Τον Οκτώβριο του 1965, ένα αποτρόπαιο έγκλημα συγκλόνισε τις ΗΠΑ. Θύμα η 16χρονη Sylvia Likens, που έχασε τη μάχη με τον θάνατο αφού υπέστη φρικιαστικά βασανιστήρια για τρεις ολόκληρους μήνες, κλεισμένη στο βρώμικο υπόγειο ενός σπιτιού στην Indiana (*). Στον φόνο συμμετείχε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, Gertrude Baniszewski (στην οποία οι γονείς της Sylvia είχαν εμπιστευτεί την προσωρινή φιλοξενία της κόρης τους και της μικρότερης αδελφής της έναντι 20 δολαρίων την εβδομάδα), τα έξι παιδιά τής Baniszewski, καθώς και μερικά γειτονόπουλα, φίλοι των παιδιών. Όπως κυνικά ομολόγησαν κάποια παιδιά στη δίκη, απλά «διασκέδαζαν» πάνω στο κορμί μιας απροστάτευτης έφηβης που σε τίποτα δεν τους είχε πειράξει. Η Sylvia Likens πλήρωσε με την ίδια της τη ζωή το μοναδικό της «κρίμα»: πως ήταν πολύ μόνη και πολύ αδύναμη για να αντισταθεί στα τέρατα!
Την θλιβερή αυτή ιστορία θυμήθηκα καθώς διάβαζα πρόσφατα την αποκάλυψη κάποιων ανατριχιαστικών λεπτομερειών για τον φόνο του Βαγγέλη Γιακουμάκη (**). Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φυσικοί αυτουργοί ήταν τα μέλη μίας ομάδας συμφοιτητών και συντοπιτών του Βαγγέλη. Και αυτοί είναι που θα καθίσουν στο εδώλιο. Είναι όμως αρκετοί;
Κατά τη γνώμη μου, έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα κατά βάση ρατσιστικό έγκλημα. Μία ομάδα «μάτσο» νταήδων, εκπρόσωπων μιας κουλτούρας που ελαφρά τη καρδία ρίχνει στον Καιάδα κάθε έκφανση αδυναμίας, ευαισθησίας και μετριοπάθειας εκ μέρους του παραδοσιακού «αρσενικού», οδήγησε στην απόγνωση και, τελικά, στην αυτοκτονία(;) έναν νέο άνθρωπο που απλά δεν ταίριαζε στο «μπρουτάλ» στερεότυπό τους.
Κατηγορούμενη, εν τούτοις, δεν θα ‘πρεπε να είναι μόνο η συγκεκριμένη ομάδα των αυτουργών του εγκλήματος αλλά, ευρύτερα, ένα ακραία συντηρητικό και εσωστρεφές κοινωνικό υποσύνολο ενός περήφανου λαού με μεγάλη ιστορία και παράδοση. Το οποίο υποσύνολο, ακόμα και την δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα εξακολουθεί να κυριαρχείται από πρωτόγονες αντιλήψεις και να διακατέχεται από βάρβαρα ένστικτα.
Μερίδιο ευθύνης, όμως, αναλογεί και στην υπόλοιπη τοπική κοινωνία, η οποία (ίσως για λόγους διατήρησης της κοινωνικής συνοχής) αποφεύγει να απομονώσει ηθικά εκείνους που βάναυσα την δυσφημούν, και να αποκηρύξει εμφατικά και ξεκάθαρα την σκουριασμένη νοοτροπία τους. Και, ο λαός που έβγαλε έναν Καζαντζάκη δεν επιτρέπεται να μένει σιωπηλός μπροστά στον άδικο θάνατο!
Από σεβασμό στη μνήμη ενός νέου ανθρώπου που έφυγε τόσο φριχτά και τόσο παράλογα, δεν θα πλατειάσω στο παρόν σημείωμα. Άλλωστε, τα δικά μου φτωχά λόγια εδώ περιττεύουν...
Ως αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης, ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι πάντα επίκαιρος. Έτσι, πιστεύω πως δεν είναι ποτέ «πολύ αργά» για να μιλήσει κάποιος γι’ αυτόν. Παρακολούθησα πρόσφατα για μία ακόμα φορά την ιστορική διάλεξή του με θέμα: «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» (δείτε το video που παρατίθεται στο τέλος). Ο Λιαντίνης παρομοίασε τη διάλεξη με επιστημονικό «συμπόσιο», κάτι που ασφαλώς δεν ήταν. (Σημειώνω, για την ιστορία, ότι το κοινό αποτελείτο από στρατιωτικούς γιατρούς.)
Βλέποντας τη διάλεξη, θαύμασα και πάλι την ευρυμάθεια και το έξω από τα ανθρώπινα μέτρα μνημονικό του καθηγητή. Ταυτόχρονα, όμως, έμεινα με κάποια ερωτήματα που, δυστυχώς, ο άνθρωπος που κατήγγειλε τον θάνατο του δασκάλου («πέθανε ο δάσκαλος») φρόντισε με την πρόωρη αποχώρησή του να μείνουν αναπάντητα, αφού ήταν αυτός ο ίδιος, τελικά, που διέπραξε τον φόνο!
Πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μιλήσω, τονίζοντας εξαρχής ότι τοποθετούμαι από τη σκοπιά ενός απλού ακροατή, όχι ενός ειδήμονος στη Φιλοσοφία (κάτι που δεν είμαι). Κάποιου που ίσως θα ήθελε να βρισκόταν στο αμφιθέατρο για να διατυπώσει τις συνηθισμένες, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, απορίες που ακούγονται στο τέλος μιας ομιλίας...
Σταχυολογώ καταρχήν μερικά σημεία της ομιλίας που θεωρώ σημαντικά, διατηρώντας κατά το δυνατόν τα αυθεντικά εκφραστικά μέσα του ίδιου του Λιαντίνη (δικές μου επισημάνσεις εμφανίζονται μέσα σε αγκύλες). Σημειώνω ότι ο Λιαντίνης (προς απογοήτευσή μου, ομολογώ) αποφεύγει να δώσει τον ορισμό του θανάτου («τι είναι θάνατος, όλοι ξέρουμε», «ο ορισμός είναι φοβερά δύσκολο πράγμα»), αναπτύσσοντας έτσι ένα θέμα του οποίου το βασικό αντικείμενο δεν καθορίζεται απόλυτα.
1. Την Αττική Τραγωδία τη γέννησε η διαλεκτική σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο. Είναι ένα γέννημα από αυτό το «πνευματικό αντιμέτρημα» που είχαν οι Έλληνες με το φαινόμενο του θανάτου. Για να υποστηρίξει την άποψή του αυτή, ο Λιαντίνης παραθέτει ως «γεωμετρική απόδειξη» το γεγονός ότι όλοι οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν στο τέλος του δράματος.
2. Ο θάνατος είναι ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν. Από την Αστροφυσική και την Κοσμολογία είναι γνωστό ότι ακόμα και οι αστέρες πεθαίνουν (π.χ., οι μελανές οπές είναι «αστρικά πτώματα»). Και, κάθε στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι «ένα σφαγείο» όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά, πεθαίνουν, συχνά με φριχτό τρόπο. Η ζωή είναι ένας απέραντος στίβος πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο (όχι απλά πιθανό ή δυνατό): ο θάνατος!
3. Ο θάνατος είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, η ίδια η Φιλοσοφία δεν είναι παρά ο στοχασμός του ανθρώπου πάνω στο φαινόμενο του θανάτου: «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Πλάτωνος «Φαίδων»).
