Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

Υπάρχει αυτοπαθής αγάπη και αυτογενής ευτυχία;

 Υπάρχει, τελικά, η αγάπη, ή είναι μόνο στο μυαλό μας; Είμαστε μηχανές παραγωγής ευτυχίας; Δύσκολα ερωτήματα...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι πιστεύουν και διακηρύσσουν με κάθε τρόπο ότι αιτία πολλών ψυχικών δυσλειτουργιών είναι η τάση του ατόμου να εξαρτάται από πρόσωπα ή καταστάσεις έξω από τον εαυτό του. Συχνά, μάλιστα, οι συμβουλευτικές προσεγγίσεις των ειδικών κωδικοποιούνται με φράσεις – κλισέ του τύπου «να αγαπάς πάνω απ’ όλα τον εαυτό σου», ή, «η ευτυχία υπάρχει μόνο μέσα σου». Όμως, πόσο ψυχικά υγιείς θα μπορούσαν να προκύψουν εκείνοι που θα εμπιστεύονταν απόλυτα και θα ακολουθούσαν πιστά τέτοια δόγματα;

    Αρκεί μόνο να αγαπάμε τον εαυτό μας;

Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando Pessoa) βάζει νάρκη στα θεμέλια κάθε βεβαιότητας για την ύπαρξη της αγάπης ως αντικειμενικής αξίας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Μία πικρή κωμωδία του 1964 επιχειρεί να επιβεβαιώσει, θαρρείς, τον ιδιόρρυθμο δημιουργό του «Αναρχικού Τραπεζίτη»:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη... Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο... Δεν υποπτεύονται καν ότι ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που τους είναι αδύνατο να αναγνωριστούν μεταξύ τους δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, έξω από τα κοστούμια που φορούσαν εκείνη τη «μαγική» νύχτα του καρναβαλιού που είχαν γνωριστεί – και που έμελλε να είναι η μοναδική... Στο φινάλε της ταινίας ακούγεται μία από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού κινηματογράφου, αληθινή αποθέωση του παράλογου:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εσύ εκείνος που αγαπούσα!»

Από τις πιο φιλοσοφημένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, ο «Γάμος αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη είναι ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Ή μήπως πάνω στην αυτοπάθεια της αγάπης – σύμφωνα με τον Πεσσόα – όπου πομπός και αποδέκτης του συναισθήματος κατ’ ουσίαν ταυτίζονται;

Είναι λογικό να τίθεται ένα τέτοιο ερώτημα, όταν ακούμε σύγχρονους ψυχοθεραπευτές να δηλώνουν ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για την ψυχική υγεία είναι να αγαπά κάποιος τον εαυτό του, παρά να αγαπά οποιονδήποτε άλλον. Η αιτιολόγηση είναι απλή: Η αγάπη γεννά εξάρτηση από το αντικείμενό της. Και, το μόνο αντικείμενο από το οποίο μπορούμε να εξαρτόμαστε με απόλυτη ασφάλεια είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Οποιαδήποτε άλλη εξάρτηση είναι δυνητική πηγή φοβιών και νευρώσεων.

Αν προεκτείνουμε αυτή τη λογική ως τα άκρα, μία ψυχικά «υγιής» κοινωνία δεν θα είναι παρά ένα σύνολο περιχαρακωμένων και εγωκεντρικών μονάδων που αδυνατούν να βιώσουν και να ανταλλάξουν ανθρώπινα συναισθήματα. Έτσι, το άτομο μοιραία θα καταφύγει στον διχασμό προσωπικότητας – στην κατασκευή, δηλαδή, ενός άλλου, εικονικού εαυτού – προκειμένου να διοχετεύσει ένα ψυχικό δυναμικό που αλλιώς θα λιμνάσει μέσα του και, τελικά, θα νεκρωθεί. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η κοινωνία που οραματίζονται μερικοί σύγχρονοι ψυχολόγοι είναι μία κοινωνία σχιζοφρενών!

Αν θέλαμε να προτείνουμε μία διαφορετική και πιο ορθολογική θεώρηση, θα λέγαμε απλά ότι η αγάπη προς τον άλλον έχει αληθινή αξία όταν συνοδεύεται από αισθήματα αυτοεκτίμησης και αυτοσεβασμού εκείνου που την προσφέρει. Γιατί, πόση αξία μπορεί να έχει η αγάπη που παίρνουμε από κάποιον που περιφρονεί τον εαυτό του; Είναι σαν να μας δίνεται ένα δώρο που είναι εξαρχής υποτιμημένο από τον ίδιο τον δωρητή!

Τούτο σημαίνει, ειδικά, ότι είναι αδύνατο να υπάρξει αληθινή αγάπη σε μία σχέση εξουσίας και υποταγής. Τόσο – προφανώς – από την πλευρά εκείνου που ασκεί την εξουσία, όσο και από την πλευρά αυτού που υποτάσσεται...

    Είμαστε βιοτεχνίες παραγωγής ευτυχίας;

Θα εξομολογηθώ την αμαρτία μου: Παρακολούθησα αρκετά επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς «8 λέξεις». Σε ένα από αυτά έμαθα το νόημα του τίτλου της σειράς. Πρόκειται για τις λέξεις που απαρτίζουν τη φράση:

«Μην ψάχνεις την ευτυχία, είναι πάντα μέσα σου!»

Σαν να λέμε, η αναζήτηση της ευτυχίας έξω από τον εαυτό μας είναι ουτοπική επιδίωξη, αφού η ευτυχία έχει αυτογενή υπόσταση. Την παράγει το ίδιο το άτομο, ανεξάρτητα από πρόσωπα ή καταστάσεις που το περιβάλλουν. Περίπου όπως ο οργανισμός παράγει ορμόνες!

Δεν έχουν, λοιπόν, σημασία οι ανθρώπινες σχέσεις, ούτε τα ανθρώπινα επιτεύγματα. Δεν έχουν σημασία οι καλές ή οι άθλιες συνθήκες ζωής. Δεν έχει σημασία αν είναι καλά ή αρρωσταίνουν, αν ζουν ή πεθαίνουν, εκείνοι που αγαπούμε (άλλωστε, οι «ειδικοί» μάς προτρέπουν να μην αγαπούμε τίποτα όσο τον εαυτό μας). Όλα αυτά είναι άσχετα με την ανθρώπινη ευτυχία, που είναι προϊόν αυτο-παραγόμενο. Αρκεί να κάνουμε τον κόπο να σκάψουμε λίγο μέσα μας, και θα τη βρούμε να μας περιμένει χαμογελώντας!

Ας φανταστούμε τώρα ένα πείραμα. Ας τοποθετήσουμε έναν άνθρωπο μέσα σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, δίνοντάς του μόνο τις απαραίτητες ποσότητες τροφής και νερού. Δεν θα υπάρχουν βιβλία, ραδιοτηλεοπτικά μέσα, σταθερά ή κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, και ό,τι άλλο θα μπορούσε να συνδέσει τον έγκλειστο με τον έξω κόσμο. Το ζητούμενο του πειράματος είναι απλό: καταμέτρηση του χρόνου που θα χρειαστεί το άτομο για να ανακαλύψει μέσα του την κρυμμένη ευτυχία. Ή μάλλον, για να ζητήσει ουρλιάζοντας να του ανοίξουμε την πόρτα!

Όμως, και η περίπτωση αυτή επιδέχεται ορθολογικότερη θεώρηση: Αυτό που βρίσκεται μέσα μας δεν είναι η ίδια η ευτυχία αλλά η προδιαγραφή, η ικανότητα να νιώθουμε ευτυχισμένοι όταν, αντικειμενικά, μας προσφέρονται οι λόγοι για κάτι τέτοιο. Και, ναι, ο άξιος να νιώσει την ευτυχία είναι εκείνος που μπορεί να βιώνει ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης ακόμα και γι’ αυτά που οι άλλοι θεωρούν μικρά κι ασήμαντα. Επειδή είδε ξανά το φως της μέρας... Επειδή έχει πάντα ένα ταβάνι πάνω απ’ το κεφάλι του, και η βρύση τρέχει πάντα νερό... Επειδή αυτοί που αγαπά είναι καλά και σήμερα... Επειδή εκείνος ο πόνος πέρασε... Επειδή βρήκε το βιβλίο που το έψαχνε καιρό... Επειδή ο γείτονας είπε «καλημέρα» καθώς έβγαζε βόλτα τον σκύλο του... Επειδή ελπίζει πως αύριο θα ξημερώσει μια καλύτερη μέρα...

Για να συνοψίσουμε: Η ευτυχία δεν είναι αυτο-παραγόμενο συναίσθημα, ούτε όμως και αποκλειστική υπόθεση εξωτερικών καταστάσεων. Πριν απ’ όλα, είναι ζήτημα εσωτερικής προδιαγραφής που επιτρέπει ακόμα και στις παραμικρότερες καταστάσεις να μετασχηματίζονται σε θετικά ψυχικά βιώματα.

Όπως θα λέγαμε συμβολικά, για να φτάσει κάποιος στην ευτυχία δεν αρκεί να κατέχει το όχημα. Χρειάζεται να υπάρχει και ο δρόμος. Και αντίστροφα...

KLIK

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ζώντας τη μοναξιά της μεγαλούπολης...


Διπρόσωπη αυτή η πόλη... Ενώνει τους λαούς του κόσμου σε μία παγκόσμια μάζωξη προσκυνήματος στα απομεινάρια ενός (πεθαμένου πια) πολιτισμού. Και, την ίδια στιγμή, μοιάζει με απέραντη θάλασσα από μοναχικότητες για κάποιους που, σχεδόν μαζοχιστικά, επιμένουν να ζουν σε αυτή. «Άνθρωποι μονάχοι», όπως λένε οι υπέροχοι στίχοι του αξέχαστου Γιάννη Καλαμίτση. Που το βαθύτερο νόημά τους ανέδειξε η ιδιοφυής μουσική ενός άλλου Γιάννη – του Σπανού!

Καθώς «ξεσκόνιζα» παλιά αρθρογραφία (ξέρετε, όπως ψαχουλεύει κανείς παλιά ντουλάπια με ξεχασμένα αντικείμενα, μήπως βρει κάτι χρήσιμο) έπεσα πάνω σε ένα κείμενό μου στο «Βήμα», γραμμένο το καλοκαίρι του 2012 – μια εποχή πολιτικά ταραγμένη, τότε που γεννιόνταν προσδοκίες και χτίζονταν αυταπάτες...

Ήταν ένα στιγμιότυπο από μια νυχτερινή περιδιάβαση στα στενά της Πλάκας. Την προσοχή μου είχε τραβήξει τότε μία γυναίκα με μάλλον αδιάφορο παρουσιαστικό, που συμβόλιζε και συμπύκνωνε, θα έλεγε κανείς, όλη τη μοναχικότητα σ’ αυτή την (α)φιλόξενη πόλη. Και το σκηνικό με είχε παραπέμψει (δεν θυμάμαι πώς) σε μία διαφορετική – θα έλεγα, «πολιτικοποιημένη» – εικόνα της μοναξιάς, όπως την είχε περιγράψει μια νέα ποιήτρια που έχει βάναυσα αδικήσει τον εαυτό της...

Παραθέτω το άρθρο όπως εμφανίστηκε στο «Βήμα». Το ποίημα στο τέλος είναι τωρινή προσθήκη στο κείμενο.

--------------------------------

Η μοναξιά της μεγαλούπολης...

Όχι, κόντρα στις προκλήσεις των καιρών, δεν θα πολιτικολογήσω! Εκτός κι αν η λέξη «πολιτική» αφορά – στην πλέον στοιχειώδη και πρωτογενή αντίληψη του όρου – την ίδια την πόλη μου. Μια πόλη που, μες απ’ τις αδιόρατες λεπτομέρειές της, αποκαλύπτει συχνά την συναρπαστική τραγικότητά της…

Κάνοντας πρόσφατα την συνηθισμένη, καθαρτήρια νυχτερινή βόλτα στην Πλάκα, πρόσεξα τη σιλουέτα μιας νέας γυναίκας. Αδιάφορη για τη ζωή που έσφυζε ολόγυρά της απ’ τις παρέες χαρούμενων τουριστών, ήταν επικεντρωμένη στο αντικείμενο της δικής της, μοναδικής ίσως αγάπης: τις γάτες! Θαρρείς και τις αναζητούσε μία-μία, σε κάθε δρόμο, σε κάθε αυλή, να τους πει ένα γλυκόλογο για καληνύχτα, μια καληνύχτα που ίσως δεν θα ‘θελε να μοιραστεί με κανέναν άλλον…

Σκέφτηκα τότε πως, αν μου ζητούσαν να εικονογραφήσω τη μοναξιά της μεγαλούπολης, δεν θα χρειαζόταν παρά να ζητήσω απ’ αυτή τη γυναίκα να μου επιτρέψει να τη φωτογραφίσω. Άντεξα, όμως, στον πειρασμό κι αρκέστηκα να χαμογελάσω διακριτικά και να συνεχίσω προς του Μακρυγιάννη…

Στο δρόμο θυμήθηκα το περί μοναξιάς εξαίρετο ποίημα της Σίσσυς Δουτσίου (το παραθέτω πιο κάτω). Μια μοναξιά που, μέσα απ’ το ιδιότυπο ιδεολογικό πρίσμα αυτής της ποιήτριας, ανάγεται σε βαθύτατα πολιτική έννοια που, βιωμένη ως αίσθημα, αποτελεί κινητήρια δύναμη – αν όχι και προϋπόθεση – για την επανάσταση!

Προσωπικά, δεν διέκρινα καμία επαναστατική διάθεση στην τραγική φιγούρα της μοναχικής γυναίκας στην Πλάκα. Μόνο παραίτηση από – ίσως ακόμα και απέχθεια για – μια κοινωνικότητα που αφήνει πίσω της πληγές. Και η μόνη επανάσταση για τον μοναχικό άνθρωπο της κάποτε φιλόξενης αυτής πόλης είναι, εν τέλει, η αντίστασή του ενάντια στην ίδια του την αδυναμία να αποδεχθεί τη μοναξιά του…


Η ίδια μοναξιά

Της Σίσσυς Δουτσίου

Η ίδια μοναξιά.
Ο ίδιος πόνος
σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου.
Κορίτσια μόνα τους με κοντές φτηνιάρικες φούστες
αγορασμένες από την China Town.
Αγόρια που ζητιανεύουνε λίγα σεντς
μέσα στα παγωμένα βαγόνια της Νέας Υόρκης
και όλοι οι συνεπιβάτες με κομμένα δάχτυλα σφιγμένα μέσα στις τσέπες τους
έτοιμοι να συρθούν στο μικρό τους διαμέρισμα.
Ουρανοξύστες και πολυώροφες πολυκατοικίες.
Ανθρώπινα κορμιά αλυσοδεμένα στις ταράτσες ψηλών κτηρίων
ενώ η γη συνεχίζει να πλανιέται στο διάστημα.
Ενώ η γη συνεχίζει να πλανιέται στο διάστημα
ένα άτονο βλέμμα συνεχίζει να στέκεται πίσω από τα παράθυρα
και να κοιτάζει τον πολυσύχναστο δρόμο.
Σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου
η μοναξιά είναι ίδια.
Ιδρύματα, σχολεία, τράπεζες, δημοτικά γραφεία,
μανάδες αποξενωμένες
κλεισμένες στα διαμερίσματα τους με κόκκινα μάτια
γεμάτες ανία για το σήμερα
και αγωνία για το αύριο.
Ένας πολιτισμός που εστιάζει
στην απόλαυση της ιδιώτευσης.
Η μοναξιά είναι ίδια.
Μετανάστες, πρόσφυγες, άστεγοι
με θλιμμένα μάτια
όλα τα υπάρχοντα τους σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών.
Η μοναξιά είναι ίδια.
Εκατοντάδες ράγες υπόγειων τρένων
έτοιμες να ξεκοιλιάσουν
οποιαδήποτε χαρά, οποιαδήποτε ευτυχία.
Η μοναξιά είναι ίδια
καθώς οι ατμομηχανές
ανασαίνουν ασταμάτητα.
Καθώς οι ατμομηχανές ανασαίνουν ασταμάτητα
τα όνειρα μας πεθαίνουν από ασφυξία στους αχανής δρόμους της Wall Street.
Η μοναξιά είναι ίδια σε όλες τις μητροπόλεις του κόσμου.
Με στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών
και με στρατόπεδα συγκέντρωσης σύγχρονων εργατών
εργατικές κατοικίες δίπλα σε βενζινάδικα και εστιατόρια
σε ιδιωτικές λεωφόρους έτοιμες προς πώληση.
Η μοναξιά είναι ίδια
στο πρωινό ξύπνημα του δημόσιου υπαλλήλου στο Λονδίνο
και στο πρωινό ξύπνημα του ιδιωτικού υπαλλήλου στο Βερολίνο.
Η μοναξιά είναι η ίδια
στο απελπισμένο χαμόγελο των εξεγερμένων
και στις ελπίδες των φυλακισμένων.
Η μοναξιά είναι η ίδια
στους τάφους των αναρχικών συντρόφων στο Σικάγο
και στους τάφους των δολοφονημένων συντρόφων στην Αθήνα.
Η μοναξιά του ανέφικτου.
Η μοναξιά της αμέτρητης συμπόνιας.
Η μοναξιά του σκλάβου που θέλει να επαναστατήσει.
Η μοναξιά είναι η ίδια μέχρι να νικήσουμε.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα
θα σχεδιάζουμε την απελευθέρωσή μας.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα
είμαστε ελεύθεροι.
Η μοναξιά είναι η ίδια
όσο συνεχίζουμε να είμαστε δούλοι.
Όσο η γη πλανιέται στο διάστημα θα
σχεδιάζουμε την απελευθέρωσή μας.

http://ecstaticpoetrysemeli.blogspot.com/2010/10/blog-post_31.html

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Δόξης εγκώμιον

Για δες, κόσμος μαζεύτηκε έξω απ’ το παλάτι!
Στρατιώτες με πολύχρωμες στολές
και μουσικές πολλές
κι ο βασιλιάς ντυμένος στο μετάξι
και οι κυρίες της Αυλής
μες στα φανταχτερά τους τα φορέματα…
Άκου το πλήθος που επευφημεί
το δοξασμένο άρχοντα
που νικητής εγύρισε από τη μάχη!

Μα ξάφνου σβήνουν τα κεριά.
Σκοτάδι πέφτει στη σκηνή
κι οι θεατές σιγά-σιγά την αίθουσα αδειάζουν.
Χάρτινο ήταν τελικά το σκηνικό
ζωγραφισμένο το παλάτι
κι ο βασιλιάς ένας φτωχός και μέτριος θεατρίνος.
Ψεύτικα τα μετάξια του,
ψεύτικες κι οι πολύχρωμες στολές και τα φορέματα.
Από ορχήστρα ταπεινή η μουσική
μα και το πλήθος που εζητωκραύγαζε
ήταν κι αυτό μια χορωδία…

Μάταιες οι εφήμερες οι δόξες κι οι τιμές!
Κρατούνε λίγο, σαν το φως απ’ τα κεριά
και χάνονται στο φύσημα του αέρα.
Σα μια καντέντσα ορχήστρας σ’ ένα έργο τραγικό
και σαν απόηχος φωνών στο τέλος μελοδράματος,
όταν θα φεύγουνε οι τελευταίοι θεατές
και τα χειροκροτήματα θα έχουνε πια σβήσει…

(Αφιερωμένο σ’ αυτούς που ασπάστηκαν τη σοφία του Τριστάνου…)

Aixmi.gr

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Μια επανάσταση που δεν έγινε…

Καθώς ξεφύλλιζα και πάλι την ποιητική συλλογή «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ», το μάτι μου έπεσε στο αγαπημένο μου ποίημα, «Γενιά μοιραία». Είπα μέσα μου: «Ευτυχώς υπάρχει ακόμα ένα υγιές κομμάτι της Αριστεράς που δεν φοβάται να αυτοσαρκάζεται!» Το «Αριστερά» με την πιο γενική σημασία που μπορεί να του αποδώσει κανείς…
Οι περίτεχνοι στίχοι του Χρήστου Παναγιωτόπουλου συμπαρέσυραν συνειρμικά στη σκέψη μου ένα σχετικά άτεχνο στιχούργημα που βρήκα κάποτε στις σελίδες ενός βιβλίου «οιονεί ποίησης» που δεν διαβάστηκε ποτέ:
Θυμάσαι, για επανάσταση
και άλλα ιδανικά μιλούσαμε
με γλώσσα δανεισμένη, ξύλινη…
Και ξενυχτούσαμε
σε καφενεία φτηνά
που πια δε θα υπάρχουν,
μ’ έναν καφέ
που εδώ και ώρα κρύωσε
και την παρέα,
αντιδικώντας για όλ’ αυτά
που δεν καταλαβαίναμε
αφού μας ξεπερνούσαν…
Κι επιχειρήματα ζητούσαμε
διαβάζοντας σα μανιακοί
βιβλία κακογραμμένα,
κακομεταφρασμένα…
Ήταν, θαρρώ, την εποχή
που ακόμα δε γνωρίζαμε καλά
τα ιδανικά μας
τόσο ιδανικά να ξεδιπλώνουμε
στου καθωσπρέπει μπαρ τον καναπέ,
εκεί που ανταμώνουμε ξανά
για «ένα ποτάκι»…
(«Ιδανικά», από τη συλλογή «ΑΠ’ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΟΥ»)
Θυμήθηκα, με την ευκαιρία, και τα λόγια ενός παλιού «επαναστάτη»:
– Είμαστε, άραγε, θύματα ή θύτες της διάψευσης των οραμάτων μας; Κάποτε πιστέψαμε ότι θ' αλλάζαμε τον κόσμο. Δεν ξέρω αν τώρα μου φαινόμαστε τόσο αστείοι που το νομίσαμε, ή τελικά που δεν το τολμήσαμε…

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Έρως που κουβαλά το βράχο…

Τις Κυριακές συνηθίζουμε να γευματίζουμε σε ένα λαϊκό ταβερνάκι, σε κάποιο αθηναϊκό προάστιο. Μια από τις αγαπημένες μας ασχολίες είναι να παρατηρούμε και (ομολογώ) να σχολιάζουμε οικογενειακά γεύματα στα γύρω τραπέζια.

Το θέαμα είναι συχνά θλιβερό: Εκείνη ασχολείται αποκλειστικά με τα παιδιά. Σπανίως – και μόνο αν είναι αναγκαίο για πρακτικούς λόγους – του απευθύνει το λόγο... Εκείνος είναι ολοκληρωτικά συγκεντρωμένος στο πιάτο του, του οποίου το περιεχόμενο καταναλώνει με βουλιμία. Όταν σωθεί, βγάζει από την τσέπη το κινητό. Ζήτημα είναι αν ρίχνει ποτέ το βλέμμα του πάνω της...

Η τραγικότερη στιγμή είναι όταν η ανάγκη το φέρνει να πρέπει να συνεννοηθούν για κάποιο ζήτημα της στιγμής (επουσιώδες συνήθως), ιδιαίτερα αν οι απόψεις επ’ αυτού διίστανται. Λόγος απότομος, λέξεις κοφτές, σχεδόν θυμωμένες. Τόνος φωνής κι εκφράσεις προσώπου που μαρτυρούν συσσωρευμένη αγανάκτηση. Ίσως για μια συνθήκη ζωής που έχασε οριστικά το βασικό συστατικό που την κρατούσε ζωντανή: την ερωτική της διάσταση!

Οι αλληλοκατηγορίες γι’ αυτή την παρακμή αποτελούν σύνηθες φαινόμενο, όμως η απάντηση στο ερώτημα «ποιος φταίει;» δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Στο άρθρο «Πεθαίνει ή αυτοκτονεί ο έρωτας μέσα στο γάμο;» (http://www.aixmi.gr/index.php/pethaineiaftoktoneierwtasmesagamo/) είχαμε επιχειρήσει να περιγράψουμε μερικές από τις παθογενείς νοοτροπίες και συμπεριφορές που συχνά αναπτύσσονται στο πλαίσιο του θεσμού (ή, γενικότερα, μιας μακροχρόνιας σχέσης). Όπως είδαμε, δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα αίτια που τραυματίζουν θανάσιμα το ερωτικό αίσθημα στο γάμο, κατέχει η σφαλερή βεβαιότητα πως ό,τι ωραίο κατακτούμε παραμένει δεδομένο, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για τη διατήρησή του. Ακόμα περισσότερο, χωρίς έναν αδιάκοπο αγώνα για συνεχή επανακατάκτησή του, σαν να πρόκειται για κάτι που δεν μας ανήκε ποτέ!

Γιατί, τίποτα δεν απειλεί περισσότερο την ερωτική χημεία στο γάμο (αν υποτεθεί ότι μιλάμε στ’ αλήθεια για γάμο από έρωτα) από τον τεχνητό εφησυχασμό που παρέχει η λανθασμένη αντίληψη πως κάποια προνόμια μέσα στο θεσμό είναι αυτονόητα, δεδομένα και μη-διαπραγματεύσιμα...

Οι παρακάτω στίχοι κωδικοποιούν συμβολικά και συνοψίζουν τα μηνύματα που εμπεριέχονται σ’ εκείνο το παλιό και λησμονημένο, πια, άρθρο που, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, δίχασε σχεδόν συμμετρικά το κοινό που το διάβασε:


Έρωτας – Σίσυφος!

Διελκυστίνδα εγωισμών
και πεδίο αλληλοκαταρρίψεων.
«Κεκτημένα» ιδιόχρησης
και άλλες «αυτονόητες» βεβαιότητες.
Μεταλλαγμένες βουλήσεις,
θανατερές προσαρμογές.
Υποκριτικές καταθέσεις
κι επίπλαστες μονοσημαντότητες.
Απελπισμένες αυταπάτες,
αναλώσιμες «διέξοδοι»...

Ζωή αληθινή όσο κι ο μύθος
της αδιαπραγμάτευτης
αθανασίας του έρωτα!

Εξαιρείται ο έρωτας
με καθημερινή επανέκδοση
πιστοποιητικού γεννήσεως
και ανανέωση δικαιώματος ζωής.
Που μάχεται ανησύχαστος
να κατακτήσει γη «κατακτημένη»
και να κερδίσει μάχες που «κερδήθηκαν».
Σα Σίσυφος που σ’ ατέλειωτη ανηφόρα
της γοητείας το βράχο κουβαλά!

Γιατί, ο έρως δε χωρά σε αυτονόητα.
Δεν υποτάσσεται σε κεκτημένα.
Και – γενικώς – δε χορηγεί εισιτήρια διαρκείας...

(Σεπτέμβριος 2015)

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Ας κάνουμε «Δραπετσώνα» τη Νέα Φιλαδέλφεια!

Τη δεκαετία του ’60, η τότε Πολιτεία επιχείρησε να «εκσυγχρονίσει» την προσφυγική παραγκούπολη της Δραπετσώνας γκρεμίζοντας τα εργατικά παραπήγματα και χτίζοντας στη θέση τους μοντέρνες εργατικές κατοικίες. Πολλοί κάτοικοι αντιστάθηκαν. Άλλοι μάζεψαν τα λιγοστά υπάρχοντά τους και τράβηξαν το δρόμο της μοίρας τους, σε μιαν άλλης μορφής προσφυγιά...

Τα γεγονότα της Δραπετσώνας ίσως θα είχαν περάσει απαρατήρητα από την «καθωσπρέπει» κοινωνία μας, αν δεν τα είχαν κάνει αθάνατα οι στίχοι ενός κορυφαίου ποιητή (Τάσος Λειβαδίτης) και οι νότες ενός κορυφαίου μουσικοσυνθέτη (Μίκης Θεοδωράκης).

Video

Σήμερα, η λέξη «παράγκα» προκαλεί εντελώς διαφορετικούς συνειρμούς σε συσχετισμό με την ευρύτερη περιοχή του Πειραιώς. Μια παράγκα που όχι μόνο δεν γκρεμίζεται με τίποτα, αλλά ολοένα δυναμώνει και θεριεύει, απλώνοντας τα κοκκινωπά πλοκάμια της ακόμα και σε περιοχές που κάποτε αποτελούσαν ιερά σύμβολα άλλων χρωμάτων – και άλλων ηθών...

Τα πλοκάμια αυτά τύλιξαν ασφυκτικά και την καρδιά μιας πόλης που ήταν ταυτισμένη (λανθασμένα, όπως τελικά αποδείχθηκε) με το αθλητικό μεγαλείο της προσφυγιάς. Πονάει κάποιους από εμάς η διαπίστωση, αλλά πρέπει επιτέλους να αντικρίσουμε την πραγματικότητα κατάματα: Τίποτα, πέρα από τις μνήμες, δεν έμεινε να συνδέει σήμερα τη Νέα Φιλαδέλφεια με την ΑΕΚ. Θαρρείς και το γκρέμισμα του ιστορικού γηπέδου, το Μάη του 2003, γκρέμισε και την αυταπάτη του άρρηκτου συσχετισμού μιας αθηναϊκής συνοικίας (που κανείς δεν θα την ξεχώριζε αν δεν υπήρχε εκεί το «σπίτι» της ΑΕΚ) με το όνομα και την ιστορία του μεγάλου αθλητικού συλλόγου.

Ενδεικτικό της αποδόμησης του ατυχούς αυτού συσχετισμού είναι, νομίζω, το γεγονός ότι οι κάτοικοι της σημερινής Νέας Φιλαδέλφειας έχουν εκλέξει μια δημοτική αρχή η οποία – εκτός του ότι ο ανώτατος θεσμικός εκπρόσωπός της είναι δεδηλωμένος οπαδός αντίπαλου, ιχθυώνυμου σωματείου – έκανε εξαρχής σημαία της πολιτικής της την αποτροπή της ανέγερσης ενός νέου γηπέδου της ΑΕΚ στην ιστορική του θέση. Και, αξιοποιώντας κάθε νομικό μέσο που τους παρέχεται, οι κάτοικοι αυτοί αποδύονται με ιερό φανατισμό, θα λέγαμε, σε έναν αγώνα οριστικής εκδίωξης της ΑΕΚ από την πόλη τους. Αδιαφορώντας ακόμα και για το γεγονός ότι το χτίσιμο του γηπέδου θα σήμαινε θέσεις εργασίας και σημαντική ανάπλαση για την περιοχή...

Είναι στιγμές που ζηλεύω στ’ αλήθεια τον Ολυμπιακό! Είναι το σύμβολο μιας πόλης που τον τοποθετεί πάνω από κάθε άλλη ιδέα, βάζοντας στην άκρη, για χάρη του, πολιτικές διαφορές και κομματικές συμπάθειες ή αντιπάθειες. Μιας πόλης που είναι περήφανη για την ομάδα της (όπως πιστοποιεί και το σχετικό τραγούδι) και δεν θα μπορούσε να διανοηθεί την ύπαρξή της δίχως αυτήν!

Στον αντίποδα της παραπάνω σχέσης βρίσκεται εκείνη ανάμεσα στην ΑΕΚ και τη Νέα Φιλαδέλφεια. Ο τόπος αυτός ποτέ δεν ταυτίστηκε στ’ αλήθεια με την ΑΕΚ. Ενδεικτική είναι η σιωπή των ποιητών, που σπάνια αισθάνθηκαν την ανάγκη να υμνήσουν το μέρος σε συσχετισμό με το προσφυγικό σωματείο που φιλοξενούσε. Η ΑΕΚ ήταν πάντα ομάδα της Πόλης, όχι της Φιλαδέλφειας! Και, με τα χρόνια, η φιλοξενία εκφυλίστηκε σε απλή ανοχή προς την ΑΕΚ. Ώσπου στο τέλος έγινε ανοιχτή έχθρα γι’ αυτήν...

Ίσως ήρθε, λοιπόν, η επώδυνη στιγμή για το σωματείο της προσφυγιάς να ακολουθήσει και πάλι τη μοίρα του. Αναζητώντας νέους τόπους να στεγαστεί, νέα χώματα να ριζώσει. Σαν τους απόκληρους της Δραπετσώνας:

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί!

Βέβαια, φτωχή δεν μπορείς να πεις τη σημερινή ΑΕΚ, κάθε άλλο! Φτωχή κι ασήμαντη ίσως ξαναγίνει η Φιλαδέλφεια σαν πάψει να ενσαρκώνει το όνειρο εκατοντάδων χιλιάδων προσκυνητών, που δεν θα ‘χουν πια λόγο να περνούν από έναν τόπο που τους πληγώνει. Κάτι σαν αυτό που ένιωσε ο παππούς μου όταν πήγε κάποτε ως απλός τουρίστας στο χωριό του στη Μικρασία...

Κι αν ποτέ ο δρόμος με φέρει να περάσω – χωρίς να σταματήσω – από εκείνα τα μέρη όπου έμαθα από παιδί τι σημαίνει ΑΕΚ, δύσκολα θα καταφέρω, φοβάμαι, να συγκρατήσω μια αυθόρμητη, παρατεταμένη, ελληνοπρεπέστατη χειρονομία! Όπως αυτή που, κατά παράβαση του κώδικα αθλητικού ήθους κι ευπρέπειας, απευθύνουμε κάποιες φορές σαν περνάμε έξω από γνωστό, κακόγουστο κτίσμα με ηρωική ονομασία, κάπου στο Νέο Φάληρο...

Aixmi.gr

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Γράμμα σε έναν πρόσφυγα του ’22

Το παρακάτω οιονεί ποίημα αφιερώνεται στη μνήμη ενός πρόσφυγα της Μεγάλης Καταστροφής. Είμαι βέβαιος για την επιλογή (ή, τις επιλογές) που θα έκανε μπροστά στην κάλπη, αν ζούσε σήμερα. Γιατί, ο εξαιρετικός αυτός άνθρωπος, ο αυτοδίδακτα σοφός και φιλοσοφημένος, έφυγε πιστεύοντας ως το τέλος πως «για όλα έφταιγαν οι ξένοι»...

Χαμένες Πατρίδες...

Χαμένες όλες οι πατρίδες σου, παππού!

Αυτή με βιάση που άφησες
κυνηγημένος σαν τ’ αγρίμι
μες από άβατα βουνά διαβαίνοντας,
μέρες συντηρημένος
μ’ αυτά που έλεγες με τίποτα
δεν τρώγονται ωμά, όποια η πείνα,
με τη φρικτή ανάμνηση νωπή
πατέρα κι αδελφής σφαγμένων
απ’ τα χέρια πρώην αδελφών,
με μόνη ελπίδα σωτηρίας
την Ελλάδα που σε πρόδωσε
(κι ας λες οι ξένοι που μας έβαλαν
και μόνους μας αφήκαν
πως ήταν οι εχθροί!)...

Χαμένη είν’ κι αυτή
εδώ που ήρθες κάποτε
γυρεύοντας μια νέα ζωή,
απ’ το πηγάδι πίνοντας
το πρώτο σου γλυφό νερό
που σου ‘δειξαν με περιφρόνηση,
αποξηραίνοντας βάλτους ατέλειωτους
να κάνεις λίγη γη να μείνεις,
να καλλιεργήσεις...
Κι ως άρχισ’ η ζωή τριγύρω σου
δειλά ν’ ανθίζει πάλι,
τα χώματά σου πάτησαν
καινούργιοι εχθροί,
πήραν το βιος που μόχθησες
να θρέψουν άσπλαχνους ξένους στρατούς
και σ’ άβατα βουνά ξανά σε στείλαν...

Και σαν κι αυτοί νικήθηκαν
καταμεσής στο δρόμο βρέθηκες
σε διασταυρούμενα πυρά
αδελφοκτόνας μάχης,
ενός πολέμου ίσαμε σήμερα
που ωραία και καλά κρατεί
και τρώει τα παιδιά μας,
αφού η Ελλάδα γι’ άλλη μια φορά
παππού σε πρόδωσε
(κι από τον τάφο ας λες εσύ
οι ξένοι που ζητούν τα δανεικά
πάντα οι εχθροί πως είναι!)...

(Από τη συλλογή «ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ»)

Aixmi.gr

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Πολιτικό τραγούδι στην Ηλιούπολη: Μια αξιέπαινη μουσική πρωτοβουλία!

Με το δήμο Ηλιούπολης έχω ιδιαίτερες προσωπικές σχέσεις. Έτσι, με χαρά δέχθηκα την πρόσκληση να παρακολουθήσω μια μουσικο-θεατρική εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου «Άγγελος Σικελιανός», στη Θεατρική Αίθουσα του Δημαρχείου Ηλιούπολης, το Σάββατο 15 Νοέμβρη. Η Θάλια με προειδοποίησε εμφατικά: «Κοίτα, μην αρχίσεις πάλι τους ακαδημαϊσμούς και την υψηλή μουσική ανάλυση, ψάχνοντας να βρεις κουσούρια στην παράσταση! Σου το λέω εκ των προτέρων: η χορωδία αποτελείται αποκλειστικά από ερασιτέχνες!»

Αφήνοντας κι εγώ τον Μπαχ, τον Μότσαρτ και τον Βάγκνερ στο σπίτι, κίνησα για το Δημαρχείο, να ακούσω τους «ερασιτέχνες». Αντικείμενο της εκδήλωσης ήταν το πολιτικό τραγούδι, με σαφείς αναφορές στους αγώνες της Αριστεράς. Το πρόγραμμα περιλάμβανε μερικά από τα πιο γνωστά πολιτικά τραγούδια της «κλασικής» δισκογραφίας του είδους, αλλά και κάποιες πιο πρόσφατες δημιουργίες. Τα τραγούδια ήταν διασκευασμένα για μικτή χορωδία, με συνοδεία τετραμελούς ορχήστρας (τσέλο, ηλεκτρικό πιάνο, κιθάρα, μπουζούκι) και κρουστών.

Το μουσικό μέρος της βραδιάς ήταν, για μένα, αληθινή αποκάλυψη! Η συνθέτης και μαέστρος Σοφία Καμαγιάννη κατάφερε το ακατόρθωτο: να πάρει στα χέρια της μια παρέα ανθρώπων με αγάπη στο τραγούδι αλλά δίχως ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις στη μουσική, και να τους διδάξει, στην πράξη, τι σημαίνει αρμονία, αντίστιξη και πειθαρχημένος μουσικός συντονισμός. Το εξαιρετικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά σε «ερασιτεχνισμό» παρέπεμπε. Και η προτροπή της Θάλιας, τελικά, αποδείχθηκε πως παραβίαζε ανοιχτές θύρες!

Εκτός από τη μουσική διδασκαλία, το ίδιο εξαιρετική ήταν η μουσική διασκευή και η ενορχήστρωση των τραγουδιών από την Καμαγιάννη. Στέκομαι ιδιαίτερα στην περίτεχνη ενορχήστρωση, που κατόρθωσε να δημιουργήσει ορχηστρικά εφέ με ένα πολύ μικρό σύνολο οργάνων (χάρισμα που είχε και ο μεγάλος Χατζιδάκις). Ακόμα κι εκεί που έλειπαν φωνές, τις συμπλήρωνε επιδέξια το τσέλο, που έμοιαζε να ανήκει πότε στην ορχήστρα και πότε στη χορωδία!

Μοναδικό αδύνατο σημείο της παράστασης, η ανάγνωση «πολιτικών» κειμένων ανάμεσα στα τραγούδια. Λόγος που κάποιες στιγμές ακουγόταν κοινότοπος, ίσως ακόμα και λαϊκιστικός, μετριάζοντας τη δύναμη της μελοποιημένης ποίησης, διαβασμένος με μια επίκαιρη αντιμνημονιακή οργή που συχνά φόρτιζε το θέατρο με αρνητική ενέργεια. Και, εν τέλει, λόγος περιττός, αφού τα ίδια τα τραγούδια είπαν όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν!

Αφήνοντας, όμως, πίσω μας τη γκρίνια, φύγαμε από την παράσταση γεμάτοι από υπέροχες μελωδίες και εντυπωσιασμένοι από το υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Μπράβο σε όλους τους συντελεστές!

Aixmi.gr

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Το «δικαίωμα» στην ποίηση…

Ποιοι δικαιούνται να γράφουν ποίηση; Το ερώτημα, εκφρασμένο αρνητικά – μα ισοδύναμα – εμπεριέχει τον υπαινιγμό ότι υπάρχουν κάποιοι που δεν δικαιούνται να εκφράζονται μέσω της ποίησης. Πέραν από την αμφισβήτηση της ελευθερίας της έκφρασης, μια τέτοια θέση συνιστά απειλή και για την ίδια την αυθεντικότητα της ποίησης: Αν τεθούν δεοντολογικές προϋποθέσεις που οριοθετούν το δικαίωμα στην ποίηση, τότε αυτή προσφέρεται βορά στην ηθικολογία. Κι ανοίγει διάπλατα η κερκόπορτα της Τέχνης στην υποκρισία του καθωσπρεπισμού…

Γράφω αυτές τις σκέψεις με αφορμή τον σκεπτικισμό με τον οποίο κάποιοι ιδεολογικοί κύκλοι υποδέχθηκαν την έκδοση της ποιητικής συλλογής «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ». Οι ενστάσεις δεν είχαν λογοτεχνική αφετηρία, αφού η ποιητική αξία του έργου είναι αδιαμφισβήτητη.

Το πρόβλημα ήταν αλλού: Στο κατά πόσον ένας υψηλόβαθμος εκπρόσωπος ενός κατά τεκμήριο σκληρού κι ανταγωνιστικού συστήματος, ένας άνθρωπος που με ένα του νεύμα μπορεί να προσλαμβάνει ή να απολύει – μα που κι ο ίδιος, με τη σειρά του, είναι εξίσου ευάλωτος απέναντι στο ίδιο αυτό αμείλικτο σύστημα – «δικαιούται» να εκφράζεται μέσω μιας Τέχνης που (εξ ορισμού, υποτίθεται) αποτελεί μονοπώλιο εκείνων που πρόθυμα θυσιάζουν τη λογική στο βωμό του συναισθήματος!

Η αφέλεια που αναδεικνύει η δεοντολογική αυτή προσέγγιση στην Τέχνη έγκειται στη γραμμική και μονοδιάστατη αντίληψη του ανθρώπινου χαρακτήρα. Υιοθετείται, έτσι, μια μορφή ηθικού διπολισμού που χωρίζει απλοϊκά τους ανθρώπους σε δύο απόλυτα διακριτές κατηγορίες: τους ιδεολόγους αισθηματίες και τους ασυναισθηματικούς πραγματιστές. Παραβλέπεται, όμως, η σύνθετη και πολυεπίπεδη δόμηση της ανθρώπινης προσωπικότητας που είναι δυνατό να συνδυάζει, διαλεκτικά, τα πιο αντίθετα και φαινομενικά ασύμβατα, μεταξύ τους, χαρακτηριστικά!

Οι ίδιοι οι στίχοι στο «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ» μαρτυρούν, με αυτοσαρκαστική γενναιότητα που σοκάρει, την επίγνωση αυτού του σχεδόν «σχιζοφρενικού» διχασμού που οδηγεί στα πρόθυρα μιας οδυνηρής εσωτερικής σύγκρουσης χωρίς «νικητές» και «ηττημένους»:

Όλες οι ιδέες μας συνθήματα σε τοίχους
χρόνισαν, βρώμισαν και κρύφτηκαν σε στίχους…

(«Γενιά μοιραία») Θα λέγαμε πως η ποίηση εδώ ξεφεύγει από τα όρια μιας «απλής» τέχνης και διεκδικεί έναν υψηλότερο και ευγενέστερο ρόλο: Γίνεται εξομολογητής ανεκπλήρωτων οραμάτων και καθαρτήριο ψυχών και συνειδήσεων!

Προσωπικά, δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να φανταστώ ότι ένας άνθρωπος του «συστήματος» ή του «κατεστημένου» (εκφράσεις-κλισέ που κυριαρχούν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο) είναι δυνατό να διαθέτει και ευαίσθητες πλευρές, τις οποίες το (απόλυτα θεμιτό) αίσθημα της αυτοσυντήρησης του επιβάλλει να κρατά κλεισμένες σε στεγανά όπου μόνο η ποίηση μπορεί να διεισδύσει.

Η ποίηση, απ’ τη μεριά της, δεν μπορεί να αποτελεί δικαίωμα, αφού τα δικαιώματα είναι εξ ορισμού διαπραγματεύσιμα. Και η Τέχνη – σε αντίθεση, π.χ., με την πολιτική – δεν υπόκειται σε διαπραγμάτευση, αφού η ίδια της η ύπαρξη προϋποθέτει ένα ασυμβίβαστο αίσθημα ελευθερίας. Κι αυτό δικαιούνται (εδώ ταιριάζει η λέξη!) να το φέρουν ακόμα και οι εκπρόσωποι του «συστήματος» τις στιγμές όπου τίθενται ενώπιοι ενωπίοις, τότε που οι οδύνες της εσωτερικής διαλεκτικής αναζητούν διέξοδο μέσα απ’ τη δημιουργία του ωραίου…

Κλείνω το σημείωμα με ένα ταπεινό ποιητικό σχόλιο σ’ αυτά που ειπώθηκαν παραπάνω:

Κατά λάθος…

Σαδιστικά, ανελέητα
ο Brahms σφυροκοπάει τις αισθήσεις!
Λες και με δόλο βάλθηκε να ξετρυπώσει
μία παλιά, μια ξεχασμένη απόδειξη
που αν έβγαινε στο φως
θα σ’ έκανε να ντρέπεσαι:
πως κάποτε ήσουν κι εσύ
ανάμεσα στους τιποτένιους, τους περιφρονημένους
που ειρωνικά λέγονταν «άνθρωποι»!
Κάποτε που μπορούσες χωρίς φόβο να δακρύζεις
σ’ ένα κρεσέντο απελπισμένο της ορχήστρας,
ν’ αναριγάς όταν τρεμόπαιζαν οι βιόλες και τα τσέλα
στην εκπνοή ενός θλιμμένου adagio
(«τέτοιες αδυναμίες ανεπίτρεπτες
είναι που θα σε καταστρέψουν»
σου ‘λεγαν πάντα, και σωστά, ώσπου
το μάθημά σου πια στο μάθανε καλά…).

Τι προδοσία απ’ την τέχνη αυτή που λάτρεψες!
Γι’ αυτό σου λέω, σταμάτα τον το δίσκο…
Να, κοίτα στον τοίχο το ρολόι, πάει τέσσερις,
σε λίγο πρέπει και ν’ ανοίξεις το γραφείο.
Κι αυτοί που θάρθουν θέλουν να σε δούνε δυνατό
κατά πώς λέει κι η διαφήμιση: «εμπιστοσύνη!».

Κι αυτό το δίσκο που από λάθος σου ‘δωσαν
σίγουρα θα τον θέλουν πίσω.
Αύριο πρωί ζήτα εκείνον που χρειάζεσαι
με τα αρχεία για τους ισολογισμούς…

(Ντίνος Πυργιώτης, ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ…)

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Από το «Μαμά γερνάω» στο «μαμά απολύομαι»!

Πριν χρόνια αμέτρητα, είχα μια συζήτηση με τον καθηγητή μου της θεωρίας στο ωδείο σχετικά με το κατά πόσον οριοθετείται η ιδιότητα του «κλασικού» στη μουσική. Για παράδειγμα, πόσο «κλασική» θα μπορούσε να θεωρηθεί η λαϊκή μουσική ή η Pop. Στη συντηρητική λογική μου εκείνου του καιρού, ο σοφός Π. Βεντούρας απάντησε με μια φράση που τότε μου φάνηκε ρηξικέλευθη: «Αν το καλοσκεφτείς, μήπως οι Beatles δεν είναι, κατά μία έννοια, ο Μπάρτοκ της Αγγλίας;»

Στο πλαίσιο του ελληνικού ρεπερτορίου, υπάρχουν κάποια τραγούδια που θα μπορούσαν επάξια να χαρακτηριστούν «κλασικά», με την έννοια τόσο της διαχρονικότητας όσο και της καλλιτεχνικής αξίας. Ένα από αυτά είναι, αναμφίβολα, το «Μαμά γερνάω» των Σταμάτη Κραουνάκη – Λίνας Νικολακοπούλου (1988).

Δείτε το video

Οι εκ των κορυφαίων στίχων στο ελληνικό τραγούδι, επενδυμένοι με την υπέροχη, πάντα, μουσική τού (ενίοτε ακρίτως πολιτικολογούντος...) κορυφαίου σύγχρονου έλληνα μουσικοσυνθέτη, αναδεικνύουν με γενναιότητα τον υπαρξιακό φόβο του ανθρώπου μπροστά στο φάσμα της απώλειας της νεότητας. Κεντρικό πρόσωπο, η καθαγιασμένη μορφή της μητέρας που, σε ρόλο υπέρτατου εξομολόγου, απορροφά καρτερικά τους ψυχικούς κραδασμούς που γεννά η θλίψη, η ανασφάλεια και η διάψευση των ονείρων...

Αναρωτιέμαι ποιος θα ήταν ο τίτλος και το περιεχόμενο του τραγουδιού αν το έγραφε σήμερα το φοβερό δίδυμο των τραγουδοποιών. Σήμερα που ο άνθρωπος της χρεοκοπημένης χώρας δεν έχει καν το χρόνο, μα κι ούτε τη διάθεση, να προσέξει πως γερνά.... Σε μια εποχή που η ποιότητα ζωής κατάντησε πολυτέλεια, κι η μόνη υπαρκτή προοπτική που απόμεινε είναι αυτή της αγχωτικής επιβίωσης!

Η σημερινή μητέρα-εξομολόγος θα καλούνταν να αναστηλώσει το καταρρακωμένο ηθικό του ανθρώπου της δημιουργικής ηλικίας που βλέπει ξαφνικά τη γη να υποχωρεί κάτω απ’ τα πόδια του καθώς αντικρίζει το φάσμα της εργασιακής ανασφάλειας, ή, ακόμα τραγικότερα, καθώς βιώνει το τραύμα της απώλειας εργασίας. Σε μια εποχή, μάλιστα, που ο άνθρωπος έχει μάθει να εναποθέτει το αίσθημα της αυταξίας του στην αμφίβολη πιστοποίηση που παρέχει το τεκμήριο του καταναλωτισμού...

Το παρόν σημείωμα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ανοιχτή πρό(σ)κληση προς τους δύο σπουδαίους καλλιτέχνες να ξαναγράψουν το τραγούδι τους προσαρμόζοντάς το στις νέες αγωνίες της εποχής, προεξάρχουσα θέση στις οποίες κατέχει ο εφιάλτης της ανεργίας. Το «νέες» είναι σχήμα λόγου, βέβαια, αν θυμηθούμε τους μακρινούς εκείνους καιρούς που εκφράστηκαν μελωδικά με «Το παλικάρι έχει καημό» των Θεοδωράκη – Ελευθερίου. Καιρούς που, δυστυχώς, ξαναζούμε σήμερα, μια και η Ιστορία επαναλαμβάνεται – και μάλιστα, δίχως καν την παρηγοριά της φάρσας!

Εν αναμονή της απάντησης στην πρό(σ)κληση, αφήνω σαν συντροφιά στον αναγνώστη ένα ταπεινών προδιαγραφών «οιονεί ποίημα». Κάτι σαν τον πασατέμπο που τρώγαμε κάποτε στη Φιλαδέλφεια, περιμένοντας ν’ αρχίσει το ματς της ΑΕΚ...

Τηλεφωνητής...

Σε πήρα πάλι σήμερα, μα δεν το σήκωνες...
Ήθελα να μιλήσω λίγο,
ίσως να ‘ρθω για λίγες μέρες να σε δω,
έτσι, να ξεχαστώ, να καταφύγω,
να φάω λίγο μαγειρευτό φαΐ...
Μα τη φωνή σου ακούω πια μόνο στον τηλεφωνητή.
Γι’ αυτό αποφάσισα - κι ας μην το συνηθίζω -
να σου απαντήσω σήμερα μ’ αυτόν...

Ήθελα να σου πω για τη δουλειά...
Όλα αβέβαια, κάποιους τους διώξαν ήδη.
Εγώ είμαι πιο παλιός, ίσως να τη γλιτώσω...
Είναι και η Μαρία...
Της κόστισε πολύ που δεν το κάναμε
εκείνο το ταξίδι, μα χρωστούσα.
Ακούει και τους άλλους που καλοπερνούν...
Πώς τα βολεύουν; Νιώθω σαν άχρηστος!
(Ξέρω, «οι περιστάσεις» θα μου πεις εσύ,
«όμως δε χάνεται η αξία»!)
Κι άμα με διώξουνε;
Μέχρι που σκέφτηκα πως, αν συμβεί...
Μα είναι τα παιδιά, τι φταιν εκείνα;

Το βράδυ πάλι ο ύπνος μου ανήσυχος...
Λέει ο γιατρός πως έχω πίεση, να προσέχω!
Να προσέχω...
Μεγάλη απώλεια για το Σύμπαν, όσο να πεις!
Έτσι που λέω καμιά φορά...
Και θα τους μείνει κι η ασφάλεια,
να πάψει να γκρινιάζει κι η Μαρία!

Ξέρω, θα λες πάλι σε ψυχοπλάκωσα!
Μα αλλού δεν έχω να τα πω...
Α, χθες σου έβαλα την άλλη τη φωτογραφία,
εκείνη που τραβήξαμε στον κήπο, με το μπλε το φόρεμα
(η άλλη στη βεράντα δεν μου άρεσε)...
Ήρθε κι ένας τεχνίτης και χαράξαμε τα γράμματα.
Άντε, δυο χρόνια σου τα γλίτωσα:
του είπα «ετών ογδόντα»!

(Ντίνος Πυργιώτης, ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ)

Aixmi.gr

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας…

Για κάποιους, η ζωή είναι απλά μια συλλογή εμπειριών. Για κάποιους άλλους, ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Αναζητώντας ένα συμβιβασμό, θα λέγαμε πως η ζωή είναι ένα αυτογνωστικό ταξίδι δια μέσου των εμπειριών μας. Γιατί, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε το Σύμπαν, αυτό που στ' αλήθεια αναζητούμε είναι ο εσώτερος εαυτός μας. Αυτός που ήδη γνωρίζει τα πάντα, μόνο που εμείς, σε επίπεδο συνείδησης, δεν το γνωρίζουμε!

Από αυτή την άποψη, η ζωή είναι μια αποστολή και μια ευκαιρία: Ερχόμαστε σ' έναν κόσμο φτιαγμένο από καθρέφτες. Αν δούμε μόνο τους καθρέφτες χωρίς να προσέξουμε το είδωλό μας, η αποστολή έχει αποτύχει και η ευκαιρία έχει χαθεί!

Κάθε μικρό βήμα στην αυτοσυνειδησία είναι μια υπέρβαση του εαυτού που γνωρίζαμε. Μα τα ερεθίσματα της εμπειρίας συχνά μας πλανεύουν με την απατηλή γοητεία τους. Και πέφτουμε στην παγίδα να δούμε το δάχτυλο αντί το φεγγάρι – τα επιφαινόμενα αντί της εσώτερης αλήθειας που υπεμφαίνουν. Έτσι η υπέρβαση ματαιώνεται, κι η γνώση του εαυτού (που είναι γνώση του κόσμου ολόκληρου) μένει μετέωρη. Κι εμείς μένουμε για πάντα παγιδευμένοι στον μικρόκοσμο των ψευδαισθήσεών μας, που μοιάζει τόσο αληθινός κάτω απ’ τη λάμψη των αστεριών...


Υπερβάσεις

(Σ’ αυτούς που τολμούν ν’ ανακαλύπτουν...)

Τον εαυτό σου αναζητάς
μες από μικρές, καθημερινές
υπερβάσεις...

Μες από σκοτεινές ματιές
που στάζουν αίμα
πάνω απ’ της πόλης τα φώτα...

Μες απ’ τους ήχους μυστικής καμπάνας
που αγκαλιάζουν πένθιμα την πόλη
σα νυχτώσει...

Μες από μύρια μικρά ξεθαρρέματα,
καθένα τους θαρρείς που είναι
το πρώτο και το τελευταίο...

Μες από παιδικά παραμύθια
σε μονοπάτια ώριμα ειπωμένα
που οδηγούν σε γεύσεις πρωτόγνωρες...

Μες από όρκους και υποσχέσεις
με ειλικρίνεια που δόθηκαν
μα ξέρεις δε θα τηρηθούν...

Μες απ’ το σπαραγμό
για ένα τέλος
κανείς που δεν τολμά να δώσει...

Μες απ’ τη θέα τού αύριο
που όλο αδυνατίζει
πίσω από τις ψευδαισθήσεις τού σήμερα...

(Ντίνος Πυργιώτης, ΑΠ' ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΟΥ )

Aixmi.gr

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»…


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του!

Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της…

Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη…

Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του!

Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι!

Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»!

Σ’ αυτούς τους «ευγενικούς κι αόρατους» εραστές που βρέθηκαν στην ανάγκη να συναγωνίζονται άνισα τη σκιά ενός εκ φύσεως γητευτή που με μοναδικό θεατρικό στόμφο αναλήφθηκε από την κορυφή του Ταΰγετου, αφιερώνεται το κάπως πικρά σαρκαστικό στιχούργημα που ακολουθεί:

Παράδεισος

Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος­­
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
– βαριές και ανεξίτηλες –
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου…

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Κλείνω με ένα διάλογο από την αριστουργηματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου». Αφιερώνεται σ’ εκείνους που δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με όνειρα και φαντάσματα δίχως να νιώσουν την ταπείνωση της ήττας…

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Ένα όνειρο είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Καλοκαίρια που έφυγαν, που φεύγουν…

Κάποτε μιλούσες για «τα καλοκαίρια». Τώρα γινήκαν τόσα πολλά που δυσκολεύεσαι πια να τα ξεχωρίσεις. Έτσι, μιλάς κάπως αόριστα για «το καλοκαίρι», σαν ένα κάδρο με μια εικόνα που μπορεί συνεχώς να μεταλλάσσεται, να μετεξελίσσεται στο χρόνο. Καμιά φορά, με ταχύτητες που δυσκολεύεσαι κι εσύ ο ίδιος να παρακολουθήσεις…

Πρόσωπα που σήμαιναν κάτι για τη ζωή σου περνούν και χάνονται στην αμείλικτη χρονική καταπακτή της εικόνας. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες των καλοκαιριών, μνημεία κατανόησης, ανοχής κι υπομονής… Οι γονείς που – ανάλογα με το χαρακτήρα τους – ομόρφαιναν τα καλοκαίρια σου με αγάπη και φροντίδα, ή τα έκαναν ν’ ασφυκτιούν από ανελευθερία…

Κάποιες θείες που σου ’διναν πάντα καταφύγιο, κάποιοι θείοι μακρινοί, χαμένοι στα βάθη της μνήμης… Ακόμα και φίλοι καλοκαιρινοί που χάθηκαν πρόωρα… Όπως και τόποι αγαπημένοι που δυσκολεύεσαι πια ν’ αναγνωρίσεις πίσω από τη μάσκα που αναγκαστικά τους φόρεσε η εξέλιξη και ο πολιτισμός…

Αναφερόμενος στον Δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο και τις αμετάκλητες μεταβολές που επιβάλλει στη Φύση και τον άνθρωπο, έγραψα κάποτε:

«Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής (…) αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να ξε-συμβούν, πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω…»

Κι ακόμα:

«Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ματαιότητας: Υπάρχει, τελικά, η ευτυχία, ή μήπως είναι απλά μια συλλογή από στιγμές καλής ψυχολογικής διάθεσης; Μια θετική προσέγγιση στο ερώτημα απαιτεί να σταθούμε πάνω από τη συμβατική κοσμική αντίληψη των αξιών: Η ευτυχία δεν είναι υπόθεση καταγραφής συγκυριών, αλλά κατάσταση συνειδητότητας που ανυψώνεται πάνω από την επίφαση των φαινομένων ώστε να υπερβεί – και τελικά να ακυρώσει – την παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου. Από την άποψη αυτή, ευτυχισμένη ζωή είναι η πορεία αυτεπίγνωσης που οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Σε τελική ανάλυση, η κατάκτηση της ίδιας της αθανασίας!»

Το αενάως μεταλλασσόμενο κάδρο των καλοκαιριών της ζωής μας στέκει πάντα σαν μελαγχολική επιβεβαίωση υπαρξιακής ματαιότητας, μα συνάμα και συνειδησιακό εργαστήρι αποδοχής και υπέρβασης. Κάτι μπρος στο οποίο ακόμα κι η πιο ατάλαντη «οιονεί ποίηση» δεν θα μπορούσε να σιγήσει!

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι


Τους πύργους έσβησε το κύμα
που είχαν χτίσει τα παιδιά,
κρύφτηκε απρόθυμα
το τελευταίο κομμάτι ουρανού
μες στο θολό που απόμεινε το γκρι…

Εκεί που κάποτ’ αγναντεύαμε τα δειλινά
στερέψαν από βλέμματα τα πέλαγα,
μείνανε μάταια να καρτερούν
καράβια που δε θάρθουνε ποτέ…

Έλαμπαν διάφανοι οι ορίζοντες,
τα σπίτια ασπρίζαν στην αντικρινή ακτή
που τώρα πια φαντάζει μακρινή
σα μια εικόνα μαγική πίσω απ’ τα σύννεφα…

Χορτάρια αφρόντιστα, ξερά κλαδιά
εκεί που ευωδιάζαν νυχτολούλουδα,
από τις γλάστρες που στολίζαν την αυλή
μονάχα έμεινε το χώμα…

Εκεί που αναζητούσαμε δροσιά
μόνα τους έμειναν τα δέντρα,
εκεί που βρίσκαμε ζεστό ψωμί
έμειναν μόνοι οι φούρνοι,

εκεί που ολονυχτίς μεθούσαμε
μονάχη έμειν’ η ταβέρνα,
εκεί που μας ξυπνούσε η γειτονιά
μόνα τους έμειναν τα σπίτια,

εκεί που σβήναμε τη δίψα τ’ απογεύματα
έμεινε μόνη η βρύση,
εκεί που ανυποψίαστοι γελούσαμε
έμεινε μόνη η θλίψη…



* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι γνωστός αριστοτέχνης της ματαιότητας που ματαίως ομιλεί περί αυτής εν τω μέσω του θέρους!

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Το «ευχαριστώ» που δεν είπαμε…

Ακούγοντας τη λέξη «ευγνωμοσύνη», το μυαλό μας πηγαίνει σε κώδικες ευγένειας και τρόπους καλής συμπεριφοράς. Σ’ αυτό βοηθούν και τα ίδια τα λεξικά: «αναγνώριση από κάποιον της ευεργεσίας που του έκανε κάποιος άλλος, καθώς και έντονα φιλική διάθεση προς αυτόν». Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: Για κάποιον που ζει σε μια ερημιά μακριά απ’ τον κόσμο, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης θα πρέπει να είναι ανύπαρκτο!

Όμως, αν υπερβούμε αυτή την απλουστευτική ανθρωποκεντρική προσέγγιση της έννοιας, θα αντιληφθούμε ότι η ευγνωμοσύνη δεν αφορά μόνο τη στενή σχέση μας με τον συνάνθρωπο ή την κοινωνία, αλλά, σε υψηλότερο επίπεδο, την υπερκόσμια σχέση μας με το Σύμπαν (έκφανση του οποίου είναι, ασφαλώς, και η κοινωνία). Κι αν δεχθούμε (όπως κάποιοι πιστεύουν) ότι το Σύμπαν δεν είναι παρά απεικόνιση της ίδιας μας της συνειδητότητας (άσχετα αν – κατά το «γνώθι σαυτόν» – ελάχιστα την έχουμε εξερευνήσει…), θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως η ευγνωμοσύνη είναι κατά βάθος σχέση αυτοπάθειας: Επικοινωνώ θετικά με το Σύμπαν = επικοινωνώ θετικά με τον εαυτό μου. Ή, με διαφορετικά λόγια, το Σύμπαν είναι καθρέφτης της συνειδητότητάς μου και ανακλά πίσω σ’ εμένα τόσο τα καλά, όσο και τα κακά μου αισθήματα και τα ανατροφοδοτεί!

Ακούμε συχνά πως δεν πρέπει να βιώνουμε αισθήματα κακίας. Μοιάζει με ηθική επιταγή, μα είναι κάτι θεμελιωδέστερο: είναι κατά κύριο λόγο θέμα αυτοσυντήρησης! Τα κακά αισθήματα που εκπέμπουμε και οι αρνητικές σκέψεις που κάνουμε ξαναγυρίζουν σ’ εμάς, εμείς είμαστε οι τελικοί τους αποδέκτες. Κατά μία έννοια, οι αρνητισμοί που παράγουμε μέσα μας (άσχετα αν τους κάνουμε ή όχι φανερούς στους άλλους) είναι όργανα αυτοκαταστροφής μας! (Αναφέρω σαν απτό παράδειγμα την επιστημονικά τεκμηριωμένη συσχέτιση ανάμεσα στις αρνητικές συμπεριφορές και τις καρδιακές παθήσεις, όπως αποκάλυψαν οι πρωτοποριακές έρευνες που διεξήγαγαν και δημοσίευσαν(*) ήδη από το 1959 οι Αμερικανοί καρδιολόγοι Meyer Friedman και Ray Rosenman.)

Στο αντίθετο άκρο του συναισθηματικού φάσματος βρίσκονται αυτοί που καλλιεργούν θετικά αισθήματα. Θα τους διακρίνετε εύκολα: Αποδέχονται την πραγματικότητα δίχως να μεμψιμοιρούν, δεν τους εξοργίζει η διαφορετικότητα, είναι ολιγαρκείς και όχι πλεονέκτες, και – το πιο σημαντικό – ακόμα και μέσα σε αντίξοες περιστάσεις αναζητούν τις θετικές πλευρές της ζωής και δεν παραλείπουν να εκφράσουν μέσα τους ευγνωμοσύνη γι’ αυτές! Για κάποιους πολιτισμούς (κι αυτό το σέβομαι απόλυτα) αυτό το τελευταίο δεν είναι απλά φιλοσοφική στάση αλλά θρησκευτική επιταγή…

Έζησα κάμποσα χρόνια σε μια κωμόπολη της Γιούτα, κοντά στους Μορμόνους. Αυτό που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν η ανυπόκριτη αισιοδοξία τους, προϊόν ίσως και της βαθιάς θρησκευτικής τους πίστης (ανεξάρτητα από το πόσο αποδεκτά θα μπορούσαν να είναι σε κάποιον τα δόγματά της…). Σπάνια έβλεπες στα πρόσωπά τους ζωγραφισμένη την κατάθλιψη και τη μιζέρια. Όπως και σπάνια διέκρινες τον θυμό – το πιο αυτοκαταστροφικό, ίσως, από τα ανθρώπινα συναισθήματα!

Μη βιαστείτε να συμπεράνετε πως ήταν μια κοινωνία εύπορων ανθρώπων που είχαν λυμένα όλα τους τα προβλήματα. Κάθε άλλο! Αν κάπου αντίκρισα πραγματική φτώχεια, ήταν εκεί. Όμως, ήταν άνθρωποι που αναζητούσαν πάντα τις θετικές πλευρές της ζωής, νιώθοντας ευγνωμοσύνη γι’ αυτές χωρίς παράλληλα να μεμψιμοιρούν για κάθε τι που δεν συνέβαλλε στην ευτυχία τους. “Look at the bright spots!” συνήθιζε να λέει ένας καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο.

Η ανεργία κι εκεί μεγάλη. Είδα νέους Αμερικανούς με διδακτορικά να ξενιτεύονται στο Ισραήλ ή στις Αραβικές χώρες, μέχρι να βρεθεί κάποια θέση αντάξια των σπουδών τους πίσω στην πατρίδα τους. Θυμάμαι το κοριτσάκι ενός άνεργου γείτονα με τρία παιδιά (εκ των οποίων το ένα με ανάγκες ειδικής φροντίδας) να χτυπά δειλά την πόρτα μου κρατώντας από την αλυσίδα του το οικογενειακό σκυλάκι (ήταν γνωστά στη γειτονιά τα φιλοζωικά μου αισθήματα!) και να ζητά με ταπεινοφροσύνη αλλά και αξιοπρέπεια να τους «δανείσω» 20 δολάρια… Μα ποτέ δεν είδα τον κύριο Γουίλιαμς και την υπέρβαρη σύζυγό του κατηφείς και συνοφρυωμένους. Για να είμαι ειλικρινής, ήταν τα πρώτα χαμόγελα της ημέρας που εισέπραττα καθ’ οδόν προς το Πανεπιστήμιο!

Βέβαια, αυτό που συνέβαλλε ιδιαίτερα στην ανάπτυξη μιας θετικής στάσης ζωής σ’ εκείνη την κοινωνία (πέρα από τη θρησκευτική τους πίστη) ήταν το βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της, που το μοιράζονταν ακόμα και μ’ εκείνους που δεν ανήκαν στο θρησκευτικό τους δόγμα (δεν ξεχνώ τις σακούλες με τρόφιμα που εύρισκα συχνά έξω απ’ την πόρτα μου τον πρώτο, δύσκολο καιρό, χωρίς ποτέ να μάθω την προέλευσή τους!).

Αυτό το αίσθημα αλληλεγγύης έχει σταδιακά (και, φοβάμαι, οριστικά πια) χαθεί από την ελληνική κοινωνία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που οι υψηλές αξίες της ζωής έδωσαν τη θέση τους στα άγρια ένστικτα της επιβίωσης. Έτσι, από κοινωνία ανθρώπων μεταλλαχθήκαμε σιγά-σιγά σε συνονθύλευμα εγωκεντρικών συνειδήσεων! Κι ο παρακμιακός αυτός μετασχηματισμός κοινωνικής συνείδησης ρίζωσε για τα καλά μέσα μας και επικράτησε ακόμα και σε περιόδους οικονομικής ευημερίας. Ώσπου φτάσαμε τελικά να υποκαταστήσουμε την κοινωνία με τη συντεχνία, συρρικνώνοντας την ανθρώπινη αλληλεγγύη τόσο ώστε να χωρέσει στα στενά πλαίσια των κοντόφθαλμων ταξικών συμφερόντων μας…

Αν και θα ερεθίσω πολλούς αναγνώστες μ’ αυτό που θα πω, ανήκω σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι δικαίως η Ιστορία μάς τιμώρησε! Γιατί, μεθυσμένοι από την αφθονία που πρόσκαιρα μας προσφέρθηκε, το μόνο που ζητούσαμε ήταν περισσότερη αφθονία. Και, στο τέλος κάθε φαύλου κύκλου πλεονεξίας, ξεχνούσαμε πάντα να πούμε ένα «ευχαριστώ» για όσα είχαμε αξιωθεί να απολαύσουμε. Εγωκεντρικοί και άπληστοι, αυτό που μας ενδιέφερε – και το διεκδικούσαμε συχνά με βία και περίσσεια θυμού – ήταν να μην απολαύσει περισσότερα «η άλλη συντεχνία». Ε, λοιπόν, τώρα μπορούμε όλοι μαζί να μοιραστούμε ισομερώς και δίκαια το τίποτα! Κι επειδή ελάχιστα τιμήσαμε τη ζωή ως αυθυπόστατη αξία που δεν ζητά πιστοποίηση μέσω του (υπερ)καταναλωτισμού, ίσως μας έκανε καλό να ξαναθυμηθούμε τη σκληρότερη και πιο πρωτόγονη εκδοχή της: την επιβίωση. Και μάλιστα, βλέποντας το φαύλο κύκλο της Ιστορίας να κλείνει ειρωνικά εκεί που ξεκίνησε, με τους τότε ηττημένους κατακτητές σημερινούς αλαζονικούς «διασώστες»!

Κλείνω κι εγώ αυτό το σημείωμα με ένα σύντομο, σαρκαστικό στιχούργημα ενός άγνωστου, «οιονεί ποιητή»:

Ευγνωμοσύνη…

Κι εκεί που λέγαμ’ η ζωή μας στέρεψε,
κι εκεί που ο ήλιος στέγνωσε
τις δύο τελευταίες μας σταγόνες,
ανάμεσα στις φυλλωσιές
μες στο στενό δρομάκι
μοναχική ξεπρόβαλε μια κρήνη.
Κι ως ξεδιψάσαμε
για μια στιγμή μονάχα κοιταχτήκαμε.
Κι απρόθυμα πάλι κινήσαμε
ψελλίζοντας, «ε και;»…

(Ντίνος Πυργιώτης, «ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ»)

(*) M. Friedman, R. Rosenman, “Association of specific overt behavior pattern with blood and cardiovascular findings”, Journal of the American Medical Association 169 (1959) 1286–1296.

Aixmi.gr