Στιγμιότυπο από ένα απρόσμενο συναπάντημα σε κάποιο συνοικιακό Cafe. Όταν η ζωή δίνει ειρωνικά μία δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα...
«Ξέρετε, μένω ακόμα στην ίδια διεύθυνση, δεν έχω αλλάξει σπίτι...»
Αναζητώντας το Graal της Εθνικής Αυτογνωσίας...
Στιγμιότυπο από ένα απρόσμενο συναπάντημα σε κάποιο συνοικιακό Cafe. Όταν η ζωή δίνει ειρωνικά μία δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα...
«Ξέρετε, μένω ακόμα στην ίδια διεύθυνση, δεν έχω αλλάξει σπίτι...»
Μία μικρή ιστορία για ένα γράμμα ξεχασμένο σε κάποιο παλιό συρτάρι. Ενθύμιο μιας εποχής όπου η θέση της γυναίκας στην ανώτατη εκπαίδευση δεν ήταν δεδομένη κι αυτονόητη...
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Το σπίτι ήταν παλιό, όμως διατηρούσε κάτι από την περασμένη του αρχοντιά. Το τρίξιμο της σιδερένιας αυλόπορτας έκανε την Έλεν ν’ ανατριχιάσει κάπως (η γιαγιά είχε πάψει προ πολλού να ασχολείται με τέτοια μικρο-ζητήματα). Ανέβηκε με κάποιο δισταγμό τα πέντε-έξι σκαλιά της εισόδου και έβαλε, τελικά, το κλειδί στην πόρτα...
Ο χώρος έμοιαζε από καιρό αφρόντιστος κι η μυρωδιά της κλεισούρας δέσποζε παντού. Είχε καιρό, είναι αλήθεια, να επισκεφθεί τη γιαγιά και σκόπευε να το κάνει κάποια στιγμή το καλοκαίρι. Δικαιολογούσε τον εαυτό της λέγοντας μέσα της πως οι δυο τους ζούσαν τώρα σε διαφορετικές πολιτείες που βρίσκονταν σε απόσταση η μία από την άλλη. Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχε να βλέπει τη διαπρεπή νομικό και άλλοτε «σιδηρά κυρία» του Κοινοβουλίου, που κατατρόπωνε με τους πύρινους λόγους της κάθε πολιτικό αντίπαλο, να παρακμάζει ολοένα και πιο πολύ από μια αρρώστια που, εκτός των άλλων, ρουφούσε άπληστα ό,τι είχε απομείνει από τη δύναμη του μυαλού της.
Και να που, μετά από χρόνια, βρισκόταν πάλι στο σπίτι της γιαγιάς. Αυτό που της άφησε κληρονομιά φεύγοντας για άλλες, συμπαντικές πολιτείες...
Σκέφτηκε με απόγνωση το χρόνο που θα της έπαιρνε να ξεδιαλέξει τα πράγματα που θα ‘πρεπε να πεταχτούν πριν αρχίσει η ανακαίνιση του παλιού αρχοντικού. Καθώς ψαχούλευε μηχανικά διάφορα μικροαντικείμενα, το μάτι της έπεσε σε ένα παλιό συρτάρι. Έκανε να το ανοίξει μα αυτό είχε σχεδόν κολλήσει από τη σκόνη και την πολυκαιρία. Στο τέλος τα κατάφερε. Ήταν το μέρος που η γιαγιά φύλαγε παλιές επιστολές. Οι περισσότερες ήταν γράμματα από φίλους και ευχετήριες κάρτες, μία όμως της τράβηξε την προσοχή.
Στο πάνω μέρος του κιτρινισμένου χαρτιού υπήρχε ευδιάκριτος ο λογότυπος του Τμήματος Νομικής ενός μεγάλου πανεπιστημίου που βρισκόταν σε κάποια πολιτεία στα βορειοανατολικά. Κάτω από την ιδιόχειρη υπογραφή, στο τέλος της επιστολής, ήταν τυπωμένο το όνομα ενός γνωστού καθηγητή της γιαγιάς από την εποχή που εκείνη σπούδαζε ακόμα νομικά στο πανεπιστήμιο.
Η περιέργεια νίκησε το άγχος για τον λιγοστό διαθέσιμο χρόνο, και η Έλεν ξεκίνησε να διαβάζει τα λόγια που απευθύνονταν κάποτε σε κάποια άλλη Έλεν, πάνω-κάτω στη δική της νεαρή ηλικία...
----------------------------------------
Αγαπημένη μου Έλεν,
Θα αφήσω αυτή την επιστολή στη γραμματεία του πανεπιστημίου, αφού δεν γνωρίζω πού αλλού να τη στείλω ώστε να σε βρει. Ελπίζω τούτη τη στιγμή να τη διαβάζεις ήδη.
Μη φανταστείς πως σου γράφω για να σε νουθετήσω ή να σε μαλώσω. Όχι, δεν έχω τέτοιες προθέσεις. Άλλωστε, σ’ εσάς τους μαθητές μου λέω πάντα πως πριν από κάθε άλλον οφείλει κανείς να κρίνει τον εαυτό του τον ίδιο!
Θέλω λοιπόν απλά να σου ζητήσω συγνώμη. Γιατί, φάνηκα λίγος για το καθήκον που μου ανατέθηκε όταν πήρα στα χέρια μου μια νεαρή, φιλόδοξη και άκρως ευφυή πρωτοετή φοιτήτρια με αποστολή να την καθοδηγήσω ως δάσκαλος μέχρι το τέλος της διαδρομής. Κι αυτό που αποδίδω πίσω στην κοινωνία είναι όχι μία νέα επιστήμων αλλά ένα άτομο απογοητευμένο, διαψευσμένο, παραιτημένο...
Αποδείχθηκα ανάξιος να σε πείσω για την ίδια σου την αξία, να σε θωρακίσω απέναντι σε κάθε κακόβουλη και άδικη κριτική, να σε δυναμώσω όσο χρειαζόταν για να αγνοήσεις τους μικρούς και τους δόλιους και να προχωρήσεις δίχως φόβο κι αμφιβολία στο σκοπό σου.
Φάνηκα μικρός, ελάχιστος, μπροστά στην πρόκληση που μου παρουσιάστηκε, που ήταν τύχη μαζί και ευλογία: Λίγο πριν το ξημέρωμα του εικοστού αιώνα, να είναι μια δική μου μαθήτρια η πρώτη γυναίκα που θα αποφοιτούσε ως νομικός από τούτο εδώ το παραδοσιακά ανδροκρατούμενο πανεπιστήμιο. Και – ποιος ξέρει; – ίσως κάποια μέρα ακόμα και η πρώτη γυναίκα πολιτικός σ’ αυτή την πολιτεία!
Πρέπει, εν τούτοις, να παραδεχθώ ότι πρόσφερες ανείπωτη χαρά στους συμφοιτητές σου. Έβλεπα χθες πόσο έλαμπαν τα πρόσωπά τους μόλις μαθεύτηκε η πρόθεσή σου να παραιτηθείς από τις σπουδές σου και να φύγεις από το πανεπιστήμιο. Τελικά, οφείλω να υποκλιθώ στη μεθοδικότητα και την αποτελεσματικότητά τους! Πέτυχαν να απαλλαγούν από μια ενοχλητική παρουσία και, ταυτόχρονα, να δικαιώσουν τη διάχυτη αμφισβήτηση που υπάρχει για την ικανότητα της γυναίκας να στέκει ορθή μπρος στις προκλήσεις και να φτάνει στην εκπλήρωση των στόχων της.
Ένα είναι βέβαιο: Θα σε καταγράψει η ιστορία σαν τη μοναδική περίπτωση γυναίκας που τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα αυτού του πανεπιστημίου. Γιατί, σίγουρα δεν θα υπάρξει άλλη μετά τη φυγή σου. Και δεν λέω «μετά την αποτυχία σου», αφού ο αληθινά αποτυχημένος θα είμαι εγώ, ο δάσκαλός σου!
Να είσαι πάντα ευτυχισμένη όπου κι αν βρεθείς. Αν και στο βάθος ελπίζω ακόμα πως αύριο, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, θα σε βρω στη γνώριμη θέση σου, έτοιμη να μου δυσκολέψεις όπως πάντα τη ζωή με τις διαπεραστικές απορίες κι ερωτήσεις σου...
Ο δάσκαλός σου,
Καθηγητής C.J.P.
--------------------------------
Η Έλεν θυμήθηκε τότε τα αινιγματικά λόγια που της είχε πει κάποτε η γιαγιά της δίχως να δώσει άλλη εξήγηση:
«Αν ποτέ νιώσεις την ανάγκη να το βάλεις κάτω, θυμήσου τούτο: Όση αλήθεια κι αν βρίσκεται στο φως των αστεριών, υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη Αλήθεια που κρύβεται μέσα σου. Κι αν δεν μπορείς να τη δεις, αφέσου στα χέρια εκείνων που θα σου φωτίσουν το δρόμο!»
Δίπλωσε προσεχτικά το γράμμα και το έβαλε με μια αργή, σχεδόν τελετουργική κίνηση στην τσάντα της...
(Σε όλους τους Δασκάλους, ακόμα κι αν διαψεύστηκαν...)
Πίσω από το αποκρουστικό μοντέλο του σκληρού και βίαιου άντρα, θα πρέπει να αναζητήσει η γυναίκα και το (όποιο) δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κυρίαρχου αρσενικού προτύπου...
Προς αποφυγή παρερμηνείας των προθέσεων του γράφοντος, θα πρέπει να τονίσω κλείνοντας το παρόν σημείωμα ότι αυτό δεν αναφέρεται στο σύνολο των γυναικών, αλλά σε μία (όχι ευκαταφρόνητη, δυστυχώς) μειοψηφία τους. Δεν αφορά, έτσι, τη γυναίκα που πραγματικά σέβεται τον εαυτό της και θέλει δίπλα της έναν άντρα με ισχυρή προσωπικότητα, αυτοπεποίθηση, ευφυΐα και ευθύτητα χαρακτήρα. Εκείνη, δηλαδή, που δεν θα μπορούσε ποτέ να αισθάνεται εκπληρωμένη δίπλα σε έναν κατά βάση ανεξέλικτο απόγονο του Νεάντερταλ!
Η ναζιστικού τύπου επίθεση της Ρωσίας ενάντια στην Ουκρανία και οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στη χώρα εκείνη από τα ρωσικά στρατεύματα, μας ώθησαν να δούμε με διαφορετικό «μάτι» ακόμα και τη μουσική του Τσαϊκόφσκι. Κατανοούμε, έτσι, πόσο δύσκολο είναι να ακούγεται ο Βάγκνερ στο Ισραήλ...
Ο Τσαϊκόφσκι υπήρξε πάντα ένας από τους πιο αγαπημένους μου συνθέτες, μαζί με τον Βάγκνερ, τον Μπραμς και τον Μάλερ. Ένα έργο τού Πιότρ Ίλιτς που ξεχωρίζω είναι η όπερα «Ντάμα Πίκα». Όχι μόνο για την ωραιότητα της μουσικής της αλλά και για την ιδιοφυή ανάπτυξη των μουσικών θεμάτων της – των λάιτμοτιφ, στην οπερατική γλώσσα.
Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι κάθε φορά που βλέπω στο video τη θεατρική παράσταση της Ντάμα Πίκα, καθώς φέρνω στο μυαλό τα όσα ζοφερά έχουν στο μεταξύ συμβεί στην Ουκρανία, τη χώρα που βιώνει και στον 21ο αιώνα την εμπειρία μίας ναζιστικού τύπου εισβολής. Αυτή τη φορά όχι από Γερμανούς αλλά από Ρώσους επιδρομείς...
Μετά τη σύντομη – αλλά μουσικά περιεκτική – ορχηστρική εισαγωγή της όπερας, στη σκηνή του θεάτρου Μαρίνσκι εμφανίζονται νταντάδες, γκουβερνάντες και παιδιά να απολαμβάνουν τη λιακάδα και το παιχνίδι σε ένα πάρκο της Αγίας Πετρούπολης, την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης. Ξάφνου, υπό τον ήχο ενός ταμπούρλου, κάνουν την εμφάνισή τους τα αγόρια που παίζουν τους στρατιώτες:
Ένα - δύο, εν - δυο,
αριστερό - δεξί, αριστερό - δεξί.
Μη χαλάτε τις γραμμές!
Ήρθαμε να πολεμήσουμε
τους εχθρούς της Ρωσίας. Ουρά (ζήτω)!
Θα πιάσουμε αμέτρητους αιχμαλώτους. Ουρά!
Να ζήσει η βασίλισσά μας. Μαρς!
Ομολογώ ότι θεωρούσα πάντα τη χορωδία των αγοριών «στρατιωτών» σαν την λιγότερο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια σε αυτή την όπερα (ο Τσαϊκόφσκι εδώ είχε μάλλον στο νου του την «Κάρμεν» του Ζωρζ Μπιζέ). Ανυπομονούσα να δω να μπαίνει, επιτέλους, στη σκηνή ο τραγικός Χέρμαν υπό τους ήχους των Leitmotiv που προφητεύουν την αναπόδραστη μοίρα του.
Μα τώρα στέκομαι όπως ποτέ άλλοτε στα στρατιωτάκια. Μέσα από την αθώα, παιδιάστικη περηφάνια τους βλέπω να αναδύεται προφητικά η νεο-αυτοκρατορική αλαζονεία της σημερινής Ρωσίας. Μιας Ρωσίας που ενώ, θεωρητικά, πολεμά τον ναζισμό, στην πράξη υιοθετεί τον κυνικό αμοραλισμό του και επιδεικνύει την ρατσιστική υπεροψία του. Και, μιας Ρωσίας που ο στρατός της έφτασε να βομβαρδίσει μαιευτήρια, σκοτώνοντας ακόμα και μωρά που ήταν έτοιμα – μα δεν πρόλαβαν – να γεννηθούν. Όπως εκείνο το τραγικό μωρό που σκοτώθηκε στη Μαριούπολη μαζί με την ετοιμόγεννη μάνα του, στις αρχικές φάσεις του πολέμου.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου έφτασα κάποια στιγμή να βιώσω ένα αίσθημα αποστροφής για τη μουσική του Τσαϊκόφσκι. Και μάλιστα, για το έργο του που θαύμαζα περισσότερο! Και κατανόησα τότε εκείνο που ως χθες μου φαινόταν παράλογο: την άρνηση των ανθρώπων στο Ισραήλ να αποδεχθούν τις δημόσιες εκτελέσεις των έργων του Βάγκνερ. Αυτό δεν έχει να κάνει με τον ίδιο τον Βάγκνερ, η ευθύνη δεν τον βαρύνει προσωπικά. Τα έργα του είναι βαθιά ανθρώπινα και, πριν την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, τύγχαναν μεγάλης αποδοχής τόσο από τους Εβραίους μουσικούς, όσο και από το μουσικόφιλο εβραϊκό κοινό. Όσο για τον περιβόητο «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ, εκφρασμένο κυρίως σε ένα γελοίο δοκίμιο («Το Ιουδαϊκό στοιχείο στη Μουσική») που ελάχιστη επίδραση είχε στην εποχή του, δεν ήταν παρά μία συμπλεγματική αντίδραση του συνθέτη στην «εύκολη» – όπως πίστευε ο Βάγκνερ – επιτυχία Εβραίων συνθετών όπως ο Μέντελσον και ο Μάιερμπεερ.
Αυτό που καταδίκασε, ηθικά, τον Βάγκνερ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η ατυχία του να αποτελέσει, ως μουσικοσυνθέτης, το αντικείμενο λατρείας ενός παρανοϊκού δικτάτορα, ο οποίος είδε στον Βάγκνερ τον ιδανικό εκφραστή της «γερμανικότητας» στην Τέχνη. (Ο Χίτλερ προφανώς αγνοούσε ότι οι στενότεροι συνεργάτες του Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ κατά το ανέβασμα του «Πάρσιφαλ» – αγαπημένης όπερας του Φύρερ – ήταν εβραϊκής καταγωγής! Σημαντικότερος όλων ο μαέστρος Χέρμαν Λεβί, γιος ενός ραβίνου.)
Στη συνείδηση, όμως, ενός ανθρώπου που γνώρισε τη φρίκη του Ολοκαυτώματος ή άκουσε κάποιους προγόνους του να μιλούν γι' αυτό, η μουσική του Βάγκνερ είναι συνυφασμένη με τη μορφή του Χίτλερ και, με κάποιον μεταφυσικό τρόπο, της «αναλογεί» ένα μερίδιο ευθύνης και μία δόση ενοχής για τα εγκλήματα του δικτάτορα! Η ίδια μοίρα θα επιφυλασσόταν, λ.χ., στον Μότσαρτ αν εκείνου η μουσική τύχαινε να είχε γοητεύσει στον ίδιο βαθμό το ναζιστικό τέρας.
Κατανοώ, λοιπόν, τους καθαρά ψυχολογικούς λόγους για τους οποίους η μουσική του Βάγκνερ δεν παίζεται δημόσια στο Ισραήλ, έστω και αν ο ίδιος ο Βάγκνερ ελάχιστα έως καθόλου ευθύνεται γι' αυτό τον αποκλεισμό του. Μπήκα στη θέση των Ισραηλινών όταν για πρώτη φορά κινήθηκα αυθόρμητα να σταματήσω το DVD που έπαιζε την Ντάμα Πίκα του αγαπημένου μου Τσαϊκόφσκι (λίγο προτού ο μοιραίος Χέρμαν εκμυστηρευτεί στον Τόμσκι τον απελπισμένο έρωτά του για τη Λίζα), τη στιγμή που οι ρωσικές βόμβες έσπερναν τον θάνατο σε αμάχους στην Ουκρανία.
Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως στην πραγματική ζωή, αντίθετα με την όπερα, δεν υπάρχουν παιδιά που παίζουν τους στρατιώτες αλλά στρατιώτες που σκοτώνουν ακόμα και παιδιά. Και είναι σκληρή μα αυτονόητη αλήθεια ότι ο πόλεμος δεν σταματά με το απλό πάτημα ενός κουμπιού σε μία συσκευή DVD...
Καλή τύχη στην Ουκρανία. Και αν ακόμα – πράγμα που απευχόμαστε – ο επιχειρούμενος αφανισμός της επιτευχθεί, θα είναι μόνο μία παράπλευρη απώλεια σε έναν πόλεμο με μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο στόχο: την καταστροφή της Δύσης και, μαζί, τη διάλυση της Ενωμένης Ευρώπης από ένα αναδυόμενο νέο «Ράιχ». Μιας Ευρώπης όπου μπορούν να συνηχούν αρμονικά ο Βάγκνερ με τον Τσαϊκόφσκι, και κανένας δίσκος δεν αισθάνεται την ανάγκη να σταματά να παίζει προτού τελειώσει η μουσική...
Ιστορική σημείωση:
Δεν ξεχνούμε και το προμελετημένο σταλινικό έγκλημα του λιμού του 1932-33, όπου περί τα 4 εκατομμύρια κατοίκων της Σοβιετικής Ουκρανίας πέθαναν κυριολεκτικά από την πείνα. Και είναι ιστορικά αληθές ότι οι Ουκρανοί υποδέχθηκαν αρχικά τους Ναζί σαν "ελευθερωτές" από την τυραννία και την δολοφονική μανία του Στάλιν. Σύντομα όμως συνειδητοποίησαν ότι το μόνο που είχε αλλάξει ήταν το όνομα του δολοφόνου... (Διαβάστε σχετικά)
Κάποιοι οραματίζονται το «τέλος της Δύσης» και, ειδικότερα, το τέλος της Ενωμένης Ευρώπης. Όμως λησμονούν ότι αυτή η Ευρώπη, της οποίας σήμερα ονειρεύονται τη διάλυση, γεννήθηκε από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών. Και η Ιστορία εκδικείται όσους την αγνοούν...
Συχνά είναι η μόνη λύση που απομένει. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είναι επιχειρήσεις, όχι φιλανθρωπικά ιδρύματα...
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Στην υπέροχη ταινία τού Σοχέι Ιμαμούρα, «Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983), οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ενός φτωχού ιαπωνικού χωριού τον προ-περασμένο αιώνα οδηγούνται κατά παράδοση σε ένα κοντινό βουνό (Ναραγιάμα) για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν, λόγω της ανημπόριας τους, τα παιδιά τους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.
Η ιδέα ακούγεται τρομαχτική στα αυτιά μίας σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας. Ακόμα και σε αυτή την «πολιτισμικά καθυστερημένη» Ελλάδα, τέτοιο βουνό σίγουρα δεν υπάρχει – και μακριά από εμάς τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις! Ή μήπως υπάρχει;
Το κείμενο που ακολουθεί μεταφέρει αυτούσια την εμπειρία αναγνώστριας, της οποίας εμπειρίας υπήρξα και προσωπικός μάρτυς έτσι ώστε να ομιλώ «μετά λόγου γνώσεως». Δεν επιχειρεί (το κείμενο) ηθική αξιολόγηση της καταφυγής στον «Ναραγιάμα» – ιδιαίτερα αν αυτή είναι η μόνη, δυστυχώς, λύση που απομένει – αλλά ζητά να φέρει στο φως κάποιες όχι και τόσο φανερές πτυχές της λειτουργίας ενός συστήματος που διαφημιστικά προβάλλεται με συγκινητικές εικόνες αγάπης και φροντίδας, συνοδευόμενες από λόγια γεμάτα συμπόνια και ανθρωπιά...
Η μητέρα της αναγνώστριας πλησίαζε τα ενενήντα. Ήταν σχετικά καλά στην υγεία της για την ηλικία της, και διατηρούσε απόλυτη πνευματική διαύγεια. Είχε όμως αρχίσει να εμφανίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα λόγω μυϊκής αδυναμίας στα κάτω άκρα, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να περπατά και, γενικά, να αυτο-εξυπηρετείται χωρίς υποβοήθηση.
Αρχικά, η αναγνώστρια κατέφυγε στη λύση αλλοδαπών οικιακών βοηθών. Και, επί τέσσερα χρόνια «παρέλασαν» από το σπίτι της μητέρας της άτομα κάθε είδους και κάθε ηθικού αναστήματος (μεταξύ αυτών, μία εκδιδόμενη που ασκούσε το «επάγγελμα» κατά τις πολύωρες απουσίες της «για τα ψώνια του σπιτιού», ενώ τις νύχτες έμπαζε στο σπίτι τον προαγωγό της!). Μία τελευταία περίπτωση φάνηκε «λαχείο», αφού επρόκειτο για κάποια γυναίκα που έδειχνε ζήλο για τη δουλειά της και φερόταν σχετικά ανθρώπινα στην ηλικιωμένη. Όταν, όμως, συγκέντρωσε το ποσό που της χρειαζόταν, δήλωσε ξαφνικά ότι θα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της «για οικογενειακούς λόγους» (η συνήθης δικαιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις).
Μη έχοντας πλέον άλλη λύση, και με βαριά καρδιά και αίσθημα υπέρμετρης ενοχής, η αναγνώστρια αποφάσισε να στραφεί στη λύση μίας κοντινής μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (ΜΦΗ, για συντομία). Είχε καλό όνομα στην περιοχή, και κάποιες προγενέστερες εμπειρίες της αναγνώστριας συνηγορούσαν σε αυτό. Η μητέρα της – μία αξιοπρεπέστατη αρχοντογυναίκα – συνεργάστηκε απόλυτα καθώς δεν ήθελε να επιβαρύνει άλλο το παιδί της. Εξ άλλου, είχε και μία καλή σύνταξη που θα της επέτρεπε να πληρώνει στο ακέραιο το όχι ευκαταφρόνητο κόστος της διαμονής στη μονάδα.
Στην αρχή όλα φαίνονταν ιδανικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα: υψηλής αισθητικής χώρος υποδοχής και, γενικά, ευχάριστη διάθεση και φιλικό περιβάλλον στα μάτια του επισκέπτη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν παραπονιόταν παρά μόνο για την ποιότητα του φαγητού. Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, απαντούσε πως ήταν όλες «πολύ καλές κοπέλες».
Ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να ταράξει το αίσθημα σιγουριάς της αναγνώστριας και να την ωθήσει στο να παρακολουθεί στενότερα τα τεκταινόμενα στην ΜΦΗ. Ήταν ο αιφνίδιος θάνατος μίας άλλης ηλικιωμένης που νοσηλευόταν σε γειτονικό θάλαμο. Η γυναίκα αυτή ήταν πρώην γειτόνισσα της αναγνώστριας και την εμπιστευόταν αρκετά ώστε να της μιλά «εκ βαθέων». Της εκμυστηρεύτηκε, λοιπόν, ότι, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή με αξιοπρέπεια στο σπίτι της, είχε τώρα να αντιμετωπίσει την σκαιή συμπεριφορά κάποιων μελών του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έκανε την δυσοίωνη πρόβλεψη ότι δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει στο μέρος εκείνο. Πρόβλεψη που, δυστυχώς, σύντομα επαληθεύτηκε. Σημειώνω ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέφερε από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Έσβησε» απλά από ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης που της ήταν αδύνατο να αντέξει. Επισήμως, από ανακοπή...
Δεν πήρε καιρό στην αναγνώστρια να διαπιστώσει ότι αποδέκτης παρόμοιων συμπεριφορών ήταν και η ίδια η μητέρα της, από ορισμένες νοσηλεύτριες που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα ακόμα και υπό την παρουσία της. Αν ήθελα να δώσω μία μεταφορική περιγραφή του φαινομένου, θα έλεγα ότι φέρονταν στη γυναίκα σαν λοχίες απέναντι σε νεοσύλλεκτο φαντάρο!
Όσοι έχουν σκύλο γνωρίζουν ότι πρέπει να τον βγάζουν βόλτα κάποιες φορές την ημέρα για τις «ανάγκες» του. Και ο σκύλος μαθαίνει πρόθυμα να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα αυτό που του επιβάλλει το αφεντικό του. Με τον άνθρωπο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή έτσι, τουλάχιστον, πίστευε η αναγνώστρια ως τη στιγμή που κατάφερε να εκμαιεύσει από την τρομαγμένη μητέρα της την πληροφορία ότι μία νοσηλεύτρια, σε ρόλο αφεντικού ενός «σκύλου», της επέβαλλε πότε θα πήγαινε στο ειδικό μέρος και για πόσο διάστημα (κατά κανόνα ελάχιστο) θα παρέμενε σε αυτό. Σε κάποια περίπτωση, μάλιστα, στην ηλικιωμένη ασκήθηκε βία για να συντομεύσει...
Και, μια και βρίσκω το (αντι-)παράδειγμα του σκύλου εξόχως βολικό για τη συζήτηση, θα συμπληρώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω νοσηλεύτρια σέρβιρε τον δίσκο με το φαγητό στην ηλικιωμένη ήταν πολύ λιγότερο ανθρώπινος από εκείνον με τον οποίο σέρβιρα κάποτε εγώ το αντίστοιχο πιάτο στον σκύλο μου!
Σε αντιστάθμισμα, πάντως, όσων προανέφερα, οφείλω να σημειώσω ότι η πλειοψηφία του νοσηλευτικού προσωπικού στην ΜΦΗ κατέβαλλε προσπάθειες να επιδείξει ανθρώπινη συμπεριφορά και μια κάποια υποψία ζεστασιάς στους ηλικιωμένους. Άρκεσαν, όμως, ένα-δύο κακά πρόσωπα για να διαλύσουν την όποια καλή εικόνα. Πρόσωπα, εν τούτοις, στα οποία έμοιαζε να έχει εκχωρηθεί απεριόριστη εξουσία που έφτανε – θα μπορούσε κάποιος να πει με μια δόση υπερβολής – ως το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ηλικιωμένους! Κι αυτό επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην περίπτωση της αναγνώστριας. Σεβόμενος, όμως, την επιθυμία της δεν θα περιγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της μητέρας της μέσα στην ΜΦΗ...
Έγραψα το σημείωμα όχι τόσο για να καταγγείλω κάποιες από τις συνθήκες λειτουργίας ενός καθαρά κερδοσκοπικού συστήματος που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές στον δύσκολο δρόμο προς τον τελικό τους σταθμό, όσο για να ενημερώσω και να αφυπνίσω τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν προβλήματα όμοια με αυτό της αναγνώστριας. Αν κάποιος αναγκαστεί, ως τελική και αναπόφευκτη λύση, να απευθυνθεί σε κάποια ΜΦΗ, ας θυμηθεί ότι η μονάδα αυτή δεν είναι παρά μία επιχείρηση που προσφέρει έναν τύπο υπηρεσιών έναντι αδρής αμοιβής.
Το τραγικό της υπόθεσης έγκειται σε ένα ζήτημα ηθικής φύσης που αφορά την λειτουργική φιλοσοφία ορισμένων ΜΦΗ και, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την συμπεριφορά τους απέναντι στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται εκεί. Θα το διατυπώσω συνοπτικά και με ωμό ρεαλισμό: Κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές (ευτυχώς όχι οι περισσότερες) θεωρούν a priori ότι ο πελάτης εναποθέτει εκεί τον ηλικιωμένο άνθρωπό του για να απαλλαγεί από το βάρος του ώσπου να έρθει το αναμενόμενο τέλος. Ή, για να το κάνω να ακουστεί ακόμα πιο ανατριχιαστικό: Θεωρούν ως δεδομένο ότι κάποιος αφήνει εκεί τον ηλικιωμένο απλά «για να πεθάνει»!
Είναι στην ευθύνη, λοιπόν, των συγγενών να καταστήσουν εξαρχής απόλυτα σαφές στις επιχειρήσεις ότι τέτοιες λογικές πόρρω απέχουν από τις προθέσεις τους, και ότι αυτό που ζητούν είναι ακριβώς να προσφέρουν στους αγαπημένους τους την δυνατότητα να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους – πολύ ή λίγο – με ποιότητα και αξιοπρέπεια. Κυρίως, οι συγγενείς πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να «ακούν» ακόμα και αυτά που οι ηλικιωμένοι, είτε από φόβο είτε από αίσθημα συμβιβασμού, αποφεύγουν να εκφράσουν άμεσα. Και, όταν διαπιστώνουν παραλείψεις ή ανάρμοστες συμπεριφορές, να μη διστάζουν να υπερασπίζονται δυναμικά τους ανθρώπους τους!
Οι ΜΦΗ δεν θα έπρεπε να είναι το ελληνικό «Ναραγιάμα» αλλά η ελληνική απάντηση στο πνεύμα τού Ναραγιάμα! Αν, βέβαια, υπάρχουν ακόμα ελληνικές απαντήσεις σε έναν κόσμο όπου οι ιδιαίτερες πολιτισμικές αξίες ολοένα χάνονται μέσα στην παγκόσμια κρεατομηχανή της ομογενοποίησης. Και έναν κόσμο όπου όλα, πλέον, πουλιούνται κι αγοράζονται. Ακόμα και το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής...
* Στην Ι.Χ. που, όποτε κι αν έφευγε, πάλι νωρίς θα ήταν...
Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα (νόμος της αδράνειας) είναι στ' αλήθεια μία ειδική περίπτωση του δεύτερου νευτώνειου νόμου.
Πόσο «δίκαια» μπορεί να χαρακτηρίζονται τα αιτήματα μίας κοινωνικής ομάδας που εκβιάζει την πολιτεία κρατώντας ως όμηρο την υπόλοιπη κοινωνία;
Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος...