίκτυο είναι το περιβόητο μνημόνιο. Για την ακρίβεια, η υποκειμενική αντίληψη του κατά πόσον αυτό ήταν ή όχι μια αναγκαία επιλογή για την αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας. Η σύγκρουση γνώμης είναι εδώ άνιση, αφού ο ρόλος του «εισαγγελέως» σχεδόν μονοπωλείται από την «αντιμνημονιακή» σχολή σκέψης – στην οποία, ασφαλώς, έχουν εξ ορισμού προσχωρήσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία φυσικό είναι να επιδιώκουν να κεφαλαιοποιήσουν την αγανάκτηση των πολιτών που υποφέρουν από τις συνέπειες των σκληρών προϋποθέσεων του μνημονίου.

Η αγριότητα της κριτικής (διανθισμένης ενίοτε με ακραία υβριστικούς χαρακτηρισμούς) συχνά τρομάζει και παραπέμπει στις πιο σκοτεινές εμφυλιοπολεμικές περιόδους της Ιστορίας του τόπου. Οι τολμούντες να αποκλίνουν από την αντιμνημονιακή γραμμή αντιμετωπίζονται ως εθνικοί μειοδότες και παρομοιάζονται με τους δωσίλογους που συνεργάστηκαν επί Κατοχής με τον Γερμανό κατακτητή! Το επίπεδο του διαλόγου συχνά παραπέμπει σε κερκίδες γηπέδων, με επιπρόσθετη μάλιστα αγριότητα αν αναλογιστεί κανείς ότι το διακύβευμα αφορά κατά κύριο λόγο την ίδια την επιβίωση (για να μην αναφερθούμε στην ευτελέστερη εκδοχή της διατήρησης κεκτημένων...).

Αυτό που φαντάζει οξύμωρο είναι το γεγονός ότι σ’ αυτή τη βίαιη προσπάθεια άτυπης ποινικοποίησης, και τελικά φίμωσης, της αλλότριας γνώμης πρωτοστατούν πολιτικοί χώροι που αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοκρατικοί» και «προοδευτικοί». Δυνάμεις που συχνά καταφεύγουν στην εύκολη και φθηνή – συχνά μάλιστα κι εμπρηστική – συνθηματολογία του λαϊκισμού, αντί της σοβαρής επιχειρηματολογίας που απαιτεί η υπεύθυνη πολιτική...

Για το αν το μνημόνιο ήταν ή όχι σωστή επιλογή, δεν είμαι σε θέση να εκφέρω γνώμη (εξάλλου, ακόμα και διαπρεπείς ξένοι οικονομολόγοι διαφωνούν μεταξύ τους πάνω σ’ αυτό το θέμα!). Το μόνο που γνωρίζω είναι η αυταπόδεικτη αλήθεια πως έχει φέρει απέραντη δυστυχία στους Έλληνες – χωρίς να βλέπω, εν τούτοις, ποια άλλη λύση θα τους έκανε ευτυχέστερους (ή, για την ακρίβεια, λιγότερο δυστυχείς). Αυτό που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αμφισβητείται, αν θέλουμε να λεγόμαστε δημοκρατική κοινωνία, είναι το δικαίωμα κάποιων να έχουν αντίθετη άποψη επί του θέματος από τη δική μας και να την εκφράζουν ελεύθερα, χωρίς να εισπράττουν χυδαίες ύβρεις και να υφίστανται δημόσιους εξευτελισμούς!

Όμοια, η επίμονη αμφισβήτηση ιστορικά τεκμηριωμένων εγκλημάτων γενοκτονίας είναι σήμερα υπόθεση των ανοήτων, των απαίδευτων και των ρατσιστών. Ουδείς, εν τούτοις, μπορεί να στερήσει απ’ όλους αυτούς το δικαίωμα να αρνούνται δημόσια τις πλέον αυταπόδεικτες αλήθειες, αν έτσι επιθυμούν. Πόσο μάλλον αξιώνοντας να καθίσταται η άρνησή τους αυτή αξιόποινη πράξη! Κάτι τέτοιο αντίκειται προς τις ίδιες τις αρχές της Δημοκρατίας – του πολιτεύματος που στέκει πάντα ως αντίπαλο δέος καθεστώτων σαν εκείνο που ευθύνεται για το Ολοκαύτωμα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ποιος βγήκε κερδισμένος από τον θόρυβο για το συσσίτιο;

Σχεδόν μονοπώλησε την πρώτη θέση στα θέματα της επικαιρότητας, πριν λίγες μέρες, το «συσσίτιο μόνο για Έλληνες» (το αποκληθέν και «συσσίτιο μίσους») που διοργάνωσε η «Χρυσή Αυγή» (http://www.tovima.gr/society/article/?aid=523672). Όχι μόνο ο δημοσιογραφικός κόσμος, αλλά και απλοί πολίτες, χρήστες του Διαδικτύου, εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην πρωτοβουλία αυτή, την οποία ευθέως χαρακτήρισαν ρατσιστική.

Μακριά από ιδεολογικές ευαισθησίες και αυτονόητες ανθρωπιστικές ενστάσεις, ας εξετάσουμε το ζήτημα από καθαρά πραγματιστική σκοπιά για να δούμε ποιος βγήκε, τελικά, ωφελημένος από όλο αυτό το θόρυβο που – κατανοητά – δημιουργήθηκε από τους ομνύοντες στο όνομα και τις αξίες της Δημοκρατίας...

Σε επίπεδο ηθικής, η καταγγελία της πρωτοβουλίας της Χ.Α. αποτελεί παραβίαση ανοικτών θυρών! Ο διαχωρισμός των πεινασμένων σε «δικούς μας» και «άλλους» αντίκειται προς κάθε έννοια ανθρωπισμού και είναι εξαρχής καταδικασμένος στις συνειδήσεις των δημοκρατικών πολιτών. Προς τι, λοιπόν, η πλειοδοσία ηθικισμού που μας κατέκλυσε τις τελευταίες μέρες σχετικά με το θέμα αυτό;

Από την άποψη της πολιτικής σκοπιμότητας, ο θόρυβος που δημιουργήθηκε ήταν όχι μόνο περιττός, αλλά ίσως και επιζήμιος για τις δημοκρατικές δυνάμεις. Και εξηγούμαι: Κανένας δημοκρατικός πολίτης δεν περίμενε, ασφαλώς, να ακούσει όλες αυτές τις ηθικολογίες προκειμένου να μην ψηφίσει την Χ.Α. στις επόμενες εκλογές! Οι εν δυνάμει ψηφοφόροι της (εξαιρώ τα μέλη της ίδιας της οργάνωσης) αποτελούνται κυρίως από Έλληνες που έχουν απαυδήσει από την εισαγόμενη εγκληματικότητα, προϊόν της ανεξέλεγκτης (λαθρο)μετανάστευσης. Ο υπερτονισμός (έστω και καταγγελτικός), λοιπόν, μιας συμβολικά «ελληνοκεντρικής» πράξης θα μπορούσε εν προκειμένω να λειτουργήσει ακόμα και ως στοιχείο διαφήμισης της Χ.Α. στις συνειδήσεις αυτών των εν απογνώσει τελούντων πολιτών (τους οποίους ορισμένοι, ελαφρά τη καρδία, χαρακτηρίζουν συλλήβδην ως «φασίστες»).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρωτοβουλία της Χ.Α. ήταν πολιτικώς πονηρή: επεδίωξε το θόρυβο μέσω της πρόκλησης. Και το θόρυβο που ζήτησε της τον πρόσφεραν αφειδώς οι δημοκρατικές δυνάμεις που, παρασυρμένες από τα ιδεολογικά ανακλαστικά τους, έπεσαν εύκολα στην παγίδα! Αφήνοντας μάλιστα αναπάντητα και κάποια ερωτήματα, όπως, π.χ., «γιατί ένα συσσίτιο για Έλληνες είναι πράξη μίσους, ενώ ένα αντίστοιχο μόνο για αλλοδαπούς θα ήταν πράξη αγάπης;», «γιατί οι καταγγέλλοντες εξαντλούν την ιδεολογία τους σε ρητορείες αντί να διοργανώσουν αυτοί ένα κοινωνικό συσσίτιο σε ανθρωπιστικά πρότυπα;», κλπ.

Για να μη μακρηγορούμε: Η Χ.Α. δεν αντιμετωπίζεται με ξόρκια και κατάρες ή με ευχολόγια. Αντιμετωπίζεται με εξάλειψη των αιτίων που την έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο. Και ελάχιστα βοηθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις που ανέχονται έως υποστηρίζουν την ιδέα της ανεξέλεγκτης (ακόμα και λαθραίας) μετανάστευσης, ενώ ταυτόχρονα δαιμονοποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους καταγγέλλοντάς τους ως εξ ορισμού «αντιδημοκρατικούς»! Για τους απροστάτευτους, μη-προνομιούχους πολίτες της ελληνικής γειτονιάς, αυτά μπορεί και να ηχούν προκλητικά. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εκλογική τους συμπεριφορά την κρίσιμη στιγμή...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr

Εδώ και καιρό έχω γίνει στόχος πολύ συγκεκριμένου αναγνώστη του Aixmi.gr. Ο εν λόγω δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέσεις και απόψεις που, άμεσα ή έμμεσα, θίγουν τον Σύριζα, μισεί κατάφωρα τους... Φυσικομαθηματικούς (θεωρώντας, εξ ορισμού, πως επιδίδονται συλλήβδην σε δραστηριότητες παραπαιδείας - με απλά λόγια, πλουτίζουν παραδίδοντας "ιδιαίτερα"!), ενώ το ύφος και τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί παραπέμπουν σε οιονεί πολιτικούς χώρους που αυτοπροσδιορίζονται ως "αντιεξουσιαστικοί"...

Πιστεύω απόλυτα στην ελευθερία του λόγου και αντιτίθεμαι σε κάθε μορφή επιλεκτικής δημοσίευσης σχολιασμών που συνοδεύουν ένα άρθρο γνώμης σε κάθε σοβαρό ιστότοπο. Με αυτή την έννοια, δεν θεωρώ το Aixmi.gr ηθικά υπεύθυνο για την δημοσιοποίηση χλευαστικών έως και συκοφαντικών σχολίων εναντίον μου. Από την άλλη, έχω χρέος απέναντι στον εαυτό μου να απαντήσω μια και καλή σε τέτοιες (στρατευμένες και κατευθυνόμενες;;) τοποθετήσεις. Το έπραξα αναρτώντας ένα σχόλιο στο άρθρο μου, Το «ευχαριστώ» που δεν είπαμε…:

Η Θάλεια μού είπε κάποτε: «Τι θέλεις κι εκτίθεσαι στο Internet; Δεν καταλαβαίνεις ότι προσφέρεις τον εαυτό σου βορά στα σκυλιά;» Υποθέτω, έχει κάθε λόγο να χαμογελά σαρκαστικά μ’ εκείνο το θριαμβευτικό αίσθημα της απόλυτης δικαίωσης!

