Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η μεταπολίτευση που χάθηκε στα χαρακώματα...


Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιστορικός για να απαντήσει στο ερώτημα, ποιος υπήρξε ο πιο παράλογος πόλεμος της ιστορίας. Το βραβείο του στρατιωτικού παραλογισμού θα κέρδιζε με άνεση ο Πρώτος Παγκόσμιος, του οποίου ο κυνικά αμοραλιστικός χαρακτήρας κρύβεται τεχνητά πίσω από την «αθώα» (σχεδόν ηρωική) έκφραση «πόλεμος των χαρακωμάτων»!

Ο «Μεγάλος Πόλεμος» είναι ίσως το πιο διάσημο παράδειγμα «πολέμου φθοράς» (war of attrition), μιας στρατιωτικής τακτικής όπου οι εμπόλεμες δυνάμεις επιχειρούν να φτάσουν στη νίκη επιφέροντας όσο το δυνατόν περισσότερες απώλειες στον αντίπαλο, μέχρι την τελική του εξάντληση. Οχυρωμένοι οι στρατιώτες σε άθλια (συχνά λασπωμένα) χαρακώματα, για μήνες σε στάση αναμονής που έσπαζε νεύρα και ηθικό, δέχονταν περιοδικά εντολές από υπερφίαλους στρατηγούς να βγουν απ’ τα «λαγούμια» τους και να επιτεθούν μαζικά στο αντίπαλο χαράκωμα, προσπαθώντας να σκοτώσουν όσο περισσότερους στρατιώτες του εχθρού μπορούσαν. Ενός εχθρού που περίμενε να τους θερίσει με τα πολυβόλα του, συχνά πριν καν προλάβουν να διασχίσουν την ουδέτερη ζώνη, τη «γη του κανενός» (no mans land)...

Ο πόλεμος των χαρακωμάτων διεκδίκησε και πήρε περισσότερες από εννέα εκατομμύρια ζωές νέων παιδιών, εξαφανίζοντας μια ολόκληρη γενιά στο διάβα του. (Στην διαβόητη μάχη του Somme και μόνο, χάθηκαν ένα εκατομμύριο και πλέον στρατιώτες, ενώ στο Verdun κάπου εφτακόσιες χιλιάδες. Και όλ’ αυτά για το αμφίβολο κέρδος λίγων εκατοντάδων μέτρων λασπωμένης γης...)

Συχνά μπαίνω στον πειρασμό να αναρωτηθώ αν εκείνοι που άσκησαν ή αντιπολιτεύτηκαν την εξουσία στην Ελλάδα από τη μεταπολίτευση ως σήμερα, έκαναν ποτέ τον κόπο να μελετήσουν την ιστορία του Πρώτου Παγκόσμιου. Γιατί, αν το είχαν κάνει, θα γνώριζαν καλά το κόστος ενός πολέμου φθοράς, μιας τακτικής που αγαπήθηκε με πάθος από όλες, σχεδόν, τις μείζονες πολιτικές δυνάμεις του τόπου. Το ζητούμενο ήταν σταθερά ένα: η με κάθε μέσο φθορά του πολιτικού αντιπάλου, ιδιαίτερα αν αυτός βρισκόταν στην εξουσία. Με το πατριωτικό καθήκον απέναντι στη χώρα και το λαό (αν υποτεθεί ότι αυτό ενυπήρχε σε κάποιο βαθμό ως πρωτογενές κίνητρο πολιτικής δράσης) κρυμμένο κάπου στα βάθη του κομματικού ασυνείδητου...

Πιστοί στην ιστορική μας κατάρα, συντηρήσαμε για χρόνια ένα μοντέλο πολιτικής βασισμένο στη διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αλληλομισούμενα άκρα ενός κομματικού διπόλου, που εναλλάσσονταν στους ρόλους εξουσιαστών-αντιπολιτευόμενων. Κάθε φορά που ένας κομματικός πόλος έχανε την εξουσία, επιδιδόταν με ρεβανσιστική μανία σε πόλεμο φθοράς του αντιπάλου του και υπονόμευσης του κυβερνητικού έργου, ακόμα κι αν αυτό αποτελούσε μέρος μη-διαπραγματεύσιμων εθνικών προτεραιοτήτων.

Αρωγοί σ’ αυτή την εθνικά αυτοκαταστροφική προσπάθεια ήταν πάντα οι στρατοί των οργανωμένων συμφερόντων, οι κομματικά ελεγχόμενες συντεχνίες. (Δεν θα χρησιμοποιήσω τη λέξη «συνδικαλισμός», γιατί η έννοια αυτή προϋποθέτει δημοκρατικό ήθος, αρετή άγνωστη στις ιδιοτελείς ηγεσίες των συντεχνιών...) Κοινοί εκβιαστές που ταλαιπωρούσαν τον μη-προνομιούχο πολίτη κατεβάζοντας τους διακόπτες της πολύτιμης ηλεκτρικής ενέργειας, ή στερώντας του το (συχνά προπληρωμένο) δικαίωμα στις δημόσιες μεταφορές, βαφτίζονταν σε «λαϊκούς αγωνιστές» που μάχονταν για τα συμφέροντα «του λαού». Φυσικά, οι «αγωνιστές», πέραν του όποιου ευκαιριακού πλουτισμού τους, αμείβονταν και με περίοπτες πολιτικές ή και κυβερνητικές θέσεις, όταν το κόμμα που υπηρετούσαν ερχόταν ξανά στην εξουσία!

Η τελευταία φάση του αμαρτωλού δικομματισμού σημαδεύτηκε από τρεις σημαντικές διαφοροποιήσεις του σκηνικού. Πρώτον, απωλέστηκε οριστικά το μέχρι πρότινος αυτονόητο προνόμιο της κυβερνητικής αυτοδυναμίας, προνόμιο που ο ίδιος ο λαός ευφυώς κατάργησε. Δεύτερον, η κυβερνητική φθορά, υπό συνθήκες ακραίας κρίσης, του ενός από τους παραδοσιακούς πόλους του δικομματισμού, οδήγησε στην εκλογική καταβύθισή του και την αντικατάστασή του από έναν νέο και άφθαρτο πολιτικό φορέα (ο οποίος, φυσικά, έσπευσε να αντιγράψει το ήθος, το ύφος και τις πρακτικές του προκατόχου του...). Τρίτον, η αναπόφευκτη παρακμή του παραδοσιακού συντεχνιακού συνδικαλισμού οδήγησε στην αναζήτηση ενός ισοδύναμου μηχανισμού φθοράς της εξουσίας. Αυτή τη φορά, δεν στρατολογήθηκαν μόνο ιδιοτελείς συνδικαλιστικές ηγεσίες (θυμηθείτε πριν ένα χρόνο την απεργία των ταξί, που σχεδόν τίναξε στον αέρα τον τουρισμό), αλλά αξιοποιήθηκε ιδιοφυώς κι η αγανάκτηση των ίδιων των πολιτών που υπέφεραν κάτω από τις συνέπειες μιας πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης. Η πολιτική κεφαλαιοποίηση του «κινήματος των Αγανακτισμένων» πιστοποιείται μάλλον εύκολα από την δραματική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στη χώρα...

Το κρίσιμο ερώτημα, τώρα, είναι: θα ξεφύγει, επιτέλους, η χώρα από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της πολιτικής της με δικομματικά σχήματα που σπαταλούν τις δυνάμεις του τόπου σε έναν εθνικά αυτοκαταστροφικό πόλεμο αμοιβαίας φθοράς; Το πρωτόγνωρο πείραμα σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας δίνει μια ελπίδα υπέρβασης του αμαρτωλού πολιτικού μας παρελθόντος. Σημειολογικά, θα καταθέσω και μια προσωπική εντύπωση: το μετεκλογικό χαμήλωμα των τόνων όσων, για δικούς τους λόγους, δεν θέλησαν να συμμετάσχουν στην προσπάθεια αυτή. Ας ελπίσουμε ότι κάτι σημαίνει!

Κι ας μην ξεχνάμε, τέλος, ότι, σε κάθε πόλεμο χαρακωμάτων υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά μια “no mans land”, διάσπαρτη από πτώματα και διάτρητη απ’ τα σημάδια των πυρομαχικών. Τα παραμορφωμένα πτώματα, με σβησμένες τις μορφές και χαμένα τα ονόματα, προορίζονται για ομαδικό τάφο με λιτή επιγραφή... Ας πούμε, «λαός»!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου