Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Το «όραμα» της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης: Τι (δεν) μας δίδαξε η Ιστορία...


Κάποιοι οραματίζονται το «τέλος της Δύσης» και, ειδικότερα, το τέλος της Ενωμένης Ευρώπης. Όμως λησμονούν ότι αυτή η Ευρώπη, της οποίας σήμερα ονειρεύονται τη διάλυση, γεννήθηκε από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών. Και η Ιστορία εκδικείται όσους την αγνοούν...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Όλο και συχνότερα ακούγονται δυσοίωνες εκτιμήσεις για το «τέλος της Δύσης». Ενός συμπαγούς δημοκρατικού κόσμου που χτίστηκε βήμα-βήμα, με κόπο και αναγκαίους συμβιβασμούς, πάνω στα ερείπια που άφησαν πίσω τους δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του περασμένου αιώνα.

Όμως, αν το «τέλος» της Δύσης αποδίδεται σήμερα σε παρανοϊκές υπερατλαντικές πολιτικές συμπεριφορές, το «ξήλωμα του πουλόβερ» είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, με την υποχθόνια ναρκοθέτηση της πίστης των δημοκρατικών κοινωνιών της Ευρώπης στις αξίες και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, ο κύριος ενορχηστρωτής τής ύπουλα και μεθοδικά διακινούμενης αντι-ευρωπαϊκής προπαγάνδας δεν βρισκόταν (και δεν βρίσκεται) στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, αλλά πολύ πιο κοντά μας. Αρκεί να κοιτάξουμε ανατολικά στον χάρτη...

Το 2016, με αφορμή τους πανηγυρισμούς κάποιων αντι-ευρωπαϊκών (και, μετέπειτα, αναφανδόν φιλο-ρωσικών) κύκλων μετά το βρετανικό δημοψήφισμα για αποχώρηση της χώρας από την Ε.Ε., είχαμε επιχειρήσει να δώσουμε την εικόνα μίας πολιτικά διαιρεμένης Ευρώπης αντλώντας διδακτικό παράδειγμα από την ίδια την Ιστορία, λίγο πριν το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το κείμενο παραμένει επίκαιρο, και θεωρώ χρήσιμο να το παραθέσω εδώ στο σύνολό του. Αν μη τι άλλο, ως ιστορικό ανάγνωσμα. Ή, ακόμα περισσότερο, σαν προϊόν ανήσυχης σκέψης ότι η Ιστορία είναι δυνατό να επαναλαμβάνεται. Όχι απαραίτητα ως ανώδυνη φάρσα...

--------------------------------

Από μια πρόσφατη (σ.σ.: 2016) ανάρτηση ενός φίλου στο Facebook έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο, πρωτότυπα δημοσιευμένο σε πολιτική εφημερίδα, το οποίο χαιρέτιζε σε τόνους πανηγυρικούς το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος που οδηγεί στην αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το έντονα φορτισμένο – στα όρια του εμπαθούς – ύφος του κειμένου δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας: κάποιοι κυριολεκτικά μισούν την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης. Ή, για να γίνω ακριβέστερος, μισούν αυτή την Ευρώπη που γνωρίζουμε σήμερα.

Σταχυολογώ ενδεικτικά μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις από το κείμενο: «Φρένο στο 4ο Ράιχ», «νταβατζήδες των αγορών και του Βερολίνου», «αποκρουστικά μαντρόσκυλα της Καγκελαρίας», «ντόπια ζόμπι της ευρωλιγουριάς», «ξεχασμένοι βρυκόλακες της πολιτικής»...

Αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, υπάρχουν πράγματι λόγοι για να μην τρέφει κάποιος ιδιαίτερα θετικά αισθήματα για τη σημερινή Ε.Ε. Ο σημαντικότερος αφορά την οικονομική ηγεμονία του Βερολίνου και τις εμμονικές αγκυλώσεις της Γερμανίας στις πολιτικές λιτότητας που έχουν «γονατίσει» μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στις πιο αδύναμες, κυρίως, χώρες (μία από αυτές τη γνωρίζουμε από πρώτο χέρι!).

Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μεταναστευτική φιλοσοφία της Ε.Ε., που ενθαρρύνει τον μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε πολυπολιτισμικές, τη στιγμή που οι κοινωνίες αυτές αισθάνονται να απειλούνται από τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης (και συχνά παράνομης) μετανάστευσης. Οι φόβοι μάλιστα αυξάνουν δραματικά μετά τα φαινόμενα έξαρσης του θρησκευτικού φανατισμού που έχουν προκαλέσει αμέτρητα θύματα ως τώρα και έχουν θέσει σε συναγερμό όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ο πολίτης μπορεί ίσως να μοιραστεί το λιγοστό ψωμί του, σε καμία περίπτωση όμως δεν διαπραγματεύεται το αίσθημα της ασφάλειάς του!

Οι αντι - ευρωπαϊκοί κύκλοι, λοιπόν, υποδέχθηκαν ως πράξη εθνικής αντίστασης την απόφαση του βρετανικού λαού ενάντια, υποτίθεται, σε ένα «αναδυόμενο 4ο Ράιχ» που θέλει να του αμφισβητήσει την εθνική κυριαρχία. Η ιδέα ότι η σημερινή Γερμανία αποτελεί πολιτική και ιστορική συνέχεια της ναζιστικής, δεν μπορεί ασφαλώς να σταθεί ως θέμα σοβαρής συζήτησης. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι, για κάποιους, η ιστορική περίοδος που διανύουμε παραπέμπει σε εκείνη του μεσοπολέμου (1919 - 1939), όταν η δημοκρατική Ευρώπη (και, ευρύτερα, ο δημοκρατικός κόσμος) ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του ναζισμού και του φασισμού. Με τη Γερμανία να παίζει και πάλι το ρόλο του απόλυτου κακού – τούτη τη φορά όχι με τα όπλα, αλλά με το χρήμα.

Φοβάμαι ότι αυτοί που οραματίζονται και με τόση θέρμη προπαγανδίζουν τη διάλυση «αυτής» της Ευρώπης, συγκρίνοντας ταυτόχρονα το «σήμερα» με τη μεσοπολεμική περίοδο της ανόδου του ναζισμού, εστιάζουν την προσοχή τους σε λάθος μεσοπόλεμο! Ο κατακερματισμός της Ευρώπης, με την πιθανή αναβίωση του ακραίου εθνικισμού και την επανεμφάνιση εθνικών περιχαρακώσεων, ανταγωνισμών και γενικής καχυποψίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, παραπέμπει σε μια άλλη ιστορική περίοδο: εκείνη που μεσολάβησε ανάμεσα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870 - 71) και την έναρξη του εφιαλτικού «Μεγάλου Πολέμου» (1914).

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος φαντάζει σήμερα τόσο μακρινός που, για πολλούς μη-ιστορικούς δεν είναι παρά ένα αξιοσέβαστο θέμα ακαδημαϊκής μελέτης το οποίο ελάχιστα πλέον επηρεάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ακόμα και έτσι να ‘ναι, αποτελεί ένα ωφέλιμο δίδαγμα γι’ αυτούς που καλοδέχονται την προοπτική ενός εθνικού απομονωτισμού, θεωρώντας τον συνώνυμο της εθνικής ανεξαρτησίας και αφετηριακή προϋπόθεση εθνικών θριάμβων. Και προσφέρει ένα μάθημα για το πώς μια αλυσίδα λανθασμένων υπολογισμών κι επιλογών μπορεί να οδηγήσει σε μαζική καταστροφή. Πολύ χειρότερη από αυτή που «απεργάζονται» σήμερα – σύμφωνα, τουλάχιστον, με το σχετικό αφήγημα – το Βερολίνο και τα «μαντρόσκυλά του»!

Έστω και για λόγους ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, λοιπόν, αξίζει να κοιτάξουμε πάνω από έναν αιώνα πίσω, λίγο πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Σε μια περίοδο που η Ευρώπη ήταν ένα συνονθύλευμα εθνικών εγωκεντρισμών και ad hoc συμμαχιών, και ένα πεδίο οικονομικών και στρατιωτικών ανταγωνισμών που υπαγορεύονταν από το αίσθημα εθνικού μεγαλείου και ιστορικής μοναδικότητας της κάθε πλευράς.

Παραθέτουμε, όσο πιο συνοπτικά μπορούμε, το πλέγμα σκοπιμοτήτων κι επιδιώξεων των ευρωπαϊκών χωρών που κατά κύριο λόγο ενεπλάκησαν στον πόλεμο, η έναρξη του οποίου ήταν το αποκορύφωμα ενός μοναδικού στην Ιστορία ντόμινο γεγονότων που άνοιξε τις πύλες της κολάσεως μετά το Σαράγεβο.

Για τη Γαλλία, έναν από τους κύριους πρωταγωνιστές του δράματος, πρωταρχικός στόχος ήταν να ξεπλύνει τη ντροπιαστική ήττα του 1871 από τους Γερμανούς και να ανακτήσει τις οικονομικά σημαντικές επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Η συμμαχία της με τη Ρωσία (1894) πρόσφερε στη Γαλλία ένα σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα αφού, σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία, η τελευταία θα έπρεπε να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα.

Η Ρωσία, από την άλλη μεριά, πίστευε πως η συμμαχία της με τη Γαλλία θα απέτρεπε μια επιθετική ενέργεια των Γερμανών εναντίον της. Αυτό θα της έλυνε τα χέρια στην επιδίωξη των δικών της επεκτατικών σχεδίων προς τον νότο, που περιλάμβαναν την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, το ενδιαφέρον της για τις περιοχές αυτές έθετε τη Ρωσία σε τροχιά σύγκρουσης με τη βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, της οποίας τα εσωτερικά προβλήματα την ενέπλεκαν άμεσα με τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν κατά κύριο λόγο με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, στη Βοσνία το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Σλάβοι. Και, στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία, η εκεί στρατιωτική κλίκα που έλεγχε την κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Βοσνία «αυτοδίκαια» θα έπρεπε να ανήκει στη Σερβία.

Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (1908), με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε από τους Αυστριακούς, είχε αποτελέσει μεγάλη διπλωματική ταπείνωση και ήταν η αφετηρία εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο πόλεμος τότε είχε αποφευχθεί λόγω της δυναμικής παρέμβασης της Γερμανίας και της στρατιωτικής ανετοιμότητας της Ρωσίας. Η βοσνιακή κρίση έφερε, όμως, κοντύτερα τη Ρωσία με τη Σερβία, με την πρώτη να αναλαμβάνει ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η στάση της Βρετανίας ήταν αβέβαιη ως τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος. Τυπικά, η Entente Cordiale με τη Γαλλία (1904) ήταν απλά μια «συμφωνία κυρίων» που αντιμετώπιζε ζητήματα αποικιακών διαφορών και δεν υποχρέωνε τη χώρα να προστρέξει σε βοήθεια της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η πολιτική ηγεσία γνώριζε καλά, εν τούτοις, ότι η Βρετανία δύσκολα θα μπορούσε να μείνει ουδέτερη σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου.

Η Γερμανία πρόσφερε, τελικά, το αναγκαίο διπλωματικό άλλοθι στη Βρετανία, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα (της ουδετερότητας αυτής, η Βρετανία – όπως άλλωστε και η ίδια η Γερμανία! – ήταν εγγυήτρια). Στην πραγματικότητα, την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο υπαγόρευε το αμυντικό δόγμα της χώρας αυτής, σύμφωνα με το οποίο σε καμία εχθρική δύναμη δεν θα επιτρεπόταν να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης (πράγμα που πέτυχαν, τελικά, οι στρατιές του Χίτλερ αρκετά χρόνια αργότερα).

Πάμε τώρα στην ίδια τη Γερμανία. Ένας παράγοντας που καθόρισε τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε οικονομικά κίνητρα. Αναζητούσε κι αυτή μια θέση στις παγκόσμιες αγορές, όπου είχαν ήδη διεισδύσει και κυριαρχούσαν η Μεγάλη Βρετανία (στην ανατολική και νότια Αφρική και στη νότια Ασία), η Γαλλία (στη δυτική Αφρική, στα Βαλκάνια και στη Ρωσία) και οι Ηνωμένες Πολιτείες (στη Λατινική Αμερική, κυρίως). Σύντομα, η Ρωσία και η Ιαπωνία θα έμπαιναν κι αυτές στον οικονομικό ανταγωνισμό στην Άπω Ανατολή. Γερμανικά οικονομικά ανοίγματα στη βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνάντησαν σκληρό ανταγωνισμό από βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα που ήδη κατείχαν στρατηγικές θέσεις εκεί.

Παράλληλα, η στρατιωτική ελίτ της Γερμανία είχε κι αυτή τα δικά της προβλήματα να επιλύσει, καθώς έβλεπε τη χώρα να χάνει τη στρατιωτική της υπεροχή στην Ευρώπη. Η γαλλο-ρωσική συμμαχία σήμαινε για τη Γερμανία έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα. Η ανάγκη, τότε, να μοιράσει τις δυνάμεις της μεταξύ ανατολής και δύσης θα απέκλειε μια γρήγορη νίκη, ανάλογη με αυτή του 1870 κατά των Γάλλων.

Ο συνδυασμός οικονομικής περικύκλωσης και στρατιωτικής ευαλωτότητας έκανε τη Γερμανία να σκέφτεται σοβαρά έναν πόλεμο κατά των Γάλλων και των Ρώσων. Κι αυτό θα έπρεπε να συμβεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, πριν η ολοένα αυξανόμενη αριθμητική δύναμη του γαλλικού στρατού ξεπεράσει αυτήν του γερμανικού, και προτού οι Ρώσοι ολοκληρώσουν τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας τους.

Η ευκαιρία για τους Γερμανούς παρουσιάστηκε, τελικά, στις 28 Ιουνίου του 1914, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε στο Σαράγεβο, πρωτεύουσα της αυστριακής επαρχίας της Βοσνίας, τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας και τη σύζυγό του. Για να ακολουθήσει το περίπλοκο ντόμινο των γεγονότων που οδήγησε στην κήρυξη του πολέμου και, στη συνέχεια, στην τετράχρονη εφιαλτική εμπειρία του ανθρωποσφαγείου των χαρακωμάτων σε ανατολή και δύση...

Ο λόγος για τον οποίο γυρίσαμε τόσο πίσω το ρολόι της Ιστορίας ήταν να ξαναδούμε μια διαιρεμένη Ευρώπη στις πιο σκοτεινές μέρες του εικοστού αιώνα (λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη, ασφαλώς, και τη μεταγενέστερη εμπειρία της ναζιστικής βαρβαρότητας). Ήταν αυτά ακριβώς τα διδάγματα, μαζί με την επιθυμία των ευρωπαϊκών λαών να μη διαπράξουν ξανά τα ίδια λάθη, που οδήγησαν στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Ένα οικοδόμημα που χτίστηκε βήμα - βήμα πάνω στην πεποίθηση ότι η γενική ευημερία θα έρθει ως αποτέλεσμα συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης, όχι εθνικών περιχαρακώσεων και ανταγωνισμών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρκετοί σήμερα ονειρεύονται τη διάλυσή της, γεννήθηκε από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών. Κάποιοι ίσως αντιτείνουν ότι και σήμερα υπάρχει ένας άνισος οικονομικός πόλεμος ανάμεσα στους ισχυρούς και τους αδύναμους, με θύματα κυρίως τους νέους. Αν αυτή είναι (και πράγματι είναι!) μία παθογένεια του οικοδομήματος, θα πρέπει μέσα στο πλαίσιο του εφικτού να αναζητήσουμε τρόπους να τη θεραπεύσουμε.

Υπάρχει πάντα, βέβαια, και ένας εναλλακτικός δρόμος: να αποφασίσουμε ελαφρά τη καρδία πως το μόνο που αξίζει στον συγκεκριμένο «ασθενή» είναι η ευθανασία! Η Ιστορία μάς χαμογελά ειρωνικά...

(ΤΟ ΒΗΜΑ, Ιούνιος 2016)

Υ.Γ.: Αναλυτικότερες μελέτες για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορείτε να δείτε στα παρακάτω άρθρα:



Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων: Αναζητώντας λίγη αξιοπρέπεια στην τελική ευθεία...

 Συχνά είναι η μόνη λύση που απομένει. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είναι επιχειρήσεις, όχι φιλανθρωπικά ιδρύματα...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Στην υπέροχη ταινία τού Σοχέι Ιμαμούρα«Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983), οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ενός φτωχού ιαπωνικού χωριού τον προ-περασμένο αιώνα οδηγούνται κατά παράδοση σε ένα κοντινό βουνό (Ναραγιάμα) για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν, λόγω της ανημπόριας τους, τα παιδιά τους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Η ιδέα ακούγεται τρομαχτική στα αυτιά μίας σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας. Ακόμα και σε αυτή την «πολιτισμικά καθυστερημένη» Ελλάδα, τέτοιο βουνό σίγουρα δεν υπάρχει – και μακριά από εμάς τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις! Ή μήπως υπάρχει;

Το κείμενο που ακολουθεί μεταφέρει αυτούσια την εμπειρία αναγνώστριας, της οποίας εμπειρίας υπήρξα και προσωπικός μάρτυς έτσι ώστε να ομιλώ «μετά λόγου γνώσεως». Δεν επιχειρεί (το κείμενο) ηθική αξιολόγηση της καταφυγής στον «Ναραγιάμα» – ιδιαίτερα αν αυτή είναι η μόνη, δυστυχώς, λύση που απομένει – αλλά ζητά να φέρει στο φως κάποιες όχι και τόσο φανερές πτυχές της λειτουργίας ενός συστήματος που διαφημιστικά προβάλλεται με συγκινητικές εικόνες αγάπης και φροντίδας, συνοδευόμενες από λόγια γεμάτα συμπόνια και ανθρωπιά...

Η μητέρα της αναγνώστριας πλησίαζε τα ενενήντα. Ήταν σχετικά καλά στην υγεία της για την ηλικία της, και διατηρούσε απόλυτη πνευματική διαύγεια. Είχε όμως αρχίσει να εμφανίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα λόγω μυϊκής αδυναμίας στα κάτω άκρα, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να περπατά και, γενικά, να αυτο-εξυπηρετείται χωρίς υποβοήθηση.

Αρχικά, η αναγνώστρια κατέφυγε στη λύση αλλοδαπών οικιακών βοηθών. Και, επί τέσσερα χρόνια «παρέλασαν» από το σπίτι της μητέρας της άτομα κάθε είδους και κάθε ηθικού αναστήματος (μεταξύ αυτών, μία εκδιδόμενη που ασκούσε το «επάγγελμα» κατά τις πολύωρες απουσίες της «για τα ψώνια του σπιτιού», ενώ τις νύχτες έμπαζε στο σπίτι τον προαγωγό της!). Μία τελευταία περίπτωση φάνηκε «λαχείο», αφού επρόκειτο για κάποια γυναίκα που έδειχνε ζήλο για τη δουλειά της και φερόταν σχετικά ανθρώπινα στην ηλικιωμένη. Όταν, όμως, συγκέντρωσε το ποσό που της χρειαζόταν, δήλωσε ξαφνικά ότι θα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της «για οικογενειακούς λόγους» (η συνήθης δικαιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις).

Μη έχοντας πλέον άλλη λύση, και με βαριά καρδιά και αίσθημα υπέρμετρης ενοχής, η αναγνώστρια αποφάσισε να στραφεί στη λύση μίας κοντινής μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (ΜΦΗ, για συντομία). Είχε καλό όνομα στην περιοχή, και κάποιες προγενέστερες εμπειρίες της αναγνώστριας συνηγορούσαν σε αυτό. Η μητέρα της – μία αξιοπρεπέστατη αρχοντογυναίκα – συνεργάστηκε απόλυτα καθώς δεν ήθελε να επιβαρύνει άλλο το παιδί της. Εξ άλλου, είχε και μία καλή σύνταξη που θα της επέτρεπε να πληρώνει στο ακέραιο το όχι ευκαταφρόνητο κόστος της διαμονής στη μονάδα.

Στην αρχή όλα φαίνονταν ιδανικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα: υψηλής αισθητικής χώρος υποδοχής και, γενικά, ευχάριστη διάθεση και φιλικό περιβάλλον στα μάτια του επισκέπτη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν παραπονιόταν παρά μόνο για την ποιότητα του φαγητού. Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, απαντούσε πως ήταν όλες «πολύ καλές κοπέλες».

Ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να ταράξει το αίσθημα σιγουριάς της αναγνώστριας και να την ωθήσει στο να παρακολουθεί στενότερα τα τεκταινόμενα στην ΜΦΗ. Ήταν ο αιφνίδιος θάνατος μίας άλλης ηλικιωμένης που νοσηλευόταν σε γειτονικό θάλαμο. Η γυναίκα αυτή ήταν πρώην γειτόνισσα της αναγνώστριας και την εμπιστευόταν αρκετά ώστε να της μιλά «εκ βαθέων». Της εκμυστηρεύτηκε, λοιπόν, ότι, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή με αξιοπρέπεια στο σπίτι της, είχε τώρα να αντιμετωπίσει την σκαιή συμπεριφορά κάποιων μελών του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έκανε την δυσοίωνη πρόβλεψη ότι δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει στο μέρος εκείνο. Πρόβλεψη που, δυστυχώς, σύντομα επαληθεύτηκε. Σημειώνω ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέφερε από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Έσβησε» απλά από ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης που της ήταν αδύνατο να αντέξει. Επισήμως, από ανακοπή...

Δεν πήρε καιρό στην αναγνώστρια να διαπιστώσει ότι αποδέκτης παρόμοιων συμπεριφορών ήταν και η ίδια η μητέρα της, από ορισμένες νοσηλεύτριες που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα ακόμα και υπό την παρουσία της. Αν ήθελα να δώσω μία μεταφορική περιγραφή του φαινομένου, θα έλεγα ότι φέρονταν στη γυναίκα σαν λοχίες απέναντι σε νεοσύλλεκτο φαντάρο!

Όσοι έχουν σκύλο γνωρίζουν ότι πρέπει να τον βγάζουν βόλτα κάποιες φορές την ημέρα για τις «ανάγκες» του. Και ο σκύλος μαθαίνει πρόθυμα να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα αυτό που του επιβάλλει το αφεντικό του. Με τον άνθρωπο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή έτσι, τουλάχιστον, πίστευε η αναγνώστρια ως τη στιγμή που κατάφερε να εκμαιεύσει από την τρομαγμένη μητέρα της την πληροφορία ότι μία νοσηλεύτρια, σε ρόλο αφεντικού ενός «σκύλου», της επέβαλλε πότε θα πήγαινε στο ειδικό μέρος και για πόσο διάστημα (κατά κανόνα ελάχιστο) θα παρέμενε σε αυτό. Σε κάποια περίπτωση, μάλιστα, στην ηλικιωμένη ασκήθηκε βία για να συντομεύσει...

Και, μια και βρίσκω το (αντι-)παράδειγμα του σκύλου εξόχως βολικό για τη συζήτηση, θα συμπληρώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω νοσηλεύτρια σέρβιρε τον δίσκο με το φαγητό στην ηλικιωμένη ήταν πολύ λιγότερο ανθρώπινος από εκείνον με τον οποίο σέρβιρα κάποτε εγώ το αντίστοιχο πιάτο στον σκύλο μου!

Σε αντιστάθμισμα, πάντως, όσων προανέφερα, οφείλω να σημειώσω ότι η πλειοψηφία του νοσηλευτικού προσωπικού στην ΜΦΗ κατέβαλλε προσπάθειες να επιδείξει ανθρώπινη συμπεριφορά και μια κάποια υποψία ζεστασιάς στους ηλικιωμένους. Άρκεσαν, όμως, ένα-δύο κακά πρόσωπα για να διαλύσουν την όποια καλή εικόνα. Πρόσωπα, εν τούτοις, στα οποία έμοιαζε να έχει εκχωρηθεί απεριόριστη εξουσία που έφτανε – θα μπορούσε κάποιος να πει με μια δόση υπερβολής – ως το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ηλικιωμένους! Κι αυτό επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην περίπτωση της αναγνώστριας. Σεβόμενος, όμως, την επιθυμία της δεν θα περιγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της μητέρας της μέσα στην ΜΦΗ...

Έγραψα το σημείωμα όχι τόσο για να καταγγείλω κάποιες από τις συνθήκες λειτουργίας ενός καθαρά κερδοσκοπικού συστήματος που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές στον δύσκολο δρόμο προς τον τελικό τους σταθμό, όσο για να ενημερώσω και να αφυπνίσω τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν προβλήματα όμοια με αυτό της αναγνώστριας. Αν κάποιος αναγκαστεί, ως τελική και αναπόφευκτη λύση, να απευθυνθεί σε κάποια ΜΦΗ, ας θυμηθεί ότι η μονάδα αυτή δεν είναι παρά μία επιχείρηση που προσφέρει έναν τύπο υπηρεσιών έναντι αδρής αμοιβής.

Το τραγικό της υπόθεσης έγκειται σε ένα ζήτημα ηθικής φύσης που αφορά την λειτουργική φιλοσοφία ορισμένων ΜΦΗ και, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την συμπεριφορά τους απέναντι στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται εκεί. Θα το διατυπώσω συνοπτικά και με ωμό ρεαλισμό: Κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές (ευτυχώς όχι οι περισσότερες) θεωρούν a priori ότι ο πελάτης εναποθέτει εκεί τον ηλικιωμένο άνθρωπό του για να απαλλαγεί από το βάρος του ώσπου να έρθει το αναμενόμενο τέλος. Ή, για να το κάνω να ακουστεί ακόμα πιο ανατριχιαστικό: Θεωρούν ως δεδομένο ότι κάποιος αφήνει εκεί τον ηλικιωμένο απλά «για να πεθάνει»!

Είναι στην ευθύνη, λοιπόν, των συγγενών να καταστήσουν εξαρχής απόλυτα σαφές στις επιχειρήσεις ότι τέτοιες λογικές πόρρω απέχουν από τις προθέσεις τους, και ότι αυτό που ζητούν είναι ακριβώς να προσφέρουν στους αγαπημένους τους την δυνατότητα να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους – πολύ ή λίγο – με ποιότητα και αξιοπρέπεια. Κυρίως, οι συγγενείς πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να «ακούν» ακόμα και αυτά που οι ηλικιωμένοι, είτε από φόβο είτε από αίσθημα συμβιβασμού, αποφεύγουν να εκφράσουν άμεσα. Και, όταν διαπιστώνουν παραλείψεις ή ανάρμοστες συμπεριφορές, να μη διστάζουν να υπερασπίζονται δυναμικά τους ανθρώπους τους!

Οι ΜΦΗ δεν θα έπρεπε να είναι το ελληνικό «Ναραγιάμα» αλλά η ελληνική απάντηση στο πνεύμα τού Ναραγιάμα! Αν, βέβαια, υπάρχουν ακόμα ελληνικές απαντήσεις σε έναν κόσμο όπου οι ιδιαίτερες πολιτισμικές αξίες ολοένα χάνονται μέσα στην παγκόσμια κρεατομηχανή της ομογενοποίησης. Και έναν κόσμο όπου όλα, πλέον, πουλιούνται κι αγοράζονται. Ακόμα και το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής...

* Στην Ι.Χ. που, όποτε κι αν έφευγε, πάλι νωρίς θα ήταν...

KLIK

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ναζισμός: Μια ηθικο-φιλοσοφική προσέγγιση στο Απόλυτο Κακό


Όσο κι αν ψάξει κάποιος στις σελίδες της Ιστορίας, δύσκολα θα συναντήσει μαζικά εγκλήματα τόσο διαστροφικά όσο εκείνα που διέπραξε το καθεστώς του Άντολφ Χίτλερ στο διάστημα (1933-1945) που κατείχε την εξουσία στη Γερμανία. Αυτό που προσδίδει στο ναζιστικό καθεστώς τον χαρακτήρα της διαστροφής δεν είναι απλά και μόνο η ρατσιστική του φύση (ρατσιστικά καθεστώτα υπήρξαν, δυστυχώς, και αλλού) αλλά το γεγονός ότι ο ρατσισμός δεν αρκέστηκε σε κοινωνικούς διαχωρισμούς και «ειδικές μεταχειρίσεις» αλλά προχώρησε σε μαζική δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων, με πράξεις που χαρακτηρίστηκαν από απίστευτη κτηνωδία.

Αν και τα εγκλήματα του ναζισμού όλο και λιγότερο αποτελούν θέμα ακαδημαϊκής συζήτησης στην εποχή μας (ας μην ξύνουμε πληγές τώρα!), επιχειρήσαμε με μία σειρά κειμένων να προσεγγίσουμε το φαινόμενο μέσα από καθαρά ηθικο-φιλοσοφική σκοπιά. Η προσέγγιση αυτή εστιάζει σε τρία βασικά ζητήματα:

1. Το ηθικό ζήτημα: Γιατί στην κοινή συνείδηση το χιτλερικό καθεστώς είναι ταυτισμένο με το Απόλυτο Κακό;

2. Το γνωσιολογικό ζήτημα: Είναι καταρχήν εφικτή η ερμηνεία του μαζικού εγκλήματος στο πλαίσιο της ιστορικής αιτιότητας;

3. Το εθνο-φυλετικό ζήτημα: Είναι ο «γερμανικός χαρακτήρας» ή οι ιστορικές συγκυρίες ο παράγοντας εκείνος που επέτρεψε στον Χίτλερ να διαπράξει με τόση ευκολία ένα έγκλημα τέτοιων διαστάσεων;

Παραθέτω μία σειρά δημοσιευμένων κειμένων που πραγματεύονται τα πιο πάνω ζητήματα (μαζί με σχετικό video), τονίζοντας εμφατικά ότι δεν αποτελούν ιστορικές μελέτες (δεν θεωρώ τον εαυτό μου επιστημονικά επαρκή για ένα τέτοιο εγχείρημα!) αλλά εκφράζουν, απλά, μερικές προσωπικές σκέψεις πάνω σε ένα ιστορικό θέμα που τείνει σήμερα να μας ευαισθητοποιεί λιγότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε. Ας μην ξεχνούμε, εν τούτοις, ότι η Ιστορία έχει κάποιες φορές την τάση να επαναλαμβάνεται. Είτε ως τραγωδία, είτε ως φάρσα...


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ο πρώτος νευτώνειος νόμος δεν είναι πόρισμα αλλά προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου!


Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Διαβάζω σε σημαντικό εκπαιδευτικό σύγγραμμα Θεωρίας της Σχετικότητας:

Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα (νόμος της αδράνειας) είναι στ' αλήθεια μία ειδική περίπτωση του δεύτερου νευτώνειου νόμου.

Ας εξηγήσουμε το σκεπτικό του συγγραφέα: Έστω F η ολική δύναμη πάνω σε ένα σωματίδιο μάζας m, και έστω a η (διανυσματική) επιτάχυνση του σωματιδίου. Σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα,

F = m a        (1)

Τώρα, αν F=0, τότε και a=0. Δηλαδή, αν το σωματίδιο είναι ελεύθερο (δεν του ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός), τότε κινείται με σταθερή ταχύτητα (αφού έχει μηδενική επιτάχυνση). Το ίδιο όμως λέει κι ο νόμος της αδράνειας. Έτσι, φαίνεται να "αποδείξαμε" τον πρώτο νόμο του Νεύτωνα με απλή χρήση του δεύτερου νόμου! Ή μήπως όχι ακριβώς;

Καταρχάς, η "απόδειξη" εμφανίζει ένα σημαντικό κενό: δεν προσδιορίζει ως προς τι μένει σταθερή η ταχύτητα του σωματιδίου όταν δεν του ασκούνται δυνάμεις. Και, όπως γνωρίζουμε, η ταχύτητα δεν είναι απόλυτο μέγεθος αλλά εξαρτάται από την κίνηση του ίδιου του παρατηρητή που την μετράει. Ποιον παρατηρητή αφορά η "απλή απόδειξη" που παραθέσαμε πιο πάνω; Αυτό το ζήτημα δεν μας το διευκρινίζει από μόνη της η σχέση (1). Σίγουρα κάτι λείπει εδώ...

Σκεφτείτε το ως εξής: Θα μπορούσαν δύο ποδοσφαιρικές ομάδες να παίξουν ποδόσφαιρο χωρίς να διαθέτουν γήπεδο ποδοσφαίρου; Προφανώς όχι! Έτσι, για να αποκτήσει νόημα ο δεύτερος νόμος (1) θα πρέπει πρώτα να καθορίσουμε το "γήπεδο" μέσα στο οποίο θα τον εφαρμόσουμε. Κι αυτό το "γήπεδο" μας το παρέχει ο νόμος της αδράνειας, ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα.

Ο νόμος αυτός ορίζει ποιοι παρατηρητές έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη σχέση (1) για να εξηγούν τα φυσικά φαινόμενα. Και μάλιστα, ο νόμος εξασφαλίζει ότι τέτοιοι παρατηρητές υπάρχουν στη Φύση. (Βέβαια, ο Αϊνστάιν κατάργησε, τελικά, αυτή τη βεβαιότητα με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας.)

Ο νόμος της αδράνειας εισάγει την έννοια του αδρανειακού παρατηρητή και, συνακόλουθα, του αδρανειακού συστήματος αναφοράς, που είναι το σύστημα συντεταγμένων (x,y,z) που χρησιμοποιεί ένας αδρανειακός παρατηρητής. Ως προς ένα τέτοιο σύστημα αναφοράς, κάθε ελεύθερο σωματίδιο m (το οποίο δέχεται μηδενική ολική δύναμη F=0) κινείται με σταθερή ταχύτητα, δηλαδή με μηδενική επιτάχυνση a=0. Αν όμως το σωματίδιο έχει μη-μηδενική επιτάχυνση a, τότε η ολική δύναμη F πάνω του ορίζεται από τη σχέση (1) που, όπως είπαμε, εκφράζει τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα. Αλλά, προσοχή: ο ορισμός αυτός είναι έγκυρος μόνο ως προς έναν αδρανειακό παρατηρητή, άρα ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς!

Σημειώνουμε ότι ένας αδρανειακός παρατηρητής μπορεί να θεωρείται ισοδύναμος με ελεύθερο "σωμάτιο". Επίσης, δύο ελεύθερα σωμάτια (όπως, αντίστοιχα, δύο αδρανειακοί παρατηρητές) κινούνται με σταθερές ταχύτητες (χωρίς, δηλαδή, να επιταχύνονται) το ένα ως προς το άλλο.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Ένας πεζός που στέκει ακίνητος στο πεζοδρόμιο, και ένας επιβάτης μέσα σε ένα λεωφορείο που κινείται στον δρόμο με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά), είναι και οι δύο (κατά προσέγγιση) αδρανειακοί παρατηρητές. Αντίθετα, δεν είναι αδρανειακός παρατηρητής ένας επιβάτης μέσα σε ένα τρόλεϊ που επιταχύνεται. Ας δούμε, τώρα, πώς ερμηνεύει την δυναμική κατάσταση του ακίνητου πεζού ο κάθε επιβάτης, με βάση τη σχέση (1):

(α) Ως προς τον επιβάτη του ομαλά κινούμενου λεωφορείου (το οποίο ορίζει ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς), ο πεζός κινείται με σταθερή ταχύτητα (άσχετα αν είναι ακίνητος ως προς το πεζοδρόμιο!), άρα έχει μηδενική επιτάχυνση. Έτσι, ο επιβάτης του λεωφορείου θα συμπεράνει ότι, με βάση την (1), η ολική δύναμη πάνω στον πεζό είναι ίση με μηδέν. Σωστό: το βάρος του πεζού εξουδετερώνεται με την κάθετη αντίδραση από το πεζοδρόμιο!

(β) Ως προς τον επιβάτη του επιταχυνόμενου τρόλεϊ (που είναι μη-αδρανειακό σύστημα αναφοράς), ο πεζός φαίνεται να επιταχύνεται. Άρα, με βάση την (1), ο επιβάτης "συμπεραίνει" ότι στον πεζό θα πρέπει να ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός, πράγμα που είναι λάθος. Για ποιον λόγο ο επιβάτης κατέληξε σε λανθασμένο συμπέρασμα; Επειδή έκανε χρήση της σχέσης (1) χωρίς να έχει το δικαίωμα να την χρησιμοποιήσει, αφού δεν είναι αδρανειακός παρατηρητής!

    Συμπέρασμα: 

Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα δεν είναι απλό πόρισμα αλλά προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου νόμου. Για να αποκτήσει νόημα ο δεύτερος νόμος θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε κατάλληλα συστήματα αναφοράς, ως προς τα οποία και μόνο ο νόμος αυτός ισχύει. Τα συστήματα αυτά ορίζονται με βάση τον πρώτο νόμο (νόμο της αδράνειας) και καλούνται αδρανειακά συστήματα αναφοράς.

Άρα, χωρίς τον πρώτο νόμο, η διατύπωση του δεύτερου νόμου είναι ατελής και η χρήση του νόμου αυτού είναι δυνατό να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα!

    Δείτε σχετικό άρθρο:  https://arxiv.org/abs/1205.2326

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Περί «δικαίων» αιτημάτων...


Πόσο «δίκαια» μπορεί να χαρακτηρίζονται τα αιτήματα μίας κοινωνικής ομάδας που εκβιάζει την πολιτεία κρατώντας ως όμηρο την υπόλοιπη κοινωνία;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Διαβάζω και ακούω ξανά και ξανά ότι οι αγροτικές «κινητοποιήσεις» (sic), στις οποίες απροσπέλαστα μπλόκα από θηριώδη τρακτέρ/οιονεί τανκς στερούν από την υπόλοιπη κοινωνία το αυτονόητο δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση, είναι «δικαιολογημένες», αφού το μόνο που ζητούν οι αγρότες (εντός ή εκτός εισαγωγικών) είναι να ικανοποιηθούν τα «δίκαια» αιτήματά τους.

Αν όλα τα αιτήματα των αγροτών είναι εξ ορισμού πάντοτε δίκαια - επιχείρημα που οι ίδιοι οι αγρότες διαχρονικά προβάλλουν - θα πρέπει αυτονόητα να ικανοποιούνται στο σύνολό τους από ένα κράτος δικαίου. Όμως, τι σημαίνει «δίκαια»; Για παράδειγμα, δεν θα πρέπει να κρίνονται ως δίκαια, παρόμοια ή ανάλογα αιτήματα άλλων κοινωνικών κλάδων, όταν αυτοί πλήττονται έντονα ή καταστρέφονται από μία οικονομική κρίση; Τα αιτήματα των ηρωικών και κακοπληρωμένων γιατρών και εκπαιδευτικών σε ακριτικές περιοχές και νησιά που δεν προσφέρουν καν σταθερή και οικονομικά προσιτή στέγη; Των εξίσου κακοπληρωμένων αστυνομικών και πυροσβεστών που θεωρούνται αναλώσιμα του κράτους; Των νέων αξιωματικών των Ε.Δ. που φτάνουν να αντιμετωπίζουν ακόμα και δυσκολίες επιβίωσης (γνώρισα από κοντά τέτοιες περιπτώσεις);

Τα βασικά ερωτήματα είναι κατ' ουσίαν ρητορικά: Έχει η πολιτεία τη δυνατότητα να ικανοποιεί όλα τα αιτήματα που μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες αντιλαμβάνονται, επιλεκτικά, ως «δίκαια»; Και επίσης: Γιατί αυτό που θεωρούν οι αγρότες ως «δίκιο» τους υπερισχύει του δημοκρατικά εγγυημένου δικαιώματος των πολιτών στην ελεύθερη χρήση των δημόσιων δρόμων;

Όπως είχαμε σημειώσει παλιότερα [1], η ίδια η έννοια της δικαιοσύνης είναι από τη φύση της ασαφής, επιδεχόμενη πολλαπλές ερμηνείες. Έτσι, για τη θεμελίωση ενός κράτους δικαίου, η κάθε κοινωνία είναι αναγκασμένη να αποδεχθεί ένα σύνολο κοινωνικών συμβάσεων, τους νόμους της πολιτείας, οι οποίοι καθορίζουν τα όρια των δικαιωμάτων των πολιτών, και τους οποίους όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να σέβονται. Και ο σεβασμός στους νόμους υπερβαίνει το υποκειμενικό περί δικαίου αίσθημα, το οποίο βασίζεται κατά κύριο λόγο σε επί μέρους ηθικές αντιλήψεις.

Εν τούτοις, με επίκληση ενός υποτιθέμενου ηθικού δικαίου τους, οι αγρότες παραβιάζουν διαχρονικά, συστηματικά και κατά το δοκούν τον νόμο, υποκαθιστώντας τον αυθαίρετα με έναν «νόμο» δικής τους επινόησης με σκοπό τον εκβιασμό της πολιτείας μέσω ομηρίας της υπόλοιπης κοινωνίας. Για της οποίας κοινωνίας το δίκιο (άνευ εισαγωγικών) οι εκβιαστές προκλητικά αδιαφορούν.

Έχει αυτή η πολιτεία τη βούληση να επιβάλει την εφαρμογή των νόμων και να προασπίσει, ως οφείλει, το κράτος δικαίου; Ή μήπως υπερισχύει το γνωστό «δίκιο» του πολιτικού κόστους και πολιτικού οφέλους;

Αυταποδείκτως ρητορικά τα ερωτήματα...

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Όταν «νόμος» γίνεται το «δίκιο» μιας μειοψηφίας


Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό μας σύστημα είναι εξ ορισμού πλειοψηφικό. Τούτο σημαίνει ότι, μέσα από κοινά αποδεκτή εκλογική διαδικασία, συγκροτείται σώμα αντιπροσώπων (η Βουλή) με λαϊκή εξουσιοδότηση τόσο να εκλέγει, πλειοψηφικά, τους προκείμενους να ασκήσουν την εξουσία (να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας), όσο και να νομοθετεί σύμφωνα με το ισχύον σύνταγμα.

Το αδύνατο σημείο, από ηθική άποψη, του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι, φυσικά, η αναγκαστική (αλλά σε κάθε περίπτωση συμφωνημένη εκ των προτέρων) υποταγή της μειοψηφίας στη βούληση της "πλειοψηφίας" (ο εντός εισαγωγικών όρος αφορά, κυριολεκτικά, τους αντιπροσώπους του λαού και όχι το σύνολο των ψηφοφόρων, ως συνέπεια του εκλογικού συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής που επιβάλλει η αναγκαιότητα της κυβερνησιμότητας).

Αυτονόητα, η παραβίαση των νόμων επισύρει ποινικές συνέπειες για τους παραβαίνοντες. Εν τούτοις, με στόχο την ικανοποίηση συντεχνιακών διεκδικήσεων ή την προβολή (συχνά περιθωριακών) ιδεολογικών θέσεων, δυναμικές μειοψηφίες πολιτών συγκροτούν συμπαγείς πυρήνες που αποκτούν τη δυνατότητα να παραβιάζουν μαζικά τους νόμους, ασκώντας κάποιας μορφής βία την οποία αδυνατεί - ή, για πολιτικούς λόγους, διστάζει - να αντιμετωπίσει η εκλεγμένη εξουσία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μία de facto μετατροπή του πολιτεύματος σε δικτατορία των μειοψηφιών, οι οποίες επιβάλλουν δικούς τους "νόμους" προκειμένου να εξυπηρετήσουν το δικό τους "δίκιο", όπως οι ίδιες αντιλαμβάνονται το συλλογικό συμφέρον τους.

Η αναλογία γίνεται ακόμα πιο δραματική όταν η βία ασκείται όχι κατά της εξουσίας καθαυτής αλλά ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία, η οποία καθίσταται όμηρος εκβιαστικών διεκδικήσεων ή θύμα καταστροφικών συμπεριφορών. Ηθικός αυτουργός, όμως, στην de facto κατάλυση του πολιτεύματος είναι και η ίδια η εξουσία, η οποία τοποθετεί το πολιτικό κόστος υπεράνω της υπεράσπισης του κράτους δικαίου. Και επιλέγει την εύκολη λύση του "Πόντιου Πιλάτου", αφήνοντας την κοινωνία να γίνει έρμαιο της αυθαιρεσίας κοινωνικών μειοψηφιών.

Φυσικά, ο διαχρονικός φόβος της (εκάστοτε) εξουσίας είναι η στάμπα της "αντιλαϊκότητας" και του "αυταρχισμού", την οποία πρόθυμα θα σπεύσει να τοποθετήσει η (όποια) αντιπολίτευση σε μία κυβέρνηση που, πράττοντας το αυτονόητο - δηλαδή, εφαρμόζοντας τους νόμους της πολιτείας - στέκεται ανάχωμα σε "δίκαιους λαϊκούς αγώνες" και "ελεύθερη έκφραση των πολιτών". Ακόμα και αν οι "αγώνες" συνεπάγονται παραβίαση κοινωνικών δικαιωμάτων ή καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας.

Κι εδώ εγείρεται ένα κρίσιμο ζήτημα για το ίδιο το πολίτευμα: Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος. Αυτό είναι, βέβαια, κάτι που ελάχιστα δυσαρεστεί διάφορες αντι-κοινοβουλευτικές δυνάμεις, κάποιες μάλιστα φιλοξενούμενες εντός Κοινοβουλίου...

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Απαξίωση των δημόσιων λειτουργών: μία συνήθεια που έγινε λατρεία!

Οι διαχρονικές παθογένειες του δημόσιου τομέα είναι γνωστές (η τραγωδία στα Τέμπη είναι μια σχετικά πρόσφατη συνέπειά τους). Δεν δικαιολογούν, όμως, την συλλήβδην δαιμονοποίηση των δημόσιων λειτουργών της χώρας!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρωινή εκπομπή στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, ο γνωστός παρουσιαστής Άρης Πορτοσάλτε αναφέρθηκε στους «αληθινούς μαχητές» και τους «ήρωες της καθημερινότητας», σπεύδοντας να διευκρινίσει εμφατικά ότι οι χαρακτηρισμοί αφορούσαν τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (και όχι τους δημόσιους λειτουργούς, συμπληρώνω εγώ). Ήταν, οφείλω να ομολογήσω, η πιο ήπια εκδήλωση ενός κάθετου - σχεδόν μανιχαϊκού - διαχωρισμού των εργαζομένων, ο οποίος ευδοκιμεί διαχρονικά σε αυτή τη χώρα. Ένας διαχωρισμός που κορυφώθηκε στον κοινωνικό και πολιτικό λόγο τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης και ως σήμερα καλά κρατεί...

Σύμφωνα με δημοφιλές αφήγημα θιασωτών του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, ο δημόσιος τομέας είναι στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του επιζήμιος για τη χώρα, ενώ ο μόνος τομέας που αληθινά προάγει τα εθνικά συμφέροντα και στον οποίο απασχολείται το σύνολο, σχεδόν, των «αληθινά εργαζόμενων», είναι ο ιδιωτικός. («Αν ήταν στο χέρι μου, τα πάντα θα ήταν ιδιωτικά», έχει πει ο έγκριτος δημοσιογράφος στον οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω.) Όσο για τους δημόσιους λειτουργούς, αυτοί, κατά το αφήγημα, είναι στο σύνολό τους «τεμπέληδες»«άχρηστοι»«κηφήνες» και «διεφθαρμένοι»!

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι δημόσιοι λειτουργοί αποτέλεσαν ιδανικούς αποδιοπομπαίους τράγους στο πλαίσιο της απόδοσης ευθυνών για τη χρεοκοπία. Το σχετικό επιχείρημα ήταν τόσο σαθρό όσο το να κατηγορεί κάποιος τους ναύτες του Τιτανικού για το ναυάγιο που προκάλεσε η στραβοτιμονιά του πρώτου αξιωματικού Μέρντοκ και ο υπέρμετρος εφησυχασμός του πλοιάρχου Σμιθ! Όμως, στη χώρα που βασιλεύει ο ανορθολογισμός, τα πιο σαθρά επιχειρήματα είναι συνήθως και τα πιο πειστικά...

Τον Ιούλιο του 2012, μεσούσης της κρίσης και με αφορμή ένα άρθρο υποψήφιας διδάκτορος πολιτικών επιστημών, το οποίο δαιμονοποιούσε οριζόντια τον δημόσιο τομέα (τι πρωτότυπη ιδέα!), είχα δημοσιεύσει ως απάντηση ένα κείμενο στη στήλη μου στο «ΒΗΜΑ». Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω, αφού δεν είναι πλέον ευρέσιμο στο αρχείο της εφημερίδας.

--------------------------------

Αν ήθελα να δώσω έναν σκοτεινό (και, σε κάθε περίπτωση, όχι καλοπροαίρετο) ορισμό της πολιτικής, θα έλεγα πως είναι η τέχνη της διαχείρισης του δημόσιου ψεύδους. Συν τοις άλλοις, ένας τέτοιος ορισμός διαχωρίζει την πολιτική από την επιστήμη, η οποία εξ ορισμού αναζητά την αλήθεια μέσα από τους αυστηρούς κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας. Το πρόβλημα για την επιστήμη αρχίζει τη στιγμή που αυτή διολισθαίνει - έστω ασυνείδητα - στις λογικές και τις πρακτικές της πολιτικής...

Στις 7-9-2011, μία αμετροεπής και αψυχολόγητη δήλωση του τότε Υπουργού Υγείας Α. Λοβέρδου στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, σηματοδότησε μια ολομέτωπη επίθεση κατά του συνόλου των δημόσιων λειτουργών της χώρας:

«Το 1 εκατομμύριο υπάλληλοι που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο.»

Όσο και αν θα ήθελα να αποφύγω την δίκη προθέσεων, δεν μπορώ να μην διακρίνω πολιτικό δόλο στη δήλωση του υπουργού. Ήταν η εποχή που η τότε κυβέρνηση θα έπρεπε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για επερχόμενες δραματικές αλλαγές στον δημόσιο τομέα, που μόνο αναίμακτες δεν επρόκειτο να είναι. Και, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να θυσιάσεις κάποιους χωρίς να συναντήσεις κοινωνικές αντιδράσεις, είναι να φροντίσεις πρώτα με κάποιον τρόπο να τους δαιμονοποιήσεις. Η μέθοδος είναι παλιά και αποτελεσματική: την είχαν ήδη δοκιμάσει οι Ναζί πριν ξεκινήσουν το Ολοκαύτωμα!

Αυτό που επακολούθησε μετά την άστοχη πολιτική δήλωση ήταν ένας ανηλεής κοινωνικός κανιβαλισμός εις βάρος όλων ανεξαιρέτως των εργαζομένων στο Δημόσιο. Οχετοί ύβρεων εναντίον τους κατέκλυσαν το Διαδίκτυο, ενώ ένα ρεύμα χαιρεκακίας άρχισε να απλώνεται μόλις έγινε γνωστή η επικείμενη κατάργηση κρατικών θέσεων εργασίας και η διαφαινόμενη εξώθηση πολλών ανθρώπων στην ανεργία. Το «κόλπο γκρόσο» της εξουσίας πέτυχε απόλυτα: πατώντας στις αδιαμφισβήτητες παθογένειες του δημόσιου τομέα (για τις οποίες, εν τούτοις, κυρίως υπεύθυνη ήταν η ίδια η εποπτεύουσα εξουσία) κατάφερε να στρέψει την οργή και το ανάθεμα της κοινωνίας στην κατεύθυνση μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, στην οποία αποδόθηκε η αποκλειστική ευθύνη για την οικονομική (αν όχι και την εν γένει αξιακή) κατάρρευση της χώρας...

Όσο και αν για κάποιους η δήλωση του κ. Λοβέρδου υπήρξε εξοργιστική, ήταν απόλυτα μέσα στο πλαίσιο του αναμενομένου σε ό,τι αφορά την ηθική και τις πρακτικές της πολιτικής. Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν ότι την ίδια εμπαθή, μονόπλευρη, ισοπεδωτική, καθολικά και αδιάκριτα αφοριστική λογική θα συναντούσαμε σε ένα επιστημονικό κείμενο! Αναφέρομαι στο άρθρο «Δημόσιο και έλλειμμα δημοκρατίας» της Ελένης Τ., υποψήφιας διδάκτορος Πολιτικών Επιστημών, το οποίο διαβάσαμε πρόσφατα (σ.σ: Ιούλιος 2012) στο «ΒΗΜΑ».

Κεντρική ιδέα του άρθρου ήταν ότι ο δυσλειτουργικός χαρακτήρας του ελληνικού Δημοσίου δεν είναι πρωτίστως ζήτημα οικονομίας για τη χώρα, αλλά πρόβλημα που αφορά την ακεραιότητα αυτού τούτου του δημοκρατικού πολιτεύματός της. Με απλά λόγια, ο δημόσιος τομέας προκαλεί «ελλείμματα δημοκρατίας» που είναι πολύ σημαντικότερα από τα δημοσιονομικά ελλείμματα που επιφέρει στην οικονομία!

Δεν έχω χώρο να αναλύσω λέξη προς λέξη το άρθρο, έτσι θα περιοριστώ σε λίγες μόνο επιμέρους παρατηρήσεις:

1. Το «δια ταύτα» του άρθρου δεν είναι ξεκάθαρο. Τι ακριβώς προτείνεται; Η ολική κατάργηση του «διεφθαρμένου» (κατά την αρθρογράφο) δημόσιου τομέα; Ή (πράγμα λογικότερο) η θεραπεία των χρονιζουσών παθογενειών του; Και, πώς θα επιτευχθεί αυτή η θεραπεία; Με άρση, π.χ., της μονιμότητας; Αυτό δεν θα έχει, άραγε, ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της σχέσης υποτέλειας εκλογέων - κυβερνήσεων (αφού κάθε νέα κυβέρνηση θα μπορεί να απολύει και να επαναδιορίζει), άρα και τη διεύρυνση του «ελλείμματος δημοκρατίας»;

2. Από ποια στοιχεία προσωπικής έρευνας της αρθρογράφου προκύπτει ότι ο δημόσιος τομέας (μη αμφισβητουμένων, ασφαλώς, των παθογενειών του) είναι στο σύνολό του «διεφθαρμένος», όπως η πολιτική επιστήμων παρεμφαίνει σε όλη την έκταση του άρθρου της; Επίσης, από πού προκύπτει ότι η «βαρβαρότητα» (όπως αναφέρει) αποτελεί ιδιότητα της πλειοψηφίας των δημοσίων υπαλλήλων; Θεωρεί η υποψήφια διδάκτωρ ότι τέτοιες αναπόδεικτες απλουστευτικές γενικεύσεις, ποτισμένες με φανερή δόση εμπάθειας και προκατάληψης, αποτελούν δείγμα σοβαρής επιστημονικής προσέγγισης σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα;

3. Αυτό που ίσως δεν κατανοεί η αρθρογράφος είναι ότι ο δημόσιος τομέας δεν είναι ένα απομονωμένο στεγανό της Δημοκρατίας, της οποίας την «ποιότητα» απειλεί, αλλά ισχύει μάλλον το αντίστροφο: οι αδυναμίες στη διαχείριση του πολιτεύματος από τους εκάστοτε φορείς εξουσίας βλάπτουν το Δημόσιο, όπως εξίσου βλάπτουν και κάθε άλλη πτυχή της κοινωνικής ζωής του τόπου (ρίξτε μια ματιά, π.χ., στην παραοικονομία - εκλεκτό τέκνο του ιδιωτικού, κυρίως, τομέα - την οποία καμία κυβέρνηση ως τώρα δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά).

Σε ένα πράγμα θα συμφωνήσω απόλυτα με το άρθρο: Οι δικτατορικές μέθοδοι των πανίσχυρων συνδικάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνιστούν πράγματι απειλή για την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Γιατί, θύμα των πρακτικών τους καθίσταται το σύνολο της κοινωνίας - «καλοί» και «κακοί», ανεξάρτητα από το αν ανήκουν σε αυτούς που συμπαθεί ή σε εκείνους που μέμφεται η αρθρογράφος!

(ΤΟ ΒΗΜΑ, Ιούλιος 2012)

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Αντιμετωπίζοντας την απόρριψη


Θα πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα της αυτοαξιολόγησης με κριτήριο την αποδοχή ή την απόρριψη από τους άλλους. Κάτι που μπορεί να συμβεί σε κάθε είδους επαφή, από τα social media ως τις ερωτικές σχέσεις...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το πρωί, από συνήθεια ή από ένστικτο, ρίχνουμε μια ματιά στον καθρέφτη. Ίσως ελπίζοντας ότι θα αρέσουμε στον εαυτό μας λίγο περισσότερο από ό,τι την προηγούμενη μέρα, ή ίσως από φόβο ότι θα του αρέσουμε λιγότερο. Σε κάθε περίπτωση - και με την προϋπόθεση ότι ο καθρέφτης δεν είναι παραμορφωτικός - το γεωμετρικό είδωλο του εαυτού μας που βλέπουμε, αρεστό ή όχι, αντανακλά πιστά μια πραγματικότητα. Είναι μία εικόνα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Κι εδώ εξαντλείται ο κατάλογος των αντικειμενικών κατόπτρων της καθημερινότητάς μας. Γιατί, όλοι οι υπόλοιποι "καθρέφτες" της ζωής μας είναι παραμορφωτικοί. Αφού, το είδωλο του εαυτού μας που μας επιστρέφουν περνά μέσα από υποκειμενικά ανθρώπινα φίλτρα. Είτε πρόκειται για τους λίγους ανθρώπους που έχουμε επιλέξει να βρίσκονται κοντά μας, είτε, ευρύτερα, για το υποσύνολο της κοινωνίας με το οποίο συσχετιζόμαστε.

Είχαμε γράψει παλιότερα [1] για τον κίνδυνο ψυχολογικής εξάρτησης από τις "επιδοκιμασίες" (τα περίφημα "Like") στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:

Το σύστημα των "επιδοκιμασιών" στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη ψυχολογία, αν κάποιος κάνει το λάθος να συνδέσει το αίσθημα της αυταξίας με τις ανταποκρίσεις των χρηστών στις αναρτήσεις του. Πολλοί χρήστες του Facebook βιώνουν αισθήματα αυτοαμφισβήτησης ή και απόρριψης από τον διαδικτυακό κοινωνικό τους χώρο, όταν μειώνεται (για τους όποιους λόγους) η συχνότητα των εισπραττόμενων τεκμηρίων επιδοκιμασίας. Συχνά, μάλιστα, διαδικτυακές "φιλίες" χαλούν εξαιτίας της συστηματικής αμέλειας στην παροχή των απεγνωσμένα επιζητούμενων ψυχολογικών επιβεβαιώσεων μέσω του παντοδύναμου κουμπιού! Ο μηχανισμός των “Like” μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αρνητικής ψυχολογίας σε περίπτωση εθισμού και, τελικά, αποστέρησης της επιδοκιμασίας. Ας αποφύγουμε την παγίδα να διαμορφώσουμε αίσθημα αυταξίας με βάση τον αριθμό των επιδοκιμασιών που εισπράττουμε στα social media. Η αξία των λόγων και των σκέψεών μας δεν κρίνεται από τη δημοφιλία τους σε κάποιο υποσύνολο της κοινωνίας, αλλά από το βάθος της συνειδητότητας που αντιπροσωπεύουν και το μέγεθος της αλήθειας που εκφράζουν...

Οι προσωπικές σχέσεις αποτελούν ξεχωριστή και πολύ περισσότερο ευαίσθητη περίπτωση. Γιατί, αν ένα ηλεκτρονικό προφίλ μπορούμε εύκολα να το διαγράψουμε από τη λίστα των διαδικτυακών "φίλων", δεν είναι το ίδιο εύκολο να διαγράψουμε από τη συνείδησή μας πρόσωπα στα οποία έχουμε καταθέσει ένα (συχνά μεγάλο) μέρος από το συναισθηματικό δυναμικό μας. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις ερωτικές σχέσεις.

Κάποια στιγμή, η άλλη πλευρά αποφασίζει - για τους δικούς της λόγους - να φύγει από τη σχέση. Κι αυτό είναι δυνατό να το εισπράξουμε ως απόρριψη ή ως προδοσία, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις που κυμαίνονται από αυτο-αμφισβήτηση και αυτο-οίκτο μέχρι έντονο αίσθημα θυμού, ακόμα και μίσους. Το διακύβευμα είναι διπλό: εκτός από το ότι χάνουμε μία ερωτική σχέση, κινδυνεύουμε να χάσουμε και τον ίδιο τον εαυτό μας!

Το αίσθημα της απόρριψης μπορεί να μας παρασύρει σε λανθασμένες θεωρήσεις, τόσο για τον εαυτό μας όσο και για τον άλλον:

1. Συναρτούμε το αίσθημα της αυταξίας μας με τις διακυμάνσεις της βούλησης ενός άλλου ανθρώπου. Έτσι, βιώνουμε αισθήματα αυτοεκτίμησης ή αυτοαπόρριψης, ανάλογα με το αν αυτός ο άλλος επιθυμεί να βρίσκεται με εμάς ή χωρίς εμάς. Με τον τρόπο αυτό γινόμαστε έρμαια των επιλογών ενός ξένου παράγοντα και, κυριολεκτικά, παύουμε να ανήκουμε στον εαυτό μας!

2. Στο αντίθετο άκρο, μετρούμε την αξία κάποιου με κριτήριο το αν μας επιθυμεί ή μας απορρίπτει: "Αφού έφυγε, αποδείχθηκε ότι δεν άξιζε να βρίσκεται στη ζωή μου!" Η θεώρηση αυτή κατά βάση ανάγει την άσκηση ελεύθερης βούλησης σε ηθικό ζήτημα, ενώ αξιολογεί τη φυγή ως παράπτωμα: "Οφείλεις να συνεχίσεις να θέλεις να βρίσκεσαι μαζί μου, αλλιώς είσαι ηθικά κατώτερος από εμένα που εξακολουθώ να σε θέλω!"

Όμως, τι αξία έχει να παραμένει κοντά μας, επειδή "έτσι πρέπει", κάποιος που δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί; Μία έντιμη φυγή δεν είναι, άραγε, πιο αξιοπρεπής στάση απέναντί μας, σε σύγκριση με μία συμβατική και υποκριτική παραμονή;

Κλείνουμε το σημείωμα με ένα κριτικό (και, κατά μία έννοια, αναθεωρητικό) σχόλιο που αφορά τις λέξεις που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας επικοινωνία, οι οποίες, αν επιλεγούν με λάθος τρόπο, είναι δυνατό να δημιουργήσουν ή να ενισχύσουν αρνητικά συναισθήματα. Επανεξετάζοντας τις λέξεις που έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει σε αυτό το κείμενο, διαπιστώνουμε ότι κάποια από αυτές θα μπορούσε να έχει αυτό ακριβώς το μη-επιθυμητό αποτέλεσμα...

Ερώτηση: Θα πρέπει να μιλάμε για "απόρριψη" όταν αναφερόμαστε σε πρόσωπα και όχι σε αντικείμενα ή ιδέες;

Καταρχάς, απορρίπτουμε (δηλαδή, πετάμε) ένα αντικείμενο όταν δεν το χρειαζόμαστε άλλο. Επίσης, απορρίπτουμε μία ιδέα με την οποία διαφωνούμε, ή μια πρόταση που μας γίνεται αλλά δεν μας ικανοποιεί.

Στην περίπτωση προσώπου, όμως, η χρήση της λέξης "απόρριψη" αντικειμενοποιεί το άτομο με τρόπο υποτιμητικό. Όταν ισχυριζόμαστε ότι κάποιος μας "απορρίπτει", είναι σαν να του αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ή το προνόμιο να μας υποβιβάζει στην κατηγορία ενός αχρείαστου πράγματος. Και είμαστε εμείς οι ίδιοι, τελικά, που αδικούμε τον εαυτό μας περισσότερο απ' όσο μας "αδίκησε" κάποιος άλλος με τη φυγή του! (Βέβαια, πραγματική αδικία δεν υφίσταται εκ μέρους του, αφού αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου η επιλογή προσανατολισμού της βούλησής του.)

Εν κατακλείδι, κανείς δεν απορρίπτει κανέναν σε μία ερωτική σχέση. Οι άνθρωποι κυβερνώνται από τις βουλήσεις τους, κι αυτές είναι δυνατό να τους πηγαίνουν σε άλλες κατευθύνσεις όταν αλλάζει η φορά του ανέμου των επιθυμιών τους. Όταν, δηλαδή, ο ερωτικός προσανατολισμός έχει κάνει πια τον κύκλο του και, ενδεχομένως, ζητά να επενδύσει σε νέες εμπειρίες. Είναι (δυστυχώς, αν θέλετε) κανόνας της ζωής που θα πρέπει να τον αποδεχθούμε με πραγματισμό και δίχως αισθήματα θυμού, ηττοπάθειας ή αυτο-οίκτου.

Γιατί - κι αυτό είναι το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε - η φυγή ενός ερωτικού εταίρου αφορά τον ίδιο και μόνο, χωρίς να λέει κάτι για τη δική μας αξία. Και, αν το καλοεξετάσουμε, ούτε για τη δική του!


Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Μία προσωπική κατάθεση για το «ΕΣΥ»

Ένα πρόσφατο ατύχημα μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω "από μέσα" ένα κομμάτι του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Αυτή είναι μία σύντομη καταγραφή της εμπειρίας μου.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Εκείνο το μεσημέρι της Πέμπτης, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2024, βγήκα να κάνω κάποια ψώνια στη γειτονιά. Τη στιγμή που κλείδωνα την πόρτα του σπιτιού δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα το ξανάβλεπα μετά από μερικούς μήνες!

Ούτε που κατάλαβα πώς έγινε... Σε μία διάβαση που την περνώ σχεδόν καθημερινά, χωρίς καν να βαδίζω βιαστικά ή απρόσεκτα, οι δυνάμεις του Σύμπαντος συνωμότησαν ώστε με κάποιον "μεταφυσικό" τρόπο να βρεθώ πεσμένος στην άσφαλτο, έχοντας εισπράξει όχι ένα απλό διάστρεμμα αλλά ένα σωστό κάταγμα στην ποδοκνημική.

Δύο καλά παιδιά (έμαθα μετά πως ήταν κι αυτοί οπαδοί της ΑΕΚ) με μετέφεραν στο πεζοδρόμιο και με έβαλαν να καθίσω κάπου, ενώ κάλεσαν αμέσως το "166". Η τηλεφωνήτρια στο Κέντρο του ΕΚΑΒ ρώτησε αν υπήρχε χτύπημα στο κεφάλι, έτσι ώστε να αξιολογηθεί κατά πόσον το περιστατικό είχε τον χαρακτήρα του επείγοντος. Αν και τέτοιο ζήτημα δεν υφίστατο, το ασθενοφόρο έφτασε σχετικά γρήγορα. Με έβαλαν μέσα και με πήγαν στο νοσοκομείο που εφημέρευε τη μέρα εκείνη. Ήταν το "Λαϊκό".

Ο ορθοπεδικός (με "έψιλον", sorry κ. Μπαμπινιώτη!) στα επείγοντα διέγνωσε κάταγμα και, μαζί με δύο βοηθούς του, ξεκίνησε την προσπάθεια ανάταξης του ποδιού και τοποθέτησής του σε νάρθηκα. Για την ιστορία, έγιναν - αν θυμάμαι καλά - τέσσερις τέτοιες προσπάθειες ώσπου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, και στο τέλος κάθε μίας γινόταν έλεγχος με ακτινογραφία ή/και αξονική. Αφού έγιναν κάποιες απαραίτητες αιματολογικές εξετάσεις, δόθηκε η εντολή να μεταφερθώ σε θάλαμο εν αναμονή χειρουργείου.

Τις μέρες που μεσολάβησαν ως την εγχείριση, μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω τον εξαιρετικό επαγγελματισμό του νοσηλευτικού προσωπικού. Και όχι μόνο στα καθαρά ιατρικά τους καθήκοντα αλλά και σε ό,τι αφορά την ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών. Εξίσου υποδειγματική ήταν η τήρηση της καθαριότητας των χώρων, ενώ το φαγητό δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από αυτό ενός καλού εστιατορίου.

Θα αναφέρω ενδεικτικά ένα περιστατικό: Κάποια στιγμή εμφάνισα έντονη ξηροδερμία και ρώτησα μία νοσηλεύτρια αν υπήρχε κάπου λίγη, έστω, ενυδατική κρέμα. Μετά από μερικά λεπτά επέστρεψε κρατώντας ένα σωληνάριο επώνυμης κρέμας μέσα σε συσκευασία που δεν είχε ακόμα ανοιχτεί. "Σας την προσφέρει η προϊσταμένη", μου είπε!

Με τους χειρουργούς δεν είχα ιδιαίτερη προσωπική επαφή. Περνούσε όμως περιοδικά από τον θάλαμο ολόκληρη η ομάδα για να ελέγξει την κατάσταση των ασθενών και να δει αν τυχόν υπήρχαν προβλήματα που απαιτούσαν ιατρική προσοχή. Ευγενής και πάντα προσηνής η κυρία Νίνα Δράκου, Διευθύντρια της Ορθοπεδικής Κλινικής του "Λαϊκού", φαίνεται ότι κάνει εξαιρετική δουλειά στη Μονάδα. Περιττό να αναφέρω - αλλά το κάνω για να είμαι ξεκάθαρος - ότι η νοσηλεία δεν μου κόστισε ούτε ένα ευρώ.

Το χειρουργείο πήγε πολύ καλά, πράγμα που επιβεβαίωσε και η ακτινογραφία που έβγαλα μετά από 1 μήνα σε ιδιωτική μονάδα αποκατάστασης όπου νοσηλεύτηκα στη συνέχεια. Βέβαια, η αποκατάσταση είναι μία αργή και βασανιστική διαδικασία που μπορεί να κρατήσει μήνες. Σε αυτές τις περιπτώσεις καταγμάτων ο ασθενής δεν επιστρέφει στην κανονικότητά του μέσα σε λίγες μέρες...

Αυτή ήταν η προσωπική μου εμπειρία από το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ). Καθώς δεν ζω (πλέον) σε άλλη χώρα, δεν αγνοώ τα προβλήματα του ΕΣΥ όπως αυτά αναφέρονται σχεδόν καθημερινά από τα μέσα ενημέρωσης. Έτσι, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που ευτύχησα να δω την φωτεινή όψη του συστήματος.

Όμως ίσως - λέω, ίσως - αυτή η καλή εμπειρία μου να μην αποτελεί, τελικά, εξαίρεση αλλά να αντανακλά, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, μία γενικότερη προσπάθεια αναβάθμισης του δημόσιου συστήματος Υγείας. Αντιλαμβάνομαι, βέβαια, ότι μια τέτοια σκέψη δεν συνάδει με κυρίαρχα πολιτικά αφηγήματα και δεν υπηρετεί αντίστοιχους πολιτικούς στόχους.

Αν, εν τούτοις, υπάρχει κάποια πολιτική που όχι μόνο δεν βλάπτει αλλά, αντίθετα, προάγει την Υγεία, τόσο το καλύτερο για την Υγεία. Όπως και για την ίδια την πολιτική!

KLIK

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Στοχασμοί πάνω σε μία προφητική διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη

                       

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ένα παλιό κείμενο, που είδα σε κάποιο site, μου θύμισε τη μέρα (1/6/1998) που ένας μεγάλος στοχαστής πέρασε από την γήινη ύπαρξη στην (ενδοκοσμική, όπως ο ίδιος την όρισε) αθανασία. Ήταν μία επιμελώς προετοιμασμένη «απόδραση». Το κυριότερο: ήταν μια φυγή που είχε προαναγγελθεί. Μεταξύ άλλων, σε μία διάλεξη που θα την χαρακτήριζα προφητική. Έστω και με την έννοια της αυτο-εκπληρούμενης προφητείας...

Ως αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης, ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι πάντα επίκαιρος. Έτσι, πιστεύω πως δεν είναι ποτέ «πολύ αργά» για να μιλήσει κάποιος γι’ αυτόν. Το παρόν κείμενο επιχειρεί μία κριτική προσέγγιση στην ιστορική διάλεξή του με θέμα: «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» (δείτε το video που παρατίθεται στο τέλος). Ο Λιαντίνης παρομοίασε τη διάλεξη με επιστημονικό «συμπόσιο», κάτι που ασφαλώς δεν ήταν. (Σημειώνω, για την ιστορία, ότι το κοινό αποτελείτο από στρατιωτικούς γιατρούς.)

Βλέποντας κάποιος τη διάλεξη, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ευρυμάθεια αλλά και την δύναμη του λόγου του καθηγητή. Ταυτόχρονα, όμως, μένει με κάποια ερωτήματα που, δυστυχώς, ο άνθρωπος που κατήγγειλε τον θάνατο του δασκάλου («πέθανε ο δάσκαλος») φρόντισε με την πρόωρη αποχώρησή του να μείνουν αναπάντητα. Πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μιλήσω, τονίζοντας εξαρχής ότι τοποθετούμαι από τη σκοπιά ενός απλού ακροατή και μόνο. Κάποιου που ίσως θα ήθελε να βρισκόταν στο αμφιθέατρο για να διατυπώσει τις συνηθισμένες απορίες που ακούγονται στο τέλος μίας ακαδημαϊκής ομιλίας.

Σταχυολογώ, καταρχάς, μερικά σημεία της ομιλίας που θεωρώ σημαντικά, διατηρώντας κατά το δυνατόν τα αυθεντικά εκφραστικά μέσα του ίδιου του Λιαντίνη (δικές μου επισημάνσεις εμφανίζονται μέσα σε αγκύλες). Σημειώνω ότι ο Λιαντίνης (προς απογοήτευσή μου, ομολογώ) αποφεύγει να δώσει τον ορισμό του θανάτου («τι είναι θάνατος, όλοι ξέρουμε»«ο ορισμός είναι φοβερά δύσκολο πράγμα»), αναπτύσσοντας έτσι ένα θέμα του οποίου το βασικό αντικείμενο δεν καθορίζεται απόλυτα.

1. Την Αττική Τραγωδία τη γέννησε η διαλεκτική σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο. Είναι ένα γέννημα από αυτό το «πνευματικό αντιμέτρημα» που είχαν οι Έλληνες με το φαινόμενο του θανάτου. Για να υποστηρίξει την άποψή του αυτή, ο Λιαντίνης παραθέτει ως «γεωμετρική απόδειξη» το γεγονός ότι όλοι οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν στο τέλος του δράματος.

2. Ο θάνατος είναι ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν. Από την Αστροφυσική και την Κοσμολογία είναι γνωστό ότι ακόμα και οι αστέρες πεθαίνουν (π.χ., οι μελανές οπές είναι «αστρικά πτώματα»). Και, κάθε στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι «ένα σφαγείο» όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά, πεθαίνουν, συχνά με φριχτό τρόπο. Η ζωή είναι ένας απέραντος στίβος πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο (όχι απλά πιθανό ή δυνατό): ο θάνατος!

3. Ο θάνατος είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, η ίδια η Φιλοσοφία δεν είναι παρά ο στοχασμός του ανθρώπου πάνω στο φαινόμενο του θανάτου: «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Πλάτωνος «Φαίδων»).

4. Η λέξη «τέλος» έχει διττή σημασία. Σημαίνει το τέρμα αλλά και τον σκοπό. Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν σε ένα πράγμα: στο τέλος, στον θάνατό μας. Ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας. Ό,τι κάνουμε είναι μια ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μας, από το πώς θα πεθάνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε για τη ζωή μας αν δεν δούμε το τέλος μας (αναφέρεται στο παράδειγμα Σόλωνος και Κροίσου).

[Μου δίνεται η εντύπωση ότι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν βιώνουμε ποτέ το παρόν για το ίδιο το παρόν αλλά για μια απροσδιόριστη, οριακή στιγμή του μέλλοντός μας. Με άλλα λόγια, είμαστε «νεκροί σε σειρά αναμονής»!]

5. Το «φάρμακο» που θα μας απαλλάξει από τον φόβο του θανάτου είναι η απαλλαγή από τον εγωισμό μας («ορμή προς διατήρηση του είδους» τον ονομάζει). Αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας που δεν μπορούμε να τον σκεφτούμε αποκομμένο από τη Φύση. Θα πρέπει να λέμε: «Είμαι κι εγώ όπως όλα τα άλλα στοιχεία της Φύσης, όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μια πέτρα, μια κρήνη, ένα όρος...» Να αποστασιοποιηθούμε, δηλαδή, από τον εαυτό μας και να τον δούμε σαν ένα κομμάτι της Φύσης. Έτσι θα απαλλαγούμε από τον φόβο του θανάτου.

[Προβληματίζει η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο «αποκομμένο από τη Φύση» και το «σαν ένα κομμάτι της Φύσης», με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται πιο πάνω στις αντίστοιχες φράσεις.]

6. Επικαλούμενος τον Freud, ο Λιαντίνης ισχυρίζεται πως, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον θάνατο ενός συνανθρώπου, ακόμα κι αν νομίζουμε ότι λυπόμαστε, κατά βάθος βιώνουμε ένα αίσθημα χαράς που εμείς είμαστε ζωντανοί!

[Το πώς θα ηχούσε αυτό το επιχείρημα σε εκείνους που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου, είναι ασφαλώς ζήτημα της Ψυχολογίας, όχι της Φιλοσοφίας...]

7. Ο έρωτας είναι συνάρτηση του θανάτου. Μια έντονα ερωτική κατάσταση, μια βαθιά ερωτική βίωση, ποτέ δεν θα τη ζήσουμε στη φυσική της διάσταση και δεν θα είναι αληθινή αν δεν συνοδεύεται από το φαινόμενο του θανάτου. Γι’ αυτό όλοι οι μεγάλοι ποιητές που μας περιέγραψαν μεγάλους έρωτες, τους οδηγούν στην καταστροφή (π.χ., Ρωμαίος και Ιουλιέτα).

[Στην «Γκέμμα» (σελ. 14) ο Λιαντίνης γράφει ότι «ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας». Αναρωτιέμαι, εν τούτοις, αν η δραματική ποίηση, για να θεωρηθεί σημαντική, πρέπει εξ ορισμού να αδυνατεί να περιγράψει τον έρωτα σαν πηγή ζωής και σαν λόγο ύπαρξης κι αιτία αναγέννησης του ανθρώπου. Σε επίπεδο μουσικής, θα πρέπει μήπως να καταδικάσουμε τον Parsifal του Wagner ως στερούμενο δραματικής αξίας, με το αιτιολογικό ότι ο έρωτας λειτουργεί ως μέσο αυτογνωσίας αντί ως μέσο καταστροφής;]

Μετά το πέρας της κύριας ομιλίας, και σε ερώτηση ακροατή πάνω στο θέμα «έρωτας και θάνατος», ο Λιαντίνης απαντά λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Η ερωτική μας ένταση, όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι (πράγμα) αφύσικο, είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πια πλαδαρό!»

Και συνεχίζει κάνοντας μία περίεργη, για παιδαγωγό, τοποθέτηση που δείχνει (το λέω με επιφύλαξη, γιατί ο λόγος του είναι κάπως συγκεχυμένος) να κατακρίνει την αυτοπροστατευτική στάση των σημερινών νέων στον έρωτα:

«Γι’ αυτό ακριβώς και σήμερα με την ερωτική ελευθεριότητα, με το ότι ξεφεύγουμε τους κινδύνους, βρίσκουμε λύσεις εναλλακτικές, κλπ., έχουμε καταντήσει και λέμε τα κορίτσια μας (...) ‘φλωρίνες’ και τα αγόρια τα λέμε ‘φλώρους’: δεν ξέρουν να ερωτευτούν.»

Τέλος, σε ερώτηση άλλου ακροατή για την ύπαρξη ζωής μετά τον θάνατο, ο Λιαντίνης έδωσε μία μάλλον αναμενόμενη, για έναν εκ πεποιθήσεως άθεο, απάντηση:

«Υπάρχει μία ‘ζωή’ μετά θάνατον, η ακόλουθη: Εκείνο που μένει όταν θα πεθάνουμε είναι η καλή μνήμη που αφήνουμε στους ανθρώπους. Είναι αυτό που λέμε στη Φιλοσοφία, ‘ενδοκοσμική αθανασία’.»

Όπως γρήγορα γίνεται φανερό στη συνέχεια, αυτή η οιονεί «αθανασία» στην οποία αναφέρεται δεν είναι άλλη από το ματαιόδοξο κυνήγι της υστεροφημίας. Ανθρώπινη αδυναμία από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο μυθικός Οδυσσέας, όπως πολύ εύστοχα, ομολογώ, καταδεικνύει ο ομιλητής χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από την «Οδύσσεια».

Παρακολουθώντας την ομιλία, εντόπισα κάτι που, σ’ εμένα τουλάχιστον τον μη-ειδικό στη Φιλοσοφία, φαντάζει σαν εσωτερική αντινομία του λιαντινικού συστήματος θεώρησης του θανάτου. Συγκεκριμένα, ο Λιαντίνης μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα σε μια αιτιοκρατική και μια τελεολογική ερμηνεία του φαινομένου. Ας εξηγήσω τι εννοώ, ξεκινώντας από μερικούς απαραίτητους ορισμούς.

Ως αιτιοκρατία χαρακτηρίζουμε τη φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κάθε τι που συμβαίνει καθορίζεται απόλυτα από προηγούμενες αιτίες και δεν γίνεται κατά τρόπο τυχαίο. Αν ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε μπορούμε να πούμε ότι το Β συνέβη επειδή προηγήθηκε το Α. Δηλαδή, το αίτιο καθορίζει το αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με την τελεολογία, από την άλλη μεριά, τα πάντα στον κόσμο διέπονται από έναν σκοπό, προς εκπλήρωση του οποίου τείνουν. Δηλαδή, όλα τα φαινόμενα υπηρετούν μια προκαθορισμένη σκοπιμότητα. Έτσι, αν πάλι ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε λέμε ότι το Α συνέβη ώστε να επακολουθήσει το Β. Με άλλα λόγια, το αίτιο δικαιώνεται από το αποτέλεσμα.

Στην αρχή της ομιλίας, ο θάνατος παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ζωής, με το οποίο ο άνθρωπος οφείλει να συμφιλιωθεί. Είναι «ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν» και αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα για τον άνθρωπο. Είναι σαφές εδώ ότι ο θάνατος (ως αποτέλεσμα) υπάρχει λόγω του ότι προϋπήρξε η ζωή, και θα έχανε κάθε νόημα χωρίς αυτήν. Βλέπουμε έτσι μία αιτιοκρατική αντίληψη της ιδέας του θανάτου.

Στη συνέχεια, όμως, ακούμε ότι «ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας» και πως «ό,τι κάνουμε θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από το πώς θα πεθάνουμε». Με άλλα λόγια, κύριος (αν όχι μοναδικός) σκοπός της ζωής μας είναι η προετοιμασία του θανάτου μας. Η ζωή (ως προϋπάρχον αίτιο) αποτιμάται από το αποτέλεσμά της, τον θάνατο, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως πεδίο προετοιμασίας του θανάτου, χωρίς τον οποίο η ζωή θα έχανε το νόημά της. Μία εμφανώς τελεολογική αντίληψη του νοήματος της ζωής.

Θα τολμούσα να υποθέσω ότι, κατά τον Λιαντίνη, δεν έχει τόση σημασία το πώς έζησε κάποιος, όση το πώς πέθανε. Κι αν θέλει να πεθάνει με τον «σωστό τρόπο», θα πρέπει να φροντίζει γι’ αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Ως παιδαγωγός, εν τούτοις, πιστεύω πως κάθε διδασκαλία θα πρέπει να στοχεύει στην ψυχική και πνευματική ανύψωση του ανθρώπου και στην ανάδειξη της αξίας της ζωής. Στους μαθητές μας – μα και στην κοινωνία, ευρύτερα – θα πρέπει να διδάσκουμε τον θάνατο όχι ως υπέρτατη αξία, στην προοπτική της οποίας ο άνθρωπος οφείλει να αφιερώσει την κάθε στιγμή της ζωής του, αλλά σαν ένα οριακό γεγονός σε μία πορεία συνειδητότητας κι αυτογνωσίας (για να θυμηθούμε και τον, αγαπημένο στον Δ. Λιαντίνη, Σωκράτη). Πορεία που πρέπει να διανύσουμε όχι μόνο για το τέλος της (που δεν ταυτίζεται με τον σκοπό της) μα κυρίως για το ίδιο το ταξίδι, όπως θα ‘λεγε κι ο Αλεξανδρινός ποιητής, επίσης αγαπημένος στον Λάκωνα ομιλητή!

Video:  https://youtu.be/FtOdw4oDhTA