4. Η λέξη «τέλος» έχει διττή σημασία. Σημαίνει το τέρμα αλλά και το σκοπό. Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν σε ένα πράγμα: στο τέλος, στο θάνατό μας. Ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας. Ό,τι κάνουμε είναι μια ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μας, από το πώς θα πεθάνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε για τη ζωή μας αν δεν δούμε το τέλος μας (αναφέρεται στο παράδειγμα Σόλωνος και Κροίσου).
[Μου δίνεται η εντύπωση ότι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν βιώνουμε ποτέ το παρόν για το ίδιο το παρόν αλλά για μια απροσδιόριστη, οριακή στιγμή του μέλλοντός μας. Με άλλα λόγια, είμαστε «νεκροί σε σειρά αναμονής»!]
5. Το «φάρμακο» που θα μας απαλλάξει από το φόβο του θανάτου είναι η απαλλαγή από τον εγωισμό μας («ορμή προς διατήρηση του είδους» τον ονομάζει). Αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας που δεν μπορούμε να τον σκεφτούμε αποκομμένο από τη Φύση. Θα πρέπει να λέμε: «Είμαι κι εγώ όπως όλα τα άλλα στοιχεία της Φύσης, όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μια πέτρα, μια κρήνη, ένα όρος...» Να αποστασιοποιηθούμε, δηλαδή, από τον εαυτό μας και να τον δούμε σαν ένα κομμάτι της Φύσης. Έτσι θα απαλλαγούμε από το φόβο του θανάτου.
[Προβληματίζει η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο «αποκομμένο από τη Φύση» και το «σαν ένα κομμάτι της Φύσης», με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται πιο πάνω στις αντίστοιχες φράσεις.]
6. Επικαλούμενος τον Freud, ο Λιαντίνης ισχυρίζεται πως, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον θάνατο ενός συνανθρώπου, ακόμα κι αν νομίζουμε ότι λυπόμαστε, κατά βάθος βιώνουμε ένα αίσθημα χαράς που εμείς είμαστε ζωντανοί!
[Το πώς θα ηχούσε αυτό το επιχείρημα σε εκείνους που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου, είναι ασφαλώς ζήτημα της Ψυχολογίας, όχι της Φιλοσοφίας...]
7. Ο έρωτας είναι συνάρτηση του θανάτου. Μια έντονα ερωτική κατάσταση, μια βαθιά ερωτική βίωση, ποτέ δεν θα τη ζήσουμε στη φυσική της διάσταση και δεν θα είναι αληθινή αν δεν συνοδεύεται από το φαινόμενο του θανάτου. Γι’ αυτό όλοι οι μεγάλοι ποιητές που μας περιέγραψαν μεγάλους έρωτες, τους οδηγούν στην καταστροφή (π.χ., Ρωμαίος και Ιουλιέτα).
[Στην «Γκέμμα» (σελ. 14) ο Λιαντίνης γράφει ότι «ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας». Αναρωτιέμαι, εν τούτοις, αν η δραματική ποίηση, για να θεωρηθεί σημαντική, πρέπει εξ ορισμού να αδυνατεί να περιγράψει τον έρωτα σαν πηγή ζωής και σαν λόγο ύπαρξης κι αιτία αναγέννησης του ανθρώπου. Σε επίπεδο μουσικής, θα πρέπει μήπως να καταδικάσουμε τον Parsifal του Wagner ως στερούμενο δραματικής αξίας, με το αιτιολογικό ότι ο έρωτας λειτουργεί ως μέσο αυτογνωσίας αντί ως μέσο καταστροφής;]
Μετά το πέρας της κύριας ομιλίας, και σε ερώτηση ακροατή πάνω στο θέμα «έρωτας και θάνατος», ο Λιαντίνης απαντά λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η ερωτική μας ένταση, όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι (πράγμα) αφύσικο, είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πια πλαδαρό!»
Και συνεχίζει κάνοντας μια περίεργη, για παιδαγωγό, τοποθέτηση που δείχνει (το λέω με επιφύλαξη, γιατί ο λόγος του είναι κάπως συγκεχυμένος) να κατακρίνει την αυτοπροστατευτική στάση των σημερινών νέων στον έρωτα:
«Γι’ αυτό ακριβώς και σήμερα με την ερωτική ελευθεριότητα, με το ότι ξεφεύγουμε τους κινδύνους, βρίσκουμε λύσεις εναλλακτικές, κλπ., έχουμε καταντήσει και λέμε τα κορίτσια μας (...) ‘φλωρίνες’ και τα αγόρια τα λέμε ‘φλώρους’: δεν ξέρουν να ερωτευτούν.»
Τέλος, σε ερώτηση άλλου ακροατή για την ύπαρξη ζωής μετά τον θάνατο, ο Λιαντίνης έδωσε μία μάλλον αναμενόμενη, για έναν εκ πεποιθήσεως άθεο, απάντηση:
«Υπάρχει μία ‘ζωή’ μετά θάνατον, η ακόλουθη: Εκείνο που μένει όταν θα πεθάνουμε είναι η καλή μνήμη που αφήνουμε στους ανθρώπους. Είναι αυτό που λέμε στη Φιλοσοφία, ‘ενδοκοσμική αθανασία’.»
Όπως γρήγορα γίνεται φανερό στη συνέχεια, αυτή η οιονεί «αθανασία» στην οποία αναφέρεται δεν είναι άλλη από το ματαιόδοξο κυνήγι της υστεροφημίας. Ανθρώπινη αδυναμία από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο μυθικός Οδυσσέας, όπως πολύ εύστοχα, ομολογώ, καταδεικνύει ο ομιλητής χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από την «Οδύσσεια».
Παρακολουθώντας την ομιλία, εντόπισα κάτι που, σ’ εμένα τουλάχιστον τον μη-ειδικό στη Φιλοσοφία, φαντάζει σαν εσωτερική αντινομία του λιαντινικού συστήματος θεώρησης του θανάτου. Συγκεκριμένα, ο Λιαντίνης μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα σε μια αιτιοκρατική και μια τελεολογική ερμηνεία του φαινομένου. Ας εξηγήσω τι εννοώ, ξεκινώντας από μερικούς απαραίτητους ορισμούς.
Ως αιτιοκρατία χαρακτηρίζουμε τη φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κάθε τι που συμβαίνει καθορίζεται απόλυτα από προηγούμενες αιτίες και δεν γίνεται κατά τρόπο τυχαίο. Αν ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε μπορούμε να πούμε ότι το Β συνέβη επειδή προηγήθηκε το Α. Δηλαδή, το αίτιο καθορίζει το αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με την τελεολογία, από την άλλη μεριά, τα πάντα στον κόσμο διέπονται από ένα σκοπό, προς εκπλήρωση του οποίου τείνουν. Δηλαδή, όλα τα φαινόμενα υπηρετούν μια προκαθορισμένη σκοπιμότητα. Έτσι, αν πάλι ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε λέμε ότι το Α συνέβη ώστε να επακολουθήσει το Β. Με άλλα λόγια, το αίτιο δικαιώνεται από το αποτέλεσμα.
Στην αρχή της ομιλίας, ο θάνατος παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ζωής, με το οποίο ο άνθρωπος οφείλει να συμφιλιωθεί. Είναι «ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν» και αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα για τον άνθρωπο. Είναι σαφές εδώ ότι ο θάνατος (ως αποτέλεσμα) υπάρχει λόγω του ότι προϋπήρξε η ζωή, και θα έχανε κάθε νόημα χωρίς αυτήν. Βλέπουμε έτσι μια αιτιοκρατική αντίληψη της ιδέας του θανάτου.
Στη συνέχεια, όμως, ακούμε ότι «ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας» και πως «ό,τι κάνουμε θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από το πώς θα πεθάνουμε». Με άλλα λόγια, κύριος (αν όχι μοναδικός) σκοπός της ζωής μας είναι η προετοιμασία του θανάτου μας. Η ζωή (ως προϋπάρχον αίτιο) αποτιμάται από το αποτέλεσμά της, τον θάνατο, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως πεδίο προετοιμασίας του θανάτου, χωρίς τον οποίο η ζωή θα έχανε το νόημά της. Μια εμφανώς τελεολογική αντίληψη του νοήματος της ζωής.
Θα τολμούσα να υποθέσω ότι, κατά τον Λιαντίνη, δεν έχει τόση σημασία το πώς έζησε κάποιος, όση το πώς πέθανε. Κι αν θέλει να πεθάνει με τον «σωστό τρόπο», θα πρέπει να φροντίζει γι’ αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό μιας επίκαιρης παρατήρησης. Ζούμε στις μέρες μας τον εφιάλτη μιας δολοφονικής και ανεξέλεγκτης, προς το παρόν, παγκόσμιας τρομοκρατίας. Τις κοινωνίες μας απειλεί μια ολοένα αυξανόμενη ομάδα φανατικών, τα μέλη της οποίας διακατέχονται από μια μεθοδικά καλλιεργημένη και καλά ριζωμένη ιδέα: πως ολόκληρη τη ζωή τους οφείλουν να την αφιερώσουν στην προετοιμασία ενός εκούσιου θανάτου που θα τους χαρίσει την αθανασία. Στόχος, ο αφανισμός των «απίστων» και η βίαιη μετάβαση του κόσμου που γνωρίζουμε σε μια νέα τάξη πραγμάτων, κάτι που θα ισοδυναμούσε με πολιτισμική οπισθοδρόμηση προς τον σκοταδισμό.
Χωρίς, φυσικά, να έχω την παραμικρή πρόθεση να συγκρίνω διακριτές και άσχετες μεταξύ τους κοσμοθεωρίες, δεν μπορώ να μη σταθώ σε κάποιες αξιοπρόσεκτες ομοιότητες. Μεταξύ αυτών βρίσκονται και ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά συμπεριφοράς των «οπαδών»: φανατισμός, μισαλλοδοξία, εχθροπάθεια προς την αντίθετη άποψη, κατασυκοφάντηση – ενίοτε σε υβριστικούς τόνους – των διαφωνούντων (έχω προσωπική πείρα)...
Ως παιδαγωγός, πιστεύω πως κάθε διδασκαλία θα πρέπει να στοχεύει στην ψυχική και πνευματική ανύψωση του ανθρώπου και στην ανάδειξη της αξίας της ζωής. Στους μαθητές μας – μα και στην κοινωνία, ευρύτερα – θα πρέπει να διδάσκουμε τον θάνατο όχι ως υπέρτατη αξία, στην προοπτική της οποίας ο άνθρωπος οφείλει να αφιερώσει την κάθε στιγμή της ζωής του, αλλά σαν ένα οριακό γεγονός μιας πορείας συνειδητότητας κι αυτογνωσίας (για να θυμηθούμε και τον - αγαπημένο στον Δ. Λιαντίνη - Σωκράτη). Πορεία που πρέπει να διανύσουμε όχι μόνο για το τέλος της (που δεν ταυτίζεται με το σκοπό της) μα κυρίως για το ίδιο το ταξίδι, όπως θα ‘λεγε κι ο ποιητής, επίσης αγαπημένος στον Λάκωνα ομιλητή!
Ανοίγοντας χαράματα Κυριακής τον υπολογιστή, βρήκα να με περιμένει ένα mail από τον φίλο μου το Νίκο. Ομολογώ πως με ξάφνιασε το περιεχόμενο:
«Κώστα, έχω μια ιδιάζουσα παράκληση. Σαν να λέμε, παράκληση για άρθρο ondemand. Με διακατέχει μια τρομακτική περιέργεια να μάθω τις σκέψεις σου για το νέο γήπεδο της ΑΕΚ! Τον Ναό (κυριολεκτικά), τον συμβολισμό, τη δύναμη του μύθου και τον ρόλο του στο ιστορικό γίγνεσθαι αυτού του τόπου. Τον καημό που περικλείεται στη φράση: ΑΕΚ, ζούμε στην Πόλη να σε δούμε!»
Γιατί με ξάφνιασε; Πρώτον, γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη λέξη «Ναός» από τα χείλη (εντάξει, το πληκτρολόγιο!) κάποιου που δεν έχει ιδιαίτερους συναισθηματικούς δεσμούς με την ΑΕΚ. Και, δεύτερον, γιατί συνειδητοποίησα άξαφνα πως είχα πράγματι αμελήσει να αφιερώσω δυο αράδες σε ένα ζήτημα που αποτελεί την κορωνίδα των ονείρων και των οραμάτων όλων των πιστών του ιστορικού συλλόγου!
Κατά σύμπτωση, τα καλά νέα για τα αποκαλυπτήρια του νέου γηπέδου τα πρωτοδιάβασα εδώ, στο Aixmi.gr. Στη συνέχεια, άφησα τον εαυτό μου να περιπλανηθεί με συγκίνηση και νοσταλγία στα ιστορικά μονοπάτια και τις δοξασμένες διαδρομές μνήμης του αξέχαστου «Ναού» της Φιλαδέλφειας των Κυριακών μου, και να εντυπωσιαστεί από το φιλόδοξο σχέδιο του υπερπολυτελούς νέου γηπέδου στον ίδιο ιστορικό τόπο, με ξεναγό τον μεγάλο Αεκτζή Κώστα Βουτσά!
Για κάποιους από εμάς, η ΑΕΚ δεν είναι απλά αθλητικός σύλλογος που κάποια συγκυρία το ‘φερε να αγαπήσουμε: Είναι επικυρίαρχο κομμάτι της ίδιας της αυτοσυνειδησίας μας, πρώτη ύλη και συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, του αυτοπροσδιορισμού μας ως μελών αυτής της κοινωνίας! Γι’ αυτό, ας μου συγχωρήσει ο αναγνώστης λίγη προσωπική ιστορία…
Η γιαγιά και ο παππούς μου ήταν πρόσφυγες από τη Μικρασία. Η γιαγιά απ’ τα περίχωρα της Πόλης, ο παππούς από λίγο πιο μακριά… Μετά την καταστροφή, βρέθηκαν κι οι δύο στη Βόρεια Εύβοια, σ’ ένα προσφυγικό χωριό (Νέος Πύργος) που ιδρύθηκε το 1924, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε κι η ΑΕΚ. Θυμάμαι τον παππού μου να λέει – με μια σκόπιμη δόση υπερβολής – πως, όταν έφτασαν εκεί, βρήκαν τους ντόπιους «πενήντα χρόνια πίσω»! Και, αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι το πιο σημαντικό πράγμα που κουβαλούσαν οι σχεδόν εξαθλιωμένοι πρόσφυγες στα φτωχικά τους σακίδια, ήταν πολιτισμός…
Την ΑΕΚ την πρωτογνώρισα την δεκαετία του ’60, παιδί ακόμα, όταν ο θείος μου με έπαιρνε τις Κυριακές στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Τότε λεγόταν «Στάδιον ΑΕΚ» κι έμοιαζε με γιγάντιο πέταλο (η προσθήκη της σκεπαστής εξέδρας, απ’ την οποία εκπορεύτηκαν τα καλύτερα και τα χειρότερα της σύγχρονης ιστορίας της ΑΕΚ, έγινε πολύ αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70). Θυμάμαι ακόμα το θείο μου να λέει: «Είδες, ο βλάχος το ‘βαλε κι αυτό!», μετά από κάθε γκολ του Παπαϊωάννου!
Στη μεγάλη διαδρομή του στο χρόνο, το γήπεδο αυτό βίωσε γλυκόπικρα συναισθήματα… Πανηγύρισε τίτλους της ΑΕΚ και είδε μεγαθήρια του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου να καταπίνουν αμάσητη την αλαζονεία τους φεύγοντας ηττημένα… Ως μεγαλύτερο (κάποτε) στάδιο της χώρας, φιλοξένησε τελικούς Κυπέλλου που έμειναν αλησμόνητοι… Γνώρισε από κοντά μεγάλους καλλιτέχνες που το επέλεξαν σαν ιδανικό χώρο για τις συναυλίες τους…
Κι από την άλλη, ένιωσε κάποτε τη ντροπή της οπαδικής βίας που γεννά ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία, όχι μόνο απέναντι σε αντιπάλους (πράγμα ούτως ή άλλως ηθικά καταδικαστέο) αλλά κι απέναντι σε ανθρώπους της ίδιας της ΑΕΚ, με ιστορική διαδρομή και αδιαμφισβήτητη προσφορά στον σύλλογο, που βίωσαν απίστευτους εξευτελισμούς φορώντας τον «δικέφαλο» στο στήθος…
Η αυλαία για το ιστορικό γήπεδο έπεσε ένα απόγευμα του Μάη του 2003 (3/5/03). Τελευταίος αντίπαλος, ο Άρης Θεσσαλονίκης. Η μπάλα άγγιξε για τελευταία φορά τα δίχτυα από το πόδι του Ίλια Ίβιτς, σε ένα πανηγυρικό 4-0. Βγαίνοντας από την Θύρα 16, ήξερα καλά πως ήταν η τελευταία φορά που έβλεπα τον «Ναό» να ορθώνεται περήφανος, αν και τραυματισμένος από το χρόνο και τους σεισμούς. Την άλλη μέρα μπήκαν οι μπουλντόζες. Είπαν πως οι εξέδρες έπεσαν σαν χάρτινες…
Προοπτική (και αφελής βεβαιότητα) ήταν τότε το χτίσιμο ενός νέου, υπερσύγχρονου γηπέδου που θα μπορούσε να φιλοξενήσει μέρος των αγωνισμάτων των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τελικά, έμειναν μόνο τα χαλάσματα να ξύνουν τις μνήμες και να αλατίζουν τις πληγές… Όσο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, βολεύτηκαν με ένα άλλο γήπεδο, πιο συμβατό ίσως με το όνομά τους. Το έστησαν κάποιοι σε χρόνο μηδέν, σαν τα λυόμενα στον Κάλαμο! Και, τι ειρωνικό παιχνίδι της μοίρας: η ομάδα της προσφυγιάς, αρχόντισσα κάποτε στο δικό της παλάτι, βρίσκεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία άστεγη, πρόσφυγας στην ίδια της τη χώρα…
Με δυσκολία πήγαινα όλα αυτά τα χρόνια στη Φιλαδέλφεια. Γιατί ο τόπος αυτός απλά δεν υπήρχε χωρίς την ΑΕΚ! Κι εκεί ακριβώς θέλουμε να την ξαναδούμε. Ίσως το μέρος να μη διαθέτει το μεγαλείο της Πόλης, όπως το οραματίζεται ο φίλος Νίκος. Είναι, όμως, η κοιτίδα κάθε αθλητικής χαράς και λύπης μας, η αφετηρία κάθε μνήμης… Μια πόλη που δεν θα μας ξαναπάρουν πια ποτέ. Γιατί θα βρουν καλά κλεισμένες τις Κερκόπορτες!
Πριν χρόνια αμέτρητα, είχα μια συζήτηση με τον καθηγητή μου της θεωρίας στο ωδείο σχετικά με το κατά πόσον οριοθετείται η ιδιότητα του «κλασικού» στη μουσική. Για παράδειγμα, πόσο «κλασική» θα μπορούσε να θεωρηθεί η λαϊκή μουσική ή η Pop. Στη συντηρητική λογική μου εκείνου του καιρού, ο σοφός Π. Βεντούρας απάντησε με μια φράση που τότε μου φάνηκε ρηξικέλευθη: «Αν το καλοσκεφτείς, μήπως οι Beatles δεν είναι, κατά μία έννοια, ο Μπάρτοκ της Αγγλίας;»
Στο πλαίσιο του ελληνικού ρεπερτορίου, υπάρχουν κάποια τραγούδια που θα μπορούσαν επάξια να χαρακτηριστούν «κλασικά», με την έννοια τόσο της διαχρονικότητας όσο και της καλλιτεχνικής αξίας. Ένα από αυτά είναι, αναμφίβολα, το «Μαμά γερνάω» των Σταμάτη Κραουνάκη – Λίνας Νικολακοπούλου (1988).
Οι εκ των κορυφαίων στίχων στο ελληνικό τραγούδι, επενδυμένοι με την υπέροχη, πάντα, μουσική τού (ενίοτε ακρίτως πολιτικολογούντος...) κορυφαίου σύγχρονου έλληνα μουσικοσυνθέτη, αναδεικνύουν με γενναιότητα τον υπαρξιακό φόβο του ανθρώπου μπροστά στο φάσμα της απώλειας της νεότητας. Κεντρικό πρόσωπο, η καθαγιασμένη μορφή της μητέρας που, σε ρόλο υπέρτατου εξομολόγου, απορροφά καρτερικά τους ψυχικούς κραδασμούς που γεννά η θλίψη, η ανασφάλεια και η διάψευση των ονείρων...
Αναρωτιέμαι ποιος θα ήταν ο τίτλος και το περιεχόμενο του τραγουδιού αν το έγραφε σήμερα το φοβερό δίδυμο των τραγουδοποιών. Σήμερα που ο άνθρωπος της χρεοκοπημένης χώρας δεν έχει καν το χρόνο, μα κι ούτε τη διάθεση, να προσέξει πως γερνά.... Σε μια εποχή που η ποιότητα ζωής κατάντησε πολυτέλεια, κι η μόνη υπαρκτή προοπτική που απόμεινε είναι αυτή της αγχωτικής επιβίωσης!
Η σημερινή μητέρα-εξομολόγος θα καλούνταν να αναστηλώσει το καταρρακωμένο ηθικό του ανθρώπου της δημιουργικής ηλικίας που βλέπει ξαφνικά τη γη να υποχωρεί κάτω απ’ τα πόδια του καθώς αντικρίζει το φάσμα της εργασιακής ανασφάλειας, ή, ακόμα τραγικότερα, καθώς βιώνει το τραύμα της απώλειας εργασίας. Σε μια εποχή, μάλιστα, που ο άνθρωπος έχει μάθει να εναποθέτει το αίσθημα της αυταξίας του στην αμφίβολη πιστοποίηση που παρέχει το τεκμήριο του καταναλωτισμού...
Το παρόν σημείωμα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ανοιχτή πρό(σ)κληση προς τους δύο σπουδαίους καλλιτέχνες να ξαναγράψουν το τραγούδι τους προσαρμόζοντάς το στις νέες αγωνίες της εποχής, προεξάρχουσα θέση στις οποίες κατέχει ο εφιάλτης της ανεργίας. Το «νέες» είναι σχήμα λόγου, βέβαια, αν θυμηθούμε τους μακρινούς εκείνους καιρούς που εκφράστηκαν μελωδικά με «Το παλικάρι έχει καημό» των Θεοδωράκη – Ελευθερίου. Καιρούς που, δυστυχώς, ξαναζούμε σήμερα, μια και η Ιστορία επαναλαμβάνεται – και μάλιστα, δίχως καν την παρηγοριά της φάρσας!
Εν αναμονή της απάντησης στην πρό(σ)κληση, αφήνω σαν συντροφιά στον αναγνώστη ένα ταπεινών προδιαγραφών «οιονεί ποίημα». Κάτι σαν τον πασατέμπο που τρώγαμε κάποτε στη Φιλαδέλφεια, περιμένοντας ν’ αρχίσει το ματς της ΑΕΚ...
Τηλεφωνητής...
Σε πήρα πάλι σήμερα, μα δεν το σήκωνες...
Ήθελα να μιλήσω λίγο,
ίσως να ‘ρθω για λίγες μέρες να σε δω,
έτσι, να ξεχαστώ, να καταφύγω,
να φάω λίγο μαγειρευτό φαΐ...
Μα τη φωνή σου ακούω πια μόνο στον τηλεφωνητή.
Γι’ αυτό αποφάσισα - κι ας μην το συνηθίζω -
να σου απαντήσω σήμερα μ’ αυτόν...
Ήθελα να σου πω για τη δουλειά...
Όλα αβέβαια, κάποιους τους διώξαν ήδη.
Εγώ είμαι πιο παλιός, ίσως να τη γλιτώσω...
Είναι και η Μαρία...
Της κόστισε πολύ που δεν το κάναμε
εκείνο το ταξίδι, μα χρωστούσα.
Ακούει και τους άλλους που καλοπερνούν...
Πώς τα βολεύουν; Νιώθω σαν άχρηστος!
(Ξέρω, «οι περιστάσεις» θα μου πεις εσύ,
«όμως δε χάνεται η αξία»!)
Κι άμα με διώξουνε;
Μέχρι που σκέφτηκα πως, αν συμβεί...
Μα είναι τα παιδιά, τι φταιν εκείνα;
Το βράδυ πάλι ο ύπνος μου ανήσυχος...
Λέει ο γιατρός πως έχω πίεση, να προσέχω!
Να προσέχω...
Μεγάλη απώλεια για το Σύμπαν, όσο να πεις!
Έτσι που λέω καμιά φορά...
Και θα τους μείνει κι η ασφάλεια,
να πάψει να γκρινιάζει κι η Μαρία!
Ξέρω, θα λες πάλι σε ψυχοπλάκωσα!
Μα αλλού δεν έχω να τα πω...
Α, χθες σου έβαλα την άλλη τη φωτογραφία,
εκείνη που τραβήξαμε στον κήπο, με το μπλε το φόρεμα
(η άλλη στη βεράντα δεν μου άρεσε)...
Ήρθε κι ένας τεχνίτης και χαράξαμε τα γράμματα.
Άντε, δυο χρόνια σου τα γλίτωσα:
του είπα «ετών ογδόντα»!
Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του!
Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της…
Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη…
Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του!
Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι!
Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»!
Σ’ αυτούς τους «ευγενικούς κι αόρατους» εραστές που βρέθηκαν στην ανάγκη να συναγωνίζονται άνισα τη σκιά ενός εκ φύσεως γητευτή που με μοναδικό θεατρικό στόμφο αναλήφθηκε από την κορυφή του Ταΰγετου, αφιερώνεται το κάπως πικρά σαρκαστικό στιχούργημα που ακολουθεί:
Κλείνω με ένα διάλογο από την αριστουργηματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου». Αφιερώνεται σ’ εκείνους που δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με όνειρα και φαντάσματα δίχως να νιώσουν την ταπείνωση της ήττας…
– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!
– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Ένα όνειρο είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!
Κάποτε μιλούσες για «τα καλοκαίρια». Τώρα γινήκαν τόσα πολλά που δυσκολεύεσαι πια να τα ξεχωρίσεις. Έτσι, μιλάς κάπως αόριστα για «το καλοκαίρι», σαν ένα κάδρο με μια εικόνα που μπορεί συνεχώς να μεταλλάσσεται, να μετεξελίσσεται στο χρόνο. Καμιά φορά, με ταχύτητες που δυσκολεύεσαι κι εσύ ο ίδιος να παρακολουθήσεις…
Πρόσωπα που σήμαιναν κάτι για τη ζωή σου περνούν και χάνονται στην αμείλικτη χρονική καταπακτή της εικόνας. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες των καλοκαιριών, μνημεία κατανόησης, ανοχής κι υπομονής… Οι γονείς που – ανάλογα με το χαρακτήρα τους – ομόρφαιναν τα καλοκαίρια σου με αγάπη και φροντίδα, ή τα έκαναν ν’ ασφυκτιούν από ανελευθερία…
Κάποιες θείες που σου ’διναν πάντα καταφύγιο, κάποιοι θείοι μακρινοί, χαμένοι στα βάθη της μνήμης… Ακόμα και φίλοι καλοκαιρινοί που χάθηκαν πρόωρα… Όπως και τόποι αγαπημένοι που δυσκολεύεσαι πια ν’ αναγνωρίσεις πίσω από τη μάσκα που αναγκαστικά τους φόρεσε η εξέλιξη και ο πολιτισμός…
Αναφερόμενος στον Δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο και τις αμετάκλητες μεταβολές που επιβάλλει στη Φύση και τον άνθρωπο, έγραψα κάποτε:
«Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής (…) αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να ξε-συμβούν, πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω…»
Κι ακόμα:
«Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ματαιότητας: Υπάρχει, τελικά, η ευτυχία, ή μήπως είναι απλά μια συλλογή από στιγμές καλής ψυχολογικής διάθεσης; Μια θετική προσέγγιση στο ερώτημα απαιτεί να σταθούμε πάνω από τη συμβατική κοσμική αντίληψη των αξιών: Η ευτυχία δεν είναι υπόθεση καταγραφής συγκυριών, αλλά κατάσταση συνειδητότητας που ανυψώνεται πάνω από την επίφαση των φαινομένων ώστε να υπερβεί – και τελικά να ακυρώσει – την παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου. Από την άποψη αυτή, ευτυχισμένη ζωή είναι η πορεία αυτεπίγνωσης που οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Σε τελική ανάλυση, η κατάκτηση της ίδιας της αθανασίας!»
Το αενάως μεταλλασσόμενο κάδρο των καλοκαιριών της ζωής μας στέκει πάντα σαν μελαγχολική επιβεβαίωση υπαρξιακής ματαιότητας, μα συνάμα και συνειδησιακό εργαστήρι αποδοχής και υπέρβασης. Κάτι μπρος στο οποίο ακόμα κι η πιο ατάλαντη «οιονεί ποίηση» δεν θα μπορούσε να σιγήσει!
Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα βάζει νάρκη στα θεμέλια κάθε βεβαιότητας για την ύπαρξη του έρωτα ως αντικειμενικής αξίας:
«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»
Μια πικρή κωμωδία του 1964 επιχειρεί να επιβεβαιώσει, θαρρείς, τον ιδιόρρυθμο δημιουργό του «Αναρχικού Τραπεζίτη»:
Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη… Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο… Τους είναι αδύνατο να υποπτευθούν πως ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που δυσκολεύονται να αναγνωριστούν δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, αυτές που φορούσαν εκείνη τη μαγική νύχτα του καρναβαλιού που γνωρίστηκαν, και που έμελλε να είναι η μοναδική…
Ίσως η πιο φιλοσοφημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, ο «Γάμος αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη («Τα Κόκκινα Φανάρια», «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας») είναι μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Στο αποθεωτικό φινάλε ακούγεται μια από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά:
«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εκείνος που αγαπούσα!»
Δεν είναι λίγες οι φορές που ενθουσιαζόμαστε με τις φαινομενικές ιδιότητες ενός εν δυνάμει ερωτικού εταίρου (όπως τεχνηέντως μας τις προβάλλει, ή όπως εμείς επιλέγουμε να τις προβάλλουμε δίνοντάς τους αντικειμενική υπόσταση), μόνο και μόνο για να βιώσουμε την απόλυτη απογοήτευση στο πλαίσιο μιας πραγματικής σχέσης μαζί του/της. Με επακόλουθο, ασφαλώς, την αναπόφευκτη θνησιγένεια της σχέσης…
Αν θέλαμε να τραβήξουμε στα άκρα τον πεσιμιστικό σαρκασμό του ποιητή με τις πολλαπλές «περσόνες», θα λέγαμε πως το ερωτικό συναίσθημα χτίζεται όχι απλά με την αντικειμενοποίηση της ιδέας μας για τον άλλο, αλλά, συχνά, με την ολική έκλειψη – σε επίπεδο συνειδητότητας – του ερωτικού αντικειμένου και την υποκατάστασή του από τον ίδιο μας του εαυτό. Με άλλα λόγια, αυτό που στην πραγματικότητα ερωτευόμαστε δεν είναι ο άλλος αλλά η εικόνα που, μέσω αυτού, διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας! Ενδεικτικές είναι οι φράσεις:
– Ο τρόπος που με κάνει να νιώθω… – Με έμαθε ν’ αγαπώ τον εαυτό μου… – Με κάνει να αισθάνομαι πάλι νέος/νέα… – Μαζί του/της γνώρισα εμένα όπως δεν με ήξερα…
Προσέξτε ότι απουσιάζει κάθε αναφορά στα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες του ίδιου του ερωτικού αντικειμένου: αυτά αναδεικνύονται έμμεσα σε συνάρτηση με τα αισθήματα αυτοαποδοχής ή αυτοεπιβεβαίωσης που επάγουν.
Θα πρέπει, λοιπόν, να συμπεράνουμε πως το ερωτικό αντικείμενο είναι είτε αυταπάτη, είτε εξωραϊστικό κάτοπτρο της αυτοεικόνας μας; Με άλλα λόγια, είναι ο έρωτας ταυτόσημος της ουτοπίας, του ναρκισσισμού και της αυτοπάθειας; Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε εξαρχής κάθε ερωτική σχέση θνησιγενή, αφού αργά ή γρήγορα οι μαγικές εικόνες θα εξανεμιστούν και θα έρθουν στην επιφάνεια οι πραγματικές διαστάσεις των ερωτικών εταίρων. Ή, για να ξαναγυρίσουμε στην ταινία του Β. Γεωργιάδη, θα αντικρίσουν ο ένας τον άλλο δίχως τις αποκριάτικες μάσκες!
Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μια παράμετρο που ως τώρα αγνοήσαμε: τον βαθμό ωριμότητας του ερωτευμένου ατόμου! Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο αυτοσυνειδησίας και αυτοαποδοχής, τόσο λιγότερος χώρος υπάρχει για ετεροπροσδιορισμούς και τόσο πιο αντικειμενική είναι η αξιολόγηση των ιδιοτήτων του ερωτικού συντρόφου. Αυτό αφήνει λιγότερο χώρο για επιπόλαιες εξιδανικεύσεις και συνακόλουθες απομυθοποιήσεις που μοιραία επιφέρουν παρακμή και, τελικά, διάλυση των σχέσεων.
Δηλαδή, ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο αυτοσυνειδησίας πριν επιτρέψει στον εαυτό του να ερωτευτεί; Ασφαλώς όχι! Ο έρωτας (για να θυμηθούμε τον Καβάφη) είναι ταξίδι μύησης, όχι προορισμός. Και η ωρίμανση που αποκομίζουμε σ’ αυτό το ταξίδι απαιτεί να κάνουμε λάθη, αφού κι αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσής μας. Μέσα απ’ τα λάθη μας μαθαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Και γνωρίζοντάς μας καλύτερα, απομακρύνουμε τον κίνδυνο να ερωτευτούμε τον λάθος άνθρωπο για τους λάθος λόγους!
* Ο Κώστας Παπαχρήστου παραληρεί ακατάσχετα λόγω της θερινής ζέστης…
Κάποιοι –ευτυχώς όχι λίγοι– εξοργιστήκαμε για τον διασυρμό που υπέστη πρόσφατα η Κική Δημουλά από κύκλους της φιλο-πολυπολιτισμικής «προοδευτικής» Αριστεράς, επειδή η ποιήτρια τόλμησε να αρθρώσει το αυταπόδεικτο: πως η ζωή πια είναι αβίωτη σε κάποιες γειτονιές της Αθήνας! Γειτονιές που κάποτε φιλοξενούσαν οικογένειες, και τώρα είναι λημέρια κακοποιών και φυλακές τρομαγμένων γερόντων…
Ο Βύρωνας και η Κυρά-Μαλαίνα έχουν φύγει εδώ και χρόνια απ’ την πλατεία που έμενα κάποτε. Έχουν φύγει κι απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο που γίνεται όλο και πιο αφιλόξενος για φιλόσοφους και καλλιτέχνες κάποιας ηλικίας. Σε λίγο αυτή η πόλη ολόκληρη θα γίνει αφιλόξενη για όλους μας. «Ευτυχώς» εκείνοι δεν πρόλαβαν να βιώσουν τον πολυπολιτισμικό τρόμο που σήμερα ζουν, σχεδόν αδιαμαρτύρητα πια (εξάλλου, ποιος ν’ ακούσει;) οι Αθηναϊκές γειτονιές, και όχι μόνο αυτές στα Κάτω Πατήσια… Όμως, κάπου εδώ πρέπει να σιωπήσω! Το να θυμάσαι καλύτερες εποχές σε μια πόλη που αργοπεθαίνει είναι σαδομαζοχιστική διαστροφή. Το είπε άλλωστε κι ο ίδιος ο Δάντης, βλέποντας με συμπόνια το μαρτύριο της Φραντσέσκα ντα Ρίμινι στην Κόλαση…
Ταπεινά και χωρίς ιδιαίτερες ποιητικές φιλοδοξίες είναι και τα λόγια ενός άσημου, σχετικώς ατάλαντου «οιονεί ποιητή» που αγάπησε, φαίνεται, αυτή την πόλη και την ένιωσε να πεθαίνει αβοήθητη μπρος στα μάτια του:
Όχι: όλοι εμείς που αγαπήσαμε κι εξακολουθούμε ν’ αγαπάμε αυτή την πόλη δεν είμαστε «ρατσιστές», «ξενοφοβικοί» ή «φασίστες»! Ζητάμε μόνο απ’ τους φιλοξενούμενους να σέβονται τους όρους της φιλοξενίας… Ζητάμε να μπορούμε να προσφέρουμε από τα λιγοστά αγαθά μας ως πράξη ελεύθερης επιλογής κι όχι ως αποτέλεσμα βίας… Ζητάμε απ’ τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου να δείχνουν για τα θύματα την ίδια ευαισθησία που χαρίζουν απλόχερα στους θύτες…
Ζητάμε πίσω την πόλη που ξέραμε. Εκείνη που, σαν έβλεπες στο δρόμο ανθρώπους με άλλα χρώματα κι άλλες γλώσσες, δεν κοιτούσες πίσω σου καχύποπτα μα χαμογελούσες εγκάρδια και τσακιζόσουν να προσφέρεις βοήθεια. Τότε που η συνύπαρξη των πολιτισμών δεν ήταν υπόθεση του νομοθέτη, μα της πατροπαράδοτης ελληνικής ψυχής!
* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι θαυμαστής των πολιτισμών που σέβονται (χωρίς αναγκαία και ν’ αγαπούν) αλλήλους...
Αλλόκοτο πλάσμα ο άνθρωπος. Το πιο αλλόκοτο της Φύσης. Το μόνο που μπορεί να μετατρέψει τα αυτονόητα σε υψηλούς υπαρξιακούς στόχους! Τίποτα δεν φανερώνει τούτη την αλήθεια όσο η φράση-κλισέ: «ακολούθησε τον εαυτό σου»! Ναι, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, δεν συμβαίνει συχνά να ακολουθούμε τον εαυτό μας. Είτε γιατί δεν τον γνωρίζουμε, είτε γιατί θυσιάζουμε συνειδητά την ελευθερία μας στο βωμό συμβάσεων που μας καθιστούν αποδεκτούς ως μέλη μιας κοινωνίας. Η απόδραση από τον ψεύτικο κόσμο των συμβάσεων στον αληθινό της ελευθερίας που βιώνεται μέσω του έρωτα, είναι το κεντρικό θέμα της πιο σύνθετης – μουσικά και φιλοσοφικά – όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ.
Ίσως η σπουδαιότερη μουσική που γράφτηκε ποτέ, το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη» (Tristan und Isolde) είναι ένα έργο τόσο περίπλοκο που δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει σε μια σύντομη ανάλυση. Το ορχηστρικό πρελούδιο της πρώτης πράξης θεωρείται επανάσταση που γκρέμισε τα στεγανά της κλασικής μουσικής αρμονίας – αν και δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα προφητικά κουαρτέτα του Μότσαρτ τα αφιερωμένα στον Χάυδν (όπου μάλιστα σε ένα απ’ αυτά, K 428, ακούγεται το ίδιο το θέμα του «Τριστάνου»!), όπως και τα πιανιστικά πρελούδια του Σοπέν με τις αρμονικές τους τολμηρότητες…
Το πρελούδιο του «Τριστάνου» αφήνει άφωνο τον ακροατή και με την δεξιότητα της αντιστικτικής γραφής του Βάγκνερ που, όπως γράφει σε μια ανάλυσή του ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, «κάνει τις τρίχες να σηκωθούν»! Είναι η αποθέωση αυτού που ο καθηγητής μου στη μουσική θεωρία (πολλά-πολλά χρόνια πριν!) Π. Βεντούρας ονόμαζε «αντιστικτική αρμονία». Στην κορύφωση της δραματικής έντασης της μουσικής, χτίζεται ένα απίστευτα περίπλοκο αρμονικό οικοδόμημα με μουσικά θέματα που εισάγονται διαδοχικά, με τρόπο ώστε κάθε νέα «φωνή» να εμπλουτίζει αντί να υπονομεύει τις ευαίσθητες αρμονικές ισορροπίες των υπολοίπων. Και η έκφραση του Μπερνστάιν κάθε άλλο παρά σχήμα λόγου αποδεικνύεται!
Η όπερα του Βάγκνερ, όμως, δεν εξαντλεί τη μεγαλοσύνη της στην ωραιότητα της μουσικής. Ο «Τριστάνος» είναι και ποίηση και –κυρίως– φιλοσοφία. Είναι μια διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στα σύμβολα της μέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους. Και, για τους μυημένους, το φως εδώ δεν είναι το «καλό», ούτε το σκοτάδι το «κακό». Ίσως ακριβώς το αντίθετο! Το δίπολο μέρας-νύχτας συμβολίζει την αντίθεση ανάμεσα στην επίφαση και την ουσία, την εικόνα και την αλήθεια, τη λογική και το συναίσθημα, το «πρέπει» και το «θέλω», τις συμβάσεις και την ελευθερία, την τιμή και τον έρωτα. Έναν έρωτα που στην κορύφωσή του καταργεί κάθε έννοια ατομικότητας!
Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τη μέρα ζουν στον ψεύτικο και υποκριτικό κόσμο των συμβάσεων, όπου η «τιμή» είναι η ανταμοιβή για την τυφλή υποταγή στους κανόνες. Εκείνη πρέπει να δείχνει σαν πιστή σύζυγος του περίλαμπρου βασιλιά Μάρκε… Εκείνος, σαν πιστός υπερασπιστής της τιμής του μονάρχη και θείου του… Το σκοτάδι της νύχτας, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς εαυτούς των δύο εραστών: Υπάρχει μόνο ο Τριστάνος και η Ιζόλδη, και τίποτ’ άλλο στον κόσμο! Κι όταν ακόμα η συμβατική τιμή του Τριστάνου χαθεί για πάντα, εκείνη θα διαλέξει και πάλι να τον ακολουθήσει στον δικό του, αιώνια σκοτεινό κόσμο, ίσαμε το θάνατο…
Το δίπολο «έρωτας-θάνατος» κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την όπερα. Τούτη τη φορά οι έννοιες βρίσκονται σε σύζευξη, σε αντίθεση με το απόλυτα διαζευκτικό «φως-σκοτάδι». Ο έρωτας κι ο θάνατος σύντροφοι αχώριστοι, έτσι που ο δεύτερος να αποτελεί ηθικό προαπαιτούμενο για τον πρώτο! Μια ιδέα που την καλλιέργησε επίμονα στα συγγράμματα και τις διαλέξεις του κι ο Δ. Λιαντίνης – κι ας του ασκήσαμε κάποτε έντονη κριτική για τούτο…
Ο έρωτας, αυτή η υπέρτατη βίωση της ευτυχίας, είναι λοιπόν η άλλη όψη του θανάτου; Για κάποιους φιλόσοφους, τουλάχιστον, τούτο αποτελεί ιερή κι αιώνια αλήθεια. Γιατί, ο έρωτας δεν είναι δώρο που μας δίνεται: Εμείς είμαστε δώρα που δίνονται στον έρωτα! Αυτό το ήξερε καλά ο Βάγκνερ. Που κάτω απ’ την επιφανειακά αλαζονική φύση του έκρυβε πάντα τον υπαρξιακό πόνο ενός βαθύ γνώστη του στοχασμού του Σοπενχάουερ…
* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι άσημος, ερασιτέχνης, οιονεί μουσικοσυνθέτης που δεν έφτασε ποτέ ως το τέλος της διαδρομής…
Η χώρα βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην οικονομική ύφεση, αλλά και στην εθνική ταπείνωση που την είχαν καταδικάσει οι Ευρωπαίοι εταίροι της... Η ανεργία κάλπαζε με αυξανόμενους ρυθμούς, και ο λαός βίωνε συνθήκες πρωτόγνωρης εξαθλίωσης... Σαν να μην έφταναν αυτά, η αναρχία έσπερνε το χάος στους δρόμους, και η εύθραυστη Δημοκρατία φαινόταν αδύναμη να αντιμετωπίσει την κατάσταση...
...Η συνέχεια της ιστορίας αφιερώνεται σε αλαζόνες πολιτικούς, εγωκεντρικούς πολίτες, κενολογούντες διανοούμενους, βιαιοπραγούντες φρουρούς της τάξης και της "ασφάλειας" (εδώ γελάνε!), και "γνωστούς-αγνώστους" μασκοφόρους οιονεί συνεργάτες των προηγουμένων. Αν νομίζετε πως η Βαϊμάρη πέφτει μακριά, ξεδιπλώστε το χάρτη στο τραπέζι και θα δείτε πως απέχει μόνο λίγα εκατοστά του μέτρου! Και, αν εξακολουθείτε να είστε δύσπιστοι, διαβάστε:
Το άρθρο 120 και η Ελληνική Δημοκρατία της Βαϊμάρης…
ΤουΔημήτρη Δεληγιάννη
Πόσο απέχει η Βαϊμάρη, η πόλη του Σίλλερ και του Γκαίτε από την Αθήνα των τελευταίων ημερών; Για κάποιους πολύ. Για άλλους απελπιστικά λίγο. Το φάντασμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου γεννιόταν στην ηττημένη Γερμανία, μοιάζει σήμερα να πλανάται πάνω από τα αθώα θύματα της Marfin, σε μια χώρα που προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της.
Η τραγική κατάληξη αυτής της αδύναμης δημοκρατίας είναι γνωστή. Ένας πληγωμένος λαός, διαλυμένος οικονομικά, και ενοχοποιημένος για έναν παγκόσμιο πόλεμο, προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του. Σοσιαλδημοκρατικές και συντηρητικές κυβερνήσεις εναλλάσσονταν μέσα σε ένα σκηνικό διαφθοράς, αλλά και επίπλαστης ευημερίας χάρη στην εξωτερική οικονομική βοήθεια. Μέχρι το κραχ της Γουώλ Στρητ το 1929, που οδήγησε την εξαρτημένη από εξωτερικά δάνεια οικονομία στην κατάρρευση. Η ανεργία, η βία και η διαφθορά διέλυσαν την αναιμική δημοκρατία. Οδήγησαν στην έξαρση του εθνικισµού, στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία..
Πολλά χρόνια μετά οι καταστάσεις έχουν τις αναλογίες τους. Η Ελληνική Δημοκρατία μοιάζει να περνά τη δική της φάση της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης». Η εναλλαγή των κομμάτων… Το σκηνικό της διαφθοράς… Η επίπλαστη ευημερία που τινάζεται στον αέρα από ένα νέο κραχ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού… Η απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών… Το οικονομικό τέλμα και η κοινωνική οπισθοδρόμηση που οδηγούν στην παρακμή και στην αποσύνθεση, στη φτώχεια και στην ανεργία, στην ματαίωση, στην εγκληματικότητα, στον ρατσισμό.
Ο λαϊκισμός είναι σ’ αυτές τις περιπτώσεις η εύκολη λύση. Σε όλες του τις εκδοχές. Στις άναρθρες κραυγές των πρωινάδικων και στην ανέξοδη συνθηματολογία επαγγελματιών «επαναστατών». Το ίδιο εύκολη και η στοχοποίηση των άλλων, όλων όσων νομίζουμε πως μας έφτασαν στη σημερινή τραγική κατάσταση. Στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στοχοποιούσαν τους ειρηνιστές, τους κομμουνιστές και τους Εβραίους. Στη σύγχρονη Ελληνική Δημοκρατία μας φταίνε οι ξένοι, οι πολιτικοί, οι συνδικαλιστές, οι δημοσιογράφοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, η Βουλή.
Η δημοκρατία, όμως, είναι ένα πολίτευμα με συγκεκριμένους κανόνες. Δεν λειτουργεί με αφορισμούς και ισοπεδωτικές κριτικές. Ας απαιτήσουμε από την εκλεγμένη κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την όποια αναγκαιότητα των οικονομικών μέτρων, την αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου που τόσο βάναυσα έχει προσβληθεί. Πώς όχι; Και ας οδηγηθούν επιτέλους στη δικαιοσύνη συγκεκριμένοι διεφθαρμένοι πολιτικοί, φοροφυγάδες επιχειρηματίες και επίορκοι δημόσιοι υπάλληλοι… Ας μιλήσουμε με λόγια καθαρά για τη διάλυση της εκπαίδευσης, των νοσοκομείων, της γεωργίας. Ας ψάξουμε για το τι έγινε με τα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων. Ας μας εξηγήσει ο Υπουργός Πολιτισμού τι εννοούσε όταν έλεγε πως οι Μεσογειακοί Αγώνες θα γίνονταν για να φουσκώσουν οι τσέπες κάποιων. Και ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους για τους διπλούς μισθούς τοπικών αρχόντων, για τους διορισμούς συγγενών και φίλων, για εργολάβους και πανάκριβα έργα που καμία χρησιμότητα δεν έχουν. Όλα αυτά καλά… Το σύνθημα όμως για το κάψιμο της Βουλής είναι κάτι το διαφορετικό. Το γκρέμισμα των δημοκρατικών θεσμών, η γενική απαξίωση της δικαιοσύνης και του κοινοβουλευτισμού δεν μπορεί να δικαιολογηθούν από την σίγουρα ελλειμματική τους λειτουργία.
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν ανατράπηκε από τους ναζί, τους «ανθρώπους με τα καφέ». Κατέρρευσε μόνη της, γιατί τη στιγμή της αλήθειας σχεδόν κανείς δεν ήταν έτοιμος να μείνει ακλόνητος και να την υπερασπιστεί. Ο Νόαμ Τσόμσκι έχει από καιρό προειδοποιήσει ότι με την επιβολή του αχαλίνωτου καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης ο κόσμος έχει πάρει έναν δρόμο που απειλεί τη δημοκρατική ομαλότητα. Η έκπτωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στην αξία της ζωής έχουν γίνει ένα ανεξέλεγκτο όπλο μαζικής καχυποψίας, που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή. Τα μηνύματα μίσους είναι εύκολο να γίνουν κυρίαρχα. Και η ακροδεξιά καιροφυλακτεί. Και ίσως βέβαια να έχει δίκιο η Αλέκα που μιλάει για τις ανεπάρκειες του Συντάγματός μας. Όμως, αυτή τη δύσκολη ώρα δεν υπάρχουν τα περιθώρια για πολλά λόγια. Το άρθρο 120 του Συντάγματος, το παλιό, εμβληματικό 114, είναι σαφές. Η ευθύνη δεν είναι των άλλων. Η ευθύνη είναι δική μας: “Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία”. Η αριστερά, οι διανοούμενοι, οι δημοκρατικοί πολίτες σε όλες τις ταραγμένες εποχές του παρελθόντος το ήξεραν. Η σιωπή είναι εκκωφαντική. Και πρέπει να σπάσει. Η Σιωπή των Αμνών…. Η σιωπή της Βαϊμάρης...
Αν πάλι βαριέστε το διάβασμα, μη στενοχωριέστε: σας έχουμε και video! Ιδιαίτερα επιμορφωτικό για την κυρία Αλέκα, που βρίσκει υπέρμετρα "ειρηνική" και όχι επαρκώς "επαναστατική" την Πλατεία, αλλά και για τον κύριο Λαζόπουλο, που μας προέτρεπε κάποτε να "αφήσουμε τα 'παιδιά' να είναι θυμωμένα"! (Αφού δεν μπόρεσε η πολιτεία να ανακαλύψει τους φυσικούς, ας ασχοληθεί τουλάχιστον λιγάκι και με τους ηθικούς αυτουργούς της υπόθεσης Marfin! Όλους εκείνους που με τις ανεύθυνες, εμπρηστικές ρητορείες τους κατέστησαν το έγκλημα αυτό σχεδόν νομοτελειακή συνέπεια του φόνου του Γρηγορόπουλου. Ας πούμε, τα "προοδευτικά" κόμματα του Κοινοβουλίου, κάποιους φθηνά λαϊκίζοντες εθνικούς γελωτοποιούς, ή κάποιους μεγαλόσχημους της "προοδευτικής" διανόησης που πετούσαν ατάραχοι επαναστατικούς πυρσούς από την κορυφή του Ολύμπου, ξέροντας πως η φωτιά που θα προκαλούσαν δεν θα τους έφτανε ποτέ...) Πάμε τώρα στο video!
Μεγάλη ανακούφιση στους Αθηναίους θα φέρει η πρόσληψη νέων υπαλλήλων στον τομέα καθαριότητας του δήμου τους. Οι ευσυνείδητοι αυτοί εργαζόμενοι έπιασαν ήδη δουλειά, όπως πιστοποιεί και το παρακάτω video: