Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Παραπλανώντας τον λαό για το... καλό του!


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Όχι ότι δεν το είχαμε ψυλλιαστεί, αλλά άλλο να το υποπτεύεσαι και άλλο να το ακούς να επιβεβαιώνεται από τα πλέον επίσημα χείλη...

Άκουσα στον "Αθήνα 984" ένα απόσπασμα ηχογραφημένης ραδιοφωνικής συνέντευξης λαλίστατου (και όχι πάντοτε σε νηφάλιους τόνους) υπουργού της κυβέρνησης. Ο δημοσιογράφος, με κάθε άλλο παρά αντιπολιτευτική διάθεση, αναφέρθηκε στο αιφνίδιο νέο αυστηρό lockdown που επιβλήθηκε σε ολόκληρη τη  χώρα από τις 3 έως τις 11 (και βλέπουμε) Ιανουαρίου, επισημαίνοντας ότι, με το απροειδοποίητο κλείσιμο, εκ νέου, του λιανεμπορίου, πολλές παραγγελίες έμειναν μετέωρες και πολύς κόσμος έμεινε ακάλυπτος από είδη που του ήταν απαραίτητα. Δεν θα μπορούσε να είχε υπάρξει σχετική προειδοποίηση κάποιες μέρες νωρίτερα, έτσι ώστε οι άνθρωποι να φροντίσουν να κάνουν εγκαίρως τις προμήθειες ή τις άλλες εργασίες τους; Ή μήπως η απόφαση ήταν το ίδιο αιφνιδιαστική, ως προς την αναγκαιότητα της λήψης της, ακόμα και για την ίδια την κυβέρνηση, λόγω έκτακτης εκτίμησης της επιδημιολογικής κατάστασης; "Εσείς, κύριε υπουργέ, το γνωρίζατε;" ρώτησε μάλλον καλοπροαίρετα (αν όχι αφελώς) ο δημοσιογράφος.

Η απάντηση του υπουργού μού φάνηκε μνημείο πολιτικού κυνισμού που εγείρει σοβαρό ζήτημα πολιτικής ηθικής. Ακόμα περισσότερο, λόγω της έπαρσης την οποία πρόδιδε η εκφορά του λόγου! Φυσικά και γνώριζε από μέρες το επικείμενο νέο γενικό lockdown. Η κυβέρνηση, όμως, προτίμησε να "σερβίρει" μια προσχεδιασμένη ατζέντα σαν "έκτακτη απόφαση" που ελήφθη λόγω "απρόβλεπτης επιδημιολογικής εξέλιξης". Γιατί το έκανε αυτό; Διότι, αν έλεγε την αλήθεια στον κόσμο, όλοι θα ξεχύνονταν στους δρόμους για όσο και για ό,τι προλάβαιναν, και η Αθήνα "θα καταστρεφόταν όπως το Λονδίνο"! Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση παραπλάνησε τον λαό "για το καλό του"!

Από πολιτική και φιλοσοφική άποψη τίθεται εδώ ένα πολύ σημαντικό ερώτημα: Είναι ηθικά βάσιμη η επιδίωξη του κοινού καλού από μία εξουσία, με όχημα την μεταχείριση πολιτικού ψεύδους; Το γενικό αυτό ερώτημα δεν είναι ρητορικό (δεν διαθέτω οικουμενικά αποδεκτή απάντηση), μπορεί όμως να οδηγήσει σε μία σειρά από ειδικότερα ερωτήματα με περιπτωσιολογικό χαρακτήρα. Ιδού δύο χαρακτηριστικά από αυτά:

1. Αν αυτή η μέθοδος παραπλάνησης έχει στ' αλήθεια υιοθετηθεί από τους κυβερνώντες "για το καλό του λαού", πώς θα μπορέσει η κυβέρνηση να περάσει πειστικά το μήνυμα του "απολύτως ασφαλούς εμβολίου", με δεδομένη μάλιστα την εμφάνιση, ήδη, σοβαρών παρενεργειών σε μεμονωμένα άτομα; Δεν άκουσαν ποτέ την παραβολή του βοσκού και του λύκου;

2. Το καλοκαίρι του 2015 η τότε κυβέρνηση ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά το κλείσιμο των τραπεζών. Ήταν Παρασκευή βράδυ, και οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν αληθινός εφιάλτης για όλους μας (πλην κυβερνώντων, φυσικά, οι οποίοι δεν καταδέχθηκαν ποτέ να σταθούν στις ουρές των ATM για το "φιλοδώρημα" της πείνας). Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι τις τράπεζες τις έκλεισαν "οι κακοί εταίροι και δανειστές" και όχι εκείνη η ίδια, αφού αυτή "αγαπούσε" τον λαό και ήθελε μόνο το "καλό" του! Το κόμμα που κυβερνούσε κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του (δικαίως κατά τον γράφοντα) για εξαπάτηση του λαού και πολιτικό αμοραλισμό. Εξακολουθούν οι τότε κριτές να πιστεύουν το ίδιο σήμερα; Αν το εξετάσει κανείς ψυχρά, το κλείσιμο των τραπεζών ήταν επιβεβλημένο εν όψει επικείμενης, τότε, ολικής χρεοκοπίας της χώρας. Ένα "ηρωικό" ψέμα, εν τούτοις, θα μπορούσε να κάνει την κοινωνία να θεωρήσει το - εκ των πραγμάτων αναγκαίο - μαρτύριό της ως πράξη πατριωτικής θυσίας, αντί ως αποτέλεσμα πολιτικού κυνισμού. Και να συνεργαστεί ευκολότερα...

Αν αποδεχθούμε το πολιτικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο είναι επιτρεπτό να λέγονται ψέματα στον λαό για το καλό του, πόσο μακριά μπορούμε να φανταστούμε να εκτείνεται η εφαρμογή του; Για παράδειγμα, θα μπορούσε ή όχι να το χρησιμοποιήσει ένας επίδοξος δικτάτορας για να καταλάβει την εξουσία με καταρχήν δημοκρατικά μέσα, καταργώντας στη συνέχεια το δημοκρατικό πολίτευμα το οποίο θεωρεί καταστροφικό για τη χώρα του; Δεν το διαβάσαμε σε κάποιο παραμύθι με δράκους: η Δημοκρατία της Βαϊμάρης κάπως έτσι καταλύθηκε το 1933!

Και, μια και μιλάμε για δικτατορίες, κάποιοι εκπρόσωποι της εξουσίας καλό θα είναι να μετριάσουν το αλαζονικό και αυταρχικό ύφος τους όταν μιλούν στα μέσα ενημέρωσης. Γιατί, το ύφος αυτό παραπέμπει σε ιστορικές εποχές που δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Φαντάζομαι, το ίδιο κι εκείνοι...

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Όταν «ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες» δολοφονούν ηλικιωμένους...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου
Η δολοφονία ενός αριστερού ράπερ από έναν ρατσιστή είναι ένα τραγικό γεγονός. Η δολοφονία, όμως, ενός υπερήλικα από έναν προστατευόμενο του αντιρατσιστικού κινήματος είναι απλά «στατιστική». Το θύμα δεν έχει όνομα, έχει αριθμό...
Με καθυστέρηση αρκετών ημερών πληροφορηθήκαμε από ηλεκτρονικά, κυρίως, μέσα ενημέρωσης μία φρικτή δολοφονία που συνέβη πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη. Δύο παιδιά 14 και 12 ετών εισέβαλαν στην οικία 86-χρονου με σκοπό την ληστεία. Το όλο εγχείρημα έλαβε χώρα υπό την εποπτεία και καθοδήγηση της γιαγιάς των παιδιών και του φίλου της, οι οποίοι επιτηρούσαν την περιοχή (κοινώς, φύλαγαν τσίλιες). 

Ο ηλικιωμένος είχε την κακή τύχη να αντιληφθεί την παρουσία των παιδιών μέσα στο σπίτι του – στο οποίο ζούσε μόνος – και, όπως ήταν φυσικό, προέβαλε αντίσταση, αρνούμενος παράλληλα να αποκαλύψει πού είχε κρυμμένα τα χρήματα. Άρνηση που πλήρωσε με τη ζωή του μετά από κτηνώδη βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν τα δύο «παιδιά». Τα τελευταία έφυγαν από το σπίτι αφού πήραν 200 ευρώ που βρήκαν φυλαγμένα. 

Αργότερα, οι δύο ανήλικοι δολοφόνοι της Θεσσαλονίκης συνελήφθησαν από την αστυνομία και ομολόγησαν την πράξη τους. Στη συνέχεια αφέθηκαν στην χαλαρή «φύλαξη» κοινωνικού ιδρύματος της περιοχής, από το οποίο ο ένας απέδρασε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, αναζητείται... 

Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης, πιθανώς υπό τον φόβο κριτικής για παραβίαση της «πολιτικής ορθότητας», απέφυγαν να αναφέρουν, ή ανέφεραν με ψιλά γράμματα, ότι τα παιδιά ανήκαν σε συγκεκριμένη «ευαίσθητη κοινωνική ομάδα»: ήταν Ρομά. Την ίδια φοβική συμπεριφορά έχουν επιδείξει τα μέσα ενημέρωσης σε αναρίθμητες (στην κυριολεξία) παρόμοιες περιπτώσεις δολοφονίας ηλικιωμένων ατόμων από άτομα ανήκοντα σε «ευαίσθητες» ομάδες, είτε εγχώριες (όπως στην προκειμένη περίπτωση) είτε εισαγόμενες στο πλαίσιο του «πολυπολιτισμικού μετασχηματισμού» της χώρας. Η κοινωνική συλλογικότητα στην οποία ανήκουν οι δράστες συχνά δεν υπονοείται καν... 

Όπως προανέφερα, έχουμε χάσει το μέτρημα – ιδίως τα τελευταία 10 χρόνια – με τα φρικιαστικά, κτηνώδη κι απάνθρωπα εγκλήματα σε βάρος ηλικιωμένων (και συχνά ανήμπορων) ανθρώπων, τα οποία διαπράττονται από μέλη «ευαίσθητων» κοινωνικών χώρων. Το αυτί της Αριστεράς της «προόδου», του «ανθρωπισμού» και της «κοινωνικής ευαισθησίας», εν τούτοις, δεν έδειξε να ιδρώνει ποτέ γι’ αυτό το φαινόμενο. Ίσως γιατί οι θύτες ανήκουν στη δική της προστατευόμενη ομάδα του κοινωνικού περιθωρίου, και κάθε φόνος με κίνητρο τη ληστεία θεωρείται a priori ως απεγνωσμένη πράξη αυτοσυντήρησης των απόκληρων της κοινωνίας και των κυνηγημένων από «το σύστημα». Όσο για τους ηλικιωμένους, αυτοί στο κάτω – κάτω τα έφαγαν τα ψωμιά τους, είχαν και μια σύνταξη για να ζήσουν, άσε δε που ψηφίζουν και τους «άλλους»! 

Δεν διέκρινα ποτέ, όμως, κάποιες σχετικές ευαισθησίες και από το άλλο στρατόπεδο, εκείνο των «φιλελεύθερων». Θα έλεγα ότι, για κάθε σύστημα εξουσίας, μία δολοφονία ηλικιωμένου είναι απλά ένα γεγονός που καταγράφεται στο καθημερινό αστυνομικό δελτίο συμβάντων, δίχως ιδιαίτερες κοινωνικές προεκτάσεις. Άλλωστε, το θύμα δεν είναι παρά ένα «αντιπαραγωγικό» υπερήλικο άτομο το οποίο, εκ των πραγμάτων, ελάχιστα είναι πλέον σε θέση να προσφέρει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Χώρια που επιβαρύνει την ήδη προβληματική οικονομία με μία επί πλέον σύνταξη, αλλά και φορτώνει το πάσχον σύστημα υγείας με πρόσθετες δυσβάσταχτες υποχρεώσεις!

Παραφράζοντας τη γνωστή κυνική ρήση του Άντολφ Άιχμαν, η δολοφονία ενός αριστερού ράπερ από έναν ρατσιστή είναι ένα τραγικό γεγονός. Το ίδιο και η ανάλογη δολοφονία ενός ακτιβιστή με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες. Η δολοφονία, όμως, ενός υπερήλικα από έναν προστατευόμενο του αντιρατσιστικού κινήματος είναι απλά «στατιστική». Το θύμα δεν έχει όνομα, έχει αριθμό. 

Όμοια όπως αριθμό είχαν οι στρατιώτες στα χαρακώματα και οι μελλοθάνατοι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Αλλά, αυτά ανήκουν στην Ιστορία...

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Λιανεμπόριο: Όταν η κοινή λογική μένει από… μπαταρία!


Την ώρα που τα κορυφαία πολιτικά ζητήματα στη χώρα είναι οι παραθαλάσσιες βίλες και οι χαρούμενες ποδηλασίες στα βουνά, τα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς αργοπεθαίνουν λόγω του lockdown. Θύματα μιας «οριζόντιας» λογικής που αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στο κοσμοβριθές κεντρικό πολυκατάστημα μαζικής εξυπηρέτησης και στη μικρή συνοικιακή επιχείρηση που εξυπηρετεί βασικές τοπικές ανάγκες…

Μία ιατρική συσκευή μετρήσεων, απόλυτα απαραίτητων, βρήκε την ώρα να μείνει από μπαταρία. Τη συσκευή αυτή μέχρι πρότινος χορηγούσαν δωρεάν τα φαρμακεία (ακριβοπλήρωνες, ασφαλώς, τα σχετικά αναλώσιμα). Έτσι, τηλεφώνησα πρωί-πρωί στη φαρμακοποιό μου να ρωτήσω αν της βρίσκονται συσκευές, να περάσω να πάρω μία. Με ενημέρωσε ευγενικά ότι η εταιρεία, δυστυχώς, έχει καιρό να στείλει, και μου πρότεινε ως βέλτιστη λύση να πάω τη συσκευή μου σε κοντινό κατάστημα που πουλά μπαταρίες.

Καλού-κακού, πριν ξεκινήσω είπα να κάνω ένα τηλεφώνημα στο κατάστημα. Κι εκεί η αρμόδια υπάλληλος με πληροφόρησε με λυπημένη φωνή ότι ενδέχεται να έχει τη μπαταρία που χρειάζομαι, δεν επιτρέπεται όμως να την πουλήσει καθώς είναι είδος που ανήκει στο λιανεμπόριο. Και, ως γνωστόν, τούτη την περίοδο του lockdown λόγω covid το λιανεμπόριο είναι κλειστό. Σημειώνω ότι υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στο κατάστημα για πληρωμή λογαριασμών τηλεφώνου. Φεύγοντας, όμως, δεν επιτρέπεται να πάρεις μαζί σου μια απλή μπαταρία που αγόρασες!

Σαν να μην έφτανε αυτό, λαλίστατος – και συχνάκις κραυγάζων αλλοφρόνως εις τα μίντια – υπουργός της κυβέρνησης δήλωσε λίαν προσφάτως ότι δεν είναι καθόλου ορατό το άνοιγμα του λιανεμπορίου, παρά τις «ανεύθυνες διαδόσεις» περί του αντιθέτου (πολλές εκ των οποίων, εν τούτοις, άμεσα ή έμμεσα διακινήθηκαν από συναδέλφους του).

Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι, αν μη τι άλλο, ανοίγουν οσονούπω τα καταστήματα με τα εποχιακά είδη. Και, μπροστά σε πολύχρωμες μπάλες, παιχνίδια και φανταχτερά στολίδια, ποιος νοιάζεται τώρα αν ένα ηλίθιο μηχάνημα που κάνει κάτι μετρήσεις, έχει μπαταρία για να δουλέψει; Μια μπαταρία που δεν ξέρω από πού στα κομμάτια να την παραγγείλω για να μου την στείλουν (λέμε τώρα) με «delivery», αφού μάλιστα δεν μπορώ να προσδιορίσω με βεβαιότητα τον τύπο της (στο κατάστημα η διάγνωση θα ήταν δουλειά του ειδικευμένου τεχνικού). Άσε που η ηλικιωμένη θεία μου, η οποία δεν σκαμπάζει γρι από κομπιούτερς και διαδίκτυα, δεν θα ήξερε καν πώς να βρει πού πουλάνε τέτοια πράματα!

Όμως, οι μπαταρίες δεν είναι το μόνο, ούτε το πιο σημαντικό από τα είδη λιανεμπορίου που χρειαζόμαστε καθημερινά αλλά μας λείπουν. Το ίδιο όπως λείπει, δυστυχώς, και ο ορθολογικός σχεδιασμός από τους κυβερνώντες. Γιατί, ποια επιδημιολογική επιβάρυνση θα προκαλούσε ένα μικρό μαγαζί μιας γειτονιάς αν εφαρμοζόταν αυστηρά ο απλός κανόνας «ένας πελάτης τη φορά»; Γιατί να μη λειτουργούν κουρεία και κομμωτήρια με τον ίδιο κανόνα; Τι θα πείραζε να μείνει ανοιχτό το συνοικιακό κατάστημα που πουλά ηλεκτρικά είδη καθημερινής χρήσης; Πού θα «σκανάρει» κάποιος ένα έγγραφο για να το στείλει εμπρόθεσμα σε ηλεκτρονική μορφή σε μία δημόσια υπηρεσία, και πού θα τυπώσει το σημείωμα πληρωμής για τα τέλη κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, αν το κοντινό βιβλιοπωλείο που τον εξυπηρετούσε ως τώρα είναι κλειστό; Εγώ που δεν έχω printer στο σπίτι και τούτη τη στιγμή δεν μπορώ να βρίσκομαι στο γραφείο μου, πώς θα τυπώσω ένα κείμενο που μου έστειλαν ηλεκτρονικά, πάνω στο οποίο απαιτείται να κάνω χειρόγραφες σημειώσεις; Κι αυτό είναι μόνο ένα μικρό δείγμα από δεκάδες παρόμοιες ερωτήσεις που θα μπορούσαν να τεθούν.

Οι αρμόδιοι που δημοσίως εκφράζουν «αγωνία» για την οικονομική κατάσταση των μικρο-μεσαίων που καταστρέφονται λόγω της πανδημίας, ας καθίσουν για λίγο να σκεφτούν αν το πρωτογενές αίτιο είναι το μόνο που φταίει, ή αν ευθύνεται και ο δικός τους ανορθολογικός σχεδιασμός στο περίφημο lockdown. Και, φυσικά, με επιδόματα – ψίχουλα δεν σώζεται η κατάσταση στο τοπικό εμπόριο (οι μεγάλοι του κέντρου θα βρουν πάντα τον τρόπο να σταθούν στα πόδια τους).

Αν το καλο-εξετάσουμε, σε μικρή κλίμακα δεν τίθεται καν ζήτημα διλήμματος ανάμεσα σε δημόσια υγεία και οικονομία. Το μόνο διακύβευμα είναι η επιβίωση χιλιάδων επαγγελματιών που, εκτός από τον covid, πλήττονται και από μία πολιτική του τύπου «ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι». Δηλαδή, κλείνω το μαγαζάκι της γειτονιάς, στο οποίο μπαίνει ένας πελάτης κάθε τέταρτο της ώρας, ενώ έχω προηγουμένως κάνει τα στραβά μάτια σε μαζικά γλεντοκοπήματα και άλλες δημόσιες συναθροίσεις (το άτιμο το πολιτικό κόστος!) ως τη στιγμή που φτάνει ο κόμπος στο χτένι και αρχίζουν να τελειώνουν οι ΜΕΘ. Και τότε ως εύκολη λύση επιβάλλω πολιτική οριζόντιας «ποινολόγησης» επί δικαίων και αδίκων…

Επί του πιεστηρίου: Μόλις είχα κλείσει το πιο πάνω σημείωμα όταν αποφάσισα να κάνω μία βόλτα ως το φαρμακείο της γειτονιάς για διάφορες προμήθειες. Κι εκεί με περίμενε μια έκπληξη: η καλή φαρμακοποιός έψαξε και βρήκε τις μπαταρίες που χρειαζόμουν για τη συσκευή. Μάλιστα, μου τις έκανε δώρο! Τελικά, τις λύσεις στα προβλήματα τις δίνουν άνθρωποι, όχι κυβερνήσεις…

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Υπάρχει πάντα το δικαίωμα στην ομαδική αυτοχειρία;


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Με αφορμή την απαγόρευση των μαζικών εκδηλώσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου εν μέσω φονικής πανδημίας, γίνεται συζήτηση πολλή τούτες τις μέρες για το δικαίωμα κάποιου να θέτει τις συνταγματικές του ελευθερίες πάνω από την ίδια του την υγεία και τη ζωή. Με απλά λόγια, αν επιθυμώ να ρισκάρω τη ζωή μου συμμετέχοντας σε μία δημόσια συνάθροιση – ακόμα περισσότερο αν αυτή γίνεται για να τιμήσει μία ιστορική πράξη αντίστασης απέναντι σε ένα αυταρχικό καθεστώς – ποιος νόμος μίας δημοκρατικής πολιτείας μπορεί να μου το απαγορεύσει;

Δεν είμαι νομικός, έτσι η πιο κάτω τοποθέτησή μου αντανακλά την προσωπική μου λογική και μόνο, χωρίς να διεκδικεί δάφνες νομικής αυθεντίας...

Όσοι αντιτίθενται στην απαγόρευση των συγκεντρώσεων υποστηρίζουν, κατ' ουσίαν, την ύπαρξη συνταγματικού δικαιώματος στην ομαδική αυτοχειρία. Γιατί, μόνο ως οιονεί απόπειρα αυτοκτονίας μπορεί να αξιολογηθεί μία αυτόβουλη μαζική συνάθροιση κάτω από τις παρούσες πανδημικές συνθήκες!

Ίσως και να συμφωνούσε κάποιος, καταρχήν, με αυτή την ιδιότυπη δικαιωματική άποψη, υπό μία όμως προϋπόθεση: Η υποψήφια προς αυτοχειρία ομάδα να είναι περίκλειστη και απομονωμένη από το λοιπό κοινωνικό σύνολο, έτσι ώστε η εκούσια, γι’ αυτήν, έκθεση σε θανάσιμο κίνδυνο να μην επεκτείνεται de facto και σε άτομα που δεν επιθυμούν να ανήκουν στην ομάδα.

Ας εξηγήσω: Είναι κατανοητό να θέλουν κάποιοι να εξασκήσουν το (θεωρούμενο από εκείνους ως) «συνταγματικό τους δικαίωμα» στην ομαδική έκθεση σε ακραίο κίνδυνο, ως πράξη απείθειας απέναντι σε μία «αυταρχική» (όπως πιστεύουν) εξουσία. Αρκεί όμως να μην διασταυρωθούν οι δρόμοι τους με κάποιους άλλους που παίρνουν συνειδητά την απόφαση να παραιτηθούν από το δικαίωμα αυτό προς χάριν της προστασίας της ζωής τους. Γιατί, όπως καλά γνωρίζουμε, η πηγή του κινδύνου είναι άκρως μεταδοτική και δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε «εθελοντές» και ακουσίως παρατυγχάνοντες!

Στην πράξη, βέβαια, μία τέτοια προϋπόθεση απόλυτης τήρησης αποστάσεων θα ισοδυναμούσε με «γκετοποίηση», πράγμα που – πέραν του ότι είναι πρακτικά ανέφικτο – θα παραβίαζε και κάθε έννοια συνταγματικής ηθικής.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, ακόμα και αν κάποιοι, για λόγους ιδεολογίας και εν μέσω ακραίας πανδημικής κρίσης, είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα της ανυπακοής τους στο «σύστημα» με την ίδια τους τη ζωή, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να το πληρώσουν εκείνοι και μόνο. Γιατί, στην περίπτωση που θα συναπαντηθούν μαζί μου, ίσως κληθώ εν αγνοία μου να το πληρώσω κι εγώ. Και οι νόμοι της πολιτείας οφείλουν τότε να με προστατέψουν...

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Lockdown: Όταν η Ιστορία επαναλαμβάνεται...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Για δεύτερη φορά μέσα σε ένα χρόνο η χώρα βιώνει την εμπειρία μίας πανεθνικής καραντίνας. Και, αν την πρώτη φορά υπήρχε η δικαιολογία της έλλειψης προϋπάρχουσας εμπειρίας απέναντι σε μία πρωτόγνωρη πανδημική κρίση, τούτη τη φορά υπάρχει μία de facto απόδειξη μερικής, έστω, ανευθυνότητας κυβερνωμένων και σχετικής ανεπάρκειας κυβερνώντων.

Οι ομοιότητες ανάμεσα στο ανοιξιάτικο και το φθινοπωρινό σενάριο αντιμετώπισης της πανδημίας κάνουν το δεύτερο σενάριο να μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία! Ας θυμηθούμε συνοπτικά την πορεία των γεγονότων:

Αρχικά, μετά από εισηγήσεις ειδικών επιστημόνων, η κυβέρνηση ανακοινώνει μία σειρά σχετικά ήπιων μέτρων για την ανακοπή του επιδημικού κύματος. Τα μέτρα αυτά δεν περιορίζουν σε ακραίο βαθμό τις μετακινήσεις των πολιτών καθώς και την κίνηση του εμπορίου. Σύμφωνα με επιστημονικές εκτιμήσεις, η σχολαστική τήρηση των μέτρων θα καθιστούσε ελάχιστα πιθανή μία μελλοντική αυστηροποίησή τους.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, αντιλαμβανόμενο την σοβαρότητα της κατάστασης, συμμορφώνεται απόλυτα και εφαρμόζει τα μέτρα. Υπάρχει όμως μία ισχυρή μειοψηφία «αντιρρησιών» που αντιδρά δυναμικά σε αυτά. Σε αυτήν θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει δύο (συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενες) ιδεολογικές ή/και συμπεριφορικές ομάδες:

1. Αρκετοί ασπάζονται και διακινούν (κυρίως στα social media) ψευδο-επιστημονικές θεωρίες του τύπου «ο κορωνοϊός είναι μία απλή γρίπη και τίποτα περισσότερο», ή συνωμοσιολογικά σενάρια που αποδίδουν την παγκόσμια κινητοποίηση για την πανδημία σε δόλια τεχνάσματα σκοτεινών διεθνών κέντρων εξουσίας. Στην ομάδα αυτή έχει ενταχθεί ένα σημαντικό μέρος των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» της περιόδου της οικονομικής κρίσης, που αποτέλεσαν και τη ραχοκοκαλιά των ψηφοφόρων τού «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015. Κοινό χαρακτηριστικό τους η ασυμβίβαστη «αντισυστημικότητα», που δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα καλλωπισμένο προσωπείο του ακατέργαστου λαϊκισμού. Την ίδια στιγμή, κάποιοι εκπρόσωποι μίας υποτιθέμενα «αντισυμβατικής» επιστήμης ενισχύουν με την δημοσιοποίηση των θέσεών τους το ρεύμα του επιστημονικού ανορθολογισμού, προσφέροντας άλλοθι στους αντιρρησίες. Οι «οικονομολόγοι της δραχμής» έχουν τώρα δώσει τη θέση τους στους κάθε λογής «ειδικούς» της θεωρίας «covid-19 ίσον γρίπη» και των συνωμοσιολογικών  παρελκόμενών της...

2. Υπάρχουν και πολλοί που, λόγω υπερφίαλης εμπιστοσύνης στις βιολογικές τους άμυνες, και αδιαφορώντας απόλυτα για τις άμυνες των άλλων, συνεχίζουν αδιατάρακτα την μαζική «κανονικότητα» της κοινωνικής τους ζωής. Η συμπεριφορά τους, έτσι, παίρνει συχνά τον χαρακτήρα ανεπίγνωστης ομαδικής αυτοκτονίας! Το ηλικιακό κέντρο βάρους αυτής της ομάδας δείχνει να είναι σχετικά χαμηλό, όμως καμία ηλικιακή κατηγορία δεν μπορεί να αποκλειστεί σε μεμονωμένη βάση.

Αν και μειοψηφούν κοινωνικά, οι «αντιρρησίες» είναι εκείνοι που κυρίως χαράζουν την υγειονομική μοίρα της χώρας, συμβάλλοντας με τις πράξεις τους στο να οδηγηθούν τα επιδημιολογικά δεδομένα στα όρια του μη - διαχειρίσιμου. Πώς αντιδρά, εν τω μεταξύ, η πολιτεία; Κατ’ ουσίαν δεν αντιδρά, υπό τον φόβο της «ρετσινιάς» του αυταρχισμού απέναντι σε ένα κομμάτι της κοινωνίας που έχει «άλλη άποψη». Αρκείται έτσι σε πατερναλιστικά πρωθυπουργικά διαγγέλματα και αυστηρές υπουργικές προειδοποιήσεις «σαρωτικών ελέγχων» τήρησης των υφιστάμενων μέτρων, παραμένοντας στην πράξη θεατής των καταστάσεων.

Όταν, τελικά, η κατάσταση λαμβάνει χαρακτήρα εθνικής υγειονομικής κρίσης, η κυβέρνηση καταφεύγει αναπόφευκτα στο έσχατο μέτρο: την ολική απαγόρευση των μετακινήσεων και, παράλληλα, τον σημαντικό περιορισμό του εμπορίου. Μέτρο εκ των πραγμάτων ισοπεδωτικό και άδικο, αφού ουσιαστικά τιμωρεί τους πολλούς για την ανευθυνότητα των λίγων αλλά και για την αδυναμία άσκησης ελέγχου εκ μέρους του ίδιου του κρατικού μηχανισμού.

Με το τέλος του πρώτου lockdown και με δεδομένο το θετικό του αποτέλεσμα, ένα κλίμα ευφορίας απλώνεται στη χώρα. Μία ασυγκράτητη ανθρωπομάζα – στην οποία περιλαμβάνεται ένας μεγάλος αριθμός ξένων επισκεπτών που έχουν περάσει από αμφίβολης αξιοπιστίας τεστ για covid – ξεχύνεται ανέμελα προς όλους τους τουριστικούς προορισμούς της χώρας, υπό τις ευλογίες της κυβέρνησης. Όταν, τελικά, πέφτει η αυλαία της τουριστικής περιόδου, τα καμπανάκια αρχίζουν να χτυπούν προειδοποιώντας για εκ νέου επιδείνωση των επιδημιολογικών δεικτών. Και ο κύκλος ξεκινά να διαγράφει μία νέα πορεία προς ένα καθολικό lockdown...

Ο Μαρξ είπε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται, πρώτα σαν τραγωδία και κατόπιν σαν φάρσα. Η φθινοπωρινή επανάληψη της ανοιξιάτικης ακολουθίας αλληλοαναιρούμενων εξαγγελιών και πολιτικών αποφάσεων, και η εκ νέου επίδειξη αμηχανίας του κράτους απέναντι στην προκλητική μαζική παραβίαση των νόμων από απείθαρχες μειοψηφίες, θα συντηρήσουν για λίγο ακόμα την εικόνα της τραγικότητας των περιστάσεων. Την επόμενη φορά (αν τυχόν υπάρξει) θα μιλούμε πλέον για φάρσα. Μια φάρσα που θα έχουμε στήσει όλοι μαζί, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, για να διασκεδάσουμε στην ανέμελη πορεία μας προς τον γκρεμό...

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

Ψευδο-επιστήμη και συνωμοσιολογία στην υπηρεσία του COVID-19


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ένα Σάββατο απόγευμα, εκεί προς τα τέλη Σεπτέμβρη, έλαβα ένα email από καλή φίλη νομικό. Με ενημέρωνε ότι στη γνωστή διαδικτυακή πλατφόρμα YouTube μεταδιδόταν ζωντανά ένα «διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο» για την πανδημία, στέλνοντάς μου και το σχετικό link. Δεν άντεξα στον πειρασμό, και μπήκα...

Το «συνέδριο» – διοργανωμένο από Έλληνες επιστήμονες και με τη συμμετοχή ξένων προσκεκλημένων – κράτησε ώρες, ενώ συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα. Ένα μέρος (όσο πρόλαβα και όσο άντεξα) το παρακολούθησα «ζωντανά», ενώ κάποια αποσπάσματα τα είδα (ή ξαναείδα) αργότερα, βιντεοσκοπημένα.

Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα τολμούσα να αξιολογήσω επιστημονικά τα όσα άκουσα από Έλληνες και ξένους (υποτιθέμενα) «ειδικούς». Εξ άλλου, δεν διαθέτω τις σχετικές ιατρικές γνώσεις (κι ας ισχυριζόμαστε κάποιες φορές εμείς οι Φυσικοί ότι «τα ξέρουμε όλα»!). Η επιστημονική αξιολόγηση δεν άργησε να έρθει από πραγματικούς ειδικούς(*) και ήταν καταπέλτης για το διήμερο ψευδο-επιστήμης που παρέλασε από τις οθόνες των υπολογιστών μας. Σε ό,τι με αφορά, θα μιλήσω σαν απλός χρήστης του διαδικτυακού μέσου που άκουσε πράγματα που του φάνηκαν εξωφρενικά – αν όχι και ύποπτα...

Ήταν προφανές ότι βασικός σκοπός του συνεδρίου ήταν να προβάλει τις απόψεις των «ειδικών» που ανήκουν στη σχολή σκέψης η οποία αμφισβητεί τις διαστάσεις του προβλήματος της πανδημίας, έτσι όπως αυτές περιγράφονται από την συντριπτική πλειοψηφία των γιατρών παγκοσμίως, από το σύνολο, σχεδόν, των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων, και από το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς Τύπου.

Ούτε λίγο - ούτε πολύ, πληροφορηθήκαμε ότι ο θόρυβος γύρω από έναν «σχετικά ακίνδυνο ιό» και μία «λάιτ κατάσταση» (οι εκφράσεις ακούστηκαν από Έλληνα καθηγητή πανεπιστημίου) προέρχεται από σκόπιμη μεγαλοποίηση ενός διαχειρίσιμου προβλήματος, και διακινείται από κάποια σκοτεινά κέντρα με σκοπό την χειραγώγηση του κοινωνικού συνόλου και την κερδοσκοπία εις βάρος του. Φυσικά, στην υποτιθέμενη «συνωμοσία» πρωτοστατούν οι φαρμακευτικές εταιρείες που επιδίδονται στην παρασκευή του εμβολίου (από ξένο προσκεκλημένο ακούστηκαν εκφράσεις όπως «οργανωμένο έγκλημα» και «εγκληματικά συνδικάτα»).

Ακούσαμε ότι το πρόβλημα της πανδημίας είναι, κατά βάση, πολιτικό κατασκεύασμα και όχι πραγματικός επιδημιολογικός εφιάλτης που θέτει σε συναγερμό ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα. Διακινήθηκε, επίσης, η γνωστή άποψη σύμφωνα με την οποία τα μέτρα πρόληψης ενάντια στη μετάδοση της επιδημίας παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και, ως εκ τούτου, είναι κοινωνικά απαράδεκτα.

Εντύπωση προκάλεσε η εμφατικά διατυπωμένη θέση ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης δεν είναι η λήψη προληπτικών μέτρων αλλά η ενίσχυση του συστήματος υγείας ώστε να εξυπηρετεί αυτούς που ήδη έχουν νοσήσει. Με άλλα λόγια, προσπερνούμε το ζήτημα της πρόληψης (για την οποία ελάχιστα, γενικά, ειπώθηκαν) και ρίχνουμε όλο το βάρος στη θεραπεία!

Ειδική προσπάθεια καταβλήθηκε για την αποδόμηση των μέτρων που αφορούν στην προστασία των παιδιών. Ακούσαμε ότι η χρήση της μάσκας, η οποία έχει ως βαθύτερο στόχο την «απο-κοινωνικοποίηση» και την «απομόνωση» των παιδιών σύμφωνα με τις επιταγές κάποιων σκοτεινών διεθνών «κέντρων», θα αφήσει δυσεπούλωτα τραύματα στους παιδικούς ψυχισμούς ενώ ελάχιστη προστασία θα προσφέρει.

Το πιο εντυπωσιακό: Ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας «ψεύδεται συνειδητά» και «διασπείρει τον τρόμο» ισχυριζόμενος ότι ο ιός είναι (δήθεν) εξαιρετικά μεταδοτικός και θανατηφόρος! Εκπρόσωπος άνομων συμφερόντων και μέρος διεθνούς συνωμοσίας και ο Π.Ο.Υ., λοιπόν...

Σε ό,τι αφορά τις πυρηνικές του θέσεις, το «συνέδριο» δεν πρωτοτύπησε. Απόψεις που αμφισβητούν το μέγεθος της πανδημίας και την αναγκαιότητα λήψης περιοριστικών μέτρων έχουν ήδη διακινηθεί αρκετά από αδαείς στις γνωστές διαδικτυακές πλατφόρμες. Η βαριά σφραγίδα της ίδιας της επιστήμης, όμως, δημιουργεί ένα ξεχωριστό πρόβλημα σε μία πολιτεία που μάχεται απεγνωσμένα να αποτρέψει ανεξέλεγκτες επιδημιολογικές καταστάσεις με δυνητικά εφιαλτικές συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο.

Σχετικά πρόσφατα είναι τα περιστατικά βίας εις βάρος εκπαιδευτικών, από γονείς μαθητών που επέμεναν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο χωρίς τα αναγκαία μέτρα προστασίας. Τώρα οι γονείς θα μπορούν να επικαλούνται την «επιστήμη» ως ελαφρυντικό για την όποια μελλοντική πράξη απείθειας, ακόμα και βιαιοπραγίας!

Το ίδιο θα την επικαλούνται και οι κάθε λογής «ατρόμητοι επαναστάτες» που συναθροίζονται ανέμελα και χωρίς καν τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας σε κέντρα διασκεδάσεως, σε πλατείες, σε πορείες και (ναι) σε ναούς.

Η πραγματική επιστήμη έχει χρέος να επαγρυπνεί και να ενημερώνει έγκαιρα και υπεύθυνα τους πολίτες. Και η πολιτεία θα πρέπει να βρει, επιτέλους, τον τρόπο (αν όχι και την θέληση καθαυτή) να επιβάλει την τήρηση των μέτρων που η ίδια μεγαλοφώνως εξαγγέλλει. Αλλιώς, το «δεύτερο κύμα» της πανδημίας θα γίνει τσουνάμι που θα μας καταπιεί όλους. Χωρίς να κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε συμμορφωμένους και «επαναστάτες», ή σε πραγματιστές και «συνωμοσιολολογούντες»...

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

Ναζισμός και νεοναζισμός: Από τη Βαϊμάρη στην Ελλάδα της κρίσης


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία στη Γερμανία το 1933. Η άνοδός τους, συνέπεια (και) μιας οδυνηρής ήττας σε έναν πόλεμο, σήμανε το τέλος του δημοκρατικού πειράματος της Βαϊμάρης.

Οι νεοναζί εισήλθαν στο ελληνικό κοινοβούλιο το 2012. Η είσοδός τους, συνέπεια (και) μιας ακραίας οικονομικής κρίσης, σήμανε το τέλος της πολιτικής «αθωότητας» στη χώρα.

Το πρώτο ιστορικό γεγονός ήταν η απαρχή μίας παγκόσμιας τραγωδίας που κορυφώθηκε με το φρικτότερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας.

Το δεύτερο γεγονός κατέδειξε ότι ένα φαινομενικά πεθαμένο (ή, έστω, μισοπεθαμένο) φίδι είναι δυνατό να αναστηθεί όταν οι συνθήκες παρέχουν το απαραίτητο «οξυγόνο» για την επιβίωσή του.

Οι ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην επικράτηση του Ναζισμού και την μετέπειτα επανεμφάνισή του ως νεοναζισμού έχουν μελετηθεί σε βάθος από πολλούς ειδικούς και δεν θα αποτολμήσουμε εδώ μία ιστορική ή πολιτική ανάλυση του θέματος. Θα αρκεστούμε σε μία επιγραμματική συγκριτική παράθεση των κυριότερων αιτίων που επέτρεψαν στον Ναζισμό να κυριαρχήσει στην μεσοπολεμική Γερμανία, και στους εν Ελλάδι θαυμαστές του να εισβάλουν στους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας μολύνοντάς τους ανεπανόρθωτα.

Και, γνωρίζοντας τα «γιατί» που οδήγησαν έναν λαό – ή, έστω, ένα κομμάτι του – σε αντιδημοκρατικές πολιτικές επιλογές, ίσως αποφύγουμε παρόμοιες επιλογές σε μελλοντικές κρίσιμες συνθήκες...

Τρεις σημαντικές ιστορικές συγκυρίες συνέβαλαν στην άνοδο των Ναζί στην εξουσία:

1. Το αίσθημα εθνικής ταπείνωσης των Γερμανών, που προκλήθηκε από τον εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο οι νικητές του Μεγάλου Πολέμου έσυραν τη Γερμανία στην αποδοχή της Συνθήκης των Βερσαλλιών (1919).

2. Μία ακραία οικονομική κρίση, η οποία κατά ένα μέρος οφειλόταν στις δυσβάσταχτες πολεμικές αποζημιώσεις προς τους νικητές του πολέμου.

3. Η αδυναμία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης να αντιμετωπίσει την κατάσταση αναρχίας που είχε ξεσπάσει στη χώρα, οδηγώντας σε αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαρξιστές και ακραίους εθνικιστές.

Οι Ναζί χρησιμοποίησαν τους Εβραίους ως εξιλαστήρια θύματα για την ήττα στον πόλεμο και τα μετέπειτα προβλήματα της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα, οι διώξεις κατά των Εβραίων, με αποκορύφωμα την μαζική δολοφονία του Ολοκαυτώματος, ήταν αποτέλεσμα της διαστροφικής ρατσιστικής ιδεολογίας των Ναζί, η οποία είχε ήδη εκφραστεί ανοιχτά στο “Mein Kampf” αρκετά χρόνια πριν ο Χίτλερ αναλάβει την εξουσία.

Ας δούμε τώρα τους σημαντικότερους παράγοντες που συνέβαλαν στην είσοδο των νεοναζί στην ελληνική Βουλή, και ας κάνουμε τις σχετικές συγκρίσεις:

1. Το αίσθημα εθνικής ταπείνωσης των Ελλήνων από την υπεροπτική στάση που επέδειξαν οι κυβερνήσεις και τα μέσα ενημέρωσης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (ιδιαίτερα στη Γερμανία) όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ισχυρού αντι-ευρωπαϊκού ρεύματος στη χώρα, με παράλληλη ενίσχυση της επιρροής «αντισυστημικών» τάσεων (τόσο εκ δεξιών, όσο και εξ αριστερών) σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

2. Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που επέφερε στους Έλληνες η αναγκαστική συμμόρφωση των «συστημικών» κυβερνήσεων με τους άτεγκτους όρους των μνημονίων, οι οποίοι επέβαλαν πολιτικές σκληρής λιτότητας και καθεστώς ασφυκτικής επιτήρησης από τους (συχνά αλαζονικά συμπεριφερόμενους) δανειστές.

3. Η κατάσταση εσωτερικής αναρχίας (ιδιαίτερα στην Αθήνα) από την ανεξέλεγκτη δράση οργανωμένων ακροαριστερών ομάδων, με πρόσχημα την κρίση, και η αδυναμία – ή και απροθυμία – των δημοκρατικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

4. Η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (ιδίως, και πάλι, στην Αθήνα) λόγω της μη-ελεγχόμενης (άρα κατ’ ουσίαν παράνομης) μετανάστευσης.

Ο τέταρτος παράγοντας διαφοροποιεί την περίπτωση των νεοναζί από εκείνη των πρωταρχικών Ναζί. Όσο και αν οι επιθέσεις των πρώτων κατά μεταναστών είχαν και ρατσιστικά κίνητρα, οι νεοναζί βρήκαν μία πρώτης τάξεως δικαιολογία για τη δράση τους πατώντας πάνω σε ένα υπαρκτό πρόβλημα της χώρας. Στις συνειδήσεις των τοπικών κοινωνιών, μάλιστα, το πρόβλημα αυτό αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις σε ηθικό και ψυχολογικό επίπεδο λόγω της απροθυμίας των λεγόμενων «προοδευτικών» πολιτικών δυνάμεων να αναγνωρίσουν τις δυσχερείς συνθήκες που βίωναν οι άνθρωποι της γειτονιάς, και να καταδικάσουν ανοιχτά τις παράνομες (συχνά ακραία βίαιες) δράσεις ενός μέρους των (θεωρούμενων ως) «ευπαθών» ομάδων. Η «κατανόηση» στη συμπεριφορά του οποίου μέρους συχνά άγγιζε την απόλυτη δικαιολόγηση και εξέφραζε επιλεκτική ευαισθησία και συμπάθεια...

Η αποτελεσματικότερη μέθοδος, λοιπόν, για να αποτρέψει το πολιτικό σύστημα την επανεμφάνιση των νεοναζί στο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό της χώρας είναι να εξαλείψει τους παράγοντες που θα μπορούσαν να χαρίσουν σε εκείνους προνομιακό πεδίο δράσης. Σε κάθε περίπτωση, το να κατηγορεί κάποιος συλλήβδην τους ψηφοφόρους τους ως φασίστες ή ρατσιστές, χωρίς να μπει στον κόπο να αφουγκραστεί τα προβλήματά τους, είναι επικίνδυνα απλοϊκό. Κάποιοι θα σπεύσουν τότε να προσφέρουν «συμπάθεια» και «κατανόηση». Ας τους προλάβει το ίδιο το δημοκρατικό σύστημα, της «προοδευτικής» συνιστώσας του μη εξαιρουμένης. Αν όχι και προεξάρχουσας...

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ρατσισμός των 65-plus: Όταν η ηλικία είναι ποινικό αδίκημα...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ξεκινούμε με λίγη (γνωστή, πολύ γνωστή) Ιστορία...

Η αντιμετώπιση των Εβραίων στη Ναζιστική Γερμανία αποτελεί ίσως το κορυφαίο παράδειγμα ρατσιστικής πολιτικής ενός συστήματος εξουσίας, εις βάρος ενός διακριτού τμήματος μίας κοινωνίας. Η ρατσιστική φύση της πολιτικής εκείνης στοιχειοθετείται με βάση δύο, κυρίως, κριτήρια, όπως αυτά εκτέθηκαν σε παλιότερα κείμενα (βλ., π.χ., [1]):

1. Η εβραϊκή ιδιότητα είναι μη-επιλεγμένο χαρακτηριστικό εκείνων που την φέρουν. (Κανείς δεν επιλέγει αν θα είναι ή δεν θα είναι Εβραίος.)

2. Η πιο πάνω ιδιότητα στοχοποιήθηκε αυθαίρετα αφού, αντικειμενικά, σε τίποτα δεν διαφοροποιεί τους φέροντες από τα υπόλοιπα μέλη μίας κοινωνίας.

Η πολιτική των Ναζί απέναντι στους Εβραίους (πριν το φρικτό μαζικό έγκλημα της «Τελικής Λύσης») είχε ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι δεύτεροι μία σειρά δικαιωμάτων και ελευθεριών που αυτονόητα απολάμβαναν οι υπόλοιποι Γερμανοί πολίτες. Ειδικά, ο περιορισμός στην μετακίνηση οδήγησε σταδιακά στην πλήρη απαγόρευσή της και, τελικά, στον απόλυτο εγκλεισμό. Και έχει σημασία να σημειώσουμε εδώ ότι η μεταφορά στα γκέτος (και αργότερα στα στρατόπεδα του θανάτου) γινόταν συνήθως με πρόσχημα την «προστασία» των ίδιων των μελλοθανάτων (πώς αλλιώς θα πείθονταν να ανέβουν στα τραίνα;).

Αυτά όλα, βέβαια, ανήκουν στην Ιστορία. Σήμερα, τα πολιτισμένα δημοκρατικά κράτη δεν στήνουν γκέτος και στρατόπεδα συγκεντρώσεως για αυθαίρετο εγκλεισμό κοινωνικών ομάδων. Ή, τουλάχιστον, ο εγκλεισμός, όταν επιβάλλεται από τις συνθήκες, δεν στοχεύει πλέον στην εξόντωση αλλά (αντικειμενικά) στην προστασία. Το ερώτημα είναι: την προστασία ποίων; Εκείνων που υφίστανται τον περιορισμό, ή του ίδιου του συστήματος εξουσίας που τον επιβάλλει;

Η πανδημία, μεταξύ άλλων δεινών που επέφερε, ανέδειξε ένα νέο είδος «εκλεπτυσμένου» ρατσισμού που στοχεύει όχι τη φυλή ή την εθνική και πολιτισμική προέλευση, αλλά την ηλικία. Αφορά στην εφαρμογή μέτρων περιορισμού της μετακίνησης «ηλικιωμένων» ατόμων, όπου ως ηλικιωμένοι ορίζονται αυθαίρετα οι έχοντες συμπληρώσει τα 65 χρόνια ζωής.

Ο χαρακτηρισμός των μέτρων ως ρατσιστικών βασίζεται, και πάλι, σε δύο στοιχεία [1]:

1. Η ηλικία του ανθρώπου καθορίζεται από ληξιαρχικά δεδομένα και δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής. Όσο κι αν το θελήσει, ο άνθρωπος δεν είναι δυνατό να αλλάξει την ηλικία του!

2. Κανένας φυσικός νόμος δεν υπαγορεύει ότι, με το που συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους, οι άνθρωποι καθίστανται αυτόματα περισσότερο επικίνδυνοι για τη διάδοση μίας επιδημίας.

Οι εξουσίες παρακάμπτουν τις ενστάσεις που εγείρει η αμφιλεγόμενη αυτή πολιτική κοινωνικών διακρίσεων, ισχυριζόμενες ότι ο υποχρεωτικός περιορισμός στη μετακίνηση των «ηλικιωμένων» ατόμων έχει ως σκοπό την «προστασία» τους από την πανδημία. Εδώ τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα ηθικής αλλά και πολιτικής φύσης:

Κάθε λειτουργικό κράτος οφείλει καταρχήν να εξασφαλίζει την προστασία των πολιτών απέναντι σε όποιους κινδύνους. Και, αν κριθεί ότι ένα τμήμα του πληθυσμού θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να αποτελέσει απειλή για την υπόλοιπη κοινωνία, στο τμήμα αυτό θα απαιτηθεί, ως αναγκαίο κακό, να εφαρμοστούν μέτρα προσωρινού περιορισμού της ελευθερίας (πρόσφατο παράδειγμα, οι τοπικές καραντίνες που επιβλήθηκαν σε διάφορες περιοχές της χώρας μας).

Σε καμία περίπτωση, όμως, ένα δημοκρατικό σύστημα (ακόμα περισσότερο αν αυτοπροσδιορίζεται ως «φιλελεύθερο» [2]) δεν μπορεί να επιβάλει στους πολίτες την αυτοπροστασία, και μάλιστα με την απειλή ποινικών συνεπειών! Για να το πω απλά: Δέχομαι τον περιορισμό της ελευθερίας μου αν με τον τρόπο αυτό θα προστατευτούν καλύτερα οι συνάνθρωποί μου από την πιθανή μετάδοση ενός επικίνδυνου ιού. Μπορώ, επίσης, να επιλέξω αυτόβουλα τον περιορισμό των μετακινήσεών μου για να προστατευτώ εγώ ο ίδιος από τον κίνδυνο μίας μόλυνσης. Αυτό που δεν δέχομαι, όμως, είναι ο υποχρεωτικός περιορισμός της ελευθερίας μου «για το δικό μου καλό». Η αυτοπροστασία είναι δικαίωμα, όχι υποχρέωση, και η αποφυγή της δεν μπορεί να είναι ποινικά κολάσιμη πράξη!

Η επίκληση της «προστασίας» στην προκειμένη περίπτωση, στην ουσία αναφέρεται στις ανεπάρκειες του ίδιου του κράτους. Δηλαδή, ο επιβαλλόμενος εγκλεισμός των «ηλικιωμένων» στα σπίτια τους δεν αφορά τόσο την προστασία των ίδιων από την πανδημία, όσο την πολιτική θωράκιση του συστήματος εξουσίας απέναντι στον κίνδυνο μίας πιθανής κατάρρευσης του (όχι αρκούντως αξιόπιστου) συστήματος υγείας. Ο «πόνος» για τους «ηλικιωμένους συμπολίτες μας» είναι στ’ αλήθεια το άγχος για την αποφυγή ανεξέλεγκτων καταστάσεων που θα εκθέσουν επικίνδυνα το κράτος!

Εν κατακλείδι, η ειδική μεταχείριση των 65+ από την πολιτεία είναι μία ξεκάθαρα ρατσιστική πολιτική. Χωρίζει το κοινωνικό σύνολο σε δύο κατηγορίες με βάση ένα αυθαίρετο ηλικιακό κριτήριο και, κατ’ ουσίαν, τιμωρεί όσους πολίτες δεν το ικανοποιούν με τη στέρηση ενός μέρους της ελευθερίας τους.

Στις αρχικές φάσεις της πανδημίας, η κοινωνία αποδέχθηκε τους περιορισμούς που της επιβλήθηκαν και συνεργάστηκε με την πολιτεία, κυρίως γιατί τα μέτρα που πάρθηκαν είχαν καθολική ισχύ και δεν προκάλεσαν κοινωνικούς διαχωρισμούς. Δεν θα συμβεί το ίδιο, όμως, σε μία ενδεχόμενη περιοριστική πολιτική με ηλικιακά κριτήρια. Και θα ήμουν περίεργος να δω αν υπάρξουν, τότε, όργανα της τάξης που θα σταματούν στους δρόμους κάθε πολίτη που φαίνεται πάνω από 65 χρόνων, ζητώντας του να επιδείξει τα απαραίτητα πιστοποιητικά ηλικιακής «νομιμοφροσύνης»! Αστεία πράγματα...

Αναφορές:



Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τα πολλά πρόσωπα του λαϊκισμού

Ο λαϊκισμός είναι μία παθογένεια της Δημοκρατίας και ένα μέσο χειραγώγησης και ελέγχου στον Ολοκληρωτισμό. Είναι αναγνωρίσιμα τα βασικά χαρακτηριστικά και τα ποικίλα πρόσωπά του...
Εισαγωγή

Αν κάποιος θέσει την λέξη «λαϊκισμός» στη γνωστή μηχανή αναζήτησης του Διαδικτύου, θα ξανοιχτεί μπροστά του ένα από τα ζωηρότερα πολιτικά debates της εποχής. Υπάρχει, καταρχήν, σαφής ορισμός του λαϊκισμού, ή μήπως ο όρος δεν είναι καν εννοιολογικά δόκιμος; Κι αν όντως ο όρος αντιστοιχεί σε κάτι υπαρκτό, είναι αυτό τόσο κακό όσο περιγράφεται; Και, μήπως εν τέλει κι ο ίδιος ο αντι-λαϊκισμός είναι μία άλλη όψη του λαϊκισμού, «πασπαλισμένη» με τη χρυσόσκονη της λεκτικής ευπρέπειας και του ακαδημαϊκού ύφους;

Το παρόν σημείωμα δεν ισχυρίζεται ότι διαθέτει γενικά αποδεκτές απαντήσεις. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμο να συνοψίσουμε κάποια στοιχεία που ενδέχεται, αν μη τι άλλο, να βοηθήσουν στην αξιολόγηση μίας πολιτικής συμπεριφοράς ως προς το εάν αυτή εμπεριέχει ή όχι λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Τα όσα παρατίθενται αντανακλούν, ασφαλώς, απόλυτα προσωπικές απόψεις και δεν διεκδικούν δάφνες οικουμενικότητας...

Τυπικά γνωρίσματα του λαϊκισμού

Τον λαϊκισμό δεν θα τον θεωρήσουμε ως πολιτική ιδεολογία αλλά ως πολιτική νοοτροπία και πρακτική. Ως τέτοια, μπορεί να παρεισφρέει σε κάθε ιδεολογική απόχρωση, νοθεύοντάς την, αποσυνθέτοντάς την και, σε ακραία περίπτωση, μετατρέποντάς την σε ιδεολογική διαστροφή!

Από εννοιολογική άποψη, ο λαϊκισμός δύσκολα επιδέχεται μονοσήμαντο και οικουμενικά αποδεκτό ορισμό. Για κάποιους, μάλιστα (μεταξύ αυτών, μερικοί ιδιαίτερα αξιόλογοι εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού χώρου) αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» δεν είναι καν δόκιμος, αφού είναι παράγωγο μίας λέξης – «λαός» – με ασαφές περιεχόμενο και αμφίβολη εννοιολογική υπόσταση, που αντιπροσωπεύει απλά μία καθιερωμένη νοητική σύμβαση.

Παρακάμπτοντας τα δύσβατα μονοπάτια ενός γενικού ορισμού, θα αρκεστούμε στην καταγραφή των πλέον τυπικών γνωρισμάτων μίας πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται, γενικά, ως λαϊκιστική:

1. Η υποκριτική, δημαγωγική και – κατά κανόνα – πολιτικά ιδιοτελής χειραγώγηση του λαού μέσω κολακευτικής προς αυτόν ρητορείας.

2. Η υπεραπλούστευση των ζητημάτων, η ρηχότητα των θέσεων και η συστηματική αποφυγή μίας σοβαρής και αντικειμενικής προσέγγισης των πραγμάτων.

3. Η στόχευση κυρίως στο θυμικό της κοινωνίας, κι ελάχιστα έως καθόλου στη λογική.

4. Η καταφυγή σε εύκολη (συχνά, ακόμα και χυδαία) συνθηματολογία αντί μίας πραγματικής πολιτικής επιχειρηματολογίας.

5. Η μανιχαϊστική απεικόνιση της πραγματικότητας, βάσει της οποίας το δίπολο «καλού»«κακού» αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, από τον λαό και, απέναντί του, κάποιες δυνάμεις (ή πρόσωπα) που επιβουλεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντά του. Αυτό οδηγεί στην αναζήτηση (ή, εν ανάγκη, στην επινόηση) «εχθρών» του λαού, και στην δαιμονοποίηση προσώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

6. Η έντεχνη διαχείριση και πολιτική αξιοποίηση του μαζικού φόβου και – κυρίως – του μαζικού θυμού.

Το στοιχείο του θυμού είναι το πιο δόλιο κι επικίνδυνο όπλο του λαϊκισμού, ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων. Είναι, θα λέγαμε, η κερκόπορτα, η ανοιχτή πληγή, μέσα από την οποία ο λαϊκισμός εισβάλλει στη συλλογική κοινωνική συνείδηση αποζητώντας πολιτικά οφέλη. Η μεθόδευση αυτή απαιτεί δύο δεδομένα: (α) Μία κοινωνία επιρρεπή, λόγω ιδιαίτερων ιστορικών συγκυριών, στον θυμό. (β) Ένα πρόσωπο, μία κοινωνική ομάδα, ή ακόμα και μία ιδέα, που μπορούν να στοχοποιηθούν ως (εσωτερικοί ή εξωτερικοί) εχθροί των λαϊκών συμφερόντων, οι οποίοι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα δεινά του λαού.

Δύο κυρίαρχες όψεις του λαϊκισμού

Αν και, γενικά, τα εξωτερικά του γνωρίσματα είναι κοινά, ο λαϊκισμός παρουσιάζεται με διάφορες μορφές και κατηγοριοποιείται ανάλογα, σε συνάρτηση με τις πολιτικές, κοινωνικές ή άλλες συνθήκες της εποχής. Δύο μορφές του, όμως, κυριαρχούν ιστορικά:

1. Εθνικιστικός λαϊκισμός

Είναι η πιο επικίνδυνη και καταστροφική εκδοχή του λαϊκισμού, αφού ο συνδυασμός του με την εθνικιστική υπερβολή δημιουργεί ένα εν δυνάμει εκρηκτικό μείγμα που συχνά οδηγεί σε πολέμους ή εθνικές καταστροφές.

Η Ελλάδα βίωσε την εμπειρία μιας τέτοιας καταστροφής στον πόλεμο του 1897. Όμως, σε παγκόσμια κλίμακα, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την άνοδο της ναζιστικής Γερμανίας και την δεύτερη μεγάλη παγκόσμια τραγωδία του εικοστού αιώνα, που επακολούθησε. Με την γνωστή εμπρηστική εθνικιστική τους ρητορεία, οι Ναζί κατάφεραν να χειραγωγήσουν τον γερμανικό λαό, αξιοποιώντας πολιτικά την πικρία των Γερμανών για τον ταπεινωτικό τρόπο με τον οποίο είχε επισφραγιστεί η ήττα της χώρας στον Μεγάλο Πόλεμο (1914–1918), αλλά και την εξάντληση της κοινωνίας από τις συνέπειες μίας ακραίας οικονομικής κρίσης.

Ο Χίτλερ είχε δείξει από νωρίς τις προθέσεις του για το ποιους θα επρόκειτο να στοχοποιήσει ως «εχθρούς» του Τρίτου Ράιχ, δαιμονοποιώντας την εβραϊκή φυλή στο σύνολό της και ορίζοντάς την αυθαίρετα ως υπεύθυνη για τα δεινά της Γερμανίας. Την συνέχεια τη γνωρίζουμε καλά...

2. «Αντισυστημικός» λαϊκισμός

Ως «σύστημα» νοείται εδώ κάποια ελίτ, μία κατεστημένη – και, κατά μία έννοια, προνομιούχα – κοινωνική τάξη που προβάλλεται ως πόλος ανισοτικής σχέσης απέναντι στον λαό.

Ως σχετικά πρόσφατο παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ αξιοποίησε έξυπνα την αγανάκτηση μίας μεγάλης μερίδας Αμερικανών για τις καταχρήσεις και τις ακρότητες της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας», την οποία είχε κατορθώσει να επιβάλει η ακαδημαϊκή ελίτ στην αμερικανική κοινωνία. Πατώντας, επί πλέον, στο πρόβλημα της ανεργίας, στοχοποίησε ως κύριο (αν όχι αποκλειστικό) αίτιο τους μετανάστες που διαμένουν στη χώρα. Το ότι μελέτες έγκριτων αναλυτών κατέδειξαν ότι άλλα ήταν τα αίτια της οικονομικής ύφεσης, μάλλον δεν φαίνεται να επηρέασε τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο...

Τον εγχώριο αντισυστημικό λαϊκισμό τον βιώσαμε ιδιαίτερα έντονα από την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης. (Όχι ότι το φαινόμενο απουσίαζε σε προγενέστερους καιρούς, βέβαια. Ας θυμηθούμε, ως ακραίο παράδειγμα, τον απόλυτα χυδαίο «αυριανισμό».) Οι δυνάμεις του λαϊκισμού αξιοποίησαν στο έπακρο την αγανάκτηση του κοινωνικού συνόλου για τις συνέπειες της κρίσης – απέναντι στην οποία η κοινωνία βρέθηκε απροετοίμαστη – καθώς και τους φόβους των ανθρώπων για τα πιθανά αποτελέσματα μίας παγκόσμιας φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

Ως «εχθροί του λαού» (συστατικό εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε λαϊκιστική πολιτική ρητορεία) ορίστηκαν οι εταίροι και δανειστές και οι «ντόπιοι εκπρόσωποί τους», το μνημόνιο (και όσοι εξέφρασαν υποστηρικτικές απόψεις για την αναγκαιότητά του), τα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», κλπ.

Αυτό που, εν τέλει, διέψευσε de facto τα αφηγήματα του λαϊκισμού αυτού ήταν ο αναπόφευκτος συστημικός μετασχηματισμός των «αντισυστημικών» πολιτικών δυνάμεων, όταν αυτές κατέλαβαν την εξουσία...

Λαϊκισμός και «πολιτική ορθότητα»

Το δόγμα της πολιτικής ορθότητας (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε αυτό σε προηγούμενο κείμενο) έχει ακαδημαϊκές αφετηρίες, καθώς «άνθισε» μέσα στην πανεπιστημιακή κοινότητα των ΗΠΑ και από εκεί εξαπλώθηκε αποκτώντας παγκόσμια ισχύ. Ως τέτοιο, το δόγμα αυτό θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί αντι-λαϊκιστικό (θυμίζουμε ότι φανατικά πολέμιός του υπήρξε ανέκαθεν ο Ντόναλντ Τραμπ).

Εν τούτοις, και από την ίδια την πολιτική ορθότητα δεν απουσιάζουν κάποια λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, ο εύκολος στιγματισμός όσων παραβιάζουν τις ολοένα και πιο ασφυκτικές γραμμές που ορίζει το δόγμα, με επιστράτευση στερεότυπων (συχνά ακραίων) χαρακτηρισμών, αποτελεί στοιχείο υπεραπλουστευμένης, επιφανειακής και μεροληπτικής αξιολόγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έτσι, π.χ., κάποιος χαρακτηρίζεται ως «ξενοφοβικός» (ή, ακόμα χειρότερα, «ρατσιστής») αν διατυπώσει οποιονδήποτε προβληματισμό πάνω στο ζήτημα της μετανάστευσης. Όμοια, κάποιος είναι «σεξιστής» αν σχολιάσει μία αντικειμενικά άκομψη συμπεριφορά ενός ατόμου με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες. Και είναι φανερό ότι οι αντιδράσεις αυτές πηγάζουν μάλλον από το θυμικό, παρά από την νηφάλια αντικειμενικότητα των κριτών.

Εμφανή είναι εδώ τα μανιχαϊστικά χαρακτηριστικά του δόγματος. Εκείνος που το παραβιάζει είναι εξ ορισμού «κακός». Είναι ο «εχθρός» που απειλεί όσους το δόγμα είναι (ορθώς, καταρχήν) ταγμένο να υπερασπίζεται.

Έτσι, στις ακραίες, τουλάχιστον, εκφάνσεις της πολιτικής ορθότητας, ο ακαδημαϊκός αντι-λαϊκισμός τείνει να αποκτά σημειολογική συνάφεια με τον διανοητικό και ιδεολογικό αντίποδά του. Κάτι σαν την τοπολογική ταύτιση αντίθετων άκρων που συναντούμε στα ανώτερα μαθηματικά!

Η ευθύνη της κοινωνίας

Ο λαϊκισμός είναι μία πολιτική παθογένεια της Δημοκρατίας και ένα μέσο χειραγώγησης και ελέγχου των μαζών στον Ολοκληρωτισμό. Λέγεται όμως, και σωστά, ότι «το ταγκό θέλει δύο». Τούτο σημαίνει, εν προκειμένω, ότι λαϊκισμός δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν κοινωνίες δεκτικές στις μεθοδεύσεις του. Κι αυτό που τις κάνει δεκτικές και αποτελεί την πύλη εισόδου του μικροβίου του λαϊκισμού, είναι η ευπάθειά τους στα κηρύγματα μίσους των επιτήδειων της πολιτικής, ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων. Το αποτελεσματικότερο αντίδοτο ενάντια στο νοσηρό αυτό φαινόμενο είναι, ασφαλώς, η σωστή ενημέρωση των πολιτών (αποφεύγω να πω «καθοδήγηση», γιατί ο όρος είναι εν δυνάμει παρεξηγήσιμος).

Πέραν, όμως, από τον αδιαμφισβήτητα σημαντικό ρόλο των ποικίλων μέσων ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, απαιτείται οι ίδιες οι κοινωνίες να ωριμάσουν και να αποβάλουν τις όποιες βολικές κι ευχάριστες ψευδαισθήσεις. Μαγικές συνταγές και εύκολες λύσεις σε περίπλοκα κοινωνικά ή εθνικά ζητήματα δεν υπάρχουν, και όποιοι τις ευαγγελίζονται απλά επιχειρούν να παραπλανήσουν τους πολίτες. Με κίνητρα, ασφαλώς, ιδιοτελή, και με προθέσεις συχνά επικίνδυνες...

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Μερικά ερωτήματα για τους "επαναστάτες" της μάσκας

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Από ανάρτηση παλιού μαθητή μου στο Facebook, είδα πρόσφατα ένα video με απόσπασμα από δελτίο ειδήσεων μεγάλου καναλιού, το οποίο (δελτίο) παρουσιάζει γνωστός δημοσιογράφος της τηλεόρασης. Σε αυτό εμφανιζόταν κάποιος γιατρός ο οποίος, με μάλλον επαναστατικό ύφος, επιχείρησε να αποδομήσει το "παραμύθι για τη χρήση της μάσκας" - ή κάπως έτσι, με βάση το ενθουσιώδες εισαγωγικό σχόλιο του μαθητή μου.

Από όσα ανέφερε ο γιατρός, δύο πράγματα σημείωσα ιδιαίτερα:

- Μάσκες δεν πρέπει να φορούν οι υγιείς αλλά μόνο όσοι νοσούν.

- Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φορούν μάσκα τα μικρά παιδιά.

Ας πάμε στο πρώτο ζήτημα. Είναι φανερό ότι υπάρχει κάποια σύγχυση ανάμεσα στις έννοιες "υγιής" (με την σημασία, εν προκειμένω, ότι δεν έχει μολυνθεί από τον ιό) και "ασυμπτωματικός". Πώς γνωρίζει κάποιος με βεβαιότητα ότι είναι "υγιής" αν πρώτα δεν κάνει το σχετικό τεστ; Όμως, κανείς δεν μπαίνει αφ' εαυτού του στην διαδικασία του τεστ αν δεν έχει εμφανίσει κάποια ύποπτα συμπτώματα. Έτσι, είναι πιθανό κάποιος να έχει μολυνθεί αλλά, στην απουσία συμπτωμάτων, να μην το γνωρίζει. Κι αυτός, με τη σειρά του, μπορεί να μολύνει άλλα άτομα, μεταξύ αυτών και κάποια ανήκοντα σε ευπαθείς ομάδες. Με αποτέλεσμα δυνητικά μοιραίο για εκείνα...

Τα παιδιά, δυστυχώς, δεν εξαιρούνται από τους πιο πάνω προβληματισμούς. Αντίθετα, σχετίζονται ακόμα περισσότερο με αυτούς! Καταρχάς, ένα παιδί που έχει μολυνθεί έχει ακόμα περισσότερες πιθανότητες να είναι ασυμπτωματικό, σε σχέση με έναν ενήλικο. Επίσης, λόγω την μεγάλης αλληλεπιδραστικής κινητικότητάς τους, τα παιδιά έχουν αυξημένες δυνατότητες μετάδοσης του ιού σε χώρους όπου συνυπάρχουν. Και, φυσικά, γυρνώντας στο σπίτι το παιδί θα έρθει σε επαφή με ενήλικα άτομα, κάποια εκ των οποίων ίσως ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται...

Σε ό,τι αφορά, τώρα, την θεωρία ότι "η μάσκα δεν προστατεύει τους πράγματι υγιείς" από πιθανή μόλυνση, δεν μπορώ να έχω άποψη αφού δεν διαθέτω τις απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις. Αυτή είναι μία ιδέα που διακινήθηκε κατά τις αρχικές φάσεις της πανδημίας (ακόμα και από τον ίδιο τον Σωτήρη Τσιόδρα). Αργότερα έσκασε το μυστικό: Αφού οι πολίτες βρίσκονταν τότε δια νόμου έγκλειστοι στα σπίτια τους, δεν υπήρχε σοβαρός λόγος να στερούν από την αγορά τις λιγοστές μάσκες που ήταν διαθέσιμες κι απόλυτα αναγκαίες για την προστασία του νοσηλευτικού προσωπικού. Αργότερα, όταν οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους και η αγορά πλημμύρισε από μάσκες, η ιατρική άποψη για την προστασία που προσφέρει η μάσκα σε υγιείς, "αναθεωρήθηκε"...

Τελειώνοντας, καλό θα ήταν οι επιστήμονες, και δη οι γιατροί, να απευθύνονται στο κοινό με νηφαλιότητα και όχι με επαναστατική οργή. Ας αφήσουν το σχετικό ύφος στους πολιτικούς! Όσο για τους παλιούς μαθητές μου, ιδιαίτερα εκείνους που έχουν παιδιά, ας μην "τσιμπούν" εύκολα σε στομφώδεις μειοψηφικές ρητορείες. Τουλάχιστον, ας συζητήσουν πρώτα με τον οικογενειακό γιατρό ή τον παιδίατρό τους.