«Μαϊντανός του μνημονίου» με «επίπεδο σκέψης Α΄ Δημοτικού», «ντροπή της επιστήμης», αρθρογράφος επιπέδου περιοδικών λαϊκής κατανάλωσης του παρελθόντος με «αναγνώσματα για απογευματινές συναθροίσεις κυριών»… Για να μην παραλείψω να αναφερθώ και στη γελοιότητα της αστήρικτης κατηγορίας (που θα μπορούσα ακόμα και να καταγγείλω ως συκοφαντική δυσφήμιση!) περί δήθεν «εμπορευματοποίησης» της επιστήμης μου (βρέθηκα ξανά και ξανά στην ανάγκη να βάλω στη θέση τους κάποιους που, υπό μορφή πρόκλησης, μιλούσαν για υποτιθέμενα «ιδιαίτερα»…)!

Αναρωτιέμαι αν, τελικά, αξίζει να μοιράζεται κανείς δημόσια τις σκέψεις του με ένα τέτοιο κοινό. Και μάλιστα δίχως άλλο κέρδος πέρα απ’ την ίδια την ομορφιά της επικοινωνίας με λίγους ωραίους ανθρώπους… Όμως, στην εποχή της κρίσης τέτοιοι ιδεαλισμοί είναι πολυτέλειες! Τώρα ο λόγος πέρασε στα ανθρωποφάγα θηρία που κρύβαμε μέσα μας – μα δεν το ξέραμε. Κι όποιος διαφωνεί μαζί μας δεν είναι πια απλά ιδεολογικός αντίπαλος: είναι εχθρός που απειλεί την ίδια μας την ύπαρξη. Και σαν τέτοιο θα πρέπει να τον κατασπαράξουμε!

Η κρίση δεν μας έκανε, τελικά, κακούς, ανέδειξε μόνο την κακία που υπολάνθανε μέσα μας. Έβγαλε στην επιφάνεια τον αληθινό μας εαυτό. Και, απ’ αυτή τη σκοπιά, δικαιώνομαι να λέω πως την αξίζαμε απόλυτα! Κι ας θυμώνει με τα λόγια μου ο οργίλος «επαναστάτης»-σχολιαστής, ο διαθέτων γλώσσα δυσανάλογη της ωριμότητάς του…

Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν δυο καλοκαίρια, στη αυλή κάποιου εξοχικού στην Εύβοια, να γράφει ανέμελα ένα άρθρο σ' αυτό εδώ το blog. Κι αμέσως μετά να καλοδέχεται τα σχόλια - θετικά ή αρνητικά, μα πάντα καλοπροαίρετα - λίγων φίλων αναγνωστών... Μου λείπει η αθωότητα του blogging εκείνου του καιρού! Δίχως πολλά "Like" και κοντέρ αναγνωσιμότητας, μα με μια αίσθηση - θα την χαρακτήριζα - πιο "οικογενειακή" στη διακίνηση και ανταλλαγή των ιδεών στο Διαδίκτυο. Το οποίο παραγέμισε, δυστυχώς, από "άγρια σκυλιά" (όπως θα 'λεγε και η Θάλεια)! Σκέφτομαι, ώρες-ώρες, αν αξίζει τον κόπο να τα ταΐσω κι άλλο με την υπόληψη και την αξιοπρέπειά μου...

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Το «ευχαριστώ» που δεν είπαμε…

Ακούγοντας τη λέξη «ευγνωμοσύνη», το μυαλό μας πηγαίνει σε κώδικες ευγένειας και τρόπους καλής συμπεριφοράς. Σ’ αυτό βοηθούν και τα ίδια τα λεξικά: «αναγνώριση από κάποιον της ευεργεσίας που του έκανε κάποιος άλλος, καθώς και έντονα φιλική διάθεση προς αυτόν». Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: Για κάποιον που ζει σε μια ερημιά μακριά απ’ τον κόσμο, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης θα πρέπει να είναι ανύπαρκτο!

Όμως, αν υπερβούμε αυτή την απλουστευτική ανθρωποκεντρική προσέγγιση της έννοιας, θα αντιληφθούμε ότι η ευγνωμοσύνη δεν αφορά μόνο τη στενή σχέση μας με τον συνάνθρωπο ή την κοινωνία, αλλά, σε υψηλότερο επίπεδο, την υπερκόσμια σχέση μας με το Σύμπαν (έκφανση του οποίου είναι, ασφαλώς, και η κοινωνία). Κι αν δεχθούμε (όπως κάποιοι πιστεύουν) ότι το Σύμπαν δεν είναι παρά απεικόνιση της ίδιας μας της συνειδητότητας (άσχετα αν – κατά το «γνώθι σαυτόν» – ελάχιστα την έχουμε εξερευνήσει…), θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως η ευγνωμοσύνη είναι κατά βάθος σχέση αυτοπάθειας: Επικοινωνώ θετικά με το Σύμπαν = επικοινωνώ θετικά με τον εαυτό μου. Ή, με διαφορετικά λόγια, το Σύμπαν είναι καθρέφτης της συνειδητότητάς μου και ανακλά πίσω σ’ εμένα τόσο τα καλά, όσο και τα κακά μου αισθήματα και τα ανατροφοδοτεί!

Ακούμε συχνά πως δεν πρέπει να βιώνουμε αισθήματα κακίας. Μοιάζει με ηθική επιταγή, μα είναι κάτι θεμελιωδέστερο: είναι κατά κύριο λόγο θέμα αυτοσυντήρησης! Τα κακά αισθήματα που εκπέμπουμε και οι αρνητικές σκέψεις που κάνουμε ξαναγυρίζουν σ’ εμάς, εμείς είμαστε οι τελικοί τους αποδέκτες. Κατά μία έννοια, οι αρνητισμοί που παράγουμε μέσα μας (άσχετα αν τους κάνουμε ή όχι φανερούς στους άλλους) είναι όργανα αυτοκαταστροφής μας! (Αναφέρω σαν απτό παράδειγμα την επιστημονικά τεκμηριωμένη συσχέτιση ανάμεσα στις αρνητικές συμπεριφορές και τις καρδιακές παθήσεις, όπως αποκάλυψαν οι πρωτοποριακές έρευνες που διεξήγαγαν και δημοσίευσαν(*) ήδη από το 1959 οι Αμερικανοί καρδιολόγοι Meyer Friedman και Ray Rosenman.)

Στο αντίθετο άκρο του συναισθηματικού φάσματος βρίσκονται αυτοί που καλλιεργούν θετικά αισθήματα. Θα τους διακρίνετε εύκολα: Αποδέχονται την πραγματικότητα δίχως να μεμψιμοιρούν, δεν τους εξοργίζει η διαφορετικότητα, είναι ολιγαρκείς και όχι πλεονέκτες, και – το πιο σημαντικό – ακόμα και μέσα σε αντίξοες περιστάσεις αναζητούν τις θετικές πλευρές της ζωής και δεν παραλείπουν να εκφράσουν μέσα τους ευγνωμοσύνη γι’ αυτές! Για κάποιους πολιτισμούς (κι αυτό το σέβομαι απόλυτα) αυτό το τελευταίο δεν είναι απλά φιλοσοφική στάση αλλά θρησκευτική επιταγή…

Έζησα κάμποσα χρόνια σε μια κωμόπολη της Γιούτα, κοντά στους Μορμόνους. Αυτό που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν η ανυπόκριτη αισιοδοξία τους, προϊόν ίσως και της βαθιάς θρησκευτικής τους πίστης (ανεξάρτητα από το πόσο αποδεκτά θα μπορούσαν να είναι σε κάποιον τα δόγματά της…). Σπάνια έβλεπες στα πρόσωπά τους ζωγραφισμένη την κατάθλιψη και τη μιζέρια. Όπως και σπάνια διέκρινες τον θυμό – το πιο αυτοκαταστροφικό, ίσως, από τα ανθρώπινα συναισθήματα!

Μη βιαστείτε να συμπεράνετε πως ήταν μια κοινωνία εύπορων ανθρώπων που είχαν λυμένα όλα τους τα προβλήματα. Κάθε άλλο! Αν κάπου αντίκρισα πραγματική φτώχεια, ήταν εκεί. Όμως, ήταν άνθρωποι που αναζητούσαν πάντα τις θετικές πλευρές της ζωής, νιώθοντας ευγνωμοσύνη γι’ αυτές χωρίς παράλληλα να μεμψιμοιρούν για κάθε τι που δεν συνέβαλλε στην ευτυχία τους. Look at the bright spots!” συνήθιζε να λέει ένας καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο.

Η ανεργία κι εκεί μεγάλη. Είδα νέους Αμερικανούς με διδακτορικά να ξενιτεύονται στο Ισραήλ ή στις Αραβικές χώρες, μέχρι να βρεθεί κάποια θέση αντάξια των σπουδών τους πίσω στην πατρίδα τους. Θυμάμαι το κοριτσάκι ενός άνεργου γείτονα με τρία παιδιά (εκ των οποίων το ένα με ανάγκες ειδικής φροντίδας) να χτυπά δειλά την πόρτα μου κρατώντας από την αλυσίδα του το οικογενειακό σκυλάκι (ήταν γνωστά στη γειτονιά τα φιλοζωικά μου αισθήματα!) και να ζητά με ταπεινοφροσύνη αλλά και αξιοπρέπεια να τους «δανείσω» 20 δολάρια… Μα ποτέ δεν είδα τον κύριο Γουίλιαμς και την υπέρβαρη σύζυγό του κατηφείς και συνοφρυωμένους. Για να είμαι ειλικρινής, ήταν τα πρώτα χαμόγελα της ημέρας που εισέπραττα καθ’ οδόν προς το Πανεπιστήμιο!

Βέβαια, αυτό που συνέβαλλε ιδιαίτερα στην ανάπτυξη μιας θετικής στάσης ζωής σ’ εκείνη την κοινωνία (πέρα από τη θρησκευτική τους πίστη) ήταν το βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της, που το μοιράζονταν ακόμα και μ’ εκείνους που δεν ανήκαν στο θρησκευτικό τους δόγμα (δεν ξεχνώ τις σακούλες με τρόφιμα που εύρισκα συχνά έξω απ’ την πόρτα μου τον πρώτο, δύσκολο καιρό, χωρίς ποτέ να μάθω την προέλευσή τους!).

Αυτό το αίσθημα αλληλεγγύης έχει σταδιακά (και, φοβάμαι, οριστικά πια) χαθεί από την ελληνική κοινωνία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που οι υψηλές αξίες της ζωής έδωσαν τη θέση τους στα άγρια ένστικτα της επιβίωσης. Έτσι, από κοινωνία ανθρώπων μεταλλαχθήκαμε σιγά-σιγά σε συνονθύλευμα εγωκεντρικών συνειδήσεων! Κι ο παρακμιακός αυτός μετασχηματισμός κοινωνικής συνείδησης ρίζωσε για τα καλά μέσα μας και επικράτησε ακόμα και σε περιόδους οικονομικής ευημερίας. Ώσπου φτάσαμε τελικά να υποκαταστήσουμε την κοινωνία με τη συντεχνία, συρρικνώνοντας την ανθρώπινη αλληλεγγύη τόσο ώστε να χωρέσει στα στενά πλαίσια των κοντόφθαλμων ταξικών συμφερόντων μας…

Αν και θα ερεθίσω πολλούς αναγνώστες μ’ αυτό που θα πω, ανήκω σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι δικαίως η Ιστορία μάς τιμώρησε! Γιατί, μεθυσμένοι από την αφθονία που πρόσκαιρα μας προσφέρθηκε, το μόνο που ζητούσαμε ήταν περισσότερη αφθονία. Και, στο τέλος κάθε φαύλου κύκλου πλεονεξίας, ξεχνούσαμε πάντα να πούμε ένα «ευχαριστώ» για όσα είχαμε αξιωθεί να απολαύσουμε. Εγωκεντρικοί και άπληστοι, αυτό που μας ενδιέφερε – και το διεκδικούσαμε συχνά με βία και περίσσεια θυμού – ήταν να μην απολαύσει περισσότερα «η άλλη συντεχνία». Ε, λοιπόν, τώρα μπορούμε όλοι μαζί να μοιραστούμε ισομερώς και δίκαια το τίποτα! Κι επειδή ελάχιστα τιμήσαμε τη ζωή ως αυθυπόστατη αξία που δεν ζητά πιστοποίηση μέσω του (υπερ)καταναλωτισμού, ίσως μας έκανε καλό να ξαναθυμηθούμε τη σκληρότερη και πιο πρωτόγονη εκδοχή της: την επιβίωση. Και μάλιστα, βλέποντας το φαύλο κύκλο της Ιστορίας να κλείνει ειρωνικά εκεί που ξεκίνησε, με τους τότε ηττημένους κατακτητές σημερινούς αλαζονικούς «διασώστες»!

Κλείνω κι εγώ αυτό το σημείωμα με ένα σύντομο, σαρκαστικό στιχούργημα ενός άγνωστου, «οιονεί ποιητή»:

Ευγνωμοσύνη…

Κι εκεί που λέγαμ’ η ζωή μας στέρεψε,
κι εκεί που ο ήλιος στέγνωσε
τις δύο τελευταίες μας σταγόνες,
ανάμεσα στις φυλλωσιές
μες στο στενό δρομάκι
μοναχική ξεπρόβαλε μια κρήνη.
Κι ως ξεδιψάσαμε
για μια στιγμή μονάχα κοιταχτήκαμε.
Κι απρόθυμα πάλι κινήσαμε
ψελλίζοντας, «ε και;»…

(Ντίνος Πυργιώτης, «ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ»)

(*) M. Friedman, R. Rosenman, “Association of specific overt behavior pattern with blood and cardiovascular findings”, Journal of the American Medical Association 169 (1959) 1286–1296.

Aixmi.gr

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Έρωτας: αυταπάτη ή αυτοπάθεια;

Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα βάζει νάρκη στα θεμέλια κάθε βεβαιότητας για την ύπαρξη του έρωτα ως αντικειμενικής αξίας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Μια πικρή κωμωδία του 1964 επιχειρεί να επιβεβαιώσει, θαρρείς, τον ιδιόρρυθμο δημιουργό του «Αναρχικού Τραπεζίτη»:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη… Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο… Τους είναι αδύνατο να υποπτευθούν πως ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που δυσκολεύονται να αναγνωριστούν δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, αυτές που φορούσαν εκείνη τη μαγική νύχτα του καρναβαλιού που γνωρίστηκαν, και που έμελλε να είναι η μοναδική…

Ίσως η πιο φιλοσοφημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, ο «Γάμος αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη («Τα Κόκκινα Φανάρια», «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας») είναι μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Στο αποθεωτικό φινάλε ακούγεται μια από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εκείνος που αγαπούσα!»

Δείτε το video

Δεν είναι λίγες οι φορές που ενθουσιαζόμαστε με τις φαινομενικές ιδιότητες ενός εν δυνάμει ερωτικού εταίρου (όπως τεχνηέντως μας τις προβάλλει, ή όπως εμείς επιλέγουμε να τις προβάλλουμε δίνοντάς τους αντικειμενική υπόσταση), μόνο και μόνο για να βιώσουμε την απόλυτη απογοήτευση στο πλαίσιο μιας πραγματικής σχέσης μαζί του/της. Με επακόλουθο, ασφαλώς, την αναπόφευκτη θνησιγένεια της σχέσης…

Αν θέλαμε να τραβήξουμε στα άκρα τον πεσιμιστικό σαρκασμό του ποιητή με τις πολλαπλές «περσόνες», θα λέγαμε πως το ερωτικό συναίσθημα χτίζεται όχι απλά με την αντικειμενοποίηση της ιδέας μας για τον άλλο, αλλά, συχνά, με την ολική έκλειψη – σε επίπεδο συνειδητότητας – του ερωτικού αντικειμένου και την υποκατάστασή του από τον ίδιο μας του εαυτό. Με άλλα λόγια, αυτό που στην πραγματικότητα ερωτευόμαστε δεν είναι ο άλλος αλλά η εικόνα που, μέσω αυτού, διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας! Ενδεικτικές είναι οι φράσεις:

– Ο τρόπος που με κάνει να νιώθω…

– Με έμαθε ν’ αγαπώ τον εαυτό μου…

– Με κάνει να αισθάνομαι πάλι νέος/νέα…

– Μαζί του/της γνώρισα εμένα όπως δεν με ήξερα…

Προσέξτε ότι απουσιάζει κάθε αναφορά στα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες του ίδιου του ερωτικού αντικειμένου: αυτά αναδεικνύονται έμμεσα σε συνάρτηση με τα αισθήματα αυτοαποδοχής ή αυτοεπιβεβαίωσης που επάγουν.

Θα πρέπει, λοιπόν, να συμπεράνουμε πως το ερωτικό αντικείμενο είναι είτε αυταπάτη, είτε εξωραϊστικό κάτοπτρο της αυτοεικόνας μας; Με άλλα λόγια, είναι ο έρωτας ταυτόσημος της ουτοπίας, του ναρκισσισμού και της αυτοπάθειας; Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε εξαρχής κάθε ερωτική σχέση θνησιγενή, αφού αργά ή γρήγορα οι μαγικές εικόνες θα εξανεμιστούν και θα έρθουν στην επιφάνεια οι πραγματικές διαστάσεις των ερωτικών εταίρων. Ή, για να ξαναγυρίσουμε στην ταινία του Β. Γεωργιάδη, θα αντικρίσουν ο ένας τον άλλο δίχως τις αποκριάτικες μάσκες!

Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μια παράμετρο που ως τώρα αγνοήσαμε: τον βαθμό ωριμότητας του ερωτευμένου ατόμου! Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο αυτοσυνειδησίας και αυτοαποδοχής, τόσο λιγότερος χώρος υπάρχει για ετεροπροσδιορισμούς και τόσο πιο αντικειμενική είναι η αξιολόγηση των ιδιοτήτων του ερωτικού συντρόφου. Αυτό αφήνει λιγότερο χώρο για επιπόλαιες εξιδανικεύσεις και συνακόλουθες απομυθοποιήσεις που μοιραία επιφέρουν παρακμή και, τελικά, διάλυση των σχέσεων.

Δηλαδή, ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο αυτοσυνειδησίας πριν επιτρέψει στον εαυτό του να ερωτευτεί; Ασφαλώς όχι! Ο έρωτας (για να θυμηθούμε τον Καβάφη) είναι ταξίδι μύησης, όχι προορισμός. Και η ωρίμανση που αποκομίζουμε σ’ αυτό το ταξίδι απαιτεί να κάνουμε λάθη, αφού κι αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσής μας. Μέσα απ’ τα λάθη μας μαθαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Και γνωρίζοντάς μας καλύτερα, απομακρύνουμε τον κίνδυνο να ερωτευτούμε τον λάθος άνθρωπο για τους λάθος λόγους!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου παραληρεί ακατάσχετα λόγω της θερινής ζέστης…

Aixmi.gr

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Σταμάτης Κραουνάκης: Καλλιτεχνική αυτοχειρία και πολιτικό ατόπημα!

Σε άρθρο μας στο «Βήμα» στις 29-10-2012 («Η διακωμώδηση του βιασμού και η ‘Συντέλεια’ του χιούμορ») είχαμε αναφερθεί στη διαστροφική επίδειξη «χιούμορ» εκ μέρους των παρουσιαστών «σατιρικής» εκπομπής ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού, με θύμα την βουλευτή Λιάνα Κανέλλη. Αφετηριακό αντικείμενο της κακόγουστης φάρσας ήταν η απίστευτη κτηνωδία που βίωσε η πολιτικός (όπως, σε μικρότερο βαθμό, και η συνάδελφός της, Ρένα Δούρου) σε στούντιο άλλου ιδιωτικού σταθμού (σε «ζωντανή» μάλιστα μετάδοση!) από εκπρόσωπο «πολιτικού» κόμματος και «ισχυρού» φύλου.

Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αποσπάσματα του άρθρου μου στο «Βήμα»:

Η αντίδραση σημαντικού τμήματος της κοινωνίας μας μετά το περιστατικό βίας της 7-6-2012 στο τηλεοπτικό στούντιο του «Αντέννα», είναι ενδεικτική του επιπέδου αποκτήνωσης στο οποίο μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους μια μείζων εθνική κρίση. Οχετός ύβρεων κατά των δύο γυναικών βουλευτών – συχνά, μάλιστα, με απρεπή σεξουαλικά υπονοούμενα – κατέκλυσαν το Διαδίκτυο, συνοδευόμενες από χαιρέκακα σχόλια για το ανηλεές γρονθοκόπημα εναντίον της κ. Κανέλλη από εκπρόσωπο της «μάτσο» εθνικοφροσύνης: «Καλά της έκανε της (***)! Επιτέλους, κάποιος έπρεπε να της βουλώσει το στόμα!»

Αν οι γροθιές του συμπλεγματικού νεόκοπου «πολιτικού» συνιστούν, θα λέγαμε, μια πρωτογενή ενέργεια «βιασμού», τα κοινωνικά σχόλια που προαναφέρθηκαν αποτελούν ένα δεύτερο στάδιο της πράξης. Το τρίτο στάδιο – αυτό της αισχρής διακωμώδησης – παίχτηκε πριν λίγες μέρες, και πάλι στο χώρο κάποιου τηλεοπτικού στούντιο, στο διάλειμμα ζωντανού προγράμματος όπου η κ. Κανέλλη ήταν προσκεκλημένη. Φυσικοί, μαζί και ηθικοί, αυτουργοί ήταν οι συντελεστές «σατιρικής» (sic) εκπομπής του σταθμού, το όνομα της οποίας ας αναζητηθεί στον τίτλο του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω γελωτοποιοί, στο πλαίσιο της διαστροφικής αίσθησης του «χιούμορ» που, ως φαίνεται, διαθέτουν, σκηνοθέτησαν εικονικό ξυλοδαρμό της βουλευτού αιφνιδιάζοντάς την σε κάποιο διάδρομο του στούντιο, εις ανάμνησιν – ίσως ακόμα και προς δόξαν – του «ανδραγαθήματος» του σημαίνοντος εκπροσώπου του γνωστού ακραίου «πολιτικού» μορφώματος!

Λένε πως το χιούμορ ομορφαίνει και μακραίνει τη ζωή. Πιθανώς. Υπό μία όμως προϋπόθεση: ότι η σάτιρα του ενός δεν συνεπάγεται την ηθική καταρράκωση και τον εξευτελισμό της αξιοπρέπειας του άλλου!

Τον μύθο ότι η «μάτσο εθνικοφροσύνη» έχει το μονοπώλιο του ευτελισμού της γυναίκας, σε αντίθεση με τον σεβασμό με τον οποίο την περιβάλλει η «αγνή Αριστερά», επιχείρησε να καταρρίψει στην πράξη ο – κατά δήλωσίν του – «αριστερός» καλλιτέχνης Σταμάτης Κραουνάκης σε πρόσφατη δημόσια συναυλία αλληλεγγύης προς τους απολυμένους της ΕΡΤ (16-6-2013). Ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της Αριστοφάνειας πολιτικής σάτιρας, παραποίησε ένα δικό του αξιόλογο τραγούδι μετατρέποντάς το σε φθηνό και σεξιστικό χυδαιολόγημα με στόχο έναν πολιτικό της κυβερνώσας πλειοψηφίας και την σύζυγό του. Παραθέτω (με αναγκαίες περικοπές) τους στίχους της νέας εκδοχής του τραγουδιού, ζητώντας ταπεινά από τον κ. αρχισυντάκτη να μην τους λογοκρίνει περαιτέρω:

Όπου κι αν πας θα σαι πάντα εκεί, 
με την ξανθιά την κουλή να σε λέει Μπουμπούκο. 
Κι αναρωτιέμαι η καρ**λα τι χρώμα φοράει βρακί. 
Έλα! Τα βούρλα φυτρώνουν στο βούρκο!

Πάμε στον Άδωνι για φραπέ, 
που μας λέει κουμούνια, φρικιά, 
τον σιχαίνονται και οι φοιτητές 
κι εκείνος βγαίνει με μία ξινή, νευρικιά, 
Ευγενία τη λένε που λες.

Και κυκλοφορεί ξετσίπωτα, 
ένα σόι, ένα τίποτα. 
Κι είμαστε η λαχτάρα του 
και του γ***έται όλη η φάρα του.


Σημειώνω ότι, σε συνέντευξή του στις 17-4-2012 στο Aixmi.gr, αναφερόμενος στη στοχοποίηση του Γ. Νταλάρα εξαιτίας της πολιτικής καριέρας της συζύγου του, ο Σ. Κραουνάκης είχε τοποθετηθεί ως εξής:

«Δεν είναι αντικειμενικά σωστό ένας καλλιτέχνης, επειδή έχει παντρευτεί μια γυναίκα που είναι στο διοικούν κόμμα, να υφίσταται αυτήν την ταλαιπωρία.»

Προφανώς ο τραγουδοποιός εννοούσε την άδικη ταλαιπωρία που υφίστανται κατ’ αποκλειστικότητα οι άρρενες σύζυγοι γυναικών πολιτικών. Αυτό προκύπτει αβίαστα από την μη-τήρηση του ίδιου κανόνα κατά την εναλλαγή των φύλων…

Περιμέναμε εις μάτην από την Αριστερά – ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη, υποτίθεται, σε θέματα ισότητας και σεβασμού προς τη γυναίκα – να στηλιτεύσει τη συμπεριφορά αυτή ενός δημόσιου προσώπου που συχνά εμφανίζεται ως καλλιτεχνικός εκπρόσωπός της, και να διαχωρίσει τη θέση της από τέτοιας μορφής σεξιστικά χυδαιολογήματα (για να μην αναφερθώ και στη χυδαιότητα προς το πρόσωπο του ίδιου του πολιτικού, όπως αυτή εκφράζεται με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο στον τελευταίο στίχο του παραποιημένου τραγουδιού). Η σιωπή της θα μπορούσε να εκληφθεί από κάποιους (όχι αναγκαία κακοπροαίρετους) ως έμμεση επιδοκιμασία, και να αξιολογηθεί ως συνενοχή. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό, επίσης, είναι το γεγονός ότι η είδηση που αφορά το συμβάν, ενώ αρχικά εμφανίστηκε το πρωί σε μείζονες ειδησεογραφικούς ιστότοπους, ως το βράδυ είχε «εξαφανιστεί» από κάποιους απ’ αυτούς! Τι να υποθέσουμε άραγε;

Το μελαγχολικό της ιστορίας είναι πως, αν κρίνουμε από τα σχόλια που είδαμε δημοσιευμένα στο Διαδίκτυο, η απερίγραπτα ευτελής ενέργεια του τραγουδοποιού έτυχε ευρείας επιδοκιμασίας. Θα θέλαμε, εν τούτοις, να θέσουμε στον κ. Κραουνάκη δύο στοιχειώδη ερωτήματα, ένα με κοινωνικό και ένα με καλλιτεχνικό περιεχόμενο:

1. Πιστεύει πως με τη στάση του προσέφερε καλές υπηρεσίες στο σκοπό της ηθικής (κυρίως) δικαίωσης των εργαζομένων της ΕΡΤ, ή μήπως αντίθετα αμαύρωσε, εν μέρει, τον αγώνα τους;

2. Πιστεύει πως θα ξανακούσουμε ποτέ τον «Άδωνι» όπως πριν, σαν προϊόν υψηλής καλλιτεχνίας, ή μήπως θα ηχεί για πάντα στ’ αυτιά μας προεξάρχουσα η γελοία παράφρασή του; Μήπως, δηλαδή, δολοφόνησε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του με τα ίδια του τα χέρια;

Δεν αναμένω, φυσικά, απαντήσεις από τον αλαζονικό καλλιτέχνη (δεν είμαι καν σίγουρος ότι θα μου ήταν επιθυμητές). Περιμένω μόνο να βγούμε απ’ αυτό το σκοτεινό και σαρκοβόρο τούνελ της κρίσης… Που άλλους από εμάς έχει (δικαιολογημένα) μετατρέψει σε θηρία, και σ’ άλλους έχει δώσει προσχήματα για να παίζουν εν ου παικτοίς με τις αγωνίες μας, σερβίροντάς μας δηλητήριο ως γιατρικό!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου κάποτε εκτιμούσε τον Σταμάτη Κραουνάκη…

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Δικαστικές αμφισημίες και πολιτικές σκοπιμότητες (ή, ποιος είναι τελικά ο γάιδαρος;)

Οι πρόσφατες, (σκόπιμα;) αμφίσημες αποφάσεις της Διοικητικής Δικαιοσύνης για τα κρατικά Mέσα Ενημέρωσης, και η κατά το δοκούν ερμηνεία τους από τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, μου έφεραν στο νου ένα κλασικό πολιτικό ανέκδοτο που πρωτάκουσα πριν πολλά χρόνια από ένα δάσκαλο. Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας (ανάλογα με τις πολιτικές πεποιθήσεις αυτών που την αφηγούνται), δανείζομαι όμως αυτή που εντόπισα στον «Αερινό», το blog του Μάκη, ενός φίλου Κρητικού:

Την περίοδο του Εθνικού Διχασμού στην Κρήτη, ένας Επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης ανέβαινε μ’ ένα μουλάρι σ’ ένα ορεινό και δύσβατο χωριό για να επιθεωρήσει τον εκεί δάσκαλο. Στο δρόμο συναντά έναν αγωγιάτη και τον ρωτά:

«Δεν μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; Βενιζελικός ή Βασιλικός;»

«Βενιζελικός», απαντά ο αγωγιάτης.

«Α, το γαϊδούρι…!» σχολίασε ο επιθεωρητής.

Ο αγωγιάτης, όμως, ήταν Βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στο δάσκαλο τη στιχομυθία:

«Το και το, δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι!»

Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά το δάσκαλο για το ποιο είναι το μάθημα της ημέρας.

«Τα σημεία της στίξεως», απαντά ο δάσκαλος.

«Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά», λέει ο επιθεωρητής.

Ο δάσκαλος σήκωσε ένα μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει τη φράση:

«Ο επιθεωρητής είπε, (κόμμα) ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι (τελεία).»

Αφού, έκπληκτος, ο μαθητής το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος:

«Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;»

«Ο δάσκαλος», ψέλλισε ο μαθητής.

«Και ποιος το είπε;»

«Ο επιθεωρητής, κύριε.»

«Ωραία», είπε ο δάσκαλος. «Σβήσε τώρα το κόμμα και βάλ’ το αλλιώς:»

«Ο επιθεωρητής, (κόμμα) είπε ο δάσκαλος, (κόμμα) είναι γαϊδούρι.»

Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος:

«Ποιος είναι τώρα, παιδί μου, το γαϊδούρι;»

«Ο επιθεωρητής», απαντά δειλά ο μαθητής.

«Και ποιος το είπε;»

«Ο δάσκαλος», απαντά ο μαθητής.

Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει:

«Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα; Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή, και πότε τον δάσκαλο!»

Τα θαύματα, λοιπόν – για να επιστρέψουμε στην επικαιρότητα – δεν κρατούν πολύ σ’ αυτή τη χώρα! Πάνω που αρχίσαμε να νιώθουμε περήφανοι για την «κουλτούρα συνεργασίας» που άρχισε να αχνοφαίνεται στην πολιτική ζωή του τόπου, πάνω που φάνηκαν, δειλά, τα πρώτα ελπιδοφόρα δείγματα μιας νέας πολιτικής, βγήκαν στην επιφάνεια οι γνώριμες παθογένειες του ελληνικού πολιτικού χαρακτήρα. Αποδείχθηκε, για μια ακόμα φορά, πως η πολιτική δεν ενδιαφέρεται τόσο για την υπηρέτηση της κοινωνίας, όσο για την ίδια της την αυτοσυντήρηση. Πως η σωτηρία του τόπου περνάει σε δεύτερη μοίρα μπροστά στη σωτηρία ή την επικυριαρχία – ανάλογα – του κόμματος, και την αντίστοιχη πολιτική επιβίωση ή ηγεμονική επιβεβαίωση του «αρχηγού»!

Θα θέλαμε, όμως, ως επιμύθιο να θυμίσουμε στις πολιτικές δυνάμεις που εδώ και λίγο καιρό μοιάζουν να παίζουν «πόκερ» στην πλάτη της χώρας, πως, εκτός από το άσπρο/μαύρο στις οθόνες, υπάρχει και το αντίστοιχο κοντράστ χρωμάτων στις κάλπες. Με ό,τι – δυστυχώς – αυτό συνεπάγεται για την επόμενη μέρα όλων μας…

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός