Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Επιλέγοντας μια θετική στάση ζωής


Λένε πως θετική στάση ζωής είναι να βλέπεις το ποτήρι μισο-γεμάτο αντί μισο-άδειο. Αν κι ακούγεται απλοϊκός, ο ορισμός είναι απόλυτα ακριβής!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Μία τυχαία συνάντηση δύο φιλενάδων σε αθηναϊκό σούπερ-μάρκετ (η σκηνή θα μπορούσε να είναι αληθινή):

- Χαίρομαι που σε βλέπω! Πού θα πάτε φέτος διακοπές;

- Δεν θα πάμε.

- Μα γιατί; Όλος ο κόσμος πάει. Εσείς τίποτα;

- Εμάς μας φτάνει που είμαστε καλά, και νιώθουμε υπέροχα ακόμα και με μια ωραία βόλτα.

- "Μια ωραία βόλτα"... Η ζωή δεν θέλει μόνο βόλτες, υπάρχουν και καλύτερα πράγματα!

- Όπως υπάρχουν και χειρότερα. Αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις ανθρώπους που περνούν πολύ δύσκολες καταστάσεις. Αισθανόμαστε τυχεροί που, αν μη τι άλλο, μέχρι στιγμής τις έχουμε αποφύγει.

- Ε, καλά, γιατί κοιτάς τα χειρότερα ενώ υπάρχουν τα καλύτερα; Εμείς πάντως το Σάββατο φεύγουμε για...

(Ο αναγνώστης ας συμπληρώσει τον προορισμό, σύμφωνα με τις προσωπικές του προτιμήσεις.)

Ο παραπάνω διάλογος αναδεικνύει το νόημα της θετικής στάσης ζωής, την οποία έχει συνειδητά επιλέξει η φιλενάδα (ας την ονομάσουμε "Λίνα") που δεν θα πάει διακοπές. (Η άλλη γυναίκα δεν θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ.)

Τι σημαίνει, όμως, "επιλέγω μία θετική στάση ζωής"; Θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε την απάντηση ως εξής:

Αποδέχομαι τα όρια του εφικτού και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γι' αυτά που μπορώ να έχω, χωρίς να μεμψιμοιρώ για όσα δεν είναι δυνατά.

Η Λίνα γνωρίζει ότι η οικογένειά της δεν έχει τη δυνατότητα να πάει διακοπές (ίσως υπάρχουν οικονομικά προβλήματα ή άλλα ζητήματα που απαιτούν παραμονή στην πόλη). Εν τούτοις, δεν γκρινιάζει και δεν καταριέται την τύχη της. Ούτε αισθάνεται συμπλεγματικά απέναντι στη φίλη της, η οποία εμφανώς την υποτιμά για τη στάση ζωής της (χωρίς μάλιστα να μπει στον κόπο να εξετάσει αν όντως πρόκειται για επιλογή και όχι για μη-δυνατότητα).

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Λίνα δεν αισθάνεται την ανάγκη να "απολογηθεί" εξηγώντας τους λόγους που την κάνουν να μην πάει διακοπές. Το αφήνει να φανεί σαν απλή έλλειψη διάθεσης. Αλλά, ακόμα κι αν αυτός ακριβώς είναι ο λόγος, η Λίνα δεν κλονίζεται από την αρνητική κριτική της φίλης της για την υποτιθέμενη "ασημαντότητα" των επιθυμιών κι επιλογών της.

Παράλληλα, η Λίνα βιώνει ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης, για δύο λόγους:

1. Όλοι στην οικογένειά της είναι καλά. Κι αυτό το "καλά" μόνο αυτονόητο δεν είναι στη ζωή, αν κοιτάξει κάποιος γύρω του και δει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ακόμα και οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

2. Αν και είναι αντικειμενικά αδύνατη η ικανοποίηση όλων των επιθυμιών της, υπάρχουν πάντα πράγματα που είναι εφικτά σε εκείνη και μπορούν να την κάνουν ευτυχισμένη (όπως, π.χ., η ωραία βόλτα που επικαλέστηκε). Το πρόβλημα είναι ότι, συχνά, τα πράγματα αυτά τα υποτιμούμε ή τα αγνοούμε εντελώς, αφού στη συνείδησή μας βάζουμε σε πρώτο πλάνο εκείνα που εξ ορισμού είναι ανέφικτα. Έτσι, αισθανόμαστε δυστυχείς όταν βλέπουμε ότι τα μη-δυνατά για εμάς είναι κατορθωτά για κάποιους άλλους.

Γενικά μιλώντας, ο άνθρωπος που επιλέγει μία θετική στάση ζωής κάνει το καλύτερο δυνατό για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και να εκπληρώσει τις επιθυμίες του. Στην περίπτωση, όμως, που δεν τα καταφέρει απόλυτα, δέχεται ότι έτσι είναι οι καταστάσεις και δεν πρόκειται να αλλάξουν αν εκείνος απλά αρνηθεί να συμβιβαστεί μαζί τους. Κλωτσώντας έναν τοίχο, το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι να σπάσουμε το πόδι μας, όχι να πέσει ο τοίχος!

Οι σύγχρονοι γιατροί τονίζουν την εξάρτηση της υγείας μας (και) από την ποιότητα των συναισθημάτων μας. Ειδικά, επισημαίνουν τη μεγάλη θεραπευτική αξία που έχει για τον άνθρωπο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης. Κι αυτό δεν μας το παρέχουν οπωσδήποτε τα πράγματα που στον μέσο άνθρωπο φαντάζουν μεγάλα και σπουδαία, αλλά, πολύ περισσότερο, εκείνα που συχνά προσπερνούμε θεωρώντας τα "μικρά". Όπως, η νέα μέρα που ξημερώνει και μπορούμε να δούμε ξανά τον ήλιο (κάποιοι, δυστυχώς, δεν το μπορούν)... Ένα σταθερό ταβάνι πάνω απ' το κεφάλι μας, και μία βρύση που τρέχει πάντα νερό (και όμως, υπάρχουν άνθρωποι στη Γη - ίσως ακόμα και παραδίπλα μας - που δεν τα έχουν αυτά ως δεδομένα)... Ένας ρομαντικός περίπατος που ξυπνά μνήμες και ξαναζωντανεύει αισθήματα που τα 'χαμε αφήσει πίσω μας... Ένα χαμόγελο από έναν άγνωστο στο δρόμο, κάποιο συννεφιασμένο πρωινό... Και, πάνω απ' όλα, οι άνθρωποι που αγαπάμε, που είναι καλά και σήμερα...

Όσο για τη Λίνα της εναρκτήριας ιστορίας μας, την επόμενη φορά που θα επισκεφθεί το σούπερ-μάρκετ θα γνωρίζει τι πρέπει να κάνει ώστε να μη χάσει τον χρόνο της με ανούσιες συζητήσεις:

- Χαίρομαι κι εγώ που σε βλέπω, χρυσή μου. Όμως θα πρέπει να τα πούμε κάποια άλλη φορά, γιατί βιάζομαι στ' αλήθεια!

Ταμείο...

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ώστε, έπρεπε να ζήσουμε τον εφιάλτη των κλειστών τραπεζών πιο νωρίς!


Φαίνεται πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει μετανιώσει. Όχι γιατί κάποτε έπαιξε στα ζάρια τις τύχες της χώρας, αλλά γιατί δεν έκανε τη ζωή μας εφιαλτική ακόμα πιο νωρίς...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι θα έπρεπε να είχε κλείσει τις τράπεζες αμέσως μετά τις εκλογές που του είχαν δώσει την εξουσία. Δηλαδή, από τις πρώτες εβδομάδες του 2015. Τελικά, σύμφωνα με το μυθολογικό αφήγημα της «ανανεωτικής» Αριστεράς, τις τράπεζες τις έκλεισαν το καλοκαίρι του '15 οι «κακοί ξένοι δανειστές» (και όχι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση!) μετά την προκήρυξη ενός δημοψηφίσματος που, ουσιαστικά, έθετε ζήτημα αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιστροφής της χώρας στη δραχμή. Με ό,τι εφιαλτικό θα μπορούσε αυτό να σημάνει για τις ζωές όλων μας (πλην των λίγων εκείνων που είχαν ήδη διασφαλίσει τα χρήματά τους στέλνοντάς τα σε ξένες πολιτείες)...

Το δημοψήφισμα του 2015 υπό καθεστώς κλειστών τραπεζών, προκάλεσε έναν ακήρυκτο εμφύλιο που δίχασε βαθιά την ελληνική κοινωνία, ενώ το τραύμα που άφησε πίσω του δεν έχει ως σήμερα κλείσει εντελώς. Ακόμα χειρότερα (το αξιολογώ ως εκπαιδευτικός, και ενδεχομένως υπερβάλλω), διέψευσε τις – ανεδαφικές, όπως είχαν τεχνητά καλλιεργηθεί – προσδοκίες της νέας γενιάς για ένα καλύτερο «αύριο» μέσω της «ηρωικής αντίστασης» στο «κατεστημένο», και κλόνισε σε μεγάλο βαθμό την πίστη των νέων ανθρώπων στην πολιτική.

Μία εικόνα από το κλίμα των ημερών προ του δημοψηφίσματος είχα επιχειρήσει να περιγράψω σε ένα παλιότερο κείμενο. Θα προτιμούσα να το είχα ξεχάσει, πιστεύοντας ότι εκείνοι που το καλοκαίρι του '15 είχαν (κυριολεκτικά) παίξει την Ελλάδα στα ζάρια έχουν πια ωριμάσει πολιτικά και έχουν δει τα λάθη τους την περίοδο που είχαν αναλάβει να βγάλουν τη χώρα από την οικονομική κρίση. Η πρόσφατη συνέντευξη του Α. Τσίπρα, εν τούτοις, διάλυσε κάθε αυταπάτη (που ούτως ή άλλως δεν δικαιολογείται να υπάρχει) περί ειλικρινούς αυτοκριτικής. Το θεωρώ χρήσιμο, λοιπόν (και συνάμα διδακτικό) να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από το κείμενο εκείνο, ενθύμιο μιας εποχής που δεν θα θέλαμε να ξαναζήσουμε...

--------------------------------

Ήταν οι πρώτες μέρες του Ιουλίου, το φοβερό καλοκαίρι του 2015. Τις μέρες εκείνες το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ζούσε ένα «χιτσκοκικό» θρίλερ. Το σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μία χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Με τον καιρό γίναμε αποδέκτες απίστευτων αποκαλύψεων που άγγιζαν, αν όχι ξεπερνούσαν, τα όρια ενός εθνικού εφιάλτη! Ακούσαμε για σχέδια μεθοδευμένης χρεοκοπίας της χώρας και καθολικής φτωχοποίησης των Ελλήνων, στο πλαίσιο μίας αντίληψης για την επίτευξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» μέσω γενικευμένης ισοπέδωσης. Μάθαμε για σκέψεις εθνικοποίησης των – ήδη κλειστών – τραπεζών, με βέβαιη την παράλληλη εξανέμιση των καταθέσεων των πολιτών, αφού, στη λογική του μαρξιστικού πουριτανισμού, οι έχοντες τραπεζικές καταθέσεις (ακόμα και οι μικρο-καταθέτες) ανήκαν στην επαίσχυντη κατηγορία των «βολεμένων αστών» και έπρεπε να υποστούν την ανάλογη τιμωρία, προς όφελος εκείνων που δεν είχαν ένα ευρώ στην άκρη. Ακούσαμε για σχέδια διανομής τροφίμων και βασικών ειδών διαβίωσης με το δελτίο, ακόμα και για συσσίτια που παρέπεμπαν σε φοβερές μνήμες Κατοχής.

Το τραγικότερο και πολιτικά κυνικότερο όλων: Γίναμε μάρτυρες της απάνθρωπης μεταχείρισης των ηλικιωμένων που, μες στο αφόρητο λιοπύρι του καλοκαιριού, στήνονταν – συχνά μάταια – έξω από τις κλειστές τράπεζες των capital controls για να εξασφαλίσουν λίγα ευρώ, ίσα να επιβιώσουν. Με στοιχειώνει ως σήμερα η θύμηση από το βουβό κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα (όταν αυτή, επιτέλους, άνοιξε τις πόρτες) για λίγα μετρητά. «Πώς θα ζήσουμε η γυναίκα μου κι εγώ;», ρωτούσε μάλλον ρητορικά τον ατσαλάκωτο με τη γραβάτα... Θυμάμαι, επίσης, τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μία τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε – πλην θαυμαστών – να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία». Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες.

Από την άλλη μεριά, είδαμε ένα συστηματικό προπαγανδιστικό «χαϊδολόγημα» της νέας γενιάς, ιδιαίτερα εκείνου του κομματιού της που δεν είχε κατορθώσει να βρει μία θέση στην αγορά εργασίας. Όσο κι αν ακούγεται ανατριχιαστικό, υπήρχαν νέα παιδιά που περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή που το μαρξιστικό (υποτίθεται) καθεστώς «θα τα πάρει» από τους «βολεμένους» για να τα μοιράσει «δίκαια» σ’ αυτούς που ζητούσαν μία ευκαιρία για δουλειά και αξιοπρεπή επιβίωση. Μια ματιά στα απίστευτης αγριότητας σχόλια που μαζικά αναρτήθηκαν προ του δημοψηφίσματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα αρκούσε για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος των προσδοκιών που έντεχνα καλλιεργήθηκαν…

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος – και λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή του. Κατηφόριζα προς τον σταθμό του μετρό Συγγρού-Φιξ, όταν βρέθηκα μπροστά στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ όπου μία παρέα νεαρών (αγόρια και κορίτσια) μοίραζαν προπαγανδιστικά φυλλάδια υπέρ του ‘ΟΧΙ’. Κοντοστάθηκα να ρίξω μια ματιά και, με την ευκαιρία, επιχείρησα να ξεκινήσω μία κουβέντα. Τους ρώτησα ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν η επόμενη μέρα αν το αποτέλεσμα ήταν ‘ΟΧΙ’, για να εισπράξω ως απάντηση μερικές γενικόλογες ηρωικές ρητορείες και αφορισμούς κατά των πολιτικών δυνάμεων «των μνημονίων».

Όταν επέμεινα στην ερώτηση, μου έσκασαν τελικά το μυστικό: Πανικόβλητες οι δυνάμεις της Ευρώπης μπροστά στη θέληση του ελληνικού λαού, θα υποτάσσονταν και θα μας πρόσφεραν γη και ύδωρ προκειμένου να μην αποχωρήσουμε από την ευρωπαϊκή οικογένεια! Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση. Έτσι, έκανα να φύγω, λέγοντας: «Αν βρεθούμε ξανά εδώ την ερχόμενη Δευτέρα, θα έχουμε την ευκαιρία να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα.»

Το πρόσωπο μίας κοπέλας που καθόταν ως τότε σιωπηλή, πήρε ξάφνου μια άγρια όψη: «Αν είσαι απ’ αυτούς που θα ψηφίσουν ‘ΝΑΙ’, δεν θα ‘χω να πω τίποτα μαζί σου τη Δευτέρα. Από κείνη τη στιγμή και μετά, θα είσαι εχθρός μου!» Τους είπα πως η ακραία αυτή θέση έδειχνε ξεκάθαρα πόσο πολύ δίχασε τον ελληνικό λαό αυτό το δημοψήφισμα. Ένας νεαρός φάνηκε να δαγκώνεται για την επικοινωνιακή γκάφα της συντρόφισσας και βάλθηκε ευθύς να την δικαιολογήσει, λέγοντας πως δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το εξέφρασε.

Από μια άλλη κοπέλα, τότε, δέχθηκα μία προσωπική ερώτηση διατυπωμένη σε τρίτο πρόσωπο: «Ας μας πει ο κύριος, εργάζεται;» Της απάντησα πως είμαι εκπαιδευτικός. Υποδέχθηκε την απάντησή μου με το θριαμβευτικό ύφος ανθρώπου που μόλις ξεσκέπασε μια σκοτεινή συνωμοσία: «Α, έτσι πες μου! Είδατε, ο κύριος ανήκει στους βολεμένους!» Η πρώτη κοπέλα σήκωσε ακόμα πιο πολύ την ένταση καθώς άρχισε να μιλά για το πρόβλημα χρόνιας ανεργίας που αντιμετώπιζαν όλα τα μέλη της παρέας. Όμως, κάποια στιγμή ξέφυγε: «Ξέρεις τι είναι να σου σπάσουν οι μπάτσοι το κεφάλι; Εσένα σου το ‘χουν σπάσει ποτέ;»

Έκανα την μάλλον αφελή ερώτηση αν ένα σπασμένο κεφάλι θα αποτελούσε τεκμήριο αξιοπιστίας μου ως συνομιλητή, αλλά εκείνη δεν άκουγε πια: ήμουν ο «εχθρός» που έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί! Κατάλαβα ότι μία περαιτέρω παραμονή μου στο κιόσκι θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες κλιμακώσεις, και έφυγα χαιρετώντας βιαστικά. Η δεύτερη κοπέλα είχε τον τελευταίο, νικητήριο λόγο: «Ε, βέβαια, του τελείωσαν τα επιχειρήματα και το βάζει στα πόδια!»

Ομολογώ ότι δεν το άκουσα να αρθρώνεται επί λέξει, μπορούσα όμως να το διαβάσω στα μάτια τους που ξεχείλιζαν από θυμό: «Περίμενε να ‘ρθει η Δευτέρα και θα τα πούμε με όλους εσάς τους βολεμένους!» Κι αν δεν άκουσα εγώ κάτι τέτοιο, το άκουσαν πολλοί γνωστοί, ακόμα κι από επιστήθιους φίλους τους. Κάποιοι επιχείρησαν τότε, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, να διχοτομήσουν την κοινωνία στήνοντας αριστοτεχνικά το τερέν μίας οιονεί εμφύλιας διαμάχης...

Πόσα έχουν αλλάξει από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’15... Χιμαιρικά οράματα που διαψεύστηκαν και κατέρρευσαν… Μεγαλόστομες διακηρύξεις και ανεδαφικές υποσχέσεις που αποδείχθηκαν κοινά πολιτικά ψεύδη… Και, εν τέλει, συνειδητοποίηση – από ένα μέρος, τουλάχιστον, της ελληνικής κοινωνίας – ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» αλλά, απλά, εκείνοι που σκέφτονται «έτσι» κι οι άλλοι που σκέφτονται «αλλιώς».

Κι αυτό το τελευταίο είναι, θαρρώ, το πιο χρήσιμο μήνυμα που μας άφησε η εφιαλτική εμπειρία του 2015.