Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Από το «Μαμά γερνάω» στο «μαμά απολύομαι»!

Πριν χρόνια αμέτρητα, είχα μια συζήτηση με τον καθηγητή μου της θεωρίας στο ωδείο σχετικά με το κατά πόσον οριοθετείται η ιδιότητα του «κλασικού» στη μουσική. Για παράδειγμα, πόσο «κλασική» θα μπορούσε να θεωρηθεί η λαϊκή μουσική ή η Pop. Στη συντηρητική λογική μου εκείνου του καιρού, ο σοφός Π. Βεντούρας απάντησε με μια φράση που τότε μου φάνηκε ρηξικέλευθη: «Αν το καλοσκεφτείς, μήπως οι Beatles δεν είναι, κατά μία έννοια, ο Μπάρτοκ της Αγγλίας;»

Στο πλαίσιο του ελληνικού ρεπερτορίου, υπάρχουν κάποια τραγούδια που θα μπορούσαν επάξια να χαρακτηριστούν «κλασικά», με την έννοια τόσο της διαχρονικότητας όσο και της καλλιτεχνικής αξίας. Ένα από αυτά είναι, αναμφίβολα, το «Μαμά γερνάω» των Σταμάτη Κραουνάκη – Λίνας Νικολακοπούλου (1988).

Δείτε το video

Οι εκ των κορυφαίων στίχων στο ελληνικό τραγούδι, επενδυμένοι με την υπέροχη, πάντα, μουσική τού (ενίοτε ακρίτως πολιτικολογούντος...) κορυφαίου σύγχρονου έλληνα μουσικοσυνθέτη, αναδεικνύουν με γενναιότητα τον υπαρξιακό φόβο του ανθρώπου μπροστά στο φάσμα της απώλειας της νεότητας. Κεντρικό πρόσωπο, η καθαγιασμένη μορφή της μητέρας που, σε ρόλο υπέρτατου εξομολόγου, απορροφά καρτερικά τους ψυχικούς κραδασμούς που γεννά η θλίψη, η ανασφάλεια και η διάψευση των ονείρων...

Αναρωτιέμαι ποιος θα ήταν ο τίτλος και το περιεχόμενο του τραγουδιού αν το έγραφε σήμερα το φοβερό δίδυμο των τραγουδοποιών. Σήμερα που ο άνθρωπος της χρεοκοπημένης χώρας δεν έχει καν το χρόνο, μα κι ούτε τη διάθεση, να προσέξει πως γερνά.... Σε μια εποχή που η ποιότητα ζωής κατάντησε πολυτέλεια, κι η μόνη υπαρκτή προοπτική που απόμεινε είναι αυτή της αγχωτικής επιβίωσης!

Η σημερινή μητέρα-εξομολόγος θα καλούνταν να αναστηλώσει το καταρρακωμένο ηθικό του ανθρώπου της δημιουργικής ηλικίας που βλέπει ξαφνικά τη γη να υποχωρεί κάτω απ’ τα πόδια του καθώς αντικρίζει το φάσμα της εργασιακής ανασφάλειας, ή, ακόμα τραγικότερα, καθώς βιώνει το τραύμα της απώλειας εργασίας. Σε μια εποχή, μάλιστα, που ο άνθρωπος έχει μάθει να εναποθέτει το αίσθημα της αυταξίας του στην αμφίβολη πιστοποίηση που παρέχει το τεκμήριο του καταναλωτισμού...

Το παρόν σημείωμα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ανοιχτή πρό(σ)κληση προς τους δύο σπουδαίους καλλιτέχνες να ξαναγράψουν το τραγούδι τους προσαρμόζοντάς το στις νέες αγωνίες της εποχής, προεξάρχουσα θέση στις οποίες κατέχει ο εφιάλτης της ανεργίας. Το «νέες» είναι σχήμα λόγου, βέβαια, αν θυμηθούμε τους μακρινούς εκείνους καιρούς που εκφράστηκαν μελωδικά με «Το παλικάρι έχει καημό» των Θεοδωράκη – Ελευθερίου. Καιρούς που, δυστυχώς, ξαναζούμε σήμερα, μια και η Ιστορία επαναλαμβάνεται – και μάλιστα, δίχως καν την παρηγοριά της φάρσας!

Εν αναμονή της απάντησης στην πρό(σ)κληση, αφήνω σαν συντροφιά στον αναγνώστη ένα ταπεινών προδιαγραφών «οιονεί ποίημα». Κάτι σαν τον πασατέμπο που τρώγαμε κάποτε στη Φιλαδέλφεια, περιμένοντας ν’ αρχίσει το ματς της ΑΕΚ...

Τηλεφωνητής...

Σε πήρα πάλι σήμερα, μα δεν το σήκωνες...
Ήθελα να μιλήσω λίγο,
ίσως να ‘ρθω για λίγες μέρες να σε δω,
έτσι, να ξεχαστώ, να καταφύγω,
να φάω λίγο μαγειρευτό φαΐ...
Μα τη φωνή σου ακούω πια μόνο στον τηλεφωνητή.
Γι’ αυτό αποφάσισα - κι ας μην το συνηθίζω -
να σου απαντήσω σήμερα μ’ αυτόν...

Ήθελα να σου πω για τη δουλειά...
Όλα αβέβαια, κάποιους τους διώξαν ήδη.
Εγώ είμαι πιο παλιός, ίσως να τη γλιτώσω...
Είναι και η Μαρία...
Της κόστισε πολύ που δεν το κάναμε
εκείνο το ταξίδι, μα χρωστούσα.
Ακούει και τους άλλους που καλοπερνούν...
Πώς τα βολεύουν; Νιώθω σαν άχρηστος!
(Ξέρω, «οι περιστάσεις» θα μου πεις εσύ,
«όμως δε χάνεται η αξία»!)
Κι άμα με διώξουνε;
Μέχρι που σκέφτηκα πως, αν συμβεί...
Μα είναι τα παιδιά, τι φταιν εκείνα;

Το βράδυ πάλι ο ύπνος μου ανήσυχος...
Λέει ο γιατρός πως έχω πίεση, να προσέχω!
Να προσέχω...
Μεγάλη απώλεια για το Σύμπαν, όσο να πεις!
Έτσι που λέω καμιά φορά...
Και θα τους μείνει κι η ασφάλεια,
να πάψει να γκρινιάζει κι η Μαρία!

Ξέρω, θα λες πάλι σε ψυχοπλάκωσα!
Μα αλλού δεν έχω να τα πω...
Α, χθες σου έβαλα την άλλη τη φωτογραφία,
εκείνη που τραβήξαμε στον κήπο, με το μπλε το φόρεμα
(η άλλη στη βεράντα δεν μου άρεσε)...
Ήρθε κι ένας τεχνίτης και χαράξαμε τα γράμματα.
Άντε, δυο χρόνια σου τα γλίτωσα:
του είπα «ετών ογδόντα»!

(Ντίνος Πυργιώτης, ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ)

Aixmi.gr

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Μια ταβέρνα στου Κουκάκη…

Μεσημέρι μιας απ’ τις πιο καυτές μέρες του αποπνικτικού καλοκαιριού του 2012… Είχα ακούσει για τη νέα ταβέρνα στη γειτονιά – εκεί, Ζίννη και Δημητρακοπούλου – αλλά δεν είχα πάει ποτέ. Μπήκα μέσα περισσότερο για να πάρω μια ανάσα από τη ζέστη που έλιωνε τα τσιμέντα…

Το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν το ευχάριστο κλίμα από ένα καλο-ρυθμισμένο air conditioning που σε δρόσιζε χωρίς να σε παγώνει! Ξέχασα μονομιάς τον καύσωνα που τσουρούφλιζε έξω απ’ το παράθυρο, και έπιασα τραπέζι. Τότε πρωτοείδα τον Μιχάλη. Μη γνωρίζοντας την κουζίνα τους, παράγγειλα κάτι απλό: φασολάκια. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσα πως τα φασολάκια μπορεί να είναι, τελικά, ένα πολύ γευστικό πιάτο!

Την άλλη μέρα ξαναπήγα. Αυτή τη φορά με εξυπηρέτησε ο Δημήτρης (έμαθα πως είναι ο δίδυμος του Μιχάλη, αν και δεν επαληθεύεται εδώ ο μύθος των «δύο σταγόνων νερού»!). Σε λίγο μπήκε στο σκηνικό και ο τρίτος αδελφός, ο πιο μεγάλος και ψηλός: ο Τάσος. Απόφοιτος της Νομικής, κατάλαβε πως δεν του ταίριαζε, τελικά, το επάγγελμα του δικηγόρου και αποφάσισε να ριχτεί στον δύσκολο στίβο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η οικογενειακή αυτή επιχείρηση ήταν το πιο μεγάλο στοίχημά του…

Αυτό που με κέρδισε από την αρχή στη συνοικιακή ταβέρνα στου Κουκάκη (με «ήτα», για τους μυημένους!) ήταν η ανυπόκριτη ευγένεια των ανθρώπων. Ξέρετε, όχι εκείνη η προσποιητή, πλαστικοποιημένη – και συχνά προσωρινή – ευγένεια του μαγαζάτορα που θέλει να κάνει καινούργιο πελάτη, αλλά μια γνήσια, έμφυτη εκπομπή θετικής ενέργειας, σε απόλυτη συμβατότητα με τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Όμως, αν η ευγένεια σκλάβωνε, το φαγητό απογείωνε!

Έμαθα πως ο σεφ, ο Κώστας, είχε μακρά θητεία στην υψηλή κουζίνα πριν αποφασίσει να αφιερώσει ολοκληρωτικά την τέχνη και την εμπειρία του στις «Δυο δεκάρες». Και – για μένα το πιο σημαντικό – πίσω από τη νοστιμιά βρισκόταν η ποιότητα των υλικών που με σχολαστικότητα και δίχως το παραμικρό πνεύμα συμβιβασμού επιλέγουν για το μαγαζί τους τα τρία αδέλφια. Αδιάψευστος μάρτυς το (συνήθως υπερευαίσθητο) στομάχι μου, που ποτέ δεν παραπονέθηκε ως σήμερα. Ακόμα και για πιάτα «γκουρμέ» με έντονη την παρουσία μπαχαρικών!

Οι πλέον καχύποπτοι εκ των αναγνωστών θα αναρωτιούνται σίγουρα πώς ένας ταπεινός εκπαιδευτικός μπορεί και γευματίζει καθημερινά σε ένα τέτοιων προδιαγραφών εστιατόριο. Λοιπόν, φίλοι αναγνώστες – και φιλτάτη Εφορία, με τα περιβόητα τεκμήριά σου – ησυχάστε! Οι τιμές είναι αχτύπητες (όχι απλά λογικές), εντελώς δυσανάλογες, θα έλεγα, με τις τεράστιες μερίδες που γενναιόδωρα σερβίρονται στον πελάτη. «Εμείς θέλουμε ο πελάτης να φύγει ευχαριστημένος και χορτάτος, κι ας φάει όσο θέλει», λέει ο (καλοφαγάς κι ο ίδιος) Τάσος!

Ο οποίος Τάσος, παρεμπιπτόντως, είναι από τους πιο τακτικούς αναγνώστες του«Aixmi» (και όχι μόνο επειδή γράφει εκεί ένας πελάτης της ταβέρνας). Και σίγουρα θα εκπλαγεί βλέποντας αυτό το άρθρο (ελπίζω μόνο να μην ενοχληθεί για την «αυθαιρεσία» μου…). Όμως, σε καιρό κρίσης, πιστεύω πως πρέπει να εξαίρονται εκείνες οι υγιείς επιχειρηματικές προσπάθειες που βάζουν τον πελάτη πάνω από την τσέπη! Όπως μου ομολόγησαν τα τρία αδέλφια: «Εμείς βλέπουμε αυτή τη δουλειά περισσότερο σαν χόμπι, παρά σαν επιχείρηση. Γι’ αυτό και ό,τι κάνουμε εδώ το διασκεδάζουμε πραγματικά!»

Το ίδιο αφήνει να εννοηθεί και ο Κώστας, ο σεφ. Που, πάντα χαμογελαστός και καλοδιάθετος, μοιάζει μέσα στην κουζίνα του περισσότερο με ιερέα που επιδίδεται απολαυστικά σε κάποιο είδος μυστικής τελετουργίας. Μέρος της οποίας είναι, ενίοτε, και η αξιοποίηση της θυσίας ενός ατυχούς σολομού, μια φέτα του οποίου (με σάλτσα σαμπάνιας) κάνει συχνά την εμφάνισή της προκλητικά στο πιάτο μου!

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που ξεχνώ ολότελα πως ο εν λόγω σεφ είναι «γαύρος». Και προσπερνώ με κατανόηση και χιούμορ ακόμα και τις απαξιωτικές αναφορές του στο «Αεκάκι» – μια μάταιη προσπάθεια να με πικάρει, φιλικά!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου εκτιμά έμπρακτα αυτούς που προσφέρουν ποιότητα βάζοντας τον άνθρωπο πάνω από το κέρδος!

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Τι (δεν) μας δίδαξε ο «Μεγάλος Πόλεμος»…

Σε πρωινή εκπομπή του στο ραδιόφωνο (πάνε πολλά χρόνια τώρα), ο αμίμητος Γιάννης Καλαμίτσης είχε θέσει στους ακροατές του ένα κουίζ Ιστορίας: «Σε ποια μεγάλη μάχη οι φαντάροι πήγαν στο μέτωπο με… ταξί;» Κάποιοι βρήκαν αμέσως την απάντηση, αναγνωρίζοντας τη Μάχη του Μάρνη (Σεπτέμβριος 1914) όπου τα Παρισινά ταξί επιστρατεύτηκαν για να μεταφέρουν ενισχύσεις στον Γαλλικό στρατό. Το Παρίσι έτσι σώθηκε, και η Γερμανία έχασε τη μοναδική ευκαιρία που είχε να κερδίσει τον πόλεμο, και μάλιστα στην πρώτη του σημαντική μάχη! Ύστερα ήρθαν τα φονικά χαρακώματα…

Ο «Μεγάλος Πόλεμος» (The Great War), όπως αποκλήθηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος, υπήρξε ίσως ο πιο παράλογος πόλεμος της Ιστορίας. Αν στον Δεύτερο Παγκόσμιο θα μπορούσε κάποιος να αναγνωρίσει μια επίφαση, έστω, ευγενούς κινήτρου (την αποτροπή της κυριαρχίας του φασισμού/ναζισμού), κάτι τέτοιο δεν ισχύει καν για τον Πρώτο. Ο πόλεμος αυτός (κυρίως σε ό,τι αφορά το Δυτικό Μέτωπο) αντιπροσωπεύει την πλέον κυνική έκφανση «πολέμου φθοράς» (war of attrition), μιας στρατιωτικής τακτικής όπου οι εμπόλεμες δυνάμεις επιχειρούν να φτάσουν στη νίκη όχι με συμβατικές, «έντιμες» (κατά μία έννοια) στρατιωτικές μανούβρες, αλλά επιφέροντας όσο το δυνατόν περισσότερες απώλειες στον αντίπαλο, μέχρι την τελική του εξάντληση.

Οχυρωμένοι οι στρατιώτες σε άθλια – συχνά λασπωμένα – χαρακώματα, για μήνες σε στάση αναμονής που τσάκιζε νεύρα και ηθικό, δέχονταν από καιρού εις καιρόν εντολές από υπερφίαλους στρατηγούς να βγουν από τα «λαγούμια» τους και να επιτεθούν μαζικά στο αντίπαλο χαράκωμα, προσπαθώντας να σκοτώσουν όσο περισσότερους στρατιώτες του εχθρού μπορούσαν. Ενός εχθρού που περίμενε να τους θερίσει με τα πολυβόλα του, συχνά πριν καν προλάβουν να διασχίσουν την ουδέτερη ζώνη, τη «γη του κανενός» (no man’s land)…

Ο «πόλεμος των χαρακωμάτων» διεκδίκησε και πήρε περισσότερες από εννέα εκατομμύρια ψυχές (στην πλειοψηφία τους, νέων παιδιών) εξαφανίζοντας μια ολόκληρη γενιά στο διάβα του. Για να αντιληφθούμε τα μεγέθη των απωλειών, μόνο στη μάχη του Somme χάθηκαν ένα εκατομμύριο και πλέον στρατιώτες, ενώ στο Verdun κάπου εφτακόσιες χιλιάδες. Και όλα αυτά, συχνά για το αμφίβολο κέρδος λίγων εκατοντάδων μέτρων λασπωμένης γης, διάσπαρτης από πτώματα και διάτρητης απ’ τα σημάδια των πυρομαχικών…

Τα χαρακώματα έγιναν έτσι το σύμβολο της άσκοπης θυσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, στο βωμό της αλαζονείας των επιτελείων και της παθητικότητας των διπλωματών μπρος στην εγωιστική, σχεδόν δικτατορική συμπεριφορά των στρατηγών που βίωναν τον πόλεμο από την ασφάλεια των γραφείων τους, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στη Δυτική Ευρώπη ο αριθμός των θυμάτων (νεκροί και τραυματίες) ξεπέρασε κατά πολύ τον αντίστοιχο αριθμό κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο!

Μετακινούμε τον χρονοδείκτη της Ιστορίας αρκετές δεκαετίες μπροστά… Συχνά αναρωτιέται κανείς αν εκείνοι που διαχειρίστηκαν τα διάφορα επίπεδα εξουσίας στην Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα (είτε ως τυπικά κυβερνώντες, είτε ως αντιπολιτευόμενοι) μπήκαν στον κόπο να μελετήσουν σε βάθος την ιστορία του Μεγάλου Πολέμου. Γιατί, αν το είχαν κάνει, θα γνώριζαν καλά το κόστος ενός πολέμου φθοράς, μιας τακτικής που αγαπήθηκε με πάθος από όλες, σχεδόν, τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου!

Το ζητούμενο ήταν σταθερά ένα: η με κάθε μέσο φθορά του πολιτικού αντιπάλου, ιδιαίτερα αν αυτός βρισκόταν στην εξουσία. Με το πατριωτικό καθήκον απέναντι στη χώρα (αν υποτεθεί ότι αυτό ενυπήρχε καν ως κίνητρο πολιτικής δράσης) κρυμμένο κάπου στα βάθη του κομματικού ασυνείδητου… Πιστοί στην ιστορική μας κατάρα, συντηρήσαμε για χρόνια ένα μοντέλο πολιτικής βασισμένο στην (συχνά βίαιη) σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αλληλομισούμενα άκρα ενός κομματικού διπόλου, που εναλλάσσονταν στους ρόλους κυβερνώντων-αντιπολιτευόμενων.

Κάθε φορά που ένας κομματικός πόλος έχανε την εξουσία, επιδιδόταν με ρεβανσιστική μανία σε πόλεμο φθοράς του αντιπάλου του και υπονόμευσης του κυβερνητικού έργου, ακόμα κι αν αυτό αποτελούσε μέρος μη-διαπραγματεύσιμων εθνικών προτεραιοτήτων. Αρωγοί σε αυτή την εθνικά αυτοκαταστροφική προσπάθεια ήταν συχνά οι στρατοί των οργανωμένων συμφερόντων, οι κομματικά ελεγχόμενες συντεχνίες του δημόσιου τομέα. (Δεν θα χρησιμοποιήσω τη λέξη «συνδικαλισμός», γιατί η έννοια αυτή προϋποθέτει δημοκρατικό ήθος, αρετή άγνωστη στις ιδιοτελείς ηγεσίες των συντεχνιών…)

Κοινοί εκβιαστές που ταλαιπωρούσαν τον πολίτη, κατεβάζοντας τους διακόπτες της πολύτιμης ηλεκτρικής ενέργειας, ή στερώντας του το (συχνά προπληρωμένο) δικαίωμα στις δημόσιες μεταφορές, βαφτίζονταν σε «λαϊκούς αγωνιστές» που μάχονταν για τα συμφέροντα «του λαού». Φυσικά, οι «αγωνιστές», πέραν του όποιου ευκαιριακού πλουτισμού τους, αμείβονταν συνήθως και με περίοπτες πολιτικές θέσεις, ακόμα και με υπουργικούς θώκους όταν το κόμμα που υπηρετούσαν ερχόταν στην εξουσία!

Και οι «λαϊκοί αγώνες» κατέληγαν σχεδόν πάντα σε θρίαμβο των βολεμένων ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, με μόνιμα θύματα τους μη προνομιούχους, αυτούς δηλαδή που βίωναν εργασιακή επισφάλεια και δεν τύγχαναν συνδικαλιστικής προστασίας… Από τη μεριά τους, οι κατέχοντες την εξουσία έσκαβαν όλο και πιο βαθιά τα δικά τους χαρακώματα προσπαθώντας να κρατηθούν σ’ αυτήν. Κι επειδή το σκάψιμο απαιτεί χέρια, αποδύθηκαν στο χτίσιμο ενός στέρεου κομματικού κράτους που το υπερτροφικό του μέγεθος ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες της εθνικής οικονομίας.

Τις συνέπειες των συμπεριφορών αυτών τις βιώνουμε σήμερα με τον πλέον δραματικό τρόπο. Διδαχθήκαμε κάτι, όμως, έστω κι εκ των υστέρων, από τον Μεγάλο Πόλεμο; Το ερώτημα καταντά ρητορικό αν ρίξουμε μια ματιά στο τρέχον πολιτικό σκηνικό. Το μόνο που δείχνει να έχει αλλάξει είναι τα ονόματα των εμπόλεμων δυνάμεων που συνθέτουν το πολιτικό δίπολο, όπως επίσης και οι πολιτικοί συνθηματολογικοί κώδικες: Η «συντήρηση» και η «πρόοδος» αναβαπτίστηκαν δίνοντας τη θέση τους στο «μνημόνιο» και το «αντι-μνημόνιο»!

Υπάρχουν αθώοι σ’ αυτόν τον διαχρονικό πόλεμο φθοράς που συντελείται εδώ και δεκαετίες στη χώρα; Θα λέγαμε πως ναι. Είναι καταρχήν εκείνοι που επέλεξαν να βαδίσουν τον δικό τους, μοναχικό δρόμο, δίχως τους καιροσκοπισμούς και τους ηθικούς συμβιβασμούς που συνεπάγεται η ένταξη σε πόλους εξουσίας (ή εν δυνάμει εξουσίας). Με μοναδικά όπλα τις αρχές και την αξία τους… Είναι κι οι άλλοι (μπορεί να ‘ναι κι οι περισσότεροι) που το προσπάθησαν μα δεν κατάφεραν να γίνουν ευνοούμενοι του συστήματος…

Όλοι αυτοί αποτελούν τους μη-προνομιούχους, εκείνους που καταδικάστηκαν (ή ακόμα κι επέλεξαν!) να ζουν μόνιμα στην «no man’s land», ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Κάποιοι αντέχουν ακόμα… Κάποιοι ήδη έγιναν ένα με τη λάσπη του άγριου, διάτρητου τερέν. Καθ’ οδόν – και διόλου ένδοξα – προς το κενοτάφιο της Ιστορίας…

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Κριτική σκέψη στην εκπαίδευση: Σύντομο ανέκδοτο ή πρωταρχικός στόχος;

Θέλοντας να πειράξω τους μαθητές μου, τους λέω συχνά πως οι ερωτήσεις κρίσης ονομάστηκαν έτσι επειδή τους προκαλούν κρίση, κάθε φορά που τίθενται ως θέματα στις εξετάσεις! Το πείραγμα δεν είναι αβάσιμο, αφού αποτελεί προϊόν εμπειρικών δεδομένων που εκτείνονται σε βάθος χρόνου…

Η σκηνή στην αίθουσα διδασκαλίας, σε μέρα επίσημων εξετάσεων… Οι φοιτητές διαβάζουν τα θέματα που μόλις τους έχουν δοθεί, καλούμενοι να διατυπώσουν τυχόν απορίες. Με απόλυτα φυσικό τρόπο, ένας εξ αυτών (εκπροσωπώντας πιθανότατα και τους περισσότερους απ’ τους υπόλοιπους) σηκώνει το χέρι και κάνει την εξής ερώτηση: «Στο δεύτερο θέμα, θέλετε αυτά που γράφει το βιβλίο στη πρώτη παράγραφο πάνω δεξιά όπως το κοιτάζουμε, ή εκείνα που γράφει κάτω από το σχήμα στην απέναντι σελίδα;»

Η ερώτηση είναι αποκαλυπτική μιας πολύ ανησυχητικής νοοτροπίας που έχει πάρει τη μορφή επιδημίας στην Εκπαίδευση (και όχι μόνο στην Τριτοβάθμια όπου, λόγω προσωπικής εμπειρίας, αναφέρθηκα πριν): Σε μεγάλη μερίδα μαθητών/σπουδαστών, η «φωτογραφική» απομνημόνευση λειτουργεί ως βολικό υποκατάστατο της δημιουργικής, κριτικής σκέψης. Και η «παπαγαλία» εκλαμβάνεται ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη μάθηση, ενώ η κριτική σκέψη συχνά απαξιώνεται ως ελιτίστικη πνευματική πολυτέλεια που εκτιμάται ως αρετή μόνο απ’ τους «σπασίκλες»!

Για να προλάβω τη (δίκαιη) αντίδραση του αναγνώστη, θα σπεύσω να διευκρινίσω ότι, ως δάσκαλος, θεωρώ τους μαθητές σαν τους λιγότερο υπεύθυνους γι’ αυτό το φαινόμενο. Από την πρώτη μέρα του Σχολείου διδάσκονται την αποστήθιση ως βασικό (αν όχι μοναδικό) τρόπο μάθησης και αναγκάζονται να την αποδεχθούν ως κριτήριο αξιολόγησης της επίδοσής τους. (Τονίζω τις λέξεις «βασικό» και «μοναδικό» γιατί, ως ένα βαθμό, η αποστήθιση είναι απαραίτητο συστατικό της μάθησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πρώτη καταγραφή αντικειμενικών δεδομένων όπως, π.χ., ιστορικές χρονολογίες, γεωγραφικά ονόματα ή κανόνες της αριθμητικής.)

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, παράλληλα με την (όποια) αναγκαιότητα της απομνημόνευσης, διδάσκουμε στους μαθητές μας τη σημασία της κριτικής σκέψης και τους δείχνουμε τον δρόμο για να την αναπτύξουν. Και, για να μη φανεί ότι επιχειρώ να επιρρίψω ευθύνες αποκλειστικά στους φιλότιμους συναδέλφους των δύσκολων δύο πρώτων βαθμίδων της Εκπαίδευσης, σπεύδω να τονίσω ότι τις ίδιες, τουλάχιστον, ευθύνες φέρουμε και όσοι παίρνουμε τη σκυτάλη από τα χέρια τους!

Το κρίσιμο ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση, είναι ο βαθμός επικοινωνίας του διδάσκοντος με τον διδασκόμενο στην αίθουσα διδασκαλίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε τη μαθησιακή λειτουργία σαν μονόδρομη διαδικασία όπου κάποιος «πομπός», εφοδιασμένος με κάποιας μορφής εξουσία, μεταδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως γνώση σε κάποιους «δέκτες» που καλούνται να την αφομοιώσουν χωρίς ποτέ να τους δοθεί η δυνατότητα να την κρίνουν. Μερικές φορές, μάλιστα, η μετάδοση της πληροφορίας παίρνει τη μορφή αληθινού βομβαρδισμού κάτω από το άγχος «να καλύψουμε την ύλη», πράγμα που δεν μας αφήνει χρόνο να προβληματιστούμε κατά πόσον αυτά που διδάξαμε συνέβαλαν στη διεύρυνση πνευματικών οριζόντων, ή οδήγησαν απλά στην αποθήκευση δεδομένων (τη σπουδαιότητα των οποίων – για να μην παρεξηγηθώ – δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να αμφισβητήσω!). Και στο τέλος του εξαμήνου αξιολογούμε, συνήθως, την επίδοση του μαθητή/σπουδαστή με βάση το πόσο πιστά μπορεί να αναπαραγάγει στιγμιαία την πληροφορία με την οποία τον βομβαρδίσαμε!

Από εκεί και πέρα, η ανταπόκριση του ίδιου του μαθητή εξαρτάται από δύο, κυρίως, παράγοντες: τον βαθμό ωριμότητάς του και το ειδικό ενδιαφέρον του για το μάθημα. Κάποιοι μαθητές θα προβληματιστούν πάνω σ’ αυτά που άκουσαν και θα θελήσουν, ακόμα και με δική τους πρωτοβουλία, να μάθουν περισσότερα και να εμβαθύνουν. Είναι εκείνοι στους οποίους έχει καλλιεργηθεί η κριτική σκέψη και δεν δέχονται τη γνώση ως «μασημένη τροφή»!

Κάποιοι άλλοι θα αρκεστούν στη στείρα απομνημόνευση, τον πλέον θνησιγενή τρόπο μάθησης αφού τα προϊόντα της εξανεμίζονται σύντομα, δίχως ν’ αφήσουν κάποιο αξιόλογο στίγμα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή. Εδώ όμως υπάρχει μια υποσημείωση που συχνά εμείς οι εκπαιδευτικοί παραβλέπουμε: Ακόμα κι οι μαθητές που με ευκολία τούς τοποθετούμε την ετικέτα του «παπαγάλου», δείχνουν τελείως διαφορετική μαθησιακή συμπεριφορά όταν πρόκειται για αντικείμενο που τους ενδιαφέρει, πράγμα που συχνά απεικονίζεται και στις βαθμολογικές τους επιδόσεις (αν και ο απόλυτος συσχετισμός του επιπέδου μάθησης με την τυπική βαθμολογία που, με στείρα αριθμητική λογική, επιχειρεί να αξιολογήσει τη μάθηση αυτή, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ασφαλής…).

Η τελευταία παρατήρηση δείχνει και την ευθύνη μας, ως εκπαιδευτικών, για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης στους μαθητές μας, καθώς και τον δρόμο που θα οδηγήσει σ’ αυτήν: Για να θελήσουν να εμβαθύνουν σε ένα αντικείμενο, θα πρέπει πρώτα να κατορθώσουμε να τους κεντρίσουμε το ενδιαφέρον γι’ αυτό. Και, γενικότερα, να τους πείσουμε ότι ο χρόνος που θα διαθέσουν και ο κόπος που θα καταβάλουν θα τους ανταμείψει – όχι απλά με ένα ψυχρό ενδεικτικό νούμερο που λέγεται «βαθμός» (αυτό το αμφιλεγόμενο κίνητρο είναι, εξάλλου, ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο της αποστήθισης) αλλά, κυρίως, με την απόκτηση γνώσεων που θα είναι χρήσιμες για τη ζωή τους. Και – γιατί όχι; – με την ίδια την απόλαυση της ενασχόλησης με κάτι που σ’ εμάς τους ίδιους εναπόκειται να κάνουμε να φανεί ευχάριστο!

Ξεκινώντας στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς το μάθημα της Φυσικής με τους πρωτοετείς μου, ρωτώ συχνά σε ποιους η Φυσική ήταν το αγαπημένο μάθημα στο Λύκειο και τη μελετούσαν από ενδιαφέρον για το αντικείμενο, καθώς και ποιοι τυχόν τη «μισούσαν» με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να «παπαγαλίζουν» για να επιβιώσουν. Σηκώνονται χέρια ένθεν και ένθεν, οπότε θέτω σε όλους την ερώτηση κατά πόσον αγάπησαν ή μίσησαν την ίδια τη Φυσική, ή κατά βάθος τον δάσκαλο που τους τη δίδαξε. Μετά από σύντομη σκέψη, μου δίνουν όλοι την απάντηση που εύκολα μαντεύει ο αναγνώστης…

Αναλογεί, εν τούτοις, και κάποιο ποσοστό ευθύνης σε έναν ώριμο, πλέον, σπουδαστή (ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες δασκάλων που προηγήθηκαν ή έπονται) για την ανάπτυξη αυτόνομης κριτικής σκέψης; Θα διευρύνω το ερώτημα περιλαμβάνοντας όλους τους ενήλικες – πέραν των (τυπικά) σπουδαστών – μια και, σε τελευταία ανάλυση, όλοι βρισκόμαστε σε διαρκή φοίτηση στο σχολείο της ζωής που καθημερινά μας διδάσκει!

Υπερβαίνοντας, λοιπόν, τις ευθύνες των δασκάλων που πέρασαν απ’ τη ζωή μας – οι οποίες συχνά λειτουργούν και ως βολικό άλλοθι αναβολής της ωρίμανσής μας, σε συνδυασμό μάλιστα με αυτές των γονιών μας! – δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ένα ζήτημα καθαρά προσωπικής ευθύνης του καθενός μας στο να ξεπεράσουμε το νηπιάζον φρόνημα που επιζητά τον εφησυχασμό της «επεξεργασμένης τροφής» που προσφέρει η κηδεμονευόμενη σκέψη, η στερούμενη κριτικής επεξεργασίας.

Έτσι που να καταλήγουμε πάντα να θεωρούμε κάποιους άλλους υπεύθυνους για κακοτυχίες που, εν τούτοις, υπήρξαν αποτελέσματα απόλυτα προσωπικών επιλογών: Φταίει κάποιος πρωθυπουργός που μας είπε κάποτε πως ήταν «καλό» πράγμα το παιχνίδι στο Χρηματιστήριο (λες και δεν γνωρίζαμε πως πρόκειται κατ’ ουσίαν για τζόγο!) με αποτέλεσμα να χάσουμε τα χρήματά μας… Φταίνε οι πολιτικοί που δεν μας προειδοποίησαν για την κρίση, αφήνοντάς μας να ξοδεύουμε αλόγιστα και να ζούμε μέσα σε περιττές πολυτέλειες… Φταίει η τηλεόραση που μας παραπλανά με παραποιημένη εικόνα της πραγματικότητας (λες και δεν βλέπουμε τι συμβαίνει παραδίπλα μας!)… Φταίει η «άτιμη η κοινωνία» και η «κακιά η ώρα» που μας ανάγκασαν να παραφερθούμε πληγώνοντας τον συνάνθρωπό μας…

Ο μεγάλος Καζαντζάκης γράφει στο κορυφαίο φιλοσοφικό του έργο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω!» Κι ακόμα:«Καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος. Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο…»

Ίσως και να υπάρχει, τελικά, διδασκαλία… Μα ο δάσκαλος δεν είναι λυτρωτής που ανοίγει δρόμους: Είναι μόνο το φανάρι που τους φωτίζει! Και πρέπει να δείξει στον μαθητή πώς να πάρει το βλέμμα απ’ το ίδιο το φανάρι και να το στρέψει κατά κει που πέφτει το φως…

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Μια απάντηση στον Μπίσμαρκ…

Η Ελένη Α., τακτική αναγνώστρια του Aixmi.gr, θέλοντας προφανώς να με πειράξει, μου έγραψε πρόσφατα ένα σχόλιο που εμπεριείχε την φαρμακερή ρήση του Όττο Φον Μπίσμαρκ«Καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς!» (Drei Professoren, Vaterland verloren). Το ίδιο είχα ακούσει παλιότερα κι από έναν φίλο πολιτικό μηχανικό, καθώς μου ανέλυε τους λόγους για τους οποίους είχε αποτύχει τότε το πολιτικό πείραμα της οικουμενικής κυβέρνησης. Όπως, περίπου, και από ιδιαίτερα σκεπτόμενους αναγνώστες της (παλιάς) «Ελευθεροτυπίας», που σχολίασαν στα σοβαρά ένα μάλλον χιουμοριστικών προθέσεων άρθρο μου με τίτλο «Ο Πολιτικός, ο Τεχνοκράτης κι ο… Μάρλον Μπράντο!».

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποιος είναι ο κρίσιμος αριθμός καθηγητών που απαιτείται για τη διάλυση μιας χώρας. Ούτως ή άλλως, αντικείμενο του παρόντος σημειώματος δεν είναι η δοκιμότητα των πανεπιστημιακών δασκάλων στο πλαίσιο της άσκησης κρατικής εξουσίας, αλλά το ακαδημαϊκό ήθος τους, εντός του χώρου υπηρέτησης του λειτουργήματός τους. Κι επειδή το θέμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο και μια εις βάθος ανάλυσή του θα απαιτούσε χρόνο και ερευνητικά εφόδια που δεν διαθέτω, θα περιοριστώ στην παράθεση δύο προσωπικών εμπειριών που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη και τη συνείδησή μου και, μέσα από τις εμφατικές αντιθέσεις τους, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας που έπλασα ως σπουδαστής για τους καθηγητές της ανώτατης βαθμίδας της Εκπαίδευσης. Στην πρώτη περίπτωση, κάλλιστα, θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός της «ακαδημαϊκής αλητείας»! Στη δεύτερη, της ακαδημαϊκής μεγαλοσύνης…

Πανεπιστήμιο της Αθήνας, τέλη της δεκαετίας του ’70… Στον πίνακα ανακοινώσεων αναρτώνται αποτελέσματα εξέτασης βασικού μαθήματος. Καθηγητής, ένας σχετικά νέος επιστήμονας με ιδιαίτερο ταλέντο στις διεθνείς διασυνδέσεις και με υπερτροφικά ανεπτυγμένο αίσθημα αυτοπεποίθησης!

Ένας φοιτητάκος, που ήξερε πως είχε γράψει καλά στην εξέταση (ήταν το αγαπημένο του μάθημα λόγω αντικειμένου) δεν είδε το όνομά του ανάμεσα στους επιτυχόντες. Αντίθετα, είχαν περάσει φίλοι του τους οποίους είχε βοηθήσει στη μελέτη. Εκείνη τη στιγμή, δεν πέρασε καν συνειρμικά απ’ το μυαλό του το γεγονός ότι οι φίλοι ανήκαν σε πανίσχυρη, τότε, φοιτητική παράταξη, ενώ ο ίδιος ήταν πολιτικά ανένταχτος. Ούτε γνώριζε την ανάγκη του καθηγητή να παρουσιάσει εξορθολογισμένες καμπύλες αποτελεσμάτων με καθορισμένο ποσοστό επιτυχόντων…

Κατά τα ειωθότα, ο καθηγητής ανακοίνωσε κάποια ώρα που θα μπορούσαν να τον επισκεφθούν οι φοιτητές που ήθελαν να δουν το γραπτό τους. Ο φοιτητάκος χτύπησε την πόρτα με συστολή και μπήκε στο γραφείο. Με αίσθημα δέους μπροστά στον καθηγητή με την τρομαχτική θωριά, ρώτησε ποια ακριβώς ήταν τα λάθη που του είχαν κοστίσει βαθμολογικά. Καθώς δεν πήρε σαφή απάντηση, βρήκε το θάρρος να επιμείνει. Και τότε άκουσε έκπληκτος τον δάσκαλό του να λέει, με μια χροιά σκληρού κυνισμού και αλαζονικής ωμότητας στη φωνή του:

– Άκουσε να σου πω, στο κάτω-κάτω, καθηγητής είμαι και ό,τι θέλω κάνω! Λοιπόν, άντε, ντύσου και πήγαινε!

«Ντύσου και πήγαινε!» Μια φράση που δύσκολα θα απηύθυνε πολιτισμένος άνθρωπος ακόμα και σε πόρνη στο τέλος μιας κατ’ οίκον επίσκεψης! Ο κατά τα άλλα ευφυής Μπίσμαρκ μάλλον δεν γνώριζε τον σημαντικότερο λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να απαξιώνει τους καθηγητές (ή, για να είμαι δίκαιος, κάποιους απ’ αυτούς…).

Ο φοιτητάκος μεγάλωσε λιγάκι και κάποια στιγμή βρέθηκε να κάνει μεταπτυχιακά σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ. Γυρνώντας ένα Σεπτέμβρη από διακοπές στην Ελλάδα, του ανακοίνωσαν ότι του χορηγήθηκε μια σημαντική υποτροφία. Όχι ως χειρονομία αβροφροσύνης, φυσικά: Μέρος των καθηκόντων του (πέραν της έρευνας) ήταν να οργανώνει μαθήματα αποκλειστικά για τους καθηγητές της Σχολής, στους οποίους θα δίδασκε κάτι από αυτά που κι ο ίδιος μάθαινε στο πλαίσιο της εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής.

Και επί τέσσερα χρόνια οι δάσκαλοί του κάθονταν στα θρανία σαν απλοί μαθητές, κρατώντας σχολαστικά σημειώσεις από τις παραδόσεις ενός άσημου Έλληνα μεταπτυχιακού φοιτητή! Ε, τέτοιο μάθημα ταπεινοφροσύνης θα είχε σίγουρα κλονίσει ακόμα και τον Μπίσμαρκ, για να μην πω και την φιλτάτη αναγνώστρια Ελένη του Aixmi.gr, η οποία παρέθεσε τον αφορισμό του τελευταίου σχολιάζοντας προηγούμενο άρθρο μου!

Δεν γνωρίζω αν δύο, τρεις ή δεκατρείς καθηγητές θα αρκούσαν για να καταστρέψουν μια χώρα. Μπορώ με βεβαιότητα, όμως, να πω ότι ένας καθηγητής είναι αρκετός για να σκοτώσει την ιδανική εικόνα που έχει ανάγκη να πλάσει ένας νέος σπουδαστής για τους ακαδημαϊκούς του δασκάλους. Ευρισκόμενος πια κι εγώ στην αντίπερα όχθη, προσπαθώ να μην ξεχνώ ποτέ τις εμπειρίες που με σημάδεψαν, θετικά ή αρνητικά. Το αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να γίνομαι καλύτερος δάσκαλος, αρμόδιοι να το κρίνουν είναι, ασφαλώς, μόνο οι μαθητές μου…

Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι ασήμαντος δάσκαλος σημαντικών μαθητών!

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Μια "αιρετική" άποψη για τις γάτες...

Η Ελένη Αθανασούλη, διακεκριμένη νομικός και συγγραφέας, δημοσίευσε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σχόλιο πάνω στο άρθρο "Οι γάτες γυρίζουν πίσω (μια αλληγορία για τον νεο-ναζισμό)". Για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα αυτοτελές "άρθρο μέσα στο άρθρο", που φωτίζει μια φιλοσοφική άποψη συμπληρωματική ως προς (και όχι κατ' ανάγκη ασύμβατη με) αυτήν του πρωτογενούς κειμένου. Παραθέτω το εξαιρετικό αυτό σχόλιο της αναγνώστριας του Aixmi.gr.

Κύριε Παπαχρήστου,

Με σαγηνεύει ο τρόπος που προσεγγίζετε τα πράγματα. Βλέπετε μια αξιοθαύμαστη πλευρά τους και την τονίζετε και την χρωματίζετε με όλη την ευαισθησία που μπορεί να έχει ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος. Εγώ πάλι, αιρετική, σαν από μια μόνιμη επαγγελματική ασθένεια (της προβολής ενστάσεων), παρακολουθώ το διανοητικό παιχνίδι, και ψάχνω την αίρεση.

Τη βρήκα, νομίζω, και τώρα! Ας υποθέσουμε λοιπόν, πως οι σκύλοι είναι πιο συμπαθείς γιατί ξεχνάνε το παρελθόν τους, γιατί προσαρμόζονται στο νέο περιβάλλον, και γιατί μένουν παντοτινά πιστοί στο αφεντικό τους, ενώ οι γάτες όχι, γιατί έχουν άποψη και προτιμήσεις άσχετες από εκείνες του αφεντικού τους. Οι γάτες, λέτε γυρίζουν πίσω. Ίσως να εννοείτε ότι είναι οπισθοδρομικές, αφού δεν τραβάνε μπροστά. Ίσως, όμως, δεν είναι από φόβο στο άγνωστο μέλλον, αλλά από αγάπη στη ζεστασιά, τη στοργή και τη φροντίδα που βρήκαν στον τόπο που γεννήθηκαν. Το ίδιο δεν ισχύει για όλους μας, σε κάποιο βαθμό, ακόμη κι αν έχουμε φύγει; Από τον τόπο αυτόν, άλλος φεύγει και ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω του (και οι πεταμένες γάτες το ίδιο κάνουν), άλλος θυμάται τον τόπο τούτον μια ζωή και θέλει να ξαναγυρίσει, και να νιώσει εκείνο τον παλιό παλμό και το χάδι. Εκεί, που άνοιξε τα μάτια του στον κόσμο.

Το κριτήριό που υπαγορεύει την προτίμησή σας στους σκύλους, ίσως είναι η υποταγή τους στον άνθρωπο και η αναγνώριση της αυθεντίας του. Εξάλλου, η υποταγή τους, δείχνει ότι η προσωπική μας σχέση με τα συμπαθή κατοικίδια και η συμβιωσιμότητα – συντροφικότητα που μπορεί να έχουμε θα είναι επιτυχής.

Με αφορμή το άρθρο σας σκέφτηκα, ότι εμείς όμως, ως ανθρώπινες υποστάσεις, καμμιά φορά ζούμε/φερόμαστε σαν γάτες ή σκύλοι.

Εξηγούμαι: Μπορεί οι καιροί να άλλαξαν και νέες πολιτικές ιδέες και μέθοδοι να εμφανίστηκαν και να εφαρμόζονται στον κόσμο, και είναι πράγματι καλό να μεταδίδεται το πνεύμα της προόδου, αλλά, ανάμεσα σε όλα αυτά, επινοήθηκαν και νέες τεχνικές εξαπάτησης και αποπροσανατολισμού.

Έτσι αυτοί που κατέχουν τα μέσα, τον πλούτο, τη διοίκηση κ.α., κατευθύνουν με κρυμμένες αλήθειες ή απροκάλυπτα ψέμματα τις διαδικασίες και τους συσχετισμούς κατά τρόπο ώστε να διαιωνίζεται η δική τους (πάσης μορφής) εξουσία και πρόσοδος και οι υπόλοιποι να είναι απλώς τα μέσα για ένα τέτοιο πορισμό σ’ αυτούς. Αυτοί χρησιμοποιούν τους ανθρώπους σαν σκύλους, τους εκγυμνάζουν στην υποταγή και τους επιβραβεύουν γι’ αυτό, κι εκείνοι πειθήνια ακολουθούν τα αφεντικά τους, μέχρι θανάτου, με τρόπαιο ένα κόκκαλο. Ενώ άλλοι, κοιτούν τους πολίτες περιφρονητικά, ως καθυστερημένες γάτες, που δεν ξανοίγονται στο μέλλον, να συναντήσουν την πρόοδο και την ελευθερία από τα δεσμά των προκαταλήψεων και της εσωστρέφειας.

Από την άλλη πλευρά, αν οι κρατούντες αναγνώριζαν πως οι πολίτες, έχουν άποψη, έχουν δικαίωμα (και θέλουν να το ασκήσουν) στην άποψη, τη διεκδίκηση, την έκφραση της άρνησης, θα υπολόγιζαν τη δύναμη του επιχειρήματος και του λόγου μας, και θα μας αντιμετώπιζαν όχι ως υποταγμένους σκύλους, αλλά ως ελεύθερες και ανεξάρτητες γάτες (για να χρησιμοποιήσω τη σημερινή σας προσφορώτατη αλληγορία), που θα μείνουμε (ή θα πάμε) εκεί που μας εκφράζει ως πολίτες, εκεί που υπάρχει σεβασμός στην προσωπική μας ζωή και ανάγκη.

Είναι εύλογο στην πολιτική κονίστρα, και μάλιστα σε εποχές πολιτκά ρευστές, να αλληλοκατηγορούνται οι πολιτικοί αντίπαλοι, εμείς όμως μπορούμε να κρίνουμε γιατί ζούμε -πολύ καιρό- στον ίδιο, μ’ αυτούς τόπο. Δεν μπορούμε ακρίτως να πιστεύουμε τον κάθε οργισμένο και ψευδόμενο εντολέα, συνωμότη, πολιτικάντη, κλέφτη, αποτυχημένο, ανεπάγγελτο-επαγγελματία της πολιτικής. Οι μακιαβελικές μέθοδοι, τα οικονομικά συμφέροντα, οι εξωνημένες πολιτικές συνειδήσεις, η εστιασμένη ατιμωρησία εγνωσμένων εγκληματιών, η καθιέρωση ταξικής ατιμωρησίας των (αιρετών, τρομάρα μας) αρχόντων, και η κληρονομικώ δικαιώματι απονομή οφφιτσίων (στους ημετέρους των ατιμωρήτων και απολαμβανόντων), είναι πράγματα αποδεκτά από σκύλους -και όχι από πολίτες- στις μέρες μας και στον τόπο μας.

Αν αγωνιστούμε να καταδείξουμε και τελικά να επιλέξουμε, αυτό που εξυπηρετεί τις κοινές ανάγκες (διαβίωση/επιβίωση/συμβίωση) όλων ημών των πολιτών μαζί, ένα είναι βέβαιο: ότι θα βρούμε αυτό που μας ενώνει και αυτό θα απαιτήσουμε από τους πολιτικούς μας. Γιατί όλοι οι πολίτες χρειάζονται, γιατρό, σχολείο, ασφάλεια, εργασία, ευρυθμία υπηρεσιών, δικαιοσύνη, κατοικία, κλπ συναφή αγαθά και υπηρεσίες.
Είναι εύλογο λοιπόν, όποιο πολιτικό κόμμα τα προσφέρει όλα αυτά και τα κατοχυρώνει, αυτό να είναι προτιμητέο από τους πολλούς, ενώ, όποιο στερεί ή δεν παρέχει τέτοια αγαθά, αυτό να μην είναι προτιμητέο και να συγκεντρώνει τις αντιδράσεις των πολιτών.

Δεν διαφωνούμε, αυτός που θέλει πολλά πλούτη, να προσπαθήσει να τα αποκτήσει, αλλά όχι σε βάρος όλων του κοινωνικού συνόλου, και κυρίως επιβαρύνοντας το δημόσιο συμφέρον για την ικανοποίηση των ατομικών του επιδιώξεων.

Οι σκύλοι, που εύκολα προσαρμόζονται, όταν βρεθούν χωρίς αφεντικό, κάνουν αγέλες, οι γάτες όμως όχι. Γιατί έχουν μνήμη και άποψη.

Ελένη Αθανασούλη

Πηγή: Aixmi.gr

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Οι γάτες γυρίζουν πίσω (μια αλληγορία για τον νεο-ναζισμό)

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε, στην αρχική του μορφή, στο «Βήμα» πριν ένα χρόνο (11/9/2012). Δυστυχώς παραμένει επίκαιρο, όπως αναλλοίωτα μένουν και τα δολοφονικά ένστικτα ενός ακραίου «πολιτικού» (ας τον χαρακτηρίσουμε έτσι) χώρου που, χάρη στην πολιτική σύγχυση των καιρών, έχει εμφιλοχωρήσει στο κοινοβουλευτικό μας σύστημα… Έχοντας εξασφαλίσει την ευγενική άδεια του«Βήματος» (το οποίο ευχαριστώ), αναδημοσιεύω το κείμενο (με μικρές βελτιώσεις και αναγκαίες επικαιροποιήσεις) προς χάριν των αναγνωστών του Aixmi.gr

Εκτιμώ ιδιαίτερα τους σκύλους. Όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, έχουν την ικανότητα να ξεκόβουν από το χθες, να αναπροσαρμόζονται, να μετεξελίσσονται… Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βρίσκονται κοντά στο αφεντικό τους, σ’ όποια γωνιά της γης κι αν τους πάει. Το γνωρίζω από πρώτο χέρι, έχοντας υποβάλει δύο σκύλους στο «πολιτιστικό σοκ» ισάριθμων υπερατλαντικών μετακινήσεων! Οι γάτες είναι διαφορετική περίπτωση: δένονται με τόπους, όχι με ανθρώπους. Δεν ξεχνούν ποτέ το μέρος που μεγάλωσαν, και είναι απρόθυμες να το εγκαταλείψουν ακολουθώντας τα αφεντικά τους σε μια μετακίνηση.

Το διπλανό σπίτι, στην Αμερική, το νοίκιαζε ένας μεταπτυχιακός φοιτητής που ζούσε εκεί με την οικογένειά του και τους γάτους τους, δύο πανέξυπνους Σιαμέζους. Τελειώνοντας τις σπουδές του, ο Μπομπ βρήκε αμέσως δουλειά (άλλες εποχές τότε!), πράγμα που του επέτρεψε να χτίσει ένα δικό του σπίτι σε μια όμορφη περιοχή της πόλης, κάπου ένα μίλι μακριά απ’ την παλιά τους γειτονιά. Το νέο σπίτι ήταν ευρύχωρο, είχε μεγάλο κήπο και ήταν αληθινός παράδεισος για παιδιά και κατοικίδια!

Δεν είχε περάσει καλά-καλά μια βδομάδα από τη μετακόμιση της οικογένειας, και βλέπω ένα πρωί τον Μπάγκι και τον Κάαν να νιαουρίζουν έξω απ’ το παλιό σπίτι, εκεί δίπλα στο δικό μου. Μάταια περίμεναν να τους ανοίξει κάποιος να μπουν – και ήξεραν καλά πως αυτός δεν θα μπορούσε να είναι κάποιο από τα αφεντικά τους! Δεν άργησε, όμως, να καταφτάσει η γυναίκα του Μπομπ, η οποία, με φανερή ανακούφιση, έβαλε τους γάτους στο αυτοκίνητο. Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές τις επόμενες βδομάδες…

Ο Μπάγκι και ο Κάαν δεν μπόρεσαν να ξεκόψουν από τις καταβολές τους, να αναπροσαρμοστούν σε νέα δεδομένα και να εξελιχθούν σαν όντα. Δεν στάθηκαν ικανοί να αξιοποιήσουν προς όφελός τους την ευκαιρία που τους δόθηκε για μια αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής, και δεν έδειξαν να εκτιμούν αυτούς που τους την πρόσφεραν. Όμως, ο Μπάγκι και ο Κάαν ήταν απλά δύο γάτες που ακολουθούσαν ενστικτωδώς τα βιολογικά τους στερεότυπα. Και οι γάτες δεν είναι προικισμένες με το δώρο της εξελιξιμότητας που διαθέτει η ανθρώπινη συνειδητότητα – μα, ως ένα βαθμό, και οι άσπονδοι εχθροί τους, οι σκύλοι!

Θυμήθηκα εκείνη την παλιά ιστορία καθώς παρακολουθώ το ασταμάτητο – πρόσφατα μάλιστα και με δολοφονικές κορυφώσεις – κύμα βίας που απλώνεται στη χώρα με ευθύνη νεόκοπων κοινοβουλευτικών δυνάμεων του ακραίου χώρου. Δυνάμεις που ανέκαθεν βρίσκονταν στις παρυφές της νομιμότητας και έξω από το πλαίσιο της δημοκρατικής ορθοφροσύνης λόγω της προσκόλλησής τους σε ιδεολογίες και πρακτικές σκοτεινών ιστορικών περιόδων, που οδήγησαν στη φρίκη ενός πρωτόγνωρου μαζικού εγκλήματος…

Δυνάμεις, εν τούτοις, στις οποίες ένα τμήμα του ελληνικού λαού, υπό το κράτος μιας (εν μέρει κατανοητής) αυτοσυντηρητικής αγωνίας λόγω της κατακόρυφα αυξανόμενης εγκληματικότητας, έδωσε μια σπάνια ευκαιρία: να αποκτήσουν πολιτική νομιμότητα και να αναβαπτιστούν στα νάματα της δημοκρατίας, συμμετέχοντας ως ισότιμοι κοινοβουλευτικοί εταίροι στις λειτουργίες του ναού του πολιτεύματος!

Όμως, φαίνεται πως ακόμα και πολιτικές παρατάξεις μπορεί να υπόκεινται στο σύνδρομο της γάτας: Σαν τον Μπάγκι και τον Κάαν, δεν άργησαν να ξαναθυμηθούν τις ιδεολογικές τους καταβολές (αν υποτεθεί ότι τις είχαν ποτέ ξεχάσει…) και να επιστρέψουν σε γνώριμες, γι’ αυτούς, πρακτικές βίας και de facto υποκατάστασης των νόμιμων μηχανισμών του κράτους. Σε ιδανική απομίμηση (απόλυτα συνειδητή, θα λέγαμε) των Ταγμάτων κάποιου διαβόητου κυρίου Röhm! Εξωθούμενος, μάλιστα, ο μιμητισμός αυτός στα άκρα, βλέπουμε τώρα να φτάνει ως το έγκλημα με τη δολοφονία ιδεολογικών αντιπάλων που είναι υπέρ το δέον «ενοχλητικοί»…

Το ότι οι μηχανισμοί της Πολιτείας είναι ανεπαρκείς για την προστασία της ασφάλειας και της (όποιας) ευημερίας των πολιτών, δεν συζητείται καν! Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν δικαιοδοτεί κάποιους, έστω και υπό τον προσχηματικό μανδύα μιας κοινοβουλευτικής δήθεν «νομιμοποίησης», να υποκαθιστούν τους μηχανισμούς αυτούς προβαίνοντας σε πράξεις αυθαίρετης βίας εναντίον οιουδήποτε μη αρεστού. Πράξεις που, ασφαλώς, πόρρω απέχουν από τις παραπλανητικές αρχικές εικόνες του «αγνού και άδολου προστάτη» των ανθρώπων της γειτονιάς. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για στυγερές δολοφονίες με αμιγώς ιδεολογικά κίνητρα που ελάχιστη σχέση έχουν με την «προστασία» της δημόσιας τάξης!

Το δημοκρατικό πολίτευμα θέτει αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς σε όσους το απολαμβάνουν. Ιδιαίτερα, σ’ εκείνους που (υποτίθεται ότι) είναι ορκισμένοι να το υπηρετούν! Σ’ αυτούς τους τελευταίους αδυνατώ να αναγνωρίσω ελαφρυντικά όταν προδίδουν τα ιδανικά της δημοκρατίας, επιστρέφοντας σε νοσηρές ιδεολογικές αφετηρίες που όφειλαν εξαρχής να είχαν εμφατικά αποκηρύξει. Ελαφρυντικά που, ομολογώ, στην περίπτωση του Μπάγκι και του Κάαν δεν δυσκολεύτηκα και τόσο να βρω!

Ο Κώστας Παπαχρήστου εκτιμά ιδιαίτερα τους σκύλους (άντε, και τις α-πολιτικές γάτες!)

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr για το άρθρο "Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη"

Ένα ιδιαίτερα τιμητικό σχόλιο για το άρθρο Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη, δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr. Το έστειλε η Καθηγήτρια Φιλοσοφίας, Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη. Το παραθέτω:

Κύριε Παπαχρήστου, διάβασα με αισθήματα κατάφασης το άρθρο σας (και τις παραπομπές σας σε προγενέστερα) και το αίσθημα που αποκόμισα ήταν: Να και μια σοβαρή προσέγγιση της εν πολλοίς διαστρεβλωμένης εικόνας του Λιαντίνη από την ασχετοσύνη δημοσιογραφικής φαιδρότητας. Χάρηκα που δεν ασχοληθήκατε με τα γνωστά κουτσομπολιά που κάποιοι «πουλάνε», αλλά προσπαθήσατε μια δική σας εις βάθος κατανόηση, έστω και αν σε μερικά σημεία διαφωνώ, γιατί δυστυχώς χωρίς να το θέλετε, ήταν αναπόφευκτο να μην έχετε και εσείς εν μέρει επηρεαστεί από κάποιους που ενώ ποτέ δεν τον γνώρισαν, αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν, όπως το ανόητο μυαλό τους συνέφερε.

Έστειλα στο Aixmi την παρακάτω απάντηση:

Με τιμά αφάνταστα το σχόλιό σας! Πράγματι, ένας από τους λόγους που αποφάσισα να πρωτο-γράψω για τον χαρισματικό αυτό παιδαγωγό ήταν η (βάσιμη, φοβάμαι) υποψία μου πως, στους δικούς του ακαδημαϊκούς κύκλους, μια σοβαρή προσέγγιση στο έργο του (έστω και με κριτικό πνεύμα) αποτελεί ταμπού (που ενδεχομένως επισύρει ακόμα και ακαδημαϊκές συνέπειες…). Εκτός τούτου, διαπίστωσα ότι την υστεροφημία του τραυματίζουν τόσο οι λαϊκιστικές-σκανδαλοθηρικές προσεγγίσεις στις οποίες αναφέρεστε, όσο και, εξίσου, οι δουλοπρεπείς, σχεδόν ειδωλολατρικές εκδηλώσεις λατρείας κάποιων πρώην μαθητών του… 
Θα επαναλάβω κάτι που έγραψα αλλού: Κατά τη γνώμη μου (και δεν θα την χαρακτηρίσω, με την συνήθη επίδειξη ψευτο-σεμνοτυφίας, «ταπεινή»!), ο Λιαντίνης υπήρξε ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα! Τούτο δεν σημαίνει, όμως, πως ήταν απαλλαγμένος ανθρώπινων ιδιοτήτων και -μοιραία- ανθρώπινων αδυναμιών. Και, μόνο αν δει κανείς, σε όλη της την έκταση, τη συνθετότητα της προσωπικότητάς του, θα μπορέσει να διεισδύσει ολοκληρωτικά στη σκέψη του μεγάλου αυτού στοχαστή!

Είναι από τις λίγες φορές που μου δίνεται η αίσθηση πως κάποιος κατανοεί απόλυτα το πνεύμα των κειμένων μου για τον Δ. Λιαντίνη, και δεν σπεύδει να δαιμονοποιήσει τις προθέσεις μου! Ένα "ευχαριστώ" είναι το λιγότερο που οφείλω στην διακεκριμένη επιστήμονα-εκπαιδευτικό!

Κ. Παπαχρήστου

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη

Το πρόσφατο άρθρο μου «Στη σκιά ενός επίγειου θεού» ήταν μια απόπειρα μεταφυσικής και ποιητικής προσέγγισης στο φαινόμενο «Δημήτρης Λιαντίνης». Από πρόσωπα του στενού μου περιβάλλοντος δέχθηκα έντονες κριτικές: Με κατηγόρησαν πως θεοποίησα έναν κοινό θνητό (όσο σημαντικός κι αν υπήρξε αυτός), με τέτοιο τρόπο μάλιστα ώστε να παρεμφαίνεται, παράλληλα, μια (συνειδητή ή όχι) αυτο-συρρίκνωσή μου!

Δεν θα κρύψω πως το άρθρο αυτό υπήρξε προϊόν θαυμασμού για την ιδιοφυΐα και την δύναμη της προσωπικότητας του Δ. Λιαντίνη, άσχετα αν ποτέ δεν συμφώνησα με τις ιδέες του. Δέχομαι ότι ίσως παρασύρθηκα στην υπερβολή προσδίδοντας στον θρυλικό ακαδημαϊκό διαστάσεις υπερφυσικές και υπερκόσμιες! Για λόγους ισορροπίας, δεν παρέλειψα να αναφέρω και κάποιες ανθρώπινες αδυναμίες που, κατά τη γνώμη μου, τον χαρακτήριζαν. Ως προς το ύφος του κειμένου, απέφυγα τη χρήση «στεγνού» ακαδημαϊκού λόγου, επιλέγοντας έναν τρόπο έκφρασης πιο χαλαρό, συχνά διανθισμένο με χιούμορ που μόνο η στενόμυαλη προκατάληψη θα μπορούσε να παρερμηνεύσει ως «ειρωνεία και χλεύη», όπως διάβασα στα σχόλια κάποιων αναγνωστών!

Γιατί αποφάσισα, εδώ και αρκετόν καιρό, να ασχοληθώ κριτικά με τον Δ. Λιαντίνη, προκαλώντας την μήνιν των οπαδών του (άσχετα αν οι τελευταίοι αρνούνται πεισματικά τον χαρακτηρισμό «οπαδός»); Αφετηριακά, οι λόγοι υπήρξαν προσωπικοί. Σε δεύτερο χρόνο, μελετώντας το τελευταίο έργο του εντόπισα κάποιες ιδέες που, ως εκπαιδευτικό, με εξόργισαν! Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή…

Πριν κάποια χρόνια, ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο (ας την ονομάσουμε απλά «Φίλη») μου ζήτησε ως δώρο γιορτής να της αγοράσω τη «Γκέμμα». Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα αυτό τον τίτλο βιβλίου, αν και γνώριζα τον συγγραφέα από τον μυθιστορηματικό τρόπο που είχαν κάποτε παρουσιάσει την εξαφάνισή του τα media. Ο βιβλιοπώλης της γειτονιάς μου έδειξε εντυπωσιασμένος: «Πού το ανακάλυψες αυτό το βιβλίο;» Του είπα πως δεν το γνώριζα, μα ήταν παραγγελία δώρου…

Η Φίλη διερχόταν τότε μια περίοδο αληθινής ψυχολογικής αποσύνθεσης, με εμφανή τα σημάδια αυτοκαταστροφικών τάσεων. Πίστεψα πως το βιβλίο αυτό θα την βοηθούσε να ξαναγυρίσει σε μια θετική στάση ζωής – άλλωστε, για ποιον άλλο λόγο μου είχε ζητήσει να της το αγοράσω; Αυτό που δεν μπόρεσα να φανταστώ ήταν πως, άθελά μου, της είχα προσφέρει το τελικό κλειδί της εισόδου στην Κόλαση!

Η βούληση του πεπρωμένου και η δύναμη της θέλησης για ζωή υπερίσχυσαν, τελικά, της ροπής στην αυτοκαταστροφή. Κι έτσι ξεκίνησε για τη Φίλη μια μακρά κι επίπονη πορεία ανάκαμψης, παράλληλα με μια σταδιακή απομυθοποίηση ενός βιβλίου που υπήρξε κάποτε γι’ αυτήν «ευαγγέλιο»…

Πολλά χρόνια μετά την αγορά του φοβερού βιβλίου, ζήτησα από τον βιβλιοπώλη μου άλλη μια κόπια – τούτη τη φορά για τον εαυτό μου. Καθώς κατάπινα τις σελίδες, άρχισα να αντιλαμβάνομαι την καταλυτική επίδραση που θα μπορούσε να έχει αυτός ο σαγηνευτικά διαπεραστικός λόγος πάνω σε έναν εύθραυστο, παραπαίοντα ψυχισμό. Αλλά, και πέραν των όσων άπτονταν καθαρά προσωπικών ζητημάτων, στις σελίδες αυτές ανακάλυψα θέσεις που μου προκάλεσαν αισθήματα αποστροφής! Ανάμεσα σ’ αυτές, μια χυδαία σαρκαστική αναφορά στην ερωτική «δοκιμότητα» του Καζαντζάκη, ένας ρατσιστικού τύπου αντισημιτισμός που παραπέμπει σε εφιαλτικές περιόδους της νεότερης Ιστορίας, κι ένα επικίνδυνα νοσηρό δόγμα σύμφωνα με το οποίο στον πυρήνα κάθε ουσιαστικής ερωτικής σχέσης οφείλει να φωλιάζει η καταστροφή, η συμφορά κι ο θάνατος, αλλιώς ο έρωτας είναι «θέμα της κωμωδίας»!

Τον καιρό εκείνο είχα μόλις ξεκινήσει να αρθρογραφώ (ως αναγνώστης) στο «Βήμα». Έτσι, κάθισα και έγραψα ένα σύντομο άρθρο όπου συνόψιζα τις ενστάσεις μου πάνω στην «Γκέμμα». Παράλληλα, άρχισα να παρακολουθώ στο Διαδίκτυο videos με διαλέξεις του Λιαντίνη. Όσο γοητευτικός κι αν μου φάνηκε ο λόγος του, εντόπισα και κάποιες – κατά τη γνώμη μου – αντιπαιδαγωγικές θέσεις. Δημοσίευσα, έτσι, δύο αποσπάσματα λόγων του στο κανάλι μου στο YouTube συνοδευόμενα από αντίστοιχα κείμενα με προσωπικά σχόλια και παρατηρήσεις.

Οι αντιδράσεις που, διαχρονικά, έχω εισπράξει από φανατικούς θαυμαστές του Λιαντίνη λόγω των δημόσιων αυτών τοποθετήσεών μου, παραπέμπουν μάλλον σε θρησκευτικού τύπου φονταμενταλισμό, παρά σε νηφάλια, καλόπιστη και ορθολογική (έστω και όχι αναγκαία ακαδημαϊκή) ανταλλαγή απόψεων. Κατηγορήθηκα ως «εμπαθής» από συνειδήσεις που τις κυβερνούσε η εμπάθεια! Συνειδητοποίησα πως στο χώρο των πιστών του Λιαντίνη θεωρείται ανεπίτρεπτο (σχεδόν ιερόσυλο) ακόμα και να προφέρει κάποιος το όνομά του χωρίς παράλληλα να τον εξυμνεί! Συχνά εισέπραξα χλευαστικά έως υβριστικά σχόλια (ακόμα και στο άρθρο μου στο Aixmi, κάποιος αναγνώστης χαρακτήρισε ως «ανανδρία» την κριτική σε… τεθνεώτες!).

Μη θέλοντας να κουράσω άλλο τον αναγνώστη, ολοκληρώνω εδώ τη σύντομη «απολογία» μου για τους λόγους της περίπλοκης (και ίσως αμφίθυμης) μερικής διείσδυσής μου στο επικίνδυνα ελκυστικό σύμπαν του Δημήτρη Λιαντίνη. Δεν έγραψα το κείμενο ως απάντηση στους φανατικούς (γι’ αυτούς αδιαφορώ απόλυτα) αλλά σαν προσωπική κατάθεση στους φίλους και αναγνώστες που, ακόμα κι όταν διαφώνησαν μαζί μου, το έκαναν με όρους ειλικρινούς επικοινωνίας και όχι άκριτου κι απρόκλητου κανιβαλισμού που δεν τιμά, σε τελική ανάλυση, τη μνήμη του ειδώλου τους…

Ευχαριστίες: Ευχαριστώ τη Θάλεια Χρόνη, καθώς και τον συνάδελφο, καθηγητή Φιλοσοφίας Η. Τεμπέλη, για πολύ χρήσιμες συζητήσεις που συνέβαλαν στη συγγραφή των άρθρων για τον Δ. Λιαντίνη.

* Ο Κώστας Παπαχρήστου διδάσκει σε μεγάλα παιδιά πώς να (μην) παπαγαλίζουν τη Φυσική…

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr για το άρθρο "Στη σκιά ενός επίγειου 'θεού'…"

Ο αναγνώστης του Aixmi.gr, Μάριος Γιαννακόπουλος, έστειλε στο site το παρακάτω σχόλιο για το άρθρο Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»... (το παραθέτω ως έχει, διατηρώντας την ορθογραφία του):

Κύριε Παπαχρήστου, δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο της εμμονής σας απέναντι στον Λιαντίνη και την προσπάθεια σας να σπιλώσετε την μνήμη του. Ίσως να ευθύνεται σε κατώτερα ένστικτα, όπως η αδυναμία να προσεγγίζει ένας «θνητός» έναν «ημίθεο» για να σχολιάσω σύμφωνα με το πνεύμα σας. Κάνετέ όμως ένα μεγάλο ατόπημα. Προσπαθείτε να αποκαθηλώσετε την προσωπικότητα ενός νεκρού -κι αυτό είναι ύβρις- αντί να ασχοληθείτε με το φιλοσοφικό του έργο, γιατί ο Λιαντίνης δεν απέκτησε ενδοκοσμική αθανασία για τον χαρακτήρα του, αλλά για το φιλοσοφικό του έργο. Σε κάποιο άλλο άρθρο σας επιχειρήσατε να σταχυολογήσετε 5-10 φράσεις από την «Γκέμμα» και να τις αποδώσετε διαστρεβλωμένα με τον «δικό» σας τρόπο, κι αυτό έίναι το λιγότερο ένδειξη ανανδρείας. Έχετε μελετήσει τα έργα του? Όχι τη Γκέμμα, αλλά το «Έξυπνο Ενύπνιο» ή τον «Νηφομανή» πχ? Καλό θα ήταν να μελετήσετε σχολαστικά όλα του τα έργα και να αποκτήσετε σφαιρική άποψη για τις φιλοσοφικές του θέσεις, πως ξεκίνησαν και πως εξελίχθηκαν, αντί να μιμείστε τις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές ξεκατινιάσματος. Δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν η προσωπική ζωή του Λιαντίνη ή η επίδραση που είχε στους φοιτητές του -πόσο μάλλον να ασκείται κριτική χωρίς να τον γνωρίζει κάποιος προσωπικά!-, αλλά οι απόψεις που υπάρχουν μέσα στα βιβλία του. 
Λέτε:
Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του! 
-Το πέτυχε αυτό που λέτε, βάζοντας το ληθαράκι του στη φιλοσοφία. Αν αυτό είναι ματαιοδοξία, τότε ο Γκαίτε ή ο Σόπενχάουερ ήταν τεράστιοι αλλαζόνες και ματαιόδοξοι!
Αλλά κι αν το πέτυχε, δεν εμπόδισε κανέναν να γράψει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πχ και να τον ξεπεράσει. Έθεσε τον πήχη -ομολογουμένως αρκετά ψηλά-, αλλά ιδού η ρόδος ιδού και το πήδημα. Πάντως, αν είχε τρόπο να διαβάσει το άρθρο σας, θα γέλαγε μέχρι δακρύων, δακρυόεν γελάν όπως συνήθιζε να λέει. 
Λέτε:
Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της… 
-Το αντίθετο θα έλεγα. Ήταν ξεκάθαρα ενάντιος κάθε θρησκείας ή προσωπολατρείας και ήταν αυστηρά ταγμένος στην λογοκρατία και την επιστήμη. Ίσως χάλασε μερικούς ότι ήταν ενάντιος στην μεταθανάτια ζωή και στην αθανασία της ψυχής -όπως και ο Επίκουρος-. Αλλά τι να κάνουμε? Το επέκεινα είναι ο πυρήνας κάθε θεολογικού δόγματος και μυστικιστικού συστήματος. 
Λέτε:
Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη… 
-Ναι, γιατί στο πανεπιστήμιο πάει κανείς ως φοιτητής για να ακούσει, όχι για να διδάξει. Εκτός αυτού, δεν είναι δική του ευθύνη που δεν τον διέκοπταν, αλλά όσων ενδεχομένως θα ήθελαν να ρωτήσουν και δεν τόλμαγαν. 
Λέτε:
Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του! 
-Ο Λιαντίνης ουδέποτε πίστευε σε μυστηριακά ύψη αναλήψεως ή σε υπερκόσμιες αερολογίες. Ήταν πραγματιστής και γήινος. Το μόνο που ίσως να ήθελε, κι αυτό σύμφωνα με την πράξη της στεφάνωσης του αγάλματος του Σολωμού και του Λυκούργου όταν πέθανε, ήταν ότι κατέκτησε την ενδοκοσμική αθανασία. Ότι το έργο του θα μείνει στην ιστορία, γιατί μέσα από αυτό εξυμνείται ο ορθολογικός φιλοσοφικός λόγος και η ποιητική ευρύτητα του κλασσικού ελληνικού πνεύματος. 
Λέτε:
Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι! 
-Σε τι στηρίζετε αυτά που λέτε? Γνωρίζετε όλους τους επιστήθιους φίλους του ή γνωρίζετε τόσο καλά τον καθένα από τους ακροατές του? 
Λέτε:
Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»! 
-Δεν καταχράστηκε αυτή την σαγήνη που υπενίσεστε για ωφελιμιστικούς ή εμπορικούς σκοπούς, παρά μόνο για να στρέψει το ενδιαφέρον των ακροατών του προς την αρχαία ελληνική κοσμοαντίληψη μέσα από έργα κι όχι αερολογίες ή θεωρίες. 
Κι εγώ μπορεί να διαφωνώ σε κάποια σημεία με τις θέσεις του, πχ στο θέμα της αθανασίας της ψυχής μιας και είμαι νεοπλατωνικός. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα απορρίψω όλα του τα έργα, ούτε ότι θα βγάλω έναν αφορισμό για το πρόσωπό του του τύπου ότι ήταν ματαιόδοξος… και καθάρισα μ’ αυτό. Άλλωστε, μια διαφορετική προσέγγιση οφείλει να βοηθάει το μυαλό να ανοίξει κι όχι να κλειδώσει. Αυτά είχα να σχολιάσω και να σας προτρέψω να ξαναδιαβάσετε με την σειρά προσεκτικά τα βιβλία του: Έξυπνον Ενύπνιον, Homo Educandus, Χάσμα Σεισμού, Νηφομανής, Πολυχρόνιο, Ελληνικά, Γκέμμα και τις Ώρες των Άστρων, όπως και το βιβλίο του κ. Αλικάκου με την αυτοβιογραφία του κι ύστερα να ξαναβγάλετε πιο σίγουρα συμπεράσματα, δίχως προσωπική εμπάθεια ή απέχθεια, δίχως ειρωνεία ή αλλαζονεία. Και τότε, ξαναδιαβάστε προσεκρικά τα άρθρα σας και κάνετε την Αυτοκριτική σας.

Έχω κουραστεί να απαντώ σε άκριτες και επιπόλαιες -συχνά μάλιστα και υβριστικές- αντιδράσεις φανατικών του Λιαντίνη κάθε φορά που "τολμώ" να αναφέρω το όνομά του χωρίς να τον υμνώ (αντιδράσεις που μάλλον παραπέμπουν σε θρησκευτικό φονταμενταλισμό, παρά σε νηφάλια ανταλλαγή απόψεων ακαδημαϊκού επιπέδου). Εν τούτοις, έκρινα πως (και) αυτό το σχόλιο δεν θα έπρεπε να μείνει αναπάντητο:

Αγαπητέ Μάριε, απαντώ επιγραμματικά σε μερικά σημεία του σχολίου σας: 
1. Πού είδατε την εμμονή μου απέναντι στον Λιαντίνη; Έχω δημοσιεύσει δύο άρθρα, το παρόν κι ένα παλιότερο με θέμα την «Γκέμμα» (στο «Βήμα»). Έχω επίσης ανεβάσει δύο σύντομα αποσπάσματα λόγων του στο YouTube. Αν αυτό λέγεται «εμμονή», πού να δείτε τι έχω δημοσιεύσει για τον Wagner! 
2. Δεν έχω την αίσθηση ότι «σπιλώνω τη μνήμη του» καταθέτοντας προσωπικές απόψεις για το έργο και την προσωπικότητά του. Ούτε πιστεύω πως οι νεκροί τοποθετούνται στο απυρόβλητο της κριτικής! Αν ο ίδιος ο Λιαντίνης πίστευε κάτι τέτοιο, θα ήταν πολύ διαφορετική η στάση του απέναντι στον Καζαντζάκη (τον οποίο, εκτός του ότι ειρωνεύεται ως συγγραφέα, κατεξευτελίζει και ως άνδρα χλευάζοντας τις υποτιθέμενες σεξουαλικές του «ανεπάρκειες» – πιστεύω πως έχετε διαβάσει την «Γκέμμα»…). 
3. Στο άρθρο μου για την «Γκέμμα» μεταφέρω κάποιες απόψεις του Λιαντίνη όπως ακριβώς είναι διατυπωμένες στο βιβλίο, δίνοντας παραπομπές σε αντίστοιχες σελίδες. Τα περί «διαστρέβλωσης» είναι προσωπικές σας εκτιμήσεις οι οποίες ουδόλως με αφορούν… 
4. Στο πανεπιστήμιο δεν πηγαίνει κάποιος μόνο για ν’ ακούσει, αλλά και για να ρωτήσει, ενίοτε και να αμφισβητήσει! Κάθε εκπαιδευτικός που πιστεύει στην ελευθερία της σκέψης ενθαρρύνει τον διάλογο με τον μαθητή, δίνοντας επικοινωνιακή χροιά στη διαδικασία της μάθησης. Αν οι φοιτητές του Λιαντίνη δεν «τόλμαγαν» να ρωτήσουν (όπως πιθανολογείτε), τότε κατ’ εμέ ήταν αποτυχημένος ως εκπαιδευτικός! 
5. Εκφράσεις όπως «είναι το λιγότερο ένδειξη ανανδρίας» θα μπορούσαν να είχαν παραλειφθεί από το σχόλιό σας για λόγους αισθητικής του λόγου και μόνο. Το σίγουρο είναι ότι ελάχιστα εμπλουτίζουν την επιχειρηματολογία σας… 
Κ. Παπαχρήστου