Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Αγανακτισμένοι, αλλά με ποιους;


Θα συμφωνήσω απόλυτα: η αγανάκτηση για το παλιό και το φθαρμένο είναι ένα πρώτο, ίσως και αναγκαίο βήμα για την ανατροπή και την υπέρβασή του, που θα οδηγήσει στο καινούργιο κι ελπιδοφόρο. Ένα κατά βάση αρνητικό συναίσθημα λειτουργεί εδώ ως κινητήρια δύναμη δημιουργίας και ανανέωσης. Το ζήτημα είναι, βέβαια, να προσδιοριστούν οι φυσικοί αποδέκτες αυτής της ανθρώπινης έξαρσης του θυμικού, αυτοί δηλαδή στους οποίους χρεώνεται η αποτυχία του «παλιού», αλλά και να καθοριστεί η επιθυμητή μορφή του καινούργιου...

Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω ακόμα κατανοήσει (τουλάχιστον, όχι στο βαθμό που θα με ικανοποιούσε) τη φιλοσοφία και τους στόχους του κινήματος των «Αγανακτισμένων». Δέχομαι πως, από τη σκοπιά της μαζικής ψυχολογίας, είναι μια άκρως υγιής κίνηση, κάτι σαν «ομαδική ψυχοθεραπεία». Τα εφιαλτικά προβλήματα ύπαρξης που, λίγο-πολύ, όλοι βιώνουμε σήμερα, γίνονται ακόμα πιο οδυνηρά μέσα από την αίσθηση της απομόνωσης. Αντίθετα, σαν μέλος ενός πλήθους όπου ο συντονισμός αισθημάτων και φωνών λειτουργεί πολλαπλασιαστικά, ο άνθρωπος νιώθει ξαφνικά να αποκτά δύναμη, σαν το ελάφι που ξεπερνά το φόβο των σαρκοβόρων αιλουροειδών μέσα απ’ το αίσθημα της ασφάλειας που του παρέχει το κοπάδι...

Αν θελήσουμε, όμως, να υπερβούμε την ψυχολογία χάριν της πολιτικής, οι αντικειμενικοί στόχοι του κινήματος δεν είναι ακόμα απόλυτα σαφείς. Καταρχήν, στα θετικά της πρωτοβουλίας πρέπει να καταγραφεί η άρνηση «καπελώματός» της από τους πάντα καραδοκούντες εκπροσώπους του ποικιλόχρωμου κομματισμού. Αυτό από μόνο του συνιστά τεράστια υπέρβαση για τα Ελληνικά (τουλάχιστον) δεδομένα, και αποτελεί σημαντική ηθική νίκη για τους εμπνευστές της κίνησης. Από κει και πέρα, όμως, μένουν αναπάντητα τα κεντρικά ερωτήματα: Προς ποιους ακριβώς (πρέπει να) στρέφεται η αγανάκτησή μας; Και, ποιες είναι οι προτάσεις μας για την «επόμενη μέρα»; Ας εξετάσουμε χωριστά κάποιους εν δυνάμει αποδέκτες του μαζικού θυμού μας:

1. Το πολιτικό σύστημα στη χώρα, συνολικά και διαχρονικά.
Αυτό θα ήταν ένας προφανής αποδέκτης αγανάκτησης σε ένα δικτατορικό καθεστώς, όπου η πολιτική ασκείται ερήμην της βούλησης των πολιτών. Στις δημοκρατίες, όμως, οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν τους φορείς και τα πρόσωπα που ασκούν την εξουσία. Επιπλέον, πέραν του δικαιώματος του εκλέγειν, στους πολίτες δίνεται και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Το πολιτικό σύστημα, λοιπόν, που, κατά την υπόθεση, εισπράττει την αγανάκτηση του λαού, αντλεί τις πρώτες ύλες του από τον ίδιο το λαό!
Είναι φανερό ότι η Δημοκρατία μας βρίσκεται στα όρια της πολιτικής χρεοκοπίας της υπό το βάρος των ίδιων της των παθογενειών. Το να αγανακτούμε μαζί της είναι απόλυτα θεμιτό, αλλά και αναγκαίο ως πρώτο βήμα ανατροπής και υπέρβασης. Το ερώτημα είναι: θέλουμε να εξυγιάνουμε το πολίτευμα, ή να το ανατρέψουμε ολοκληρωτικά; Στην πρώτη περίπτωση, με ποιους όρους και ποια μέσα θα επιτευχθεί η εξυγίανση ενός γηρασμένου μηχανισμού με κεκτημένα ανακλαστικά αυτοσυντήρησης; Στη δεύτερη, με τι είδους νέο πολίτευμα θα θέλαμε να αντικατασταθεί το υπάρχον; Δεν αισθάνομαι ότι βγήκαν απαντήσεις απ’ τις πλατείες σε τέτοια θεμελιακά ζητήματα. Εκτός κι αν τα ιπτάμενα αυγά ή οι... ελληνικότατες χειρονομίες προς τη Βουλή των Ελλήνων αποτελούν «πολιτική πρόταση»!

2. Η παρούσα Κυβέρνηση.
...Η οποία πράγματι αποδείχθηκε πολύ «λίγη» για τη διαχείριση μιας τέτοιας μείζονος κρίσης. Τι ακριβώς ζητούμε τώρα απ’ αυτήν; Να προχωρήσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και πυγμή στην υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να σώσει τη χώρα απ’ την καταστροφή; Τούτο θα σημάνει εξ ορισμού ακόμα μεγαλύτερες θυσίες απ’ το λαό, και περαιτέρω υποβάθμιση του επιπέδου ζωής του. Να δείξει ένα λιγότερο διαλλακτικό πρόσωπο προς τους δανειστές; Είναι σαν να θέτει όρους για τη διεξαγωγή ενός πυγμαχικού αγώνα ένας πυγμάχος που βρίσκεται ήδη ξαπλωμένος στο ρινγκ μετά από χτύπημα νοκ-άουτ! Ρεαλιστικές προτάσεις (όχι εύκολες αριστερίστικες κενολογίες) για το προφανέστατο αδιέξοδο, υπάρχουν;

3. Οι ξένοι δανειστές.
Αυτοί είναι οι μόνοι που μας αφήνουν να αγανακτούμε απρόσκοπτα! Βρίσκονται πολύ μακριά για να ενοχληθούν απ’ τις φωνές μας. Αλλά, ακόμα κι όταν τις ακούν, τις αντιμετωπίζουν με τον ίδιο κυνισμό που έδειχναν οι Ναζί ακούγοντας τις φωνές αυτών που πέθαιναν στους θαλάμους των αερίων. Επιπλέον, θεωρούν πως είμαστε απόλυτα άξιοι της κακής μας μοίρας, αφού εθιστήκαμε βολικά σε μια μακρόχρονη πολυτέλεια που σπαταλούσε το μέτρο και τη λογική τού «σήμερα», υποθηκεύοντας νομοτελειακά το «αύριο». Μπορεί ο τρόπος που διατυπώνονται αυτές οι ανθελληνικές θέσεις να φαντάζει (και είναι πράγματι) βαρβαρικά άκομψος, η ουσία όμως παραμένει πως ο όποιος αντίλογος απ’ τη μεριά μας βασίζεται μάλλον στη συναισθηματική συνθηματολογία και την εύκολη ελληνοκεντρική ρητορεία, παρά σε πραγματιστικά θεμελιωμένη επιχειρηματολογία.

Άκουσα χθες σε μια πρωινή εκπομπή στο ραδιόφωνο για μια νέα προσέγγιση που άρχισε δειλά να κάνει την εμφάνισή της στο κίνημα της «Αγανάκτησης». Συμπυκνώνεται στη φράση: «Πριν αγανακτήσουμε με όλους τους άλλους, ας στήσουμε έναν μεγάλο καθρέφτη κι ας αγανακτήσουμε με το ίδιο το είδωλό μας. Γιατί, είμαστε όλοι συνένοχοι!» Οφείλω να χειροκροτήσω αυτό το καινούργιο αυτοκριτικό πνεύμα. Σαν εκπαιδευτικός, δύο πράγματα επαναλαμβάνω με τρόπο βαρετό στους μαθητές μου: να κόψουν το τσιγάρο όσο ακόμα μπορούν, και να μάθουν να εξετάζουν τις δικές τους ευθύνες πριν κρίνουν το «σύστημα». Για την πρώτη προτροπή, δυστυχώς δεν αισιοδοξώ ιδιαίτερα... Αυτό που με παρηγορεί είναι πως, ιδίως για τα νέα παιδιά, η δεύτερη αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται περιττή!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου