Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ενώ εμείς κλαυθμυρίζουμε, κάποιοι άλλοι δρουν!

Τελικά, το μνημόνιο έχει και τις θετικές πλευρές του! Για παράδειγμα, κατόρθωσε να αναδείξει τον ποιητή που πάντα βρισκόταν μέσα μας εν υπνώσει (όπου το πρώτο πληθυντικό υπονοεί, εξ ορισμού, όλους εμάς τους – λιγότερο ή περισσότερο – βολεμένους). Που ξάφνου ανακαλύψαμε, με σπαραγμό ψυχής, τη δυστυχία της διπλανής πόρτας ή της παρακάτω (ενίοτε, πολύ παρακάτω) γειτονιάς. Και τη «ζωγραφίσαμε» λογοτεχνικά με χρώματα σκούρα, θανατερά, έτσι που καμία αμφιβολία να μη μένει για τη δική μας ευαισθησία κι ανθρωπιά, σε αντιδιαστολή με την αναλγησία κι απανθρωπιά του συστήματος (του οποίου, φυσικά, ουδόλως αποτελούμε εξαρτήματα!).

γράψαμε, έτσι, σπαραξικάρδια κείμενα αφάνταστης ποιητικής ωραιότητας, για τη φτώχεια στις γειτονιές – οι οποίες τώρα πια μοιάζουν με ερήμους – που τη μυρίζεις στον αέρα από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου σου, τους νέους που κρύβονται από ντροπή για τις άδειες τσέπες τους, τις εξίσου άδειες στάσεις των λεωφορείων, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα που εξαφανίστηκαν από τους δρόμους, τα παζάρια στις λαϊκές αγορές (όψιμο φαινόμενο κι αυτό!), τα κατεβασμένα ρολά των μαγαζιών (η μόνη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια!), τα άδεια βλέμματα των ανθρώπων και τα απλανή των – μονίμως δακρυσμένων κι αμίλητων – γερόντων στα καφενεία...

Και (για να έρθουμε στην ουσία του πράγματος) δεν παραλείπουμε ποτέ να εξακοντίσουμε τα επίκαιρα αναθέματα στο διαβόητο (και πολιτικώς κι επαγγελματικώς προσοδοφόρο) μνημόνιο, που μετατρέπει την υπομονή σε απελπισία στις γειτονιές και που θρυμματίζεται στο άκουσμα του κλάματος των παιδιών στις εξόδους των σούπερ μάρκετ, για τη σοκολάτα που πάλι δεν μπόρεσε ν’ αγοράσει η φουκαριάρα η μάνα τους...

Όσο για τα (όποια) αισθήματα αισιοδοξίας, τα υποκαθιστά πλέον αυτό της ειρωνείας, ενώ και οι (όποιες) προοπτικές ανάκαμψης δεν είναι παρά μασκαρεμένο χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου! Σε απόλυτη συμβατότητα με το διάχυτο γκρι – το μόνο χρώμα που απόμεινε να καλλωπίζει τους τοίχους, τα πρόσωπα και τις ζωές...

Κι ενώ εμείς, καβάλα στο ακριβό αμάξι μας, περιδιαβαίνουμε μελαγχολικά τις φτωχογειτονιές «με ανεβασμένα τα παράθυρα και τις ασφάλειες κατεβασμένες», κάποιοι άλλοι, οπλισμένοι με χαμόγελα αισιοδοξίας και κατάφορτοι με θετική ενέργεια, επιλέγουν τη συμμετοχή και τη δράση! Είχα την τύχη να δω, πρόσφατα, ένα ρεπορτάζ της Βίκυς Κατεχάκη για το MEGA. Αφορούσε την «Ομάδα Αιγαίου», τους «ήρωες του Αιγαίου», όπως εύστοχα τους χαρακτηρίζει το ρεπορτάζ της καλής δημοσιογράφου.

Πρόκειται για μια ομάδα 60 εθελοντών (μεταξύ αυτών 25 γιατροί) που κάθε χρόνο ταξιδεύουν εκατοντάδες μίλια, «σαρώνοντας» τα μικρά και ακριτικά νησιά του ελληνικού χάρτη – από τους Λειψούς και την Πάτμο ως τη Θύμαινα και τους Φούρνους – για να προσφέρουν όχι μόνο τις πολύτιμες ιατρικές υπηρεσίες τους στους κατοίκους, αλλά και σημαντικές υποδομές για την ανάπτυξη των ίδιων των νησιών.

Είναι προφανές ότι ελάχιστος χρόνος περισσεύει σ’ αυτούς τους αφανείς ήρωες για τετριμμένα, κατηφή, αντιμνημονιακά λυρικά παραληρήματα. Τους περισσεύει, όμως, άφθονο χαμόγελο και μια πηγαία κι ανυπόκριτη αισιοδοξία με την οποία οπλίζουν το ηθικό ανθρώπων που αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες επιβίωσης.

Αν μη τι άλλο, λοιπόν, όλοι εμείς οι «επί του καναπέως» φιλολογίζοντες ποιητές της καταστροφής, ας ευχηθούμε σ’ αυτούς τους ευγενείς κι ακούραστους θαλασσοπόρους καλή δύναμη για το δύσκολο έργο τους, κι ας τους στείλουμε λίγη θετική ενέργεια! Αν μας περισσεύει...

Aixmi.gr


Σημείωση: 

Αφετηριακό ερέθισμα γι' αυτό το άρθρο - εκτός από το εξαιρετικό, πράγματι, ρεπορτάζ της Βίκυς Κατεχάκη - ήταν αυτό το κείμενο: 

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Στα χαρακώματα του «Μεγάλου Πολέμου»


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

1. Εισαγωγή

Σε προηγούμενο άρθρο επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και να επιμερίσουμε, κατά το δυνατόν σφαιρικά, τις ευθύνες για το ξέσπασμά του, που ήταν αποτέλεσμα ενός διπλωματικού και στρατιωτικού ντόμινο μοναδικού στα πολεμικά χρονικά. Όπως είδαμε, τη νομοτέλεια των εξελίξεων καθόρισε ένα σύστημα συμμαχιών που χώριζε τις εμπόλεμες δυνάμεις σε δύο μεγάλα στρατόπεδα: την Αγγλία, τη Γαλλία και τους συμμάχους τους (που όλοι μαζί αναφέρονται, συνήθως, ως «οι Σύμμαχοι») και τη Γερμανο-Αυστριακή συμμαχική ομάδα (τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»).

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε τα ίδια τα πολεμικά γεγονότα, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, τα σημαντικότερα από αυτά. Για πληρέστερη μελέτη, ο αναγνώστης παραπέμπεται στην επιλεγμένη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο προηγούμενο άρθρο, καθώς και στις πολυάριθμες ιστορικές αναλύσεις και τα σχετικά videos που υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Και ας μην ξεχνούμε, ασφαλώς, και το κλασικό All Quiet on the Western Front” – ως ταινία ή ως μυθιστόρημα – καθώς και το δικό μας, το σαγηνευτικά εφιαλτικό «Η ζωή εν τάφω»

2. Ένα άλλο είδος πολέμου…

Στο τέλος του καλοκαιριού του 1914, οι λαοί είχαν υποδεχθεί τον πόλεμο με φανερό ενθουσιασμό και με τη βεβαιότητα μιας νίκης που θα επιτυγχανόταν «μέσα σε λίγες εβδομάδες». Σημαίες ανέμιζαν και στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν χαρούμενους πατριωτικούς σκοπούς καθώς οι στρατιώτες ξεκινούσαν, τραγουδώντας, για το μέτωπο…

Τον πρώτο καιρό, ο πόλεμος ακολούθησε τα συμβατικά πρότυπα που χαρακτηρίζονταν από κάποιας μορφής κινητικότητα των στρατευμάτων. Σύντομα, όμως, οι στρατοί βίωσαν τη δολοφονική δύναμη των νέων όπλων που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν μαζικούς θανάτους. Μετά τις αρχικές μάχες, οι αντίπαλες γραμμές στα δυτικά σίγησαν ξαφνικά καθώς οι στρατιώτες άρχισαν να σκάβουν βαθιά χαρακώματα, μέσα στα οποία θα έμεναν θαμμένοι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, παρέα με τη λάσπη, τις ψείρες και τους αρουραίους που έπαιρναν υπερμεγέθεις διαστάσεις τρεφόμενοι από τα πτώματα.

Ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές χαρακωμάτων, η ουδέτερη ζώνη, η «γη του κανενός» (no man’land) ήταν ο τόπος μαζικής σφαγής των επιτιθέμενων όταν αυτοί, υπό τους ήχους των εχθρικών πολυβόλων, επιχειρούσαν να βγουν από τα λαγούμια τους και να κινηθούν προς το απέναντι χαράκωμα…

Οι ένδοξοι καιροί του ιππικού και των πολύχρωμων στρατιωτικών κοστουμιών είχαν περάσει οριστικά, πια, στην ιστορία, ενώ το αεροπλάνο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του ως πολεμικό εργαλείο, κυρίως για την κατασκόπευση των θέσεων και κινήσεων του αντιπάλου. Ως το τέλος του πολέμου, τα δηλητηριώδη αέρια και τα tanks είχαν μπει κι αυτά στο πολεμικό παιχνίδι, αν και η σπουδαιότητά τους στον προκείμενο πόλεμο έχει μάλλον υπερεκτιμηθεί.

Σε ό,τι αφορά τη θάλασσα, ο πόλεμος δεν έχει να επιδείξει σημαντικές ναυμαχίες, με εξαίρεση αυτή στη Jutland το 1916, όπου ο αγγλικός και ο γερμανικός στόλος συναντήθηκαν σε μια μάχη χωρίς νικητή. Από κει και ύστερα, το υπέρτατο όπλο στον αγώνα για τον έλεγχο των θαλασσών ήταν το υποβρύχιο, κυρίως από τη μεριά των Γερμανών που προσπαθούσαν με κάθε μέσο να σπάσουν τον ασφυκτικό ναυτικό αποκλεισμό που τους είχαν επιβάλει οι Βρετανοί.

3. Αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο

Είδαμε στο προηγούμενο άρθρο πώς τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γαλλία μέσω του Βελγίου (η παραβίαση της ουδετερότητας του οποίου λειτούργησε ως διπλωματικό πρόσχημα για την είσοδο της Βρετανίας στον πόλεμο). Σύμφωνα με το φημισμένο Σχέδιο Schlieffen, οι Γερμανοί θα υπέτασσαν τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες και στη συνέχεια θα στρέφονταν προς τα ανατολικά για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία.

Το γερμανικό σχέδιο, όμως, απέτυχε στην εφαρμογή του, κυρίως λόγω των εσφαλμένων εκτιμήσεων του Moltke, αρχηγού του γερμανικού γενικού επιτελείου και διαδόχου του Schlieffen. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τη γερμανική προέλαση στη Μάχη του Μάρνη (9-12 Σεπτεμβρίου 1914), επιστρατεύοντας ακόμα και τα Παρισινά ταξί για να μεταφέρουν στρατιώτες στο μέτωπο!

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες άρχισε να διαφαίνεται το στρατιωτικό αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο: Αντί για προέλαση και γρήγορη νίκη, οι στρατοί οχυρώθηκαν μέσα σε μια διπλή γραμμή χαρακωμάτων που εκτείνονταν από τη Μάγχη ως τα ελβετικά σύνορα. Ήταν πια φανερό ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε πολύ…

Οι στρατηγοί κι από τις δύο πλευρές πάσχιζαν να συγκεντρώσουν ικανό αριθμό ανδρών και πυρομαχικών ώστε να μπορέσουν να σπάσουν το αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα επιδίδονταν σε πόλεμο φθοράς, με κάθε μέσο, των δυνάμεων του αντιπάλου. Όμως, οι περιοδικές απόπειρες οργανωμένης επίθεσης απλά επιβεβαίωναν το πόσο ανώφελο ήταν να στέλνει κανείς αθωράκιστους στρατιώτες να αντιμετωπίσουν καλά οχυρωμένους αντιπάλους και την καταστροφική δύναμη πυρός των πολυβόλων και του βαρέως πυροβολικού. Και οι μόνοι που αρνούνταν να δουν αυτή την πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι οι στρατηγοί, με προεξάρχοντες τον υπερφίαλο Βρετανό Sir Douglas Haig και τον εξίσου ματαιόδοξο Γάλλο αρχιστράτηγο Nivelle.

Οι απώλειες κατά τις μάχες συχνά έπαιρναν «αυτοκτονικές» διαστάσεις! Στη Μάχη του Somme (1η Ιουλίου έως 18 Νοεμβρίου 1916) οι Γερμανοί και οι Βρετανοί έχασαν από 400,000 η κάθε πλευρά, ενώ οι Γάλλοι έχασαν 200,000. Η «ανταμοιβή» για τις αγγλο-γαλλικές απώλειες των 600,000 ήταν μια μέγιστη προέλαση 7 μιλίων, περίπου! Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, η ανεπιτυχής γερμανική πολιορκία του Verdun κόστισε τη ζωή σε 336,000 Γερμανούς και 350,000 Γάλλους στρατιώτες. Στη διαβόητη μάχη στο Passchendaele, το 1917 (άλλη μια λαμπρή ιδέα του Douglas Haig!) πάνω από 370,000 Βρετανοί στρατιώτες χάθηκαν με «κέρδος» λίγων μόλις τετραγωνικών χιλιομέτρων λασπωμένης γης, διάτρητης από τις οβίδες του πυροβολικού…

4. Γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια

Η αποτυχία στο Verdun έδειξε στους Γερμανούς το ανώφελο οποιωνδήποτε περαιτέρω επιθέσεων στα δυτικά. Το πάνω χέρι πήραν τώρα οι στρατιωτικοί κύκλοι που πίστευαν ότι η νίκη στον πόλεμο θα ερχόταν μόνο με την καταρχήν ήττα της Ρωσίας.

Τον Αύγουστο του 1916, ο στρατηγός Paul von Hindenburg που, ως διοικητής του Ανατολικού Μετώπου, είχε πιστωθεί τη νικηφόρα έκβαση της Μάχης του Tannenberg κατά των Ρώσων στην Ανατολική Πρωσία τον Αύγουστο του 1914, έγινε αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου, έχοντας δίπλα του ως αχώριστο βοηθό και σύμβουλό του τον Erich Ludendorff.

Οι γερμανικές επιτυχίες κατά των Ρώσων στο δεύτερο μισό του πολέμου, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη δυσκολία των τελευταίων να προμηθευτούν πυρομαχικά και αναγκαίο εξοπλισμό από τους Συμμάχους. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η επιτυχής διπλωματία των Γερμανών στα Βαλκάνια.

Το Νοέμβριο του 1914, η Τουρκία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η θέση της Τουρκίας ήταν στρατηγικής σημασίας: Αν είχε προσχωρήσει στους Συμμάχους, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τις Κεντρικές Δυνάμεις με ένα γιγαντιαίο «δαχτυλίδι» που θα τις καθιστούσε ευάλωτες σε επιθέσεις από δυτικά, ανατολικά και νότια. Από την άλλη, σαν σύμμαχος των Γερμανών και των Αυστριακών, η Τουρκία θα μπορούσε τώρα να εμποδίσει την από θαλάσσης τροφοδοσία των Ρώσων δια μέσου της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Στις αρχές του 1915, οι Βρετανοί επιχείρησαν να ανοίξουν διάδρομο προς τη Ρωσία μέσω των Δαρδανελίων, στέλνοντας στρατό στη Χερσόνησο της Καλλίπολης. Η αποτυχία της εκστρατείας χρεώθηκε στον εμπνευστή της, Winston Churchill, στοιχίζοντάς του τη θέση του στην κυβέρνηση!

Υποσχόμενοι την εκχώρηση μεγάλων τμημάτων της Μακεδονίας που βρίσκονταν σε σερβικά χέρια, οι Γερμανοί κατόρθωσαν, μετά την Τουρκία, να πάρουν με το μέρος τους και τη Βουλγαρία (Οκτώβριος 1915). Σε λίγες εβδομάδες, η Βουλγαρία επιτέθηκε στη Σερβία.

Ως αντίβαρο στις γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια, οι Σύμμαχοι πέτυχαν να βάλουν στον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων τη Ρουμανία (Αύγουστος 1916) και την Ελλάδα (Ιούνιος 1917). Η ελληνική συμμετοχή κατέστησε δυνατή την επίθεση των Συμμαχικών δυνάμεων κατά της Βουλγαρίας στην τελική φάση του πολέμου.

5. Η περίπτωση της Ιταλίας

Αν και δεμένη μέσω της «Τριπλής Συμμαχίας» με τη Γερμανία και την Αυστρία, η Ιταλία παρέμεινε ουδέτερη στην αρχή του πολέμου, αφού οι όροι της συμμαχίας δεν ίσχυαν παρά μόνο αν κάποιο από τα μέλη δεχόταν επίθεση. Και, στην περίπτωση αυτή, οι Γερμανοί ήταν που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία και τη Ρωσία, ενώ οι Αυστριακοί δεν είχαν καν μπει στον κόπο να ενημερώσουν τους Ιταλούς σχετικά με το τελεσίγραφο στη Σερβία.

Στη συνέχεια, οι Ιταλοί «πολιορκήθηκαν» και από τις δύο πλευρές, όμως οι υποσχέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Σε μια μυστική συνάντηση στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1915, οι Σύμμαχοι κατάφεραν τελικά να πείσουν την ιταλική κυβέρνηση να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό τους. Ανάμεσα στα ανταλλάγματα, σε περίπτωση νίκης, εκτός από τις αυστριακές επαρχίες που κατοικούνταν από Ιταλούς, θα ήταν κι η Βόρεια Αλβανία, καθώς και μέρος της Μικράς Ασίας.

Η Ιταλία υπέστη οδυνηρή ήττα από τις αυστριακές και γερμανικές δυνάμεις στη Μάχη του Caporetto, τον Οκτώβριο του 1917. Εν τούτοις, οι Κεντρικές Δυνάμεις δεν κατάφεραν να τη βγάλουν από τον πόλεμο, αφού οι Βρετανοί και οι Γάλλοι έστειλαν αρκετές ενισχύσεις ώστε να ανασυγκροτηθεί το ιταλικό μέτωπο.

6. Οι Ρώσοι αποχωρούν, οι Αμερικάνοι έρχονται!

Η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία (7 Νοεμβρίου 1917) – ενδεχομένως αποτέλεσμα και γερμανικών υπόγειων μεθοδεύσεων – σήμανε ολική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Σύντομα, ο V. I. Lenin εξήγγειλε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε πρόταση άμεσου τερματισμού του πολέμου. Καθώς (όπως ήταν φυσικό) δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Συμμάχους, ξεκίνησε χωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 3 Δεκεμβρίου του 1917, που κορυφώθηκαν στις 3 Μαρτίου του 1918 με τη Συνθήκη του Brest-Litovsk.

Με τη συνθήκη αυτή, η Ρωσία, όχι μόνο βγήκε από τον πόλεμο αλλά και απώλεσε, προς όφελος των Γερμανών, όλες τις μη-Ρωσικές περιοχές που κατείχε στην Ευρώπη, πράγμα που είχε τεράστιες οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για τη χώρα. Επί πλέον, η συνθηκολόγηση της Ρωσίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποδεσμεύσει δυνάμεις από το ανατολικό μέτωπο ώστε να ενισχύσουν το δυτικό, για τη μεγάλη γερμανική επίθεση που σχεδιαζόταν να ξεκινήσει την άνοιξη του 1918.

Στο μεταξύ, στις 7 Απριλίου του 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν το μοιραίο, για τη Γερμανία, βήμα να της κηρύξουν τον πόλεμο (η σημασία του οποίου γεγονότος μάλλον δεν εκτιμήθηκε σωστά, αρχικά, από τη γερμανική ηγεσία). Οι λόγοι της αμερικανικής εισόδου στον πόλεμο έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων ανάμεσα στους ιστορικούς. Πέρα από τα όποια ιδεολογικά κίνητρα και τη σχετική ρητορεία («να γίνει ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία»«να εξασφαλιστεί στους λαούς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης», κλπ.), σίγουρα υπήρχαν και πρακτικοί λόγοι που υπαγορεύονταν από ιδιοτέλεια, όπως, π.χ., ο κίνδυνος για το αμερικανικό εμπόριο λόγω του ανεξέλεγκτου γερμανικού υποβρυχιακού πολέμου, ή, οι γερμανικές ίντριγκες στο Μεξικό, στο οποίο οι Γερμανοί υπόσχονταν στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου του με τις Η.Π.Α.

Όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των Αμερικανών, η είσοδός τους στον πόλεμο άλλαξε αποφασιστικά την ισορροπία των δυνάμεων στην Ευρώπη…

7. Η τελευταία γερμανική ζαριά

Η μεγάλη επίθεση στο δυτικό μέτωπο, που σχεδίαζαν οι Γερμανοί για το 1918, ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου. Η αρχική προέλασή τους ήταν σημαντική, κατάφεραν όμως να την ανακόψουν οι Σύμμαχοι με έγκαιρη τακτική υποχώρηση και με την υποστήριξη αμερικανικών δυνάμεων.

Πάντως, στις αρχές Ιουνίου, οι Γερμανοί βρίσκονταν στην περιοχή του Μάρνη και, όπως στην αρχή του πολέμου, το Παρίσι φαινόταν να κινδυνεύει και πάλι. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, ο Ludendorff συνειδητοποίησε ότι τα μέσα που του απέμεναν δεν επαρκούσαν για περαιτέρω προέλαση.

Στις 18 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι αντεπιτέθηκαν αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση. Την ίδια στιγμή, οι Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε αναμονή στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με τις ιταλικές, έσπασαν το βουλγαρικό και το αυστριακό μέτωπο, αναγκάζοντας τη Βουλγαρία και την Αυστρία να ζητήσουν κατάπαυση του πυρός.

Στο σημείο αυτό, συνειδητοποιώντας τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο γερμανικός στρατός, ο Ludendorff κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους για ανακωχή. Στη χώρα άρχισε να ξεσπά επανάσταση που εξαπλωνόταν γοργά από πόλη σε πόλη. Στις 10 Νοεμβρίου, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ο Kaiser Wilhelm II έφυγε για την Ολλανδία, όπου έζησε εξόριστος ως το τέλος της ζωής του, το 1941 (προλαβαίνοντας να δει τους Ναζί να εισβάλλουν στη χώρα αυτή το 1940!).

Στις 11 Νοεμβρίου του 1918 υπογράφηκε, τελικά, η ανακωχή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφτασε στο τέλος του…

8. Τι άφησε πίσω του ο πόλεμος…

Συνηθίζεται να λέγεται πως μια ολόκληρη γενιά χάθηκε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Στη Δυτική Ευρώπη, οι απώλειες ξεπέρασαν κατά πολύ τις αντίστοιχες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Συνολικά, κάπου 8.5 εκατομμύρια χάθηκαν στα πεδία των μαχών, ενώ περισσότερο από διπλάσιος ήταν ο αριθμός των τραυματιών, πολλοί από τους οποίους έζησαν ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων πολέμου σε όλα τα μέτωπα (νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι) υπολογίζεται στα 37.5 εκατομμύρια.

Στον πόλεμο αυτό, χάρις στο αλαζονικό πείσμα και τον ακραίο εγωισμό των στρατηγών, ο στρατιώτης κατέστη αναλώσιμο είδος, η ανθρώπινη ατομικότητα εκφυλίστηκε σε απρόσωπο αριθμό πολεμικού μητρώου, και η αξία της ανθρώπινης ζωής ευτελίστηκε όσο ποτέ άλλοτε (με εξαίρεση, φυσικά, τους θαλάμους των αερίων, είκοσι και κάτι χρόνια αργότερα…).

Όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν τέλειωσε στ’ αλήθεια το 1918. Η εικοσαετής περίοδος που μεσολάβησε ως το ξέσπασμα του επόμενου μεγάλου πολέμου δεν ήταν παρά ανακωχή για ανασύνταξη δυνάμεων, κυρίως απ’ τη μεριά των Γερμανών. Που, σαν ένιωσαν και πάλι δυνατοί, θέλησαν να κλείσουν τους λογαριασμούς που έμειναν ανοιχτοί στα χαρακώματα…

Αλλά, για το πώς και γιατί απέτυχε η ειρήνη κατά το μεσοπόλεμο, θα μιλήσουμε σε προσεχές άρθρο.

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Τα δύο πρόσωπα της «σιδηράς κυρίας»…

Στην πιο διδακτική, ίσως, ταινία του, την «Υπόθεση Πάραντιν» (The Paradine Case), ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει την ιστορία ενός νεαρού δικηγόρου (Γκρέγκορι Πεκ) που, παραπλανημένος από την αγγελική αθωότητα που αποπνέει η μορφή μιας γυναίκας (Αλίντα Βάλι) την υπερασπίζεται στο δικαστήριο με τρόπο που ξεφεύγει από το πλαίσιο του επαγγελματισμού.

Όταν, τελικά, αποκαλύπτεται το αληθινό πρόσωπο της μοιραίας γυναίκας, είναι πια αργά για τον Άντονι Κην: η καριέρα του έχει καταστραφεί και ο ευτυχισμένος γάμος του βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης…

Ο κύριος Κην δεν είναι απαραίτητα ένας απόλυτα εξωπραγματικός ήρωας κάποιας κινηματογραφικής μυθοπλασίας. Όπως εκείνος, κάποιοι παρασυρθήκαμε πρόσφατα από τα εξόχως «αθώα» χαρακτηριστικά μιας γυναικείας μορφής, της οποίας οι επιμελώς φιλοτεχνημένες εικόνες κοσμούσαν επί καιρό αμέτρητα σημεία της πόλης. Ξεγελαστήκαμε, ακόμα, απ’ τον προσεκτικά εκφερόμενο, σχετικά ήπιο και αυτοσυγκρατημένο πολιτικό λόγο της, την – όπως τελικά αποδείχθηκε – προσποιητή ευγένειά της, την επίπλαστη σεμνότητά της, την φαινομενική ταπεινοφροσύνη της…

Το βράδυ της δεύτερης Κυριακής, όταν ο εκλογικός θρίαμβος είχε πια γίνει βεβαιότητα, αντικρίσαμε το αληθινό πρόσωπο της «κυρίας Πάραντιν»! Είδαμε την ψυχρή σκληράδα μιας αλλοιωμένης μορφής που, με έκδηλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αλαζονείας, διέταξε – όπως ο λοχαγός κάποιους ασήμαντους φαντάρους – τους ίδιους της τους συνεργάτες, τους ανθρώπους που την στήριξαν ώστε να μπορέσει να βρεθεί νικήτρια μπροστά στα φώτα και τις κάμερες, να «κάνουν όλοι ένα βήμα πίσω»! Ίσως για να μην επισκιάσουν ένα πολλοστημόριο από τη λάμψη του μεγαλείου της…

Κι ύστερα ήρθαν τα γλέντια και το κιτς των πανηγυρισμών… Αναρωτιέμαι, όμως, αν – για λόγους και μόνον πολιτικού συμβολισμού και πολιτικής ευπρέπειας – επιτρέπεται σήμερα να γλεντά κάποιος που απέκτησε δημόσια αξιώματα σ’ αυτό τον τόπο. Γιατί, όσοι καλούνται από το λαό να υπηρετήσουν μια κατ’ ουσίαν κατεστραμμένη χώρα, απαιτείται να το πράξουν με ταπεινοφροσύνη μπρος στον πόνο του δοκιμαζόμενου συνανθρώπου, με δέος απέναντι στο μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνουν, με αίσθημα απόλυτου σεβασμού για το κοινωνικό λειτούργημα που τους ανατίθεται…

Η εκλογή τους είναι λόγος περισυλλογής, όχι αφορμή προσωπικής θριαμβολογίας. Και, σε αντίθεση με τα επινίκια ποδοσφαιρικού θριάμβου, η ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης δεν γιορτάζεται με ακαλαίσθητες φιγούρες, θλιβερά ζεϊμπέκικα και φτηνά «όπα» πάνω σε πίστες νυχτερινών κέντρων! Εξ άλλου, αυτές ήταν πάντα συμπεριφορές «των άλλων». Αυτών απ’ τους οποίους «εμείς» προτιμηθήκαμε, κι απ’ τους οποίους υποτίθεται πως «διαφέρουμε». Σε ήθος και ύφος…

Το πρώτο δείγμα γραφής της «σιδηράς κυρίας» με τα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα πρόσωπα και το υπέρμετρα (αυτο-)προβεβλημένο «λαϊκό» προφίλ, ήταν εξόχως απογοητευτικό. Θα περιμένουμε, παρ’ όλα αυτά, τη συνέχεια. Και – ποιος ξέρει; – ίσως στην πορεία μάς διαψεύσει ευχάριστα. Κι ίσως ξανακερδίσει, τελικά, την εκτίμησή μας!



Σάββατο 17 Μαΐου 2014

«Πολιτική ορθότητα» και ιδεολογική σύγχυση…

Σε πρόσφατο άρθρο του σε κορυφαίο ειδησεογραφικό site, νεαρός και ταλαντούχος – πλην άπειρος – δημοσιογράφος (ας τον ονομάσουμε, συμβολικά, «Γιάννη») στηλιτεύει ένα μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης για την αρνητική υποδοχή που επιφύλαξε στη «νικήτρια» του «διαγωνισμού τραγουδιού» της Eurovision…

Να σημειώσουμε ότι, όπως ορθά παρατηρεί σε άρθρο του ο Βαγγέλης Λιακόγκονας, δεν πρόκειται για διαγωνισμό που απλώς προβάλλεται τηλεοπτικά, αλλά για καθαρά τηλεοπτικό διαγωνισμό, όπου ο εντυπωσιασμός δια μέσου της τηλεθέασης είναι το ζητούμενο και αποτελεί το κλειδί της επιτυχίας. Επισημαίνεται, μάλιστα, στο άρθρο – κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα συζήτηση – ότι η διοργάνωση έχει ως «χορηγό επικοινωνίας» τη διαφορετικότητα (έχουμε δει κατά καιρούς να νικούν τέρατα και μεταλλαγμένες υπάρξεις – δική μου σημείωση αυτή), ενώ τα κριτήρια αξιολόγησης είναι κάθε άλλο παρά μουσικά, αφού βασίζονται στη δύναμη της εικόνας και το έξυπνο marketing!

Στο άρθρο του νεαρού Γιάννη είναι εμφανής η ιδεολογική σύγχυση στην οποία έχει οδηγήσει τους νέους ανθρώπους η δικτατορία της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness). Η οποία (ορθότητα), από όπλο κατά του ρατσισμού, του σεξισμού και της περιθωριοποίησης ανθρώπων με ειδικά προβλήματα, έχει μετεξελιχθεί σε όργανο φαλκίδευσης της ελευθερίας του λόγου και φίμωσης κάθε έκφρασης που δεν συνάδει με τις ιδεοληπτικές επιταγές κάποιων αυτοδιορισμένων «νομοθετών» κοινωνικής συμπεριφοράς!

Παραθέτω αποσπάσματα από το κείμενο του Γιάννη:

** Αμέτρητοι συμπολίτες μας εξάντλησαν τη μισαλλοδοξία τους πάνω στη νικήτρια της Εurovision. Μόνο και μόνο επειδή έχει μούσι και ανδρικά γεννητικά όργανα. (…)

** Αν γνώριζα την Κοντσίτα θα της έλεγα να μην παίρνει τους εν Ελλάδι επικριτές της στα σοβαρά. Δεν έχουν κάτι προσωπικό μαζί της. Ο εχθρός τους είναι η διαφορετικότητα. Είτε αυτή εκφράζεται με τον Οδυσσέα Τσενάι να κρατάει τη σημαία, είτε με το Σοφοκλή Σχορτσιανίτη να «καρφώνει» με το εθνόσημο στο στήθος. (…)

** Οι μόνοι οι οποίοι είναι ανάξιοι κάθε κριτικής είναι όλοι όσοι μιλάνε για «ζήτημα αισθητικής». (…) Στο κάτω-κάτω, εάν κάνουν μία βόλτα στα χωριά της Ελλάδας θα δουν πάμπολλες συμπαθέστατες γιαγιάδες με ίχνη μουστακιού. Αν τολμάνε, να πάνε σε αυτές να μιλήσουν για αισθητική.

Είναι φανερό ότι ο Γιάννης έχει γαλουχηθεί σε μια σχολή σκέψης που δίνει «λευκή επιταγή» στη διαφορετικότητα, εν γένει. Έτσι, αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορετικότητα εκ φύσεως από τη διαφορετικότητα εξ επιλογής! Η μη αποδοχή, όμως, της πρώτης συνιστά τον ορισμό του ρατσισμού, ενώ η τυχόν μη αποδοχή της δεύτερης δεν είναι παρά ζήτημα στυλιστικής αντίθεσης! Για παράδειγμα:

* Η άρνηση της σημαίας στον αριστούχο Τσενάι, λόγω καταγωγής, είναι ρατσισμός!

* Η υποτίμηση του αθλητή Σχορτσιανίτη, λόγω χρώματος, είναι ρατσισμός!

* Ο χλευασμός της τριχοφυΐας της συμπαθούς, ταπεινής γιαγιάς, είναι ρατσισμός!

* Η κριτική, όμως, στην κιτς εμφάνιση ενός συμμετέχοντος στον τελικό κάποιου διαγωνισμού τραγουδιού – όταν μάλιστα η εμφάνιση αυτή στοχεύει στον εντυπωσιασμό που αποφέρει ψήφους νίκης – δεν είναι ρατσισμός! Και οι κανόνες του τηλεοπτικού marketing ουδόλως σχετίζονται με τους όρους της πολιτικής ορθότητας.

Στόχος μιας τέτοιας εμφάνισης είναι, κατά βάθος, η πρόκληση – και μάλιστα, για καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς – και όχι αυτή καθαυτήν η προβολή και υπεράσπιση της ιδέας της διαφορετικότητας. Η διαφορετικότητα, δηλαδή, είναι θέση προβοκατόρικη και όχι θέση οντολογική. Είναι όχημα κερδοσκοπικού εντυπωσιασμού και όχι έκφραση υπαρξιακού στίγματος!

Αυτό, όμως, που αληθινά προβληματίζει είναι ο χαρακτηρισμός, από τον Γιάννη, ως «ανάξιων κριτικής» (διατηρώ αμφιβολίες για τη δοκιμότητα της έκφρασης) όσων τολμούν να αρθρώσουν ενστάσεις για το αισθητικό αποτέλεσμα της εμφάνισης της «νικήτριας» (ας μου συγχωρεθεί η επιμονή στη χρήση των εισαγωγικών!). Για να το πω απλά: Η σχολή της «πολιτικής ορθότητας», μέσα στην οποία ο νεαρός δημοσιογράφος ανέπτυξε κοινωνική συνειδητότητα, εκδίδει ή ανακαλεί πιστοποιητικά αξιοσύνης με βάση την έκφραση γνώμης πάνω σε ζητήματα αισθητικής, έστω κι αν η αισθητική αυτή είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής (το τονίζω!) και όχι φυσικής αναγκαιότητας!

Και μένουμε, τελικά, με αναπάντητο το ερώτημα: Αν η πολιτική ορθότητα ήρθε για να μας προστατέψει από τον φασισμό του ρατσισμού, ποιος θα μας προστατέψει από τις υπερβολές και τις καταχρήσεις της ίδιας της «πολιτικής ορθότητας»; Ο νεαρός – και σίγουρα ικανός – Γιάννης ας το σκεφτεί αυτό καλά κι ας επανέλθει. Θα περιμένουμε να διαβάσουμε τις θέσεις του με ενδιαφέρον!

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Η γέννηση της «Δημοκρατίας» (ένα προκλητικό παραμύθι)

Ένα ιδιαίτερα διαπεραστικό – αν και μετριοπαθώς διατυπωμένο – σχόλιο της τακτικής αναγνώστριας του Aixmi.gr, Ελένης Αθανασούλη, στο ενδιαφέρον άρθρο της διηγηματογράφου Ντίνας Εξάρχου«Ψιτ, κύριος!», ήταν η αφορμή για το σύντομο κείμενο πολιτικής μυθοπλασίας που ακολουθεί…

———————————————————

Το ότι ζούμε σε δημοκρατικό καθεστώς το θεωρούμε τόσο αυτονόητο ώστε σπάνια μπαίνουμε στον κόπο να το επανεξετάσουμε. Πιστεύουμε ως λαός ότι κρατάμε τις τύχες μας στα δικά μας χέρια, αφού κάθε τέσσερα χρόνια έχουμε τη δυνατότητα να εκλέγουμε τους διαχειριστές των δημοσίων θεμάτων της χώρας. Όμως, πόσο επηρεάζει στ’ αλήθεια αυτή η εκλογή τη ζωή μας και την πορεία του τόπου; Και – το πιο σημαντικό – πρόκειται για αληθινή επιλογή, ή μήπως για επίφαση επιλογής; Τα ερωτήματα αυτά επιχειρεί να θέσει ένα (ενδεχομένως προκλητικό) παραμύθι για «ψαγμένα» κι ανήσυχα παιδιά…

Ήταν κάποτε ένας Βασιλιάς σε μια μικρή κι ασήμαντη χώρα, που δεν θυμάμαι καν τ’ όνομά της. Ήταν σκληρός με τους υπηκόους του, με εξαίρεση τα μέλη μιας μικρής ομάδας προνομιούχων που τον στήριζαν δίνοντάς του τα μέσα για να ασκεί ανενόχλητα την εξουσία του. Όμως, η δυσαρέσκεια του λαού όλο και γιγαντωνόταν, και μια εξέγερση σιγόβραζε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που υπέφεραν από την πείνα και εξοργίζονταν με την ανισότητα και την αδικία…

Ο Βασιλιάς τότε συγκάλεσε συμβούλιο με τους σοφούς της αυλής, να πάρει τη γνώμη τους γι’ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφωνόταν στη χώρα. Κάποια στιγμή, ο αρχαιότερος των σοφών πήρε το λόγο:

«Άκουσε τι θα κάνεις, Βασιλιά, για να αποτρέψεις την εξέγερση: Είσαι τυχερός που έχεις δύο γιους. Θα αφήσεις, λοιπόν, να διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα πως άλλαξαν στάση απέναντί σου και θέλουν τώρα να σε ανατρέψουν και να καταργήσουν τη βασιλεία σου. Πράγμα που, τελικά, θα επιτρέψεις να γίνει – εικονικά, βέβαια, και κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου. Μετά από λίγο, οι δύο γιοι σου θα διαφωνήσουν, δήθεν, μεταξύ τους για το είδος της διακυβέρνησης. Ο ένας θα κάνει πως είναι συντηρητικός και σταθερά προσηλωμένος στις παραδοσιακές αξίες του τόπου, ενώ ο άλλος θα φαίνεται προοδευτικός και ανατρεπτικός, με νέες ιδέες που θα στοχεύουν στο καλό του λαού. Ε, από κει και πέρα, ας αποφασίζει ο ίδιος ο λαός κάθε τόσο, ποιος από τους δύο θα τον κυβερνά. Ούτως ή άλλως, το πρόσταγμα θα το έχεις πάντα εσύ και οι προνομιούχοι σου!»

Με τον τρόπο αυτό, γεννήθηκε στη χώρα εκείνη η Δημοκρατία. Ή, τουλάχιστον, αυτό που φάνταζε στις συνειδήσεις των αφελών πολιτών ως «Δημοκρατία»! Γιατί ο λαός – διχασμένος τώρα σε δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα, κι έτσι ακόμα περισσότερο αποδυναμωμένος – συνέχισε να πεινά, οι προνομιούχοι εξακολούθησαν να πλουτίζουν, ενώ ο βασιλιάς δεν έπαψε ποτέ στ’ αλήθεια να κυβερνά!

(Προς άρση τυχόν παρεξηγήσεων, η φανταστική χώρα του παραμυθιού ουδεμία σχέση έχει με την Αρχαία Ελλάδα, που γέννησε την αληθινή Δημοκρατία! Για το εντός εισαγωγικών ομώνυμο Πολίτευμα, σε συσχετισμό με τη νεώτερη Ελλάδα, δεν είμαι απόλυτα βέβαιος… Τείνω, όμως, να συμμερίζομαι τον σκεπτικισμό της Ελένης Αθανασούλη.)

* Αφιερωμένο σε φίλο μου συν-αρθρογράφο και ιατρό, που με τα επιμελώς φιλοτεχνημένα εμπρηστικά κείμενά του συμβάλλει στη διατήρηση και την όξυνση του εθνικού μας διχασμού που κατ’ ευφημισμόν ονομάζεται (και αφελώς εκλαμβάνεται ως) «δημοκρατική αντιπαράθεση». Ενός διχασμού που δεν είναι πρωτόγνωρο απότοκο της παρούσας «κρίσης», μα διαχρονικό δομικό συστατικό της ίδιας της ελληνικής συλλογικής συνείδησης…

Aixmi.gr 

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Αναζητώντας «ενόχους» στον «Μεγάλο Πόλεμο»


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

1. Εισαγωγή

Κλείνει φέτος ένας αιώνας από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του, πριν η ανθρωπότητα γνωρίσει μία ακόμα παγκόσμια ανθρωποσφαγή…

Βλέποντας την ιστορία των δύο Παγκοσμίων Πολέμων από καθαρά ηθική σκοπιά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί (όχι άδικα) ότι ο δεύτερος είχε ευγενέστερα κίνητρα – την αντίσταση του πολιτισμένου, δημοκρατικού κόσμου απέναντι στη βαρβαρότητα του ναζισμού – σε σύγκριση με τον πρώτο, που ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμών των «μεγάλων» δυνάμεων, και εθνικιστικών φιλοδοξιών των «μικρών». Και είναι αλήθεια ότι ο εγωκεντρισμός περίσσεψε στον Μεγάλο Πόλεμο. Τόσο σε επίπεδο διπλωματίας, όσο και στρατηγικής…

Εκεί, όμως, που ο εγωκεντρισμός αποκτά «δολοφονικές» διαστάσεις είναι στη συμπεριφορά των στρατηγών απέναντι στους ίδιους τους στρατούς που διοικούσαν. Θα καταθέσω μια προσωπική άποψη με κίνδυνο να εξοργίσω τον αναγνώστη: Προσωπικά, δεν γνωρίζω γιατί ο Rudolf Höss (ο «χασάπης» του Auschwitz) ήταν μεγαλύτερος εγκληματίας πολέμου από, π.χ., τον βρετανό στρατηγό Sir Douglas Haig που έστειλε σε άσκοπο, φρικτό θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες στρατιωτών σε Somme και Passchendaele (για να μην αναφερθώ και στις αμέτρητες θανατικές καταδίκες, που ελαφρά τη καρδία υπέγραψε, όσων δεν άντεξαν και λιποψύχησαν στα χαρακώματα)! Η ολική περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, εκφρασμένη κυνικά μέσω υπηρεσιακών διαταγών μαζικού θανάτου, ομογενοποιεί σε τέτοιο βαθμό τις συμπεριφορές που, ανεξάρτητα από αξιολογήσεις ιδεολογικών κινήτρων, καθιστά τις ηθικές διαφοροποιήσεις δυσδιάκριτες…

Ο επιμερισμός «ενοχών» για τον Μεγάλο Πόλεμο είναι πολύ δύσκολη υπόθεση και αποτελεί αντικείμενο συζήτησης ως τις μέρες μας. Κάποιοι ιστορικοί (όπως, π.χ., ο Αμερικανός William Keylor [1]) επιμένουν ότι το βάρος της ευθύνης πέφτει κυρίως στους ώμους της υπέρμετρα φιλόδοξης και πολεμοχαρούς Γερμανίας. Άλλοι συγγραφείς, όμως, επιμερίζουν πιο «συμμετρικά» τις ευθύνες. Στην κατηγορία αυτή ανήκει ο σπουδαίος Βρετανός ιστορικός James Joll [2] (γνωστός στην Ελλάδα από το μεταφρασμένο βιβλίο του «Οι Αναρχικοί»), όπως και οι Αμερικανοί Felix Gilbert και David Clay Large [3].

Στο άρθρο αυτό, θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε – όσο πιο αντικειμενικά γίνεται – τα αίτια που οδήγησαν στον πόλεμο, καθώς και την ευθύνη των κυρίως εμπλεκομένων για το ξέσπασμα ή, τουλάχιστον, την μη αποτροπή του. Θα αναζητήσουμε, δηλαδή, τους «ενόχους» (εκ προθέσεως ή εξ αμελείας) ενός ιστορικού εγκλήματος που οδήγησε μια ολόκληρη γενιά στο σφαγείο των χαρακωμάτων…

2. Τις πταίει; (Μια δίκη προθέσεων…)

Στο τέλος του πολέμου, οι θριαμβευτές Σύμμαχοι απαίτησαν να περιληφθεί στη συνθήκη ειρήνης ένα άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η Γερμανία αποδεχόταν την ευθύνη για όλες τις απώλειες και τις καταστροφές που είχε προκαλέσει ο πόλεμος. Αυτή η αποδοχή «πολεμικής ενοχής» έχει γίνει, έκτοτε, αντικείμενο αμέτρητων πολιτικών και ιστοριογραφικών συζητήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε μονομερής ερμηνεία για το ξέσπασμα του πολέμου είναι εξαιρετικά απλοϊκή. Από τη μία, στην τελική κρίση του Ιουλίου του 1914, η γερμανική κυβέρνηση ενήργησε με τρόπο που επιτάχυνε τον πόλεμο. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ο ενθουσιασμός με τον οποίο υποδέχθηκαν τον πόλεμο οι λαοί όλων των εμπλεκομένων χωρών, και η βεβαιότητα όλων των κυβερνήσεων ότι τα εθνικά τους συμφέροντα απειλούνταν.

Επίσης, συζητήσιμη είναι η καθιερωμένη άποψη ότι ο πόλεμος υπήρξε αποτέλεσμα της «παλιάς διπλωματίας» και ενός συστήματος συμμαχιών βασισμένων σε μυστικές συμφωνίες. Κάποιοι ιστορικοί είδαν στον πόλεμο μια, ενδεχομένως συνειδητή, προσπάθεια των κυβερνήσεων να αποσπάσουν την προσοχή των πολιτών από δυσεπίλυτα εσωτερικά προβλήματα, μέσω μιας ενεργού εξωτερικής πολιτικής και μιας έκκλησης για εθνική αλληλεγγύη σε καιρό πολέμου. Άλλοι συγγραφείς εστιάζουν την προσοχή τους σε θέματα στρατηγικής, όπως, π.χ., ο ναυτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στη Γερμανία και τη Βρετανία, ή το ευαίσθητο ζήτημα της παραβίασης της ουδετερότητας του Βελγίου – όπως προέβλεπαν τα γερμανικά πολεμικά σχέδια ήδη από το 1907 – πράγμα που, εξ ορισμού, θα έσυρε τη Βρετανία (συν-εγγυήτρια της βελγικής ουδετερότητας) στον πόλεμο.

Για τη Γαλλία, τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: η διαμάχη της με τη Γερμανία αφορούσε τις επαρχίες που είχε χάσει το 1871, σαν αποτέλεσμα της ήττας της στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Αν και οι Γάλλοι δεν ήταν διατεθειμένοι να προκαλέσουν έναν πόλεμο για χάρη της Αλσατίας και της Λωρραίνης, ήταν εν τούτοις αυτονόητο ότι, σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία, η επανάκτηση των χαμένων αυτών επαρχιών θα αποτελούσε τον πρωταρχικό στόχο του πολέμου.

Το στρατιωτικό πλεονέκτημα της Γαλλίας, έναντι της Γερμανίας, το πρόσφερε η συμμαχία της με τη Ρωσία, πράγμα που θα ανάγκαζε τη Γερμανία να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα. Για τη Ρωσία, από την άλλη μεριά, το πλεονέκτημα της συμμαχίας φαινόταν να είναι ότι η Γερμανία δεν θα αποτολμούσε μια επιθετική ενέργεια εναντίον της, από το φόβο της εμπλοκής της Γαλλίας. Αυτό – πίστευε η Ρωσία – της έλυνε τα χέρια σε ό,τι αφορούσε τις επεκτατικές φιλοδοξίες της προς το νότο, δηλαδή, την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, η αναζωπύρωση του ρωσικού ενδιαφέροντος για τις περιοχές αυτές ενείχε τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης με τη βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, της οποίας τα εσωτερικά προβλήματα την ενέπλεκαν όλο και περισσότερο με τα συμβαίνοντα στα Βαλκάνια. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν, κυρίως, με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Στη Βοσνία, ειδικά, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Σλάβοι. Και, στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία, η στρατιωτική κλίκα που έλεγχε την εκεί κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Βοσνία «αυτοδίκαια» θα έπρεπε να ανήκει στη χώρα αυτή. Προς το σκοπό αυτό, Σέρβοι φανατικοί οργάνωναν και εκτελούσαν τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον Αυστριακών στο εσωτερικό της Βοσνίας, με την υποστήριξη κύκλων της σερβικής κυβέρνησης.

Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Βοσνίας–Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (1908), με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε από τους Αυστριακούς, είχε αποτελέσει μεγάλη διπλωματική ταπείνωση και ήταν η αφετηρία επικίνδυνων εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο πόλεμος τότε είχε αποφευχθεί λόγω της δυναμικής παρέμβασης της Γερμανίας και της στρατιωτικής ανετοιμότητας της Ρωσίας. Όπως είναι φυσικό, η βοσνιακή κρίση έφερε κοντύτερα τη Ρωσία με τη Σερβία, με την πρώτη να αναλαμβάνει τον ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η στάση της Βρετανίας απέναντι στον πόλεμο ήταν αβέβαιη ως την τελευταία στιγμή. Τυπικά, η Entente Cordiale με τη Γαλλία (1904) ήταν μια απλή «συμφωνία κυρίων» που έλυνε ζητήματα αποικιακών διαφορών. Για λόγους εσωτερικής πολιτικής, η βρετανική κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι η συμφωνία αυτή, με κανέναν τρόπο, δεν υποχρέωνε τη χώρα να προστρέξει σε βοήθεια της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Εν τούτοις, ήταν ξεκάθαρο στην πολιτική ηγεσία ότι η Βρετανία δύσκολα θα παρέμενε ουδέτερη σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου.

Η Γερμανία προσέφερε, τελικά, το αναγκαίο διπλωματικό άλλοθι στη Βρετανία, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα (της ουδετερότητας αυτής, η Βρετανία – όπως άλλωστε και η ίδια η Γερμανία! – ήταν εγγυήτρια). Στην πραγματικότητα, την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο υπαγόρευε το αμυντικό δόγμα της χώρας αυτής, σύμφωνα με το οποίο σε καμία εχθρική δύναμη δεν θα επιτρεπόταν να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης.

3. Η γερμανική απειλή

Όπως σημειώνει ο W. Keylor [1], στη δεκαετία του 1920 έγινε προσπάθεια από ορισμένους διανοητικούς κύκλους (όχι κατ’ ανάγκη γερμανικούς) να αρνηθούν οποιαδήποτε ευθύνη της Γερμανίας για τον πόλεμο, τον οποίο απέδιδαν στη γαλλική εκδικητικότητα, τον ρωσικό επεκτατισμό ή τη βρετανική διπροσωπία. Ο ιστορικός αυτός αναθεωρητισμός αμφισβητήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (ο οποίος, κατά πολλούς, δεν ήταν παρά συνέχεια του Πρώτου), όταν η πολιτική της Γερμανίας ως τα μισά του εικοστού αιώνα μπόρεσε να αξιολογηθεί στο σύνολό της.

Ένας βασικός παράγοντας που καθόρισε τη γερμανική εξωτερική πολιτική στις παραμονές του πολέμου, είχε οικονομικές αφετηρίες. Στις παγκόσμιες αγορές είχαν διεισδύσει και κυριαρχούσαν τρεις μεγάλες δυνάμεις: οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Λατινική Αμερική, η Μεγάλη Βρετανία στην ανατολική και νότια Αφρική και στη νότια Ασία, και η Γαλλία στη δυτική Αφρική, στα Βαλκάνια και στη Ρωσία. Σύντομα, η ρωσία και η Ιαπωνία θα έμπαιναν κι αυτές στον οικονομικό ανταγωνισμό στην Άπω Ανατολή. Πού υπήρχε χώρος οικονομικής διείσδυσης για τη φιλόδοξη, ανερχόμενη Γερμανία;

Γερμανικά οικονομικά ανοίγματα στη βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνάντησαν σκληρό ανταγωνισμό από βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα που ήδη κατείχαν στρατηγικές θέσεις εκεί. Η Γερμανία αισθανόταν οικονομικά περικυκλωμένη από σλαβικές χώρες στα ανατολικά και στα νότια, έχοντας πάντα στα δυτικά της τον παραδοσιακό γαλλικό εχθρό ως σταθερό ανάχωμα στις φιλοδοξίες οικονομικού επεκτατισμού της.

Οι προβληματισμοί των Γερμανών για τα όρια της οικονομικής τους ανάπτυξης συνέπεσαν με τις ανησυχίες γερμανικών στρατιωτικών κύκλων, που έβλεπαν τη χώρα να χάνει τη στρατιωτική της υπεροχή στην Ευρώπη από τις συνδυασμένες δυνάμεις της Γαλλίας και της Ρωσίας. Η γαλλορωσική συμμαχία του 1894 ζωντάνεψε τον εφιάλτη που η ευφυής διπλωματία του Bismarck είχε παλιότερα καταφέρει να ξορκίσει: το ενδεχόμενο να αναγκαστεί η Γερμανία να διεξαγάγει έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα! Η ανάγκη, τότε, να μοιράσει τις δυνάμεις της μεταξύ ανατολής και δύσης θα απέκλειε μια γρήγορη νίκη, ανάλογη με αυτήν του 1870 κατά των Γάλλων.

Ο Κόμης Alfred von Schlieffen, αρχηγός του αυτοκρατορικού γενικού επιτελείου από το 1892 ως το 1906, είχε καταστρώσει ένα πολεμικό σχέδιο με σκοπό να ξεπεράσει το στρατιωτικό μειονέκτημα της Γερμανίας εξαιτίας της γαλλορωσικής συμμαχίας. Προέβλεπε την καταρχήν συγκέντρωση γερμανικών δυνάμεων στα δυτικά, οι οποίες θα υπερνικούσαν – υποτίθεται – τον πιο ολιγάριθμο γαλλικό στρατό μέσα σε έξι εβδομάδες. Κατόπιν, το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού στρατού θα μεταφερόταν ανατολικά για να αντιμετωπίσει τους Ρώσους, πριν αυτοί κατορθώσουν να υπερνικήσουν τις κατά πολύ κατώτερες, αριθμητικά, δυνάμεις των Γερμανών που θα υπερασπίζονταν το ανατολικό τμήμα της χώρας.

Το σχέδιο Schlieffen βασιζόταν σε δύο κρίσιμες υποθέσεις. Η πρώτη ήταν η διατήρηση της αριθμητικής υπεροχής του γερμανικού στρατού έναντι του γαλλικού. Η δεύτερη ήταν η αδυναμία των Ρώσων, με το πρωτόγονο σύστημα χερσαίων μεταφορών που διέθεταν, να αναπτύξουν τον αριθμητικά υπέρτερο στρατό τους κατά μήκος των γερμανικών συνόρων, προτού ολοκληρωθούν οι επιχειρήσεις κατά της Γαλλίας στο δυτικό μέτωπο.

Όμως, οι Γερμανοί στρατιωτικοί αναλυτές έβλεπαν με τρόμο ότι και οι δύο αυτές προϋποθέσεις απειλούνταν όλο και περισσότερο, καθώς στη Γαλλία η στρατιωτική θητεία είχε αυξηθεί από δύο σε τρία χρόνια (πράγμα που θα καταργούσε το αριθμητικό πλεονέκτημα των Γερμανών), ενώ οι Ρώσοι, με την οικονομική βοήθεια των Γάλλων, είχαν ξεκινήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κατασκευής σιδηροδρόμων που θα συνέδεαν την κεντρική Ρωσία με τα δυτικά σύνορα της χώρας.

Αυτή η αίσθηση οικονομικής περικύκλωσης και αυξανόμενης στρατιωτικής ευαλωτότητας έκανε τη Γερμανία να σκέφτεται, πλέον, σοβαρά έναν πόλεμο κατά των Γάλλων και των Ρώσων. Κι αυτό θα έπρεπε να συμβεί σύντομα, όσο ακόμα ήταν «ζωντανές» οι προϋποθέσεις του σχεδίου Schlieffen. Και η ευκαιρία παρουσιάστηκε στις 28 Ιουνίου του 1914, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής, ο Gavrilo Princip, δολοφόνησε τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Franz Ferdinand, και τη σύζυγό του, στο Σαράγεβο, την πρωτεύουσα της Βοσνίας – της επαρχίας που συμβόλιζε, όσο τίποτα άλλο, τη ρωσική έχθρα για τους Αυστριακούς…

4. Μετά το Σαράγεβο…

Καταγράφουμε τώρα τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αρχιδούκα και τα οποία οδήγησαν στην έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου το 1914. Ο αναγνώστης ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για το ποιοι ευθύνονται για το ξεκίνημα της ανθρωποσφαγής…

Για τη Βιέννη, το περιστατικό στο Σαράγεβο προσφερόταν ως ιδανικό άλλοθι για οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τη Σερβία. Η γερμανική κυβέρνηση, από την άλλη μεριά, γνώριζε καλά ότι μια επιθετική ενέργεια της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας θα προκαλούσε αυτόματα τη δυναμική παρέμβαση της Ρωσίας υπέρ των Σλάβων προστατευόμενών της. Ήταν, επίσης, αναμενόμενο ότι ένας πόλεμος ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και τη Ρωσία θα ενεργοποιούσε τις συμμαχίες με τις οποίες ήταν «δεμένες» οι δύο αυτές αυτοκρατορίες, πράγμα που σήμαινε καταρχήν έναν γαλλογερμανικό πόλεμο και, στη συνέχεια, μια γενικευμένη ευρωπαϊκή σύρραξη!

Με πλήρη επίγνωση των συνεπειών, το Βερολίνο ενθάρρυνε τη Βιέννη να στείλει ένα ταπεινωτικό τελεσίγραφο στο Βελιγράδι στις 23 Ιουλίου του 1914. Παράλληλα, διαβεβαίωσε την αυστριακή κυβέρνηση πως θα πρόσφερε κάθε αναγκαία στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση πολέμου, ενώ ταυτόχρονα ναρκοθέτησε τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες της βρετανικής κυβέρνησης που είχαν σαν στόχο την αποτροπή της κλιμάκωσης της κρίσης.

Με τη λήξη της προθεσμίας που έθετε το τελεσίγραφο, οι Αυστριακοί κήρυξαν τον πόλεμο στη Σερβία στις 28 Ιουλίου (έναν ολόκληρο μήνα μετά το Σαράγεβο!). Όπως αναμενόταν, η Ρωσία αποφάσισε, την επόμενη κιόλας μέρα, μερική κινητοποίηση του στρατού της, σε περιοχές που βρίσκονταν κοντά στα αυστριακά σύνορα. Γρήγορα, όμως, το γενικό επιτελείο των Ρώσων αντιλήφθηκε ότι μια μερική κινητοποίηση δεν ήταν επιχειρησιακά εφικτή, και στις 30 Ιουλίου διατάχθηκε πλήρης κινητοποίηση των ρωσικών δυνάμεων, και ειδικότερα, κατά μήκος των συνόρων με τη Γερμανία.

Η Γερμανία είχε τώρα το πρόσχημα που της χρειαζόταν για πόλεμο κατά της Ρωσίας. Γνώριζε, βέβαια, καλά ότι τούτο θα ενεργοποιούσε τους όρους της γαλλορωσικής συμμαχίας. Έστειλε, έτσι, ένα απαράδεκτο τελεσίγραφο στο Παρίσι, αξιώνοντας δήλωση ουδετερότητας της Γαλλίας σε περίπτωση ρωσογερμανικού πολέμου. Ως εγγύηση, μάλιστα, ζήτησε από τους Γάλλους την προσωρινή παραχώρηση στη Γερμανία του ελέγχου των συνοριακών φρουρίων Toul και Verdun!

Την επόμενη μέρα, η Γερμανία ήταν σε πόλεμο με τη Ρωσία, ενώ στη Γαλλία διατάχθηκε πλήρης κινητοποίηση του στρατού.

Στις 2 Αυγούστου, οι Γερμανοί απαίτησαν από το Βέλγιο το δικαίωμα διέλευσης των στρατευμάτων τους που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς τη Γαλλία. Οι Βέλγοι αρνήθηκαν, και οι Γερμανοί εισέβαλαν στη χώρα. Στις 3 Αυγούστου, ο πόλεμος είχε αρχίσει στη δυτική Ευρώπη. Την ίδια μέρα, οι Βρετανοί έστειλαν τελεσίγραφο στη Γερμανία αξιώνοντας την αποχώρηση των δυνάμεών της από το Βέλγιο. Με τη λήξη του, κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία στις 4 Αυγούστου. Ο εφιάλτης είχε μόλις ξεκινήσει…

5. Επίλογος: Χαμένη γενιά…

Στο άρθρο αυτό επικεντρωθήκαμε στη διερεύνηση προθέσεων και την παράθεση συμβάντων που οδήγησαν, σχεδόν νομοτελειακά, στο ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα ίδια τα πολεμικά γεγονότα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ενός ξεχωριστού άρθρου, εφόσον υπάρξει σχετικό ενδιαφέρον από τους αναγνώστες του Aixmi.gr.

Όπως συνηθίζεται να λέγεται, ο πόλεμος αυτός είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια μιας ολόκληρης γενιάς στην Ευρώπη. Κατά την άποψη πολλών (αν όχι των περισσοτέρων) αναλυτών, ένα σημαντικό ποσοστό των θανάτων στα φρικτά, λασπωμένα χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου ήταν προϊόν άσκοπης ανθρωποθυσίας στο βωμό του εγωισμού ανάξιων, υπερφίαλων στρατηγών ένθεν κακείθεν (όπως, π.χ., στο Somme και στο Verdun, αντίστοιχα) που έστελναν τους στρατιώτες τους σε βέβαιο θάνατο κατά χιλιάδες, συχνά με μηδαμινό κέρδος από άποψη στρατηγικού αποτελέσματος. (Κάποιες όψιμες προσπάθειες μερικής, τουλάχιστον, απενοχοποίησης των στρατηγών [4] ελάχιστα μας πείθουν, κι ακόμα λιγότερο μας συγκινούν!)

Θα λέγαμε πως, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων, οι ρόλοι του «καλού» και του «κακού» καταλήγουν να μπερδεύονται, να ομογενοποιούνται στη συνείδηση του μελετητή αυτού του πολέμου. Ώσπου, τελικά, κάθε μονομερής κι απόλυτη ηθική προσέγγιση του θέματος να στερείται νοήματος και σημασίας…

Αναφορές

[1] William R. Keylor, The Twentieth-Century World: An International History (Oxford Univ. Press, 1984) [υπάρχουν και νεότερες εκδόσεις].

[2] James Joll, Europe Since 1870: An International History, 3rd edition (Penguin Books, 1983).

[3] Felix Gilbert, David Clay Large, The End of the European Era: 1890 to the Present, 6th edition (Norton, 2008).

[4] Gary Sheffield, Has History Misjudged the Generals of World War One?(http://www.bbc.co.uk/guides/zq2y87h)

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Πανάγος, ένας ρεμπέτης…


Πηγαίνω συχνά στο «Δίπυλο», στο Μοναστηράκι. Ωραίοι ψαρομεζέδες, ευχάριστο περιβάλλον και καλή μουσική (αν και όχι «για εσάς τους ξενέρωτους τους κλασικούς», που λέει για να με πειράξει η Λουλού η Αεκάρα!).

Πήγαμε ένα βραδάκι, κάπως αργά, το περασμένο καλοκαίρι. Κι εκεί άκουσα για πρώτη φορά τον Πανάγο, έναν αυθεντικό λαϊκό καλλιτέχνη του ρεμπέτικου. Φωνή καμπάνα, να σου τρυπάει τα τύμπανα! Ρεπερτόριο θαρρείς βγαλμένο από παλιές, υπόγειες ταβέρνες της Αθήνας και του Πειραιά. Στίχοι συχνά παραλλαγμένοι με χιούμορ, κάποτε και με αθυροστομία που σε κάνει να ξεκαρδίζεσαι («οι κυρίες δεν θα με παρεξηγήσουν τώρα, έτσι;», ζητάει την άδεια και πάντα την παίρνει)!

Με το που τον πρωτοείδα εκείνο το βράδυ (στρογγυλή, καλοκάγαθη, κοκκινωπή φάτσα και μουστάκι Πειραιώτικο), λέω στη Λουλού: «Να δεις που είναι γαύρος!» «Και πώς είσαι τόσο βέβαιος;», μου απαντάει. «Τώρα θα δεις», της κάνω, και σε ένα διάλειμμα τον πλησιάζω.

Αφού τον συγχάρηκα για το τραγούδι του, μπαίνω στο θέμα: «Θα σου κάνω μια ερώτηση και πρόσεξε τι θα μου απαντήσεις, γιατί απ’ την απάντησή σου κρίνεται αν θα κερδίσω ή θα χάσω ένα στοίχημα!» «Για ρώτα να δούμε», μου λέει. «Λοιπόν: τι ομάδα είσαι;» Δεν το σκέφτηκε καθόλου: «Κοίτα, ως παλιός ιδεολόγος στην πολιτική, δεν θα μπορούσα παρά να είμαι Ολυμπιακός!» Τον χτύπησα στον ώμο με μια έκφραση θριάμβου στο πρόσωπο: «Φίλε μου, αν και Αεκτζής, χαίρομαι ιδιαίτερα. Μόλις κέρδισα ένα στοίχημα!»

Σε μια πιο πρόσφατη επίσκεψη στο ουζερί, χαιρετώντας τον καθώς τον είδα, του λέω με νόημα:«Άντε, τραγουδάτε εσείς οι γαύροι όσο προλαβαίνετε. Σε δυο χρονάκια γυρίζουμε πίσω στην Α΄ Εθνική, και θα λέτε μοιρολόγια!»

Γέλασε με εκείνο τον καλοκάγαθο τρόπο των παλιών, αγνών Ολυμπιακών. Εκείνων που δεν είχαν μολυνθεί ακόμα από το δηλητήριο με το οποίο πότισε – και τελικά σκότωσε ηθικά – το ποδόσφαιρό μας κάποιος αλαζόνας ονόματι Σωκράτης! Και δεν αναφέρομαι, φυσικά, στον αρχαίο φιλόσοφο που με απέραντη ταπεινοφροσύνη ήπιε το κώνειο…


Το σχόλιο της Ε. Αθανασούλη:

Το σημερινό χρονογράφημα είναι μια πινελιά αισιοδοξίας… (μια και μιλάμε για παλιούς ιδεολόγους της πολιτικής…). Η συνεισφορά … αρχαιώνυμων παραγόντων στο ποδόσφαιρο είναι δυστυχώς πασιφανής...

Το πιο ωραίο όμως σε αυτό το άρθρο είναι η Λουλού. ‘Οσο για την ΑΕΚάρα, που μας κέρδισε όλους κάποτε σαν ομάδα, και σαν ιδέα, αμάν και πότε να «λουλουδίσει» πάλι, με το στάδιό της (είδα το χρονικό) και τις επιδόσεις της.

Εγώ δεν είχα την τύχη να υποστηρίζω μια ομάδα (γιατί δεν ήμουν ιδεολόγος της πολιτικής!) Έχω δυο γιους, κι «έπρεπε» να μ’ έχουν στο πλάι τους! Με τον εκάστοτε παρόντα ήμουν στην ίδια ομάδα, όσο ήταν βέβαια μικροί, τα δύσκολα ήρθαν όταν μεγαλώσανε, οπότε διάλεξα την Εθνική, που μας ένωνε όλους! Η πλάκα είναι ότι άργησαν να καταλάβουν ότι ήμουν μαζί με τον καθένα τους «στα παλιά τα χρόνια», αλλά τώρα γελούν με το είδος μερικών γονεϊκών συγκρούσεων….