Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Λαϊκισμός: Και όμως, υπάρχει!

Στην κεντρική σελίδα του Aixmi.gr, βρίσκεται μια κυλιόμενη, τριπλή στήλη όπου εμφανίζονται οι τίτλοι επιλεγμένων αναρτήσεων, αντιπροσωπευτικών του ύφους του site. Ανάμεσα σ’ αυτές, υπάρχει κάποια στην οποία ο γράφων ενίσταται στη διαφαινόμενη διολίσθηση αξιόλογου συναρθρογράφου (και καλού του φίλου) στον πολιτικό λαϊκισμό, έννοια της οποίας (ελλείψει συμπαγούς ορισμού της) απαριθμούνται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ας τα θυμηθούμε:

1. Η υπεραπλούστευση, η ρηχότητα των θέσεων και η αποφυγή κάθε είδους σοβαρής αναλυτικής προσέγγισης των πραγμάτων.

2. Η στόχευση στο θυμικό αντί στη λογική.

3. Η χρήση ευτελούς συνθηματολογίας (ενίοτε, ακόμα και χυδαιολογίας) στη θέση μιας γνήσιας πολιτικής επιχειρηματολογίας.

4. Η πολιτικά καιροσκοπική και κοινωνικά επικίνδυνη αξιοποίηση του μαζικού θυμού.

Τα σχόλια των αναγνωστών, τα οποία συνοδεύουν το άρθρο, είναι ανάμικτα. Κάποια, μάλιστα, από τα αρνητικά σχόλια μαρτυρούν έντονη συναισθηματική φόρτιση! Οι ενστάσεις αφορούν, κυρίως, το κατά πόσον η κατηγορία περί λαϊκισμού είναι, εν προκειμένω, δίκαιη. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται η ίδια η έννοια του λαϊκισμού ως αναγνωρίσιμης πολιτικής συμπεριφοράς, εν γένει…

Κόντευα να λησμονήσω αυτή τη συζήτηση, όταν ξαφνικά έπεσε στα χέρια μου (και, ομολογώ, κατά κάποιον τρόπο με ξάφνιασε) άρθρο έγκριτου ακαδημαϊκού, στο οποίο, ούτε λίγο–ούτε πολύ, τίθεται εν αμφιβόλω αυτή τούτη η δοκιμότητα του όρου «λαϊκισμός». Διότι, σε ακόμα θεμελιωδέστερο εννοιολογικό επίπεδο, κρίνεται ως λανθασμένη η ίδια η πολιτική χρήση του όρου «λαός»!

Ας σταχυολογήσουμε μερικά από τα επιχειρήματα που περιέχονται στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό άρθρο:

1. Όσοι εκφράζουν κριτική στο λαϊκισμό, προβάλλουν νοητικά ένα πολιτικό υποκείμενο, το «λαό», που έχει αδυναμίες, επικίνδυνες ροπές και ανωριμότητα, έτσι ώστε να χρειάζεται προστασία και καθοδήγηση. Ο λαϊκιστής, σύμφωνα με τους επικριτές του, είναι απλά ο λάθος καθοδηγητής, αυτός που οδηγεί το λαό μακριά από το «σωστό» δρόμο.

2. Στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται «λαός» ως ενιαία κοινωνική συλλογικότητα. Η λέξη αυτή αντιπροσωπεύει μια κατασκευή του νου, μια νοητική σύμβαση. Λαός με άλλη έννοια (γλώσσα, πολιτισμικά γνωρίσματα, συνείδηση κοινής ταυτότητας) υπάρχει. Δεν υπάρχει όμως πολιτικός λαός, ο οποίος συμπεριφέρεται ενιαία στο πολιτικό πεδίο.

3. Σε μια εκλογική αναμέτρηση, ο «λαός» περιγράφεται συνήθως ως μία ενιαία πολιτική συνειδητότητα που διανέμει τα ποσοστά σκεπτόμενη το συμφέρον του τόπου. Σύμφωνα με αυτή τη μεταφυσική εικόνα, πριν πάει ο «λαός» στην κάλπη, σκέφτεται ποια κατανομή ποσοστών είναι προς το συμφέρον της χώρας και ειδοποιεί τα «αντίγραφά» του (τους ψηφοφόρους) για την ορθή κατανομή. Έτσι, προκύπτει ένα «σοφό» εκλογικό αποτέλεσμα!

4. Αυτοί που στην πραγματικότητα διαμορφώνουν το εκλογικό αποτέλεσμα είναι εκατομμύρια πολίτες – όχι αντίγραφα του «λαού» – με διαφορετικές ιδέες, συναισθήματα και συμφέροντα, που πηγαίνουν στις κάλπες και κάνουν τις επιλογές τους χωρίς, φυσικά, να έχει προηγηθεί γενική συνέλευση και απόφαση για το ποια είναι η ορθή κατανομή των ποσοστών που πρέπει να λάβουν τα κόμματα! Και, ουδείς ψηφοφόρος γνωρίζει – ή επηρεάζεται από – τις επιλογές των υπολοίπων.

5. Αληθινός λαϊκισμός, εν τέλει, είναι μόνο η υποστασιοποίηση του «λαού» ως οργανικού όλου, ως ενιαίου υποκειμένου που σκέφτεται, αισθάνεται και δρα…

Επειδή το άρθρο είναι ανοικτό σε διαφορετικές ερμηνείες (αναφέρω, ενδεικτικά, ότι με άλλον εντελώς τρόπο από εμένα το ανέγνωσε, και σε διαφορετικά συμπεράσματα κατέληξε, διακεκριμένη νομικός και φίλη), ας εστιάσω την προσοχή μου σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία που συνθέτουν μια δεδομένη γραμμή σκέψης:

1. Είναι εμφανές εξαρχής ότι στο στόχαστρο του άρθρου βρίσκονται κατά κύριο λόγο οι υπέρμαχοι της λεγόμενης “Realpolitik”, οι θιασώτες, δηλαδή, του «πολιτικού πραγματισμού», ο οποίος, ως γνωστόν, έρχεται σε αντίθεση με τις «ουτοπικές» – όπως οι πραγματιστές τις θεωρούν – προσεγγίσεις των «πολιτικών ιδεολόγων» (ο τελευταίος αυτός όρος δεν χρησιμοποιείται στο άρθρο, εικάζω όμως ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, υπονοείται). Κατά τον αρθρογράφο, οι πρώτοι επικολλούν την ετικέτα του «λαϊκιστή» στους δεύτερους προκειμένου να δυσφημίσουν, και τελικά να αποδυναμώσουν, την πολιτική επιχειρηματολογία τους.

2. Οι εκφράζοντες κριτική στο λαϊκισμό, αυτονόητα δέχονται την ύπαρξη ενός ενιαίου πολιτικού υποκειμένου, του «λαού». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η υπόθεση αυτή είναι λανθασμένη: «λαός» υφίσταται μόνο ως προβολή του νου, ως νοητική σύμβαση.

3. Το συμπέρασμα στο οποίο προσωπικά καταλήγω, είναι το εξής: Σύμφωνα με το άρθρο, οι «πολιτικοί πραγματιστές» κακώς μέμφονται τους πολιτικούς και ιδεολογικούς τους αντιπάλους ως «λαϊκιστές», αφού αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» χτίζεται πάνω σε μια ανύπαρκτη οντότητα, το «λαό». Ως εκ τούτου, ο όρος αυτός είναι εννοιολογικά αδόκιμος!

Ομολογώ ότι το άρθρο αυτό – στο βαθμό που το αποκωδικοποίησα σωστά – με προβλημάτισε. Θεωρούσα πάντα τον λαϊκισμό ως μια δεδομένη και αυτονόητα υπαρκτή πολιτική συμπεριφορά που, κάποιες φορές, δίνει στο πολιτικό σκηνικό μια αληθινά αποκρουστική όψη! Την ύπαρξή του, εξάλλου, πιστοποιούν και τα συχνά καταστροφικά αποτελέσματά του (αναφέρω, ενδεικτικά, την εθνική συμφορά του 1897, όπως και την ολέθρια επίδραση της χιτλερικής ρητορείας στο γερμανικό λαό, με ό,τι αυτή επέφερε).

Χωρίς την παραμικρή πρόθεση να αντιδικήσω με έναν ιδιαίτερα αξιόλογο κι αγαπητό ακαδημαϊκό δάσκαλο, και κυρίως, χωρίς να διεκδικώ το αλάθητο, αισθάνομαι την ανάγκη να υπερασπιστώ την απόφασή μου να εξακολουθήσω να τοποθετούμαι ενάντια στον λαϊκισμό, δεχόμενος, αυτονόητα, τόσο ότι το φαινόμενο αυτό είναι υπαρκτό με τη σημασία που συνήθως του αποδίδεται, όσο και ότι η χρήση του σχετικού όρου είναι δόκιμη. Και η αυτο-υπεράσπισή μου με οδηγεί, αναγκαία, στην αναζήτηση αντίρροπης επιχειρηματολογίας σε σχέση με αυτή που εκτέθηκε πιο πάνω.

Στους μαθητές μου επιχειρώ, συχνά, να εξηγήσω δύσκολες έννοιες της Φυσικής χρησιμοποιώντας μεταφορές από την καθημερινή ζωή. Εδώ θα κάνω το αντίθετο: θα χρησιμοποιήσω μια μεταφορά από τη Φυσική για να εξηγήσω το λόγο για τον οποίο, ως κοινωνικός και πολιτικός όρος, η λέξη «λαός» ίσως και να μην είναι, τελικά, για πέταμα! Τουλάχιστον, όχι για τους λόγους που προβάλλονται στο άρθρο στο οποίο εκτενώς αναφερθήκαμε…

Όπως είναι σε όλους γνωστό, στην Ατομική Φυσική περιγράφουμε το άτομο ως μια δομή αποτελούμενη από έναν θετικά φορτισμένο πυρήνα και, πέριξ αυτού, ένα σύνολο από ολοένα κινούμενα, αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια. Ένα κεντρικό πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου χρειάζεται να επιστρατευτεί ο «βαρύς οπλισμός» της κβαντικής θεωρίας, είναι ο υπολογισμός της ολικής ενέργειας του ατόμου. Αν τα ηλεκτρόνια δεν αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους, η λύση θα ήταν απλή: δεν θα ‘χαμε παρά να αθροίσουμε τις ενέργειες του κάθε ηλεκτρονίου χωριστά! Πράγματι, η ενέργεια του καθενός απ’ αυτά θα ήταν καλά καθορισμένη (οφειλόμενη μόνο στην έλξη του πυρήνα) και δεν θα εξαρτιόταν από τις ενέργειες των υπολοίπων.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση δεν είναι τόσο απλή. Λόγω της αλληλεπίδρασης των ηλεκτρονίων, είναι αδύνατο να τα αντιμετωπίσει κανείς ως ξεχωριστές οντότητες κι έτσι να αθροίσει, ελαφρά τη συνειδήσει, τις ενέργειές τους ώστε να βρει την ολική ενέργεια του ατόμου. Τα ηλεκτρόνια θα πρέπει να αντιμετωπιστούν εξαρχής ως ενιαίο σύστημα, κι αυτό ακριβώς κάνει η Κβαντομηχανική για να δώσει (προσεγγιστικές, έστω) λύσεις στο πρόβλημα.

Αν η δια της Φυσικής προτεινόμενη αλληγορία είναι σωστή, κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί για τις πολιτικές συνειδήσεις των ψηφοφόρων. Πόσο ανεξάρτητες μπορούν να θεωρούνται μεταξύ τους; Είναι δυνατό να ορίσουμε μια «ολική κοινωνική συνείδηση» – εκφραζόμενη ποσοτικά δια του αποτελέσματος των εκλογών – με τρόπο γραμμικό, ως απλό άθροισμα απόλυτα στεγανοποιημένων, εξατομικευμένων πολιτικών συνειδήσεων, μη υποκείμενων σε οιουσδήποτε αλληλοεπηρεασμούς;

Η προσωπική μου απάντηση στα παραπάνω ρητορικά ερωτήματα είναι σαφώς αρνητική! Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι τα κίνητρα του κάθε ψηφοφόρου είναι κατά βάση ιδιοτελή, η διαμόρφωση της πολιτικής του συνείδησης (άρα και η ίδια η εκ μέρους του αντίληψη της ιδιοτέλειας) λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα ή περισσότερα κοινωνικά σύνολα (οικογένεια, κοινωνική ή/και επαγγελματική τάξη, φιλικές και άλλες προσωπικές σχέσεις, κλπ.) με τα οποία, σε κάποιο βαθμό, αισθάνεται ταυτισμένος. Κι εκεί, ένα μέρος, τουλάχιστον, από τη συνειδησιακή του εξατομίκευση, μοιραία – και ίσως ασυναίσθητα – θυσιάζεται στο βωμό της συλλογικότητας.

Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό οποιασδήποτε κοινωνίας είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της (no man is an island”, είχε πει ο John Donne!). Κι αυτό που, ενίοτε με μια δόση (υποκρυπτόμενης ή μη) απαξίωσης, αναφέρεται συλλογικά ως «λαός», δεν είναι παρά μια σύνθεση πολιτικών συνειδήσεων που υπόκεινται σε αλληλοεπηρεασμούς. Αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό αλληλεξάρτησης εκμεταλλεύτηκαν προς όφελός τους οι μεγάλοι δημαγωγοί της Ιστορίας για να χειραγωγήσουν ολόκληρα έθνη!

Αν κάτι «απαλύνει» κάπως τη δαιμονική εικόνα των τελευταίων, είναι το αδιαμφισβήτητο πολιτικό τους χάρισμα (εδώ δεν θα εξαιρέσω ακόμα και τον ίδιο το Χίτλερ!). Ελλείποντος του χαρίσματος, αυτό που απομένει είναι τα σκιάχτρα των λαϊκιστών της σύγχρονης πολιτικής σκηνής. Εντός ή εκτός συνόρων, στο ένα ή στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος…

Είναι, άραγε, ουτοπική η ιδέα μιας κοινωνίας απόλυτα ανεξάρτητων πολιτικών συνειδήσεων, πάνω στην οποία (κοινωνία) θα ήταν αδύνατη η εφαρμογή οποιωνδήποτε λαϊκιστικών μεθοδεύσεων; Πιστεύω πως ναι! Μια τέτοια «ιδανική» κοινωνία θα προϋπέθετε την ύπαρξη ατόμων απαλλαγμένων από κάθε είδους ανθρώπινες αδυναμίες, ακόμα κι από το ίδιο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Και είναι τέτοιες «αδυναμίες» που καθιστούν αναγκαίο το αίσθημα της συλλογικότητας που χαρακτηρίζει μια πραγματική κοινωνία!

Οι κοινωνίες θα είναι, λοιπόν, πάντα εκτεθειμένες σε λαϊκιστικές επιδράσεις από κάθε λογής «καθοδηγητές»; Η απάντηση είναι, φοβούμαι, προφανής… Το μόνο αντίδοτο είναι η ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ξεκινάει από την ίδια την εκπαίδευση. Μιας σκέψης που να οδηγεί, κατά το δυνατόν, σε αυτονόμηση των συνειδήσεων δίχως να καταργεί, εν τούτοις, το αίσθημα της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης!

Οδηγούμαστε, έτσι, στο πολιτικά ηθικό συμπέρασμα ότι, ο μόνος έγκυρος κι αποδεκτός καθοδηγητής της κοινωνίας είναι ο δάσκαλος. Και, με φωτισμένους δασκάλους να μας δείχνουν το δρόμο, ίσως τελικά υπάρχει ελπίδα…!

Ευχαριστίες: Ευχαριστώ την Ελένη Αθανασούλη και τη Θάλια Χρόνη για χρήσιμες παρεμβάσεις που οδήγησαν σε σημαντικές βελτιώσεις του κειμένου.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Μήπως οι «δωσίλογοι» της κατοχής δεν ήταν όλοι δωσίλογοι;

Του Θανάση Γκότοβου

Με πρόσφατο άρθρο του στην «aixmi.gr» ο αγαπητός Κώστας Παπαχρήστου αποφάσισε - τολμηρός όπως είναι – να θέσει για άλλη μια φορά τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Άνοιξε πολλά, μεγάλα και δύσκολα θέματα. Μερικά, μάλιστα, από αυτά είναι για την ελληνική κοινωνία, εβδομήντα χρόνια μετά τα γεγονότα, ακόμη θέματα απαγορευμένα, όπως έδειξε όχι τόσο το ίδιο το επεισόδιο με την επίθεση στον Νίκο Μαραντζίδη, αλλά κυρίως ο σχολιασμός του εκ μέρους μιας σειράς παραγωγών δημόσιου λόγου.

Ούτε λίγο ούτε πολύ ειπώθηκε ότι αν κάποιος εξαγνίζει με τα κείμενά του δωσίλογους και Ταγματασφαλίτες, δεν πρέπει να εκπλήσσεται για τα…. αντίποινα που ενδέχεται να ακολουθήσουν με τη μορφή σωματικής βίας. Αλλά ας πάμε στην ουσία.

Πριν από τον Ρόζενμπαουμ, ένας επίσης αμερικανός συγγραφέας, ο Ντάνιελ Γκόλντχάγκεν, είχε υποστηρίξει περίπου τις ίδιες θέσεις με το πολύκροτο βιβλίο του «Hitler’s willing executioners». Ο ίδιος ο τίτλος του εν λόγω βιβλίου προϊδεάζει για ενεργή, μαζική και αυτόβουλη συμμετοχή του γερμανικού λαού στα εγκλήματα που συνδέονται με το ναζιστικό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας των Εβραίων της Ευρώπης.

Είναι γεγονός ότι ο Αδόλφος Χίτλερ, ένας περιθωριακός τύπος, κατάφερε να εκφράσει πολιτικά όχι μόνο την οργή και την απελπισία ενός ηττημένου ισχυρού έθνους απέναντι στους νικητές και τους αρχιτέκτονες της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αλλά και την παραδοσιακή (και γι αυτό προ-ναζιστική) τάση της Γερμανίας (των γερμανικών ελίτ) να επεκταθεί ανατολικά και να αποκτήσει την ηγεμονία στην Ευρώπη.

Για την (Μεγάλη) Ιδέα της γερμανικής ελίτ, όντως ο Χίτλερ αποτέλεσε χαρισματικό πολιτικό εκφραστή και οργανωτικό διεκπεραιωτή, αλλά με καταστροφικό αποτέλεσμα. Προφανώς, η υλοποίηση του γερμανικού ρεβανσισμού και μεγαλοϊδεατισμού θα μπορούσε να προχωρήσει και χωρίς τον αφανισμό των Εβραίων, των Τσιγγάνων, των αναπήρων και άλλων «ανεπιθύμητων» μειονοτήτων της Γερμανίας και της Ευρώπης.

Εδώ, κυρίως, έρχεται ο εφαρμοσμένος κρατικός ρατσισμός των Ναζί να δώσει το ιδιαίτερο στίγμα της χιτλερικής εποχής. Οι «ιδέες» καθαυτές δεν ήταν τόσο «νέες» όσο νομίζουμε, το νέο στοιχείο ήταν κυρίως η μαζική και βιομηχανική οργάνωση της πραγμάτωσής τους. Μαζικές εκτελέσεις εθνοτήτων και αμάχων, όπως επίσης αφανισμούς και ακρωτηριασμούς προσώπων που ανήκαν σε «ανεπιθύμητες» ομάδες είχαμε και αλλού, πριν από τον Χίτλερ, και εκτός ναζιστικού πλαισίου. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε παραδείγματα, είναι λίγο πολύ γνωστά. Η διαχρονική μελέτη της βίας στις κοινωνίες, ιδιαίτερα της βίας του πολέμου, είναι μια δύσκολη υπόθεση, καθώς οι μορφές της είναι πολλές και οι στόχοι για τη χρήση της επίσης πολλαπλοί. Μόνη η ψυχολογική προσέγγιση της βίας δεν είναι σε θέση να μας δώσει μια επαρκή ερμηνεία, παρότι μπορεί να συμβάλει θετικά στην ερμηνεία της.

Τα υπόλοιπα ζητήματα (κυβερνήσεις δωσιλόγων στην Ελλάδα της κατοχής, συνεργάτες των δυνάμεων κατοχής, ένοπλη αντίσταση και αντίποινα) – αυτά κι αν δεν είναι στην Ελλάδα απαγορευμένα θέματα. Απαγορευμένα, όχι με την έννοια ότι απαγορεύεται να μιλά κανείς γι αυτά – το αντίθετο συμβαίνει – αλλά με την έννοια ότι έχουν δημιουργηθεί (ανάλογα με την εποχή) «καθεστώτα αλήθειας» για τα συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία ασκούν πίεση στους ανεξάρτητους ομιλητές να προσαρμόσουν το λόγο τους στο μήκος κύματος των πομπών των επίσημων και καθιερωμένων εκδοχών για τα γεγονότα.

Όντως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στη συζήτηση για την ελληνο-γερμανική προσέγγιση και τη μετάθεση της ευθύνης για την εκδίκαση των υποθέσεων των Γερμανών εγκληματιών πολέμου πλέον από τη γερμανική Δικαιοσύνη το Φθινόπωρο του 1959, με την πολύκροτη υπόθεση Μέρτεν, προσπάθησε να εξηγήσει τα γερμανικά αντίποινα στα Καλάβρυτα, λέγοντας ότι είχε προηγηθεί η εκτέλεση πάνω από 70 Γερμανών αιχμαλώτων από μονάδα του ΕΛΑΣ της περιοχής.

Ο Κανελλόπουλος είπε το προφανές, ότι δηλαδή η σφαγή των Καλαβρύτων έγινε αφού είχε προηγηθεί η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων και αφού ο Γερμανός διοικητής πληροφορήθηκε την εκτέλεση. Αυτό που είπε ο Κανελλόπουλος το 1959, όμως, αμφισβητήθηκε από ορισμένες πλευρές όχι μόνον τότε, αλλά και πολύ αργότερα.

Ακόμη και σήμερα υπάρχουν παράγοντες που το αμφισβητούν, παρά το ότι δεν υπάρχει πλέον χώρος για παρόμοια αμφισβήτηση, πλην του απόλυτου ιστορικού βολονταρισμού.

Ο Κανελλόπουλος ποτέ δεν δικαιολόγησε τη σφαγή των Καλαβρύτων, προσπάθησε μόνο να την ερμηνεύσει, συνδέοντας τα δύο γεγονότα. Αλλά εκείνη την εποχή, όπως ακριβώς και σήμερα, οι ερμηνείες για τέτοια γεγονότα έπρεπε να κινούνται μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλιώς υπήρχε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι κάποιος δεν ερμηνεύει, αλλά εξαγνίζει τη σφαγή προωθώντας μια συγκεκριμένη ερμηνεία, ακόμη και αν αυτή ανταποκρίνεται στα γεγονότα. Άρα, γίνεται «δωσίλογος». Εκεί ακριβώς φαίνεται να έχουν σταματήσει οι δείκτες του ρολογιού του επιστημονικού διαλόγου από τότε μέχρι σήμερα. Η δημόσια συζήτηση δεν γίνεται με επιχειρήματα, αλλά με συνθήματα και μερικές φορές με (φυσικά) πλήγματα.

Ποιοι ήταν ακριβώς οι «δωσίλογοι» της κατοχής; Ήταν οι υπάλληλοι του κατεχόμενου ελληνικού κράτους – σε οποιονδήποτε τομέα – που δεν είχαν βγει στο βουνό «δωσίλογοι»; Οι έμποροι και οι τεχνίτες που δεν είχαν εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις τους να βγουν στο βουνό, το ίδιο; Οι γεωργοί που συνέχιζαν να καλλιεργούν τα χωράφια τους και να μαζεύουν τις ελιές, παρά την κατοχή, ήταν «δωσίλογοι»; Οι δικαστές που δίκαζαν στα δικαστήρια; Οι εκπαιδευτικοί που δίδασκαν στα σχολεία; Ήταν όλοι όσοι είχαν επιλέξει την προσαρμογή και τη συμβίωση με το κατοχικό καθεστώς, αντί της ρήξης και της ένοπλης σύγκρουσης με αυτό, «δωσίλογοι»; Μήπως «προσκυνημένοι»; Ή μήπως απλώς αντιδραστικοί «συνεργάτες»;

Τι σημαίνει ακριβώς η έκφραση «συνεργασία με τους Γερμανούς (Ιταλούς)» επί κατοχής; Μήπως δεν ήταν η μομφή «συνεργάτης των Γερμανών» η πιο συνηθισμένη δικαιολογία για τη μείζονα αντιστασιακή οργάνωση (ΕΑΜ) προκειμένου να νομιμοποιηθεί η χρήση ένοπλης βίας εναντίον «αντιδραστικών στοιχείων»; Μήπως δεν κατηγορήθηκε ο ίδιος ο Ζέρβας, αρχηγός της δεύτερης σε δύναμη αντιστασιακής οργάνωσης, ήδη στα μέσα του 1943 ότι ήταν «συνεργάτης» των Ιταλών και μετά των Γερμανών; Μήπως δεν είναι γνωστό ότι ο Ζέρβας δεν είχε την τύχη των άλλων υποτιθέμενων «συνεργατών» του εχθρού, όπως π.χ. ο Ψαρρός, όχι επειδή το ΕΑΜ απέσυρε την κατηγορία, αλλά επειδή απλά δεν κατόρθωσε να διαλύσει με τη στρατιωτική ισχύ που διέθετε τα τμήματα του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο το Φθινόπωρο και τον Χειμώνα του 1943;

Το κεφάλαιο, συνεπώς, «συνεργάτες του εχθρού» είναι πονεμένο κεφάλαιο, όχι επειδή τέτοιοι δεν υπήρξαν, αλλά επειδή το στίγμα χρησιμοποιήθηκε αδιακρίτως εναντίον του αντιπάλου στα πλαίσια ενός αδυσώπητου πρώιμου εμφυλίου για την μονοπώληση της ένοπλης βίας.

Αφήνω τελευταίο το κεφάλαιο της ένοπλης αντίστασης και των αντιποίνων. Ακόμη δεν μπορούμε να δεχθούμε στην Ελλάδα το προφανές: ότι η ένοπλη αντίσταση κατά του κατακτητή, κατά τη διάρκεια της κατοχής, ούτε ενιαία υπήρξε, ούτε και ελεύθερη. Η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων ήταν από την αρχή σχεδόν αδυσώπητη, με εξαίρεση ορισμένα διαλείμματα.

Ελληνική κατάρα; Όχι ακριβώς. Παρόμοιες καταστάσεις, με ίδια δομικά χαρακτηριστικά, θα δούμε στη γειτονική Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο την ίδια περίοδο. Και στις τρεις χώρες η αντίσταση συνδέθηκε πολύ νωρίς με το καθεστωτικό ζήτημα και γι αυτό υπήρξε μέσα στην κατοχή ένοπλη εμφύλια σύρραξη με σαφές πολιτικό περιεχόμενο, πέρα από οποιοδήποτε άλλο δευτερεύον που ανάγεται σε πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Στις δύο από τις τρεις χώρες, το διακύβευμα πέτυχε. Στην Ελλάδα, απέτυχε. Δυστυχώς για ορισμένους, ευτυχώς για άλλους, ακόμη και για κάποιους από τους ανανήψαντες ηττημένους. Όπως συμβαίνει συνήθως στην Ιστορία….

Πηγή: Aixmi.gr


Το σχόλιό μας:

Άλλο ένα εξαιρετικό άρθρο από τον Θανάση Γκότοβο! Για διευκόλυνση μελλοντικών αναγνωστών, προσθέτω το link του άρθρου στο οποίο κάνει αναφορά στο ξεκίνημά του το παρόν άρθρο:

http://www.aixmi.gr/index.php/ohitler-ws-antithesi-mia-enallaktiki-ermineia/

Λίγες επιπρόσθετες σκέψεις, τώρα, με στόχο να εμπλουτίσουμε τη συζήτηση:

1. Η επίθεση στον Νίκο Μαραντζίδη δεν διαφέρει και πολύ από αυτές που έκαναν τα SA του Rohm σε ιδεολογικούς αντιπάλους των ναζί. Ας το ξανασκεφτούν αυτοί που την οργάνωσαν!

2. Το βιβλίο του Ρόζενμπαουμ είναι κλάσεις ανώτερο απ’ αυτό του Γκόλντχάγκεν, το οποίο είναι εμπαθές, μονόπλευρο, προϊόν καθαρής προκατάληψης και, εν τέλει, ίσως ακόμα και αντι-επιστημονικό (αν και γράφτηκε ως διδακτορική διατριβή)!

3. Φυσικά, η ερμηνεία μιας εγκληματικής πράξης είναι άλλο πράγμα από τη δικαιολόγησή της! Όταν όμως η εκφορά της ερμηνείας στοχεύει στο να ελαφρύνει τη θέση του εγκληματία απέναντι στο νόμο, τότε παύει να έχει καθαρά διαπιστωτικό χαρακτήρα: γίνεται ζήτημα ηθικής τάξης!

4. Ασφαλώς και ΔΕΝ ήταν δωσίλογοι οι απλοί υπάλληλοι, επιχειρηματίες, αγρότες, κλπ, που δεν βγήκαν στο βουνό! Αυτοί, στο κάτω-κάτω, συνέχισαν να προσφέρουν υπηρεσίες αναγκαίες για την επιβίωση των ίδιων των Ελλήνων. Τι θα μπορούσε, όμως, να πει κανείς για τους διερμηνείς στις ανακρίσεις; τους καταδότες; τα περίφημα «Τάγματα»; (κλπ).

5. Ιδιαίτερα επιτυχημένη η επισήμανση σχετικά με τα «καθεστώτα αλήθειας»! Η αλήθεια δεν μπορεί ποτέ να είναι μονόπλευρη. Όπως εξίσου άτοπος είναι και ο χαρακτηρισμός μιας και μόνον ιδεολογίας ως «δημοκρατικής»…

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Ο Χίτλερ ως αντίθεση: Μια εναλλακτική ερμηνεία

Τόμοι ιστορικών, κοινωνιολογικών και ψυχαναλυτικών συγγραμμάτων έχουν επιχειρήσει να ερμηνεύσουν το «φαινόμενο Χίτλερ». Ποιο ήταν αυτό το δαιμονικό χάρισμα του ανδρός που του έδωσε τη δύναμη να μετατρέψει ένα πολιτισμένο έθνος με παράδοση στη φιλοσοφία, τις επιστήμες και τη μουσική, σε έναν βάρβαρο στρατό δολοφόνων με έντονα τα χαρακτηριστικά της αλαζονείας, της κτηνώδους σκληρότητας, ακόμα και του σαδισμού;

[Στο σημείο αυτό, θα διαφωνήσω με την άποψη του κορυφαίου αρθρογράφου αυτού του site, Θανάση Γκότοβου, ότι τα εγκλήματα του πολέμου τα διέπραξε μια συγκεκριμένη ομάδα οργάνων του γερμανικού κράτους, και όχι οι Γερμανοί, εν γένει. Και στη διαφωνία μου αυτή, δυστυχώς, δεν είμαι μόνος...]

Σημαντικότερη, όμως, κι από την ίδια την ερμηνεία του «φαινομένου Χίτλερ» είναι η απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον το φαινόμενο αυτό είναι, εν τέλει, εξηγήσιμο! Τη δυσκολία – αν όχι την πλήρη αδυναμία – επίτευξης μιας τέτοιας εξήγησης αναδεικνύει το εξαιρετικό βιβλίο του Αμερικανού δημοσιογράφου και ιστορικού μελετητή, Ρον Ρόζενμπαουμ (Ron Rosenbaum), «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ» (Explaining Hitler), το οποίο επιχειρεί – και με απόλυτα επιστημονικό τρόπο επιτυγχάνει – μια κριτική ανάλυση όλων των ερμηνευτικών προσεγγίσεων πάνω στις αιτίες του Ολοκαυτώματος.

Το (μάλλον μελαγχολικό, από άποψη αναζήτησης ιστορικής αλήθειας) συμπέρασμα είναι ότι καμία απόλυτη ερμηνευτική θέση δεν μπορεί να υπάρξει πάνω στα ίδια τα κίνητρα του Χίτλερ, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο εκείνος κατόρθωσε να «υπνωτίσει» ένα ολόκληρο έθνος, οδηγώντας το πρώτα στο μαζικό έγκλημα και τελικά στην ολική καταστροφή. Μια εναλλακτική προσέγγιση στο θέμα θα ήταν, ίσως, να εστιάσουμε την προσοχή μας όχι τόσο στο τι ήταν ο Χίτλερ, όσο στο τι μίσησε, στο τι πολέμησε

Ένας από τους καλύτερους φίλους μου, δύσκολα κρύβει τη συμπάθειά του για τον Χίτλερ, για τον οποίο λέει πως ήταν μια «παρεξηγημένη» μορφή της Ιστορίας! Τον υπερασπίζεται ακόμα κι όταν του θυμίζω τα εγκλήματα των ναζί στην Ελλάδα, απαντώντας θυμόσοφα ότι «αυτά έχει ο πόλεμος» και ότι οι θηριωδίες αυτές υπήρξαν «δικαιολογημένα» (με τη λογική του πολέμου) αντίποινα για ενέργειες αντιστασιακών ομάδων κατά Γερμανών στρατιωτών (άποψη που, ατυχώς, διατυπώθηκε κάποτε κι από τον μεγάλο φιλόσοφο, ακαδημαϊκό και πολιτικό, Παναγιώτη Κανελλόπουλο…).

Ο φίλος αυτός (κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα συζήτηση) είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού που στην Αμερική ονομάζεται «προσωπικότητα Τύπου Α» (Type A personality), με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την έντονη τάση για ανταγωνισμό και την εχθροπάθεια, όπου συχνά ο «εχθρός» αποτελεί επινόηση του ίδιου του ατόμου. Με άλλα λόγια, ο φορέας αυτού του τύπου προσωπικότητας βιώνει ως υπαρξιακή ανάγκη την διαρκή μάχη με πραγματικούς ή επινοημένους εχθρούς. Κι όταν οι πρώτοι απουσιάζουν, του είναι αναγκαίο να εφεύρει τους δεύτερους!

Στο πρόσωπο του Χίτλερ, ο φίλος βλέπει την ενσάρκωση ιδανικών όπως ο εξοντωτικός ανταγωνισμός, ο αγώνας για τη «δίκαιη» επιβολή του ισχυρότερου πάνω στον πιο αδύναμο, και ο θρίαμβος του επικυριαρχικού σοβινισμού (με την κυριολεκτική ή μεταφορική σημασία του όρου) απέναντι στην εξ ορισμού μετριότητα της διαφορετικότητας. Στοιχεία που, για τον φίλο αυτό, αποτελούν θεμελιώδη συστατικά αυτοπροσδιορισμού, ιδιαίτερα στο στίβο όπου κατά κύριο λόγο μετρά τις δυνάμεις του: στο χώρο της δουλειάς του!

Βλέπουμε εδώ ένα παράδειγμα όπου ο Χίτλερ εγκαθίσταται στη συνείδηση ως θετική αξία, όχι όμως σαν δύναμη θέσης αλλά ως δύναμη αντίθεσης. Είναι, δηλαδή, ο μαχητής που βρίσκεται σε διαρκή πόλεμο, άλλοτε με πραγματικούς εχθρούς, άλλοτε με επινοημένους (π.χ., Εβραίοι). Δεν έχει τόση σημασία το ποιους πολεμά, όση αυτό καθαυτό το γεγονός ότι πολεμά. Και, στο πρόσωπο των εχθρών του, ο θαυμαστής του απεικονίζει τους δικούς του «εχθρούς». Όπως και στους (αρχικούς) θριάμβους του, προβάλλει τους δικούς του μελλοντικούς θριάμβους!

Αν το καλοεξετάσουμε, ως δύναμη αντίθεσης λάτρεψε (ναι, Θανάση Γκότοβε!) τον Χίτλερ κι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της γερμανικής κοινωνίας στα χρόνια του μεσοπολέμου. Αντίθεση στην ταπείνωση της ήττας στο Μεγάλο Πόλεμο, στην εξίσου ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών, στην ανικανότητα της νεαρής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης και στοιχειώδη κοινωνική γαλήνη στο γερμανικό λαό… Και, ως προσάναμμα στη φωτιά της αντίθεσης αυτής που τον έφερε στην εξουσία, ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τους Εβραίους – βολικούς αποδιοπομπαίους τράγους για όλα τα δεινά της Γερμανίας!

Είναι γνωστό ότι, στη διάρκεια της Κατοχής, πολλοί «έλληνες» έδρασαν ως συνεργάτες των Γερμανών. Και οι άνθρωποι αυτοί αυτοπροσδιορίστηκαν ως «εθνικόφρονες», τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όσο και μετά. Πώς είναι δυνατό, όμως, να θεωρεί εαυτόν πατριώτη κάποιος που συνεργάζεται με τον εχθρό της πατρίδας του, έναν κατακτητή που προκάλεσε αμέτρητα δεινά και ανείπωτη δυστυχία στο λαό της; Είναι δυνατό, αν πείσει τον εαυτό του ότι ο εχθρός αυτός πολεμάει έναν ακόμα μεγαλύτερο. Εν προκειμένω, τον κομμουνισμό! Έτσι, από καταρχήν εκπροσώπους του κακού, οι δυνάμεις κατοχής μετασχηματίστηκαν στις συνειδήσεις των συνεργατών τους σε «καλοπροαίρετους» επισκέπτες με «παρεξηγημένες» προθέσεις (όπως θα ‘λεγε κι ο καλός φίλος μου). Ο Χίτλερ αναδείχθηκε σε θετική αξία όχι γι’ αυτό που ήταν, αλλά γι’ αυτούς που πολεμούσε!

Πάω μπροστά στο χρόνο. Τέλη δεκαετίας του ’70… Συμφοιτητής στο Πανεπιστήμιο, και καλός φίλος, μου αναγγέλλει με ενθουσιασμό ότι μελετά το Mein Kampf. Τον ρωτώ τι βρίσκει σ’ αυτό, και μου απαντά πως το βιβλίο περιέχει «πολλές και σημαντικές αλήθειες»! Λεπτομέρεια: ο φίλος ανήκε σε φοιτητική παράταξη της «δεξιάς» (όχι, πάντως, της άκρας) η οποία (παράταξη) δεχόταν ανηλεείς επιθέσεις – συχνά σε υβριστικούς τόνους – από την παντοδύναμη, τότε, «αριστερή» παράταξη που κυριαρχούσε απόλυτα στο φοιτητικό χώρο. Αποτέλεσμα αυτής της αντιπαλότητας ήταν η εκκόλαψη φιλοναζιστικών αισθημάτων σε τμήμα της αντικομμουνιστικής νεολαίας. Όχι τόσο από θαυμασμό στη ναζιστική ιδεολογία, όσο λόγω της αντίληψης του ναζισμού ως αντίπαλου δέους στην κυρίαρχη ιδεολογία στο χώρο του Πανεπιστημίου.

Γιατί επανέκαμψε δυναμικά ο (νεο)ναζισμός στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια; Δεν θα πρωτοτυπήσω αν πω ότι η συντριπτική πλειοψηφία όσων τον υποστήριξαν εκλογικά, ελάχιστα γνώριζε ή ενδιαφερόταν να μάθει για το σύστημα ιδεών που παρήγαγε ο Χίτλερ! Το προεξάρχον ζήτημα για τους περισσότερους ήταν η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας λόγω της ανεξέλεγκτης (και συχνά παράνομης) μετανάστευσης, σε συνδυασμό και με την προκλητική υποβάθμιση του προβλήματος από μερίδα της Αριστεράς. Ασφαλώς (αν και, πιστεύω, δευτερευόντως εν προκειμένω), μεγάλο ρόλο έπαιξαν και οι οδυνηρές συνέπειες της οικονομικής πολιτικής εξαιτίας του Μνημονίου.

Όλα τα παραπάνω κατέστησαν τις συνειδήσεις μεγάλου αριθμού πολιτών ευάλωτες, και εν τέλει δεκτικές, σε φιλοναζιστικές ρητορείες. Όχι για τις ιδέες καθαυτές του ναζισμού, αλλά για την προθυμία των ιδεολογικών του φορέων να αντιπαρατεθούν δυναμικά με κάποιες πολύ συγκεκριμένες πηγές προβλημάτων που ταλανίζουν τα κομμάτια αυτά της κοινωνίας. Ο ναζισμός, με παντελή απουσία θέσεων, έρχεται και πάλι να διεκδικήσει υπόσταση μέσω των αντιθέσεών του!

Ίσως ο Ρον Ρόζενμπαουμ θα πρέπει να συγγράψει ένα νέο βιβλίο, με τίτλο: «Ερμηνεύοντας τις αντιθέσεις που συμβολίζει ο Χίτλερ». Θα είναι σαν να προσπαθήσει κάποιος να σκιτσάρει με μολύβι μια ανθρώπινη μορφή πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί, όχι απεικονίζοντας απευθείας τα χαρακτηριστικά της αλλά μαυρίζοντας το χαρτί γύρω από τη μορφή και αφήνοντας το χώρο της λευκό. Αν μη τι άλλο, θα αναδειχθεί κάποιο συγκεκριμένο περίγραμμα. Και ίσως, στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας καταλήξει στο αισιόδοξο συμπέρασμα ότι ο Χίτλερ ενδέχεται, τελικά, να είναι «κατανοητός»!

Aixmi.gr

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Το άσυλο των ζώων: Μια μουσική ειρωνεία…

Το άρθρο του Αργύρη Κωστάκη«Ο Συμεών μου, το μοναδικό σκυλί στον κόσμο με… φαβορίτες», έφερε πίσω μνήμες και έξυσε πληγές. Για κάποιες απ’ αυτές είχα μιλήσει παλιότερα, σε κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στην (παλιά) Ελευθεροτυπία και στο Βήμα. Παραθέτω ένα απόσπασμα, έτσι συμβολικά, στη μνήμη των μόνων φίλων που ποτέ δεν μας πλήγωσαν…

Όσοι δεν έτυχε να έχουν ζώο στο σπίτι, δεν θα γνωρίζουν ότι ο πόνος της απώλειάς του είναι συγκρίσιμος με τον πόνο για το χαμό αγαπημένου προσώπου…

Ήταν πριν λίγες μέρες που είχα χάσει ξαφνικά το σκύλο μου. Σε μια ξένη χώρα και σε μια δύσκολη προσωπική στιγμή, έψαχνα τρόπους να ξεπεράσω την απώλεια. Τότε, ένας φίλος μού πέταξε την ιδέα: «Τι θα ‘λεγες για έναν καινούργιο σκύλο;» Η ιδέα έμοιαζε σωστική!

Μετά από σειρά ανεπιτυχών αναζητήσεων σε σπίτια της πόλης, επόμενος σταθμός ήταν το “Animal Shelter”, το άσυλο των ζώων της περιοχής. Ένα τεράστιο, καταθλιπτικό κτίριο που πρόσφερε προσωρινή φιλοξενία σε ζώα, που στη χώρα μας απλά θα κυκλοφορούσαν αδέσποτα. Αν κάποιο ζώο αποδείχνονταν άρρωστο ή αν δεν βρισκόταν κανείς να το υιοθετήσει, θα έπρεπε να αδειάσει το κελί του ώστε να δοκιμάσει την τύχη του κάποιο άλλο. Και η «τύχη» του ζώου ήταν, στη συνέχεια, απόλυτα προδιαγεγραμμένη (“put to sleep” ήταν η κομψή έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι Αμερικάνοι…).

Αν δεν έτυχε ποτέ να βρεθείτε σε τέτοια ιδρύματα, δεν γνωρίζετε μια πολύ διαπεραστική έκφανση της έννοιας της τραγικότητας! Η ξαφνική παρουσία σου στο διάδρομο ανάβει στα ζώα μια σπίθα ελπίδας για τη σωτηρία τους. Κρεμιούνται στα κάγκελα και, με έκφραση έκδηλης αγωνίας, κυριολεκτικά σε εκλιπαρούν να τα ελευθερώσεις απ’ το κελί τους, γλιτώνοντάς τα απ’ το σκοτεινό πεπρωμένο τους, το οποίο προαισθάνονται… Τραγική ειρωνεία, η απαλή, ευχάριστη μουσική που ακουγόταν απ’ τα μεγάφωνα. «Για να ηρεμούν τα ζώα!», μου εξήγησε ο φύλακας…

Σε ένα κελί, μια μεγαλόσωμη σκύλα με τα νεογέννητα κουτάβια της. Το βλέμμα της ξεψυχισμένο, μίζερο, σαν ήδη να δήλωνε παραίτηση και συνθηκολόγηση με τη μοίρα… Σε άλλο κελί, ένα μαλλιαρό, άσπρο, θηλυκό κανίς. «Μάλλον άρρωστη», είπε μελαγχολικά ο φύλακας καθώς άνοιγε το κελί να βάλει νερό. Και σε μια στιγμή, σαν τους απελπισμένους του Άουσβιτς που καβαλούσαν τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα για να «γλιτώσουν» απ’ τους θαλάμους των αερίων, μαζεύοντας όση δύναμη της είχε απομείνει, η σκυλίτσα πετάχτηκε έξω απ’ το κελί της τρέχοντας άναρχα στους υποφωτισμένους διαδρόμους του ασύλου. Χρειάστηκαν οι συντονισμένες προσπάθειες δύο-τριών φυλάκων για να επαναφέρουν στο κελί της μια μελλοθάνατη, που το μόνο «έγκλημά» της ήταν ότι υπήρξε…

Έφυγα κρατώντας μόνο την τραγική ειρωνεία της μουσικής από το τοπικό FM 100. Δυστυχώς, δεν είχα βρει κάποιο ζώο υγιές και κατάλληλο για τις περιοριστικές προδιαγραφές του σπιτιού μου, να πάρω απ’ το άσυλο. Λίγες μέρες μετά, πήρα τελικά ένα αξιαγάπητο κουταβάκι κόκερ σπάνιελ από ένα καλό σπίτι της πόλης. Την ονόμασα Lady. Ξέρετε, σαν εκείνη που τα έμπλεξε με τον Αλήτη στην ταινία του Ντίσνεϊ. Σύντομα διαπίστωσα, μάλιστα, πως είχε και ταλέντο στο τραγούδι!

Εδώ και πολλά χρόνια, αναπαύεται σε κάποιο κτήμα στο Διόνυσο. Είχε φύγει ξαφνικά, προδομένη απ’ την καρδιά της. Την πάντα γεμάτη απ’ την αγάπη, που γενναιόδωρα έδωσε και πήρε…

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ενώ εμείς κλαυθμυρίζουμε, κάποιοι άλλοι δρουν!

Τελικά, το μνημόνιο έχει και τις θετικές πλευρές του! Για παράδειγμα, κατόρθωσε να αναδείξει τον ποιητή που πάντα βρισκόταν μέσα μας εν υπνώσει (όπου το πρώτο πληθυντικό υπονοεί, εξ ορισμού, όλους εμάς τους – λιγότερο ή περισσότερο – βολεμένους). Που ξάφνου ανακαλύψαμε, με σπαραγμό ψυχής, τη δυστυχία της διπλανής πόρτας ή της παρακάτω (ενίοτε, πολύ παρακάτω) γειτονιάς. Και τη «ζωγραφίσαμε» λογοτεχνικά με χρώματα σκούρα, θανατερά, έτσι που καμία αμφιβολία να μη μένει για τη δική μας ευαισθησία κι ανθρωπιά, σε αντιδιαστολή με την αναλγησία κι απανθρωπιά του συστήματος (του οποίου, φυσικά, ουδόλως αποτελούμε εξαρτήματα!).

γράψαμε, έτσι, σπαραξικάρδια κείμενα αφάνταστης ποιητικής ωραιότητας, για τη φτώχεια στις γειτονιές – οι οποίες τώρα πια μοιάζουν με ερήμους – που τη μυρίζεις στον αέρα από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου σου, τους νέους που κρύβονται από ντροπή για τις άδειες τσέπες τους, τις εξίσου άδειες στάσεις των λεωφορείων, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα που εξαφανίστηκαν από τους δρόμους, τα παζάρια στις λαϊκές αγορές (όψιμο φαινόμενο κι αυτό!), τα κατεβασμένα ρολά των μαγαζιών (η μόνη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια!), τα άδεια βλέμματα των ανθρώπων και τα απλανή των – μονίμως δακρυσμένων κι αμίλητων – γερόντων στα καφενεία...

Και (για να έρθουμε στην ουσία του πράγματος) δεν παραλείπουμε ποτέ να εξακοντίσουμε τα επίκαιρα αναθέματα στο διαβόητο (και πολιτικώς κι επαγγελματικώς προσοδοφόρο) μνημόνιο, που μετατρέπει την υπομονή σε απελπισία στις γειτονιές και που θρυμματίζεται στο άκουσμα του κλάματος των παιδιών στις εξόδους των σούπερ μάρκετ, για τη σοκολάτα που πάλι δεν μπόρεσε ν’ αγοράσει η φουκαριάρα η μάνα τους...

Όσο για τα (όποια) αισθήματα αισιοδοξίας, τα υποκαθιστά πλέον αυτό της ειρωνείας, ενώ και οι (όποιες) προοπτικές ανάκαμψης δεν είναι παρά μασκαρεμένο χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου! Σε απόλυτη συμβατότητα με το διάχυτο γκρι – το μόνο χρώμα που απόμεινε να καλλωπίζει τους τοίχους, τα πρόσωπα και τις ζωές...

Κι ενώ εμείς, καβάλα στο ακριβό αμάξι μας, περιδιαβαίνουμε μελαγχολικά τις φτωχογειτονιές «με ανεβασμένα τα παράθυρα και τις ασφάλειες κατεβασμένες», κάποιοι άλλοι, οπλισμένοι με χαμόγελα αισιοδοξίας και κατάφορτοι με θετική ενέργεια, επιλέγουν τη συμμετοχή και τη δράση! Είχα την τύχη να δω, πρόσφατα, ένα ρεπορτάζ της Βίκυς Κατεχάκη για το MEGA. Αφορούσε την «Ομάδα Αιγαίου», τους «ήρωες του Αιγαίου», όπως εύστοχα τους χαρακτηρίζει το ρεπορτάζ της καλής δημοσιογράφου.

Πρόκειται για μια ομάδα 60 εθελοντών (μεταξύ αυτών 25 γιατροί) που κάθε χρόνο ταξιδεύουν εκατοντάδες μίλια, «σαρώνοντας» τα μικρά και ακριτικά νησιά του ελληνικού χάρτη – από τους Λειψούς και την Πάτμο ως τη Θύμαινα και τους Φούρνους – για να προσφέρουν όχι μόνο τις πολύτιμες ιατρικές υπηρεσίες τους στους κατοίκους, αλλά και σημαντικές υποδομές για την ανάπτυξη των ίδιων των νησιών.

Είναι προφανές ότι ελάχιστος χρόνος περισσεύει σ’ αυτούς τους αφανείς ήρωες για τετριμμένα, κατηφή, αντιμνημονιακά λυρικά παραληρήματα. Τους περισσεύει, όμως, άφθονο χαμόγελο και μια πηγαία κι ανυπόκριτη αισιοδοξία με την οποία οπλίζουν το ηθικό ανθρώπων που αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες επιβίωσης.

Αν μη τι άλλο, λοιπόν, όλοι εμείς οι «επί του καναπέως» φιλολογίζοντες ποιητές της καταστροφής, ας ευχηθούμε σ’ αυτούς τους ευγενείς κι ακούραστους θαλασσοπόρους καλή δύναμη για το δύσκολο έργο τους, κι ας τους στείλουμε λίγη θετική ενέργεια! Αν μας περισσεύει...

Aixmi.gr


Σημείωση: 

Αφετηριακό ερέθισμα γι' αυτό το άρθρο - εκτός από το εξαιρετικό, πράγματι, ρεπορτάζ της Βίκυς Κατεχάκη - ήταν αυτό το κείμενο: 

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Στα χαρακώματα του «Μεγάλου Πολέμου»


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

1. Εισαγωγή

Σε προηγούμενο άρθρο επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και να επιμερίσουμε, κατά το δυνατόν σφαιρικά, τις ευθύνες για το ξέσπασμά του, που ήταν αποτέλεσμα ενός διπλωματικού και στρατιωτικού ντόμινο μοναδικού στα πολεμικά χρονικά. Όπως είδαμε, τη νομοτέλεια των εξελίξεων καθόρισε ένα σύστημα συμμαχιών που χώριζε τις εμπόλεμες δυνάμεις σε δύο μεγάλα στρατόπεδα: την Αγγλία, τη Γαλλία και τους συμμάχους τους (που όλοι μαζί αναφέρονται, συνήθως, ως «οι Σύμμαχοι») και τη Γερμανο-Αυστριακή συμμαχική ομάδα (τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»).

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε τα ίδια τα πολεμικά γεγονότα, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, τα σημαντικότερα από αυτά. Για πληρέστερη μελέτη, ο αναγνώστης παραπέμπεται στην επιλεγμένη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο προηγούμενο άρθρο, καθώς και στις πολυάριθμες ιστορικές αναλύσεις και τα σχετικά videos που υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Και ας μην ξεχνούμε, ασφαλώς, και το κλασικό All Quiet on the Western Front” – ως ταινία ή ως μυθιστόρημα – καθώς και το δικό μας, το σαγηνευτικά εφιαλτικό «Η ζωή εν τάφω»

2. Ένα άλλο είδος πολέμου…

Στο τέλος του καλοκαιριού του 1914, οι λαοί είχαν υποδεχθεί τον πόλεμο με φανερό ενθουσιασμό και με τη βεβαιότητα μιας νίκης που θα επιτυγχανόταν «μέσα σε λίγες εβδομάδες». Σημαίες ανέμιζαν και στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν χαρούμενους πατριωτικούς σκοπούς καθώς οι στρατιώτες ξεκινούσαν, τραγουδώντας, για το μέτωπο…

Τον πρώτο καιρό, ο πόλεμος ακολούθησε τα συμβατικά πρότυπα που χαρακτηρίζονταν από κάποιας μορφής κινητικότητα των στρατευμάτων. Σύντομα, όμως, οι στρατοί βίωσαν τη δολοφονική δύναμη των νέων όπλων που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν μαζικούς θανάτους. Μετά τις αρχικές μάχες, οι αντίπαλες γραμμές στα δυτικά σίγησαν ξαφνικά καθώς οι στρατιώτες άρχισαν να σκάβουν βαθιά χαρακώματα, μέσα στα οποία θα έμεναν θαμμένοι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, παρέα με τη λάσπη, τις ψείρες και τους αρουραίους που έπαιρναν υπερμεγέθεις διαστάσεις τρεφόμενοι από τα πτώματα.

Ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές χαρακωμάτων, η ουδέτερη ζώνη, η «γη του κανενός» (no man’land) ήταν ο τόπος μαζικής σφαγής των επιτιθέμενων όταν αυτοί, υπό τους ήχους των εχθρικών πολυβόλων, επιχειρούσαν να βγουν από τα λαγούμια τους και να κινηθούν προς το απέναντι χαράκωμα…

Οι ένδοξοι καιροί του ιππικού και των πολύχρωμων στρατιωτικών κοστουμιών είχαν περάσει οριστικά, πια, στην ιστορία, ενώ το αεροπλάνο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του ως πολεμικό εργαλείο, κυρίως για την κατασκόπευση των θέσεων και κινήσεων του αντιπάλου. Ως το τέλος του πολέμου, τα δηλητηριώδη αέρια και τα tanks είχαν μπει κι αυτά στο πολεμικό παιχνίδι, αν και η σπουδαιότητά τους στον προκείμενο πόλεμο έχει μάλλον υπερεκτιμηθεί.

Σε ό,τι αφορά τη θάλασσα, ο πόλεμος δεν έχει να επιδείξει σημαντικές ναυμαχίες, με εξαίρεση αυτή στη Jutland το 1916, όπου ο αγγλικός και ο γερμανικός στόλος συναντήθηκαν σε μια μάχη χωρίς νικητή. Από κει και ύστερα, το υπέρτατο όπλο στον αγώνα για τον έλεγχο των θαλασσών ήταν το υποβρύχιο, κυρίως από τη μεριά των Γερμανών που προσπαθούσαν με κάθε μέσο να σπάσουν τον ασφυκτικό ναυτικό αποκλεισμό που τους είχαν επιβάλει οι Βρετανοί.

3. Αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο

Είδαμε στο προηγούμενο άρθρο πώς τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γαλλία μέσω του Βελγίου (η παραβίαση της ουδετερότητας του οποίου λειτούργησε ως διπλωματικό πρόσχημα για την είσοδο της Βρετανίας στον πόλεμο). Σύμφωνα με το φημισμένο Σχέδιο Schlieffen, οι Γερμανοί θα υπέτασσαν τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες και στη συνέχεια θα στρέφονταν προς τα ανατολικά για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία.

Το γερμανικό σχέδιο, όμως, απέτυχε στην εφαρμογή του, κυρίως λόγω των εσφαλμένων εκτιμήσεων του Moltke, αρχηγού του γερμανικού γενικού επιτελείου και διαδόχου του Schlieffen. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τη γερμανική προέλαση στη Μάχη του Μάρνη (9-12 Σεπτεμβρίου 1914), επιστρατεύοντας ακόμα και τα Παρισινά ταξί για να μεταφέρουν στρατιώτες στο μέτωπο!

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες άρχισε να διαφαίνεται το στρατιωτικό αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο: Αντί για προέλαση και γρήγορη νίκη, οι στρατοί οχυρώθηκαν μέσα σε μια διπλή γραμμή χαρακωμάτων που εκτείνονταν από τη Μάγχη ως τα ελβετικά σύνορα. Ήταν πια φανερό ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε πολύ…

Οι στρατηγοί κι από τις δύο πλευρές πάσχιζαν να συγκεντρώσουν ικανό αριθμό ανδρών και πυρομαχικών ώστε να μπορέσουν να σπάσουν το αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα επιδίδονταν σε πόλεμο φθοράς, με κάθε μέσο, των δυνάμεων του αντιπάλου. Όμως, οι περιοδικές απόπειρες οργανωμένης επίθεσης απλά επιβεβαίωναν το πόσο ανώφελο ήταν να στέλνει κανείς αθωράκιστους στρατιώτες να αντιμετωπίσουν καλά οχυρωμένους αντιπάλους και την καταστροφική δύναμη πυρός των πολυβόλων και του βαρέως πυροβολικού. Και οι μόνοι που αρνούνταν να δουν αυτή την πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι οι στρατηγοί, με προεξάρχοντες τον υπερφίαλο Βρετανό Sir Douglas Haig και τον εξίσου ματαιόδοξο Γάλλο αρχιστράτηγο Nivelle.

Οι απώλειες κατά τις μάχες συχνά έπαιρναν «αυτοκτονικές» διαστάσεις! Στη Μάχη του Somme (1η Ιουλίου έως 18 Νοεμβρίου 1916) οι Γερμανοί και οι Βρετανοί έχασαν από 400,000 η κάθε πλευρά, ενώ οι Γάλλοι έχασαν 200,000. Η «ανταμοιβή» για τις αγγλο-γαλλικές απώλειες των 600,000 ήταν μια μέγιστη προέλαση 7 μιλίων, περίπου! Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, η ανεπιτυχής γερμανική πολιορκία του Verdun κόστισε τη ζωή σε 336,000 Γερμανούς και 350,000 Γάλλους στρατιώτες. Στη διαβόητη μάχη στο Passchendaele, το 1917 (άλλη μια λαμπρή ιδέα του Douglas Haig!) πάνω από 370,000 Βρετανοί στρατιώτες χάθηκαν με «κέρδος» λίγων μόλις τετραγωνικών χιλιομέτρων λασπωμένης γης, διάτρητης από τις οβίδες του πυροβολικού…

4. Γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια

Η αποτυχία στο Verdun έδειξε στους Γερμανούς το ανώφελο οποιωνδήποτε περαιτέρω επιθέσεων στα δυτικά. Το πάνω χέρι πήραν τώρα οι στρατιωτικοί κύκλοι που πίστευαν ότι η νίκη στον πόλεμο θα ερχόταν μόνο με την καταρχήν ήττα της Ρωσίας.

Τον Αύγουστο του 1916, ο στρατηγός Paul von Hindenburg που, ως διοικητής του Ανατολικού Μετώπου, είχε πιστωθεί τη νικηφόρα έκβαση της Μάχης του Tannenberg κατά των Ρώσων στην Ανατολική Πρωσία τον Αύγουστο του 1914, έγινε αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου, έχοντας δίπλα του ως αχώριστο βοηθό και σύμβουλό του τον Erich Ludendorff.

Οι γερμανικές επιτυχίες κατά των Ρώσων στο δεύτερο μισό του πολέμου, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη δυσκολία των τελευταίων να προμηθευτούν πυρομαχικά και αναγκαίο εξοπλισμό από τους Συμμάχους. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η επιτυχής διπλωματία των Γερμανών στα Βαλκάνια.

Το Νοέμβριο του 1914, η Τουρκία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η θέση της Τουρκίας ήταν στρατηγικής σημασίας: Αν είχε προσχωρήσει στους Συμμάχους, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τις Κεντρικές Δυνάμεις με ένα γιγαντιαίο «δαχτυλίδι» που θα τις καθιστούσε ευάλωτες σε επιθέσεις από δυτικά, ανατολικά και νότια. Από την άλλη, σαν σύμμαχος των Γερμανών και των Αυστριακών, η Τουρκία θα μπορούσε τώρα να εμποδίσει την από θαλάσσης τροφοδοσία των Ρώσων δια μέσου της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Στις αρχές του 1915, οι Βρετανοί επιχείρησαν να ανοίξουν διάδρομο προς τη Ρωσία μέσω των Δαρδανελίων, στέλνοντας στρατό στη Χερσόνησο της Καλλίπολης. Η αποτυχία της εκστρατείας χρεώθηκε στον εμπνευστή της, Winston Churchill, στοιχίζοντάς του τη θέση του στην κυβέρνηση!

Υποσχόμενοι την εκχώρηση μεγάλων τμημάτων της Μακεδονίας που βρίσκονταν σε σερβικά χέρια, οι Γερμανοί κατόρθωσαν, μετά την Τουρκία, να πάρουν με το μέρος τους και τη Βουλγαρία (Οκτώβριος 1915). Σε λίγες εβδομάδες, η Βουλγαρία επιτέθηκε στη Σερβία.

Ως αντίβαρο στις γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια, οι Σύμμαχοι πέτυχαν να βάλουν στον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων τη Ρουμανία (Αύγουστος 1916) και την Ελλάδα (Ιούνιος 1917). Η ελληνική συμμετοχή κατέστησε δυνατή την επίθεση των Συμμαχικών δυνάμεων κατά της Βουλγαρίας στην τελική φάση του πολέμου.

5. Η περίπτωση της Ιταλίας

Αν και δεμένη μέσω της «Τριπλής Συμμαχίας» με τη Γερμανία και την Αυστρία, η Ιταλία παρέμεινε ουδέτερη στην αρχή του πολέμου, αφού οι όροι της συμμαχίας δεν ίσχυαν παρά μόνο αν κάποιο από τα μέλη δεχόταν επίθεση. Και, στην περίπτωση αυτή, οι Γερμανοί ήταν που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία και τη Ρωσία, ενώ οι Αυστριακοί δεν είχαν καν μπει στον κόπο να ενημερώσουν τους Ιταλούς σχετικά με το τελεσίγραφο στη Σερβία.

Στη συνέχεια, οι Ιταλοί «πολιορκήθηκαν» και από τις δύο πλευρές, όμως οι υποσχέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Σε μια μυστική συνάντηση στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1915, οι Σύμμαχοι κατάφεραν τελικά να πείσουν την ιταλική κυβέρνηση να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό τους. Ανάμεσα στα ανταλλάγματα, σε περίπτωση νίκης, εκτός από τις αυστριακές επαρχίες που κατοικούνταν από Ιταλούς, θα ήταν κι η Βόρεια Αλβανία, καθώς και μέρος της Μικράς Ασίας.

Η Ιταλία υπέστη οδυνηρή ήττα από τις αυστριακές και γερμανικές δυνάμεις στη Μάχη του Caporetto, τον Οκτώβριο του 1917. Εν τούτοις, οι Κεντρικές Δυνάμεις δεν κατάφεραν να τη βγάλουν από τον πόλεμο, αφού οι Βρετανοί και οι Γάλλοι έστειλαν αρκετές ενισχύσεις ώστε να ανασυγκροτηθεί το ιταλικό μέτωπο.

6. Οι Ρώσοι αποχωρούν, οι Αμερικάνοι έρχονται!

Η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία (7 Νοεμβρίου 1917) – ενδεχομένως αποτέλεσμα και γερμανικών υπόγειων μεθοδεύσεων – σήμανε ολική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Σύντομα, ο V. I. Lenin εξήγγειλε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε πρόταση άμεσου τερματισμού του πολέμου. Καθώς (όπως ήταν φυσικό) δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Συμμάχους, ξεκίνησε χωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 3 Δεκεμβρίου του 1917, που κορυφώθηκαν στις 3 Μαρτίου του 1918 με τη Συνθήκη του Brest-Litovsk.

Με τη συνθήκη αυτή, η Ρωσία, όχι μόνο βγήκε από τον πόλεμο αλλά και απώλεσε, προς όφελος των Γερμανών, όλες τις μη-Ρωσικές περιοχές που κατείχε στην Ευρώπη, πράγμα που είχε τεράστιες οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για τη χώρα. Επί πλέον, η συνθηκολόγηση της Ρωσίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποδεσμεύσει δυνάμεις από το ανατολικό μέτωπο ώστε να ενισχύσουν το δυτικό, για τη μεγάλη γερμανική επίθεση που σχεδιαζόταν να ξεκινήσει την άνοιξη του 1918.

Στο μεταξύ, στις 7 Απριλίου του 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν το μοιραίο, για τη Γερμανία, βήμα να της κηρύξουν τον πόλεμο (η σημασία του οποίου γεγονότος μάλλον δεν εκτιμήθηκε σωστά, αρχικά, από τη γερμανική ηγεσία). Οι λόγοι της αμερικανικής εισόδου στον πόλεμο έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων ανάμεσα στους ιστορικούς. Πέρα από τα όποια ιδεολογικά κίνητρα και τη σχετική ρητορεία («να γίνει ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία»«να εξασφαλιστεί στους λαούς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης», κλπ.), σίγουρα υπήρχαν και πρακτικοί λόγοι που υπαγορεύονταν από ιδιοτέλεια, όπως, π.χ., ο κίνδυνος για το αμερικανικό εμπόριο λόγω του ανεξέλεγκτου γερμανικού υποβρυχιακού πολέμου, ή, οι γερμανικές ίντριγκες στο Μεξικό, στο οποίο οι Γερμανοί υπόσχονταν στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου του με τις Η.Π.Α.

Όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των Αμερικανών, η είσοδός τους στον πόλεμο άλλαξε αποφασιστικά την ισορροπία των δυνάμεων στην Ευρώπη…

7. Η τελευταία γερμανική ζαριά

Η μεγάλη επίθεση στο δυτικό μέτωπο, που σχεδίαζαν οι Γερμανοί για το 1918, ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου. Η αρχική προέλασή τους ήταν σημαντική, κατάφεραν όμως να την ανακόψουν οι Σύμμαχοι με έγκαιρη τακτική υποχώρηση και με την υποστήριξη αμερικανικών δυνάμεων.

Πάντως, στις αρχές Ιουνίου, οι Γερμανοί βρίσκονταν στην περιοχή του Μάρνη και, όπως στην αρχή του πολέμου, το Παρίσι φαινόταν να κινδυνεύει και πάλι. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, ο Ludendorff συνειδητοποίησε ότι τα μέσα που του απέμεναν δεν επαρκούσαν για περαιτέρω προέλαση.

Στις 18 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι αντεπιτέθηκαν αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση. Την ίδια στιγμή, οι Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε αναμονή στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με τις ιταλικές, έσπασαν το βουλγαρικό και το αυστριακό μέτωπο, αναγκάζοντας τη Βουλγαρία και την Αυστρία να ζητήσουν κατάπαυση του πυρός.

Στο σημείο αυτό, συνειδητοποιώντας τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο γερμανικός στρατός, ο Ludendorff κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους για ανακωχή. Στη χώρα άρχισε να ξεσπά επανάσταση που εξαπλωνόταν γοργά από πόλη σε πόλη. Στις 10 Νοεμβρίου, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ο Kaiser Wilhelm II έφυγε για την Ολλανδία, όπου έζησε εξόριστος ως το τέλος της ζωής του, το 1941 (προλαβαίνοντας να δει τους Ναζί να εισβάλλουν στη χώρα αυτή το 1940!).

Στις 11 Νοεμβρίου του 1918 υπογράφηκε, τελικά, η ανακωχή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφτασε στο τέλος του…

8. Τι άφησε πίσω του ο πόλεμος…

Συνηθίζεται να λέγεται πως μια ολόκληρη γενιά χάθηκε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Στη Δυτική Ευρώπη, οι απώλειες ξεπέρασαν κατά πολύ τις αντίστοιχες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Συνολικά, κάπου 8.5 εκατομμύρια χάθηκαν στα πεδία των μαχών, ενώ περισσότερο από διπλάσιος ήταν ο αριθμός των τραυματιών, πολλοί από τους οποίους έζησαν ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων πολέμου σε όλα τα μέτωπα (νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι) υπολογίζεται στα 37.5 εκατομμύρια.

Στον πόλεμο αυτό, χάρις στο αλαζονικό πείσμα και τον ακραίο εγωισμό των στρατηγών, ο στρατιώτης κατέστη αναλώσιμο είδος, η ανθρώπινη ατομικότητα εκφυλίστηκε σε απρόσωπο αριθμό πολεμικού μητρώου, και η αξία της ανθρώπινης ζωής ευτελίστηκε όσο ποτέ άλλοτε (με εξαίρεση, φυσικά, τους θαλάμους των αερίων, είκοσι και κάτι χρόνια αργότερα…).

Όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν τέλειωσε στ’ αλήθεια το 1918. Η εικοσαετής περίοδος που μεσολάβησε ως το ξέσπασμα του επόμενου μεγάλου πολέμου δεν ήταν παρά ανακωχή για ανασύνταξη δυνάμεων, κυρίως απ’ τη μεριά των Γερμανών. Που, σαν ένιωσαν και πάλι δυνατοί, θέλησαν να κλείσουν τους λογαριασμούς που έμειναν ανοιχτοί στα χαρακώματα…

Αλλά, για το πώς και γιατί απέτυχε η ειρήνη κατά το μεσοπόλεμο, θα μιλήσουμε σε προσεχές άρθρο.

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Τα δύο πρόσωπα της «σιδηράς κυρίας»…

Στην πιο διδακτική, ίσως, ταινία του, την «Υπόθεση Πάραντιν» (The Paradine Case), ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει την ιστορία ενός νεαρού δικηγόρου (Γκρέγκορι Πεκ) που, παραπλανημένος από την αγγελική αθωότητα που αποπνέει η μορφή μιας γυναίκας (Αλίντα Βάλι) την υπερασπίζεται στο δικαστήριο με τρόπο που ξεφεύγει από το πλαίσιο του επαγγελματισμού.

Όταν, τελικά, αποκαλύπτεται το αληθινό πρόσωπο της μοιραίας γυναίκας, είναι πια αργά για τον Άντονι Κην: η καριέρα του έχει καταστραφεί και ο ευτυχισμένος γάμος του βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης…

Ο κύριος Κην δεν είναι απαραίτητα ένας απόλυτα εξωπραγματικός ήρωας κάποιας κινηματογραφικής μυθοπλασίας. Όπως εκείνος, κάποιοι παρασυρθήκαμε πρόσφατα από τα εξόχως «αθώα» χαρακτηριστικά μιας γυναικείας μορφής, της οποίας οι επιμελώς φιλοτεχνημένες εικόνες κοσμούσαν επί καιρό αμέτρητα σημεία της πόλης. Ξεγελαστήκαμε, ακόμα, απ’ τον προσεκτικά εκφερόμενο, σχετικά ήπιο και αυτοσυγκρατημένο πολιτικό λόγο της, την – όπως τελικά αποδείχθηκε – προσποιητή ευγένειά της, την επίπλαστη σεμνότητά της, την φαινομενική ταπεινοφροσύνη της…

Το βράδυ της δεύτερης Κυριακής, όταν ο εκλογικός θρίαμβος είχε πια γίνει βεβαιότητα, αντικρίσαμε το αληθινό πρόσωπο της «κυρίας Πάραντιν»! Είδαμε την ψυχρή σκληράδα μιας αλλοιωμένης μορφής που, με έκδηλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αλαζονείας, διέταξε – όπως ο λοχαγός κάποιους ασήμαντους φαντάρους – τους ίδιους της τους συνεργάτες, τους ανθρώπους που την στήριξαν ώστε να μπορέσει να βρεθεί νικήτρια μπροστά στα φώτα και τις κάμερες, να «κάνουν όλοι ένα βήμα πίσω»! Ίσως για να μην επισκιάσουν ένα πολλοστημόριο από τη λάμψη του μεγαλείου της…

Κι ύστερα ήρθαν τα γλέντια και το κιτς των πανηγυρισμών… Αναρωτιέμαι, όμως, αν – για λόγους και μόνον πολιτικού συμβολισμού και πολιτικής ευπρέπειας – επιτρέπεται σήμερα να γλεντά κάποιος που απέκτησε δημόσια αξιώματα σ’ αυτό τον τόπο. Γιατί, όσοι καλούνται από το λαό να υπηρετήσουν μια κατ’ ουσίαν κατεστραμμένη χώρα, απαιτείται να το πράξουν με ταπεινοφροσύνη μπρος στον πόνο του δοκιμαζόμενου συνανθρώπου, με δέος απέναντι στο μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνουν, με αίσθημα απόλυτου σεβασμού για το κοινωνικό λειτούργημα που τους ανατίθεται…

Η εκλογή τους είναι λόγος περισυλλογής, όχι αφορμή προσωπικής θριαμβολογίας. Και, σε αντίθεση με τα επινίκια ποδοσφαιρικού θριάμβου, η ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης δεν γιορτάζεται με ακαλαίσθητες φιγούρες, θλιβερά ζεϊμπέκικα και φτηνά «όπα» πάνω σε πίστες νυχτερινών κέντρων! Εξ άλλου, αυτές ήταν πάντα συμπεριφορές «των άλλων». Αυτών απ’ τους οποίους «εμείς» προτιμηθήκαμε, κι απ’ τους οποίους υποτίθεται πως «διαφέρουμε». Σε ήθος και ύφος…

Το πρώτο δείγμα γραφής της «σιδηράς κυρίας» με τα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα πρόσωπα και το υπέρμετρα (αυτο-)προβεβλημένο «λαϊκό» προφίλ, ήταν εξόχως απογοητευτικό. Θα περιμένουμε, παρ’ όλα αυτά, τη συνέχεια. Και – ποιος ξέρει; – ίσως στην πορεία μάς διαψεύσει ευχάριστα. Κι ίσως ξανακερδίσει, τελικά, την εκτίμησή μας!



Σάββατο 17 Μαΐου 2014

«Πολιτική ορθότητα» και ιδεολογική σύγχυση…

Σε πρόσφατο άρθρο του σε κορυφαίο ειδησεογραφικό site, νεαρός και ταλαντούχος – πλην άπειρος – δημοσιογράφος (ας τον ονομάσουμε, συμβολικά, «Γιάννη») στηλιτεύει ένα μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης για την αρνητική υποδοχή που επιφύλαξε στη «νικήτρια» του «διαγωνισμού τραγουδιού» της Eurovision…

Να σημειώσουμε ότι, όπως ορθά παρατηρεί σε άρθρο του ο Βαγγέλης Λιακόγκονας, δεν πρόκειται για διαγωνισμό που απλώς προβάλλεται τηλεοπτικά, αλλά για καθαρά τηλεοπτικό διαγωνισμό, όπου ο εντυπωσιασμός δια μέσου της τηλεθέασης είναι το ζητούμενο και αποτελεί το κλειδί της επιτυχίας. Επισημαίνεται, μάλιστα, στο άρθρο – κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα συζήτηση – ότι η διοργάνωση έχει ως «χορηγό επικοινωνίας» τη διαφορετικότητα (έχουμε δει κατά καιρούς να νικούν τέρατα και μεταλλαγμένες υπάρξεις – δική μου σημείωση αυτή), ενώ τα κριτήρια αξιολόγησης είναι κάθε άλλο παρά μουσικά, αφού βασίζονται στη δύναμη της εικόνας και το έξυπνο marketing!

Στο άρθρο του νεαρού Γιάννη είναι εμφανής η ιδεολογική σύγχυση στην οποία έχει οδηγήσει τους νέους ανθρώπους η δικτατορία της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness). Η οποία (ορθότητα), από όπλο κατά του ρατσισμού, του σεξισμού και της περιθωριοποίησης ανθρώπων με ειδικά προβλήματα, έχει μετεξελιχθεί σε όργανο φαλκίδευσης της ελευθερίας του λόγου και φίμωσης κάθε έκφρασης που δεν συνάδει με τις ιδεοληπτικές επιταγές κάποιων αυτοδιορισμένων «νομοθετών» κοινωνικής συμπεριφοράς!

Παραθέτω αποσπάσματα από το κείμενο του Γιάννη:

** Αμέτρητοι συμπολίτες μας εξάντλησαν τη μισαλλοδοξία τους πάνω στη νικήτρια της Εurovision. Μόνο και μόνο επειδή έχει μούσι και ανδρικά γεννητικά όργανα. (…)

** Αν γνώριζα την Κοντσίτα θα της έλεγα να μην παίρνει τους εν Ελλάδι επικριτές της στα σοβαρά. Δεν έχουν κάτι προσωπικό μαζί της. Ο εχθρός τους είναι η διαφορετικότητα. Είτε αυτή εκφράζεται με τον Οδυσσέα Τσενάι να κρατάει τη σημαία, είτε με το Σοφοκλή Σχορτσιανίτη να «καρφώνει» με το εθνόσημο στο στήθος. (…)

** Οι μόνοι οι οποίοι είναι ανάξιοι κάθε κριτικής είναι όλοι όσοι μιλάνε για «ζήτημα αισθητικής». (…) Στο κάτω-κάτω, εάν κάνουν μία βόλτα στα χωριά της Ελλάδας θα δουν πάμπολλες συμπαθέστατες γιαγιάδες με ίχνη μουστακιού. Αν τολμάνε, να πάνε σε αυτές να μιλήσουν για αισθητική.

Είναι φανερό ότι ο Γιάννης έχει γαλουχηθεί σε μια σχολή σκέψης που δίνει «λευκή επιταγή» στη διαφορετικότητα, εν γένει. Έτσι, αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορετικότητα εκ φύσεως από τη διαφορετικότητα εξ επιλογής! Η μη αποδοχή, όμως, της πρώτης συνιστά τον ορισμό του ρατσισμού, ενώ η τυχόν μη αποδοχή της δεύτερης δεν είναι παρά ζήτημα στυλιστικής αντίθεσης! Για παράδειγμα:

* Η άρνηση της σημαίας στον αριστούχο Τσενάι, λόγω καταγωγής, είναι ρατσισμός!

* Η υποτίμηση του αθλητή Σχορτσιανίτη, λόγω χρώματος, είναι ρατσισμός!

* Ο χλευασμός της τριχοφυΐας της συμπαθούς, ταπεινής γιαγιάς, είναι ρατσισμός!

* Η κριτική, όμως, στην κιτς εμφάνιση ενός συμμετέχοντος στον τελικό κάποιου διαγωνισμού τραγουδιού – όταν μάλιστα η εμφάνιση αυτή στοχεύει στον εντυπωσιασμό που αποφέρει ψήφους νίκης – δεν είναι ρατσισμός! Και οι κανόνες του τηλεοπτικού marketing ουδόλως σχετίζονται με τους όρους της πολιτικής ορθότητας.

Στόχος μιας τέτοιας εμφάνισης είναι, κατά βάθος, η πρόκληση – και μάλιστα, για καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς – και όχι αυτή καθαυτήν η προβολή και υπεράσπιση της ιδέας της διαφορετικότητας. Η διαφορετικότητα, δηλαδή, είναι θέση προβοκατόρικη και όχι θέση οντολογική. Είναι όχημα κερδοσκοπικού εντυπωσιασμού και όχι έκφραση υπαρξιακού στίγματος!

Αυτό, όμως, που αληθινά προβληματίζει είναι ο χαρακτηρισμός, από τον Γιάννη, ως «ανάξιων κριτικής» (διατηρώ αμφιβολίες για τη δοκιμότητα της έκφρασης) όσων τολμούν να αρθρώσουν ενστάσεις για το αισθητικό αποτέλεσμα της εμφάνισης της «νικήτριας» (ας μου συγχωρεθεί η επιμονή στη χρήση των εισαγωγικών!). Για να το πω απλά: Η σχολή της «πολιτικής ορθότητας», μέσα στην οποία ο νεαρός δημοσιογράφος ανέπτυξε κοινωνική συνειδητότητα, εκδίδει ή ανακαλεί πιστοποιητικά αξιοσύνης με βάση την έκφραση γνώμης πάνω σε ζητήματα αισθητικής, έστω κι αν η αισθητική αυτή είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής (το τονίζω!) και όχι φυσικής αναγκαιότητας!

Και μένουμε, τελικά, με αναπάντητο το ερώτημα: Αν η πολιτική ορθότητα ήρθε για να μας προστατέψει από τον φασισμό του ρατσισμού, ποιος θα μας προστατέψει από τις υπερβολές και τις καταχρήσεις της ίδιας της «πολιτικής ορθότητας»; Ο νεαρός – και σίγουρα ικανός – Γιάννης ας το σκεφτεί αυτό καλά κι ας επανέλθει. Θα περιμένουμε να διαβάσουμε τις θέσεις του με ενδιαφέρον!

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Η γέννηση της «Δημοκρατίας» (ένα προκλητικό παραμύθι)

Ένα ιδιαίτερα διαπεραστικό – αν και μετριοπαθώς διατυπωμένο – σχόλιο της τακτικής αναγνώστριας του Aixmi.gr, Ελένης Αθανασούλη, στο ενδιαφέρον άρθρο της διηγηματογράφου Ντίνας Εξάρχου«Ψιτ, κύριος!», ήταν η αφορμή για το σύντομο κείμενο πολιτικής μυθοπλασίας που ακολουθεί…

———————————————————

Το ότι ζούμε σε δημοκρατικό καθεστώς το θεωρούμε τόσο αυτονόητο ώστε σπάνια μπαίνουμε στον κόπο να το επανεξετάσουμε. Πιστεύουμε ως λαός ότι κρατάμε τις τύχες μας στα δικά μας χέρια, αφού κάθε τέσσερα χρόνια έχουμε τη δυνατότητα να εκλέγουμε τους διαχειριστές των δημοσίων θεμάτων της χώρας. Όμως, πόσο επηρεάζει στ’ αλήθεια αυτή η εκλογή τη ζωή μας και την πορεία του τόπου; Και – το πιο σημαντικό – πρόκειται για αληθινή επιλογή, ή μήπως για επίφαση επιλογής; Τα ερωτήματα αυτά επιχειρεί να θέσει ένα (ενδεχομένως προκλητικό) παραμύθι για «ψαγμένα» κι ανήσυχα παιδιά…

Ήταν κάποτε ένας Βασιλιάς σε μια μικρή κι ασήμαντη χώρα, που δεν θυμάμαι καν τ’ όνομά της. Ήταν σκληρός με τους υπηκόους του, με εξαίρεση τα μέλη μιας μικρής ομάδας προνομιούχων που τον στήριζαν δίνοντάς του τα μέσα για να ασκεί ανενόχλητα την εξουσία του. Όμως, η δυσαρέσκεια του λαού όλο και γιγαντωνόταν, και μια εξέγερση σιγόβραζε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που υπέφεραν από την πείνα και εξοργίζονταν με την ανισότητα και την αδικία…

Ο Βασιλιάς τότε συγκάλεσε συμβούλιο με τους σοφούς της αυλής, να πάρει τη γνώμη τους γι’ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφωνόταν στη χώρα. Κάποια στιγμή, ο αρχαιότερος των σοφών πήρε το λόγο:

«Άκουσε τι θα κάνεις, Βασιλιά, για να αποτρέψεις την εξέγερση: Είσαι τυχερός που έχεις δύο γιους. Θα αφήσεις, λοιπόν, να διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα πως άλλαξαν στάση απέναντί σου και θέλουν τώρα να σε ανατρέψουν και να καταργήσουν τη βασιλεία σου. Πράγμα που, τελικά, θα επιτρέψεις να γίνει – εικονικά, βέβαια, και κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου. Μετά από λίγο, οι δύο γιοι σου θα διαφωνήσουν, δήθεν, μεταξύ τους για το είδος της διακυβέρνησης. Ο ένας θα κάνει πως είναι συντηρητικός και σταθερά προσηλωμένος στις παραδοσιακές αξίες του τόπου, ενώ ο άλλος θα φαίνεται προοδευτικός και ανατρεπτικός, με νέες ιδέες που θα στοχεύουν στο καλό του λαού. Ε, από κει και πέρα, ας αποφασίζει ο ίδιος ο λαός κάθε τόσο, ποιος από τους δύο θα τον κυβερνά. Ούτως ή άλλως, το πρόσταγμα θα το έχεις πάντα εσύ και οι προνομιούχοι σου!»

Με τον τρόπο αυτό, γεννήθηκε στη χώρα εκείνη η Δημοκρατία. Ή, τουλάχιστον, αυτό που φάνταζε στις συνειδήσεις των αφελών πολιτών ως «Δημοκρατία»! Γιατί ο λαός – διχασμένος τώρα σε δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα, κι έτσι ακόμα περισσότερο αποδυναμωμένος – συνέχισε να πεινά, οι προνομιούχοι εξακολούθησαν να πλουτίζουν, ενώ ο βασιλιάς δεν έπαψε ποτέ στ’ αλήθεια να κυβερνά!

(Προς άρση τυχόν παρεξηγήσεων, η φανταστική χώρα του παραμυθιού ουδεμία σχέση έχει με την Αρχαία Ελλάδα, που γέννησε την αληθινή Δημοκρατία! Για το εντός εισαγωγικών ομώνυμο Πολίτευμα, σε συσχετισμό με τη νεώτερη Ελλάδα, δεν είμαι απόλυτα βέβαιος… Τείνω, όμως, να συμμερίζομαι τον σκεπτικισμό της Ελένης Αθανασούλη.)

* Αφιερωμένο σε φίλο μου συν-αρθρογράφο και ιατρό, που με τα επιμελώς φιλοτεχνημένα εμπρηστικά κείμενά του συμβάλλει στη διατήρηση και την όξυνση του εθνικού μας διχασμού που κατ’ ευφημισμόν ονομάζεται (και αφελώς εκλαμβάνεται ως) «δημοκρατική αντιπαράθεση». Ενός διχασμού που δεν είναι πρωτόγνωρο απότοκο της παρούσας «κρίσης», μα διαχρονικό δομικό συστατικό της ίδιας της ελληνικής συλλογικής συνείδησης…

Aixmi.gr