Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Δολοφονούν τα άλογα όταν γεράσουν…

Μια ακόμα δολοφονία ανυπεράσπιστου ηλικιωμένου από «μετανάστες», με κίνητρο τη ληστεία, έρχεται σαν ειρωνικό επιστέγασμα του – προσφάτως ψηφισθέντος από το Κοινοβούλιο – «αντιρατσιστικού νόμου». Και, επειδή με τους νόμους δεν είναι να παίζει κανείς (ειδικά όταν αυτοί θέτουν υπό αμφισβήτηση την ίδια την ελευθερία του λόγου), θα υπερνικήσω την αδήριτη ανάγκη σχολιασμού του τραγικού συμβάντος με τρόπο που θα απέδιδε πιστά τις σκέψεις μου. Αντ’ αυτού, σε πνεύμα ρετρό, επιλέγω να παρουσιάσω στο αναγνωστικό κοινό του Aixmi.gr ένα άρθρο μου στο «Βήμα» (εδώ, σημαντικά αναθεωρημένο και με νέο τίτλο) γραμμένο προ διετίας. Τότε που κάποιοι άλλοι φιλοξενούμενοι σ’ αυτή τη χώρα είχαν δολοφονήσει φριχτά έναν ακόμα άτυχο ηλικιωμένο…

Κάποιες άλλες, μακρινές εποχές, η είδηση θα είχε αναστατώσει το πανελλήνιο. Οι εφημερίδες θα την πρόβαλλαν με πηχυαίους τίτλους, ενώ θα ήταν για μέρες το πρώτο θέμα της ειδησεογραφίας στα κανάλια και στα ραδιόφωνα… Σήμερα, η είδηση πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων (αν έφτασε καν ως εκεί), ενώ για τα κανάλια ήταν ένα «συνηθισμένο» περιστατικό του καθημερινού αστυνομικού δελτίου. Πώς λέει εκείνο το χιλιο-αναμασημένο (αν και σοφό) κλισέ για το τέρας που δεν μας τρομάζει πια γιατί αρχίσαμε να του μοιάζουμε…

Όλοι έχουμε συναντήσει ανθρώπους που πέρασαν τα ογδόντα και βρέθηκαν στην ανάγκη να ζουν μόνοι. Για να κάνουμε πιο συγκεκριμένο το σενάριο, σκεφτείτε κάποιον που μόλις πριν ένα χρόνο έχασε τη σύντροφό του, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που είχε για παρέα και η παρουσία του τού έδινε κάποιο αίσθημα ασφάλειας… Τώρα οι νύχτες ήταν άυπνες και βασανιστικά αξημέρωτες. Κι ο κάθε θόρυβος απ’ το μπαλκόνι ή την κουζίνα έμοιαζε με απειλή ικανή να προκαλέσει πανικό. Ώσπου το φως της μέρας νάρθει σαν βάλσαμο παρηγοριάς και ψευδαίσθηση προστασίας…

Ευτυχώς υπήρχε μια σύνταξη, χάρις στην οποία μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια χωρίς να επιβαρύνει τα παιδιά του (τα οποία ήταν αναγκασμένα να μένουν μακριά). Χρόνια τώρα, μια φορά το μήνα συνδύαζε τον πρωινό του περίπατο με μια βόλτα ως την τράπεζα, να πάρει το καθορισμένο ποσό που θα του επέτρεπε να βγάλει τις δύσκολες μέρες που ακολουθούσαν. Δεν υπήρχε κανείς να τον συνοδέψει με ασφάλεια στο σπίτι, κι έτσι γύριζε μόνος του, κουβαλώντας στην τσέπη το πολύτιμο για την επιβίωση φορτίο του.

Δεν ξέρω αν το ‘χε, όμως, πληροφορηθεί (μα, κι αν το γνώριζε, τι θα μπορούσε να κάνει;) πως η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη που ήξερε! Κάποτε ζούσαν εδώ άνθρωποι – καλοί, κακοί, με τις αρετές και τις αμαρτίες τους. Σήμερα οι άνθρωποι αναγκάζονται να συμβιώνουν με κτήνη. Και, όσο πιο πολύ συμβιώνουν με αυτά, τόσο πιο πολύ συνηθίζουν στην κτηνωδία, μέχρι που σιγά-σιγά παύουν να τη φοβούνται – όπως το τέρας όταν αρχίζει κανείς να του μοιάζει…

Στη χώρα της απόλυτης παρακμής, τα πάντα εισάγονται, αφού έχουμε ξεχάσει πια τι θα πει παραγωγή – από οδοντογλυφίδες και άλλα μικροπράγματα, έως πολιτισμό και ποιότητα ζωής. Και επειδή, φαίνεται, γίναμε υπερβολικά πολλοί και ανεπίτρεπτα πλούσιοι, αποφασίσαμε να ανοίξουμε τα σύνορα και στο εισαγόμενο έγκλημα, μήπως κι εξισορροπήσουμε κάπως την κατάσταση και καταφέρουμε, τελικά, να γίνουμε λιγότεροι και φτωχότεροι!

Το γεροντάκι των 82 χρόνων στο Παγκράτι ήταν εύκολος στόχος καθώς γυρνούσε μόνος από την τράπεζα με την πολύτιμη σύνταξη στην τσέπη. Δύο «απελπισμένοι» της περιοχής (σύμφωνα με μαρτυρίες περιοίκων) τον είχαν βάλει από καιρό στο σημάδι. Την πρώτη φορά απλώς τον λήστεψαν. Τη δεύτερη φαίνεται πως βρήκαν ζόρι καθώς τον ακολούθησαν ως μέσα στο σπίτι του. Έτσι, αναγκάστηκαν να του κλείσουν το στόμα για να μη φωνάζει και τους πάρουν είδηση οι γείτονες. Ως πρόχειρο μέσο απόφραξης του στόματος που σε λίγα λεπτά επρόκειτο να σιγήσει για πάντα από ασφυξία, επέλεξαν μια ικανή ποσότητα χαρτιού υγείας από την τουαλέτα…

Και, επειδή κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει να αφαιρούν το περιτύλιγμα της άνοστης, χιλιομασημένης τσιχλόφουσκας περί «ρατσισμού», θα θέσω ένα ερώτημα που προσωπικά θεωρώ ρητορικό: Τι είναι, αν όχι ρατσιστική, η «κατανόηση» και η ανοχή στην άσκηση ακραίας βίας από τους βιολογικά ανθεκτικότερους και σωματικά υπέρτερους προς τους αδύναμους κι ανήμπορους να αμυνθούν; (Ή, μήπως, το ίδιο αυτό φαινόμενο βίας αποκτά ρατσιστικές διαστάσεις μόνο στην περίπτωση όπου οι φυσικοί αυτουργοί είναι μέλη κάποιου ακραίου χώρου στις παρυφές του πολιτικού συστήματος;)

Το μέγεθος του κακού σ’ αυτή τη χώρα έγινε πια τέτοιο που δεν μπορεί να χωρέσει σε συμβατικές ηθικές αξιολογήσεις (όπως με ωμό κυνισμό είχε πει κάποιος, μερικές χιλιάδες θάνατοι δεν είναι τραγωδία, είναι στατιστική!). Πιστή στις επιταγές του Δαρβίνου, η κοινωνία των ανθρώπων έχει ασυνείδητα αναπτύξει νοσηρά ανακλαστικά αυτοσυντήρησης με τελικό στόχο το ξεσκαρτάρισμα των βιολογικά αδύναμων και κοινωνικά μη-παραγωγικών στοιχείων. Γι’ αυτό και, στη χρεοκοπημένη Ελλάδα τού σήμερα, το γεροντάκι των 82 που απολάμβανε το «προνόμιο» μιας ολόκληρης σύνταξης, μέσα στα πειραγμένα υποσυνείδητά μας ίσως και να πρόβαλλε ως ανεπίτρεπτη «πολυτέλεια» που θα ‘πρεπε με κάποιον τρόπο να εκλείψει!

Αυτό εξηγεί, άλλωστε, τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων, τις λιτές και άχρωμες – σχεδόν εξαναγκαστικές – αναφορές ρουτίνας στα Μέσα Ενημέρωσης, μα, κυρίως, την απουσία έμπρακτης ευαισθησίας εκ μέρους όσων κόπτονται επιλεκτικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτοχρίζονται σταυροφόροι «κατά του ρατσισμού»!

Καμία Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της προβλήματα τέτοιου μεγέθους, αν πρώτα η ίδια η κοινωνία δεν τα καταδικάσει στη συλλογική της συνείδηση. Μια συνείδηση που πρέπει, όμως, να πάψει να εμφανίζεται κατακερματισμένη με βάση κομματικές συμπάθειες ή ιδεολογικές προκαταλήψεις, και να λειτουργήσει με πνεύμα μη-επιλεκτικού (άρα, μη-μεροληπτικού και μονόπλευρου) ανθρωπισμού, αλλά και με αίσθημα εθνικής αυτοσυντήρησης (όσο κι αν ο επιθετικός προσδιορισμός στην αυτοσυντήρηση προκαλεί αλλεργία σε ορισμένους «προοδευτικούς» κύκλους…).

Και, ας αφήσουμε, επιτέλους, κατά μέρος τις γελοίες ρητορείες περί δήθεν «ρατσιστικών τάσεων» της κοινωνίας μας (εκτός αν ως «κοινωνία» ορίζουμε μια θλιβερή μειοψηφία ακραίων φανατικών που ευτύχησαν να αποκτήσουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση χάρις στις ανώμαλες συγκυρίες της εποχής). Είμαστε, κατά παράδοση, ο πιο ανεκτικός και φιλόξενος λαός του κόσμου. Αυτονόητα, βέβαια, για εκείνους που σέβονται τους κανόνες της φιλοξενίας και τιμούν αυτούς που τους την προσφέρουν!

Κι αυτή μας τη διάθεση δεν μπορούν να την επιβάλουν ξενόφερτοι νόμοι «κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας». Μπορούν μόνο να την εμπνεύσουν οι καλές προθέσεις αυτών που έρχονται στη χώρα για να συμβάλουν στην αναδημιουργία της – όχι να αποτελειώσουν την αποσύνθεσή της…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου