Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ο «Μεγάλος Πόλεμος»: Ένα ιστορικό μάθημα που δεν πρέπει να ξεχαστεί


Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ίσως έχει πάψει πια να ερεθίζει τη φαντασία μας. Τα ιστορικά διδάγματα που μας κληροδότησε, όμως, δεν θα πρέπει να αγνοούνται, τη στιγμή που δείχνουν να χαλαρώνουν οι ηθικοί και πολιτικοί δεσμοί που με κόπο και αίμα αναπτύχθηκαν ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) ίσως φαντάζει σήμερα τόσο μακρινός που, για πολλούς μη-ιστορικούς, δεν είναι παρά ένα αξιοσέβαστο θέμα ακαδημαϊκής μελέτης το οποίο ελάχιστα πλέον επηρεάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Εν τούτοις, η ίδια η έννοια της ιστορικής συνέχειας διαψεύδει μία τόσο επιφανειακή αντίληψη. Ας σκεφτούμε μόνο ότι ο λεγόμενος «Μεγάλος Πόλεμος» ήταν στην ουσία το πρώτο μέρος μιας αιματηρής παγκόσμιας κρίσης που οδήγησε σε μία ακόμα μεγαλύτερη και πιο δολοφονική: τον πόλεμο που προκάλεσε η διαστροφική κυριαρχική μανία του Άντολφ Χίτλερ. Κι ο πόλεμος αυτός, με τη σειρά του, ανέδειξε την ανάγκη στενότερης συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών, έτσι ώστε να μη διαπράξουν ξανά τα λάθη που οδήγησαν σε καταστροφική αλληλοεξόντωση.

Κι έτσι γεννήθηκε η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Ένα οικοδόμημα που χτίστηκε βήμα - βήμα πάνω στην πεποίθηση ότι η γενική ευημερία θα έρθει ως αποτέλεσμα συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης, όχι εθνικών περιχαρακώσεων και ανταγωνισμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρκετοί σήμερα ονειρεύονται τη διάλυσή της, βγήκε στ' αλήθεια μέσα από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών.

Τη στιγμή που η ευρωπαϊκή ενότητα δείχνει ανησυχητικά σημάδια χαλάρωσης (λόγω, κυρίως, του μεταναστευτικού προβλήματος και, δευτερευόντως, ως αποτέλεσμα των μεθοδεύσεων ενός επικίνδυνου και πολεμοχαρούς δικτάτορα στα ανατολικά) θα ήταν, πιστεύουμε, διδακτικά ωφέλιμο να γυρίσουμε πίσω το ρολόι της Ιστορίας για να ξαναδούμε μία διαιρεμένη Ευρώπη στις σκοτεινές μέρες των αρχών του εικοστού αιώνα. Θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε, όσο αντικειμενικά μπορούμε, τις ευθύνες για το ξέσπασμα του «Μεγάλου Πολέμου», καθώς και να καταγράψουμε τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα μέσα στα εφιαλτικά χαρακώματα. Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη το 2014, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα δημοσιευμένα κείμενα χάθηκαν με το κλείσιμο, δυστυχώς, ενός πολύ αξιόλογου ηλεκτρονικού περιοδικού...

    Εισαγωγή

Βλέποντας την ιστορία των δύο Παγκοσμίων Πολέμων από καθαρά ηθική σκοπιά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί (όχι άδικα) ότι ο Δεύτερος είχε ευγενέστερα κίνητρα – την αντίσταση του πολιτισμένου, δημοκρατικού κόσμου απέναντι στη βαρβαρότητα του ναζισμού – σε σύγκριση με τον Πρώτο, που ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμών των «μεγάλων» δυνάμεων, και εθνικιστικών φιλοδοξιών των «μικρών». Και είναι αλήθεια ότι ο εγωκεντρισμός περίσσεψε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (τον «Μεγάλο Πόλεμο», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του), τόσο σε επίπεδο διπλωματίας, όσο και στρατηγικής.

Εκεί, όμως, που ο εγωκεντρισμός αποκτά «δολοφονικές» διαστάσεις είναι στη συμπεριφορά των στρατηγών απέναντι στους ίδιους τους στρατούς που διοικούσαν. Προσωπικά, θα καταθέσω την αδυναμία μου να απαντήσω στο υποθετικό - και όχι ρητορικό - ερώτημα, γιατί δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως εγκληματίας πολέμου ο Βρετανός στρατηγός Sir Douglas Haig, ο οποίος, από στρατιωτικό καπρίτσιο αλλά και για προσωπικές φιλοδοξίες, έστειλε σε άσκοπο, φρικτό θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες στρατιωτών σε Somme και Passchendaele - για να μην αναφερθώ και στις αμέτρητες θανατικές καταδίκες που ελαφρά τη καρδία υπέγραψε για όσους απλά δεν άντεξαν στα χαρακώματα. Ανεξάρτητα από αξιολογήσεις κινήτρων ως «καλών» ή «κακών», αυτή η ολική περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, εκφρασμένη κυνικά μέσω υπηρεσιακών διαταγών μαζικού θανάτου, καθιστά τις ηθικές διαφοροποιήσεις δυσδιάκριτες…

Ο επιμερισμός εθνικών «ενοχών» για τον Μεγάλο Πόλεμο είναι δύσκολη υπόθεση και αποτελεί αντικείμενο συζήτησης ως τις μέρες μας. Κάποιοι ιστορικοί (όπως, π.χ., ο Αμερικανός William Keylor [1]) επιμένουν ότι το βάρος της ευθύνης πέφτει κυρίως στους ώμους της υπέρμετρα φιλόδοξης και πολεμοχαρούς Γερμανίας, ενώ άλλοι συγγραφείς [2,3] επιμερίζουν πιο «συμμετρικά» τις ευθύνες.

Στο άρθρο αυτό θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε – όσο πιο αντικειμενικά γίνεται – τα αίτια που οδήγησαν στον πόλεμο, καθώς και την ευθύνη των κυρίως εμπλεκομένων για το ξέσπασμα ή, τουλάχιστον, την μη αποτροπή του. Θα αναζητήσουμε, δηλαδή, τους «ενόχους» (εκ προθέσεως ή εξ αμελείας) ενός ιστορικού εγκλήματος που οδήγησε μία ολόκληρη γενιά στο σφαγείο των χαρακωμάτων...

    Τις πταίει; (Μία δίκη προθέσεων)

Στο τέλος του πολέμου οι θριαμβευτές Σύμμαχοι απαίτησαν να περιληφθεί στη συνθήκη ειρήνης ένα άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η Γερμανία αποδεχόταν την ευθύνη για όλες τις απώλειες και τις καταστροφές που είχε προκαλέσει ο πόλεμος. Αυτή η αποδοχή «πολεμικής ενοχής» έχει γίνει έκτοτε αντικείμενο αμέτρητων πολιτικών και ιστοριογραφικών συζητήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε μονομερής ερμηνεία για το ξέσπασμα του πολέμου είναι εξαιρετικά απλοϊκή. Από τη μία, στην τελική κρίση του Ιουλίου του 1914 η γερμανική κυβέρνηση ενήργησε με τρόπο που επιτάχυνε τον πόλεμο. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ο ενθουσιασμός με τον οποίο υποδέχθηκαν τον πόλεμο οι λαοί όλων των εμπλεκομένων χωρών, και η βεβαιότητα όλων των κυβερνήσεων ότι τα εθνικά τους συμφέροντα απειλούνταν.

Επίσης, συζητήσιμη είναι η καθιερωμένη άποψη ότι ο πόλεμος υπήρξε αποτέλεσμα της «παλιάς διπλωματίας» και ενός συστήματος συμμαχιών βασισμένων σε μυστικές συμφωνίες. Κάποιοι ιστορικοί είδαν στον πόλεμο μία ενδεχομένως συνειδητή προσπάθεια των κυβερνήσεων να αποσπάσουν την προσοχή των πολιτών από δυσεπίλυτα εσωτερικά προβλήματα, μέσω μίας ενεργού εξωτερικής πολιτικής και μιας έκκλησης για εθνική αλληλεγγύη σε καιρό πολέμου. Άλλοι συγγραφείς εστιάζουν την προσοχή τους σε θέματα στρατηγικής, όπως, π.χ., ο ναυτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στη Γερμανία και τη Βρετανία, ή το ευαίσθητο ζήτημα της παραβίασης της ουδετερότητας του Βελγίου (όπως προέβλεπαν τα γερμανικά πολεμικά σχέδια ήδη από το 1907), πράγμα που, εξ ορισμού, θα έσυρε τη Βρετανία, συν-εγγυήτρια της βελγικής ουδετερότητας, στον πόλεμο.

Για τη Γαλλία τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Η διαμάχη της με τη Γερμανία αφορούσε τις επαρχίες που είχε χάσει το 1871 σαν αποτέλεσμα της ήττας της στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Αν και οι Γάλλοι δεν ήταν διατεθειμένοι να προκαλέσουν έναν πόλεμο για χάρη της Αλσατίας και της Λωρραίνης, ήταν εν τούτοις αυτονόητο ότι, σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία, η επανάκτηση των χαμένων αυτών επαρχιών θα αποτελούσε τον πρωταρχικό στόχο του πολέμου.

Το στρατιωτικό πλεονέκτημα της Γαλλίας έναντι της Γερμανίας το πρόσφερε η συμμαχία της με τη Ρωσία, πράγμα που θα ανάγκαζε τη Γερμανία να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα. Για τη Ρωσία, από την άλλη μεριά, το πλεονέκτημα της συμμαχίας φαινόταν να είναι ότι η Γερμανία δεν θα αποτολμούσε μία επιθετική ενέργεια εναντίον της, από το φόβο της εμπλοκής της Γαλλίας. Αυτό – πίστευε η Ρωσία – της έλυνε τα χέρια σε ό,τι αφορούσε τις επεκτατικές φιλοδοξίες της προς τον νότο, δηλαδή, την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, η αναζωπύρωση του ρωσικού ενδιαφέροντος για τις περιοχές αυτές ενείχε τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης με τη βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, της οποίας τα εσωτερικά προβλήματα την ενέπλεκαν όλο και περισσότερο με τα συμβαίνοντα στα Βαλκάνια. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν κυρίως με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Στη Βοσνία, ειδικά, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Σλάβοι. Και, στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία, η στρατιωτική κλίκα που έλεγχε την εκεί κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Βοσνία «αυτοδίκαια» θα έπρεπε να ανήκει στη χώρα αυτή. Προς τον σκοπό αυτό, Σέρβοι φανατικοί οργάνωναν και εκτελούσαν τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον Αυστριακών στο εσωτερικό της Βοσνίας, με την υποστήριξη κύκλων της σερβικής κυβέρνησης.

Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Βοσνίας–Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (1908), με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε από τους Αυστριακούς, είχε αποτελέσει μεγάλη διπλωματική ταπείνωση και ήταν η αφετηρία επικίνδυνων εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο πόλεμος τότε είχε αποφευχθεί λόγω της δυναμικής παρέμβασης της Γερμανίας και της στρατιωτικής ανετοιμότητας της Ρωσίας. Όπως ήταν φυσικό, η βοσνιακή κρίση έφερε κοντύτερα τη Ρωσία με τη Σερβία, με την πρώτη να αναλαμβάνει τον ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η στάση της Βρετανίας απέναντι στον πόλεμο ήταν αβέβαιη ως την τελευταία στιγμή. Τυπικά, η Entente Cordiale με τη Γαλλία (1904) ήταν μία απλή «συμφωνία κυρίων» που έλυνε ζητήματα αποικιακών διαφορών. Για λόγους εσωτερικής πολιτικής, η βρετανική κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι η συμφωνία αυτή με κανέναν τρόπο δεν υποχρέωνε τη χώρα να προστρέξει σε βοήθεια της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Εν τούτοις, ήταν ξεκάθαρο στην πολιτική ηγεσία ότι η Βρετανία δύσκολα θα παρέμενε ουδέτερη σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου.

Η Γερμανία προσέφερε, τελικά, το αναγκαίο διπλωματικό άλλοθι στη Βρετανία, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα (της ουδετερότητας αυτής, η Βρετανία – όπως άλλωστε και η ίδια η Γερμανία! – ήταν εγγυήτρια). Στην πραγματικότητα, την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο υπαγόρευε το αμυντικό δόγμα της χώρας αυτής, σύμφωνα με το οποίο σε καμία εχθρική δύναμη δεν θα επιτρεπόταν να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης.

    Η γερμανική απειλή

Όπως σημειώνει ο W. Keylor [1], στη δεκαετία του 1920 έγινε προσπάθεια από ορισμένους διανοητικούς κύκλους (όχι κατ’ ανάγκη γερμανικούς) να αρνηθούν οποιαδήποτε ευθύνη της Γερμανίας για τον πόλεμο, τον οποίο απέδιδαν στη γαλλική εκδικητικότητα, τον ρωσικό επεκτατισμό ή τη βρετανική διπροσωπία. Ο ιστορικός αυτός αναθεωρητισμός αμφισβητήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (ο οποίος, κατά πολλούς, δεν ήταν παρά συνέχεια του Πρώτου), όταν η πολιτική της Γερμανίας ως τα μισά του εικοστού αιώνα μπόρεσε να αξιολογηθεί στο σύνολό της.

Ένας βασικός παράγοντας που καθόρισε τη γερμανική εξωτερική πολιτική στις παραμονές του πολέμου, είχε οικονομικές αφετηρίες. Στις παγκόσμιες αγορές είχαν διεισδύσει και κυριαρχούσαν τρεις μεγάλες δυνάμεις: οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Λατινική Αμερική, η Μεγάλη Βρετανία στην ανατολική και νότια Αφρική και στη νότια Ασία, και η Γαλλία στη δυτική Αφρική, στα Βαλκάνια και στη Ρωσία. Σύντομα η Ρωσία και η Ιαπωνία θα έμπαιναν κι αυτές στον οικονομικό ανταγωνισμό στην Άπω Ανατολή. Πού υπήρχε χώρος οικονομικής διείσδυσης για τη φιλόδοξη, ανερχόμενη Γερμανία;

Γερμανικά οικονομικά ανοίγματα στη βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνάντησαν σκληρό ανταγωνισμό από βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα που ήδη κατείχαν στρατηγικές θέσεις εκεί. Η Γερμανία αισθανόταν οικονομικά περικυκλωμένη από σλαβικές χώρες στα ανατολικά και στα νότια, έχοντας πάντα στα δυτικά της τον παραδοσιακό γαλλικό εχθρό ως σταθερό ανάχωμα στις φιλοδοξίες οικονομικού επεκτατισμού της.

Οι προβληματισμοί των Γερμανών για τα όρια της οικονομικής τους ανάπτυξης συνέπεσαν με τις ανησυχίες γερμανικών στρατιωτικών κύκλων, που έβλεπαν τη χώρα να χάνει τη στρατιωτική της υπεροχή στην Ευρώπη από τις συνδυασμένες δυνάμεις της Γαλλίας και της Ρωσίας. Η γαλλορωσική συμμαχία του 1894 ζωντάνεψε τον εφιάλτη που η ευφυής διπλωματία του Bismarck είχε παλιότερα καταφέρει να ξορκίσει: το ενδεχόμενο να αναγκαστεί η Γερμανία να διεξαγάγει έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα. Η ανάγκη, τότε, να μοιράσει τις δυνάμεις της μεταξύ ανατολής και δύσης θα απέκλειε μία γρήγορη νίκη, ανάλογη με αυτήν του 1870 κατά των Γάλλων.

Ο Κόμης Alfred von Schlieffen, αρχηγός του αυτοκρατορικού γενικού επιτελείου από το 1892 ως το 1906, είχε καταστρώσει ένα πολεμικό σχέδιο με σκοπό να ξεπεράσει το στρατιωτικό μειονέκτημα της Γερμανίας εξαιτίας της γαλλορωσικής συμμαχίας. Προέβλεπε την καταρχήν συγκέντρωση γερμανικών δυνάμεων στα δυτικά, οι οποίες θα υπερνικούσαν – υποτίθεται – τον πιο ολιγάριθμο γαλλικό στρατό μέσα σε έξι εβδομάδες. Κατόπιν, το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού στρατού θα μεταφερόταν ανατολικά για να αντιμετωπίσει τους Ρώσους, πριν αυτοί κατορθώσουν να υπερνικήσουν τις κατά πολύ κατώτερες, αριθμητικά, δυνάμεις των Γερμανών που θα υπερασπίζονταν το ανατολικό τμήμα της χώρας.

Το σχέδιο Schlieffen βασιζόταν σε δύο κρίσιμες υποθέσεις. Η πρώτη ήταν η διατήρηση της αριθμητικής υπεροχής του γερμανικού στρατού έναντι του γαλλικού. Η δεύτερη ήταν η αδυναμία των Ρώσων, με το πρωτόγονο σύστημα χερσαίων μεταφορών που διέθεταν, να αναπτύξουν τον αριθμητικά υπέρτερο στρατό τους κατά μήκος των γερμανικών συνόρων, προτού ολοκληρωθούν οι επιχειρήσεις κατά της Γαλλίας στο δυτικό μέτωπο.

Όμως, οι Γερμανοί στρατιωτικοί αναλυτές έβλεπαν με τρόμο ότι και οι δύο αυτές προϋποθέσεις απειλούνταν όλο και περισσότερο, καθώς στη Γαλλία η στρατιωτική θητεία είχε αυξηθεί από δύο σε τρία χρόνια (πράγμα που θα καταργούσε το αριθμητικό πλεονέκτημα των Γερμανών), ενώ οι Ρώσοι, με την οικονομική βοήθεια των Γάλλων, είχαν ξεκινήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κατασκευής σιδηροδρόμων που θα συνέδεαν την κεντρική Ρωσία με τα δυτικά σύνορα της χώρας.

Αυτή η αίσθηση οικονομικής περικύκλωσης και αυξανόμενης στρατιωτικής ευαλωτότητας έκανε τη Γερμανία να σκέφτεται, πλέον, σοβαρά έναν πόλεμο κατά των Γάλλων και των Ρώσων. Κι αυτό θα έπρεπε να συμβεί σύντομα, όσο ακόμα ήταν «ζωντανές» οι προϋποθέσεις του σχεδίου Schlieffen. Και η ευκαιρία παρουσιάστηκε στις 28 Ιουνίου του 1914, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής, ο Gavrilo Princip, δολοφόνησε τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Franz Ferdinand, και τη σύζυγό του, στο Σαράγεβο, την πρωτεύουσα της Βοσνίας – της επαρχίας που συμβόλιζε όσο τίποτα άλλο τη ρωσική έχθρα για τους Αυστριακούς…

    Μετά το Σαράγεβο

Καταγράφουμε τώρα τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αρχιδούκα και τα οποία οδήγησαν στην έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου το 1914. Ο αναγνώστης ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για το ποιοι ευθύνονται για το ξεκίνημα της ανθρωποσφαγής.

Για τη Βιέννη, το περιστατικό στο Σαράγεβο προσφερόταν ως ιδανικό άλλοθι για οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τη Σερβία. Η γερμανική κυβέρνηση, από την άλλη μεριά, γνώριζε καλά ότι μία επιθετική ενέργεια της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας θα προκαλούσε αυτόματα τη δυναμική παρέμβαση της Ρωσίας υπέρ των Σλάβων προστατευόμενών της. Ήταν, επίσης, αναμενόμενο ότι ένας πόλεμος ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και τη Ρωσία θα ενεργοποιούσε τις συμμαχίες με τις οποίες ήταν «δεμένες» οι δύο αυτές αυτοκρατορίες, πράγμα που σήμαινε καταρχήν έναν γαλλογερμανικό πόλεμο και, στη συνέχεια, μία γενικευμένη ευρωπαϊκή σύρραξη!

Με πλήρη επίγνωση των συνεπειών, το Βερολίνο ενθάρρυνε τη Βιέννη να στείλει ένα ταπεινωτικό τελεσίγραφο στο Βελιγράδι στις 23 Ιουλίου του 1914. Παράλληλα, διαβεβαίωσε την αυστριακή κυβέρνηση πως θα πρόσφερε κάθε αναγκαία στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση πολέμου, ενώ ταυτόχρονα ναρκοθέτησε τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες της βρετανικής κυβέρνησης που είχαν σαν στόχο την αποτροπή της κλιμάκωσης της κρίσης.

Με τη λήξη της προθεσμίας που έθετε το τελεσίγραφο, οι Αυστριακοί κήρυξαν τον πόλεμο στη Σερβία στις 28 Ιουλίου (έναν ολόκληρο μήνα μετά το Σαράγεβο!). Όπως αναμενόταν, η Ρωσία αποφάσισε την επόμενη κιόλας μέρα μερική κινητοποίηση του στρατού της σε περιοχές που βρίσκονταν κοντά στα αυστριακά σύνορα. Γρήγορα όμως το γενικό επιτελείο των Ρώσων αντιλήφθηκε ότι μία μερική κινητοποίηση δεν ήταν επιχειρησιακά εφικτή, οπότε στις 30 Ιουλίου διατάχθηκε πλήρης κινητοποίηση των ρωσικών δυνάμεων και κατά μήκος των συνόρων με τη Γερμανία.

Η Γερμανία είχε τώρα το πρόσχημα που της χρειαζόταν για πόλεμο κατά της Ρωσίας. Γνώριζε, βέβαια, καλά ότι τούτο θα ενεργοποιούσε τους όρους της γαλλορωσικής συμμαχίας. Έστειλε, έτσι, ένα απαράδεκτο τελεσίγραφο στο Παρίσι, αξιώνοντας δήλωση ουδετερότητας της Γαλλίας σε περίπτωση ρωσογερμανικού πολέμου. Ως εγγύηση, μάλιστα, ζήτησε από τους Γάλλους την προσωρινή παραχώρηση στη Γερμανία του ελέγχου των συνοριακών φρουρίων Toul και Verdun!

Την επόμενη μέρα η Γερμανία ήταν σε πόλεμο με τη Ρωσία, ενώ στη Γαλλία διατάχθηκε πλήρης κινητοποίηση του στρατού.

Στις 2 Αυγούστου οι Γερμανοί απαίτησαν από το Βέλγιο το δικαίωμα διέλευσης των στρατευμάτων τους που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς τη Γαλλία. Οι Βέλγοι αρνήθηκαν, και οι Γερμανοί εισέβαλαν στη χώρα. Στις 3 Αυγούστου ο πόλεμος είχε αρχίσει στη δυτική Ευρώπη. Την ίδια μέρα, οι Βρετανοί έστειλαν τελεσίγραφο στη Γερμανία αξιώνοντας την αποχώρηση των δυνάμεών της από το Βέλγιο. Με τη λήξη του, κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία στις 4 Αυγούστου. Ο εφιάλτης είχε μόλις ξεκινήσει…

    Ένα άλλο είδος πολέμου

Στη συζήτηση που προηγήθηκε επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και να επιμερίσουμε, κατά το δυνατόν σφαιρικά, τις ευθύνες για το ξέσπασμά του, που ήταν αποτέλεσμα ενός διπλωματικού και στρατιωτικού ντόμινο μοναδικού στα πολεμικά χρονικά. Όπως είδαμε, τη νομοτέλεια των εξελίξεων καθόρισε ένα σύστημα συμμαχιών που χώριζε τις εμπόλεμες δυνάμεις σε δύο μεγάλα στρατόπεδα: την Αγγλία, τη Γαλλία και τους συμμάχους τους (που όλοι μαζί αναφέρονται, συνήθως, ως «οι Σύμμαχοι») και τη Γερμανο-Αυστριακή συμμαχική ομάδα (τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»).

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε τα ίδια τα πολεμικά γεγονότα, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, τα σημαντικότερα από αυτά. Περισσότερα στοιχεία θα βρει ο αναγνώστης στη σχετική βιβλιογραφία, καθώς και στις πολυάριθμες ιστορικές αναλύσεις και τα σχετικά videos που υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Και ας μην ξεχνούμε, ασφαλώς, και το κλασικό All Quiet on the Western Front” – ως ταινία ή ως μυθιστόρημα – καθώς και το δικό μας, το σαγηνευτικά εφιαλτικό «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη.

Στο τέλος του καλοκαιριού του 1914, οι λαοί είχαν υποδεχθεί τον πόλεμο με φανερό ενθουσιασμό και με τη βεβαιότητα μιας νίκης που θα επιτυγχανόταν «μέσα σε λίγες εβδομάδες». Σημαίες ανέμιζαν και στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν χαρούμενους πατριωτικούς σκοπούς καθώς οι στρατιώτες ξεκινούσαν, τραγουδώντας, για το μέτωπο…

Τον πρώτο καιρό, ο πόλεμος ακολούθησε τα συμβατικά πρότυπα που χαρακτηρίζονταν από κάποιας μορφής κινητικότητα των στρατευμάτων. Σύντομα όμως οι στρατοί γνώρισαν τη δολοφονική δύναμη των νέων όπλων, που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν μαζικούς θανάτους. Μετά τις αρχικές μάχες, οι αντίπαλες γραμμές στα δυτικά σίγησαν ξαφνικά καθώς οι στρατιώτες άρχισαν να σκάβουν βαθιά χαρακώματα, μέσα στα οποία θα έμεναν θαμμένοι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια παρέα με τη λάσπη, τις ψείρες, και τους αρουραίους που έπαιρναν υπερμεγέθεις διαστάσεις τρεφόμενοι από τα πτώματα.

Ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές χαρακωμάτων, η ουδέτερη ζώνη - η «γη του κανενός» (no man’land) - ήταν ο τόπος μαζικής σφαγής των επιτιθέμενων όταν αυτοί, υπό τους ήχους των εχθρικών πολυβόλων, επιχειρούσαν να βγουν από τα λαγούμια τους και να κινηθούν προς το απέναντι χαράκωμα.

Οι ένδοξοι καιροί του ιππικού και των πολύχρωμων στρατιωτικών κοστουμιών είχαν περάσει οριστικά, πια, στην Ιστορία, ενώ το αεροπλάνο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του ως πολεμικό εργαλείο, κυρίως για την κατασκόπευση των θέσεων και κινήσεων του αντιπάλου. Ως το τέλος του πολέμου, τα δηλητηριώδη αέρια και τα τανκς είχαν μπει κι αυτά στο πολεμικό παιχνίδι, αν και η σπουδαιότητά τους στον προκείμενο πόλεμο έχει μάλλον υπερεκτιμηθεί.

Σε ό,τι αφορά τη θάλασσα, ο πόλεμος δεν έχει να επιδείξει σημαντικές ναυμαχίες, με εξαίρεση αυτή στην Jutland το 1916, όπου ο αγγλικός και ο γερμανικός στόλος συναντήθηκαν σε μία μάχη χωρίς νικητή. Από κει και ύστερα, το υπέρτατο όπλο στον αγώνα για τον έλεγχο των θαλασσών ήταν το υποβρύχιο - κυρίως από τη μεριά των Γερμανών, που προσπαθούσαν με κάθε μέσο να σπάσουν τον ασφυκτικό ναυτικό αποκλεισμό που τους είχαν επιβάλει οι Βρετανοί.

    Αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο

Όπως έχουμε αναφέρει, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γαλλία μέσω του Βελγίου, η παραβίαση της ουδετερότητας του οποίου λειτούργησε ως διπλωματικό άλλοθι για την είσοδο της Βρετανίας στον πόλεμο. Σύμφωνα με το φημισμένο Σχέδιο Schlieffen, οι Γερμανοί θα υπέτασσαν τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες και στη συνέχεια θα στρέφονταν προς τα ανατολικά για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία.

Το γερμανικό σχέδιο, όμως, απέτυχε στην εφαρμογή του, κυρίως λόγω των εσφαλμένων εκτιμήσεων του Moltke, αρχηγού του γερμανικού γενικού επιτελείου και διαδόχου του Schlieffen. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τη γερμανική προέλαση στη Μάχη του Μάρνη (9-12 Σεπτεμβρίου 1914), επιστρατεύοντας ακόμα και τα Παρισινά ταξί για να μεταφέρουν στρατιώτες στο μέτωπο!

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες άρχισε να διαφαίνεται το στρατιωτικό αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο. Αντί για προέλαση και γρήγορη νίκη, οι στρατοί οχυρώθηκαν μέσα σε μία διπλή γραμμή χαρακωμάτων που εκτείνονταν από τη Μάγχη ως τα ελβετικά σύνορα. Ήταν πια φανερό ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε πολύ…

Οι στρατηγοί κι από τις δύο πλευρές πάσχιζαν να συγκεντρώσουν ικανό αριθμό ανδρών και πυρομαχικών ώστε να μπορέσουν να σπάσουν το αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα επιδίδονταν σε πόλεμο φθοράς των δυνάμεων του αντιπάλου. Όμως, οι περιοδικές απόπειρες οργανωμένης επίθεσης απλά επιβεβαίωναν το πόσο ανώφελο ήταν να στέλνει κάποιος αθωράκιστους στρατιώτες να αντιμετωπίσουν καλά οχυρωμένους αντιπάλους και την καταστροφική δύναμη πυρός των πολυβόλων και του βαρέος πυροβολικού. Και οι μόνοι που αρνούνταν να δουν αυτή την πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι οι στρατηγοί, με προεξάρχοντες τον υπερφίαλο Βρετανό Sir Douglas Haig και τον εξίσου ματαιόδοξο Γάλλο αρχιστράτηγο Nivelle.

Οι απώλειες κατά τις μάχες έπαιρναν συχνά «αυτοκτονικές» διαστάσεις! Στη Μάχη του Somme (1η Ιουλίου έως 18 Νοεμβρίου 1916) οι Γερμανοί και οι Βρετανοί έχασαν από 400,000 η κάθε πλευρά, ενώ οι Γάλλοι έχασαν 200,000. Η «ανταμοιβή» για τις αγγλο-γαλλικές απώλειες των 600,000 ήταν μία μέγιστη προέλαση 7 μιλίων, περίπου... Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, η ανεπιτυχής γερμανική πολιορκία του Verdun κόστισε τη ζωή σε 336,000 Γερμανούς και 350,000 Γάλλους στρατιώτες. Στη διαβόητη μάχη στο Passchendaele το 1917 (άλλη μία λαμπρή ιδέα του Douglas Haig!) πάνω από 370,000 Βρετανοί στρατιώτες χάθηκαν, με «κέρδος» λίγων μόλις τετραγωνικών χιλιομέτρων λασπωμένης γης διάτρητης από τις οβίδες του πυροβολικού…

    Γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια

Η αποτυχία στο Verdun έδειξε στους Γερμανούς το ανώφελο περαιτέρω επιθέσεων στα δυτικά. Το πάνω χέρι πήραν τώρα οι στρατιωτικοί κύκλοι που πίστευαν ότι η νίκη στον πόλεμο θα ερχόταν μόνο με την καταρχήν ήττα της Ρωσίας.

Τον Αύγουστο του 1916 ο στρατηγός Paul von Hindenburg που, ως διοικητής του Ανατολικού Μετώπου, είχε πιστωθεί την νικηφόρα έκβαση της Μάχης του Tannenberg κατά των Ρώσων στην Ανατολική Πρωσία τον Αύγουστο του 1914, έγινε αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου, έχοντας δίπλα του ως αχώριστο βοηθό και σύμβουλό του τον Erich Ludendorff.

Οι γερμανικές επιτυχίες κατά των Ρώσων στο δεύτερο μισό του πολέμου οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στη δυσκολία των τελευταίων να προμηθευτούν πυρομαχικά και αναγκαίο εξοπλισμό από τους Συμμάχους. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η επιτυχής διπλωματία των Γερμανών στα Βαλκάνια.

Τον Νοέμβριο του 1914 η Τουρκία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η θέση της Τουρκίας ήταν στρατηγικής σημασίας. Αν είχε προσχωρήσει στους Συμμάχους, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τις Κεντρικές Δυνάμεις με ένα γιγαντιαίο «δαχτυλίδι» που θα τις καθιστούσε ευάλωτες σε επιθέσεις από δυτικά, ανατολικά και νότια. Από την άλλη, σαν σύμμαχος των Γερμανών και των Αυστριακών, η Τουρκία θα μπορούσε τώρα να εμποδίσει την από θαλάσσης τροφοδοσία των Ρώσων δια μέσου της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Στις αρχές του 1915, οι Βρετανοί επιχείρησαν να ανοίξουν διάδρομο προς τη Ρωσία μέσω των Δαρδανελίων, στέλνοντας στρατό στη Χερσόνησο της Καλλίπολης. Η τραγική αποτυχία της εκστρατείας χρεώθηκε στον εμπνευστή της, Winston Churchill, ο οποίος έχασε τη θέση του στην κυβέρνηση.

Υποσχόμενοι την εκχώρηση μεγάλων τμημάτων της Μακεδονίας που βρίσκονταν σε σερβικά χέρια, οι Γερμανοί κατόρθωσαν, μετά την Τουρκία, να πάρουν με το μέρος τους και την Βουλγαρία (Οκτώβριος 1915). Σε λίγες εβδομάδες, η Βουλγαρία επιτέθηκε στη Σερβία.

Ως αντίβαρο στις γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια, οι Σύμμαχοι πέτυχαν να βάλουν στον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων τη Ρουμανία (Αύγουστος 1916) και την Ελλάδα (Ιούνιος 1917). Η ελληνική συμμετοχή κατέστησε δυνατή την επίθεση των Συμμαχικών δυνάμεων κατά της Βουλγαρίας στην τελική φάση του πολέμου.

    Η περίπτωση της Ιταλίας

Αν και δεμένη μέσω της «Τριπλής Συμμαχίας» με τη Γερμανία και την Αυστρία, η Ιταλία παρέμεινε ουδέτερη στην αρχή του πολέμου, αφού οι όροι της συμμαχίας δεν ίσχυαν παρά μόνο αν κάποιο από τα μέλη δεχόταν επίθεση. Και, στην περίπτωση αυτή, οι Γερμανοί ήταν εκείνοι που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία και τη Ρωσία, ενώ οι Αυστριακοί δεν είχαν καν μπει στον κόπο να ενημερώσουν τους Ιταλούς σχετικά με το τελεσίγραφο στη Σερβία.

Στη συνέχεια οι Ιταλοί «πολιορκήθηκαν» και από τις δύο πλευρές, όμως οι υποσχέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Σε μία μυστική συνάντηση στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1915, οι Σύμμαχοι κατάφεραν τελικά να πείσουν την ιταλική κυβέρνηση να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό τους. Τα ανταλλάγματα σε περίπτωση νίκης περιλάμβαναν τις αυστριακές επαρχίες που κατοικούνταν από Ιταλούς, τη Βόρεια Αλβανία, καθώς και μέρος της Μικράς Ασίας.

Η Ιταλία υπέστη οδυνηρή ήττα από τις αυστριακές και γερμανικές δυνάμεις στη Μάχη του Caporetto, τον Οκτώβριο του 1917. Εν τούτοις, οι Κεντρικές Δυνάμεις δεν κατάφεραν να τη βγάλουν από τον πόλεμο, αφού οι Βρετανοί και οι Γάλλοι έστειλαν αρκετές ενισχύσεις ώστε να ανασυγκροτηθεί το ιταλικό μέτωπο.

    Οι Ρώσοι αποχωρούν, οι Αμερικάνοι έρχονται

Η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία (7 Νοεμβρίου 1917) – ενδεχομένως αποτέλεσμα και γερμανικών υπόγειων μεθοδεύσεων – σήμανε ολική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Σύντομα, ο V. I. Lenin εξήγγειλε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε πρόταση άμεσου τερματισμού του πολέμου. Καθώς (όπως ήταν φυσικό) δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Συμμάχους, ξεκίνησε χωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 3 Δεκεμβρίου του 1917, που κορυφώθηκαν στις 3 Μαρτίου του 1918 με τη Συνθήκη του Brest-Litovsk.

Με τη συνθήκη αυτή, η Ρωσία, όχι μόνο βγήκε από τον πόλεμο αλλά και απώλεσε, προς όφελος των Γερμανών, όλες τις μη-Ρωσικές περιοχές που κατείχε στην Ευρώπη, πράγμα που είχε τεράστιες οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για τη χώρα. Επί πλέον, η συνθηκολόγηση της Ρωσίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποδεσμεύσει δυνάμεις από το ανατολικό μέτωπο ώστε να ενισχύσουν το δυτικό, για τη μεγάλη γερμανική επίθεση που σχεδιαζόταν να ξεκινήσει την άνοιξη του 1918.

Στο μεταξύ, στις 7 Απριλίου του 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν το μοιραίο, για τη Γερμανία, βήμα να της κηρύξουν τον πόλεμο (η σημασία του οποίου γεγονότος μάλλον δεν εκτιμήθηκε σωστά, αρχικά, από τη γερμανική ηγεσία). Οι λόγοι της αμερικανικής εισόδου στον πόλεμο έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων ανάμεσα στους ιστορικούς. Πέρα από τα όποια ιδεολογικά κίνητρα και τη σχετική ρητορεία («να γίνει ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία»«να εξασφαλιστεί στους λαούς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης», κλπ.), σίγουρα υπήρχαν και πρακτικοί λόγοι που υπαγορεύονταν από ιδιοτέλεια, όπως, π.χ., ο κίνδυνος για το αμερικανικό εμπόριο λόγω του ανεξέλεγκτου γερμανικού υποβρυχιακού πολέμου, ή, οι γερμανικές ίντριγκες στο Μεξικό, στο οποίο οι Γερμανοί υπόσχονταν στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου του με τις ΗΠΑ.

Όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των Αμερικανών, η είσοδός τους στον πόλεμο άλλαξε αποφασιστικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη…

    Η τελευταία γερμανική ζαριά

Η μεγάλη επίθεση στο δυτικό μέτωπο, που σχεδίαζαν οι Γερμανοί για το 1918, ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου. Η αρχική προέλασή τους ήταν σημαντική, κατάφεραν όμως να την ανακόψουν οι Σύμμαχοι με έγκαιρη τακτική υποχώρηση και με την υποστήριξη αμερικανικών δυνάμεων.

Πάντως, στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί βρίσκονταν στην περιοχή του Μάρνη και, όπως στην αρχή του πολέμου, το Παρίσι φαινόταν να κινδυνεύει και πάλι. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, ο Ludendorff συνειδητοποίησε ότι τα μέσα που του απέμεναν δεν επαρκούσαν για περαιτέρω προέλαση.

Στις 18 Ιουλίου οι Σύμμαχοι αντεπιτέθηκαν, αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση. Την ίδια στιγμή, οι Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε αναμονή στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με τις ιταλικές, έσπασαν το βουλγαρικό και το αυστριακό μέτωπο, αναγκάζοντας τη Βουλγαρία και την Αυστρία να ζητήσουν κατάπαυση του πυρός.

Στο σημείο αυτό, συνειδητοποιώντας τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο γερμανικός στρατός, ο Ludendorff κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους για ανακωχή. Στη χώρα άρχισε να ξεσπά επανάσταση που εξαπλωνόταν γοργά από πόλη σε πόλη. Στις 10 Νοεμβρίου, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ο Kaiser Wilhelm II έφυγε για την Ολλανδία, όπου έζησε εξόριστος ως το τέλος της ζωής του, το 1941 (προλαβαίνοντας να δει τους Ναζί να εισβάλλουν στη χώρα αυτή το 1940).

Στις 11 Νοεμβρίου του 1918 υπογράφηκε, τελικά, η ανακωχή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφτασε στο τέλος του…

    Επίλογος: Τι άφησε πίσω του ο πόλεμος

Λέγεται ότι μία ολόκληρη γενιά χάθηκε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Στη Δυτική Ευρώπη οι απώλειες ξεπέρασαν κατά πολύ τις αντίστοιχες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Συνολικά, κάπου 8.5 εκατομμύρια χάθηκαν στα πεδία των μαχών, ενώ περισσότερο από διπλάσιος ήταν ο αριθμός των τραυματιών, πολλοί από τους οποίους έζησαν ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων πολέμου σε όλα τα μέτωπα (νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι) υπολογίζεται στα 37.5 εκατομμύρια.

Στον πόλεμο αυτό, χάρις στο αλαζονικό πείσμα και τον ακραίο εγωισμό των στρατηγών, ο στρατιώτης κατέστη αναλώσιμο είδος, η ανθρώπινη ατομικότητα εκφυλίστηκε σε απρόσωπο αριθμό πολεμικού μητρώου, και η αξία της ανθρώπινης ζωής ευτελίστηκε όσο ποτέ άλλοτε (με εξαίρεση, φυσικά, τους θαλάμους των αερίων, είκοσι και κάτι χρόνια αργότερα…).

Όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν τέλειωσε στ’ αλήθεια το 1918. Η εικοσαετής περίοδος που μεσολάβησε ως το ξέσπασμα του επόμενου μεγάλου πολέμου δεν ήταν παρά ανακωχή για ανασύνταξη δυνάμεων, κυρίως από τη μεριά των Γερμανών. Που, σαν ένιωσαν και πάλι δυνατοί, θέλησαν να κλείσουν τους λογαριασμούς που έμειναν ανοιχτοί στα χαρακώματα…

    Αναφορές

[1] William R. Keylor, "The Twentieth-Century World: An International History" (Oxford Univ. Press, 1984).

[2] James Joll, "Europe Since 1870: An International History", 3rd edition (Penguin Books, 1983).

[3] Felix Gilbert, David Clay Large, "The End of the European Era: 1890 to the Present", 6th edition (Norton, 2008).

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Το τίμημα της "προοδευτικότητας" (και ποιοι το πληρώνουν)...


Ας πούμε τα πράγματα με τ' όνομά τους - και σ' όποιον αρέσει να τα ακούει:

    1. Η κυβέρνηση, προσπαθώντας να εμφανίσει "προοδευτικό" προφίλ και να κερδίσει ανάλογες συμπάθειες (και αντίστοιχες μελλοντικές ψήφους), άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο της χώρας επικαλούμενη "θεσμική υποχρέωση" στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Δεν γνωρίζω το σχετικό νομικό καθεστώς στην ΕΕ, και επ' αυτού δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Το μόνο που μπορώ να γνωρίζω είναι ότι, τη στιγμή αυτή, μόνο 16 από τα 27 μέλη της ΕΕ έχουν προβεί σε ανάλογες τροποποιήσεις του οικογενειακού δικαίου. Συνεπώς, ουδείς θα μπορούσε να κατηγορήσει την Ελλάδα ως μόνη χώρα που αρνείται να εφαρμόσει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η κυβερνητική βιασύνη, λοιπόν, μόνο ως πολιτικά καιροσκοπική θα μπορούσε να ερμηνευτεί...

    2. Τις (αναμενόμενες) αντιδράσεις εκ μέρους του πιο "συντηρητικού" τμήματος της κοινωνίας έσπευσε, όπως ήταν φυσικό, να εκμεταλλευτεί πολιτικά ο γνωστός και μη εξαιρετέος παράγων εκ Μεσσηνίας, απειλώντας να συμβάλει καθοριστικά σε συντριπτική εκλογική ήττα του κυβερνώντος κόμματος και, προσωπικά, του νυν πρωθυπουργού, τον οποίο ο εν λόγω μνησίκακος (γιατί άραγε;) και αγνώμων πολιτικός μισεί θανάσιμα.

    3. Σε ό,τι αφορά την Εκπαίδευση, το βάρος της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής έπεσε, ως ήταν φυσικό, στην καθ' ύλην αρμόδια υπουργό της Παιδείας. Και ήταν εκείνη που, όταν απλά υπερασπίστηκε δημόσια την πολιτική αυτή, εισέπραξε την σωρευμένη οργή των διαφωνούντων πολιτών (υπό τις ευλογίες, φυσικά, και πρωτοστατούντος του Μεσσήνιου).

    4. Ενόψει των αντιδράσεων, και μπροστά στο φάσμα του πολιτικού κόστους σε προεκλογική περίοδο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος (άρα de facto η ίδια η κυβέρνηση) πήρε αποστάσεις από την υπουργό, αφήνοντάς την εκτεθειμένη στα μάτια της κοινωνίας και μόνη να παλεύει να σωθεί από τα "θηρία". Στο λιμάνι το λένε και "τσάμπα μαγκιά"...

    Συμπέρασμα μέσω ρητορικού ερωτήματος: Άξιζε τόσο πολύ, τελικά, η αποδόμηση του οικογενειακού δικαίου της χώρας, ακόμα και με τίμημα την νεκρανάσταση πολιτικών ζόμπι με υπέρμετρα ανεπτυγμένο "Εγώ" που υπερβαίνει κατά πολύ την (όποια υποτιθέμενη) εθνική τους "συνείδηση";

Και δεν θα εξαιρέσω εδώ σουβλακοφάγους "πρώην" που εσίγησαν περιέργως (αν όχι υπόπτως) όταν η χώρα βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία...

ΚΠ

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Η «πολιτική ορθότητα» και ο Ιός του Δυτικού Νείλου


Πώς η «πολιτική ορθότητα» έγινε ανάχωμα στην καριέρα μιας μεγάλης αθλήτριας, με αφορμή έναν αστεϊσμό για τον Ιό του Δυτικού Νείλου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ακούμε στις ειδήσεις για την ανησυχητική επανεμφάνιση στη χώρα μας του λεγόμενου Ιού του Δυτικού Νείλου, ο οποίος προσβάλλει τον άνθρωπο με το τσίμπημα μολυσμένων κουνουπιών. Ανάλογη επιδημιολογική ανησυχία είχε προκληθεί το καλοκαίρι του 2012, με την εμφάνιση κρουσμάτων και στην Ελλάδα. Μία «παράπλευρη απώλεια», όμως, δεν αφορούσε κάποιο τσίμπημα κουνουπιού αλλά κατάχρηση της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας» από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία παραλίγο να καταστρέψει την καριέρα μίας μεγάλης αθλήτριας της ΑΕΚ με αφορμή έναν ασήμαντο αστεϊσμό στο τότε Twitter (νυν X). Αντιγράφω από την Wikipedia:

Η Βούλα Παπαχρήστου επρόκειτο να αγωνιστεί στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, αλλά αποβλήθηκε από την ελληνική ομάδα όταν στις 25 Ιουλίου 2012 δημοσίευσε στον λογαριασμό της στο Twitter ένα ανέκδοτο που αναφερόταν στους Αφρικανούς και τα "κουνούπια του Δυτικού Νείλου". Η δημοσίευση αυτή ήταν παράλληλη με την ειδησεογραφία που υπήρχε εκείνο το διάστημα στην Ελλάδα, σχετικά με την εμφάνιση του Ιού του Δυτικού Νείλου και την προσβολή τουλάχιστον πέντε ατόμων και τον θάνατο ενός. Το ανέκδοτο, που χαρακτηρίστηκε ατυχές από την ίδια καθώς, όπως είχε δηλώσει, ήταν ένα άκομψο αστείο για το οποίο αργότερα ζήτησε συγγνώμη, καταδικάστηκε από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή ως κάτι που ήταν αντίθετο προς τις ολυμπιακές αξίες και τα ολυμπιακά ιδεώδη. Η ανάκληση της συμμετοχής της από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή χωρίς να προηγηθεί ενημέρωσή της ώστε να υπάρξει πιθανή απολογία της, έφερε αντιδράσεις από βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου που κατέθεσαν ερωτήσεις σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως και από Έλληνες πρώην αθλητές του στίβου και καλλιτέχνες.

Με αφορμή το περιστατικό εκείνο, είχαμε γράψει τότε ένα άρθρο στο ΒΗΜΑ αναδεικνύοντας την «αλά καρτ» - και μάλλον υποκριτική - ευαισθησία της Ολυμπιακής Επιτροπής, πίσω από το σκεπτικό της απόφασης αποκλεισμού της αθλήτριας (τα όποια πολιτικά φρονήματα της οποίας την εποχή εκείνη ελάχιστα μας αφορούν). Παραθέτω αποσπάσματα του κειμένου:

------------------------

Η πρόσφατη, πολυσυζητημένη υπόθεση της Βούλας Παπαχρήστου άνοιξε πάλι τον κύκλο των αντιπαραθέσεων περί ρατσισμού στη χώρα. Θυμίζουμε ότι η αθλήτρια της ΑΕΚ αποκλείστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την Ολυμπιακή αποστολή λόγω ενός χιουμοριστικού σχολίου της στο site κοινωνικής δικτύωσης “Twitter”, το οποίο (σχόλιο) θεωρήθηκε ρατσιστικό από τους υπεύθυνους της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής. 

Το σχόλιο ανέφερε τα εξής:

«Με τόσους Αφρικανούς στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Νείλου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!»

Πέραν από το προφανές επιστημονικό λάθος που εμπεριέχει (πρόκειται απλά για μολυσμένα Ελληνικά κουνούπια!), το κατά πόσον το σχόλιο είναι ή όχι ρατσιστικό είναι θέμα συζήτησης. Το πρόβλημα είναι κατά κύριο λόγο εννοιολογικό: η διαφορετικότητα στην αξιολόγηση μιας πράξης ως ρατσιστικής ή όχι, οφείλεται στην μη-οικουμενικότητα της αντίληψης του πρωτογενούς όρου «ρατσισμός».

Παρεμφαίνει το σχόλιο της αθλήτριας απαξιωτική διάθεση απέναντι στην ιδέα του «Αφρικανού»; Αντί απάντησης, θα αναφερθώ σε μία πολύ έξυπνη παρατήρηση αναγνώστη του «Βήματος», την οποία διάβασα πρόσφατα: Ας κάνουμε την φανταστική υπόθεση ότι έκανε την εμφάνισή του στη χώρα το «κουνούπι του Δυτικού Ρήνου», και ότι κάποιος αναρτούσε στο Twitter το σχόλιο:

«Με τόσους Γερμανούς τουρίστες στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Ρήνου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!»

Πόσοι αναγνώστες θα εύρισκαν το εν λόγω σχόλιο απεχθές, απαράδεκτο, ακραία υποτιμητικό και, εν τέλει, «ρατσιστικό»; Απ’ όσους δεν θα το εύρισκαν (υποπτεύομαι, η συντριπτική πλειοψηφία), θα ζητούσα να μου εξηγήσουν σε τι διαφέρει, καταρχήν, από το αντίστοιχο σχόλιο της αθλήτριας. Αν η ιδιότητα «Αφρικανός» εξ ορισμού ευαισθητοποιεί περισσότερο από την (εξίσου μη-επιλεγμένη από τους φορείς της) ιδιότητα «Γερμανός», τότε θα πρέπει να εξετάσουμε μήπως αυτή η «αλά καρτ» ευαισθησία εμπίπτει στις προϋποθέσεις για υποκρυπτόμενο ρατσισμό!

------------------------

Τελικά, τι πετύχαμε με τις υποχόνδριες υπερβολές της «πολιτικής ορθότητας» (πέρα από την άδικη παρ' ολίγον καταστροφή της καριέρας κάποιας αξιόλογης αθλήτριας στη μικρή κι ασήμαντη Ελλάδα); Ας ρίξουμε μια ματιά στον σημερινό κόσμο. Κι ας δούμε ποιος κέρδισε ξανά την εξουσία στη μεγαλύτερη Δυτική υπερδύναμη και λόγω της αγανάκτησης των Αμερικανών πολιτών για το ανελεύθερο αυτό δόγμα, το οποίο επιχειρήθηκε - πρωτοστατούντων των ακαδημαϊκών ελίτ - να τους επιβληθεί με τρόπο άκομψο και, συχνά, προσβλητικό. Ένα δόγμα που φαλκιδεύει, αντί να υπερασπίζεται, την ελευθερία του λόγου.

Όσο για τη δική μας ήπειρο, ας δούμε ποιες δυνάμεις άρχισαν και πάλι να βγαίνουν από τα σκοτεινά «μπαούλα» της Ιστορίας, κεφαλαιοποιώντας πολιτικά την κόπωση των Ευρωπαίων από τις καταχρηστικές εφαρμογές «αντιρατσιστικών νόμων» που προστατεύουν επιλεκτικά και μονόπλευρα εκείνους που αρνούνται να αποδεχθούν τα ευρωπαϊκά ιδεώδη.

Αναφέρω, ενδεικτικά, μία πρόσφατη δικαστική υπόθεση που έλαβε χώρα στη Βρετανία. Ο Stephen Gray είναι 65-χρονος συνταξιούχος αστυνομικός. Με βάση μία ανώνυμη καταγγελία, καταδικάστηκε από βρετανικό δικαστήριο να πληρώσει ένα ποσό που, συνολικά, υπερέβη τις 1000 λίρες, λόγω του ότι επανακοινοποίησε στο Facebook έναν αστεϊσμό που θεωρήθηκε προσβλητικός για μια θρησκεία (εύκολα αντιληπτό ποια) με αυξανόμενη πολιτική επιρροή στη χώρα:

«Όσοι καταναλώνουν μπέικον έχουν λιγότερες πιθανότητες να παντρευτούν ένα εννιάχρονο κορίτσι!»

Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί «γλυκιά ανάμνηση» για τους Βρετανούς πολίτες. Το ίδιο όπως επιχειρήθηκε να γίνει για τους Αμερικανούς...

Το ερώτημα που προκύπτει είναι τρομακτικό - και, για να αποφύγω τη «ρετσινιά» της προκατάληψης, θα το θέσω ως ευθύ και όχι ως ρητορικό και αυταπάντητο:

Μήπως έχουμε πάρει λάθος δρόμο στη Δύση;

Εκείνη τη Δύση της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του Διαφωτισμού, αν θυμάται κανείς...

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Όταν στη Marfin δολοφονήθηκε το δικαίωμα στην εργασία...


Στη Marfin δεν δολοφονήθηκαν μόνο τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό. Στα θύματα θα πρέπει να λογίζεται και το ίδιο το δικαίωμα στην εργασία...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Στις 5 Μαΐου του 2010, τρεις εργαζόμενοι στην τράπεζα Marfin στην οδό Σταδίου (μεταξύ των οποίων μία έγκυος γυναίκα) δολοφονήθηκαν με βόμβες μολότοφ που ρίχτηκαν στο εσωτερικό της τράπεζας από ομάδα "αντιεξουσιαστών", στη διάρκεια διαδήλωσης ενάντια στα οικονομικά μέτρα που επέβαλλε η δανειακή σύμβαση (το περιβόητο "μνημόνιο") που θα απέτρεπε την άτακτη χρεοκοπία της χώρας. Τα θύματα πλήρωσαν με τη ζωή τους το ότι εργάζονταν σε μέρα γενικής απεργίας.

Οι δολοφόνοι δεν έλαβαν καν υπόψη, ως ελάχιστο "ελαφρυντικό" των θυμάτων τους, ότι στις απεργίες συμμετέχουν ασμένως εκείνοι κυρίως που έχουν εξασφαλισμένη σταθερή εργασία. Για τον εργαζόμενο στον αμείλικτο ιδιωτικό τομέα, ηθελημένη απουσία μπορεί να σημάνει ακόμα και αυτόματη απόλυση! Λεπτομέρειες, θα πει κάποιος, για έξαλλους και τυφλά φανατισμένους "επαναστάτες"...

Η Αριστερά, εξ ορισμού αποκλειστική κάτοχος του μετεμφυλιακού "ηθικού πλεονεκτήματος", ουδέποτε καταδίκασε απερίφραστα το έγκλημα, μιλώντας εξαρχής για "προβοκάτσια του συστήματος" ή, στην καλύτερη περίπτωση, για "παιδιά που ξέφυγαν λιγάκι". Και όταν τώρα, μετά από 16 ολόκληρα χρόνια, η σύγχρονη τεχνολογία επέτρεψε την πιθανή ταυτοποίηση των δραστών, με δυσκολία έκρυψε η Αριστερά την αμηχανία της - αν όχι την απογοήτευσή της - αρκούμενη στο να εκφράσει υπέρμετρη ανησυχία για ενδεχόμενη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας των συλληφθέντων υπόπτων. Πράγμα που συνιστά ευθεία προσβολή στην ίδια τη Δικαιοσύνη.

Είναι η ίδια εκείνη Αριστερά που κατηγορεί την αστική δημοκρατία για τους δείκτες ανεργίας, τονίζοντας ότι το δικαίωμα στην εργασία αναλογεί σε όλους τους πολίτες. Όμως, στην περίπτωση του εγκλήματος στη Marfin, εκτός από τους ανθρώπους δολοφονήθηκε και αυτό τούτο το ιερό, υποτίθεται, δικαίωμα! Ας το δούμε λίγο αναλυτικότερα.

Το δικαίωμα στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα ενός προσώπου να εργάζεται ασκώντας ένα επάγγελμα το οποίο επιλέγει ελεύθερα, αποτελεί θεμελιώδη κοινωνικό κανόνα που κατοχυρώνεται και προστατεύεται από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας (Άρθρο 22). Και κανένας νόμος της πολιτείας δεν μπορεί να τιμωρήσει κάποιον που επιθυμεί να εργαστεί οποιαδήποτε στιγμή και εντός του πλαισίου των νόμων.

Ένα κρίσιμο ζήτημα, βέβαια, αφορά την διαθεσιμότητα της εργασίας. Σύμφωνα με την μαρξιστική άποψη, το ίδιο το κράτος οφείλει να διασφαλίζει την δυνατότητα εργασίας για όλους τους πολίτες. Αντίθετα, ο "αστικός" οικονομικός φιλελευθερισμός συνδέει αυτή τη δυνατότητα με τον νόμο προσφοράς και ζήτησης, αποσυνδέοντάς την από την κρατική μέριμνα.

Έτσι, σε ένα οικονομικά φιλελεύθερο ("καπιταλιστικό") καθεστώς, η διαθεσιμότητα εργασίας δεν είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Εν τούτοις, το δικαίωμα στην εργασία ισχύει απαρέγκλιτα, υπό την έννοια ότι κάθε άτομο είναι ελεύθερο να εργάζεται εφόσον το επιθυμεί και με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι υφίσταται προσφορά εργασίας. Ο κανόνας αυτός, δυστυχώς, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα της απόλυσης ενός εργαζομένου. Ο τελευταίος, εν τούτοις, είναι ελεύθερος να αναζητήσει κάποια άλλη εργασία που θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις του και θα καλύπτει τις ανάγκες του. Το βέβαιο είναι ότι θα το σκεφτεί διπλά και τριπλά να απουσιάσει από την εργασία του στο πλαίσιο απεργιακών κινητοποιήσεων των "βολεμένων"...

Η δολοφονική επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους στη Marfin αποτέλεσε, εκτός των άλλων, μία παράνομη και βίαιη αμφισβήτηση του δικαιώματος στην εργασία. Και όχι μόνο αυτό. Ένα ad hoc λαϊκό "δικαστήριο" έκρινε ότι η εργασία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή συνιστούσε "έγκλημα κατά της κοινωνίας" και καταδίκασε επί τόπου τους εργαζόμενους στην εσχάτη των ποινών. Όταν μάλιστα η ίδια η πολιτεία έχει επισήμως καταργήσει τη θανατική ποινή ακόμα και για τα ειδεχθέστερα εγκλήματα!

Τα σχόλια που διακινήθηκαν για το συμβάν, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήταν ενδεικτικά του ήθους των "δικαστών" και των χειροκροτούντων. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο:

- Αφού εργάζονταν τέτοια μέρα, καλά να πάθουν!

Και το φρικτότερο και κυνικότερο όλων:

- Αν είσαι άνεργος, υπάρχουν τρεις κενές θέσεις στη Marfin!

Μιλώντας γενικότερα, προκαλεί θλίψη (αλλά όχι έκπληξη) το ότι όσοι στήριξαν ηθικά και πολιτικά τους εγκληματίες της Marfin δεν απολογήθηκαν ποτέ. Ακόμα και σήμερα, εξ άλλου, κάποιοι επικαλούνται προσχηματικά το "τεκμήριο της αθωότητας" για να προκαλέσουν αίσθημα αμφισβήτησης για κάθε νέο στοιχείο που οδηγεί στην ασφαλέστερη ταυτοποίηση των δραστών.

Είναι εκείνοι που βάφτισαν το έγκλημα "αναπόφευκτο αποτέλεσμα δίκαιης λαϊκής οργής". Εκείνοι που δίχασαν κάποτε την κοινωνία μιλώντας για "πατριώτες" και "ξεπουλημένους προδότες". Κι εκείνοι που πρόσφεραν σε πολιτικούς τυχοδιώκτες την ευκαιρία να παίξουν τη χώρα στα ζάρια, με τους πολίτες ακούσια πειραματόζωα σε ακροβατικές "θεωρίες παιγνίων"...

Όμως, όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. Ή μήπως όχι...

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Είναι η Γυναικοκτονία ένα κοινό έγκλημα κατά της ζωής;


Η γυναικοκτονία δεν είναι ένα "κοινό" έγκλημα κατά της ζωής. Και, για να αντιμετωπιστεί θα πρέπει πρώτος ο Νόμος να αναγνωρίσει την σοβαρότητα του φαινομένου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε προηγούμενο κείμενο είχαμε αναφερθεί στη δυσκολία που συναντά στη χώρα μας η αναγνώριση του κλιμακούμενου φαινομένου της γυναικοκτονίας ως μορφής εγκλήματος που φέρει ειδικό βάρος και θα πρέπει να διαχωρίζεται εννοιολογικά από την εν γένει ανθρωποκτονία. Με λιγότερο εμφατικό, ίσως, τρόπο σχολιάσαμε την άρνηση πολλών (ίσως των περισσότερων) νομικών της χώρας να αναγνωρίσουν την γυναικοκτονία ως ιδιώνυμο αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται (προφανώς αυστηρότερα) από ειδικό ποινικό νόμο και δεν απορροφάται από το γενικότερο κακουργηματικό πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. Και είναι αλήθεια ότι η νομική αναβάθμιση της γυναικοκτονίας συνιστά ιδιαίτερα περίπλοκο νομικό ζήτημα το οποίο απαιτεί ακριβή καθορισμό των αναγκαίων προϋποθέσεων.

Το κείμενο που ακολουθεί αντανακλά τις σκέψεις ενός απλού πολίτη, μη-νομικού, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να "εισέλθει στα χωράφια" της νομικής επιστήμης! Θα επικαλεστώ εδώ προς εκ των προτέρων υπεράσπισή μου την άποψη ενός φίλου δικηγόρου ότι, κατά μία έννοια, η νομική επιστήμη και τα μαθηματικά έχουν ισχυρή συγγένεια μεταξύ τους, καθώς βασίζονται κατά κύριο λόγο στην λογική. Με όπλο την λογική και μόνο, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον το έγκλημα της γυναικοκτονίας θα μπορούσε να αποκτήσει αυτοδύναμη νομική υπόσταση, πέραν της καθαρά εννοιολογικής (που ούτε κι αυτή, σημειώνω, είναι καθολικά αποδεκτή).

Παραθέτω μερικά βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν, χωρίς φυσικά η λίστα να είναι πλήρης (κάτι τέτοιο θα απαιτούσε νομικό σύγγραμμα πολλών δεκάδων σελίδων!):

1. Γιατί απαιτείται ειδικό νομικό πλαίσιο για την γυναικοκτονία; Δεν αρκεί το γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας; Και γιατί, με την ίδια λογική, να μην δεχθούμε ως ιδιώνυμο αδίκημα και την ανδροκτονία; (Προς αποφυγή ενστάσεων, δεν τοποθέτησα εισαγωγικά στην τελευταία λέξη.)

Η απάντηση είναι ότι οι νόμοι δεν θεσπίζονται αυθαίρετα αλλά υπαγορεύονται από τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες της κάθε εποχής. Οι γυναικοκτονίες τείνουν να λάβουν μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και η μόνη άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο επικίνδυνα κλιμακούμενο φαινόμενο είναι ο Νόμος. Φυσικά καταγράφονται και δολοφονίες ανδρών από γυναίκες, αλλά σε πολύ μικρότερο αριθμό και, κυρίως, με διαφορετικά κίνητρα από εκείνο των γυναικοκτονιών. Το οποίο κίνητρο θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να περιγράψουμε.

2. Τι ακριβώς συνιστά γυναικοκτονία, και με βάση ποιο κριτήριο διακρίνεται από τα γενικά εγκλήματα κατά της ζωής;

Σύμφωνα με τον ορισμό που έχουμε δώσει, ο οποίος εμπνέεται από το γενικό πλαίσιο κινήτρων που φαίνεται να υπαγορεύουν τα σχετικά εγκλήματα, ως γυναικοκτονία χαρακτηρίζουμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία (και, γενικότερα, η οικονομική εκμετάλλευση), η ακραία ασυμβατότητα χαρακτήρων που οδηγεί σε εκρηκτικές διενέξεις, κλπ. Θα εξαιρέσουμε, επίσης, το έγκλημα της ακούσιας ευθανασίας για λόγους ελέους, έτσι όπως το "δόξασε" το άθλιο "Amour" (sic) του Μίκαελ Χάνεκε. Τέλος, δεν θα περιλάβουμε στις γυναικοκτονίες εγκλήματα λόγω μίσους για το γυναικείο φύλο, γενικά (φόνος μίας γυναίκας "επειδή ακριβώς είναι γυναίκα"), δοθέντος ότι αυτά υπάγονται στα εγκλήματα σεξισμού και δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι σε αυτή την κατηγορία πλειοδοτεί το ένα φύλο έναντι του άλλου.

Η βασική γενεσιουργός αιτία της γυναικοκτονίας συνίσταται στην πεποίθηση του δράστη ότι αμφισβητείται στην πράξη - άρα απειλείται - η εξουσία του απέναντι στο θύμα. Ο άντρας, δηλαδή, δεν αισθάνεται πλέον ότι διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στη γυναίκα που θεωρεί κτήμα του. Και, για κάποιους εγωκεντρικούς άντρες, εκείνο που δεν τους ανήκει πια δεν έχει καν δικαίωμα ύπαρξης...

Ως παραδείγματα αυθεντικών γυναικοκτονιών μπορούμε να αναφέρουμε, ενδεικτικά, κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις (ο κατάλογος, φυσικά, δεν είναι εξαντλητικός):

    * Δολοφονία μίας γυναίκας από σύζυγο ή ερωτικό σύντροφο, όταν το θύμα εκδηλώσει πρόθεση διακοπής της σχέσης με τον θύτη (συχνά, μάλιστα, λόγω συστηματικής κακοποιητικής συμπεριφοράς του τελευταίου).

    * Δολοφονία για λόγους ερωτικής αντιζηλίας, όταν η σύντροφος (ή πρώην σύντροφος) συνάψει σχέση με άλλο άτομο. Συχνά πρόκειται για έγκλημα που συντελείται μετά τον χωρισμό του θύτη από το θύμα.

    * Σπανιότερα: Δολοφονίες γυναικών για λόγους "τιμής" σε οπισθοδρομικές και ανεξέλικτες κλειστές κοινωνίες. Δράστης θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας - "ιδιοκτήτης" ex officio - του θύματος...

    * Στα εγκλήματα γυναικοκτονίας θα μπορούσαμε να εντάξουμε και εκείνα που διαπράττονται στο πλαίσιο ενός βιασμού. Ο βιασμός ισοδυναμεί με "αντικειμενοποίηση" της γυναίκας και συνιστά de facto κατάργηση της ερωτικής αυτονομίας της. Ο βιαστής, σε ρόλο προσωρινού "ιδιοκτήτη" του "αντικειμένου", είναι δυνατό να φτάσει ακόμα και στο έγκλημα προκειμένου να ικανοποιήσει την νοσηρή ανάγκη επικυριαρχίας του.

3. Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός εγκλήματος ως γυναικοκτονίας βασίζεται στην απόδοση πολύ συγκεκριμένου "ιδιοκτησιακού" κινήτρου στον δράστη. Έτσι, η δίκη για μία ενδεχόμενη γυναικοκτονία ανάγεται κατ' ουσίαν σε δίκη προθέσεων. Πώς είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί νομικά το ειδικό αυτό κίνητρο του εγκλήματος;

Πρόκειται για το δυσκολότερο ζήτημα στη νομική θέσπιση της γυναικοκτονίας, και το μόνο που θα μπορούσα να κάνω ως μη-ειδικός είναι να περιγράψω ένα γενικό πλαίσιο ιδεών. Το ερώτημα είναι: Πώς πιστοποιείται το αίσθημα "ιδιοκτησίας" που φέρει ένα άτομο απέναντι σε ένα άλλο;

Ιδιοκτησία σημαίνει απόλυτο έλεγχο πάνω στο (θεωρούμενο ως) "αντικείμενο", στο οποίο αμφισβητείται το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής με στόχο, τελικά, την κατάργηση του αυτεξούσιου και την υποκατάστασή του από τη βούληση του "ιδιοκτήτη". Κριτήριο ιδιοκτησιακής αντίληψης, λοιπόν, είναι κάθε απόπειρα παράνομης στέρησης της ελευθερίας ενός άλλου ατόμου - εν προκειμένω, μίας γυναίκας, ανεξάρτητα από το αν στο πλαίσιο της ελευθερίας αυτής παραβιάζονται ή όχι καθιερωμένοι ηθικοί κανόνες. Ένας άντρας διατηρεί πάντα το δικαίωμα αξιοπρεπούς αποχώρησης από μία σχέση που έχει πάψει να ανταποκρίνεται στα προσωπικά του ιδεώδη. Αυτό που δεν του αναγνωρίζεται ως δικαίωμα είναι η αφαίρεση της ζωής της γυναίκας που τα διέψευσε!

4. Πέρα από την ως τώρα άρνηση του Νόμου να αναγνωρίσει την γυναικοκτονία ως τέτοια, έχει τουλάχιστον αυτός συμβάλει στην πρόληψη του φαινομένου;

Δυστυχώς, ο Νόμος έχει αποδειχθεί παντελώς ανεπαρκής σε ό,τι αφορά την προστασία της γυναίκας. Ενώ η γυναίκα ενθαρρύνεται να καταγγέλλει κακοποιητικές συμπεριφορές και, κυρίως, να αναφέρει στις Αρχές κάθε ένδειξη απειλής εναντίον της, δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικός τρόπος περιορισμού των κινήσεων ενός αποφασισμένου δολοφόνου, ο οποίος κατά κανόνα βρίσκει το θύμα του μόνο και απροστάτευτο. Για τις Αρχές υπάρχει πάντα εκ των υστέρων δικαιολογία: δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια που τους επιτρέπει ο Νόμος ώστε να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα περιορισμού και ελέγχου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σχεδόν ρητορικό: Αντιλαμβάνεται, τελικά, ο νομοθέτης την ευθύνη του απέναντι στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν (ίσως και κάποιες που αύριο δεν θα μπορέσουν) να δουν το φως της επόμενης μέρας; Ας μην αισιοδοξούμε υπερβολικά...

Γενικό συμπέρασμα: Η γυναικοκτονία μπορεί να αναβαθμιστεί σε ιδιώνυμο αδίκημα, εφόσον καθοριστούν επακριβώς από τους νομικούς τα πιστοποιητικά χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου αυτού κακουργήματος που το διαχωρίζουν από κάθε άλλον τύπο εγκλήματος κατά της ζωής. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα πάψουμε κάποτε να κλείνουμε με προσποιητή αφέλεια τα μάτια μπροστά στην επικίνδυνη κλιμάκωση ενός φρικτού φαινομένου που ουδόλως κολακεύει μία σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία!

(Ευχαριστώ την Λίλα Χρόνη για εύστοχες παρατηρήσεις που συνέβαλαν στην αρτιότερη παρουσίαση του θέματος.)

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Δύο κείμενα για την Γυναικοκτονία


Ποιο είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «γυναικοκτονία» και γιατί κάποιοι αρνούνται ακόμα και να εκφέρουν τη λέξη; Ποια συμπεριφορικά σημάδια φανερώνουν έναν εν δυνάμει γυναικοκτόνο; Δύο παλιότερα κείμενα επιχείρησαν να δώσουν απαντήσεις...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Οι φρικιαστικές δολοφονίες γυναικών από αρσενικόμορφα (αλλά όχι αρσενικά) τέρατα που θεωρούν τη γυναίκα ως μη-φορολογήσιμο περιουσιακό στοιχείο τους, έχουν προσλάβει επιδημικό χαρακτήρα στη χώρα.

Την ίδια στιγμή, αρκετοί χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (μεταξύ αυτών, δυστυχώς, και μερικές γυναίκες) συνεχίζουν να αντιδρούν με πεισματική οργή στο άκουσμα της λέξης «γυναικοκτονία», επιμένοντας ότι δεν περιγράφει τίποτα περισσότερο από μία «απλή» ανθρωποκτονία και προτείνοντας, ειρωνικά, την παράλληλη εννοιολογική και νομική επισημοποίηση της «ανδροκτονίας» ως ισοβαρούς εγκλήματος. Προσποιούμενοι, φυσικά, ότι δεν αντιλαμβάνονται τις προφανείς ιδιαιτερότητες της σύγχρονης πραγματικότητας...

Στην αντίπερα όχθη, σημειώνεται μία καταχρηστική τάση να «βαφτίζεται» ως γυναικοκτονία οποιαδήποτε φονική πράξη με θύμα μία γυναίκα, ανεξάρτητα από τα κίνητρα του εγκλήματος. Πράγμα που θα έχει ως βέβαιη συνέπεια την αποδυνάμωση, τελικά, της ιδιαίτερης σημασίας των πραγματικών γυναικοκτονιών - με τον τρόπο, τουλάχιστον, που αντιλαμβανόμαστε πλέον αυτόν τον συγκεκριμένο τύπο εγκλήματος.

Εν είδει μινιατούρας συλλεκτικού τεύχους δημοσιευμένων άρθρων, παραθέτω πιο κάτω δύο κείμενα με θέμα την γυναικοκτονία. Τόσο ως φαινόμενο που επιζητεί εννοιολογικό καθορισμό, κοινωνική αναγνώριση και νομική κατοχύρωση, όσο και ως έγκλημα που (ίσως) μπορεί να αποφευχθεί αν αναγνωριστούν έγκαιρα τα χαρακτηριστικά συμπεριφορικά γνωρίσματα του εν δυνάμει δολοφόνου...

ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑ: ΤΟ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΞΟΡΚΙΖΕΤΑΙ ΑΝ ΑΡΝΗΘΟΥΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ!

Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο πριν μερικά χρόνια στο ΒΗΜΑ και στο ΚΛΙΚ, επιχείρησε να εξετάσει το ζήτημα της γυναικοκτονίας από εννοιολογική σκοπιά, υιοθετώντας έναν ορισμό του φαινομένου που ίσως τότε χαρακτηριζόταν, ως έναν βαθμό, αντισυμβατικός. Διαβάζοντας σημερινές αναρτήσεις στα media, εν τούτοις, παρατηρώ ότι ο ορισμός αυτός τείνει να επικρατήσει έναντι της (μάλλον λανθασμένης) αντίληψης ότι γυναικοκτονία είναι ο φόνος μίας γυναίκας «επειδή ακριβώς είναι γυναίκα»...

Καμία λέξη ή έκφραση δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Τα λεξικά δεν προϋπήρξαν του ανθρώπου, τα έγραψαν ανθρώπινες κοινότητες μετά από μακραίωνες πορείες διαμόρφωσης γλωσσικών συμβάσεων. Και, κάθε λεξικό εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα λήμματα, πολλά από τα οποία αντιστοιχούν σε λέξεις που κυκλοφορούν ανεπίσημα για ένα διάστημα ως νεολογισμοί. Ένας τέτοιος νεολογισμός, προϊόν ενός αποκρουστικού κοινωνικού φαινομένου της εποχής, είναι ο όρος «γυναικοκτονία».

Μορφή χιονοστιβάδας έχουν πάρει τα περιστατικά φρικιαστικών δολοφονιών γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής - όπως πιστεύουν - σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε κάποτε το λάθος να συσχετίσει μαζί τους τη ζωή της. Πρόκειται για έναν απόλυτα διακριτό τύπο κακουργήματος, ξέχωρο από άλλες εγκληματικές συμπεριφορές. Είναι, επομένως, αναγκαίο να περιγράφεται με έναν ειδικό όρο που να αποδίδει συμβολικά την ιδιαίτερη σημασία του.

Στο πλαίσιο του παρόντος σημειώματος, και με την επίγνωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές απόψεις από ακαδημαϊκούς πολύ ειδικότερους του γράφοντος, ως γυναικοκτονία εννοούμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία. Θα μπορούσε, εν τούτοις, να περιλάβει τα σεξουαλικά εγκλήματα, αφού η πράξη του βιασμού συνίσταται σε de facto μετατροπή της γυναίκας σε «αντικείμενο», το οποίο ο βιαστής πρόσκαιρα θεωρεί ως «ιδιοκτησία» του και, σε ακραίες περιπτώσεις, είναι δυνατό ακόμα και να του αφαιρέσει τη ζωή.

Έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματολογία (κυρίως από νομικούς κύκλους) σύμφωνα με την οποία ο όρος «γυναικοκτονία» είναι περιττός και, ως εκ τούτου, μη δόκιμος, αφού μπορούμε να εντάξουμε αυτό το είδος εγκλήματος κατά γυναικών στην γενικότερη ανθρωποκτονία - ή, έστω, στην συζυγοκτονία (χωρίς προσδιορισμό φύλου). Αν, εν τούτοις, υιοθετήσουμε, ηθικά ή νομικά, μία τέτοια άποψη, αυτό που θα επιτύχουμε θα είναι να απορροφήσουμε μία πολύ ιδιαίτερη εγκληματική πράξη σε ένα ευρύτερο κακουργηματικό πλαίσιο, υποβαθμίζοντας και, τελικά, ακυρώνοντας το ειδικό βάρος της.

Παραδείγματα τέτοιων προσδιοριστικών λεκτικών επιμερισμών υπάρχουν πολλά. Μιλούμε, λ.χ., ειδικά για μισογυνισμό και δεν εντάσσουμε το φαινόμενο στην γενικότερη μισανθρωπία. Αναφερόμαστε σε ξενοφοβία αντί, γενικά, σε ανθρωποφοβία. Μιλάμε για κυνοφιλία όταν η λέξη «ζωοφιλία» δεν προσδιορίζει επαρκώς την ειδική αγάπη μας για τους σκύλους...

Η γυναικοκτονία, λοιπόν, αξίζει να προαχθεί από νεολογισμό σε δόκιμο όρο της γλώσσας μας και να βρει μία θέση στις νεότερες εκδόσεις των ελληνικών λεξικών και - γιατί όχι; - στις σελίδες των νομικών συγγραμμάτων.

Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε έναν αρκετά διαδεδομένο ορισμό τον οποίο, εν τούτοις, θεωρούμε λανθασμένο. Σύμφωνα με αυτόν, ως γυναικοκτονία (θα πρέπει να) θεωρείται η αφαίρεση της ζωής μίας γυναίκας επειδή ακριβώς είναι γυναίκα.

Τις προφανείς αδυναμίες του ορισμού αυτού επικαλούνται, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, όσοι και όσες αρνούνται τον όρο «γυναικοκτονία». Διότι, αν η ίδια η γυναικεία φύση είναι το αίτιο των φόνων, τότε κάθε γυναίκα είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εν δυνάμει θύμα κάποιου γυναικοκτόνου, ανεξάρτητα από την όποια σχέση μαζί του. Έτσι, από ιδιαίτερο και σαφώς περιγεγραμμένο τύπο εγκλήματος που διαπράττεται στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων, η γυναικοκτονία καταλήγει να εντάσσεται στα γενικότερα εγκλήματα ρατσισμού (στην προκειμένη περίπτωση, σεξισμού, αφού η ιδιότητα που διαχωρίζει το θύμα από τον θύτη αφορά το φύλο). Ποιος ο λόγος, λοιπόν - επιχειρηματολογούν οι αρνητές - να επιβαρύνουμε το υπέρμετρα φορτωμένο νομικό σύστημα (αλλά και τα ίδια τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας) με έναν ακόμα τύπο αδικήματος που προβλέπεται ήδη από υπάρχοντες νόμους;

Σημειώνουμε ότι στην Κύπρο η γυναικοκτονία είναι πλέον ιδιώνυμο αδίκημα που επισύρει αυστηρότατες ποινές (μία πολιτική επιλογή με ισχυρά συμβολική σημασία, πέραν της όποιας ποινικής). Σημειώνουμε επίσης ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει το έντονο (για να μην πω σχεδόν εμπαθές) ύφος κάποιων νομικών που αρθρογραφούν στο Διαδίκτυο εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη χρήση (νομική ή ακόμα και εννοιολογική) του όρου «γυναικοκτονία». Χωρίς μάλιστα να απουσιάζουν από τη γραφή τους και κάποιοι λαϊκιστικοί χαρακτηρισμοί (π.χ., ως «φεμινιστών») εκείνων που χρησιμοποιούν τον όρο.

Σε κάθε περίπτωση, το να αρνούμαστε να αρθρώσουμε τη λέξη «γυναικοκτονία», προσδοκώντας ότι έτσι θα αφαιρέσουμε το ηθικό βάρος από την πράξη, αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα στρουθοκαμηλισμού. Και αυτό το κλείσιμο των ματιών απέναντι σε ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό φαινόμενο ίσως μαρτυρά κάποιο αίσθημα ενοχής μιας «μάτσο» πατριαρχικής κουλτούρας που αρνείται - ή μάλλον, φοβάται - να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη...


ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΘΥΜΑ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑΣ

Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο στο ΚΛΙΚ, είχε επιχειρήσει να σκιαγραφήσει (όσο ήταν δυνατό) το προφίλ ενός υποψήφιου γυναικοκτόνου...

Αγαπητή φίλη,

Δεν σε γνωρίζω προσωπικά. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζω το όνομά σου, την ηλικία σου, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά σου, τον τόπο διαμονής ή το επάγγελμά σου. Το μόνο που μπορώ να γνωρίζω για σένα - κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σου απευθύνομαι - είναι ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η ζωή σου να βρίσκεται σε κίνδυνο. Κι αυτό γιατί, χωρίς να είσαι ακόμα σε θέση να το αντιληφθείς, είσαι έτοιμη να συνδέσεις τη ζωή σου με ένα υποπροϊόν του «ανδρικού» φύλου που, στην πορεία της σχέσης μαζί σου, θα φτάσει ως το σημείο να σε θεωρήσει ιδιοκτησία του. Και αλλοίμονο αν κάποτε τολμήσεις να αμφισβητήσεις τα «ιδιοκτησιακά» του δικαιώματα πάνω σου. Ο νοσηρός εγωισμός του δεν θα αντέξει να συνεχίσεις να ζεις και να αναπνέεις χωρίς να ανήκεις σε εκείνον!

Σίγουρα θα έχεις ακούσει για την έκρηξη του εφιαλτικού φαινομένου των γυναικοκτονιών στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Θα πρέπει να σημειώσω ότι υπάρχουν πολλοί που δεν αποδέχονται καν το δικαίωμα της λέξης «γυναικοκτονία» να περιλαμβάνεται στα λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Ακόμα περισσότεροι είναι εκείνοι που αρνούνται την ιδιαίτερη νομική υπόσταση αυτού του εγκλήματος, θεωρώντας ότι εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. (Το γιατί τα εγκλήματα ρατσισμού απαιτούν ειδικό νόμο, ως μη νομικός δεν είμαι σε θέση να το εξηγήσω.) Εσένα, πάντως, όλα αυτά δεν πρέπει να σε ενδιαφέρουν. Καμία πολιτεία και κανένα νομικό σύστημα δεν πρόκειται να σε προστατέψουν από έναν αποφασισμένο εν δυνάμει δολοφόνο, αν εσύ η ίδια δεν προφυλάξεις τον εαυτό σου. Κι αυτό θα πρέπει να γίνει έγκαιρα, προτού το συμπλεγματικό «αρσενικό» αρχίσει να θεωρεί πως έχει αποκτήσει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω σου.

Το πρόβλημα, έτσι, είναι να εντοπίσεις όσο γίνεται νωρίτερα τα ανησυχητικά σημάδια που υποδηλώνουν μία τέτοια κακοποιητική προσωπικότητα. Κι αυτά θα τα αναζητήσεις όχι στα ελαττώματά του (αυτά θα τα κρύψει επιμελώς στην αρχή, για να τα βγάλει στην επιφάνεια αργότερα) αλλά σε εκείνα που θα σου φανούν αρχικά σαν προτερήματα! Δεν είμαι ειδικός, αλλά κάποια από αυτά τα σημάδια μπορώ να τα υποθέσω.

Θα σε εντυπωσιάσει αρχικά το έντονο ενδιαφέρον και ο υπερβολικός προσανατολισμός του σε σένα. Θα παρατηρεί τα πάντα που σε αφορούν, θα θέλει να γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητάς σου. Όλα αυτά θα σου φανούν στην αρχή κολακευτικά, ώσπου κάποια στιγμή να γίνουν ασφυκτικά και να αρχίσουν να σε πνίγουν. Όμως, ακόμα κι αν κάνεις φανερή τη δυσφορία σου, δεν πρόκειται αυτή να τον αναχαιτίσει.

Ίσως και να σου αρέσει, αρχικά, η διεκδικητικότητά του απέναντί σου. Ακόμα και οι παράλογες σκηνές ζηλοτυπίας θα είναι «απόδειξη» του πόσο σημαντική είσαι για εκείνον ώστε να φοβάται μήπως σε χάσει. Και, σε κανένα άλλο αρσενικό δεν θα επιτρέψει να σε πλησιάσει. Έστω απλά για να σου μιλήσει, ακόμα και να ρίξει το βλέμμα του πάνω σου. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι θα παρακολουθεί αδιάλειπτα και το δικό σου βλέμμα, μην τυχόν και ξεστρατίσει - όπως του φανεί - κάπου που δεν πρέπει. Και τότε, μέσα από την «καλοδεχούμενη», επιβεβαιωτική ζήλια του θα ξεπεταχτούν οι πρώτες ανησυχητικές σπίθες της βίας. Αρχικά αυτή θα περιοριστεί σε πικρά και δηκτικά - ενδεχομένως και απειλητικά - λόγια. Ίσως δεν αργήσει, όμως, η βία να πάρει φυσική μορφή, τραυματίζοντας το σώμα μαζί με την ψυχή σου...

Για να σιγουρέψει την επικυριαρχία του πάνω σου, θα θελήσει να σε αποκόψει από κάθε πιθανή πηγή συμβουλής ή προστασίας. Με διάφορα προσχήματα θα προσπαθήσει να σε εμποδίσει να βλέπεις τους φίλους σου, ακόμα και να επισκέπτεσαι τα πρόσωπα της οικογένειάς σου. Βέβαια, θα ισχυρίζεται πάντα πως εκείνος είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που «σε αγαπά αληθινά» και «θέλει πάντα το καλό σου»!

Η αληθινά επικίνδυνη, για σένα, φάση της σχέσης θα αρχίσει τη στιγμή που θα του δηλώσεις ότι δεν θέλεις να είσαι πια μαζί του. Αυτό θα είναι βαρύ χτύπημα για τον αρρωστημένο εγωισμό του και δύσκολα θα μπορέσει να το αποδεχθεί, αφού στο μεταξύ θα σε θεωρεί «κτήμα» του, κάτι που εκείνος και μόνο μπορεί να ορίζει αν θα υπάρχει ή όχι στη ζωή του. Και, αν αυτό το «κάτι» δεν ανήκει στη δική του ζωή, δεν μπορεί να βρίσκεται στη ζωή οποιουδήποτε άλλου. Ακόμα και στην ίδια τη ζωή ως γενική κι απρόσωπη έννοια. Το τραγικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαστροφικής αντίληψης το βλέπουμε, δυστυχώς, όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας...

Αγαπητή φίλη, το γράμμα μου αυτό δεν έχει σαν σκοπό να σε τρομάξει και να σε αποθαρρύνει από το να κάνεις μία υγιή και όμορφη σχέση. Θέλει μόνο να σε προτρέψει να προσέξεις τα σημάδια που μαρτυρούν πως, πίσω από φαινομενικά «καλές προθέσεις» είναι δυνατό να κρύβεται η κόλαση! Αν τυχόν δεις αυτά τα σημάδια, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να φύγεις μακριά, όσο ακόμα ανήκεις απόλυτα στον εαυτό σου. Γιατί, αύριο ίσως να είναι αργά. Και κανένα πολιτικό κόμμα, κανένα ξεχαρβαλωμένο κράτος, κανένας γραβατοφορεμένος νομοθέτης, δεν πρόκειται να σε προστατέψει από την κάννη του όπλου, ή το κοφτερό μαχαίρι, κάποιου αρσενικού τέρατος. Με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης «αρσενικό»...