Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Το τίμημα της "προοδευτικότητας" (και ποιοι το πληρώνουν)...


Ας πούμε τα πράγματα με τ' όνομά τους - και σ' όποιον αρέσει να τα ακούει:

    1. Η κυβέρνηση, προσπαθώντας να εμφανίσει "προοδευτικό" προφίλ και να κερδίσει ανάλογες συμπάθειες (και αντίστοιχες μελλοντικές ψήφους), άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο της χώρας επικαλούμενη "θεσμική υποχρέωση" στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Δεν γνωρίζω το σχετικό νομικό καθεστώς στην ΕΕ, και επ' αυτού δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Το μόνο που μπορώ να γνωρίζω είναι ότι, τη στιγμή αυτή, μόνο 16 από τα 27 μέλη της ΕΕ έχουν προβεί σε ανάλογες τροποποιήσεις του οικογενειακού δικαίου. Συνεπώς, ουδείς θα μπορούσε να κατηγορήσει την Ελλάδα ως μόνη χώρα που αρνείται να εφαρμόσει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η κυβερνητική βιασύνη, λοιπόν, μόνο ως πολιτικά καιροσκοπική θα μπορούσε να ερμηνευτεί...

    2. Τις (αναμενόμενες) αντιδράσεις εκ μέρους του πιο "συντηρητικού" τμήματος της κοινωνίας έσπευσε, όπως ήταν φυσικό, να εκμεταλλευτεί πολιτικά ο γνωστός και μη εξαιρετέος παράγων εκ Μεσσηνίας, απειλώντας να συμβάλει καθοριστικά σε συντριπτική εκλογική ήττα του κυβερνώντος κόμματος και, προσωπικά, του νυν πρωθυπουργού, τον οποίο ο εν λόγω μνησίκακος (γιατί άραγε;) και αγνώμων πολιτικός μισεί θανάσιμα.

    3. Σε ό,τι αφορά την Εκπαίδευση, το βάρος της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής έπεσε, ως ήταν φυσικό, στην καθ' ύλην αρμόδια υπουργό της Παιδείας. Και ήταν εκείνη που, όταν απλά υπερασπίστηκε δημόσια την πολιτική αυτή, εισέπραξε την σωρευμένη οργή των διαφωνούντων πολιτών (υπό τις ευλογίες, φυσικά, και πρωτοστατούντος του Μεσσήνιου).

    4. Ενόψει των αντιδράσεων, και μπροστά στο φάσμα του πολιτικού κόστους σε προεκλογική περίοδο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος (άρα de facto η ίδια η κυβέρνηση) πήρε αποστάσεις από την υπουργό, αφήνοντάς την εκτεθειμένη στα μάτια της κοινωνίας και μόνη να παλεύει να σωθεί από τα "θηρία". Στο λιμάνι το λένε και "τσάμπα μαγκιά"...

    Συμπέρασμα μέσω ρητορικού ερωτήματος: Άξιζε τόσο πολύ, τελικά, η αποδόμηση του οικογενειακού δικαίου της χώρας, ακόμα και με τίμημα την νεκρανάσταση πολιτικών ζόμπι με υπέρμετρα ανεπτυγμένο "Εγώ" που υπερβαίνει κατά πολύ την (όποια υποτιθέμενη) εθνική τους "συνείδηση";

Και δεν θα εξαιρέσω εδώ σουβλακοφάγους "πρώην" που εσίγησαν περιέργως (αν όχι υπόπτως) όταν η χώρα βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία...

ΚΠ

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Η «πολιτική ορθότητα» και ο Ιός του Δυτικού Νείλου


Πώς η «πολιτική ορθότητα» έγινε ανάχωμα στην καριέρα μιας μεγάλης αθλήτριας, με αφορμή έναν αστεϊσμό για τον Ιό του Δυτικού Νείλου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ακούμε στις ειδήσεις για την ανησυχητική επανεμφάνιση στη χώρα μας του λεγόμενου Ιού του Δυτικού Νείλου, ο οποίος προσβάλλει τον άνθρωπο με το τσίμπημα μολυσμένων κουνουπιών. Ανάλογη επιδημιολογική ανησυχία είχε προκληθεί το καλοκαίρι του 2012, με την εμφάνιση κρουσμάτων και στην Ελλάδα. Μία «παράπλευρη απώλεια», όμως, δεν αφορούσε κάποιο τσίμπημα κουνουπιού αλλά κατάχρηση της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας» από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία παραλίγο να καταστρέψει την καριέρα μίας μεγάλης αθλήτριας της ΑΕΚ με αφορμή έναν ασήμαντο αστεϊσμό στο τότε Twitter (νυν X). Αντιγράφω από την Wikipedia:

Η Βούλα Παπαχρήστου επρόκειτο να αγωνιστεί στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, αλλά αποβλήθηκε από την ελληνική ομάδα όταν στις 25 Ιουλίου 2012 δημοσίευσε στον λογαριασμό της στο Twitter ένα ανέκδοτο που αναφερόταν στους Αφρικανούς και τα "κουνούπια του Δυτικού Νείλου". Η δημοσίευση αυτή ήταν παράλληλη με την ειδησεογραφία που υπήρχε εκείνο το διάστημα στην Ελλάδα, σχετικά με την εμφάνιση του Ιού του Δυτικού Νείλου και την προσβολή τουλάχιστον πέντε ατόμων και τον θάνατο ενός. Το ανέκδοτο, που χαρακτηρίστηκε ατυχές από την ίδια καθώς, όπως είχε δηλώσει, ήταν ένα άκομψο αστείο για το οποίο αργότερα ζήτησε συγγνώμη, καταδικάστηκε από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή ως κάτι που ήταν αντίθετο προς τις ολυμπιακές αξίες και τα ολυμπιακά ιδεώδη. Η ανάκληση της συμμετοχής της από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή χωρίς να προηγηθεί ενημέρωσή της ώστε να υπάρξει πιθανή απολογία της, έφερε αντιδράσεις από βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου που κατέθεσαν ερωτήσεις σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως και από Έλληνες πρώην αθλητές του στίβου και καλλιτέχνες.

Με αφορμή το περιστατικό εκείνο, είχαμε γράψει τότε ένα άρθρο στο ΒΗΜΑ αναδεικνύοντας την «αλά καρτ» - και μάλλον υποκριτική - ευαισθησία της Ολυμπιακής Επιτροπής, πίσω από το σκεπτικό της απόφασης αποκλεισμού της αθλήτριας (τα όποια πολιτικά φρονήματα της οποίας την εποχή εκείνη ελάχιστα μας αφορούν). Παραθέτω αποσπάσματα του κειμένου:

------------------------

Η πρόσφατη, πολυσυζητημένη υπόθεση της Βούλας Παπαχρήστου άνοιξε πάλι τον κύκλο των αντιπαραθέσεων περί ρατσισμού στη χώρα. Θυμίζουμε ότι η αθλήτρια της ΑΕΚ αποκλείστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την Ολυμπιακή αποστολή λόγω ενός χιουμοριστικού σχολίου της στο site κοινωνικής δικτύωσης “Twitter”, το οποίο (σχόλιο) θεωρήθηκε ρατσιστικό από τους υπεύθυνους της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής. 

Το σχόλιο ανέφερε τα εξής:

«Με τόσους Αφρικανούς στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Νείλου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!»

Πέραν από το προφανές επιστημονικό λάθος που εμπεριέχει (πρόκειται απλά για μολυσμένα Ελληνικά κουνούπια!), το κατά πόσον το σχόλιο είναι ή όχι ρατσιστικό είναι θέμα συζήτησης. Το πρόβλημα είναι κατά κύριο λόγο εννοιολογικό: η διαφορετικότητα στην αξιολόγηση μιας πράξης ως ρατσιστικής ή όχι, οφείλεται στην μη-οικουμενικότητα της αντίληψης του πρωτογενούς όρου «ρατσισμός».

Παρεμφαίνει το σχόλιο της αθλήτριας απαξιωτική διάθεση απέναντι στην ιδέα του «Αφρικανού»; Αντί απάντησης, θα αναφερθώ σε μία πολύ έξυπνη παρατήρηση αναγνώστη του «Βήματος», την οποία διάβασα πρόσφατα: Ας κάνουμε την φανταστική υπόθεση ότι έκανε την εμφάνισή του στη χώρα το «κουνούπι του Δυτικού Ρήνου», και ότι κάποιος αναρτούσε στο Twitter το σχόλιο:

«Με τόσους Γερμανούς τουρίστες στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Ρήνου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!»

Πόσοι αναγνώστες θα εύρισκαν το εν λόγω σχόλιο απεχθές, απαράδεκτο, ακραία υποτιμητικό και, εν τέλει, «ρατσιστικό»; Απ’ όσους δεν θα το εύρισκαν (υποπτεύομαι, η συντριπτική πλειοψηφία), θα ζητούσα να μου εξηγήσουν σε τι διαφέρει, καταρχήν, από το αντίστοιχο σχόλιο της αθλήτριας. Αν η ιδιότητα «Αφρικανός» εξ ορισμού ευαισθητοποιεί περισσότερο από την (εξίσου μη-επιλεγμένη από τους φορείς της) ιδιότητα «Γερμανός», τότε θα πρέπει να εξετάσουμε μήπως αυτή η «αλά καρτ» ευαισθησία εμπίπτει στις προϋποθέσεις για υποκρυπτόμενο ρατσισμό!

------------------------

Τελικά, τι πετύχαμε με τις υποχόνδριες υπερβολές της «πολιτικής ορθότητας» (πέρα από την άδικη παρ' ολίγον καταστροφή της καριέρας κάποιας αξιόλογης αθλήτριας στη μικρή κι ασήμαντη Ελλάδα); Ας ρίξουμε μια ματιά στον σημερινό κόσμο. Κι ας δούμε ποιος κέρδισε ξανά την εξουσία στη μεγαλύτερη Δυτική υπερδύναμη και λόγω της αγανάκτησης των Αμερικανών πολιτών για το ανελεύθερο αυτό δόγμα, το οποίο επιχειρήθηκε - πρωτοστατούντων των ακαδημαϊκών ελίτ - να τους επιβληθεί με τρόπο άκομψο και, συχνά, προσβλητικό. Ένα δόγμα που φαλκιδεύει, αντί να υπερασπίζεται, την ελευθερία του λόγου.

Όσο για τη δική μας ήπειρο, ας δούμε ποιες δυνάμεις άρχισαν και πάλι να βγαίνουν από τα σκοτεινά «μπαούλα» της Ιστορίας, κεφαλαιοποιώντας πολιτικά την κόπωση των Ευρωπαίων από τις καταχρηστικές εφαρμογές «αντιρατσιστικών νόμων» που προστατεύουν επιλεκτικά και μονόπλευρα εκείνους που αρνούνται να αποδεχθούν τα ευρωπαϊκά ιδεώδη.

Αναφέρω, ενδεικτικά, μία πρόσφατη δικαστική υπόθεση που έλαβε χώρα στη Βρετανία. Ο Stephen Gray είναι 65-χρονος συνταξιούχος αστυνομικός. Με βάση μία ανώνυμη καταγγελία, καταδικάστηκε από βρετανικό δικαστήριο να πληρώσει ένα ποσό που, συνολικά, υπερέβη τις 1000 λίρες, λόγω του ότι επανακοινοποίησε στο Facebook έναν αστεϊσμό που θεωρήθηκε προσβλητικός για μια θρησκεία (εύκολα αντιληπτό ποια) με αυξανόμενη πολιτική επιρροή στη χώρα:

«Όσοι καταναλώνουν μπέικον έχουν λιγότερες πιθανότητες να παντρευτούν ένα εννιάχρονο κορίτσι!»

Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί «γλυκιά ανάμνηση» για τους Βρετανούς πολίτες. Το ίδιο όπως επιχειρήθηκε να γίνει για τους Αμερικανούς...

Το ερώτημα που προκύπτει είναι τρομακτικό - και, για να αποφύγω τη «ρετσινιά» της προκατάληψης, θα το θέσω ως ευθύ και όχι ως ρητορικό και αυταπάντητο:

Μήπως έχουμε πάρει λάθος δρόμο στη Δύση;

Εκείνη τη Δύση της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του Διαφωτισμού, αν θυμάται κανείς...

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Όταν στη Marfin δολοφονήθηκε το δικαίωμα στην εργασία...


Στη Marfin δεν δολοφονήθηκαν μόνο τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό. Στα θύματα θα πρέπει να λογίζεται και το ίδιο το δικαίωμα στην εργασία...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Στις 5 Μαΐου του 2010, τρεις εργαζόμενοι στην τράπεζα Marfin στην οδό Σταδίου (μεταξύ των οποίων μία έγκυος γυναίκα) δολοφονήθηκαν με βόμβες μολότοφ που ρίχτηκαν στο εσωτερικό της τράπεζας από ομάδα "αντιεξουσιαστών", στη διάρκεια διαδήλωσης ενάντια στα οικονομικά μέτρα που επέβαλλε η δανειακή σύμβαση (το περιβόητο "μνημόνιο") που θα απέτρεπε την άτακτη χρεοκοπία της χώρας. Τα θύματα πλήρωσαν με τη ζωή τους το ότι εργάζονταν σε μέρα γενικής απεργίας.

Οι δολοφόνοι δεν έλαβαν καν υπόψη, ως ελάχιστο "ελαφρυντικό" των θυμάτων τους, ότι στις απεργίες συμμετέχουν ασμένως εκείνοι κυρίως που έχουν εξασφαλισμένη σταθερή εργασία. Για τον εργαζόμενο στον αμείλικτο ιδιωτικό τομέα, ηθελημένη απουσία μπορεί να σημάνει ακόμα και αυτόματη απόλυση! Λεπτομέρειες, θα πει κάποιος, για έξαλλους και τυφλά φανατισμένους "επαναστάτες"...

Η Αριστερά, εξ ορισμού αποκλειστική κάτοχος του μετεμφυλιακού "ηθικού πλεονεκτήματος", ουδέποτε καταδίκασε απερίφραστα το έγκλημα, μιλώντας εξαρχής για "προβοκάτσια του συστήματος" ή, στην καλύτερη περίπτωση, για "παιδιά που ξέφυγαν λιγάκι". Και όταν τώρα, μετά από 16 ολόκληρα χρόνια, η σύγχρονη τεχνολογία επέτρεψε την πιθανή ταυτοποίηση των δραστών, με δυσκολία έκρυψε η Αριστερά την αμηχανία της - αν όχι την απογοήτευσή της - αρκούμενη στο να εκφράσει υπέρμετρη ανησυχία για ενδεχόμενη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας των συλληφθέντων υπόπτων. Πράγμα που συνιστά ευθεία προσβολή στην ίδια τη Δικαιοσύνη.

Είναι η ίδια εκείνη Αριστερά που κατηγορεί την αστική δημοκρατία για τους δείκτες ανεργίας, τονίζοντας ότι το δικαίωμα στην εργασία αναλογεί σε όλους τους πολίτες. Όμως, στην περίπτωση του εγκλήματος στη Marfin, εκτός από τους ανθρώπους δολοφονήθηκε και αυτό τούτο το ιερό, υποτίθεται, δικαίωμα! Ας το δούμε λίγο αναλυτικότερα.

Το δικαίωμα στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα ενός προσώπου να εργάζεται ασκώντας ένα επάγγελμα το οποίο επιλέγει ελεύθερα, αποτελεί θεμελιώδη κοινωνικό κανόνα που κατοχυρώνεται και προστατεύεται από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας (Άρθρο 22). Και κανένας νόμος της πολιτείας δεν μπορεί να τιμωρήσει κάποιον που επιθυμεί να εργαστεί οποιαδήποτε στιγμή και εντός του πλαισίου των νόμων.

Ένα κρίσιμο ζήτημα, βέβαια, αφορά την διαθεσιμότητα της εργασίας. Σύμφωνα με την μαρξιστική άποψη, το ίδιο το κράτος οφείλει να διασφαλίζει την δυνατότητα εργασίας για όλους τους πολίτες. Αντίθετα, ο "αστικός" οικονομικός φιλελευθερισμός συνδέει αυτή τη δυνατότητα με τον νόμο προσφοράς και ζήτησης, αποσυνδέοντάς την από την κρατική μέριμνα.

Έτσι, σε ένα οικονομικά φιλελεύθερο ("καπιταλιστικό") καθεστώς, η διαθεσιμότητα εργασίας δεν είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Εν τούτοις, το δικαίωμα στην εργασία ισχύει απαρέγκλιτα, υπό την έννοια ότι κάθε άτομο είναι ελεύθερο να εργάζεται εφόσον το επιθυμεί και με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι υφίσταται προσφορά εργασίας. Ο κανόνας αυτός, δυστυχώς, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα της απόλυσης ενός εργαζομένου. Ο τελευταίος, εν τούτοις, είναι ελεύθερος να αναζητήσει κάποια άλλη εργασία που θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις του και θα καλύπτει τις ανάγκες του. Το βέβαιο είναι ότι θα το σκεφτεί διπλά και τριπλά να απουσιάσει από την εργασία του στο πλαίσιο απεργιακών κινητοποιήσεων των "βολεμένων"...

Η δολοφονική επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους στη Marfin αποτέλεσε, εκτός των άλλων, μία παράνομη και βίαιη αμφισβήτηση του δικαιώματος στην εργασία. Και όχι μόνο αυτό. Ένα ad hoc λαϊκό "δικαστήριο" έκρινε ότι η εργασία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή συνιστούσε "έγκλημα κατά της κοινωνίας" και καταδίκασε επί τόπου τους εργαζόμενους στην εσχάτη των ποινών. Όταν μάλιστα η ίδια η πολιτεία έχει επισήμως καταργήσει τη θανατική ποινή ακόμα και για τα ειδεχθέστερα εγκλήματα!

Τα σχόλια που διακινήθηκαν για το συμβάν, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήταν ενδεικτικά του ήθους των "δικαστών" και των χειροκροτούντων. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο:

- Αφού εργάζονταν τέτοια μέρα, καλά να πάθουν!

Και το φρικτότερο και κυνικότερο όλων:

- Αν είσαι άνεργος, υπάρχουν τρεις κενές θέσεις στη Marfin!

Μιλώντας γενικότερα, προκαλεί θλίψη (αλλά όχι έκπληξη) το ότι όσοι στήριξαν ηθικά και πολιτικά τους εγκληματίες της Marfin δεν απολογήθηκαν ποτέ. Ακόμα και σήμερα, εξ άλλου, κάποιοι επικαλούνται προσχηματικά το "τεκμήριο της αθωότητας" για να προκαλέσουν αίσθημα αμφισβήτησης για κάθε νέο στοιχείο που οδηγεί στην ασφαλέστερη ταυτοποίηση των δραστών.

Είναι εκείνοι που βάφτισαν το έγκλημα "αναπόφευκτο αποτέλεσμα δίκαιης λαϊκής οργής". Εκείνοι που δίχασαν κάποτε την κοινωνία μιλώντας για "πατριώτες" και "ξεπουλημένους προδότες". Κι εκείνοι που πρόσφεραν σε πολιτικούς τυχοδιώκτες την ευκαιρία να παίξουν τη χώρα στα ζάρια, με τους πολίτες ακούσια πειραματόζωα σε ακροβατικές "θεωρίες παιγνίων"...

Όμως, όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. Ή μήπως όχι...

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Είναι η Γυναικοκτονία ένα κοινό έγκλημα κατά της ζωής;


Η γυναικοκτονία δεν είναι ένα "κοινό" έγκλημα κατά της ζωής. Και, για να αντιμετωπιστεί θα πρέπει πρώτος ο Νόμος να αναγνωρίσει την σοβαρότητα του φαινομένου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε προηγούμενο κείμενο είχαμε αναφερθεί στη δυσκολία που συναντά στη χώρα μας η αναγνώριση του κλιμακούμενου φαινομένου της γυναικοκτονίας ως μορφής εγκλήματος που φέρει ειδικό βάρος και θα πρέπει να διαχωρίζεται εννοιολογικά από την εν γένει ανθρωποκτονία. Με λιγότερο εμφατικό, ίσως, τρόπο σχολιάσαμε την άρνηση πολλών (ίσως των περισσότερων) νομικών της χώρας να αναγνωρίσουν την γυναικοκτονία ως ιδιώνυμο αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται (προφανώς αυστηρότερα) από ειδικό ποινικό νόμο και δεν απορροφάται από το γενικότερο κακουργηματικό πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. Και είναι αλήθεια ότι η νομική αναβάθμιση της γυναικοκτονίας συνιστά ιδιαίτερα περίπλοκο νομικό ζήτημα το οποίο απαιτεί ακριβή καθορισμό των αναγκαίων προϋποθέσεων.

Το κείμενο που ακολουθεί αντανακλά τις σκέψεις ενός απλού πολίτη, μη-νομικού, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να "εισέλθει στα χωράφια" της νομικής επιστήμης! Θα επικαλεστώ εδώ προς εκ των προτέρων υπεράσπισή μου την άποψη ενός φίλου δικηγόρου ότι, κατά μία έννοια, η νομική επιστήμη και τα μαθηματικά έχουν ισχυρή συγγένεια μεταξύ τους, καθώς βασίζονται κατά κύριο λόγο στην λογική. Με όπλο την λογική και μόνο, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον το έγκλημα της γυναικοκτονίας θα μπορούσε να αποκτήσει αυτοδύναμη νομική υπόσταση, πέραν της καθαρά εννοιολογικής (που ούτε κι αυτή, σημειώνω, είναι καθολικά αποδεκτή).

Παραθέτω μερικά βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν, χωρίς φυσικά η λίστα να είναι πλήρης (κάτι τέτοιο θα απαιτούσε νομικό σύγγραμμα πολλών δεκάδων σελίδων!):

1. Γιατί απαιτείται ειδικό νομικό πλαίσιο για την γυναικοκτονία; Δεν αρκεί το γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας; Και γιατί, με την ίδια λογική, να μην δεχθούμε ως ιδιώνυμο αδίκημα και την ανδροκτονία; (Προς αποφυγή ενστάσεων, δεν τοποθέτησα εισαγωγικά στην τελευταία λέξη.)

Η απάντηση είναι ότι οι νόμοι δεν θεσπίζονται αυθαίρετα αλλά υπαγορεύονται από τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες της κάθε εποχής. Οι γυναικοκτονίες τείνουν να λάβουν μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και η μόνη άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο επικίνδυνα κλιμακούμενο φαινόμενο είναι ο Νόμος. Φυσικά καταγράφονται και δολοφονίες ανδρών από γυναίκες, αλλά σε πολύ μικρότερο αριθμό και, κυρίως, με διαφορετικά κίνητρα από εκείνο των γυναικοκτονιών. Το οποίο κίνητρο θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να περιγράψουμε.

2. Τι ακριβώς συνιστά γυναικοκτονία, και με βάση ποιο κριτήριο διακρίνεται από τα γενικά εγκλήματα κατά της ζωής;

Σύμφωνα με τον ορισμό που έχουμε δώσει, ο οποίος εμπνέεται από το γενικό πλαίσιο κινήτρων που φαίνεται να υπαγορεύουν τα σχετικά εγκλήματα, ως γυναικοκτονία χαρακτηρίζουμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία (και, γενικότερα, η οικονομική εκμετάλλευση), η ακραία ασυμβατότητα χαρακτήρων που οδηγεί σε εκρηκτικές διενέξεις, κλπ. Θα εξαιρέσουμε, επίσης, το έγκλημα της ακούσιας ευθανασίας για λόγους ελέους, έτσι όπως το "δόξασε" το άθλιο "Amour" (sic) του Μίκαελ Χάνεκε. Τέλος, δεν θα περιλάβουμε στις γυναικοκτονίες εγκλήματα λόγω μίσους για το γυναικείο φύλο, γενικά (φόνος μίας γυναίκας "επειδή ακριβώς είναι γυναίκα"), δοθέντος ότι αυτά υπάγονται στα εγκλήματα σεξισμού και δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι σε αυτή την κατηγορία πλειοδοτεί το ένα φύλο έναντι του άλλου.

Η βασική γενεσιουργός αιτία της γυναικοκτονίας συνίσταται στην πεποίθηση του δράστη ότι αμφισβητείται στην πράξη - άρα απειλείται - η εξουσία του απέναντι στο θύμα. Ο άντρας, δηλαδή, δεν αισθάνεται πλέον ότι διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στη γυναίκα που θεωρεί κτήμα του. Και, για κάποιους εγωκεντρικούς άντρες, εκείνο που δεν τους ανήκει πια δεν έχει καν δικαίωμα ύπαρξης...

Ως παραδείγματα αυθεντικών γυναικοκτονιών μπορούμε να αναφέρουμε, ενδεικτικά, κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις (ο κατάλογος, φυσικά, δεν είναι εξαντλητικός):

    * Δολοφονία μίας γυναίκας από σύζυγο ή ερωτικό σύντροφο, όταν το θύμα εκδηλώσει πρόθεση διακοπής της σχέσης με τον θύτη (συχνά, μάλιστα, λόγω συστηματικής κακοποιητικής συμπεριφοράς του τελευταίου).

    * Δολοφονία για λόγους ερωτικής αντιζηλίας, όταν η σύντροφος (ή πρώην σύντροφος) συνάψει σχέση με άλλο άτομο. Συχνά πρόκειται για έγκλημα που συντελείται μετά τον χωρισμό του θύτη από το θύμα.

    * Σπανιότερα: Δολοφονίες γυναικών για λόγους "τιμής" σε οπισθοδρομικές και ανεξέλικτες κλειστές κοινωνίες. Δράστης θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας - "ιδιοκτήτης" ex officio - του θύματος...

    * Στα εγκλήματα γυναικοκτονίας θα μπορούσαμε να εντάξουμε και εκείνα που διαπράττονται στο πλαίσιο ενός βιασμού. Ο βιασμός ισοδυναμεί με "αντικειμενοποίηση" της γυναίκας και συνιστά de facto κατάργηση της ερωτικής αυτονομίας της. Ο βιαστής, σε ρόλο προσωρινού "ιδιοκτήτη" του "αντικειμένου", είναι δυνατό να φτάσει ακόμα και στο έγκλημα προκειμένου να ικανοποιήσει την νοσηρή ανάγκη επικυριαρχίας του.

3. Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός εγκλήματος ως γυναικοκτονίας βασίζεται στην απόδοση πολύ συγκεκριμένου "ιδιοκτησιακού" κινήτρου στον δράστη. Έτσι, η δίκη για μία ενδεχόμενη γυναικοκτονία ανάγεται κατ' ουσίαν σε δίκη προθέσεων. Πώς είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί νομικά το ειδικό αυτό κίνητρο του εγκλήματος;

Πρόκειται για το δυσκολότερο ζήτημα στη νομική θέσπιση της γυναικοκτονίας, και το μόνο που θα μπορούσα να κάνω ως μη-ειδικός είναι να περιγράψω ένα γενικό πλαίσιο ιδεών. Το ερώτημα είναι: Πώς πιστοποιείται το αίσθημα "ιδιοκτησίας" που φέρει ένα άτομο απέναντι σε ένα άλλο;

Ιδιοκτησία σημαίνει απόλυτο έλεγχο πάνω στο (θεωρούμενο ως) "αντικείμενο", στο οποίο αμφισβητείται το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής με στόχο, τελικά, την κατάργηση του αυτεξούσιου και την υποκατάστασή του από τη βούληση του "ιδιοκτήτη". Κριτήριο ιδιοκτησιακής αντίληψης, λοιπόν, είναι κάθε απόπειρα παράνομης στέρησης της ελευθερίας ενός άλλου ατόμου - εν προκειμένω, μίας γυναίκας, ανεξάρτητα από το αν στο πλαίσιο της ελευθερίας αυτής παραβιάζονται ή όχι καθιερωμένοι ηθικοί κανόνες. Ένας άντρας διατηρεί πάντα το δικαίωμα αξιοπρεπούς αποχώρησης από μία σχέση που έχει πάψει να ανταποκρίνεται στα προσωπικά του ιδεώδη. Αυτό που δεν του αναγνωρίζεται ως δικαίωμα είναι η αφαίρεση της ζωής της γυναίκας που τα διέψευσε!

4. Πέρα από την ως τώρα άρνηση του Νόμου να αναγνωρίσει την γυναικοκτονία ως τέτοια, έχει τουλάχιστον αυτός συμβάλει στην πρόληψη του φαινομένου;

Δυστυχώς, ο Νόμος έχει αποδειχθεί παντελώς ανεπαρκής σε ό,τι αφορά την προστασία της γυναίκας. Ενώ η γυναίκα ενθαρρύνεται να καταγγέλλει κακοποιητικές συμπεριφορές και, κυρίως, να αναφέρει στις Αρχές κάθε ένδειξη απειλής εναντίον της, δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικός τρόπος περιορισμού των κινήσεων ενός αποφασισμένου δολοφόνου, ο οποίος κατά κανόνα βρίσκει το θύμα του μόνο και απροστάτευτο. Για τις Αρχές υπάρχει πάντα εκ των υστέρων δικαιολογία: δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια που τους επιτρέπει ο Νόμος ώστε να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα περιορισμού και ελέγχου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σχεδόν ρητορικό: Αντιλαμβάνεται, τελικά, ο νομοθέτης την ευθύνη του απέναντι στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν (ίσως και κάποιες που αύριο δεν θα μπορέσουν) να δουν το φως της επόμενης μέρας; Ας μην αισιοδοξούμε υπερβολικά...

Γενικό συμπέρασμα: Η γυναικοκτονία μπορεί να αναβαθμιστεί σε ιδιώνυμο αδίκημα, εφόσον καθοριστούν επακριβώς από τους νομικούς τα πιστοποιητικά χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου αυτού κακουργήματος που το διαχωρίζουν από κάθε άλλον τύπο εγκλήματος κατά της ζωής. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα πάψουμε κάποτε να κλείνουμε με προσποιητή αφέλεια τα μάτια μπροστά στην επικίνδυνη κλιμάκωση ενός φρικτού φαινομένου που ουδόλως κολακεύει μία σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία!

(Ευχαριστώ την Λίλα Χρόνη για εύστοχες παρατηρήσεις που συνέβαλαν στην αρτιότερη παρουσίαση του θέματος.)

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Δύο κείμενα για την Γυναικοκτονία


Ποιο είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «γυναικοκτονία» και γιατί κάποιοι αρνούνται ακόμα και να εκφέρουν τη λέξη; Ποια συμπεριφορικά σημάδια φανερώνουν έναν εν δυνάμει γυναικοκτόνο; Δύο παλιότερα κείμενα επιχείρησαν να δώσουν απαντήσεις...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Οι φρικιαστικές δολοφονίες γυναικών από αρσενικόμορφα (αλλά όχι αρσενικά) τέρατα που θεωρούν τη γυναίκα ως μη-φορολογήσιμο περιουσιακό στοιχείο τους, έχουν προσλάβει επιδημικό χαρακτήρα στη χώρα.

Την ίδια στιγμή, αρκετοί χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (μεταξύ αυτών, δυστυχώς, και μερικές γυναίκες) συνεχίζουν να αντιδρούν με πεισματική οργή στο άκουσμα της λέξης «γυναικοκτονία», επιμένοντας ότι δεν περιγράφει τίποτα περισσότερο από μία «απλή» ανθρωποκτονία και προτείνοντας, ειρωνικά, την παράλληλη εννοιολογική και νομική επισημοποίηση της «ανδροκτονίας» ως ισοβαρούς εγκλήματος. Προσποιούμενοι, φυσικά, ότι δεν αντιλαμβάνονται τις προφανείς ιδιαιτερότητες της σύγχρονης πραγματικότητας...

Στην αντίπερα όχθη, σημειώνεται μία καταχρηστική τάση να «βαφτίζεται» ως γυναικοκτονία οποιαδήποτε φονική πράξη με θύμα μία γυναίκα, ανεξάρτητα από τα κίνητρα του εγκλήματος. Πράγμα που θα έχει ως βέβαιη συνέπεια την αποδυνάμωση, τελικά, της ιδιαίτερης σημασίας των πραγματικών γυναικοκτονιών - με τον τρόπο, τουλάχιστον, που αντιλαμβανόμαστε πλέον αυτόν τον συγκεκριμένο τύπο εγκλήματος.

Εν είδει μινιατούρας συλλεκτικού τεύχους δημοσιευμένων άρθρων, παραθέτω πιο κάτω δύο κείμενα με θέμα την γυναικοκτονία. Τόσο ως φαινόμενο που επιζητεί εννοιολογικό καθορισμό, κοινωνική αναγνώριση και νομική κατοχύρωση, όσο και ως έγκλημα που (ίσως) μπορεί να αποφευχθεί αν αναγνωριστούν έγκαιρα τα χαρακτηριστικά συμπεριφορικά γνωρίσματα του εν δυνάμει δολοφόνου...

ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑ: ΤΟ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΞΟΡΚΙΖΕΤΑΙ ΑΝ ΑΡΝΗΘΟΥΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ!

Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο πριν μερικά χρόνια στο ΒΗΜΑ και στο ΚΛΙΚ, επιχείρησε να εξετάσει το ζήτημα της γυναικοκτονίας από εννοιολογική σκοπιά, υιοθετώντας έναν ορισμό του φαινομένου που ίσως τότε χαρακτηριζόταν, ως έναν βαθμό, αντισυμβατικός. Διαβάζοντας σημερινές αναρτήσεις στα media, εν τούτοις, παρατηρώ ότι ο ορισμός αυτός τείνει να επικρατήσει έναντι της (μάλλον λανθασμένης) αντίληψης ότι γυναικοκτονία είναι ο φόνος μίας γυναίκας «επειδή ακριβώς είναι γυναίκα»...

Καμία λέξη ή έκφραση δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Τα λεξικά δεν προϋπήρξαν του ανθρώπου, τα έγραψαν ανθρώπινες κοινότητες μετά από μακραίωνες πορείες διαμόρφωσης γλωσσικών συμβάσεων. Και, κάθε λεξικό εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα λήμματα, πολλά από τα οποία αντιστοιχούν σε λέξεις που κυκλοφορούν ανεπίσημα για ένα διάστημα ως νεολογισμοί. Ένας τέτοιος νεολογισμός, προϊόν ενός αποκρουστικού κοινωνικού φαινομένου της εποχής, είναι ο όρος «γυναικοκτονία».

Μορφή χιονοστιβάδας έχουν πάρει τα περιστατικά φρικιαστικών δολοφονιών γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής - όπως πιστεύουν - σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε κάποτε το λάθος να συσχετίσει μαζί τους τη ζωή της. Πρόκειται για έναν απόλυτα διακριτό τύπο κακουργήματος, ξέχωρο από άλλες εγκληματικές συμπεριφορές. Είναι, επομένως, αναγκαίο να περιγράφεται με έναν ειδικό όρο που να αποδίδει συμβολικά την ιδιαίτερη σημασία του.

Στο πλαίσιο του παρόντος σημειώματος, και με την επίγνωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές απόψεις από ακαδημαϊκούς πολύ ειδικότερους του γράφοντος, ως γυναικοκτονία εννοούμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία. Θα μπορούσε, εν τούτοις, να περιλάβει τα σεξουαλικά εγκλήματα, αφού η πράξη του βιασμού συνίσταται σε de facto μετατροπή της γυναίκας σε «αντικείμενο», το οποίο ο βιαστής πρόσκαιρα θεωρεί ως «ιδιοκτησία» του και, σε ακραίες περιπτώσεις, είναι δυνατό ακόμα και να του αφαιρέσει τη ζωή.

Έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματολογία (κυρίως από νομικούς κύκλους) σύμφωνα με την οποία ο όρος «γυναικοκτονία» είναι περιττός και, ως εκ τούτου, μη δόκιμος, αφού μπορούμε να εντάξουμε αυτό το είδος εγκλήματος κατά γυναικών στην γενικότερη ανθρωποκτονία - ή, έστω, στην συζυγοκτονία (χωρίς προσδιορισμό φύλου). Αν, εν τούτοις, υιοθετήσουμε, ηθικά ή νομικά, μία τέτοια άποψη, αυτό που θα επιτύχουμε θα είναι να απορροφήσουμε μία πολύ ιδιαίτερη εγκληματική πράξη σε ένα ευρύτερο κακουργηματικό πλαίσιο, υποβαθμίζοντας και, τελικά, ακυρώνοντας το ειδικό βάρος της.

Παραδείγματα τέτοιων προσδιοριστικών λεκτικών επιμερισμών υπάρχουν πολλά. Μιλούμε, λ.χ., ειδικά για μισογυνισμό και δεν εντάσσουμε το φαινόμενο στην γενικότερη μισανθρωπία. Αναφερόμαστε σε ξενοφοβία αντί, γενικά, σε ανθρωποφοβία. Μιλάμε για κυνοφιλία όταν η λέξη «ζωοφιλία» δεν προσδιορίζει επαρκώς την ειδική αγάπη μας για τους σκύλους...

Η γυναικοκτονία, λοιπόν, αξίζει να προαχθεί από νεολογισμό σε δόκιμο όρο της γλώσσας μας και να βρει μία θέση στις νεότερες εκδόσεις των ελληνικών λεξικών και - γιατί όχι; - στις σελίδες των νομικών συγγραμμάτων.

Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε έναν αρκετά διαδεδομένο ορισμό τον οποίο, εν τούτοις, θεωρούμε λανθασμένο. Σύμφωνα με αυτόν, ως γυναικοκτονία (θα πρέπει να) θεωρείται η αφαίρεση της ζωής μίας γυναίκας επειδή ακριβώς είναι γυναίκα.

Τις προφανείς αδυναμίες του ορισμού αυτού επικαλούνται, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, όσοι και όσες αρνούνται τον όρο «γυναικοκτονία». Διότι, αν η ίδια η γυναικεία φύση είναι το αίτιο των φόνων, τότε κάθε γυναίκα είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εν δυνάμει θύμα κάποιου γυναικοκτόνου, ανεξάρτητα από την όποια σχέση μαζί του. Έτσι, από ιδιαίτερο και σαφώς περιγεγραμμένο τύπο εγκλήματος που διαπράττεται στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων, η γυναικοκτονία καταλήγει να εντάσσεται στα γενικότερα εγκλήματα ρατσισμού (στην προκειμένη περίπτωση, σεξισμού, αφού η ιδιότητα που διαχωρίζει το θύμα από τον θύτη αφορά το φύλο). Ποιος ο λόγος, λοιπόν - επιχειρηματολογούν οι αρνητές - να επιβαρύνουμε το υπέρμετρα φορτωμένο νομικό σύστημα (αλλά και τα ίδια τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας) με έναν ακόμα τύπο αδικήματος που προβλέπεται ήδη από υπάρχοντες νόμους;

Σημειώνουμε ότι στην Κύπρο η γυναικοκτονία είναι πλέον ιδιώνυμο αδίκημα που επισύρει αυστηρότατες ποινές (μία πολιτική επιλογή με ισχυρά συμβολική σημασία, πέραν της όποιας ποινικής). Σημειώνουμε επίσης ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει το έντονο (για να μην πω σχεδόν εμπαθές) ύφος κάποιων νομικών που αρθρογραφούν στο Διαδίκτυο εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη χρήση (νομική ή ακόμα και εννοιολογική) του όρου «γυναικοκτονία». Χωρίς μάλιστα να απουσιάζουν από τη γραφή τους και κάποιοι λαϊκιστικοί χαρακτηρισμοί (π.χ., ως «φεμινιστών») εκείνων που χρησιμοποιούν τον όρο.

Σε κάθε περίπτωση, το να αρνούμαστε να αρθρώσουμε τη λέξη «γυναικοκτονία», προσδοκώντας ότι έτσι θα αφαιρέσουμε το ηθικό βάρος από την πράξη, αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα στρουθοκαμηλισμού. Και αυτό το κλείσιμο των ματιών απέναντι σε ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό φαινόμενο ίσως μαρτυρά κάποιο αίσθημα ενοχής μιας «μάτσο» πατριαρχικής κουλτούρας που αρνείται - ή μάλλον, φοβάται - να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη...


ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΘΥΜΑ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑΣ

Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο στο ΚΛΙΚ, είχε επιχειρήσει να σκιαγραφήσει (όσο ήταν δυνατό) το προφίλ ενός υποψήφιου γυναικοκτόνου...

Αγαπητή φίλη,

Δεν σε γνωρίζω προσωπικά. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζω το όνομά σου, την ηλικία σου, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά σου, τον τόπο διαμονής ή το επάγγελμά σου. Το μόνο που μπορώ να γνωρίζω για σένα - κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σου απευθύνομαι - είναι ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η ζωή σου να βρίσκεται σε κίνδυνο. Κι αυτό γιατί, χωρίς να είσαι ακόμα σε θέση να το αντιληφθείς, είσαι έτοιμη να συνδέσεις τη ζωή σου με ένα υποπροϊόν του «ανδρικού» φύλου που, στην πορεία της σχέσης μαζί σου, θα φτάσει ως το σημείο να σε θεωρήσει ιδιοκτησία του. Και αλλοίμονο αν κάποτε τολμήσεις να αμφισβητήσεις τα «ιδιοκτησιακά» του δικαιώματα πάνω σου. Ο νοσηρός εγωισμός του δεν θα αντέξει να συνεχίσεις να ζεις και να αναπνέεις χωρίς να ανήκεις σε εκείνον!

Σίγουρα θα έχεις ακούσει για την έκρηξη του εφιαλτικού φαινομένου των γυναικοκτονιών στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Θα πρέπει να σημειώσω ότι υπάρχουν πολλοί που δεν αποδέχονται καν το δικαίωμα της λέξης «γυναικοκτονία» να περιλαμβάνεται στα λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Ακόμα περισσότεροι είναι εκείνοι που αρνούνται την ιδιαίτερη νομική υπόσταση αυτού του εγκλήματος, θεωρώντας ότι εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. (Το γιατί τα εγκλήματα ρατσισμού απαιτούν ειδικό νόμο, ως μη νομικός δεν είμαι σε θέση να το εξηγήσω.) Εσένα, πάντως, όλα αυτά δεν πρέπει να σε ενδιαφέρουν. Καμία πολιτεία και κανένα νομικό σύστημα δεν πρόκειται να σε προστατέψουν από έναν αποφασισμένο εν δυνάμει δολοφόνο, αν εσύ η ίδια δεν προφυλάξεις τον εαυτό σου. Κι αυτό θα πρέπει να γίνει έγκαιρα, προτού το συμπλεγματικό «αρσενικό» αρχίσει να θεωρεί πως έχει αποκτήσει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω σου.

Το πρόβλημα, έτσι, είναι να εντοπίσεις όσο γίνεται νωρίτερα τα ανησυχητικά σημάδια που υποδηλώνουν μία τέτοια κακοποιητική προσωπικότητα. Κι αυτά θα τα αναζητήσεις όχι στα ελαττώματά του (αυτά θα τα κρύψει επιμελώς στην αρχή, για να τα βγάλει στην επιφάνεια αργότερα) αλλά σε εκείνα που θα σου φανούν αρχικά σαν προτερήματα! Δεν είμαι ειδικός, αλλά κάποια από αυτά τα σημάδια μπορώ να τα υποθέσω.

Θα σε εντυπωσιάσει αρχικά το έντονο ενδιαφέρον και ο υπερβολικός προσανατολισμός του σε σένα. Θα παρατηρεί τα πάντα που σε αφορούν, θα θέλει να γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητάς σου. Όλα αυτά θα σου φανούν στην αρχή κολακευτικά, ώσπου κάποια στιγμή να γίνουν ασφυκτικά και να αρχίσουν να σε πνίγουν. Όμως, ακόμα κι αν κάνεις φανερή τη δυσφορία σου, δεν πρόκειται αυτή να τον αναχαιτίσει.

Ίσως και να σου αρέσει, αρχικά, η διεκδικητικότητά του απέναντί σου. Ακόμα και οι παράλογες σκηνές ζηλοτυπίας θα είναι «απόδειξη» του πόσο σημαντική είσαι για εκείνον ώστε να φοβάται μήπως σε χάσει. Και, σε κανένα άλλο αρσενικό δεν θα επιτρέψει να σε πλησιάσει. Έστω απλά για να σου μιλήσει, ακόμα και να ρίξει το βλέμμα του πάνω σου. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι θα παρακολουθεί αδιάλειπτα και το δικό σου βλέμμα, μην τυχόν και ξεστρατίσει - όπως του φανεί - κάπου που δεν πρέπει. Και τότε, μέσα από την «καλοδεχούμενη», επιβεβαιωτική ζήλια του θα ξεπεταχτούν οι πρώτες ανησυχητικές σπίθες της βίας. Αρχικά αυτή θα περιοριστεί σε πικρά και δηκτικά - ενδεχομένως και απειλητικά - λόγια. Ίσως δεν αργήσει, όμως, η βία να πάρει φυσική μορφή, τραυματίζοντας το σώμα μαζί με την ψυχή σου...

Για να σιγουρέψει την επικυριαρχία του πάνω σου, θα θελήσει να σε αποκόψει από κάθε πιθανή πηγή συμβουλής ή προστασίας. Με διάφορα προσχήματα θα προσπαθήσει να σε εμποδίσει να βλέπεις τους φίλους σου, ακόμα και να επισκέπτεσαι τα πρόσωπα της οικογένειάς σου. Βέβαια, θα ισχυρίζεται πάντα πως εκείνος είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που «σε αγαπά αληθινά» και «θέλει πάντα το καλό σου»!

Η αληθινά επικίνδυνη, για σένα, φάση της σχέσης θα αρχίσει τη στιγμή που θα του δηλώσεις ότι δεν θέλεις να είσαι πια μαζί του. Αυτό θα είναι βαρύ χτύπημα για τον αρρωστημένο εγωισμό του και δύσκολα θα μπορέσει να το αποδεχθεί, αφού στο μεταξύ θα σε θεωρεί «κτήμα» του, κάτι που εκείνος και μόνο μπορεί να ορίζει αν θα υπάρχει ή όχι στη ζωή του. Και, αν αυτό το «κάτι» δεν ανήκει στη δική του ζωή, δεν μπορεί να βρίσκεται στη ζωή οποιουδήποτε άλλου. Ακόμα και στην ίδια τη ζωή ως γενική κι απρόσωπη έννοια. Το τραγικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαστροφικής αντίληψης το βλέπουμε, δυστυχώς, όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας...

Αγαπητή φίλη, το γράμμα μου αυτό δεν έχει σαν σκοπό να σε τρομάξει και να σε αποθαρρύνει από το να κάνεις μία υγιή και όμορφη σχέση. Θέλει μόνο να σε προτρέψει να προσέξεις τα σημάδια που μαρτυρούν πως, πίσω από φαινομενικά «καλές προθέσεις» είναι δυνατό να κρύβεται η κόλαση! Αν τυχόν δεις αυτά τα σημάδια, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να φύγεις μακριά, όσο ακόμα ανήκεις απόλυτα στον εαυτό σου. Γιατί, αύριο ίσως να είναι αργά. Και κανένα πολιτικό κόμμα, κανένα ξεχαρβαλωμένο κράτος, κανένας γραβατοφορεμένος νομοθέτης, δεν πρόκειται να σε προστατέψει από την κάννη του όπλου, ή το κοφτερό μαχαίρι, κάποιου αρσενικού τέρατος. Με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης «αρσενικό»...

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Πολυπολιτισμικότητα και δημοκρατική κοινωνία


Μία πολυπολιτισμικότητα που χτίζεται χωρίς αναγκαίες προϋποθέσεις μπορεί να αποδειχθεί νάρκη στα θεμέλια μιας σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας. Και χωρά συζήτηση η «προοδευτική» άποψη ότι η πολυπολιτισμικότητα αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό της δημοκρατίας...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Στο πνεύμα του «προοδευτισμού» της εποχής, είχα ακούσει πριν μερικά χρόνια στο Τρίτο Πρόγραμμα της κρατικής ραδιοφωνίας μία εκπομπή όπου ένας «ανοιχτόμυαλος» – κατά τον παρουσιαστή – καθηγητής πανεπιστημίου επιχείρησε με πάθος μέγα (και, νομίζω, κάποιον υπεμφαινόμενο σαρκασμό) να αποδομήσει κάθε ιδέα ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και τη σύγχρονη Ελλάδα. Σε κάποια σημεία του λόγου του, μάλιστα, είχε αφήσει περίπου να εννοηθεί ότι οι θεωρήσεις περί συνέχειας εκφράζουν σήμερα κατά κύριο λόγο τους εγχώριους νεο-ναζί. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, μερικούς αφελείς εθνικιστές.

Δεν αποτέλεσε έκπληξη, βέβαια, ότι στο τέλος αποκάλυψε το όραμά του για τον βαθμιαίο μετασχηματισμό της χώρας σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία. Φυσικά, οι προϋποθέσεις του μετασχηματισμού αυτού δεν αναφέρθηκαν καν, ούτε φάνηκε να απασχολούν ιδιαίτερα τον ακαδημαϊκό. Αυτό στο οποίο εστίασε μόνο ήταν η «απαράδεκτη» και «ρατσιστική» συμπεριφορά της ελληνικής αστυνομίας να ελέγχει τα στοιχεία νομιμότητας όσων «απλά φαίνονται» αλλοδαποί.

Κάπου εκεί στο κλείσιμο της εκπομπής, εν είδει επιμυθίου, ο παρουσιαστής χαρακτήρισε την πολυπολιτισμικότητα ως βασικό συστατικό γνώρισμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Το ενδιαφέρον αυτό δόγμα θα μπορούσε να γίνει αφετηρία συζητήσεων πάνω στο ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μερικά σημεία μιας τέτοιας υποθετικής συζήτησης είχα παραθέσει σε ένα κείμενο της εποχής, και θα ήταν ίσως χρήσιμο να τα θυμηθούμε με δεδομένο ότι το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας όχι μόνο παραμένει επίκαιρο, αλλά σε κάποιες χώρες της Ευρώπης απειλεί τώρα να τινάξει στον αέρα την ίδια την κοινωνική ειρήνη.

Τέσσερα βασικά ζητήματα και ερωτήματα είχαν τεθεί:

1. Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιτυγχάνεται με πολιτικές ανοιχτών συνόρων, οι οποίες με μαθηματική βεβαιότητα οδηγούν στο χάος. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, υπήρξαν εξαρχής πολυπολιτισμική χώρα. Η ένταξη, ωστόσο, ενός νέου μέλους στην αμερικανική κοινωνία δεν γίνεται άναρχα και εκβιαστικά, υπό μορφή τετελεσμένου. Η αμερικανική πολυπολιτισμικότητα δεν είναι μία de facto κατάσταση που προκαλείται από αδυναμία του κράτους να ελέγξει την παράνομη μετανάστευση, αλλά μία συνθήκη που υπόκειται σε κανόνες και θέτει προϋποθέσεις, με προεξάρχουσες εκείνες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και αυτοσυντήρηση (όσο κι αν κάποιοι όροι είναι ασύμβατοι με το προοδευτικό λεξιλόγιο...).

2. Θα πρέπει εξ ορισμού να καλοδεχθούμε την πολυπολιτισμικότητα; Εξαρτάται... Δεν θα δεχθώ μία πραγματικότητα που μου επιβάλλεται, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη χώρα μου, με κύριο χαρακτηριστικό την κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (συχνά, μάλιστα, στις πιο απάνθρωπες εκδοχές της). Αντίθετα, οφείλουμε να καλοδεχθούμε εκείνους που ήρθαν ή θα έρθουν με πρόθεση να ενταχθούν αρμονικά στην ελληνική κοινωνία και να προσφέρουν στη χώρα, σεβόμενοι απόλυτα τους νόμους και τα έθιμά της και διακείμενοι φιλικά απέναντι στους ανθρώπους της.

3. Υπάρχει η άποψη ότι θα πρέπει να εντάξουμε την πολυπολιτισμικότητα στους ευρύτερους εθνικούς σχεδιασμούς μας. Δεν θα διαφωνήσω καταρχήν. Θα πρέπει, όμως, πρώτα να καθορίσουμε τα όρια αυτής της πολυπολιτισμικότητας στην οποία, πλέον, εκόντες–άκοντες συμμετέχουμε. Πόση «πολυπολιτισμικότητα» αντέχει αυτή η μικρή χώρα που μόλις πριν λίγα χρόνια άρχισε να συνέρχεται από μία οικονομική καταστροφή; Ειδικότερα, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις (θετικές ή αρνητικές) στο ασφαλιστικό σύστημα; Ποιες τροποποιήσεις θα υποστεί, αναγκαία, το εκπαιδευτικό σύστημα; Πώς θα αντιμετωπιστεί το στεγαστικό πρόβλημα; Πώς θα διασφαλιστεί η δημόσια τάξη και ο έλεγχος του (μεμονωμένου ή οργανωμένου) εγκλήματος; Πώς θα αντιμετωπιστούν τυχόν ζητήματα θρησκευτικής ή πολιτισμικής δυσανεξίας; Ο κατάλογος ερωτημάτων είναι μόνο ενδεικτικός, και οι απαντήσεις εκκρεμούν...

4. Συνιστά η πολυπολιτισμικότητα τεκμήριο δημοκρατικής δομής μιας κοινωνίας; Δεν είμαι βέβαιος. Κατά μία έννοια, πολυπολιτισμική ήταν και η Σοβιετική Ένωση. Το ίδιο και, π.χ., η αυτοκρατορική Αυστροουγγαρία. Μήπως, όμως, ισχύει το αντίστροφο; Δηλαδή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κάθε αληθινά δημοκρατική κοινωνία αποδέχεται (αν όχι και επιδιώκει) την πολυπολιτισμικότητα; Ούτε και αυτό ακούγεται λογικό. Το δημοκρατικό πολίτευμα είναι εσωτερικό θεσμικό ζήτημα που αφορά τους πολίτες μιας χώρας και σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει a priori τη διεύρυνση μιας κοινωνίας με εισαγόμενους φορείς διαφορετικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Τώρα, το ότι την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας αντιμάχονται οι εκπρόσωποι κάποιων ακραία αντιδημοκρατικών πολιτικών χώρων, δεν καθιστά εξ ορισμού την αποδοχή της ιδέας αυτής αδιαμφισβήτητο κριτήριο δημοκρατικότητας!

Πριν ξεκινήσουμε, λοιπόν, να χτίζουμε την προοδευτική πολυπολιτισμική κοινωνία που ονειρευόμαστε, θα πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει τι ακριβώς είναι αυτό που ζητούμε να δημιουργήσουμε, καθώς και ποιες είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις που ένα τέτοιο μεγαλόπνοο σχέδιο επιβάλλει. Διαφορετικά, η πολυπολιτισμικότητα θα είναι συνθήκη που θα μας επιβληθεί εκ των πραγμάτων ως τετελεσμένο άνευ όρων και ορίων, αντί αποτέλεσμα μίας συντεταγμένης διαδικασίας κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι όποιες απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό δεν είναι δίκαιο να συνιστούν κριτήριο δημοκρατικότητας ή, κυρίως, έλλειψής της.

Υπάρχει, όμως, και ένα ζήτημα τόσο λεπτό που ξεφεύγει από τα «ευαίσθητα» φίλτρα των υπερασπιστών της πολυπολιτισμικότητας. Όταν οι τελευταίοι στήνουν εδώλια για καταδίκη της μη-ανοχής στη «διαφορετικότητα», ενώ την ίδια στιγμή αθωώνουν εξ ορισμού τους de facto φιλοξενούμενους για το ίδιο ακριβώς κρίμα, δηλαδή, την μη-αποδοχή των θεμελιωδών πολιτισμικών στοιχείων και των φιλελεύθερων αρχών της κοινωνίας που τους φιλοξενεί, οι «δικαστές» αυτοί θυμίζουν κάποιον που, παρεμβαίνοντας σε έναν καυγά ανάμεσα σε έναν ενήλικο και ένα παιδί, λέει στον πρώτο: «Εσύ φταις. Εκείνο είναι παιδί, δεν νιώθει!»

Ο (με ή χωρίς εισαγωγικά) μετανάστης, δηλαδή, μοιάζει να είναι για τους κοινωνικούς δικαστές κάτι σαν ένα «αθώο παιδί» που δεν αντιλαμβάνεται τις υψηλές ιδέες μίας πολιτισμένης κοινωνίας, πράγμα που δικαιολογείται από το ότι προέρχεται, υποτίθεται, από μία «υπανάπτυκτη» (και άρα κατώτερη) κουλτούρα που δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τις εξευγενισμένες αρχές του δικού μας, «ανώτερου» πολιτισμού! Πώς θα μπορούσε κάποιος, λοιπόν, να ζητήσει ευθύνες από ένα «παιδί» για την αδυναμία του να συλλάβει την έννοια της αμοιβαιότητας σε ό,τι αφορά την αποδοχή του διαφορετικού;

Ας με συγχωρήσουν οι – κατά δήλωσή τους – «αντιρατσιστές», όμως αυτή η εκ μέρους τους αλά καρτ αντίληψη της πολυπολιτισμικότητας ως αξιακού συστήματος που άλλους ευνοεί και άλλους καταδικάζει, με τους δεύτερους να αντιπροσωπεύουν ένα «ανώτερο» πολιτισμικό είδος από το οποίο απαιτούνται υψηλότερα ανθρωπιστικά στάνταρ, είναι ξεκάθαρο δείγμα πολιτισμικού ρατσισμού. Και, οι επί του καναπέως καθήμενοι εισαγγελείς καλό θα είναι να το σκέφτονται καλά πριν απαγγείλουν κατηγορίες περί ρατσιστικών φρονημάτων σε όσους δεν επιζητούν τίποτα περισσότερο από ένα αίσθημα ασφάλειας και τη διατήρηση μιας κανονικότητας στη ζωή και τη χώρα τους!

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Ένα μεταφυσικό ερώτημα στον Δημήτρη Λιαντίνη

                  

Χαιρόμαστε στ' αλήθεια σε μία κηδεία; Ένα ερώτημα που θα θέλαμε να είχαμε θέσει στον Δ. Λιαντίνη αν είχαμε παρευρεθεί στην ιστορικότερη διάλεξή του.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε παλιότερο άρθρο είχαμε επιχειρήσει μία κριτική παρουσίαση της ιστορικής διάλεξης του Δημήτρη Λιαντίνη τον Μάρτιο του 1997, με θέμα «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου». Μεταξύ άλλων, σταθήκαμε με αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην υιοθέτηση, εκ μέρους του Λιαντίνη, της Φροϋδικής ψυχαναλυτικής άποψης σύμφωνα με την οποία βιώνουμε ένα αίσθημα κατάφασης  (ένα βαθιά κρυμμένο «αίσθημα χαράς») σε μία κηδεία – ακόμα και αυτήν ενός προσφιλούς προσώπου – υπό το κράτος της ανακούφισης που προκαλεί η συνειδητότητα ότι εμείς είμαστε ζωντανοί.

Μετά από αρκετόν καιρό συνειδητοποίησα ότι το άρθρο εκείνο δεν στάθηκε όσο θα 'πρεπε σε αυτήν ακριβώς την τοποθέτηση του Λιαντίνη σχετικά με το πένθος, το οποίο φαίνεται να προβάλλεται νοθευμένο - ως έναν βαθμό τουλάχιστον - με ένα αίσθημα αυτοσυντηρητικής ικανοποίησης. Το αναλυτικό αυτό κενό επιχειρεί να καλύψει το παρόν σημείωμα, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συμπλήρωμα του εκτενέστερου κειμένου για την διάλεξη του 1997.

Οφείλω να ομολογήσω ότι οι πενιχρές γνώσεις μου σε ό,τι αφορά την ψυχανάλυση και τον κόσμο του ασυνείδητου δεν μου επιτρέπουν να αμφισβητήσω, σε επιστημονική βάση, τη θέση που διατύπωσε ο Λιαντίνης σχετικά με την «βαθιά κρυμμένη χαρά ενώπιον του αλλότριου θανάτου». Το μόνο που μου επιτρέπεται να κάνω είναι να εξηγήσω, σε επίπεδο ανθρώπινης λογικής και μόνο, γιατί η ιδέα αυτή, αν εκφραστεί ως δόγμα με καθολική ισχύ, δημιουργεί στον μη-ειδικό ένα αίσθημα βαθιάς αμφιβολίας για την απόλυτη εγκυρότητά της. Και γιατί, μιλώντας προσωπικά, με κάνει να επαναστατώ...

Η απεικόνιση ενός αλλότριου θανάτου στον αυτοσυντηρητικό πυρήνα της ανθρώπινης συνειδητότητας είναι ένα ιδιαίτερα σύνθετο ψυχικό φαινόμενο. Ανάλογα με την περίπτωση, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε την απεικόνιση αυτή σε διάφορες κατηγορίες, πλέον ευδιάκριτες των οποίων είναι οι εξής πέντε:

1. Αδιάφορη: Ο αλλότριος θάνατος δεν ενεργοποιεί τα αυτοσυντηρητικά μας ανακλαστικά. Είναι ο θάνατος κάποιου μακρινού «ξένου» που δεν επηρεάζει τη ζωή και δεν κινητοποιεί την συνείδησή μας. Ίσως και να αποτελεί θέαμα στο βραδινό δελτίο ειδήσεων στην τηλεόρασή μας... Η στάση αυτή εκφράζεται με το ρητορικό ερώτημα: «Λυπηρό μεν, αλλά σε τι με αφορά;»

2. Υπεροπτική: Ξεκινά από την αντίληψη ότι, βάσει ενός προσωπικού μας αξιακού συστήματος, δικαιούμαστε να μείνουμε στη ζωή περισσότερο από κάποιους άλλους που είναι, υποτίθεται, «λιγότερο καλοί», «λιγότερο προικισμένοι» ή «λιγότερο χρήσιμοι» σε σχέση με εμάς. Τα παραδείγματα αφθονούν στην καθημερινή ζωή, έτσι που κάθε σχετική παράθεση εδώ περιττεύει.

3. Διαζευκτική: Κωδικοποιείται με φράσεις όπως «ή αυτός, ή εγώ»«αν αυτός, τότε όχι εγώ» (το γνωστό «ο θάνατός σου, η ζωή μου!»). Κλασικό παράδειγμα, η περίπτωση του στρατιώτη την ώρα της μάχης. Συχνά, το ηθικό του στρατιώτη ανυψώνεται με ρητορείες περί ηθικής ανωτερότητάς του σε σχέση με τον αντίπαλο (στην περίπτωση των Ναζί, μάλιστα, υπήρχε επιπρόσθετα και η πεποίθηση της φυλετικής ανωτερότητας). Έτσι, η διαζευκτική στάση μπορεί να συνυπάρχει με – και να ενισχύεται από – την υπεροπτική.

