Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Το «Αποτύπωμα» των ηθικών διλημμάτων της Αριστεράς

Στην υπέροχη ποιητική συλλογή του «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ», ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος γράφει κάπου:

Όλες οι ιδέες μας συνθήματα σε τοίχους
χρόνισαν, βρώμισαν και κρύφτηκαν σε στίχους…

Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για εντυπωσιακό παράδειγμα αυτοκριτικής γενναιότητας, μια μορφή κυνικού, σχεδόν, αυτοσαρκασμού από έναν εκπρόσωπο του λεγόμενου «συστήματος» (για να χρησιμοποιήσω μια λέξη-κλισέ). Η δίχως ωραιοποιήσεις ομολογία της εγκατάλειψης ευγενών – κι ίσως αφελών – πολιτικών οραμάτων προς χάριν μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης, τελικά, προσαρμογής στο σκληρό κόσμο του πραγματικού...

Καμία ποιητική έκφραση δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τα ηθικά διλήμματα προ των οποίων τίθεται τη στιγμή αυτή η ελληνική Αριστερά. Η οποία, από τα ασφαλή στεγανά της ανέξοδης επαναστατικής ουτοπίας, βρέθηκε να διαχειρίζεται την εξουσία σε καιρούς εθνικής κρίσης. Μια Αριστερά που οι περιστάσεις την υποχρεώνουν τώρα να ενηλικιωθεί απότομα, περνώντας απευθείας από την ανέμελη ανευθυνότητα της πολιτικής εφηβείας στην υπεύθυνη σωφροσύνη της πολιτικής ωριμότητας. Και την καλούν να προκρίνει το ρεαλισμό που διασφαλίζει μια κάποια προοπτική εθνικής αυτοσυντήρησης και συνέχειας, αφήνοντας πίσω την άκαμπτη εμμονή σε ανεδαφικά επαναστατικά οράματα που υπόσχονται θριάμβους ενάντια σε ακατανίκητα διεθνή πολιτικά και οικονομικά συστήματα. Πόσο μάλλον όταν τα συστήματα αυτά εφαρμόζουν αμείλικτες τιμωρητικές πολιτικές για τους μη συμμορφούμενους...

Σε επίπεδο πολιτικής, η Αριστερά βρίσκεται εκ των πραγμάτων μπροστά στην αναγκαιότητα να θυσιάσει ένα μέρος, τουλάχιστον, από τις – ούτως ή άλλως ανέφικτες – προεκλογικές υποσχέσεις της που γοήτευσαν μια ικανή μερίδα ψηφοφόρων. Να «νερώσει» τις υπερβολικές φιλοδοξίες της, αποδεχόμενη – αν τούτο απαιτηθεί από τις περιστάσεις – συμβιβασμούς για τους οποίους θα χαρακτήριζε άλλοτε ως «εθνικούς μειοδότες» οποιουσδήποτε διαχειριστές της εξουσίας.

Να επανακαθορίσει ορθολογικά τις προτεραιότητές της κάτω από το βάρος της ευθύνης που ανέλαβε, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την απόλυτη ιδεολογική συνέπεια και, αντ’ αυτής, επιλέγοντας τον (κάθε άλλο παρά προσφιλή στην ίδια την Αριστερά) πολιτικό πραγματισμό. Με πιθανό τίμημα τη ρετσινιά των «κυβιστήσεων» (εκ μέρους μικρόψυχων πολιτικών αντιπάλων) και τη μομφή της απεμπόλησης θεμελιακών αρχών και ιδανικών (εκ μέρους παράλογα ασυμβίβαστων ιδεολογικών συνοδοιπόρων).

Η αγωνία, όμως, της Αριστεράς, κι αυτό που δρα κατασταλτικά στην όποια απόπειρα εξορθολογισμού της πολιτικής και των στόχων της, είναι μήπως καταγραφεί στην Ιστορία ως μία ακόμα χιμαιρική και, τελικά, αποτυχημένη προοπτική μιας καλύτερης μορφής εξουσίας. Σαν μια δύναμη που, υπό συνθήκες ασφαλούς κι ανεύθυνης ιδεολογικής ελευθεροστομίας, έγραφε κάποτε επαναστατικά «συνθήματα στους τοίχους» (για να θυμηθούμε τον ποιητή) που «χρόνισαν και βρώμισαν» εκεί, μένοντας απραγματοποίητα. Συνθήματα που θα καταλήξουν να «κρύβονται στους στίχους», όχι πια από το φόβο της καταδίωξης από συστημικούς αντιπάλους (άλλοι καιροί, αληθινά ηρωικοί, τότε!) αλλά από την αμηχανία της αποτυχίας, της διάψευσης, του μοιραίου μα αναγκαίου συμβιβασμού...

Προσωπικά (το έχουμε ξαναπεί) ανήκω σε εκείνους που θα χαιρετίσουν κάθε στροφή της παρούσας εξουσίας προς τη μετριοπάθεια και τον πολιτικό ορθολογισμό. Κάθε άλλη στάση θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε εθνική περιπέτεια με απρόβλεπτη κατάληξη! Και θα επισημάνουμε επίσης πως, αυτοί που ανέδειξαν την Αριστερά στην εξουσία είναι, στην πλειονότητά τους, άνθρωποι που πίστεψαν ότι μπορεί να έρθουν και καλύτερες μέρες. Άνθρωποι που σίγουρα θεωρούν ότι οι ιδεολογίες δικαιώνονται από τα αποτελέσματα και μόνο της πολιτικής, χωρίς τα οποία οι ιδεολογίες αυτές στερούνται νοήματος. Βέβαια, ο επιθετικός προσδιορισμός «καλύτερες» επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Αρκεί όλοι, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι (ιδίως οι ψηφοφόροι των πρώτων) να αντιλαμβάνονται τις έννοιες ομοίως...

Δεν είμαι βέβαιος για τη δυνατότητα μιας τέτοιας εννοιολογικής συναντίληψης. Εξ άλλου, αυτό που στην προεκλογική περίοδο γοήτευσε ήταν η ρητορική ωραιότητα των «συνθημάτων στους τοίχους», όχι τα απόλυτα νοήματά τους. Δίχως καν να προβληματιστεί η καθημαγμένη, από την κρίση, κοινωνία αν τα συνθήματα αυτά, αναμετρούμενα με τις σκληρές πραγματικότητες της εποχής, θα μπορούσαν ίσως κάποτε να διαψευστούν και να ξεφτίσουν. Και να αναζητήσουν, τελικά, καταφύγιο στους μελαγχολικά αυτοσαρκαστικούς στίχους των ποιητών:

Όλες οι ελπίδες μας πανό σε διαδηλώσεις
πέρασαν, γέρασαν, πληρώθηκαν με δόσεις...

(Χ. Παναγιωτόπουλος, «Γενιά μοιραία»)

Aixmi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου