Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Πεθαίνει ο έρωτας μέσα στον γάμο; Ή μήπως αυτοκτονεί;

 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ακούμε συχνά να λέγεται πως «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα». Προσωπικά, βρίσκω τη φράση το ίδιο παράλογη με εκείνη που λέει πως «το αλκοόλ σκοτώνει»! Το αλκοόλ δεν είναι αφ’ εαυτού του ένα κακό πράγμα: το χρησιμοποιούμε για αντισηψία στις πληγές, ενώ ένα-δύο ποτηράκια κρασί με το φαγητό λέγεται πως κάνουν καλό στην υγεία. Από την άλλη, η οδήγηση υπό την επήρεια της ουσίας μπορεί να αποβεί μοιραία. Το αν το οινόπνευμα είναι «καλό» ή «κακό» εξαρτάται από το πώς το χρησιμοποιούμε.

Με την ίδια ακριβώς λογική, πριν σπεύσουμε να ενοχοποιήσουμε τον γάμο ως «φονέα» του έρωτα, θα πρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο διαχείρισης του θεσμού από τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη. Ίσως τότε διαπιστώσουμε ότι η πραγματική παθογένεια του γάμου κρύβεται κάτω από μία θετική του πλευρά, της οποίας όμως γίνεται κακή χρήση: το αίσθημα της σιγουριάς.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός του έρωτα από την ψευδαίσθηση του δεδομένου ως αυτονόητου. Την αντίληψη, δηλαδή, πως μόλις η πρώτη σπίθα γίνει φωτιά, όλα παίρνουν νομοτελειακά τον δρόμο τους και, με κάποιον μαγικό τρόπο, η σχέση  αυτοσυντηρείται χωρίς να απαιτεί να «ρίχνουμε ξύλα στο τζάκι». Έτσι, θεωρώντας καθένας εκ των δύο εραστών τον άλλον ως «αυτονόητα» δεδομένο, παύει να αποδύεται στον καθημερινό αγώνα να κατακτήσει εξαρχής τον ερωτικό του σύντροφο επιστρατεύοντας τον καλύτερο εαυτό του. Και είναι αυτή η από μέρα σε μέρα ανανέωση του ερωτικού αισθήματος που αναζωογονεί τη σχέση και την καθιστά βιώσιμη στον χρόνο!

Η μεγαλύτερη παγίδα στον γάμο, σε ό,τι αφορά την συναισθηματική του συνέχεια, είναι η σταδιακή μετάλλαξη του «θέλω» σε «πρέπει». Ακούμε συχνά τη φράση – δηλητήριο: «Ο γάμος έχει υποχρεώσεις!» Κι ο ίδιος ο έρωτας, μάλιστα, προβάλλει ως «υποχρέωση» (αναφέρομαι, φυσικά, στη γελοία αντίληψη περί «συζυγικών καθηκόντων»). Έτσι, το αίσθημα της ελεύθερης επιλογής καταπνίγεται προς όφελος του αισθήματος του χρέους. Κι ο έρωτας, ως γνωστόν, δεν ανθεί ποτέ αν του στερήσεις την πιο βασική τροφή του: την ελευθερία!

Ένα από τα πιο αντιερωτικά «πρέπει» είναι εκείνο που αντιλαμβάνεται τον θεσμό ως κοινωνική βιτρίνα που επιβάλλει κοινωνική συμμετοχή:

– Οφείλεις να με ακολουθείς στις κοινωνικές / συγγενικές μου υποχρεώσεις, έστω και αν δεν αισθάνεσαι βολικά. Τι θα πουν αν με δουν να εμφανίζομαι μόνος / μόνη μου;

Όμως, χάριν του γάμου «πρέπει» να θυσιάζονται και μερικά από εκείνα που κάποτε έδιναν στο άτομο ψυχικές ανάσες:

– Καλά είναι τα χόμπι κι ο ελεύθερος χρόνος, όταν δεν έχεις υποχρεώσεις. Τώρα υπάρχουν άλλες προτεραιότητες!

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα «πρέπει», σε ό,τι αφορά την βιωσιμότητα του ερωτικού αισθήματος, είναι η αντίληψη της αναγκαιότητας του «αυτοκόλλητου». Η άποψη, δηλαδή, ότι, σε έναν υγιή γάμο οι δύο εταίροι πρέπει να μοιράζονται την κάθε στιγμή. Θα σταθώ ιδιαίτερα σε ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό, κι ας μην του έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία: Ακούμε συχνά πως μία ασφαλής ένδειξη δυσλειτουργικότητας σε έναν γάμο είναι οι χωριστές κρεβατοκάμαρες. Αν το δεχθούμε ως δόγμα, τότε παραβλέπουμε κάποιες πολύ βασικές παραμέτρους στον ερωτικό μηχανισμό.

Ας σκεφτούμε απλά: Γιατί μία ερωτική σχέση στις αρχικές φάσεις της είναι έντονη και κατορθώνει να κρατά τους εραστές σε εγρήγορση; Διότι η προσβασιμότητα του ενός στον άλλο δεν είναι δεδομένη κι αυτονόητη αλλά αποτελεί προνόμιο που πρέπει διαρκώς να ανανεώνεται. Αυτή η μαγεία της ανανέωσης, όμως, εξανεμίζεται κάτω από μονίμως κοινά κλινοσκεπάσματα. Όπως χαρακτηριστικά άκουσα κάπου να λέγεται, μετά από μερικά χρόνια αγγίζεις ένα παραπλεύρως κείμενο σώμα και δεν διαφέρει πολύ από το ν’ αγγίζεις το δικό σου! Έτσι, η εξ ορισμού κοινή κρεβατοκάμαρα στερεί από τους εραστές την συγκίνηση που προσφέρει η προοπτική του μηδενισμού των αποστάσεων, και την γοητεία της προσπάθειας για συνεχή «κατάκτηση» του ερωτικού συντρόφου.

Μία από τις πλέον νοσηρές παρενέργειες του αισθήματος του δεδομένου στον γάμο είναι το «δικαίωμα» στον αλληλοεξευτελισμό. Δεν βλέπω πια τηλεόραση, αλλά μου μετέφεραν το περιστατικό: Σε talk show ιδιωτικού καναλιού, πριν πολύ καιρό, μία φιλοξενούμενη ακούστηκε να περιγράφει - υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα σημαντικού μέρους του γυναικείου ακροατηρίου - την χλευαστική απάντηση που είχε δώσει στον σύζυγό της όταν εκείνος «τόλμησε» να ζητήσει λίγο χρόνο για τον εαυτό του, έξω από τις υποχρεώσεις του σπιτιού. Ομοίως ήρθε εις γνώση μου, παλιότερα, μία σκηνή σε εστιατόριο ξενοδοχείου, όταν ο σύζυγος παρακάλεσε την σύντροφό του να του γεμίσει το πιάτο από τον μπουφέ:

– Πήγαινε φτιάξ' το μόνος σου! Κουλός είσαι;

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι συνήθεις χαρακτηρισμοί «άχρηστε», «ανίκανε», «ανώριμε», κλπ., συνοδευόμενοι συχνά από συγκριτικές αναφορές σε άλλα, «αξιότερα» αρσενικά.

Οι άντρες, από τη μεριά τους, έχουν κι εκείνοι τους δικούς τους τρόπους να υποβαθμίζουν τις γυναίκες τους. Για παράδειγμα, δεν παραλείπουν να εκφράσουν ανοιχτά τον θαυμασμό τους για άλλες γυναίκες που, υποτίθεται, πληρούν περισσότερο τα αισθητικά τους κριτήρια, ενώ παράλληλα αποδύονται σε έναν αγώνα διαρκούς επιβεβαίωσης ενός ανδρισμού που μονίμως αναζητά έξωθεν χορηγούμενα «πιστοποιητικά»...

Ατέρμων ο κατάλογος των λαθών που σκοτώνουν το ερωτικό αίσθημα στο πλαίσιο του γάμου. Κορυφαίο όλων, η αντίληψη πως μέσα στον θεσμό ο άλλος αυτοδίκαια γίνεται κτήμα μας. Έτσι, το θεωρούμε φυσικό να απαιτήσουμε να υποκαταστήσει την βούλησή του/της με την δική μας. Ξεχνούμε, εν τούτοις, ότι ο έρωτας απαιτεί δύο ανεξάρτητες, ελεύθερες βουλήσεις για να αναπτυχθεί, ενώ η ύπαρξη μίας μοναδικής βούλησης δεν αντιστοιχεί σε ερωτική σχέση αλλά μάλλον σε αυτοπάθεια.

Τελικά, λοιπόν, αληθεύει ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα; Η άποψή μου είναι πως αυτός τούτος ο θεσμός στερείται… δολοφονικών διαθέσεων και μεθοδεύσεων. Είναι η κακοδιαχείριση των ιδιαιτεροτήτων του θεσμού αυτού από τα συμβαλλόμενα μέρη που ευθύνεται για την σταδιακή άμβλυνση, έως και την ολοκληρωτική εξανέμιση, του ερωτικού αισθήματος. Εις επίρρωση των λεγομένων, θα επικαλεστώ προσωπική μαρτυρία. Έζησα για πολλά χρόνια στην Αμερική κοντά στους Μορμόνους, μία ιδιαίτερα συντηρητική κοινότητα. Οικογένειες με τέσσερα, πέντε ή έξι παιδιά δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Εν τούτοις, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, είδα ζευγάρια σε τέτοιες οικογένειες να παραμένουν ερωτευμένα ως τα βαθιά τους γεράματα! Βασικά συστατικά της κοινής ζωής τους, ο αλληλοσεβασμός και η διαρκής ανανέωση της σχέσης με κάθε δημιουργικό τρόπο.

Ο γάμος, λοιπόν, δεν σκοτώνει τον έρωτα αλλά, απλά, ευνοεί συνθήκες αυτοχειρίας του ερωτικού αισθήματος με ευθύνη των ίδιων των εραστών. Και, θα το διατυπώσω σε ωμή αλλά ρεαλιστική γλώσσα: Ένας νεκρός από συναισθήματα γάμος δεν έχει λόγους ύπαρξης. Ένας έντιμος και αξιοπρεπής διαχωρισμός είναι σαφώς προτιμότερος και λιγότερο φθοροποιός από έναν διαρκή αλληλοεξευτελισμό και μία ατέρμονη ηθική αλληλοεξόντωση!

KLIK

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Θα είναι γήπεδο ή τάφος για την ΑΕΚ η «Αγιά Σοφιά»;


 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Μετά από κάθε νέα απογοητευτική εμφάνιση της ποδοσφαιρικής ομάδας της ΑΕΚ, γνωστό δημοσιογραφικό site που απευθύνεται σε οπαδούς της αναρτά εντυπωσιακές εικόνες και συγκινητικά videos από την κατασκευή του γηπέδου στη Νέα Φιλαδέλφεια. Προβάλλεται, έτσι, το μεγαλείο του γηπέδου ως αντιστάθμισμα για την κατάσταση απόλυτης αγωνιστικής απαξίωσης στην οποία έχει περιέλθει τα τελευταία χρόνια η ομάδα. Μια καθαρή προσπάθεια αποπροσανατολισμού του κόσμου της ΑΕΚ από το πρόβλημα της τραγικής διαχείρισης του ποδοσφαιρικού τμήματος του ιστορικού συλλόγου από ανθρώπους που ήρθαν για να χτίσουν μέγαρα γκρεμίζοντας Ιστορία...

Μετά από μία ανέλπιστη κατάκτηση πρωταθλήματος το 2018 (την οποία ουδόλως είναι βέβαιο ότι οι ιθύνοντες στην ΠΑΕ κατά βάθος επιθυμούσαν…) η ποδοσφαιρική ΑΕΚ μπήκε σε τροχιά ελεύθερης πτώσης. Η πρωταθληματική ομάδα αποδυναμώθηκε σημαντικά, ενώ ο κατά τεκμήριο επιτυχημένος προπονητής απομακρύνθηκε με το πρόσχημα ότι δεν ταίριαζε με τους υψηλότερους, πλέον, στόχους της ομάδας. Επί πλέον, η κάνουλα της χρηματοδότησης του ποδοσφαιρικού τμήματος έδειξε να κλείνει, αφού, ακόμα και από τα μυθικά ποσά που μπήκαν στα ταμεία του συλλόγου από τις συμμετοχές στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, δεν επενδύθηκαν παρά ελάχιστα για μία αληθινά ποιοτική ενίσχυση της ομάδας.

Αλλά, κι όταν αργότερα δαπανήθηκαν κάποια σημαντικά ποσά για μεταγραφές παικτών από το εξωτερικό, πήγαν κι αυτά στον ανύπαρκτο «πάτο του βαρελιού», αφού το ζήτημα της διαχείρισης και της εν γένει αξιοποίησης του ποδοσφαιρικού ταλέντου στην ομάδα μοιάζει να έχει ανατεθεί σε χέρια (επιεικώς) ερασιτεχνών.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το θλιβερό κατάντημα που σήμερα εκπροσωπεί την ποδοσφαιρική ΑΕΚ. Μία ομάδα – σκιά του περασμένου εαυτού της, που κατρακυλά στον κατήφορο της ανυποληψίας δίχως να διαφαίνεται τρόπος αναστροφής της πορείας της και, κυρίως, χωρίς να δείχνει να «ιδρώνει το αυτί» των υπευθύνων γι' αυτή την εικόνα απόλυτης παρακμής. Από τα χείλη των οποίων υπευθύνων δεν ακούστηκε ούτε μία λέξη αυτοκριτικής για τον φετινό, ντροπιαστικό αποκλεισμό της ΑΕΚ από όλες τις ευρωπαϊκές ποδοσφαιρικές διοργανώσεις.

Εν τω μεταξύ, οι οπαδοί της ΑΕΚ έχουν αρχίσει να κυριεύονται από αισθήματα ηττοπάθειας και μοιρολατρικού συμβιβασμού, που οδηγούν σε μία (ιδιαίτερα βολική για την διοίκηση) παθητική αποδοχή της κατάστασης. Το 2013 τους είπαν ότι η αναγέννηση του συλλόγου «σε δυνατά χέρια» θα έπρεπε να περάσει μέσα από το όνειδος της χρεοκοπίας και τον εξευτελισμό του υποβιβασμού κατά δύο κατηγορίες, έτσι ώστε τα «δυνατά χέρια» να αναλάβουν τον σύλλογο καθαρό από χρέη. Το δέχθηκαν με σκυμμένο το κεφάλι αλλά και με ένα διττό όραμα: να ξαναδούν την ΑΕΚ να γίνεται μεγάλη και να αξιωθούν, επιτέλους, να δουν το πολυπόθητο γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Όπως φάνηκε, όμως, στην πράξη, τα δύο σκέλη του οράματος είναι αμοιβαία αποκλειόμενα, αφού αδυνατούν να συνυπάρξουν. Σαν τα δύο κεφάλια του αετού που κοιτούν σε αντίθετες κατευθύνσεις...

Από τη μεριά τους, οι άνθρωποι της ΠΑΕ είχαν εξαρχής καταστήσει σαφείς τις προθέσεις τους, ομολογώντας σχεδόν κυνικά ότι όσα χρήματα δεν θα επενδύονταν στην ουσιαστική ενίσχυση της ομάδας επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν σαν «μαξιλαράκι» για την κατασκευή του γηπέδου. (Βέβαια, είδαμε τι τόπο έπιασαν τα ποσά που εξ ανάγκης επενδύθηκαν αργότερα...) Έτσι, σαν της Άρτας το γεφύρι που απαίτησε ανθρωποθυσία για να χτιστεί, το γήπεδο στη Φιλαδέλφεια οδηγεί νομοτελειακά στη θυσία της ποδοσφαιρικής ομάδας. Και, στο ποδόσφαιρο, κάτι που πεθαίνει, δύσκολα ανασταίνεται ξανά.

Μένουμε, λοιπόν, να αναρωτιόμαστε αν η ΑΕΚ κατασκευάζει γήπεδο για να στεγάσει τις αθλητικές δραστηριότητες μίας μεγάλης ομάδας ή, αντίθετα, χτίζει τάφο για να φιλοξενήσει το πτώμα μιας ομάδας ανυπόληπτης και απαξιωμένης στις συνειδήσεις των Ελλήνων φιλάθλων. Για τον γράφοντα, το παραπάνω ερώτημα τείνει να γίνει ανησυχητικά ρητορικό και εκ των πραγμάτων απαντημένο. Μακάρι, φυσικά, η συνέχεια να μας διαψεύσει. Γιατί, ο κόσμος της ΑΕΚ έχει ανεχτεί πολλά. Και, όσο κι αν σήμερα υπομένει σιωπηλός, το ποτήρι θέλει λίγες μόνο σταγόνες για να ξεχειλίσει...

KLIK

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Ποιος είναι «δεξιός» και ποιος «αριστερός», τελικά;


 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η Ελλάδα βίωσε τρεις μεγάλες κρίσεις την τελευταία δωδεκαετία. Η πρώτη, η οικονομική, ήταν αποκλειστικά εθνική της υπόθεση. Στις επόμενες δύο κρίσεις - μία υγειονομική και μία γεωπολιτική - η χώρα βρέθηκε στη δίνη καταστάσεων που ταλανίζουν ως σήμερα ολόκληρο τον πλανήτη.

Μία γνωστή παροιμία λέει πως «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται». Το ίδιο χαίρεται σε περιόδους εθνικών κρίσεων ο ακραίος λαϊκισμός, αφού τέτοιες συνθήκες είναι για εκείνον ευκαιρίες πολιτικής αναρρίχησης ή, τουλάχιστον, κοινωνικής καταξίωσης. Η εθνική χρεοκοπία έφερε στην εξουσία τις πλέον ετερόκλητες και ανορθολογικές πολιτικές δυνάμεις, η πανδημία Covid-19 ανέδειξε το επικίνδυνα αντιεπιστημονικό «αντιεμβολιαστικό κίνημα», ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έφερε στην επιφάνεια τις χρόνιες ελληνικές αντι-δυτικές ψυχώσεις (δείτε σχετική ανάλυση [1]).

Το ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι, και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, ο λαϊκισμός φαίνεται να λειτούργησε – και συνεχίζει να λειτουργεί – σαν συνεκτικός παράγοντας που ομογενοποιεί τις θέσεις και τις συμπεριφορές θεωρητικά αντίθετων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες εντάσσονται στις ακραίες εκδοχές της «Δεξιάς» και της «Αριστεράς». Έτσι που το νοηματικό περιεχόμενο των δύο τελευταίων όρων να απαιτεί προσεκτική επανεξέταση και, ενδεχομένως, μερική αναθεώρηση.

Το ερώτημα ίσως ξαφνιάσει: Πώς θα φαινόταν ένας ισχυρισμός του τύπου, π.χ., ότι ο Χίτλερ υπήρξε πιο «αριστερός» από τον... Μπαράκ Ομπάμα; Όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται τερατώδες, ή ακόμα και γελοίο, έχει μια κάποια δόση αλήθειας! Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...

Τους πολιτικούς όρους «δεξιός» και «αριστερός» συνηθίζουμε να τους χρησιμοποιούμε χωρίς να πολυ-σκεφτόμαστε τη σημασία τους, σαν a priori έννοιες που δεν υπόκεινται σε ορισμό αλλά επιδέχονται μονοσήμαντη και αυτονόητη ερμηνεία. Κάτι που αντιλαμβάνεται κάποιος σχεδόν διαισθητικά, αλλά το περίγραμμά του είναι τόσο σαφές ώστε με βάση αυτό να μπορούν να κατηγοριοποιούνται άνθρωποι και καθεστώτα. Για πολλούς, δεξιό είναι απλά κάθε πολιτικό σύστημα που «ευνοεί τους πλούσιους», ενώ αριστερό, κάθε σύστημα που «ευνοεί τους φτωχούς».

Η σύγχρονη φιλοσοφική τάση, εν τούτοις, είναι να αντιλαμβανόμαστε το δίπολο «αριστερά – δεξιά» με βάση το αντίστοιχο «ισότητα – ελευθερία». Η αντιστοίχιση, όμως, δεν είναι τόσο γραμμική όσο φαίνεται, αφού υπάρχει μία παράμετρος που συχνά παραβλέπουμε. Αυτή αφορά τον διαχωρισμό ανάμεσα στην κοινωνική (και, κατ’ επέκταση, πολιτική) και την οικονομική διάσταση των πραγμάτων. Αν ληφθεί υπόψη και αυτό το κριτήριο, ούτε η ισότητα είναι αποκλειστικά «αριστερό» προνόμιο, ούτε η ελευθερία αποκλειστικά «δεξιό».

Σε πολύ γενικούς όρους, θα λέγαμε συμβολικά ότι η κοινωνική διάσταση σχετίζεται με το «είμαι», ενώ η οικονομική με το «έχω». Έτσι, τόσο η ελευθερία, όσο και η ισότητα, μπορούν να αξιολογηθούν με βάση δύο διαφορετικές (αλλά συμπληρωματικές) θεωρήσεις.

Κοινωνική (συμπεριλαμβάνοντας και την πολιτική) ελευθερία σημαίνει ελευθερία στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιαχείριση του ατόμου. Σημαίνει ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων η ελευθερία στην πίστη, στον λόγο, στην αντίληψη και διαχείριση του σώματος, στην κοινωνική και πολιτική ένταξη, κλπ.

Η οικονομική ελευθερία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό (αν και οι λεγόμενοι φιλελεύθεροι τείνουν αυτό να το αρνούνται). Σημαίνει ελευθερία του ατόμου να επιδιώκει την απόκτηση περισσότερων αγαθών μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού, βάσει θεσμοθετημένων κανόνων (η θεσμοθέτηση των οποίων, εν τούτοις, δεν γίνεται πάντα με τρόπο που σέβεται τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα...). Αυτό το είδος ελευθερίας δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε κρατική συμμετοχή ή παρέμβαση – πέραν των αναγκαίων ελαχίστων – σε οικονομικά ζητήματα, ενώ έρχεται σε αντίθεση με το κράτος πρόνοιας.

Κοινωνική ισότητα σημαίνει ίσα δικαιώματα και ισότιμη μεταχείριση των ανθρώπων μιας κοινωνίας, ανεξάρτητα από χαρακτηριστικά όπως η φυλή, το φύλο, οι εθνικές και πολιτισμικές καταβολές, κλπ. Αυτονόητα, το είδος αυτό της ισότητας δεν είναι συμβατό με έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ακόμα και ο εθνικισμός.

Από διαφορετική σκοπιά, οικονομική ισότητα σημαίνει άμβλυνση (έως και πλήρη εξάλειψη) των οικονομικών ανισοτήτων σε μία κοινωνία. Και, επειδή κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συντελεστεί με αυθόρμητο τρόπο, η κρατική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία. Μία τέτοια παρέμβαση στοχεύει, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία, καθώς και στην προσβασιμότητα όλων των πολιτών σε τομείς όπως η παιδεία και το σύστημα υγείας (αυτό που ονομάζουμε, δηλαδή, κράτος πρόνοιας).

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

1. Το καθεστώς Πινοσέτ στη Χιλή (1973–1990) αντιπροσωπεύει το απόλυτο κοντράστ ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική ελευθερία. Ένα από τα πλέον αιμοσταγή και τυραννικά δικτατορικά καθεστώτα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, υπήρξε ταυτόχρονα το πεδίο εφαρμογής του πρώτου πειράματος στην άνευ ορίων οικονομική φιλελευθεροποίηση (αυτό που ονομάζουμε – και θεωρώ τον όρο απόλυτα δόκιμο – νεοφιλελευθερισμό). Όπως είναι φυσικό, το πείραμα επέφερε κοινωνική ανισότητα και οδήγησε μεγάλα τμήματα του λαού της Χιλής σε οικονομική εξαθλίωση. [Οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι» συχνά αποσιωπούν την επιστημονική και ηθική υποστήριξη που πρόσφερε στον Πινοσέτ το ακαδημαϊκό πρότυπό τους, ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος και καθηγητής Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman). Μια πράξη που θα στιγματίζει για πάντα την υστεροφημία του...]

2. Το καθεστώς τού Στάλιν, ακραίο έως απάνθρωπο πρότυπο σκληρού Μαρξιστικού συστήματος, επέβαλε την πολιτική της οικονομικής ισότητας καταλύοντας με βία και μαζικές δολοφονίες κάθε έννοια ατομικής, κοινωνικής, ακόμα και πολιτιστικής ελευθερίας. Γενικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι η κομμουνιστική ιδεολογία, στοχεύοντας στην εξίσωση των ανθρώπων μίας κοινωνίας μέσω ολικής κατάργησης της ελευθερίας τους, αποτελεί την αυθεντικότερη εκδοχή της αριστερής κοσμοθεώρησης με βάση το διπολικό κριτήριο «ισότητα – ελευθερία», στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα.

3. Η διακυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα αντίθεσης ανάμεσα στην οικονομική και την κοινωνική ελευθερία. Από τη μία, η περίοδος Ρέιγκαν σήμανε το οριστικό τέλος της μεταπολεμικής Κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής και την επάνοδο στον κλασικό οικονομικό φιλελευθερισμό, στα πρότυπα του νεοφιλελευθερισμού του Πινοσέτ στη Χιλή και της Θάτσερ στην Αγγλία. (Φυσικά, ο Μίλτον Φρίντμαν καλοδέχτηκε και ύμνησε δεόντως αυτή την επιστροφή!) Από την άλλη, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από μία διολίσθηση της χώρας στον κοινωνικό συντηρητισμό, με μία απόπειρα περιορισμού ή ολικής κατάργησης κοινωνικών ελευθεριών που είχαν κατακτηθεί κατά την περασμένη δεκαετία. (Τούτο επιχειρήθηκε κυρίως μέσω προώθησης, από τον Ρέιγκαν, υπερσυντηρητικών δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.)

4. Οι υπέρμαχοι των ιδεών του κοινωνικού φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ (Liberals), παραδοσιακά ανήκοντες στο Δημοκρατικό Κόμμα και, κατά μία έννοια, πολιτικοί απόγονοι του Ρούσβελτ, θεωρούνται ως οι εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στη χώρα εκείνη. Στον τομέα της οικονομίας ασπάζονται τις Κεϋνσιανές ιδέες (αυξημένος κεντρικός έλεγχος της οικονομίας και ένας βαθμός περιορισμού της οικονομικής ελευθερίας, εργασία για όλους, πρόσβαση στο σύστημα εκπαίδευσης και στο σύστημα υγείας για κάθε πολίτη, σχετική απέχθεια για τον οικονομικό φιλελευθερισμό, κλπ.). Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε φαινόμενο που παραπέμπει σε ρατσισμό ή σεξισμό.

Τις τελευταίες δεκαετίες, εν τούτοις, ο αμερικανικός κοινωνικός φιλελευθερισμός μοιάζει να προδίδει τις ίδιες τις αρχές του υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας, το οποίο θέτει ασφυκτικούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και έχει οδηγήσει σε ένα παρανοϊκό «κυνήγι μαγισσών» για όσους δεν υποτάσσονται στις επιταγές του.

5. Ποιο διαβόητο καθεστώς υπήρξε το πρώτο που συνέλαβε και, αργότερα, εφάρμοσε στον τομέα της οικονομίας τις Κεϋνσιανές ιδέες, πριν καλά-καλά το πράξει ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της δεκαετίας του ’30 στην Αμερική (και, φυσικά, πολύ πριν ασπαστεί τις ιδέες αυτές η αμερικανική Αριστερά); Πιθανώς το μαντέψατε: το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία, το οποίο ανέλαβε την εξουσία το 1933 αλλά είχε προ πολλού αποφασίσει το είδος της οικονομικής πολιτικής που επρόκειτο να εφαρμόσει!

Όπως σημειώνουν σε άρθρα τους φιλελεύθεροι Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές (βλ., π.χ., [2,3]), ήδη από το 1920 το ναζιστικό κόμμα είχε προτείνει ένα οικονομικό πρόγραμμα το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε κοινωνικοποίηση των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίες στη συνέχεια θα ενοικιάζονταν φθηνά σε μικρο-επιχειρηματίες. Ο ίδιος ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, μάλιστα, μετέπειτα διαβόητος Υπουργός Προπαγάνδας, υπήρξε φανατικός αριστερός στην αρχή της πολιτικής καριέρας του!

Στην ουσία, η Ναζιστική Γερμανία εφάρμοσε εξαρχής μία Κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ξόδευε όλο και περισσότερα στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής, ενώ παράλληλα οδηγούσε τη χώρα στον δρόμο του πολέμου. (Όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε όμοια μονοπάτια κινήθηκε και ο Ρούσβελτ στην Αμερική, αν και η χώρα εκείνη σύρθηκε στον πόλεμο μετά το Περλ Χάρμπορ, έχοντας ως τότε αποφύγει να εμπλακεί σε αυτόν.)

Ο Χίτλερ, λοιπόν, χτύπησε την ανεργία ενεργοποιώντας κολοσσιαία προγράμματα δημοσίων έργων (τα οποία, βέβαια, είχε από πριν στην ατζέντα της η Δημοκρατία της Βαϊμάρης), όπως η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων. Παράλληλα, άσκησε εκφοβισμό στον ιδιωτικό τομέα επιβάλλοντας έλεγχο των τιμών και της παραγωγικότητας, επέβαλε έλεγχο κεφαλαίων (capital controls – κάτι μας θυμίζει αυτό!), δημιούργησε εθνικό σύστημα υγείας και σύστημα ασφάλισης για ανέργους, κλπ. Γενικά, η παρεμβατική οικονομική πολιτική του ναζιστικού κόμματος αντανακλά την απέχθεια του καθεστώτος για την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, και τον εναγκαλισμό της ιδέας ενός εθνοκεντρικού «σοσιαλισμού σε μία χώρα» (εξ ου και ο όρος «Εθνικοσοσιαλισμός»). Αξίζει να αναφέρουμε, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Κέυνς (Keynes) είχε αρχικά εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!

Η ναζιστική οικονομία, επομένως, κάθε άλλο παρά καπιταλιστική – άρα, κατά μία στενή έννοια, «δεξιά» – μπορεί να θεωρηθεί. (Βέβαια, οι μεταρρυθμίσεις του Χίτλερ δεν πήγαν τόσο μακριά ώστε να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία ή να εθνικοποιηθούν όλα τα μέσα παραγωγής, όπως στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν.) Εν τούτοις, αν και η κατάργηση οικονομικών ελευθεριών συντέλεσε σε κάποια άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων στη Ναζιστική Γερμανία, η κατάργηση κοινωνικών ελευθεριών όχι μόνο δεν οδήγησε σε κοινωνική ισότητα αλλά, αντίθετα, αποτέλεσε τη βάση για το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας: το Ολοκαύτωμα.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι το δίπολο «αριστερά – δεξιά» δεν νοηματοδοτείται απόλυτα με βάση το αντίστοιχο «ισότητα – ελευθερία», αφού κάθε μία από τις έννοιες αυτές εξαρτάται από ένα σύνολο παραμέτρων που διαφοροποιούν το περιεχόμενό της ανάλογα με την ιστορική ή πολιτική συγκυρία, έτσι ώστε αυτό να μην προσδιορίζεται μονοσήμαντα. Σε πρακτικό επίπεδο, η αμφισημία των συμβατικών εννοιών κάνει να μη φαίνεται τόσο οξύμωρη η συνταύτιση ακραίων «δεξιών» και «αριστερών» χώρων (πολιτικών ή/και κοινωνικών) σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα, ιδιαίτερα όταν οι χώροι αυτοί βρίσκονται πίσω από την κοινή σημαία του λαϊκισμού.

Τελικά, ίσως δεν έχει νόημα να αναφερόμαστε σε «δεξιές» ή «αριστερές» θέσεις. Θα ήταν περισσότερο δόκιμο να μιλούμε για ορθολογισμό και παραλογισμό. Το ατύχημα είναι ότι ο δεύτερος έχει φανατικούς οπαδούς και θορυβώδεις εκφραστές, στους οποίους ο πρώτος συνήθως αντιπαρατάσσει έναν χαμηλόφωνο και, συχνά, φοβισμένο λόγο...

[1] https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/apo-to-mnimonio-sto-embolio-kai-ton-poutin-ena-chroniko-ellinikou-paralogismou/

[2] https://mises.org/library/nazi-economic-policy

[3] https://mises.org/library/hitlers-economics

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Τα πολλά πρόσωπα ενός “Like”


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του [1] ο Άρης Τερζόπουλος ανέλυσε τις παθογένειες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης (σύντομα: ΜΚΔ), τα οποία, όπως εύστοχα σημειώνει ο αρθρογράφος, έχουν πάψει να είναι αυτό που δηλώνει το όνομά τους και έχουν μεταβληθεί σε «Μέσα Κοινωνικής Αποσύνθεσης»!

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι τα ΜΚΔ έχουν αναχθεί σε μία μορφή παραεξουσίας, με την έννοια ότι ευνοούν την διαμόρφωση κοινωνικών τάσεων που είναι δυνατό να επηρεάζουν τόσο την άσκηση της εξουσίας από μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, όσο και τις επιλογές της κοινωνίας σε εκλογικές ή δημοψηφισματικές διαδικασίες. Πρόσφατες εθνικές εμπειρίες το μαρτυρούν:

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι ιδέες που διακινήθηκαν στα ΜΚΔ (συχνά ανεδαφικές και κομματικά στρατευμένες) ευνόησαν μία σχεδόν καθεστωτική πολιτική αλλαγή στη χώρα και συνέβαλαν στο παρανοϊκό αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος που λίγο έλειψε να σημάνει το τέλος της ευρωπαϊκής πορείας για την Ελλάδα.

Με την έλευση της πανδημίας δεν άργησαν να κυριαρχήσουν στα ΜΚΔ οι ακραίες φωνές που όχι μόνο αμφισβήτησαν την σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά και αντιτάχθηκαν σε κάθε αναγκαίο θεσμικό μέτρο που λήφθηκε για την προστασία της δημόσιας υγείας. Με αποκορύφωμα, φυσικά, το στερούμενο επιστημονικής σοβαρότητας «αντιεμβολιαστικό κίνημα», που βρήκε στα social media ιδανικό και φιλόξενο χώρο για την ανάπτυξη και τη διάδοσή του στην κοινωνία.

Αλλά, η πλέον επικίνδυνη (και, θα πρόσθετα, ύποπτη) αξιοποίηση των ΜΚΔ αφορά την - όχι πάντα με ανιδιοτελή κίνητρα - διακίνηση της ρωσικής προπαγάνδας τούτη την εποχή που μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ένας πόλεμος με ξεκάθαρους τους ρόλους του επιτιθέμενου και του αμυνόμενου, δηλαδή, του θύτη και του θύματος. Όπως αναλύσαμε σε προηγούμενο κείμενο [2] η εμφατική κι επίμονη προβολή των ρωσικών θέσεων είναι ευθέως υπονομευτική για τα εθνικά μας συμφέροντα, αφού ενισχύει την ανάλογη επιχειρηματολογία που συνοδεύει τις εξ ανατολών απειλές προς τη χώρα μας.

Όπως αναφέραμε νωρίτερα, τα ΜΚΔ τείνουν να καταστούν μία παράπλευρη και δύσκολα ελεγχόμενη «εξουσία». Στις δημοκρατίες η θεσμική εξουσία προκύπτει από τις ψήφους του εκλογικού σώματος. Κατά ανάλογο τρόπο, αυτό που διαμορφώνει και καθορίζει κυρίαρχες τάσεις στα social media είναι ο αριθμός των επιδοκιμασιών που συνοδεύουν τις αναρτήσεις. Τα περίφημα “Like”, δηλαδή, στις διάφορες εκδοχές και αποχρώσεις τους. Όσο ο αριθμός αυτός αυξάνει, τόσο μεγαλώνει και το πρεστίζ της αντίστοιχης ανάρτησης. Και, αν η ανάρτηση αφορά έκφραση γνώμης, το μέγεθος του πρεστίζ συχνά εκλαμβάνεται από τους καλοπροαίρετους αφελείς ως κριτήριο αξιοπιστίας της. Έτσι, λ.χ., πείστηκαν πολλοί ότι ένα «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα του 2015 θα ήταν αρκετό για να αλλάξει η μοίρα της Ενωμένης Ευρώπης (αν όχι του κόσμου ολόκληρου). Ή, ότι η πανδημία Covid-19 είναι «μύθος», ενώ αυτό που σκοτώνει πραγματικά δεν είναι ο ιός αλλά το εμβόλιο. Ή, ακόμα πιο πρόσφατα, ότι η Ρωσία διεξάγει «αμυντικό πόλεμο» για την επιβίωσή της κάτω από την απειλή των «Ουκρανών Ναζί» (οι οποίοι, μάλιστα, αυτο-βομβαρδίζονται ώστε να ενοχοποιούνται για τις εκατόμβες των αμάχων οι πάντα «αθώοι» Ρώσοι!).

Όμως, για να μην δαιμονοποιήσουμε απόλυτα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι υπάρχει και ένα υγιές κομμάτι τους (διόλου ευκαταφρόνητο, θα έλεγα) που ανταποκρίνεται στον ρόλο που δηλώνει το όνομά τους. Εκεί, η επιδοκιμασία σε μία ανάρτηση δεν προσφέρεται για μαζική εκμετάλλευση, αφού αντιπροσωπεύει μία ανάγκη έκφρασης σε καθαρά διαπροσωπικό επίπεδο. Συχνά, εν τούτοις, ο ίδιος ο μηχανισμός της επιδοκιμασίας οδηγεί σε αληθινή ψυχική τυραννία...

Καθώς βάδιζα κάποιο απόγευμα στον πεζόδρομο της γειτονιάς, συνάντησα μία φίλη από το Facebook να κάθεται σε καφετέρια της περιοχής. Βλέποντάς με, το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση απολογητική, σχεδόν ενοχική: «Συγχώρεσέ με, Κώστα μου, νομίζω πως ξέχασα να κάνω ‘Like’ σ’ αυτό που ανέβασες σήμερα. Θα μπω πάλι σε λίγο στο F/B και θα επανορθώσω!» Της εξήγησα πως δεν χρειαζόταν να κάνει τέτοιο κόπο, και την προέτρεψα να συνεχίσει να απολαμβάνει αμέριμνα και δίχως ενοχές τον καφέ της!

Το παράδειγμα της φίλης είναι χαρακτηριστικό δείγμα μίας καινοφανούς αντίληψης πάνω στη δεοντολογία των κοινωνικών σχέσεων, που καλλιεργήθηκε συστηματικά μετά την έλευση του Facebook. Και δείχνει καθαρά πώς μία καταρχήν έκφραση ευαρέσκειας μπορεί να οδηγήσει σε ψυχικό καταναγκασμό.

Όμως, πώς αποκωδικοποιείται η σημειολογία των “Like” σε αυτή την πιο «αθώα» εκδοχή των ΜΚΔ; Ας δούμε μερικές από τις συνηθέστερες περιπτώσεις:

1. Στην αυθεντική του μορφή, το “Like” εκφράζει επιδοκιμασία είτε για μία ανάρτηση, είτε για ένα σχόλιο που αφορά κάποια ανάρτηση. Ως χειρονομία, χαρακτηρίζεται από έλλειψη υστεροβουλίας και ισοδυναμεί κατά βάση με μία ειλικρινή έκφραση γνώμης.

2. Χωρίς απαραίτητα να εκφράζει έντονη επιδοκιμασία – αλλά, παράλληλα, αποκλείοντας έμμεσα και την περίπτωση αποδοκιμασίας – το “Like” μπορεί να είναι απλά ένα «σινιάλο» προς έναν φίλο ότι διαβάστηκε ένα κείμενο ή ένας σχολιασμός που ανάρτησε.

3. Το “Like” είναι συχνά μια απλή χειρονομία ευγένειας, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της ανάρτησης ή του σχολίου που επιδοκιμάζεται. Τέτοιες χειρονομίες γίνονται πολλές φορές αντικείμενα μίας ιδιότυπης συναλλαγής: «Μέρες έχει να μου κάνει ‘Like’. Έτσι, τον πληρώνω τώρα κι εγώ με το ίδιο νόμισμα!»

Το σύστημα των «επιδοκιμασιών» στα ΜΚΔ μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη ψυχολογία αν κάποιος κάνει το λάθος να συνδέσει το αίσθημα της αυταξίας με τις ανταποκρίσεις των χρηστών στις αναρτήσεις του. Πολλοί χρήστες του Facebook βιώνουν αισθήματα αυτοαμφισβήτησης ή και απόρριψης από τον διαδικτυακό κοινωνικό τους χώρο όταν μειώνεται (για τους όποιους λόγους) η συχνότητα των εισπραττόμενων τεκμηρίων επιδοκιμασίας. Συχνά, μάλιστα, διαδικτυακές «φιλίες» χαλούν εξαιτίας της συστηματικής αμέλειας στην παροχή των απεγνωσμένα επιζητούμενων ψυχολογικών επιβεβαιώσεων μέσω του παντοδύναμου κουμπιού!

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι, πολλές φορές, βλέπουμε τα ΜΚΔ ως μέσα ανταλλαγής φιλοφρονήσεων, αντί ως δυνατότητες ελεύθερης έκφρασης γνώμης και διακίνησης ουσιώδους πληροφορίας και δημιουργικών ιδεών. (Σημειώνω εδώ ότι σπουδαία ποίηση και εξαιρετικά καλλιτεχνήματα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους στις σελίδες του Facebook.) Από την άλλη μεριά, είναι μάλλον περιττό να τονιστεί η συμβολή των ΜΚΔ στο να διατηρείται ζωντανή η επαφή ανάμεσα σε αληθινούς φίλους που οι συνθήκες της ζωής ή οι γεωγραφικές αποστάσεις δεν επιτρέπουν να βρίσκονται μαζί όσο θα ήθελαν.

Τι θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει για την ψυχική θωράκιση των χρηστών των ΜΚΔ από την διαβρωτική επίδραση του ζητήματος των «επιδοκιμασιών»; Καταθέτω μερικές σκέψεις, επισημαίνοντας ότι εκφράζουν απόλυτα προσωπικές απόψεις:

1. Πριν απ’ όλα, η ίδια η φιλοσοφία της χρήσης των μέσων πρέπει να οριοθετηθεί. Ειδικά, είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιούμε τα ΜΚΔ ως υποκατάστατα ομαδικής ψυχοθεραπείας, αφού έτσι εκχωρούμε σε κάποιους άλλους (των οποίων τις ψυχικές ανάγκες ή τα ενδεχόμενα προβλήματα συχνά αγνοούμε) μία ιδιότυπη εξουσία διαχείρισης και επηρεασμού του δικού μας ψυχισμού.

2. Η εγκυρότητα ενός δημοσιεύματος (π.χ., ενός άρθρου γνώμης ή πληροφόρησης) δεν είναι ευθέως ανάλογη των επιδοκιμασιών που εισπράττει από τους αναγνώστες. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, ο αναγνώστης αξιολογεί και υπερψηφίζει με κριτήρια καθαρά υποκειμενικά, συχνά μάλιστα κάτω από συνθήκες ψυχικής φόρτισης ή ακόμα και ιδεολογικού φανατισμού. Αν πέσετε πάνω σε ένα άρθρο που σας φανεί ενδιαφέρον, απλά αγνοήστε τον αριθμό των “Like” που το συνοδεύουν και διαβάστε το για όσα λέει, όχι για το πλήθος εκείνων που το εγκρίνουν!

3. Ας αποφύγουμε την παγίδα να διαμορφώσουμε αίσθημα αυταξίας με βάση τον αριθμό των επιδοκιμασιών που εισπράττουμε στα ΜΚΔ. Η αξία των λόγων και των σκέψεών μας δεν κρίνεται από την δημοφιλία τους σε κάποιο υποσύνολο της κοινωνίας, αλλά από το βάθος της συνειδητότητας που αντιπροσωπεύουν και το μέγεθος της αλήθειας που εκφράζουν. Και ας ληφθεί εδώ υπόψη ότι πολλοί από εκείνους που βρίσκουν μία ανάρτηση ενδιαφέρουσα δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία της επιδοκιμασίας της, συχνά από φόβο ότι κάποιοι με κίνητρα ιδιοτελή ενδέχεται να καταγράφουν τα “Like” και να σχηματίζουν προφίλ προτιμήσεων των χρηστών.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε το εξής: Το φαινόμενο των «επιδοκιμασιών» στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όσο και αν αυτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ελευθερίας της έκφρασης, υποκρύπτει δύο σημαντικούς κινδύνους. Σε μαζικό επίπεδο, μπορεί να συμβάλει στην διαμόρφωση στρεβλών κριτηρίων αξιοπιστίας για απόψεις που διακινούνται ανεξέλεγκτα και αφορούν κρίσιμα θέματα που επηρεάζουν ολόκληρη την κοινωνία (όπως, π.χ., η δημόσια υγεία). Σε ατομικό επίπεδο, ο μηχανισμός των “Like” μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αρνητικής ψυχολογίας σε περίπτωση εθισμού και, τελικά, αποστέρησης της επιδοκιμασίας.

Πάνω απ' όλα, ας μην ξεχνούμε ότι, στη γλώσσα των ηλεκτρονικών ΜΚΔ, η λέξη «φίλος» δεν είναι παρά ένας τεχνικός όρος που αντιπροσωπεύει στην πράξη τη δυνατότητα αμοιβαίας πρόσβασης σε επιλεγμένα προσωπικά δεδομένα. Αληθινές φιλίες είναι εκείνες που χτίζονται στη ζωή. Ακόμα και όταν ξεκινούν ως απρόσωπες επαφές στα social media.

[1] Πως τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν Μέσα Κοινωνικής Αποσύνθεσης

https://www.klik.gr/gr/el/editorial/ta-simeia-ton-kairon-pos-ta-mesa-koinonikis-diktuosis-eginan-mesa-koinonikis-aposunthesis/

[2] Από το μνημόνιο στο εμβόλιο και τον Πούτιν: ένα χρονικό ελληνικού παραλογισμού

https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/apo-to-mnimonio-sto-embolio-kai-ton-poutin-ena-chroniko-ellinikou-paralogismou/

KLIK

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

Το σκοτάδι που φωτίζει την Αλήθεια: Ο συμβολικός κόσμος του «Τριστάνου»


Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Η γυναίκα στην κουπαστή

Το αεράκι που φυσούσε στο κατάστρωμα μετρίαζε κάπως την αυγουστιάτικη ζέστη. Την πρόσεξα καθώς ήταν ακουμπισμένη στην κουπαστή, κοιτώντας μάλλον αφηρημένα προς το πέλαγος. Ήταν ωραία γυναίκα, ίσως η ωραιότερη που είχα δει. Κάποιος τη φώναξε, κι έτσι έμαθα τ’ όνομά της. Είχε κάτι από θάλασσα...

Από δύο ηλικιωμένες κυρίες που «κουτσομπόλευαν» μεγαλόφωνα στον απέναντι πάγκο, έμαθα την ιστορία της: 

– Αυτή που βλέπεις, Μαρία μου, την πάντρεψαν μικρή με έναν πολύ πλούσιο. Δεν ήξερε τι είχε, σου λέω! Και κάποιο καλοκαίρι γνώρισε εκεί στο νησί έναν μουζικάντη. Μπατίρης, δηλαδή. Εκείνη όμως ξετρελάθηκε. Πήγε η άμυαλη στον άντρα της ευθύς και του ζήτησε διαζύγιο. Εκείνος την έδιωξε, κρατώντας το παιδί. Δεν το ξανάδε από τότε... Όσο για τον προκομμένο, τη βαρέθηκε και μετά από δυο χρόνια γνώρισε μια αρτίστα και την παράτησε. Λένε πως έχασε τα λογικά της, η δόλια, και πηγαινοέρχεται μόνη της χειμώνα – καλοκαίρι από την πόλη στο νησί...

Η τραγική εικόνα της ωραίας γυναίκας που ταξίδευε σαν χαμένη στις θάλασσες, πληρώνοντας το τίμημα του έρωτα, μου έφερε τότε αυτόματα στο νου το καλλιτεχνικό δημιούργημα που κήρυξε επανάσταση στη Δυτική μουσική, χαράζοντας αποφασιστικά όλη τη μετέπειτα πορεία της – από τα λυρικά θέατρα και τις αίθουσες συναυλιών, ως τους κινηματογράφους και τις οθόνες της τηλεόρασης...

Μια επανάσταση στη μουσική

Αλλόκοτο πλάσμα ο άνθρωπος. Το πιο αλλόκοτο της Φύσης. Το μόνο που μπορεί να μετατρέψει τα αυτονόητα σε υψηλούς υπαρξιακούς στόχους. Τίποτα δεν φανερώνει τούτη την αλήθεια όσο η φράση – κλισέ, «ακολούθησε τον εαυτό σου»! Ναι, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, δεν συμβαίνει συχνά να ακολουθούμε τον εαυτό μας. Είτε γιατί δεν τον γνωρίζουμε, είτε γιατί θυσιάζουμε συνειδητά την ελευθερία μας στο βωμό συμβάσεων που μας καθιστούν αποδεκτούς ως μέλη μιας κοινωνίας. Η απόδραση από τον ψεύτικο κόσμο των συμβάσεων στον αληθινό της ελευθερίας που βιώνεται μέσω του έρωτα, είναι το κεντρικό θέμα της πιο σύνθετης – μουσικά και φιλοσοφικά – όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ.

Ίσως η σπουδαιότερη μουσική που γράφτηκε ποτέ, το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη» (Tristan und Isolde) είναι ένα έργο τόσο περίπλοκο που δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει σε μία σύντομη ανάλυση. Το ορχηστρικό πρελούδιο της πρώτης πράξης θεωρείται επανάσταση που γκρέμισε τα στεγανά της κλασικής μουσικής αρμονίας – αν και δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα προφητικά κουαρτέτα του Μότσαρτ τα αφιερωμένα στον Χάυδν (όπου, μάλιστα, σε ένα από αυτά, K.428, ακούγεται το ίδιο το θέμα του «Τριστάνου»!), όπως και τα πιανιστικά πρελούδια του Σοπέν με τις αρμονικές τολμηρότητές τους.

Το πρελούδιο του «Τριστάνου» αφήνει άφωνο τον ακροατή και με την δεξιότητα της αντιστικτικής γραφής του Βάγκνερ που, όπως γράφει σε μία ανάλυσή του ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, «κάνει τις τρίχες του κεφαλιού να σηκωθούν»! Στην κορύφωση της δραματικής έντασης της μουσικής, χτίζεται ένα απίστευτα περίπλοκο αρμονικό οικοδόμημα με μουσικά θέματα που εισάγονται διαδοχικά, με τρόπο ώστε κάθε νέα «φωνή» να εμπλουτίζει αντί να υπονομεύει τις ευαίσθητες αρμονικές ισορροπίες των υπολοίπων. Και η έκφραση του Μπερνστάιν κάθε άλλο παρά σχήμα λόγου αποδεικνύεται!

Τα σύμβολα πίσω από το δράμα

Η όπερα του Βάγκνερ, όμως, δεν εξαντλεί τη μεγαλοσύνη της στην ωραιότητα της μουσικής. Ο «Τριστάνος» είναι και ποίηση και – κυρίως – φιλοσοφία. Περιγράφει μία διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στα σύμβολα της μέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους. Και, για τους μυημένους, το φως εδώ δεν είναι το «καλό», ούτε το σκοτάδι το «κακό». Ίσως ακριβώς το αντίθετο. «Αυτό το φως... πάρτε αυτό το φως!», φωνάζει ο Τριστάνος καθώς αργοπεθαίνει...

Το δίπολο μέρας – νύχτας συμβολίζει την αντίθεση ανάμεσα στην επίφαση και την ουσία, την εικόνα και την αλήθεια, τη λογική και το συναίσθημα, το «πρέπει» και το «θέλω», τις συμβάσεις και την ελευθερία, την τιμή και τον έρωτα. Έναν έρωτα που στην κορύφωσή του καταργεί κάθε έννοια ατομικότητας.

Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τη μέρα ζουν στον ψεύτικο και υποκριτικό κόσμο των συμβάσεων, όπου η «τιμή» είναι η ανταμοιβή για την τυφλή υποταγή στους κανόνες. Εκείνη πρέπει να δείχνει σαν πιστή σύζυγος του περίλαμπρου βασιλιά Μάρκε… Εκείνος, σαν πιστός υπερασπιστής της τιμής του μονάρχη και θείου του… Το σκοτάδι της νύχτας, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς εαυτούς των δύο εραστών. Υπάρχει μόνο ο Τριστάνος και η Ιζόλδη, και τίποτ’ άλλο στον κόσμο. Κι όταν ακόμα η συμβατική τιμή του Τριστάνου χαθεί για πάντα, εκείνη θα διαλέξει και πάλι να τον ακολουθήσει στον δικό του, αιώνια σκοτεινό κόσμο, ίσαμε τον θάνατο…

Το δίπολο «έρωτας – θάνατος» κυριαρχεί σε ολόκληρη την όπερα. Τούτη τη φορά οι έννοιες βρίσκονται σε σύζευξη, σε αντίθεση με το απόλυτα διαζευκτικό «φως – σκοτάδι». Ο έρωτας και ο θάνατος σύντροφοι αχώριστοι, έτσι που ο δεύτερος να αποτελεί ηθικό προαπαιτούμενο για τον πρώτο. Μία ιδέα που καλλιέργησε επίμονα στα συγγράμματα και τις διαλέξεις του και ο Δ. Λιαντίνης – κι ας του ασκήσαμε κάποτε έντονη κριτική για τούτο...

Πόσος Σοπενχάουερ υπάρχει στον «Τριστάνο»;

Ο έρωτας, αυτή η υπέρτατη βίωση της ευτυχίας, είναι λοιπόν η άλλη όψη του θανάτου; Για κάποιους φιλοσόφους, τούτο αποτελεί ιερή κι αιώνια αλήθεια. Αυτή την αλήθεια εκφράζει με το μουσικό του δράμα ο Βάγκνερ. Που, κάτω από την επιφανειακά αλαζονική φύση του έκρυβε πάντα τον υπαρξιακό πόνο ενός βαθύ γνώστη του στοχασμού του Σοπενχάουερ.

Η επίδραση του Σοπενχάουερ στη φιλοσοφική σύλληψη του «Τριστάνου» έχει συζητηθεί ευρύτατα (δείτε, π.χ., το εξαίρετο βιβλίο του Γ. Μανιάτη [1]). Θα πρέπει, εν τούτοις, να προσεγγίζουμε το ζήτημα με έναν βαθμό σκεπτικισμού. Κατά τον Σοπενχάουερ, ο θάνατος λυτρώνει τον κόσμο από τα δεινά του έρωτα. Στον «Τριστάνο» συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο θάνατος λυτρώνει τον έρωτα από τα δεινά του κόσμου!

Στην πρώτη περίπτωση ο έρωτας είναι ο θύτης. Ωθώντας τον άνθρωπο σε μία ατέρμονη διαδικασία αναπαραγωγής, ευθύνεται για την διαιώνιση του πόνου και της αθλιότητας της ζωής. Έτσι, η μόνη λύτρωση του ανθρώπου από τα επίγεια βάσανα είναι ο θάνατος.

Στη δεύτερη περίπτωση ο έρωτας είναι θύμα των ανθρώπινων συμβάσεων, ειδικά εκείνων που σχετίζονται με το αίσθημα της τιμής και των κοινωνικών κωδίκων που απορρέουν από αυτό. Ο θάνατος λειτουργεί εδώ σαν όχημα απόδρασης από τον επιφατικό κόσμο των συμβάσεων σε έναν κόσμο ελευθερίας, μέσα στον οποίο οι δύο εραστές αποκτούν τη δυνατότητα να βιώσουν τη δική τους, μοναδική αλήθεια. Το δηλητήριο που μεταστοιχειώνεται σε ερωτικό φίλτρο συμβολίζει ακριβώς τη λύτρωση του ερωτικού πάθους μέσω του θανάτου, αφού μόνο με τον θάνατο μπορεί το πάθος να αποκτήσει αιώνια ζωή.

Το δώρο...

Το πλοίο έφτανε ήδη στην ακτή. Θυμήθηκα το καράβι που πήγαινε την Ιζόλδη νύφη νεκροζώντανη στην Κορνουάλη, στην πρώτη πράξη της όπερας. Μια «Ιζόλδη» που έβλεπα τώρα μπροστά μου τρισδιάστατη, ακουμπισμένη στην κουπαστή. Χαμένη κάπου στο χθες, αιώνια θλιμμένη.

Γιατί, ο έρωτας δεν είναι δώρο που μας δίνεται. Εμείς είμαστε δώρα που δίνονται στον έρωτα. Έστω κι αν γνωρίζουμε καλά πόσο η προσφορά αυτή κοστίζει...

[1] Γ. Μανιάτης, Ρίχαρντ Βάγκνερ: Το «Καθαρά Ανθρώπινο» (Πολύτροπον, 2004).

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Μια απάντηση στους θερμούς υποστηρικτές του Προέδρου Πούτιν


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρόσφατη συνέντευξη στην εξαίρετη δημοσιογράφο του KLIK, Μανταλένα - Μαρία Διαμαντή, εξέφρασα κάποιες προσωπικές απόψεις σχετικά με τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει η Ρωσία του προέδρου Πούτιν στην Ουκρανία. Καθώς το θέμα έχει συγκλονίσει το σύνολο της δημοκρατικής ανθρωπότητας, επέλεξα να εκφραστώ με την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό ενός απλού ανθρώπου της καθημερινότητας, μακριά από προσχηματικούς ακαδημαϊκούς καθωσπρεπισμούς και εκφραστικά «στρογγυλέματα». Από τα σχόλια που έλαβα από αρκετούς φίλους, μπορώ να συμπεράνω ότι η επιλογή μου αυτή ήταν σωστή.

Ανάμεσα στα σχόλια, όμως, υπήρχε και ένα ιδιαίτερα επικριτικό από φίλη αναγνώστρια, η οποία εμφανώς ανήκει στους θερμούς υποστηρικτές του Προέδρου Πούτιν και, παράλληλα, στους πολέμιους αυτού που με πολιτικούς όρους κωδικοποιείται ως «Δύση», με προεξάρχουσα την Ενωμένη Ευρώπη «των (αλήστου μνήμης) μνημονίων». Αφού χαρακτήρισε τις θέσεις μου ως «παράλογες» και «επιφανειακές», η φίλη εστίασε ιδιαίτερα στην απάντησή μου στο ερώτημα περί των πιθανών κινήτρων του Βλαντιμίρ Πούτιν, εκφράζοντας έντονη ενόχληση για την αναφορά μου στον «παθολογικό ναρκισσισμό» και την «εγωπαθή και υπερφίαλη προσωπικότητα» του Ρώσου δικτάτορα. Όπως σημείωσε, οι μόνοι που δικαιούνται να εκφέρουν άποψη για τον ψυχισμό του είναι ο θεράπων και οι οικείοι του!

Οφείλω καταρχάς να παραδεχθώ - απολογούμενος προς τους αναγνώστες - ότι η απάντησή μου στο ερώτημα περί κινήτρων του πολέμου δεν ήταν όσο εμπεριστατωμένη θα έπρεπε. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και έμπειροι διεθνείς αναλυτές διστάζουν να εκφράσουν ασφαλείς βεβαιότητες σε ό,τι αφορά τα βαθύτερα κίνητρα και τις τελικές προθέσεις του Πούτιν. Η ταπεινή (το εννοώ απόλυτα!) δική μου άποψη είναι ότι το ζήτημα της «ασφάλειας απέναντι στο ΝΑΤΟ», που προβάλλεται κατά κόρον, είναι καθαρά προσχηματικό, όσο προσχηματική ήταν, π.χ., η «απειλή» που αισθανόταν η ναζιστική Γερμανία από την Τσεχοσλοβακία ή την Πολωνία. Τα κίνητρα του Πούτιν δείχνουν να είναι τόσο ψυχολογικά - το αίσθημα εκδίκησης απέναντι στη Δύση, λόγω της υπεροπτικής στάσης της τελευταίας μετά τη διάλυση της πάλαι ποτέ κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης - όσο και γεωπολιτικά - η προσάρτηση «ζωτικού χώρου» στη Ρωσία ή, τουλάχιστον, η διεύρυνση της σφαίρας επιρροής της χώρας αυτής στη γειτονιά της (και ίσως όχι μόνο...).

Τώρα, σε ό,τι αφορά τους χαρακτηρισμούς μου για το προφίλ προσωπικότητας του Πούτιν, δεν εκφράζουν, φυσικά, δικές μου διαγνώσεις (δεν είμαι ειδικός για κάτι τέτοιο, άλλωστε!) αλλά αποτελούν σύνθεση απόψεων από έγκριτους διεθνείς και εγχώριους αναλυτές με βάση μαρτυρίες που έχουν διαρρεύσει από το περιβάλλον του ίδιου του Ρώσου προέδρου.

Συνεχίζοντας με τα σχόλια της φίλης, σημειώνω ιδιαίτερα το ακόλουθο, το οποίο αναφέρεται στην τοποθέτησή μου σχετικά με την απειλή ενός Τρίτου Παγκόσμιου Πολέμου: «Αν η Δύση θέλει να αποφύγει έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε να σταματήσει να τον προκαλεί με τις συμμαχίες και τις συνωμοσίες της.» Η διατύπωση αυτή αντανακλά μία γενικότερη στάση ενός (όχι ευκαταφρόνητου) μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης, που επιχειρεί να απενοχοποιήσει τη Ρωσία: Υπεύθυνη για ό,τι τυχόν συμβεί θα είναι η «κακή Δύση»! Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ως αποκλειστικά ένοχη τη Δύση για τα εγκλήματα πολέμου που συντελούνται και την ανθρώπινη τραγωδία που εκτυλίσσεται τούτη τη στιγμή στην Ουκρανία. Είναι σαν να επιχειρούμε να «δικαιολογήσουμε» τον δράστη ενός βιασμού επικαλούμενοι τον σκληρό τρόπο με τον οποίο του φέρθηκε η κοινωνία, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την οδύνη που βιώνει το θύμα της πράξης του!

Με την ευκαιρία, θα ήθελα να προσθέσω τούτο, απευθυνόμενος σε όσους μέμφονται τον Ουκρανικό λαό επειδή αντιστέκεται (σαν να λέμε, «τα θέλει και τα παθαίνει!»). Είναι οι ίδιοι εκείνοι (ας μην κρυβόμαστε) που, τον καιρό της ελληνικής χρεοκοπίας, κατηγόρησαν ως «δοσίλογους», «προδότες» και «Τσολάκογλου» τους τότε κυβερνώντες επειδή επέλεξαν έναν έντιμο συμβιβασμό αντί μίας «υπερήφανης» εθνικής καταστροφής. Τι απέγιναν, άραγε, οι ηρωικές προτροπές και οι αγωνιστικές εξαγγελίες του τύπου «θα γίνει το Κούγκι» (για όσους νομίζουν ότι έχουμε ξεχάσει); Βέβαια, εχθρός τότε ήταν η «κακή Ευρώπη των μνημονίων». Σήμερα είναι αλλιώς...

Επέλεξα να δημοσιοποιήσω κάποια από τα αρνητικά σχόλια που έλαβα από την καλή φίλη, με το σκεπτικό ότι εκφράζουν μία γενικότερη στάση ενός μέρους της κοινής γνώμης απέναντι σε απόψεις που συγκλίνουν με τις δικές μου (κάποιοι πρώην φοιτητές μου, μάλιστα, με «μαλώνουν» διακριτικά κι ευγενικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τις θέσεις που παίρνω!). Θεώρησα, έτσι, ότι έπρεπε να δώσω βήμα και σε εκείνους που διαφωνούν. Από την άλλη μεριά, αισθάνθηκα ως υποχρέωσή μου να απαντήσω στις επικρίσεις δίχως να καταφύγω σε υπεκφυγές. Γνωρίζω καλά ότι θα προκύψουν νέες διαφωνίες. Όμως, η αντιπαράθεση των ιδεών είναι που προάγει τον δημοκρατικό διάλογο και μας φέρνει, τελικά, κοντύτερα στην αλήθεια!

Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

Όταν ο Τσαϊκόφσκι σκοτώθηκε στη Μαριούπολη...



Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ο Τσαϊκόφσκι υπήρξε πάντα ένας από τους πιο αγαπημένους μου συνθέτες, μαζί με τον Βάγκνερ, τον Μπραμς και τον Μάλερ. Ένα έργο τού Πιότρ Ίλιτς που ξεχωρίζω είναι η όπερα «Ντάμα Πίκα». Όχι μόνο για την ωραιότητα της μουσικής της αλλά και για την ιδιοφυή ανάπτυξη των μουσικών θεμάτων της – των λάιτμοτιφ, στην οπερατική διάλεκτο.

Θέλησα πριν μερικές μέρες να δω και πάλι την Ντάμα Πίκα. Ίσως και για να πάρω λίγο το μυαλό μου από τα όσα ζοφερά τεκταίνονται αυτό τον καιρό στην Ουκρανία, τη χώρα που βιώνει και στον 21ο αιώνα την εμπειρία μίας ναζιστικού τύπου εισβολής. Αυτή τη φορά όχι από Γερμανούς αλλά από Ρώσους επιδρομείς...

Ο δίσκος DVD ξεκίνησε το καθιερωμένο τελετουργικό του ρωτώντας για τη γλώσσα των υποτίτλων. Μετά τη σύντομη αλλά μουσικά περιεκτική ορχηστρική εισαγωγή, στη σκηνή του θεάτρου Μαρίνσκι εμφανίστηκαν νταντάδες, γκουβερνάντες και παιδιά, να απολαμβάνουν τη λιακάδα και το παιχνίδι σε ένα πάρκο της Αγίας Πετρούπολης την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης. Ξάφνου, υπό τον ήχο ενός ταμπούρλου έκαναν την εμφάνισή τους τα αγόρια που έπαιζαν τους στρατιώτες:

Ένα - δύο, εν - δυο,

αριστερό - δεξί, αριστερό - δεξί.

Μη χαλάτε τις γραμμές!

Ήρθαμε να πολεμήσουμε

τους εχθρούς της Ρωσίας. Ουρά (ζήτω)!

Θα πιάσουμε αμέτρητους αιχμαλώτους. Ουρά! 

Να ζήσει η βασίλισσά μας. Μαρς!

Ομολογώ ότι θεωρούσα πάντα τη χορωδία των αγοριών «στρατιωτών» σαν την λιγότερο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια σε αυτή την όπερα (ο Τσαϊκόφσκι εδώ είχε μάλλον στο νου του την «Κάρμεν» του Ζωρζ Μπιζέ). Ανυπομονούσα να δω να μπαίνει, επιτέλους, στη σκηνή ο τραγικός Χέρμαν υπό τους ήχους των leitmotiv που προφητεύουν την αναπόδραστη μοίρα του.

Μα τούτη τη φορά στάθηκα, όπως ποτέ άλλοτε, στα στρατιωτάκια. Και, μέσα από την αθώα, παιδιάστικη περηφάνια τους είδα να αναδύεται προφητικά η νεο-αυτοκρατορική αλαζονεία της σημερινής Ρωσίας. Μιας Ρωσίας που ενώ, θεωρητικά, πολεμά τον ναζισμό, στην πράξη υιοθετεί τον κυνικό αμοραλισμό του και επιδεικνύει την ρατσιστική υπεροψία του. Και, μιας Ρωσίας που ο στρατός της βομβαρδίζει μαιευτήρια, σκοτώνοντας ακόμα και μωρά που ήταν έτοιμα – μα δεν πρόλαβαν – να γεννηθούν. Όπως εκείνο το τραγικό μωρό που σκοτώθηκε στη Μαριούπολη μαζί με την ετοιμόγεννη μάνα του.

Εκείνη τη στιγμή, για πρώτη φορά στη ζωή μου βίωσα ένα αίσθημα αποστροφής για τη μουσική του Τσαϊκόφσκι. Και μάλιστα, για το έργο του που θαυμάζω περισσότερο! Με μία κίνηση σχεδόν ενστικτώδη, πάτησα το stop και έβγαλα τον δίσκο DVD από τη συσκευή.

Και τότε, ενσυναίσθητα κατανόησα εκείνο που ως χθες μου φαινόταν παράλογο: την άρνηση των ανθρώπων στο Ισραήλ να αποδεχθούν τις δημόσιες εκτελέσεις των έργων του Βάγκνερ. Αυτό δεν έχει να κάνει με τον ίδιο τον Βάγκνερ, η ευθύνη δεν τον βαρύνει προσωπικά. Τα έργα του είναι βαθιά ανθρώπινα και, πριν την άνοδο των ναζί στην εξουσία, τύγχαναν μεγάλης αποδοχής τόσο από τους Εβραίους μουσικούς, όσο και από το μουσικόφιλο εβραϊκό κοινό. Όσο για τον περιβόητο «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ, εκφρασμένο κυρίως σε ένα γελοίο δοκίμιο («Το Ιουδαϊκό στοιχείο στη Μουσική») που ελάχιστη επίδραση είχε στην εποχή του, δεν ήταν παρά μία συμπλεγματική αντίδραση του συνθέτη στην «εύκολη» – όπως πίστευε ο Βάγκνερ – επιτυχία Εβραίων συνθετών όπως ο Μέντελσον και ο Μάγιερμπερ.

Αυτό που καταδίκασε, ηθικά, τον Βάγκνερ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η ατυχία του να αποτελέσει, ως μουσικοσυνθέτης, το αντικείμενο λατρείας ενός παρανοϊκού δικτάτορα, ο οποίος είδε στον Βάγκνερ τον ιδανικό εκφραστή της «γερμανικότητας» στην Τέχνη. (Ο Χίτλερ προφανώς αγνοούσε ότι οι στενότεροι συνεργάτες του Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ κατά το ανέβασμα του «Πάρσιφαλ» – αγαπημένης όπερας του Φύρερ – ήταν εβραϊκής καταγωγής! Σημαντικότερος όλων ο μαέστρος Χέρμαν Λεβί, γιος ενός ραβίνου.)

Στη συνείδηση, όμως, ενός ανθρώπου που γνώρισε τη φρίκη του Ολοκαυτώματος ή άκουσε κάποιους προγόνους του να μιλούν γι' αυτό, η μουσική του Βάγκνερ είναι συνυφασμένη με τη μορφή του Χίτλερ και, με κάποιον μεταφυσικό τρόπο, της «αναλογεί» ένα μερίδιο ευθύνης και μία δόση ενοχής για τα εγκλήματα του δικτάτορα! Η ίδια μοίρα θα επιφυλασσόταν, λ.χ., στον Μότσαρτ αν εκείνου η μουσική τύχαινε να είχε γοητεύσει στον ίδιο βαθμό το ναζιστικό τέρας.

Κατανοώ, λοιπόν, τους καθαρά ψυχολογικούς λόγους για τους οποίους η μουσική του Βάγκνερ δεν παίζεται δημόσια στο Ισραήλ, έστω και αν ο ίδιος ο Βάγκνερ ελάχιστα έως καθόλου ευθύνεται γι' αυτό τον αποκλεισμό του. Μπήκα στη θέση των Ισραηλινών όταν κινήθηκα αυθόρμητα να σταματήσω το DVD που έπαιζε την Ντάμα Πίκα του αγαπημένου μου Τσαϊκόφσκι – λίγο προτού ο μοιραίος Χέρμαν εκμυστηρευτεί στον Τόμσκι τον απελπισμένο έρωτά του για τη Λίζα – τη στιγμή που οι ρωσικές βόμβες έσπερναν τον θάνατο σε αμάχους στην Ουκρανία.

Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως στην πραγματική ζωή, αντίθετα με την όπερα, δεν υπάρχουν παιδιά που παίζουν τους στρατιώτες αλλά στρατιώτες που σκοτώνουν ακόμα και παιδιά. Και είναι σκληρή μα αυτονόητη αλήθεια πως ο πόλεμος δεν σταματά με το απλό πάτημα ενός κουμπιού σε μία συσκευή DVD...

Καλή τύχη στην Ουκρανία. Κι αν ακόμα (πράγμα που απευχόμαστε) ο επιχειρούμενος αφανισμός της επιτευχθεί, θα είναι μόνο μία παράπλευρη απώλεια σε έναν πόλεμο με μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο στόχο: την καταστροφή της Δύσης (και, μαζί, την διάλυση της Ενωμένης Ευρώπης) από ένα αναδυόμενο νέο «Ράιχ». Μιας Ευρώπης που σε κάθε μέρος της μπορούν σήμερα να συνηχούν αρμονικά ο Βάγκνερ με τον Τσαϊκόφσκι, και κανένας δίσκος δεν θέλει να σταματά να παίζει προτού τελειώσει η μουσική...

KLIK

          Ιστορική σημείωση:

Δεν ξεχνούμε και το προμελετημένο σταλινικό έγκλημα του λιμού του 1932-33, όπου περί τα 4 εκατομμύρια κατοίκων της Σοβιετικής Ουκρανίας πέθαναν κυριολεκτικά από την πείνα (ή τις εκτελέσεις, για όσους πιάνονταν να κρύβουν έστω και λίγο στάρι για να επιβιώσουν). Και είναι ιστορικά αληθές ότι οι Ουκρανοί υποδέχθηκαν αρχικά τους ναζί σαν "ελευθερωτές" από την τυραννία και την δολοφονική μανία του Στάλιν. Σύντομα όμως συνειδητοποίησαν ότι το μόνο που είχε αλλάξει ήταν το όνομα του δολοφόνου... (Διαβάστε σχετικά)

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

Ο κρυφός ρατσισμός της μονόπλευρης πολυπολιτισμικότητας


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Στο πρόσφατο άρθρο του "Σας ενόχλησαν οι Πακιστανοί στο Σύνταγμα;", ο Κώστας Γιαννακίδης σχολίασε με συγκεκαλυμμένα επικριτικό τρόπο τις αντιδράσεις που προκάλεσε σε σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης η "κατάληψη" της Πλατείας Συντάγματος από μεγάλο πλήθος ατόμων πακιστανικής καταγωγής το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, με αφορμή τον εορτασμό της έλευσης του νέου έτους. Η ενόχληση που προκάλεσε η συγκέντρωση στο Σύνταγμα είχε να κάνει τόσο με το γεγονός ότι οι μετανάστες (με εισαγωγικά ή χωρίς η λέξη) αψήφισαν τα περιοριστικά μέτρα της ελληνικής πολιτείας για την αναχαίτιση του σφοδρού κύματος της πανδημίας, όσο και με τις ύβρεις που ακούστηκαν, προκλητικά και εν χορώ, εναντίον της πολιτικής ηγεσίας του τόπου.

Ο αρθρογράφος, εν τούτοις, έδωσε στις αντιδράσεις της κοινωνίας μία διαφορετική ερμηνεία:

Το θέαμα σόκαρε αρκετούς, όχι όμως για τους σωστούς λόγους. (...) Η συζήτηση εστιάστηκε στη συγκέντρωση μουσουλμάνων στην κεντρική πλατεία της χώρας και στη ζωντανή μετάδοση στο Πακιστάν. Η έλλειψη μέτρων υγειονομικής προστασίας πέρασε σε δεύτερη μοίρα. (...) Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους Πακιστανούς που συγκεντρώνονται, αλλά σε εκείνους που πιστεύουν ότι οι Πακιστανοί δεν πρέπει να συγκεντρώνονται – δεν θα είχαν καμία επιφύλαξη αν επρόκειτο για λευκούς χριστιανούς. (...) Έχει παρατηρηθεί η διάθεση των Πακιστανών, μίας ομάδας που επιτηρείται εντόνως από τις υπηρεσίας ασφαλείας, να κάνουν συχνά επίδειξη δύναμης, με πορείες και συγκεντρώσεις. Συχνά μας εκπλήσσουν συμπεριφορές για τις οποίες είμαστε υπερήφανοι όταν εκδηλώνονται από μέλη της δικής μας Διασποράς. Ναι, αλλά οι Πακιστανοί είναι η εθνοτική ομάδα μεταναστών που έχει στοχοποιηθεί περισσότερο από τα ακροδεξιά στοιχεία...

Αυτό που κατ' ουσίαν ισχυρίζεται το κείμενο είναι ότι οι αντιδράσεις της ελληνικής κοινωνίας δεν αφορούν αυτή τούτη την προστασία από την πανδημία αλλά, στην πραγματικότητα, αντανακλούν την δυσανεξία των Ελλήνων απέναντι στην πολυπολιτισμικότητα. Ο αρθρογράφος αφήνει έτσι να διαχέεται ένα "άρωμα" υπαινιγμού περί ξενοφοβίας, ή ακόμα και ρατσισμού.

Τίθεται, εν τούτοις, ένα θεμελιώδες ερώτημα: Αποδέχονται καταρχήν τους κανόνες της πολυπολιτισμικότητας εκείνοι που ζητούν να ωφεληθούν από τον πολυπολιτισμικό μετασχηματισμό των Δυτικών κοινωνιών; Σε παλιότερο κείμενο είχαμε γράψει:

Η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι ένας αχταρμάς αλληλοσυγκρουόμενων πολιτισμικών ταυτοτήτων όπου στο τέλος επικρατεί η πιο μαχητική ή η πιο βίαιη. Χτίζεται με κορμό μία προεξάρχουσα ταυτότητα με αδιαμφισβήτητα ιστορικά δικαιώματα και μη-διαπραγματεύσιμες θεμελιώδεις αρχές, τις οποίες οφείλει να αποδέχεται όποιος εντάσσεται στην πολυπολιτισμική κοινότητα. Οι αρχές αυτές τίθενται υπεράνω των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών τα οποία φέρει το κάθε υποψήφιο νέο μέλος της κοινότητας. Για παράδειγμα, τα θεσμικά κατοχυρωμένα φιλελεύθερα ήθη μίας χώρας δεν νοείται να τίθενται σε διαπραγμάτευση κατ’ απαίτηση μεταναστών με συντηρητικές καταβολές, ακόμα και αν η απαίτηση αυτή για περιορισμό της ελευθερίας αφορά αποκλειστικά και μόνο την δική τους πληθυσμιακή ομάδα. Επίσης, σε έναν πολιτισμό που εξ ορισμού αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα ανεξάρτητα από το φύλο ή την θρησκευτική πίστη, δεν μπορούν να ενταχθούν άτομα που αμφισβητούν την κατεστημένη αυτή ισότητα.

Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιβάλλεται de facto, ως αποτέλεσμα ανεξέλεγκτης εισροής μεταναστών. Διαμορφώνεται βήμα – βήμα με τρόπο συντεταγμένο και συμβατό με τους νόμους της χώρας υποδοχής. Με τον τρόπο αυτό – αν εξαιρέσουμε κάποιες θλιβερές ρατσιστικές παρεκκλίσεις – χτίστηκε το πλέον πολυπολιτισμικό έθνος του κόσμου: η Αμερική. 

Ιδανικά, η πολυπολιτισμικότητα θα έπρεπε να είναι όχημα για τον εμπλουτισμό και τη διεύρυνση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αντί γι’ αυτό, τείνει να γίνει το όπλο με το οποίο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αυτοκτονεί υπό το βάρος τύψεων για αμαρτήματα των προγόνων του (τα απεχθή πρόσωπα της αποικιοκρατίας και του ρατσισμού δεν διαγράφονται, δυστυχώς, από τις σελίδες της Ιστορίας…). Και, τη στιγμή που η Ευρώπη που γέννησε τον Διαφωτισμό καλοδέχεται την πολιτισμική διαφορετικότητα, κάποιοι εκπρόσωποι της τελευταίας εργάζονται με τρόπο μεθοδικό, υπόγειο, συχνά ακόμα και δολοφονικό, για τη μετάβαση της ηπείρου σε μία κατάσταση πολιτισμικού μεσαίωνα που θα καταργεί με τη βία κάθε δικαίωμα στο διαφορετικό, και θα τιμωρεί σκληρά κάθε απόκλιση από τον έναν και μοναδικό «ορθό» τρόπο ζωής...

Αυτό που έλαβε χώρα στο Σύνταγμα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς δεν ήταν απλά και μόνο μία "αυθόρμητη" γιορτινή μάζωξη χαρούμενων μεταναστών που, λόγω γλώσσας, "δεν είχαν αντιληφθεί" τα απαγορευτικά  μέτρα για την πανδημία. Ήταν, πολύ περισσότερο, μία μαζική επίδειξη ανυπακοής στους νόμους και τους κανόνες ενός δημοκρατικού συστήματος, την ενσωμάτωση στο οποίο η - εξ ορισμού δογματική - κουλτούρα των συγκεντρωθέντων συνειδητά αρνείται να αποδεχθεί.

Υπάρχει, όμως, ένα ζήτημα τόσο λεπτό που ξεφεύγει από τα "ευαίσθητα" φίλτρα των υπερασπιστών της πολυπολιτισμικότητας: Όταν στήνουν εδώλια για μονόπλευρη καταδίκη της "άρνησης στη διαφορετικότητα", ενώ την ίδια στιγμή αθωώνουν εξ ορισμού την άλλη πλευρά για το ίδιο ακριβώς κρίμα, θυμίζουν κάποιον που, παρεμβαίνοντας σε έναν καυγά ανάμεσα σε έναν ενήλικο και ένα παιδί, λέει στον πρώτο: "Εσύ φταις. Εκείνο είναι παιδί, δεν νιώθει!"

Ο (με ή χωρίς εισαγωγικά) μετανάστης, δηλαδή, μοιάζει να είναι για τους κοινωνικούς δικαστές ένα "αθώο παιδί" που δεν αντιλαμβάνεται τις υψηλές ιδέες μίας πολιτισμένης κοινωνίας, πράγμα που δικαιολογείται από το ότι προέρχεται από μία "υπανάπτυκτη" (και άρα "κατώτερη") κουλτούρα που δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τις εξευγενισμένες αρχές του δικού μας, "ανώτερου" πολιτισμού! Πώς θα μπορούσε κάποιος, άραγε, να ζητήσει ευθύνες από ένα "παιδί" για την αδυναμία του να συλλάβει την έννοια της αμοιβαιότητας σε ό,τι αφορά την αποδοχή του διαφορετικού;

Ας με συγχωρήσουν οι - κατά δήλωσή τους - "αντιρατσιστές", όμως αυτή η εκ μέρους τους α-λα καρτ αντίληψη της πολυπολιτισμικότητας ως συστήματος που άλλους ευνοεί και άλλους καταδικάζει, με τους δεύτερους να αντιπροσωπεύουν ένα "ανώτερο" πολιτισμικό είδος από το οποίο απαιτούνται υψηλότερα ανθρωπιστικά στάνταρ, είναι ξεκάθαρο δείγμα πολιτισμικού ρατσισμού. Και, οι επί του καναπέως καθήμενοι εισαγγελείς καλό θα είναι να το ξανασκεφτούν πριν απαγγείλουν νέες κατηγορίες περί "ρατσιστικών" φρονημάτων σε εκείνους που απλά και μόνο επιζητούν μία κανονικότητα στη ζωή και την πόλη τους. Γιατί, όπως προτρέπουν και οι γραφές, "ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω"!