4. Συνειρμική: Περιγράφεται με το ρητορικό ερώτημα: «αν αυτός, γιατί όχι κι εγώ;» και εκφράζει, μέσω ενός μηχανισμού υποκατάστασης του «εγώ» με το «αυτός», τον φόβο μπροστά στο παράδειγμα του θανάτου. «Άραγε, πότε θάρθει κι η σειρά μου;», ακούμε συχνά να λέγεται.

5. Συζευκτική: Κωδικοποιείται με τη φράση: «αν αυτός, τότε κι εγώ», που απεικονίζει μία σχέση υπαρξιακής εξάρτησης (όχι απαραίτητα αμφίδρομη). Είναι η τραγικότερη από τις πέντε κατηγορίες και απαντάται κυρίως σε περιπτώσεις απώλειας προσφιλούς προσώπου, όταν αυτός που μένει πίσω χάνει πλέον κάθε επιθυμία για ζωή. (Έχω προσωπικά παραδείγματα, τόσο στον οικογενειακό όσο και στον ευρύτερο κοινωνικό μου χώρο. Αλησμόνητη θα μου μείνει και η τραγική φιγούρα ενός γνωστού ηθοποιού σε ένα νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν η σύζυγός του. «Έφυγε» λίγο καιρό μετά από εκείνη...)

Η τελευταία αυτή κατηγορία, ιδιαίτερα, είναι που με κάνει να στέκομαι αμήχανος ακούγοντας την ακαδημαϊκή τοποθέτηση του καθηγητή Λιαντίνη περί αισθήματος κατάφασης μπροστά στον θάνατο του συνανθρώπου. Μία θέση που, κατά τη γνώμη μου, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δόγμα με γενική και απόλυτη ισχύ, χωρίς να επιδέχεται περιπτωσιολογική εξέταση. Και, ασφαλώς, το να επικαλείται κάποιος τον Φρόιντ δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη των λόγων του, όταν αυτοί δείχνουν να εκφράζουν παράλληλα και προσωπικές του θέσεις.

Όπως προσωπική, νομίζω, ήταν κατά βάθος και η όλη προσέγγιση του θέματος του θανάτου από τον σπουδαίο ρήτορα. Για τον λόγο αυτό, ας κρατήσουμε από την ιστορική ομιλία του τον πλούτο της πληροφορίας και την ωραιότητα των λόγων, κι ας αναζητήσει ο καθένας για τον εαυτό του τις δικές του απαντήσεις στα μεγάλα μεταφυσικά ζητήματα.

Ο Λιαντίνης απάντησε στα ζητήματα αυτά στην πράξη. Και γνωρίζουμε πώς...


KLIK

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Και όμως, υπάρχει «θεσμικός» τρόπος αλλαγής του εκλογικού νόμου!


Θέλοντας να παραμείνει «θεσμικός», ο πρωθυπουργός διστάζει να προβεί σε αλλαγή του εκλογικού νόμου με σκοπό την αποφυγή ακυβερνησίας. Όμως υπάρχει κάποιος άλλος που, αν θέλει να θεωρείται σοβαρός, πρέπει πρώτος εκείνος να το ζητήσει!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Καθώς πλησιάζουμε στις εκλογές, το φάσμα αλλεπάλληλων εκλογικών διαδικασιών και παρατεταμένης ακυβερνησίας - με ό,τι δυσοίωνο αυτή συνεπάγεται - πλανάται έντονα πάνω από τη χώρα. Με κυρίως υπεύθυνο το προκατασκευασμένο αδιέξοδο που υπόσχεται η δογματική αυτο-δέσμευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί μη μετεκλογικής συνεργασίας με το νυν κυβερνών κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, αναμένεται να έχει την σχετική πλειοψηφία στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Είναι πλέον εμφανές ότι το μόνο που θα εξασφαλίσει κυβερνησιμότητα στη χώρα είναι η ανάδειξη αυτοδύναμης κυβέρνησης, πράγμα όμως εξαιρετικά δύσκολο με βάση τον υπάρχοντα εκλογικό νόμο. Από την άλλη, η αλλαγή του εκλογικού νόμου έτσι ώστε να ενισχύεται ακόμα περισσότερο το πρώτο κόμμα, αν και αποτελεί αναμφισβήτητο δικαίωμα της κυβέρνησης (δεν θα είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που θα συμβεί κάτι τέτοιο στην πρόσφατη ιστορία της χώρας) προσκρούει στον δισταγμό του πρωθυπουργού μπροστά στο ενδεχόμενο (ή μάλλον, τη βεβαιότητα) να κατηγορηθεί από μέρος της αντιπολίτευσης για «θεσμική εκτροπή» προς όφελος του κόμματός του.

Εν τούτοις, υπάρχει στρατηγικός τρόπος παράκαμψης του οιονεί θεσμικού κωλύματος του πρωθυπουργού. Τον τρόπο αυτό καθιστά εφικτό η αυτο-παγίδευση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μία στεντορεία τη φωνή εκφρασμένη πεποίθηση ότι το κόμμα του έχει τη δυνατότητα να πρωτεύσει στις εκλογές. Αυτό λύνει τα χέρια του πρωθυπουργού στο να θέσει ζήτημα αλλαγής εκλογικού νόμου, «ρίχνοντας το γάντι» στον βασικό αντίπαλό του:

– Αφού πιστεύετε ότι μπορείτε να νικήσετε στις εκλογές, ζητήστε τώρα αναθεώρηση του εκλογικού νόμου προς όφελος του πρώτου κόμματος, έτσι ώστε να ενισχυθούν οι πιθανότητες να κυβερνήσετε αυτοδύναμα. Το δικό μας κόμμα θα υπερψηφίσει την πρότασή σας!

Η μόνη πολιτικά αξιοπρεπής ανταπόκριση του αρχηγού της αντιπολίτευσης θα είναι να «σηκώσει το γάντι» αποδεχόμενος εκών-άκων την πρόκληση. Αντίθετα, κάθε απόπειρα υπεκφυγής εκ μέρους του, πασπαλισμένη με «οργίλες» (ως συνήθως) ρητορικές πομφόλυγες, θα αποκαλύψει υποκρισία και, τελικά, ηττοπάθεια. Κι αυτό είναι δυνατό να αποβεί πολιτικά επιζήμιο για τον ίδιο και το κόμμα του.

Βέβαια, στην Ελλάδα ζούμε όπου οι διακηρύξεις είναι φτηνές και, όταν τις διαψεύδει η ίδια η πραγματικότητα, εύκολα συγχωρούνται. Τη στιγμή αυτή, ακόμα και κόμματα που μπαίνουν - δεν μπαίνουν στη Βουλή με βάση τις δημοσκοπήσεις, δηλώνουν ότι έχουν στόχο τη νίκη στις επόμενες εκλογές! Ποιος θα πάρει, λοιπόν, στα σοβαρά τον μονίμως θυμωμένο αρχηγό της λεγόμενης «προοδευτικής» παράταξης, η οποία βλέπει την δημοσκοπική κορυφή με τα κιάλια, όταν αυτός δηλώνει σιγουριά για τη νίκη του;

Θα ήταν ενδιαφέρον, εν τούτοις, έστω και εν είδει πολιτικής φάρσας, να δείξει ο πρωθυπουργός ότι αποδίδει πολιτικό βάρος στις διακηρυγμένες βεβαιότητες του βασικού του αντιπάλου. Και να πετάξει το «γάντι» της αναθεώρησης του εκλογικού νόμου.

Για να δούμε, τελικά, αν η λέξη «τσάμπα» έχει ή δεν έχει θέση μπροστά από τη λέξη «μάγκας»...

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Πρέπει, τελικά, να κυκλοφορούν ηλεκτρικά πατίνια στην πόλη;


Τα ηλεκτρικά πατίνια δεν μπορούν να σκοτώσουν μόνο τα παιδιά που τα οδηγούν, αλλά και κάποιους που περπατούν αμέριμνοι. Γι' αυτούς, όμως, σπάνια μιλά κανείς...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Μακραίνει συνεχώς ο θλιβερός κατάλογος ατυχημάτων (κάποιες φορές, δυστυχώς, με τραγική κατάληξη) με θύματα ανηλίκους που οδηγούν ηλεκτρικά πατίνια σε δρόμους και με τρόπους που δεν πρέπει. Και, αν τα ίδια τα θύματα - εξ ορισμού και για προφανείς λόγους - φέρουν τη μικρότερη ευθύνη για τα ατυχήματα, τεράστια είναι η ευθύνη των ενηλίκων που προμηθεύουν ένα εν δυνάμει "φονικό όπλο" σε παιδιά που δεν έχουν ακόμα αναπτύξει επαρκώς το αίσθημα του κινδύνου και τη λογική της αυτοπροστασίας.

Όμως, όσο και αν μας συγκλονίζει η ιδέα ενός ατυχήματος με θύμα ένα παιδί, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο δημόσιος λόγος με θέμα τα πατίνια είναι, σε μεγάλο βαθμό, μονόπλευρος. Γιατί, το θύμα ενός ατυχήματος που εμπλέκει ηλεκτρικό πατίνι δεν είναι πάντα (ή, δεν είναι μόνο) το άτομο που οδηγεί το πατίνι. Και, δυστυχώς, σε πολλές χώρες (μεταξύ τους η Ελλάδα) έχουν καταγραφεί τραυματισμοί - ακόμα και δυστυχήματα - με θύματα πεζούς που είχαν την ατυχία να συναπαντηθούν με την απρόσεκτη πορεία ενός πατινιού...

Δύο αθηναϊκοί πεζόδρομοι στις περιφέρειες Ακρόπολης και Φιλοπάππου, η Διονυσίου Αρεοπαγίτου και η συνέχειά της, η Αποστόλου Παύλου, προσφέρονται για μία από τις ωραιότερες βόλτες στην πόλη. Ή, τουλάχιστον, αυτό ίσχυε μέχρι την εμφάνιση των ηλεκτρικών πατινιών (και των ποδηλάτων, θα πρόσθετα, αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία...).

Βαδίζοντας αμέριμνα στον (κατ' ευφημισμόν) πεζόδρομο και χαζεύοντας ή φωτογραφίζοντας τα αξιοθέατα της περιοχής, ο πεζός αντιλαμβάνεται ξαφνικά να τον προσπερνά αθόρυβα σε απόσταση αναπνοής και κινούμενο σαν σαΐτα ένα δίτροχο που το οδηγεί χαρούμενα (και ανεύθυνα) κάποιο παιδί. Και σκέφτεται με τρόμο τι θα μπορούσε να του είχε συμβεί έτσι και είχε την ατυχία να παραπατήσει ή να σκύψει για να πιάσει κάτι που του πήρε ο αέρας, την κρίσιμη στιγμή της προσπέρασης.

Ακόμα χειρότερα, μπορεί κάποιος να δει αυτά τα διαβολικά δίτροχα να κάνουν "σλάλομ" με ιλιγγιώδεις ταχύτητες ανάμεσα σε πεζούς (μικρών παιδιών περιλαμβανομένων) που είχαν την ατυχή έμπνευση να κάνουν μια βόλτα γύρω από την Ακρόπολη.

Το πατίνι, όμως, δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο όταν κινείται, αλλά και όταν (λέμε τώρα) είναι "παρκαρισμένο". Που σημαίνει, ξαπλωμένο φαρδύ-πλατύ κατά μήκος του πεζοδρομίου και φράζοντας σχεδόν απόλυτα το πέρασμα των πεζών, οι οποίοι έτσι είναι αναγκασμένοι να κατέβουν στον δρόμο για να το αποφύγουν (μία κίνηση με σχετικό ρίσκο όταν υπάρχει έντονη κυκλοφορία αυτοκινήτων, πόσο μάλλον αν πρόκειται για ανθρώπους με κινητικά προβλήματα ή μητέρες με καρότσια).

Το ηλεκτρικό πατίνι δεν είναι παιδικό ποδήλατο, ούτε παιδικό καρότσι. Είναι ηλεκτροκίνητο όχημα και η κίνησή του υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς. Ειδικά, στους πεζοδρόμους η ταχύτητά του δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 6 χιλιόμετρα την ώρα (ταχύτητα γρήγορης βάδισης). Μάλιστα, σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας, μεταξύ των οποίων όλη η περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, υπάρχει πλήρης απαγόρευση κυκλοφορίας και στάθμευσης για τα ηλεκτρικά πατίνια. Επί πλέον, απαγορεύεται η κίνησή τους πάνω σε πεζοδρόμια.

Σε ό,τι αφορά το παρκάρισμα ηλεκτρικών πατινιών στα πεζοδρόμια, θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην εμποδίζει την κυκλοφορία των πεζών.

Πόσο τηρούνται αυτοί οι κανόνες και, κυρίως, πόσο ελέγχεται η τήρησή τους από τις αρμόδιες αρχές; Χθες μόλις είδα πατίνια στον (απαγορευμένο, υποτίθεται) περιφερειακό της Ακρόπολης να περνούν ανέμελα μπροστά από αστυνομικούς που ήταν σταθμευμένοι εκεί. Όσο για την κανονικότητα στο παρκάρισμα πάνω στα πεζοδρόμια, μία βόλτα στο Κουκάκι (το αναφέρω ενδεικτικά) θα απαντούσε στο ερώτημα...

Εν κατακλείδι: Τα ηλεκτρικά πατίνια αποτελούν μάστιγα για την κοινωνία και πρέπει να αποσυρθούν οριστικά από τους δρόμους και τα πεζοδρόμια της πόλης (της κάθε πόλης!). Για να μην κινδυνεύουν παιδιά που τα οδηγούν, αλλά και αθώοι διαβάτες που βρίσκονται στον δρόμο τους. Κι ας δυσαρεστηθεί, επιτέλους, η πιτσιρικαρία επειδή θα στερηθεί ένα "παιχνίδι" που, στην πραγματικότητα, είναι φονικό όργανο. Το οποίο, βέβαια, αποτελεί "ευγενική χορηγία" ενηλίκων...

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Επιλέγοντας μια θετική στάση ζωής


Λένε πως θετική στάση ζωής είναι να βλέπεις το ποτήρι μισο-γεμάτο αντί μισο-άδειο. Αν κι ακούγεται απλοϊκός, ο ορισμός είναι απόλυτα ακριβής!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Μία τυχαία συνάντηση δύο φιλενάδων σε αθηναϊκό σούπερ-μάρκετ (η σκηνή θα μπορούσε να είναι αληθινή):

- Χαίρομαι που σε βλέπω! Πού θα πάτε φέτος διακοπές;

- Δεν θα πάμε.

- Μα γιατί; Όλος ο κόσμος πάει. Εσείς τίποτα;

- Εμάς μας φτάνει που είμαστε καλά, και νιώθουμε υπέροχα ακόμα και με μια ωραία βόλτα.

- "Μια ωραία βόλτα"... Η ζωή δεν θέλει μόνο βόλτες, υπάρχουν και καλύτερα πράγματα!

- Όπως υπάρχουν και χειρότερα. Αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις ανθρώπους που περνούν πολύ δύσκολες καταστάσεις. Αισθανόμαστε τυχεροί που, αν μη τι άλλο, μέχρι στιγμής τις έχουμε αποφύγει.

- Ε, καλά, γιατί κοιτάς τα χειρότερα ενώ υπάρχουν τα καλύτερα; Εμείς πάντως το Σάββατο φεύγουμε για...

(Ο αναγνώστης ας συμπληρώσει τον προορισμό, σύμφωνα με τις προσωπικές του προτιμήσεις.)

Ο παραπάνω διάλογος αναδεικνύει το νόημα της θετικής στάσης ζωής, την οποία έχει συνειδητά επιλέξει η φιλενάδα (ας την ονομάσουμε "Λίνα") που δεν θα πάει διακοπές. (Η άλλη γυναίκα δεν θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ.)

Τι σημαίνει, όμως, "επιλέγω μία θετική στάση ζωής"; Θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε την απάντηση ως εξής:

Αποδέχομαι τα όρια του εφικτού και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γι' αυτά που μπορώ να έχω, χωρίς να μεμψιμοιρώ για όσα δεν είναι δυνατά.

Η Λίνα γνωρίζει ότι η οικογένειά της δεν έχει τη δυνατότητα να πάει διακοπές (ίσως υπάρχουν οικονομικά προβλήματα ή άλλα ζητήματα που απαιτούν παραμονή στην πόλη). Εν τούτοις, δεν γκρινιάζει και δεν καταριέται την τύχη της. Ούτε αισθάνεται συμπλεγματικά απέναντι στη φίλη της, η οποία εμφανώς την υποτιμά για τη στάση ζωής της (χωρίς μάλιστα να μπει στον κόπο να εξετάσει αν όντως πρόκειται για επιλογή και όχι για μη-δυνατότητα).

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Λίνα δεν αισθάνεται την ανάγκη να "απολογηθεί" εξηγώντας τους λόγους που την κάνουν να μην πάει διακοπές. Το αφήνει να φανεί σαν απλή έλλειψη διάθεσης. Αλλά, ακόμα κι αν αυτός ακριβώς είναι ο λόγος, η Λίνα δεν κλονίζεται από την αρνητική κριτική της φίλης της για την υποτιθέμενη "ασημαντότητα" των επιθυμιών κι επιλογών της.

Παράλληλα, η Λίνα βιώνει ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης, για δύο λόγους:

1. Όλοι στην οικογένειά της είναι καλά. Κι αυτό το "καλά" μόνο αυτονόητο δεν είναι στη ζωή, αν κοιτάξει κάποιος γύρω του και δει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ακόμα και οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

2. Αν και είναι αντικειμενικά αδύνατη η ικανοποίηση όλων των επιθυμιών της, υπάρχουν πάντα πράγματα που είναι εφικτά σε εκείνη και μπορούν να την κάνουν ευτυχισμένη (όπως, π.χ., η ωραία βόλτα που επικαλέστηκε). Το πρόβλημα είναι ότι, συχνά, τα πράγματα αυτά τα υποτιμούμε ή τα αγνοούμε εντελώς, αφού στη συνείδησή μας βάζουμε σε πρώτο πλάνο εκείνα που εξ ορισμού είναι ανέφικτα. Έτσι, αισθανόμαστε δυστυχείς όταν βλέπουμε ότι τα μη-δυνατά για εμάς είναι κατορθωτά για κάποιους άλλους.

Γενικά μιλώντας, ο άνθρωπος που επιλέγει μία θετική στάση ζωής κάνει το καλύτερο δυνατό για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και να εκπληρώσει τις επιθυμίες του. Στην περίπτωση, όμως, που δεν τα καταφέρει απόλυτα, δέχεται ότι έτσι είναι οι καταστάσεις και δεν πρόκειται να αλλάξουν αν εκείνος απλά αρνηθεί να συμβιβαστεί μαζί τους. Κλωτσώντας έναν τοίχο, το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι να σπάσουμε το πόδι μας, όχι να πέσει ο τοίχος!

Οι σύγχρονοι γιατροί τονίζουν την εξάρτηση της υγείας μας (και) από την ποιότητα των συναισθημάτων μας. Ειδικά, επισημαίνουν τη μεγάλη θεραπευτική αξία που έχει για τον άνθρωπο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης. Κι αυτό δεν μας το παρέχουν οπωσδήποτε τα πράγματα που στον μέσο άνθρωπο φαντάζουν μεγάλα και σπουδαία, αλλά, πολύ περισσότερο, εκείνα που συχνά προσπερνούμε θεωρώντας τα "μικρά". Όπως, η νέα μέρα που ξημερώνει και μπορούμε να δούμε ξανά τον ήλιο (κάποιοι, δυστυχώς, δεν το μπορούν)... Ένα σταθερό ταβάνι πάνω απ' το κεφάλι μας, και μία βρύση που τρέχει πάντα νερό (και όμως, υπάρχουν άνθρωποι στη Γη - ίσως ακόμα και παραδίπλα μας - που δεν τα έχουν αυτά ως δεδομένα)... Ένας ρομαντικός περίπατος που ξυπνά μνήμες και ξαναζωντανεύει αισθήματα που τα 'χαμε αφήσει πίσω μας... Ένα χαμόγελο από έναν άγνωστο στο δρόμο, κάποιο συννεφιασμένο πρωινό... Και, πάνω απ' όλα, οι άνθρωποι που αγαπάμε, που είναι καλά και σήμερα...

Όσο για τη Λίνα της εναρκτήριας ιστορίας μας, την επόμενη φορά που θα επισκεφθεί το σούπερ-μάρκετ θα γνωρίζει τι πρέπει να κάνει ώστε να μη χάσει τον χρόνο της με ανούσιες συζητήσεις:

- Χαίρομαι κι εγώ που σε βλέπω, χρυσή μου. Όμως θα πρέπει να τα πούμε κάποια άλλη φορά, γιατί βιάζομαι στ' αλήθεια!

Ταμείο...