Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Μια πρόταση για την βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια

Η επαναφορά της «βάσης του 10» για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια είναι καταρχήν σωστή. Αρκεί να ορίσουμε τι ακριβώς σημαίνει «βάση του 10»...


Στις συζητήσεις των ημερών για την πολύπαθη ανώτατη παιδεία, κεντρική θέση κατέχει το ζήτημα της επαναφοράς και μόνιμης καθιέρωσης της λεγόμενης «βάσης του 10» ως προαπαιτούμενου για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Οι λόγοι που συνηγορούν υπέρ της επαναφοράς αυτής είναι υπαρκτοί, και το σχετικό επιχείρημα ακούγεται ως καταρχήν σωστό: Αυτοί που διεκδικούν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα πρέπει κατά τεκμήριο να διαθέτουν ένα μίνιμουμ γνώσεων που θα εγγυάται την ομαλή ένταξη στις πανεπιστημιακές σπουδές, καθώς και την επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών μέσα σε λογικά χρονικά όρια.

Ακούγεται παράλληλα, όμως, και ένας αντίλογος που αφορά όχι την ίδια τη σκοπιμότητα ύπαρξης βάσης εισαγωγής (προσπερνούμε λαϊκιστικά δόγματα του τύπου «ελεύθερη εκπαίδευση για όλους») αλλά την απουσία απόλυτου, μονοσήμαντου προσδιορισμού αυτής τούτης της έννοιας της «βάσης». Δηλαδή, η βαθμολογία ενός υποψηφίου στις πανελλήνιες εξετάσεις εξαρτάται όχι μόνο από το επίπεδο προετοιμασίας του ίδιου του υποψηφίου αλλά και από την δυσκολία των θεμάτων. Οριακά, ακόμα και ένας άριστος υποψήφιος θα μπορούσε να δυσκολευτεί να περάσει τη βάση με θέματα ακραίας δυσκολίας! Στο αντίθετο άκρο, ένας μέτριος υποψήφιος θα ήταν, θεωρητικά, δυνατό να «αριστεύσει» σε θέματα υπερβολικά εύκολα. Και ας μην ξεχνούμε ότι, σύμφωνα με αντικειμενικούς αναλυτές, ο βαθμός δυσκολίας των θεμάτων κάθε άλλο παρά σταθερός μένει από χρόνο σε χρόνο.

Η αποδυνάμωση, λοιπόν, του όποιου (εύλογου) σκεπτικισμού απέναντι στην καθιέρωση της βάσης απαιτεί, καταρχάς, έναν απόλυτο κι αντικειμενικό προσδιορισμό τού τι ακριβώς σημαίνει «βάση» για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Έναν προσδιορισμό που θα οδηγεί σε εξαρχής καθορισμένες και – κατά το δυνατόν – χρονικά αμετάβλητες προϋποθέσεις, έτσι ώστε ο κάθε υποψήφιος να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή και σε βάθος χρόνου τις ελάχιστες απαιτήσεις στις οποίες οφείλει να ανταποκρίνεται πριν καν πιάσει το μολύβι στο εξεταστικό κέντρο.

Πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Δεν ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι ανακαλύψαμε την ιδανική λύση, όμως ας μας επιτραπεί να καταθέσουμε κάποιες ιδέες που ίσως αχνοδείξουν μία κάποια κατεύθυνση προς τον σκοπό αυτό. Σε γενικές γραμμές, η πρότασή μας θα μπορούσε να διατυπωθεί ως ακολούθως:

1. Δεχόμαστε καταρχήν ότι ο σκοπός της βάσης είναι να «φιλτράρει» τους υποψηφίους, ξεχωρίζοντας εκείνους που έχουν ένα αποδεκτό επίπεδο γνώσεων ώστε να δικαιούνται την ευκαιρία να διεκδικήσουν μία θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το τι σημαίνει «αποδεκτό επίπεδο» θα πρέπει να είναι καλά καθορισμένο και, στο μέτρο του δυνατού, να έχει μακροπρόθεσμη ισχύ (λαμβάνοντας, ασφαλώς, υπόψη ότι τα εκπαιδευτικά κριτήρια είναι δυνατό να υπόκεινται σε αναθεωρήσεις όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο από τους αρμόδιους εκπαιδευτικούς φορείς).

2. Το υπουργείο παιδείας, σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια, καταρτίζει μία «δεξαμενή θεμάτων» που καλύπτουν το σύνολο των γνώσεων που, κατά τους ειδικούς, θεωρούνται ως θεμελιώδεις ώστε να παρακολουθήσει κάποιος ανώτατες σπουδές στο εξεταζόμενο αντικείμενο. Η πρόσβαση των υποψηφίων στα θέματα αυτά είναι ελεύθερη (π.χ., τα θέματα κοινοποιούνται στο Διαδίκτυο). Ευνόητο είναι ότι το πλήθος των θεμάτων είναι αρκετά μεγάλο ώστε να καλύπτουν το μέγιστο δυνατό φάσμα προαπαιτούμενων γνώσεων.

3. Την ώρα των εξετάσεων, στον υποψήφιο δίνονται δύο απόλυτα διακριτές ομάδες θεμάτων. Η μία – ας την ονομάσουμε ομάδα Α – περιέχει ερωτήσεις αποκλειστικά από την δεξαμενή των βασικών θεμάτων. Το σύνολο των ερωτήσεων αυτών προκύπτει μετά από διαδικασία κλήρωσης, την οποία διενεργεί η κεντρική επιτροπή των εξετάσεων. Για να έχει δικαίωμα αξιολόγησης, ο υποψήφιος θα πρέπει να εξασφαλίσει μία ελάχιστη βαθμολογία (π.χ., 50%) στην ομάδα Α. Υποψήφιος που αποτυγχάνει σε αυτό το προκαταρκτικό σκέλος των εξετάσεων, δεν αξιολογείται περαιτέρω και θεωρείται ως αποτυχών.

4. Οι απαντήσεις στην δεύτερη ομάδα θεμάτων – ομάδα Β – λαμβάνονται υπόψη αυστηρά και μόνο για όσους υποψήφιους έχουν εξασφαλίσει τη βάση στην ομάδα Α. Τα θέματα της ομάδας Β είναι μεγαλύτερης δυσκολίας και η επιλογή τους δεν υπόκειται σε προκαθορισμένους κανόνες. Αποτελούν το κριτήριο με βάση το οποίο θα ξεχωρίσουν οι άριστοι από τους καλούς, και η βαθμολογική τους βαρύτητα είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με εκείνη της ομάδας Α.

5. Η τελική βαθμολογία του υποψηφίου προκύπτει από το άθροισμα των επιδόσεών του στις ομάδες Α και Β (με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι έχει περάσει τη βάση στην πρώτη ομάδα). Είναι, τώρα, στην διακριτική ευχέρεια των σχολών να ορίσουν μία ελάχιστη απαιτούμενη επίδοση για την εισαγωγή σε αυτές. Αυτονόητα, το βαθμολογικό όριο εισαγωγής θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον μέγιστο αριθμό φοιτητών που μπορεί η κάθε σχολή να απορροφήσει.

Εναλλακτικά, αντί για δύο ομάδες θεμάτων (Α και Β) στο πλαίσιο μίας ενιαίας εξέτασης, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δύο εξετάσεις που διενεργούνται σε διαφορετικό χρόνο. Οι επιτυγχάνοντες στην πρώτη (βασική) εξέταση αποκτούν δικαίωμα συμμετοχής στην δεύτερη. Η πρώτη εξέταση θα μπορούσε να διενεργείται ταυτόχρονα στα λύκεια όλης της χώρας υπό την αυστηρή επίβλεψη επιτροπών του υπουργείου, με κοινά θέματα που αντλούνται με κλήρωση από την «δεξαμενή» βασικών θεμάτων στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Τέλος, για ακόμα μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και αξιολογική ομοιομορφία στη βαθμολόγηση της πρώτης ομάδας θεμάτων (ή της πρώτης εξέτασης, ανάλογα με την περίπτωση), οι ερωτήσεις καλό θα είναι να δίνονται στη μορφή πολλαπλών επιλογών (multiple choice). Αυτό θα εξαλείψει τον υποκειμενικό παράγοντα που αναπόφευκτα υπεισέρχεται στην αξιολόγηση ενός γραπτού από έναν βαθμολογητή.

Ο αναγνώστης πιθανώς θα εντοπίσει ατέλειες στο πλάνο που περιγράψαμε. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, δεν πρόκειται για ολοκληρωμένο σχέδιο αλλά, απλά, για ένα σύνολο ιδεών στην κατεύθυνση της αναζήτησης ορθολογικής και εφαρμόσιμης λύσης στο ζήτημα της βάσης εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Ένα ζήτημα που δεν αποτελεί, δυστυχώς, το μοναδικό, ούτε το σημαντικότερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει σήμερα η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Εκεί που το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι πολιτική διαστροφή

Μια μακρινή ανάμνηση από ένα εκπαιδευτικό σύστημα όπου το πανεπιστημιακό άσυλο εφαρμόζεται στην μόνη σωστή του εκδοχή...


Το περιστατικό που θα αφηγηθώ είναι απολύτως αληθινό. Συνέβη κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και υπήρξα αυτόπτης μάρτυς του.

Είχε πάρει να βραδιάζει όταν τέλειωσε το καθιερωμένο βδομαδιάτικο σεμινάριο για μεταπτυχιακούς φοιτητές της Φυσικομαθηματικής Σχολής, σε ένα Πανεπιστήμιο κάπου στα δυτικά των ΗΠΑ. Για λόγους ασφαλείας, ο φύλακας είχε κλειδώσει μερικές δευτερεύουσες εισόδους του κτιρίου, αφήνοντας μόνο την κεντρική και κάποιες πλαϊνές εισόδους ανοιχτές.

Ως γνήσιοι Έλληνες που πάντα αναζητούν το ανορθόδοξο, επιλέξαμε τις δευτερεύουσες εξόδους μη γνωρίζοντας πως ήταν κλειδωμένες. Βλέποντας τον φύλακα να περνά από εκεί, μία φοιτήτρια τον πλησίασε βιαστικά και με σπαστά αγγλικά, δυνατή φωνή και έντονες, «μεσογειακές» κινήσεις, άρχισε να τον ρωτά γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη.

Ο φύλακας την διέκοψε, ρίχνοντάς της ταυτόχρονα ένα αγριεμένο βλέμμα. Με τόνο αυστηρό που δεν σήκωνε συζήτηση, της είπε:

– Αυτό που μόλις έκανες, να μην το ξανακάνεις! Θα πρέπει να προσέχεις πώς απευθύνεσαι σε άνθρωπο που είναι οπλισμένος και έχει εκπαιδευτεί να βάζει το χέρι στο πιστόλι όταν νιώσει τον παραμικρό κίνδυνο. Κι εσύ ήρθες ξαφνικά από πίσω μου και με αιφνιδίασες μιλώντας έντονα και κάνοντας απότομες κινήσεις. Το ξέρεις ότι θα μπορούσα ακόμα και να σε είχα πυροβολήσει;

Ο φιλότιμος φύλακας, πάντως, ξεκλείδωσε πρόθυμα την πόρτα για να μην ταλαιπωρηθούμε κάνοντας τον γύρο του κτιρίου...

Πιθανή απορία «πολιτικοποιημένου» φοιτητή που σπουδάζει σε πανεπιστήμιο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης:

– Μα, καλά, πώς ανέχονται οι φοιτητικοί σύλλογοι εκεί στην Αμερική την παρουσία οπλισμένων μπάτσων στα πανεπιστήμια;

Η απάντηση είναι απλή και προκαλεί μελαγχολία σε συσχετισμό με όσα θλιβερά συμβαίνουν εδώ και χρόνια στη χώρα μας. Σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο, οι φοιτητές δεν εισέρχονται με πρωταρχικό (συχνά αποκλειστικό) σκοπό να ενταχθούν σε κομματικά ελεγχόμενους φοιτητικούς συλλόγους. Δεν χρησιμοποιούν τον πανεπιστημιακό χώρο σαν «επαναστατικό» ορμητήριο και εργαστήριο παρασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών. Δεν διανοούνται να ακουμπήσουν τους διδάσκοντες – πόσο μάλλον να χειροδικήσουν πάνω τους – ούτε να εισβάλουν στα γραφεία τους καταστρέφοντας συγγράμματα, υπολογιστές και ό,τι άλλο βρουν μπροστά τους, επειδή και μόνο δεν συμφωνούν με τις πολιτικές απόψεις τους. Η ιδέα της «κατάληψης» πανεπιστημιακού χώρου είναι άγνωστη, και μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο (ή, κάποιος που έχει την διαστροφική διάθεση να καταλήξει στη φυλακή)...

Στα αμερικανικά πανεπιστήμια υπάρχει σαφής και απόλυτος διαχωρισμός ρόλων. Ο φοιτητής είναι φοιτητής και ο δάσκαλος είναι δάσκαλος. Είναι αδιανόητο να αξιώνουν οι φοιτητές πάγια και θεσμικά κατοχυρωμένη εκπροσώπηση στα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου. Οι καθηγητές συναποφασίζουν για τις λεπτομέρειες του προγράμματος σπουδών, και οι φοιτητές υποχρεούνται να σεβαστούν τις αποφάσεις τους. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι καθηγητές κωφεύουν στις απόψεις, τις τυχόν ενστάσεις και τα αιτήματα των φοιτητών – κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα σαν αυτό των ΗΠΑ. Η τελική ευθύνη των αποφάσεων, όμως, βαρύνει αποκλειστικά τους διδάσκοντες.

Ο οπλισμένος φύλακας ενός αμερικανικού πανεπιστημίου τυγχάνει απόλυτου σεβασμού από τους φοιτητές, αφού υπάρχει εκεί για τη δική τους ασφάλεια. Ακόμα και η αμερικανική Αριστερά καλοδέχεται τις υπηρεσίες που προσφέρει και δεν τον αντιμετωπίζει με βάση το γνώριμό μας, συμπλεγματικό μετεμφυλιοπολεμικό δόγμα, «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Τυχόν απουσία φύλακα προκαλεί αίσθημα ανασφάλειας, όχι ανακούφισης, στους φοιτητές!

Οι οποίοι φοιτητές – περιττό που το επισημαίνω – βρίσκονται εκεί με μοναδικό σκοπό να μορφωθούν και να πάρουν εφόδια για τη ζωή τους. Πολλοί μάλιστα εργάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους ώστε να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών τους. Για κακή τους τύχη, από το πρόγραμμα σπουδών απουσιάζει το μάθημα του «επαναστατικού» χαβαλέ. Το οποίο θα πρέπει να είναι αρκετά ενδιαφέρον, αν κρίνω από το γεγονός ότι είναι το μόνο στο οποίο πολλοί (ευτυχώς όχι οι περισσότεροι) Έλληνες συμφοιτητές τους κατά κανόνα αριστεύουν. Ενίοτε, μάλιστα, φτάνουν να κατακτήσουν ως και υψηλά αξιώματα στην ελληνική πολιτεία!

Έχει αυτή η πολιτεία την θέληση και την δυνατότητα να προστατέψει εκείνους τους πολλούς που μπαίνουν στα πανεπιστήμια της χώρας με αληθινό σκοπό να μορφωθούν; Ή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα εφαρμόσει αποφασιστικά στην πράξη τον πρόσφατο θεσμικό εξορθολογισμό του «πανεπιστημιακού ασύλου», το οποίο είχε μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε πολιτικές χωματερές (για να μην χρησιμοποιήσω κάποια άλλη, λιγότερο πολιτικά ορθή έκφραση);

Δύσκολο το βλέπω... Φοβούμαι πως τα γνωστά κουκουλοφόρα τάγματα του «προοδευτικού» χώρου δεν πρόκειται να αφήσουν πεζοδρόμιο αξήλωτο σ’ ολόκληρη την πόλη! Εκτός αν οι (άμεσοι ή έμμεσοι) ιδεολογικοί καθοδηγητές τους έχουν λάβει, πλέον, τα μηνύματα της κοινωνίας. Κι έχουν αποφασίσει να ωριμάσουν πολιτικά...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αλέξη, ψήφο κατά συνείδηση για το πανεπιστημιακό άσυλο!

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει την ευκαιρία να κάνει μία γενναία πολιτική υπέρβαση...


Η επαναφορά (αναίρεση της κατάργησης) του λεγόμενου «πανεπιστημιακού ασύλου», απότοκη ιδεολογικών εμμονών υπουργών παιδείας που προηγήθηκαν, υπήρξε σφάλμα της κυβέρνησης Τσίπρα, τόσο από πρακτική όσο και από πολιτική άποψη.

Από πρακτική άποψη, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στα πανεπιστήμια σε ό,τι αφορά το αίσθημα της ασφάλειας διδασκόντων και διδασκομένων, ενώ κάθε άλλο παρά διασφάλισε την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών στους χώρους εκείνους. Συχνά, μάλιστα, η ελευθερία της έκφρασης καταργήθηκε στην πράξη από βίαιες παρεμβάσεις οργανωμένων ομάδων «διαφωνούντων»...

Από διαφορετική σκοπιά, η επαναφορά του ασύλου ελάχιστη πολιτική πίστωση πρόσφερε στην προηγούμενη κυβέρνηση, αφού η ίδια η κοινωνία – πλην ελαχίστων ιδεολογικά εμμονικών – δεν φάνηκε να «αγκαλιάζει» αυτή την επιλογή. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, όταν τόσοι και τόσοι γονείς έχουν παιδιά που σπουδάζουν σε ελληνικά πανεπιστήμια τα οποία αφέθηκαν να μετατραπούν σε άντρα βίας και ανομίας;

Ο Αλέξης Τσίπρας, λοιπόν, έχει μπροστά του μία μοναδική ευκαιρία γενναίας πολιτικής υπέρβασης που θα μπορούσε να αποδειχθεί κίνηση «ματ» για την διαμόρφωση ενός ανανεωμένου και εκσυγχρονισμένου κεντροαριστερού προφίλ του κόμματός του: Ας αποδεσμεύσει τα μέλη της κοινοβουλευτικής του ομάδας από την υποχρέωση συντεταγμένης στάσης στο ζήτημα του ασύλου, και ας επιτρέψει (ενθαρρύνει!) ψήφο κατά συνείδηση στην επικείμενη ψηφοφορία στη Βουλή.

Όχι μόνο θα αποδείξει έτσι ότι έχει το θάρρος της (έμμεσης, έστω) αναγνώρισης ενός πολιτικού λάθους, αλλά και θα σηματοδοτήσει μία αλλαγή φιλοσοφίας στο κόμμα του, από τον παρωχημένο ιδεοληπτικό δογματισμό στον ευέλικτο πολιτικό πραγματισμό που απαιτεί η εποχή.

Ένα είναι βέβαιο: Για να εξελιχθεί πολιτικά ο Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με τον ίδιο τον παλιό του εαυτό. Αν θέλει να αρχίσει πάλι να πείθει την κοινωνία για την ειλικρίνεια των προθέσεών του, θα χρειαστεί να θυσιάσει το δόγμα «τα έκανα όλα σωστά» προς όφελος της έμπρακτης δέσμευσης «ξέρω να ακούω και μπορώ να αναθεωρώ». Για χάρη της πολύπαθης Παιδείας, τουλάχιστον...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Από την πολιτική αιτιοκρατία στην πολιτική τελεολογία

Αντέχουμε την ευθύνη της πολιτικής ενηλικίωσης;


Με κίνδυνο να ξορκίσουμε το καλό, θα τολμούσαμε να πούμε ότι διακρίναμε κάποια αμυδρά σημάδια πολιτικού πολιτισμού στο Κοινοβούλιο κατά την πρόσφατη συζήτηση επί των προγραμματικών θέσεων της νέας κυβέρνησης. Το κοντράστ των εντυπώσεων σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν ήταν ενθαρρυντικό όσο κι ευχάριστο. Πράγματι, η λέξη «πολιτισμός» έμοιαζε να είχε σβηστεί από το λεξικό του πολιτικού μας συστήματος από την έναρξη της κρίσης. Δεν ήταν λίγες οι φορές, μάλιστα, που η έκφραση «πολιτική αθλιότητα» εμφιλοχώρησε δικαιωματικά στις σελίδες του...

Ακόμα κι αν δεχθούμε αισιόδοξα, όμως, ότι υπάρχει ηθική αναβάθμιση στο πολιτικό σύστημα, δεν θα πρέπει να μείνουμε σε αυτήν. Από μόνο του το ήθος δεν παράγει πολιτική, απλά διασφαλίζει την τήρηση των κανόνων που οφείλουν να την διέπουν. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι μία επαναστατική αλλαγή πολιτικής φιλοσοφίας, έτσι ώστε από την εποχή της στείρας και αντι-δημιουργικής «αιτιοκρατικής» νοοτροπίας που χρόνια μας διακατέχει, να μεταβούμε σε μία νέα εποχή «τελεολογικού» οράματος. Και, πριν προχωρήσουμε την συζήτηση, οφείλουμε έναν κατά το δυνατόν απλό ορισμό των εννοιών που χρησιμοποιούμε.

Ως αιτιοκρατία χαρακτηρίζουμε, γενικά, την φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κάθε τι που συμβαίνει καθορίζεται απόλυτα από προηγούμενες αιτίες και δεν γίνεται κατά τρόπο τυχαίο. Αν ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε μπορούμε να πούμε ότι το Β συνέβη επειδή προηγήθηκε το Α. Δηλαδή, το αίτιο καθορίζει το αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με την τελεολογία, από την άλλη μεριά, τα πάντα στον κόσμο διέπονται από έναν σκοπό, προς εκπλήρωση του οποίου τείνουν. Δηλαδή, όλα τα φαινόμενα υπηρετούν μία προκαθορισμένη σκοπιμότητα. Έτσι, αν πάλι ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε λέμε ότι το Α συνέβη ώστε να επακολουθήσει το Β. Με άλλα λόγια, το αίτιο δικαιώνεται από το αποτέλεσμα.

Η αιτιοκρατική στάση την οποία κατά παράδοση ακολουθεί το μεταπολιτευτικό μας σύστημα συνίσταται, κατά κύριο λόγο, στην εκ των υστέρων αναζήτηση πολιτικών ευθυνών για κάθε πρόβλημα της χώρας. Παράλληλα, απουσιάζει η οποιαδήποτε αυτοκριτική διάθεση εκ μέρους τόσο του πολιτικού συστήματος, όσο και των ίδιων των πολιτών. Η χώρα «καταστράφηκε» επειδή πάντα κάποιοι άλλοι διέπραξαν κάποια λάθη. Οι δε κρίνοντες τα λάθη φορούν εξ ορισμού το φωτοστέφανο της αγιότητας!

Έτσι, η πολιτική ανάγεται κυρίως στην αναζήτηση ενόχων για πράξεις του παρελθόντος, παρά στην αναζήτηση τρόπων που θα ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα μελλοντικών ενοχών. Και, ακόμα κι αν κάποιες ενοχές του παρόντος είναι αυταπόδεικτες, υπάρχει πάντα μία έξοδος διαφυγής: «Μα, και οι άλλοι τα ίδια (και χειρότερα) έκαναν!»

Η αναζήτηση των αιτιών που οδήγησαν σε ένα εθνικό πρόβλημα είναι, ασφαλώς, προϋπόθεση για την κατανόηση των λαθών που προηγήθηκαν και την αποφυγή της επανάληψής τους στο μέλλον. Η διάγνωση, όμως, αποτελεί αναγκαία μα όχι και ικανή συνθήκη για την θεραπεία. Το ζήτημα είναι κατά πόσον είμαστε πρόθυμοι να αντλήσουμε διδάγματα από τα λάθη μας. Και η προθυμία αυτή πιστοποιείται στην πράξη με την αναθεώρηση των προτεραιοτήτων και των συμπεριφορών μας, τόσο ως απλοί πολίτες όσο και ως πολιτικό σύστημα.

Η αιτιοκρατική αντίληψη της πολιτικής, λοιπόν, θα πρέπει να συνοδεύεται κι από ένα, θα λέγαμε, «τελεολογικό όραμα». Για να το θέσουμε απλά, θα πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε όλοι πάνω σε ένα ελάχιστο πλαίσιο μη-διαπραγματεύσιμων κοινωνικών και εθνικών στόχων που υπερβαίνουν κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Και, στη συνέχεια, θα πρέπει να υπηρετήσουμε αυτούς τους στόχους με συνέπεια και δίχως κοινωνικές ή κομματικές αλληλο-υπονομεύσεις.

Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης θα αντιτάξει το επιχείρημα ότι τέτοιοι οικουμενικοί στόχοι ούτως ή άλλως υπάρχουν ήδη (αναφέρω ενδεικτικά την προάσπιση της ακεραιότητας της χώρας, καθώς και την προάσπιση του πολιτεύματος). Οι στόχοι αυτοί, όμως, δεν είναι αρκετοί. Αν ήταν, η χώρα δεν θα είχε ποτέ φτάσει στη χρεοκοπία!

Η κρίση που περάσαμε – σε ό,τι αφορά τόσο τις αιτίες της, όσο και τους τρόπους που αντιδράσαμε σε αυτήν – ανέδειξε μία δυσάρεστη πραγματικότητα για την μεταπολιτευτική Ελλάδα: Πάψαμε να λειτουργούμε ως κοινωνία και αφεθήκαμε να μετασχηματιστούμε σε συνονθύλευμα εγωκεντρισμών και αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Αντικαταστήσαμε το εθνικό και κοινωνικό όραμα με το προσωπικό, ταξικό ή συντεχνιακό συμφέρον. Εγκαταλείψαμε το «εμείς» προς χάριν τού «εγώ»...

Αν μη τι άλλο, η κρίση δείχνει τώρα να μας έχει καταστήσει κατά τι σοφότερους. Ακόμα πιο σημαντικό, φαίνεται να ωριμάζει και το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα. Καιρός είναι, λοιπόν, να αναλάβουμε όλοι «αιτιοκρατικά» τις ευθύνες για λάθη που προηγήθηκαν, αλλά και να χαράξουμε «τελεολογικά» τους νέους ορίζοντες για την κατάκτηση των οποίων θα χρειαστεί να αγωνιστούμε.

Και, μια και μιλούμε για ευθύνες, ας θυμηθούμε τη συμβουλή του Καζαντζάκη:

«Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω!»

Αντέχουμε το αντιμέτρημα με τον παλιό μας εαυτό;

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Είναι κακό πράγμα ο Νόμος και η Τάξη; Ένα ερώτημα που τίθεται ξανά

Κάποια παλιά κείμενα παραμένουν επίκαιρα. Δυστυχώς...



Όταν βλέπεις παλιά σου κείμενα να παραμένουν επίκαιρα, αυτό που αισθάνεσαι αρχικά είναι ένα αίσθημα ικανοποίησης. Νιώθεις πως τα θέματα που επέλεξες να πραγματευτείς δεν αφορούσαν προβλήματα της στιγμής αλλά είχαν πάνω τους τη σφραγίδα της διαχρονικότητας.

Μόλις, όμως, παρέλθει η σύντομη κρίση αυταρέσκειας, βιώνεις ένα αίσθημα μελαγχολίας για όσα θα έπρεπε να έχουν αλλάξει από τότε, μα δεν άλλαξαν ποτέ...

Ακούμε και πάλι στελέχη της μέχρι πρότινος κυβερνώσας Αριστεράς να αναφέρονται χλευαστικά στο λεγόμενο δόγμα «νόμος και τάξη», με βάση το οποίο, υποτίθεται, ασκείται πλέον η εξουσία στη χώρα. Και είναι θλιβερό το ότι δεν αντιλαμβάνονται, ακόμα και τώρα, μερικούς από τους πιο σημαντικούς λόγους για τους οποίους απογοήτευσαν την κοινωνία.

Εμμονικά προσκολλημένη σε μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα – τότε που ο χωροφύλακας υπηρετούσε συγκεκριμένους πολιτικούς (για κάποιους, «εθνικούς») σκοπούς – η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» θεωρεί ότι το ζήτημα της ασφάλειας των πολιτών, με δεδομένη μάλιστα την εγκληματικότητα που μαστίζει τη χώρα, είναι θέμα ακαδημαϊκής συζήτησης και μόνο. Η αθλιότητα που επικρατεί στα πανεπιστήμια μπορεί να αντιμετωπιστεί «με διάλογο», ενώ η στενότερη παρακολούθηση των όποιων ύποπτων δραστηριοτήτων αλλοδαπών (κάποιοι εκ των οποίων δεν βρίσκονται καν νόμιμα στη χώρα) θα μπορούσε και να θεωρηθεί ως υποκρύπτουσα «ρατσιστικά» κίνητρα. Οι δε σπασμένες βιτρίνες των καταστημάτων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με «κατανόηση», αφού τις απώλειες υφίστανται οι (εξ ορισμού και γενικώς) «έχοντες»...

Αναμφίβολα, τα τελευταία χρόνια η Αστυνομία έχει καταβάλει τιτάνιες προσπάθειες – και με περιορισμένα μέσα, λόγω κρίσης – να σταθεί στο ύψος της αποστολής της. Και τούτο όχι λόγω συμμόρφωσης με μία σχεδόν ανύπαρκτη πολιτική βούληση κυβερνώντων, αλλά από καθαρό φιλότιμο των ίδιων των αστυνομικών. Κάποιες επιτυχίες στην εξιχνίαση ιδιαίτερα δύσκολων περιπτώσεων εγκλημάτων ήταν όντως εντυπωσιακές, με δεδομένη μάλιστα την ανεύθυνη πολιτική «ανοιχτών συνόρων» και τη μετατροπή της χώρας σε «ξέφραγο αμπέλι» (ζητώ συγνώμη για φράσεις-κλισέ, όμως δεν έχω υπόψη άλλες που να αποδίδουν την κατάσταση καλύτερα).

Τον Αύγουστο του 2016, λοιπόν, σε κείμενό μας στο «Βήμα», είχαμε θέσει το (ρητορικό σε ό,τι αφορά τις προθέσεις μας) ερώτημα αν είναι κακό πράγμα ο νόμος και η τάξη. Τότε το είχαμε απευθύνει στην κυβέρνηση της χώρας. Σήμερα το απευθύνουμε ξανά, τούτη τη φορά στη μείζονα αντιπολίτευση. Αποδέκτες, εν τούτοις, παραμένουν τα ίδια πρόσωπα, με τις ίδιες πολιτικές ιδεοληψίες και ιδεολογικές αγκυλώσεις. Που δείχνουν να συνεχίζουν να μην έχουν επαφή με μερικά από τα σημαντικότερα προβλήματα της κοινωνίας...

Ας δούμε τι είχαμε γράψει τρία χρόνια πριν:

--------------------------------

(...) Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο με τον οποίο «κύκλοι του Μαξίμου» απάντησαν σε δήλωση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία (δήλωση) επέκρινε την κυβέρνηση για την «αμήχανη» και «εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες» αντιμετώπιση των ζητημάτων που αφορούν τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια των πολιτών.

Δεν είναι πρόθεση του παρόντος σημειώματος η επί της ουσίας τοποθέτηση πάνω στη δήλωση του κ. Κ. Μητσοτάκη. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η προαναφερθείσα απάντηση «κυβερνητικών πηγών», έτσι όπως είδε το φως της δημοσιότητας μέσω αναρτήσεων σε έγκυρα ειδησεογραφικά sites (φιλοκυβερνητικών μη εξαιρουμένων):

«Αμήχανος απέναντι στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης σε θεσμούς, οικονομία και κοινωνικό κράτος, ο κ. Μητσοτάκης ακολουθεί τη γνωστή μα αποτυχημένη συνταγή ‘Νόμος και Τάξη'. Γνωστή και σταθερή πολιτική συνέχεια της κυβέρνησης Σαμαρά στην οικονομία και στην προπαγάνδα. Το μόνο που διακυβεύεται είναι η προοπτική της ΝΔ και το καταδικασμένο από το λαό πρόγραμμά της. Την ασφάλεια των πολιτών την εγγυώνται καθημερινά οι θεσμοί της συντεταγμένης πολιτείας και της δημοκρατίας.»

Θα ήθελα με την ευκαιρία να διατυπώσω μερικά καλοπροαίρετα ερωτήματα:

1. Αν η συνταγή «Νόμος και Τάξη» κρίνεται καταρχήν ως αποτυχημένη, ποιο είναι το επιτυχές εναλλακτικό της; Μήπως το «Ανομία και Χάος»;

2. Είναι απολύτως βέβαιο ότι, ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους οι πολίτες καταδίκασαν ένα προγενέστερο πρόγραμμα, ήταν η (υποτιθέμενη) προσήλωση του προγράμματος αυτού στο Νόμο και την Τάξη; Ή, για να αντιστρέψω το ερώτημα: Είναι βέβαιο ότι οι πολίτες ψήφισαν ένα διαφορετικό πρόγραμμα γιατί, μεταξύ άλλων, οι εμπνευστές του εμφανίζονταν ανέκαθεν «αλλεργικοί» απέναντι σε κάθε τι που παρέπεμπε στη νομιμότητα και την ευταξία;

3. Οι θεσμοί της συντεταγμένης πολιτείας και της δημοκρατίας, οι οποίοι εγγυώνται την ασφάλεια των πολιτών, μπορούν να επιτυγχάνουν τους στόχους τους παρακάμπτοντας τους νόμους της χώρας και αδιαφορώντας για τη διαφύλαξη της τάξης (θεωρώντας την, ενδεχομένως, ως «αντιδημοκρατική» πρακτική);

Ο παρατηρητικός αναγνώστης θα έχει ήδη αντιληφθεί ότι τα παραπάνω ερωτήματα είναι κατά βάση ρητορικά. Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, τρομάζει: Θα πρέπει άραγε να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι η ανομία βαθμιαία καθίσταται de facto νόμος του κράτους σ’ αυτή τη χώρα; Ένας «νόμος», μάλιστα, που η ίδια η εξουσία ελάχιστα πρόθυμη φαίνεται να αμφισβητήσει, πόσο μάλλον να ανατρέψει στην πράξη...

ΤΟ ΒΗΜΑ, Αύγουστος 2016

--------------------------------

Το ζήτημα της ασφάλειας των πολιτών δεν έχει πολιτικό πρόσημο, ούτε κομματικό χρώμα. Αφορά θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στον πολίτη. Αυτό δείχνουν να το έχουν κατανοήσει οι νέοι διαχειριστές της εξουσίας, και ευχής έργο θα είναι αν μείνουν πιστοί μέχρι τέλους στις σχετικές δεσμεύσεις τους.

Όσο για την αξιωματική αντιπολίτευση, που πλειοδοτεί σε ευαισθησία για τους κατατρεγμένους του κόσμου, την επαναστατημένη νεολαία και τους έγκλειστους των φυλακών, θα συνιστούσαμε να καταδεχθεί να ρίξει μια ματιά και στην ελληνική κοινωνία, εν γένει. Ίσως μία περιήγηση στις γειτονιές των μη προνομιούχων, και μια συζήτηση μαζί τους, θα μπορούσε να την διαφωτίσει σχετικά με την (κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή) καθημερινότητα του πολίτη σε ό,τι αφορά την ασφάλειά του. Και μετά, η «ανανεωτική» ας κάνει, επιτέλους, την αυτοκριτική της...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ερωτήματα προς την νέα κυβέρνηση, που ζητούν απαντήσεις


Στις εκλογικές μάχες που οδηγούν σε κομματική διαδοχή, αυτός που κερδίζει είναι εκείνος που κατορθώνει να πείσει ότι έχει τη θέληση και τη δύναμη να πραγματοποιήσει όσα ο προκάτοχός του είτε δεν θέλησε, είτε δεν μπόρεσε να πράξει. Κάποια από αυτά, μάλιστα, δεν είναι καν αναγκαίο να αποτελούν μέρος προεκλογικών υποσχέσεων: είναι απλά αυτονόητα.

Αφήνοντας στην άκρη ζητήματα που άπτονται της οικονομίας (γι’ αυτά μπορούν να μιλήσουν αναλυτές πολύ ειδικότεροι του γράφοντος) θα επικεντρωθούμε σε θέματα καθημερινότητας στα οποία, ομολογουμένως, η απελθούσα κυβέρνηση είτε δεν έχει να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες, είτε δεν τα θεώρησε καν ως προβλήματα. Ο πολίτης, λοιπόν, ζητά ξεκάθαρες απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο η νέα εξουσία θα επιτύχει εκεί που απέτυχε η προηγούμενη. Γιατί, το να λύνεις ένα πρόβλημα στην πράξη απέχει πολύ από το να υπόσχεσαι με αυτοπεποίθηση πως έχεις τη λύση «στο τσεπάκι σου»!

Αλλά, απαντήσεις ζητά ο πολίτης και σε ερωτήματα που αφορούν όχι αναγκαίες πολιτικές που δεν υλοποιήθηκαν αλλά νέες πολιτικές που έχουν εξαγγελθεί, σύμφωνα με ένα ιδεολογικό πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο των προκατόχων της εξουσίας. Ειδικά, αν η υποκείμενη ιδεολογία αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης για το κατά πόσον οι πολιτικές αυτές είναι απόλυτα φιλικές προς το κοινωνικό σύνολο...

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, μία ενδεικτική καταγραφή πιθανών ερωτημάτων του πολίτη για το πώς η νέα κυβέρνηση προτίθεται να χειριστεί μερικά από τα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία.

1. Η εικόνα εξαθλίωσης που εμφανίζουν τα ελληνικά πανεπιστήμια σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το λεγόμενο «πανεπιστημιακό άσυλο», μία από τις μεγαλύτερες πληγές της ανώτατης παιδείας. Η νέα κυβέρνηση έχει λάβει σαφείς δεσμεύσεις για την κατάργησή του. Σε θεσμικό επίπεδο αυτό είναι εύκολο, αφού το ζήτημα επιλύεται με έναν νόμο που μετά βεβαιότητας θα ψηφιστεί στη Βουλή. Η εφαρμογή του νόμου στην πράξη, όμως, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε βίαιες συγκρούσεις με ομάδες ανομίας που, με την πολιτική κάλυψη και ανοχή «προοδευτικών» κύκλων, έχουν μάθει να θεωρούν το πανεπιστήμιο σαν λημέρι κι ορμητήριό τους. Ως πού είναι διατεθειμένη η νέα κυβέρνηση να φτάσει ώστε να επιβάλει τον νόμο; Και, θεωρεί ότι διαθέτει τα μέσα προς τον σκοπό αυτό; (Το τελευταίο ερώτημα δεν είναι ρητορικό, ζητά πραγματική απάντηση.)

2. Στο κέντρο της Αθήνας δρουν ανεξέλεγκτα (και επίσης υπό την πολιτική κάλυψη «προοδευτικών» κύκλων) ομάδες περιθωριακών στοιχείων που θεωρούν ως κεκτημένο τους δικαίωμα να επιβάλλουν βίαια τους δικούς τους «νόμους» σε πάντες τους μη αρεστούς. Σχεδόν καθημερινές είναι οι δολοφονικές επιθέσεις τους στις αστυνομικές δυνάμεις, περιστατικά στα οποία η ειδησεογραφία αναφέρεται με την στερεότυπη κατάληξη «δεν υπήρξαν συλλήψεις ή προσαγωγές». Είναι φανερό ότι το μόνο που επιτρέπεται στις δυνάμεις της τάξης είναι να αμύνονται. Θα υπάρξουν τώρα διαφορετικές εντολές, στην κατεύθυνση της αυτονόητης επιβολής του νόμου; Και, επαρκούν οι αστυνομικές δυνάμεις της πόλης για την αντιμετώπιση των ακραία βίαιων αντιστάσεων που αναμένονται; (Να συνυπολογίσουμε εδώ και κάποιες γνωστές φωνές στο Κοινοβούλιο, που θα μιλούν για «αστυνομικό κράτος» και για κυβέρνηση που πορεύεται με γνώμονα το δόγμα «νόμος και τάξη».)

3. Όμως, τα προβλήματα της Αθήνας δεν περιορίζονται στη δράση ακραίων ομάδων με (ας τα ονομάσουμε έτσι) «πολιτικά» κίνητρα. Όσοι έχουμε την «κακή» συνήθεια να περπατούμε στο κέντρο της πόλης (ειδικά, σε μεγάλη ακτίνα γύρω από την πλατεία Ομονοίας) παρατηρούμε με αίσθημα δέους μία βαθιά πολιτισμική αλλοίωση του τοπίου. Και, δεν θα τολμούσα να θίξω την ιερή πολυπολιτισμικότητα αν το φαινόμενο δεν συνδεόταν άμεσα με ένα κλίμα γενικευμένης ανομίας. Χρήστες ουσιών παίρνουν ελεύθερα τη δόση τους μπροστά στα μάτια των διερχομένων, την οποία δόση αγόρασαν πριν λίγο από αλλοδαπούς εμπόρους που κάνουν χρυσές δουλειές στα πέριξ... Κλεφτρόνια με δεξιότητες ταχυδακτυλουργού είναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή να σου ανοίξουν την τσάντα χωρίς καν να το πάρεις είδηση, ενώ άλλοι «επιχειρηματίες» πουλούν κλεμμένα κινητά σε τιμή ευκαιρίας... Αν είναι κάποιος «τυχερός», μπορεί ακόμα και να δει ανθρώπους να σφάζονται στη μέση του δρόμου! (Τα παραπάνω δεν μου τα αφηγήθηκαν, υπήρξα αυτόπτης μάρτυς τους – σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, και παρ’ ολίγον θύμα.) Ερώτηση: Υπάρχει σχέδιο για την αποκατάσταση της ομαλότητας στο κέντρο της πόλης, χωρίς να απειληθεί η ασφάλεια των κατοίκων και (ας το πούμε κι αυτό) η κατεστημένη, πλέον, πολυπολιτισμικότητα;

4. Μία από τις πλέον δυσάρεστες παρενέργειες της πολυπολιτισμικότητας είναι η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα. Και δεν αναφέρομαι τόσο στον αριθμό των εγκλημάτων, όσο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους. Ειδικά όταν τα θύματα είναι ηλικιωμένα και ανήμπορα άτομα που βασανίζονται απάνθρωπα – και συχνά δολοφονούνται με τρόπο άγριο – για την ευτελή λεία μερικών δεκάδων ευρώ. Υπάρχει σχέδιο πρόληψης της εγκληματικότητας, ή θα αρκούμαστε πάντα στην εκ των υστέρων ταυτοποίηση των δραστών (εδώ η αστυνομία έχει πράγματι να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες);

5. Σε συνέχεια της προηγούμενης παρατήρησης θα πρέπει να πούμε ότι η Ελλάδα είναι – οφείλει να είναι – μία φιλόξενη χώρα. Ειδικά για εκείνους που καταφεύγουν εδώ για να σώσουν τις ζωές τους από τη φρίκη του πολέμου ή την απειλή τυραννικών καθεστώτων. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, ένα πολύ προσεκτικό «φιλτράρισμα» όσων περνούν τα σύνορα της χώρας δηλώνοντας «πρόσφυγες» ή επιδιώκοντας να αποκτήσουν την ιδιότητα του μετανάστη. Ο τόπος πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει την αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου στις μεταναστευτικές ροές, αφού ανάμεσα σε ανθρώπους με αγαθές προθέσεις παρεισφρέουν και κοινοί τυχοδιώκτες και σκληροί κακοποιοί που έρχονται με κίνητρο το εύκολο χρήμα (ακόμα κι αν χρειαστεί να το αρπάξουν βίαια), ενισχύοντας το οργανωμένο έγκλημα. Θα μπορέσει η νέα κυβέρνηση να ανακόψει την ανεξέλεγκτη είσοδο τέτοιων κακοποιών στοιχείων στη χώρα; Και, θα κατορθώσει τελικά να απαλείψει τις επιπτώσεις από την άφρονα και εθνικά επικίνδυνη «πολιτική ανοιχτών συνόρων» που με ιδεολογική συνέπεια εφάρμοσε το προηγούμενο σύστημα εξουσίας;

6. Οι προθέσεις ως προς την εξυγίανση του δημόσιου συστήματος Υγείας περιγράφονται με όμορφα λόγια που υποκρύπτουν θολά νοήματα. Ακούμε για το «πάντρεμα» του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, σαν έναν εξασθενημένο οργανισμό που του χορηγείς βιταμίνες για να δυναμώσει. Ακούμε επίσης ότι τα έξοδα του «γάμου» δεν θα βαρύνουν τον πολίτη. Η τελευταία αυτή διαβεβαίωση, εν τούτοις, ηχεί πολύ καλή για να είναι αληθινή, και ευλόγως οι ασφαλισμένοι την υποδέχονται με έναν βαθμό δυσπιστίας. Ο λόγος είναι ότι, σε αντίθεση με το δημόσιο (με τις όποιες γνωστές παθογένειές του) ο ιδιωτικός τομέας δεν εμφορείται από αίσθημα επιτέλεσης λειτουργήματος: τα κίνητρά του είναι αμιγώς επαγγελματικά. Θα είναι πάντοτε σε θέση το δημόσιο να ανταποκρίνεται απόλυτα στις απαιτήσεις της συνεργασίας με τους ιδιώτες, ή θα αναγκαστεί κάποια στιγμή να στραφεί στους ασφαλισμένους; Και, αν τούτο συμβεί, υπάρχει ή όχι περίπτωση de facto δημιουργίας υπηρεσιών ασφάλισης δύο ταχυτήτων, όπου ποιοτική περίθαλψη θα απολαμβάνουν μόνο όσοι ασφαλισμένοι θα έχουν να πληρώσουν το «κάτι παραπάνω»; Αυτά τα ερωτήματα δεν θα θέτει η Αριστερά, τα θέτει η κοινή λογική!

7. Υπάρχει διάχυτη στην κοινωνία η εντύπωση ότι το λεγόμενο κοινωνικό κράτος δεν βρίσκεται ανάμεσα στους πρωταρχικούς οραματισμούς της παρούσας κυβέρνησης. Για την ακρίβεια, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι κορυφαία πρόσωπα της κυβέρνησης απεχθάνονται αυτή τούτη την ιδέα του κοινωνικού κράτους. Και, ειδικότερα, ελάχιστη ευαισθησία διαθέτουν για το ζήτημα της προστασίας της εργασίας. Όσο και αν η επίκληση του ονόματος «Πινοσέτ» από την Αριστερά θα μπορούσε, με βάση το πνεύμα του λόγου, να θεωρηθεί και ως υβριστική, το γεγονός παραμένει ότι ο δικτάτορας Πινοσέτ ήταν εκείνος που πρώτος πειραματίστηκε με τις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερισμού στην ακραιφνή τους εκδοχή – την ίδια εκείνη εκδοχή που εκπροσωπεί η σχολή σκέψης στην οποία είναι ιδεολογικά ενταγμένος ο πρωθυπουργός. Όλα αυτά δημιουργούν εύλογες ανησυχίες σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το οποίο ζητά σαφείς απαντήσεις ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησης σε θέματα κοινωνικής πολιτικής. Θα δοθούν;

Θα αρκεστούμε στα λίγα ερωτήματα που παραθέσαμε πιο πάνω. Άλλωστε, όπως αναφέραμε στην αρχή, η επιλογή τους είναι καθαρά ενδεικτική, δεν καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των απαντήσεων που εξαρχής οφείλονται στην κοινωνία από την νέα κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, η συμβατότητα των διακηρυγμένων θέσεων με την πολιτική που θα ασκηθεί στη συνέχεια, θα κρίνει την συνέπεια της κυβέρνησης στο τέλος της τετραετίας.

Μικρές αποκλίσεις είναι φυσικό να συμβούν, στο βαθμό που κυβερνούν άνθρωποι και όχι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Μία μόνο ανθρώπινη αδυναμία είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή, και οι όποιες αποκλίσεις πολιτικής λόγω αυτής θα είναι καταδικαστικές για την κυβέρνηση στη συνείδηση της κοινωνίας: H αλαζονεία. Από την οποία χορτάσαμε τα τεσσεράμισι χρόνια που προηγήθηκαν. Έστω και αν – κακώς κατά τη γνώμη μου – στείλαμε στη Βουλή κάποιους κορυφαίους εκπροσώπους της με επιτηδευμένα ανορθόγραφα ονόματα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Βαγγέλης Γιακουμάκης: Η ενοχή των αυτουργών και η ευθύνη μιας κοινωνίας


Τον Οκτώβριο του 1965, ένα αποτρόπαιο έγκλημα συγκλόνισε τις ΗΠΑ. Θύμα η 16χρονη Sylvia Likens, που έχασε τη μάχη με τον θάνατο αφού υπέστη φρικιαστικά βασανιστήρια για τρεις ολόκληρους μήνες, κλεισμένη στο βρώμικο υπόγειο ενός σπιτιού στην Indiana. Στον φόνο συμμετείχε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, Gertrude Baniszewski (στην οποία οι γονείς της Sylvia είχαν εμπιστευτεί την προσωρινή φιλοξενία της κόρης τους και της μικρότερης αδελφής της έναντι 20 δολαρίων την εβδομάδα), τα έξι παιδιά τής Baniszewski, καθώς και μερικά γειτονόπουλα, φίλοι των παιδιών. Όπως κυνικά ομολόγησαν κάποια παιδιά στη δίκη, απλά «διασκέδαζαν» πάνω στο κορμί μιας απροστάτευτης έφηβης που σε τίποτα δεν τους είχε πειράξει. Η Sylvia Likens πλήρωσε με την ίδια της τη ζωή το μοναδικό της «κρίμα»: πως ήταν πολύ μόνη και πολύ αδύναμη για να αντισταθεί στα τέρατα!

Την θλιβερή αυτή ιστορία θυμήθηκα καθώς ξαναδιάβαζα πρόσφατα τις ανατριχιαστικές μαρτυρίες για τον φόνο του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Σύμφωνα με το δικαστήριο, ως φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί κρίθηκαν τα μέλη μίας ομάδας (θα αντισταθώ στον πειρασμό της χρήσης διαφορετικής λέξης) συμφοιτητών και συντοπιτών του Βαγγέλη. Και αυτοί είναι που τιμωρήθηκαν κατά τον νόμο (έστω και αν – το λέω δίχως κριτική διάθεση – η τιμωρία για την αφαίρεση μιας ζωής ισοδυναμεί, τελικά, με την αξία ενός καφέ την ημέρα, για μερικούς μήνες...). Είναι όμως αρκετοί;

Κατά τη γνώμη μου, έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα κατά βάση ρατσιστικό έγκλημα. Μία μικρή κοινότητα «μάτσο» νταήδων, εκπρόσωπων μιας κουλτούρας που ελαφρά τη καρδία ρίχνει στον Καιάδα κάθε έκφανση αδυναμίας, ευαισθησίας ή μετριοπάθειας εκ μέρους του παραδοσιακού αρσενικού, οδήγησε στην απόγνωση και, τελικά, στην αυτοκτονία έναν νέο άνθρωπο που απλά δεν ταίριαζε στο «μπρουτάλ» στερεότυπό τους.

Κατηγορούμενη, εν τούτοις, δεν θα ‘πρεπε να είναι μόνο η συγκεκριμένη ομάδα των αυτουργών του εγκλήματος αλλά, ευρύτερα, ένα ακραία συντηρητικό και εσωστρεφές κοινωνικό υποσύνολο ενός λαού με μεγάλη ιστορία και παράδοση. Το οποίο υποσύνολο, ακόμα και την δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα εξακολουθεί να κυριαρχείται από πρωτόγονες αντιλήψεις και να διακατέχεται από βάρβαρα ένστικτα.

Μερίδιο ευθύνης, όμως, αναλογεί και στην υπόλοιπη τοπική κοινωνία, η οποία (ίσως και για λόγους μη διατάραξης της κοινωνικής συνοχής) αποφεύγει να απομονώσει ηθικά εκείνους που βάναυσα την δυσφημούν, και να αποκηρύξει εμφατικά και ξεκάθαρα την νοοτροπία τους που πόρρω απέχει από τα ιδεώδη του σύγχρονου πολιτισμού. Και, ο λαός που έβγαλε έναν Καζαντζάκη δεν επιτρέπεται να μένει σιωπηλός μπροστά στον άδικο θάνατο!

Από σεβασμό στη μνήμη ενός νέου ανθρώπου που έφυγε τόσο φριχτά και τόσο παράλογα, δεν θα πλατειάσω στο παρόν σημείωμα. Άλλωστε, τα δικά μου φτωχά λόγια εδώ περιττεύουν...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Χειρότερα δεν γίνεται: Όταν η τηλεόραση χάνει το μέτρο...


Το περιστατικό μού το μετέφερε αναγνώστρια, με την παράκληση να το δημοσιοποιήσω. Όχι για να εκτεθούν πρόσωπα (αυτό δεν ενδιαφέρει είτε εκείνη, είτε τον γράφοντα) αλλά για να εκτεθεί η ευκολία με την οποία ο δημόσιος λόγος – ιδιαίτερα ο εκφερόμενος από πανίσχυρα δημοσιογραφικά μικρόφωνα – χάνει κάποιες φορές το μέτρο. Και ελαφρά τη καρδία γίνεται εισαγγελικός κατασκευάζοντας «ενόχους» και «θύματα», ακόμα και με βάση παρωχημένες αντιλήψεις που έχουν προ πολλού χρεοκοπήσει στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Αποτέλεσμα είναι να θίγονται αδιακρίτως ανθρώπινες υπολήψεις και να πληγώνονται άνθρωποι που βιώνουν δύσκολες καταστάσεις στον προσωπικό και οικογενειακό τους χώρο. Ακόμα περισσότερο αν οι καταστάσεις αυτές αφορούν αγαπημένα πρόσωπα που διανύουν το τελευταίο στάδιο της ζωής τους...

Πριν απ’ όλα, το θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω μερικά στοιχεία για την αναγνώστρια στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω. Η μητέρα της είναι τώρα στα ενενήντα. Εδώ και κάπου πέντε χρόνια παρουσίασε κινητικά προβλήματα στα κάτω άκρα, με αποτέλεσμα να της είναι αδύνατο να κυκλοφορεί χωρίς βοήθεια ακόμα και μέσα στο σπίτι. Η αναγνώστρια αναγκάστηκε να καταφύγει στη γνωστή λύση της μόνιμης οικιακής βοηθού – και, για να μην κρυβόμαστε, μιας αλλοδαπής βοηθού, αφού αυτή είναι πλέον η μόνη επιλογή που υφίσταται...

Από το σπίτι της μητέρας της παρέλασαν πολλές γυναίκες. Κάποιες έδειξαν καλά στοιχεία στην αρχή. Κατάφεραν έτσι να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της ηλικιωμένης. Κάτι περισσότερο: της έγιναν απαραίτητες, κάνοντάς την να εξαρτηθεί απόλυτα από την παρουσία τους. Και ξαφνικά, ως κεραυνό εν αιθρία ανήγγειλαν την αποχώρησή τους, συνήθως «για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους πίσω στην πατρίδα». Η αλήθεια ήταν ότι είχαν μαζέψει τα χρήματα που εξαρχής γνώριζαν ότι χρειάζονταν, και δεν είχαν εκείνη τη στιγμή την ανάγκη να εργαστούν περισσότερο. Αποτέλεσμα αυτής της απρόοπτης εξέλιξης ήταν η ηλικιωμένη να βιώνει αισθήματα ανασφάλειας («ποια θα έρθει τώρα; θα είναι το ίδιο καλή;») και να πέφτει σε κατάθλιψη...

Υπήρξαν και κάποιες που αποδείχθηκαν επικίνδυνα υποκοσμικά στοιχεία. Όπως μαθεύτηκε αργότερα, μία από αυτές «έμπαζε» τις νύχτες στο σπίτι της ηλικιωμένης ένα άτομο που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εκτελούσε χρέη προαγωγού της σε «δραστηριότητες» (κατ’ ανάγκη κοντά στο σπίτι) κατά τις συχνές – και αδικαιολόγητα παρατεταμένες – εξόδους της «για ψώνια»!

Όμως, κάποια στιγμή το πρόβλημα έπαψε να περιορίζεται στον χαρακτήρα των οικιακών βοηθών. Η υπέργηρη γυναίκα άρχισε να χρειάζεται συνεχή ιατρική παρακολούθηση και επίβλεψη από επαγγελματικό νοσηλευτικό προσωπικό. Η κόρη της βρέθηκε έτσι στην ανάγκη να εξετάσει τη λύση μίας μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων. Ήταν μια εκδοχή που ως τότε δεν μπορούσε καν να σκεφτεί. Και ήταν η ίδια η μητέρα της, τελικά, που με πνεύμα ρεαλισμού και αίσθημα αποδοχής την βοήθησε να πάρει την δύσκολη απόφαση.

Το ευτύχημα ήταν ότι η ηλικιωμένη γυναίκα είχε μία σύνταξη που της επέτρεψε να εξασφαλίσει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες διαβίωσης στην αξιοπρεπέστατη μονάδα. Και ευτύχημα επίσης ήταν το ότι προσαρμόστηκε σχετικά γρήγορα στα νέα δεδομένα της ζωής της.

Τα πράγματα δεν ήταν, εν τούτοις, το ίδιο ανώδυνα για την κόρη της, η οποία, και υπό το βάρος κοινωνικών στερεοτύπων που εξακολουθούν ως σήμερα να συνθέτουν συστήματα «ηθικής», άρχισε να βιώνει τυραννικά αισθήματα ενοχής απέναντι στη μητέρα της. Μάλιστα, εν είδει (συνειδητής ή όχι) «αυτοτιμωρίας», έφτασε στο σημείο να αρνείται κάθε χαρά της ζωής και να ζει κλεισμένη στο σπίτι σαν ερημίτισσα, επιτρέποντας στον εαυτό της ως μόνες εξόδους τις τακτικές επισκέψεις στη μονάδα.

Θα μπορούσα να πω ότι, κατά μία έννοια, η κόρη εγκλείστηκε αυτόβουλα στον κόσμο της μητέρας της ζώντας τη ζωή εκείνης – ή, τουλάχιστον, αυτό που η ίδια πρόβαλλε στη συνείδησή της ως ζωή της μητέρας της, των αναλογιών μη τηρουμένων!

Και φτάνω στον λόγο ύπαρξης αυτού του σημειώματος. Η αναγνώστρια είχε την ατυχία να έχει ανοιχτή την τηλεόραση την Κυριακή 23/6, χαζεύοντας μία εκπομπή την οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να κατονομάσω. Κι εκεί άκουσε κάποια στιγμή την βασική παρουσιάστρια να λέει το εξής (όπως μου το μετέφερε η ίδια η αναγνώστρια, της οποίας την περιγραφή έχω κάθε λόγο να θεωρώ απόλυτα πιστή):

«Εγώ ξέρω ότι σε οίκο ευγηρίας πάνε ηλικιωμένοι που τους έχουν πετάξει τα παιδιά τους!»

Η παρουσιάστρια της εκπομπής είναι έμπειρη στον τηλεοπτικό χώρο, δεν είναι καινούργια στο επάγγελμα. Θα ανέμενε κανείς, λοιπόν, να ζυγίζει περισσότερο προσεκτικά και με μεγαλύτερη υπευθυνότητα τα λόγια της όταν αυτά θίγουν ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. Ειδικά, μάλιστα, αν τα τελευταία αφορούν την ίδια την ανθρώπινη συνείδηση. Εκτός, φυσικά, αν υποθέσουμε ότι θεωρεί τους τηλεθεατές στο σύνολό τους ως ανάλγητους αμοραλιστές που έχουν ανάγκη από κάποιο μαζικό ηθικό ταρακούνημα! Αυτό, όμως, είναι μάλλον δύσκολο να το πιστέψω...

Μία άκριτη δημόσια τοποθέτηση όπως η παραπάνω είναι τόσο προσβλητική, όσο και επικίνδυνη. Εξηγούμαι:

Κατά πρώτον, προσβάλλει βάναυσα στο σύνολό τους εκείνους τους συνανθρώπους μας που, όπως η αναγνώστρια, βρίσκονται στην ανάγκη να υπερβούν κοινωνικά ταμπού – αλλά και να υπερνικήσουν προσωπικές προκαταλήψεις κι ενοχές – προκειμένου να εξασφαλίσουν στους αγαπημένους τους ηλικιωμένους την μέριμνα που μόνο ένα ειδικευμένο προσωπικό μπορεί να προσφέρει. Άλλωστε, η «ηθικολογική» εκδοχή της τηλεπαρουσιάστριας σε ό,τι αφορά τις προθέσεις είναι, εν τέλει, άτοπη, αφού ο οίκος ευγηρίας συνιστά την λιγότερο συμφέρουσα λύση για τα ίδια τα παιδιά. Ο λόγος είναι απλός: η «σύνταξη της γιαγιάς και του παππού» εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες της γιαγιάς και του παππού. Για τίποτ’ άλλο πλέον δεν περισσεύει...

Κατά δεύτερον, θα πρέπει κάποιος να ενημερώσει την έμπειρη τηλεπαρουσιάστρια (αν δεν το γνωρίζει ήδη) ότι οι ηλικιωμένοι, και ιδιαίτερα όσοι είναι καθηλωμένοι λόγω κινητικών προβλημάτων, βλέπουν πολλή τηλεόραση καθημερινά (είναι η μόνη ψυχαγωγία που τους έχει απομείνει). Αναλογίζεται, άραγε, η καλή κυρία τις ψυχολογικές συνέπειες που είναι πιθανό να έχει επιφέρει ο λόγος της σε άτομα που φιλοξενούνται σε οίκους ευγηρίας, στην περίπτωση που αυτά έτυχε να «πληροφορηθούν» ότι βρίσκονται «πεταμένα» εκεί από τα παιδιά τους; Ευτυχώς η μητέρα της αναγνώστριας παρακολουθούσε ειδήσεις σε κάποιο άλλο κανάλι την Κυριακή στις 23 του Ιούνη...

Χειρότερα δεν γίνεται, λοιπόν, για την τηλεόραση, όταν αυτή υπερβαίνει τα όρια της υπεύθυνης ενημέρωσης αναλαμβάνοντας ρόλο αυτόκλητου κοινωνικού εισαγγελέα. Νομίζω ότι το λιγότερο που οφείλει τώρα το κανάλι είναι μία δημόσια συγγνώμη προς όλους εκείνους που ευλόγως αισθάνθηκαν θιγμένοι – ακόμα και πληγωμένοι – από το μειωτικό σχόλιο που ακούστηκε στο πρόγραμμά του.

Όσο για την τηλεπαρουσιάστρια, τι να πούμε... Τελικά, μία δημοφιλής ξανθόμαλλη ανταγωνίστριά της αποδεικνύεται περισσότερο σοβαρή και με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση σε ό,τι αφορά ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. Κι ας μην πλασάρει καν τον εαυτό της σαν «ποιοτική»...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ηθικά πλεονεκτήματα ή ηθικά μειονεκτήματα;

Παρά την εξ ανάγκης καταφυγή σε πρόωρες εκλογές, η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» πέτυχε κάτι εντυπωσιακό. Άσκησε απρόσκοπτα την εξουσία εν μέσω μνημονιακής λαίλαπας, έχοντας στο μεταξύ διαψεύσει τόσο τις ίδιες τις αριστερές αρχές (οι οποίες πάνω απ’ όλα καθιστούν την ευτέλεια του ακραίου λαϊκισμού ασύμβατη με το γενικότερο αριστερό ήθος) όσο και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και (ανεδαφικές, εν τέλει) υποσχέσεις με τις οποίες είχε αρχικά σαγηνεύσει την ελληνική κοινωνία.

Μία δημοφιλής ερμηνεία της ανεκτικότητας που επέδειξε η κοινωνία αυτή τα περισσότερα από τέσσερα χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, κάνει αναφορά στο περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο εξ ορισμού, υποτίθεται, φέρει ως αποκλειστικό προνόμιο η ελληνική Αριστερά. Μία ιδέα που η ίδια η Αριστερά προπαγάνδισε συστηματικά και διακίνησε αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίσει την κατά το δυνατόν καλόπιστη αντιμετώπισή της από τους πολίτες.

Η παραπάνω ιδέα σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, καθώς και μετά από αυτόν. Αν, εν τούτοις, θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, θα πρέπει να αναφερόμαστε όχι τόσο στο «ηθικό πλεονέκτημα» των ηττημένων του πολέμου, όσο στο «ηθικό μειονέκτημα» των νικητών. Είναι το δεύτερο που de facto στοιχειοθετεί το πρώτο! Και, για τις ανάγκες μίας ισόρροπης ανάλυσης, θα πρέπει εξίσου να εξετάσουμε και το ηθικό μειονέκτημα των ηττημένων. Αν μη τι άλλο, σε επίπεδο προθέσεων…

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε επίσημα το 1945. Για την Ελλάδα το τέλος ήρθε λίγο νωρίτερα – οι τελευταίοι Γερμανοί έφυγαν τον Οκτώβριο του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν τα «Δεκεμβριανά», προανάκρουσμα του φοβερού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε.

Ο Εμφύλιος, κατά τους ιστορικούς, τελείωσε το 1949 με νίκη των δυνάμεων του «αστικού» κοινοβουλευτικού συστήματος (της «Δεξιάς», όπως συνήθως λέγεται) και ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (της «Αριστεράς», αν και ο όρος έχει σημαντικά διευρυνθεί εννοιολογικά και πολιτικά από τότε).

Αυτά λένε τα επίσημα ιστορικά συγγράμματα. Γιατί, η εμπειρία λέει άλλα: πως ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ! Το αναλλοίωτο πολιτικό λεξιλόγιό του, το οποίο μένει ζωντανό σε πείσμα του χρόνου, το καταδεικνύει. Όπως και το άσβεστο μίσος που άφησαν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές οι εμφυλιοπολεμικές παρατάξεις, οι αυτόκλητοι πολιτικοί κληρονόμοι των οποίων διεκδικούν – κάθε πλευρά για τον εαυτό της – το αποκλειστικό δικαίωμα στην επίκληση της «ηθικής ανωτερότητας».

Το να αναζητά κανείς ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικούς χώρους που ενεπλάκησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (ακόμα περισσότερο, αν πρόκειται για εκείνον από τους αντιπάλους που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξεκίνημα της σφαγής) φαντάζει οξύμωρο. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται είναι όχι αν η Δεξιά ή η Αριστερά δικαιούται να διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα στη μετεμφυλιοπολεμική Ιστορία, αλλά σε ποια από τις δύο πλευρές θα πρέπει να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα! Γιατί, η ηθική ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα του δικού μας εμφυλίου. Ο οποίος ουσιαστικά δεν ξεκίνησε το 1946 – ούτε καν με τα «Δεκεμβριανά» – αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής…

Η τιμημένη Εθνική Αντίσταση, πάνω στην οποία αργότερα χτίστηκαν πολιτικές καριέρες – και χάριν της οποίας χορηγήθηκαν εθνικές συντάξεις – δεν ήταν πάντα μία πράξη αυθόρμητου πατριωτισμού και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης. Ας δούμε τι γράφει (*) ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και καθηγητής νεοελληνικής Ιστορίας, Richard Clogg, στον οποίο μόνο μεροληψία ή ανθελληνικότητα δεν μπορεί να χρεωθεί:

«Στο τέλος του Ιουνίου 1941, λίγες μέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα – της επίθεσης του Χίτλερ εναντίον της Ρωσίας – συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για να καθορίσει τη γραμμή του κόμματος, τώρα που ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε μετατραπεί σε μεγάλο πατριωτικό πόλεμο για την άμυνα της μητέρας Σοβιετικής Ρωσίας. Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε ότι το ουσιαστικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν να οργανωθούν για την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης και για την αποτίναξη του ξένου φασιστικού ζυγού. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να προσχωρήσει στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941. (…) Η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο ήταν ένας εξίσου σημαντικός στόχος για τους κομμουνιστές, όσο και η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή.»

Στον Εμφύλιο διαπράχθηκαν απίστευτες θηριωδίες και από τις δύο πλευρές και καταλύθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικού ήθους και ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τον πόλεμο αυτό ξεκίνησε μία παράταξη που στόχο είχε να παραδώσει τη χώρα στην πιο στυγνή μορφή ολοκληρωτισμού που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα πριν καν ακόμα γνωρίσει την εφιαλτική βαρβαρότητα του ναζισμού. Το ότι τελικά δεν το πέτυχε (πράγμα που ούτως ή άλλως είχαν προδικάσει οι προηγηθείσες μυστικές συνεννοήσεις Τσώρτσιλ – Στάλιν για τις «σφαίρες επιρροής» στα Βαλκάνια) δεν αντανακλά απλά και μόνο το ιστορικό αποτέλεσμα ενός πολέμου αλλά αποτέλεσε, συμβολικά και ουσιαστικά, την αφετηρία μίας εντυπωσιακής αναγέννησης της χώρας. Για το αν οδηγήθηκε, τελικά, σε αποτυχία η «αστική» δημοκρατία, ασφαλώς δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν οι πάντες, λαός και εξουσία…

Ας πάμε τώρα στους νικητές του Εμφυλίου. Έχουν καταρχήν κατηγορηθεί πως η στρατηγική τους έφερε την «ξενοκρατία» των Άγγλων και, στη συνέχεια, των Αμερικανών. Αν και αυτό είναι αληθές, αν το δούμε ψυχρά θα διαπιστώσουμε ότι αποτέλεσε αναγκαίο κακό. Ήταν αδύνατο να κερδίσει τον πόλεμο από μόνος του ένας αποδεκατισμένος τακτικός στρατός μιας κατεστραμμένης χώρας, ενάντια σε έναν «μπαρουτοκαπνισμένο» κι ετοιμοπόλεμο, καλά οργανωμένο και πειθαρχημένο, αλλά και σκληραγωγημένο σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, ανταρτικό στρατό. Αν δεχθούμε ότι, για τη σωτηρία της χώρας από την ολοκληρωτική απειλή, ισχύει το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ζήτημα της ξενοκρατίας θα πρέπει, τουλάχιστον για την ιστορική εκείνη περίοδο, να αποδαιμονοποιηθεί.

Όμως, υπάρχουν κάποια μέσα που δεν θα μπορούσαν να καθαγιαστούν, όσο ιερό και αν θεωρήσει κάποιος τον σκοπό. Για να φτάσει στη νίκη και, κυρίως, για να εδραιώσει στη συνέχεια την κυριαρχία της, η «αστική» παράταξη επιστράτευσε, μεταξύ άλλων, μερικά από τα χειρότερα κοινωνικά στοιχεία της περιόδου της Κατοχής, κάποιους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή επειδή έβλεπαν τον κομμουνισμό σαν μεγαλύτερη απειλή από τον ναζισμό! Τα άτομα αυτά όχι μόνο συγχωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους και γλίτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά συχνά βρέθηκαν να κατέχουν και σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Αντιγράφω και πάλι από τον Clogg:

«Μια από τις πιο απεχθείς πλευρές αυτής της νομοθεσίας ‘περί εκτάκτου ανάγκης’ ήταν η εμμονή σε ένα πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων για την απόκτηση θέσης στο δημόσιο, για δίπλωμα οδηγού, για διαβατήριο και για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Αυτά τα πιστοποιητικά τα χορηγούσε η αστυνομία, που δημιούργησε ένα μεγάλο σύστημα φακέλων όπου ήταν καταγεγραμμένα τα πραγματικά ή υποτιθέμενα πολιτικά φρονήματα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Μερικοί από τους υπεύθυνους για την εφαρμογή αυτού του καταπιεστικού συστήματος είχαν αμφίβολο παρελθόν συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.»

Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα, το ήθος του νικητή κρίνεται από τη στάση του απέναντι στον ηττημένο. Τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, αλλά και το παρακράτος – χωροφύλακας που αφέθηκε να θεριέψει (κυρίως στην περιφέρεια), παραπέμπουν στις χειρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Και η Μακρόνησος, αυτό το μικρό «ελληνικό Άουσβιτς», θα συμβολίζει πάντα την οριστική απώλεια του δικαιώματος της Δεξιάς να επικαλείται ένα κάποιο δικό της «ηθικό πλεονέκτημα» μετά τον Εμφύλιο. Η πρόσφατη απομάκρυνση από τους κόλπους της σύγχρονης δεξιάς παράταξης, κάποιων αμετανόητων απογόνων των βασανιστών του ιστορικού εκείνου κολαστηρίου, σίγουρα καταγράφεται ως θετικό δείγμα γραφής για τον πολιτικό αυτό χώρο…

Εν κατακλείδι, το ερώτημα που θα πρέπει να τίθεται δεν είναι το ποιος έχει το ηθικό πλεονέκτημα σε έναν εμφύλιο που ως τα σήμερα (έστω με άλλους τρόπους) καλά κρατεί, αλλά το ποιος θα πρέπει, τελικά, να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα. Θα απογοητεύσω, ίσως, τον αναγνώστη μη δίνοντας απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ομολογώ όμως πως ούτε κι εγώ την έχω βρει ακόμα…

(*) Richard Clogg, “A Short History of Modern Greece” (Cambridge University Press, 1979). Ελληνική έκδοση: «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984).

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Θα πρέπει να είναι είδηση ένας Εβραίος δήμαρχος;


Γενικά μιλώντας, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ειδήσεων στα ενημερωτικά δελτία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης:

1. Εκείνες που επιβεβαιώνουν ότι έλαβε χώρα κάτι που ήταν σχεδόν δεδομένο ότι θα συμβεί. Παράδειγμα: «Με πνεύμα κατάνυξης γιορτάστηκαν και φέτος τα Χριστούγεννα σε όλη τη χώρα.» Είναι από τη φύση τους οι ειδήσεις με το μικρότερο ενδιαφέρον.

2. Εκείνες που αναγγέλλουν ένα συμβάν που εθεωρείτο περισσότερο ή λιγότερο πιθανό, αλλά όχι δεδομένο: «Δεν επαληθεύτηκαν, τελικά, οι προβλέψεις των μετεωρολόγων για βροχερό σαββατοκύριακο.»

3. Εκείνες που αναφέρονται σε κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά και, ως εκ τούτου, αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, το μοναδικό. Ίσως και το αδιανόητο…

Μία είδηση του τύπου «ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης είναι εβραϊκής καταγωγής» θα ανήκε σίγουρα στην δεύτερη κατηγορία. Πράγματι, το θρήσκευμα ή τα φυλετικά χαρακτηριστικά ενός υποψήφιου δημάρχου στην πόλη εκείνη δεν υπόκεινται σε περιορισμούς και ταμπού που θα μπορούσαν να καταστήσουν την εκλογική επιτυχία δύσκολη, ή ακόμα και αδύνατη. Έτσι, ανάμεσα στους υποψήφιους δημάρχους, ο Εβραίος υποψήφιος απλά έπεισε τους Νεοϋορκέζους ότι θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά καλύτερα!

Η είδηση, εν τούτοις, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία στην ελληνική επικαιρότητα: «Ο νέος δήμαρχος Ιωαννίνων» (ο αξιολογότατος επιστήμων, καθηγητής Ιατρικής Μωυσής Ελισάφ) «είναι Εβραίος!» Μία είδηση της οποίας η μοναδικότητα την κατατάσσει εξ ορισμού στην τρίτη κατηγορία. Γιατί, Εβραίος δήμαρχος για πρώτη φορά εκλέγεται σ’ αυτή τη χώρα.

Αν και το νικηφόρο αποτέλεσμα μιας εκλογής αντιμετωπίζεται κατά κανόνα ως επιτυχία του εκλεγέντος, στην προκειμένη περίπτωση συνιστά επιτυχία του ίδιου του εκλογικού σώματος. Δεν είναι ο πρώτος Έλληνας Εβραίος που κατόρθωσε να εκλεγεί δήμαρχος, είναι η πρώτη ελληνική τοπική κοινωνία που, ξεπερνώντας χρόνιες προκαταλήψεις, μπόρεσε να εκλέξει για δήμαρχό της ένα αξιόλογο πρόσωπο εβραϊκής καταγωγής!

Όμως, γιατί η εκλογή Εβραίου δημάρχου έφτασε να θεωρείται γεγονός εξαιρετικής σημασίας, κάτι που ως πριν ήταν περίπου αδιανόητο σε αυτό τον τόπο; Η απάντηση, νομίζω, σχετίζεται με την αλά καρτ αντίληψη των Ελλήνων (παλαιότερων και, δυστυχώς, ακόμα και σύγχρονων) για το τι συνιστά ρατσισμό. Από τη μία, ψηφίζουμε αντιρατσιστικούς νόμους για την προστασία απάντων των λεγόμενων «προσφύγων» και «μεταναστών» – που, ούτε όλοι είναι στ’ αλήθεια πρόσφυγες, ούτε όλοι έρχονται στη χώρα με τις καλές προθέσεις του μετανάστη.

Από την άλλη, δεν το θεωρούμε δα και έγκλημα να μιλούμε γενικώς και αδιακρίτως για τους «κακούς Εβραίους» κάθε φορά που ένας εκπρόσωπος της φυλής στην άλλη άκρη του κόσμου, ή ακόμα και το ίδιο το Ισραήλ, διαπράττουν κάτι που αντίκειται προς τους αξιακούς μας κώδικες. Συχνά, μάλιστα, δεν χρειάζεται καν μία αφορμή, αφού ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό των Ελλήνων είναι πεπεισμένο ότι «για όλα τα δεινά του κόσμου φταίνε οι Εβραίοι»!

Και, ας μη σπεύσουμε να χρεώσουμε τις παραπάνω ρατσιστικές ιδεοληψίες αποκλειστικά και μόνο στις εγχώριες φασιστικές μειονότητες. Δυστυχώς, τις έχουν διακινήσει ακόμα και μερικά από τα πιο φωτισμένα μυαλά του τόπου (αναφέρω ενδεικτικά τον Δ. Λιαντίνη), ενώ και οι προοδευτικοί (με ή χωρίς εισαγωγικά) διανοούμενοι αποφεύγουν, στην πλειοψηφία τους, να πάρουν δυναμική και ξεκάθαρη θέση απέναντι στην συλλήβδην δαιμονοποίηση των Εβραίων. Παράλληλα, όλο και λιγότεροι Έλληνες δείχνουν να συγκινούνται πλέον από τις μνήμες του Ολοκαυτώματος, του μεγαλύτερου και πιο αδιανόητου ρατσιστικού εγκλήματος της Ιστορίας…

Εύγε, λοιπόν, στην κοινωνία των Ιωαννίνων που, ξεπερνώντας παγιωμένες προκαταλήψεις, επέλεξε τον τοπικό της άρχοντα όχι με βάση τη φυλή ή το θρήσκευμα αλλά με βάση την προσωπική αξία. Ευχόμαστε στον συμπαθέστατο και σεμνότατο καθηγητή καλή επιτυχία στο δύσκολο έργο του. Και, είθε στο μέλλον μία όμοια εκλογική επιτυχία να αποτελεί είδηση της δεύτερης κατηγορίας, αντί της τρίτης, στα μέσα ενημέρωσης. Κάτι σαν τη Νέα Υόρκη, δηλαδή!

ΤΟ ΒΗΜΑ