Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Ένα μεταφυσικό ερώτημα στον Δημήτρη Λιαντίνη

                  

Χαιρόμαστε στ' αλήθεια σε μία κηδεία; Ένα ερώτημα που θα θέλαμε να είχαμε θέσει στον Δ. Λιαντίνη αν είχαμε παρευρεθεί στην ιστορικότερη διάλεξή του.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε παλιότερο άρθρο είχαμε επιχειρήσει μία κριτική παρουσίαση της ιστορικής διάλεξης του Δημήτρη Λιαντίνη τον Μάρτιο του 1997, με θέμα «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου». Μεταξύ άλλων, σταθήκαμε με αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην υιοθέτηση, εκ μέρους του Λιαντίνη, της Φροϋδικής ψυχαναλυτικής άποψης σύμφωνα με την οποία βιώνουμε ένα αίσθημα κατάφασης  (ένα βαθιά κρυμμένο «αίσθημα χαράς») σε μία κηδεία – ακόμα και αυτήν ενός προσφιλούς προσώπου – υπό το κράτος της ανακούφισης που προκαλεί η συνειδητότητα ότι εμείς είμαστε ζωντανοί.

Μετά από αρκετόν καιρό συνειδητοποίησα ότι το άρθρο εκείνο δεν στάθηκε όσο θα 'πρεπε σε αυτήν ακριβώς την τοποθέτηση του Λιαντίνη σχετικά με το πένθος, το οποίο φαίνεται να προβάλλεται νοθευμένο - ως έναν βαθμό τουλάχιστον - με ένα αίσθημα αυτοσυντηρητικής ικανοποίησης. Το αναλυτικό αυτό κενό επιχειρεί να καλύψει το παρόν σημείωμα, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συμπλήρωμα του εκτενέστερου κειμένου για την διάλεξη του 1997.

Οφείλω να ομολογήσω ότι οι πενιχρές γνώσεις μου σε ό,τι αφορά την ψυχανάλυση και τον κόσμο του ασυνείδητου δεν μου επιτρέπουν να αμφισβητήσω, σε επιστημονική βάση, τη θέση που διατύπωσε ο Λιαντίνης σχετικά με την «βαθιά κρυμμένη χαρά ενώπιον του αλλότριου θανάτου». Το μόνο που μου επιτρέπεται να κάνω είναι να εξηγήσω, σε επίπεδο ανθρώπινης λογικής και μόνο, γιατί η ιδέα αυτή, αν εκφραστεί ως δόγμα με καθολική ισχύ, δημιουργεί στον μη-ειδικό ένα αίσθημα βαθιάς αμφιβολίας για την απόλυτη εγκυρότητά της. Και γιατί, μιλώντας προσωπικά, με κάνει να επαναστατώ...

Η απεικόνιση ενός αλλότριου θανάτου στον αυτοσυντηρητικό πυρήνα της ανθρώπινης συνειδητότητας είναι ένα ιδιαίτερα σύνθετο ψυχικό φαινόμενο. Ανάλογα με την περίπτωση, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε την απεικόνιση αυτή σε διάφορες κατηγορίες, πλέον ευδιάκριτες των οποίων είναι οι εξής πέντε:

1. Αδιάφορη: Ο αλλότριος θάνατος δεν ενεργοποιεί τα αυτοσυντηρητικά μας ανακλαστικά. Είναι ο θάνατος κάποιου μακρινού «ξένου» που δεν επηρεάζει τη ζωή και δεν κινητοποιεί την συνείδησή μας. Ίσως και να αποτελεί θέαμα στο βραδινό δελτίο ειδήσεων στην τηλεόρασή μας... Η στάση αυτή εκφράζεται με το ρητορικό ερώτημα: «Λυπηρό μεν, αλλά σε τι με αφορά;»

2. Υπεροπτική: Ξεκινά από την αντίληψη ότι, βάσει ενός προσωπικού μας αξιακού συστήματος, δικαιούμαστε να μείνουμε στη ζωή περισσότερο από κάποιους άλλους που είναι, υποτίθεται, «λιγότερο καλοί», «λιγότερο προικισμένοι» ή «λιγότερο χρήσιμοι» σε σχέση με εμάς. Τα παραδείγματα αφθονούν στην καθημερινή ζωή, έτσι που κάθε σχετική παράθεση εδώ περιττεύει.

3. Διαζευκτική: Κωδικοποιείται με φράσεις όπως «ή αυτός, ή εγώ»«αν αυτός, τότε όχι εγώ» (το γνωστό «ο θάνατός σου, η ζωή μου!»). Κλασικό παράδειγμα, η περίπτωση του στρατιώτη την ώρα της μάχης. Συχνά, το ηθικό του στρατιώτη ανυψώνεται με ρητορείες περί ηθικής ανωτερότητάς του σε σχέση με τον αντίπαλο (στην περίπτωση των Ναζί, μάλιστα, υπήρχε επιπρόσθετα και η πεποίθηση της φυλετικής ανωτερότητας). Έτσι, η διαζευκτική στάση μπορεί να συνυπάρχει με – και να ενισχύεται από – την υπεροπτική.

4. Συνειρμική: Περιγράφεται με το ρητορικό ερώτημα: «αν αυτός, γιατί όχι κι εγώ;» και εκφράζει, μέσω ενός μηχανισμού υποκατάστασης του «εγώ» με το «αυτός», τον φόβο μπροστά στο παράδειγμα του θανάτου. «Άραγε, πότε θάρθει κι η σειρά μου;», ακούμε συχνά να λέγεται.

5. Συζευκτική: Κωδικοποιείται με τη φράση: «αν αυτός, τότε κι εγώ», που απεικονίζει μία σχέση υπαρξιακής εξάρτησης (όχι απαραίτητα αμφίδρομη). Είναι η τραγικότερη από τις πέντε κατηγορίες και απαντάται κυρίως σε περιπτώσεις απώλειας προσφιλούς προσώπου, όταν αυτός που μένει πίσω χάνει πλέον κάθε επιθυμία για ζωή. (Έχω προσωπικά παραδείγματα, τόσο στον οικογενειακό όσο και στον ευρύτερο κοινωνικό μου χώρο. Αλησμόνητη θα μου μείνει και η τραγική φιγούρα ενός γνωστού ηθοποιού σε ένα νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν η σύζυγός του. «Έφυγε» λίγο καιρό μετά από εκείνη...)

Η τελευταία αυτή κατηγορία, ιδιαίτερα, είναι που με κάνει να στέκομαι αμήχανος ακούγοντας την ακαδημαϊκή τοποθέτηση του καθηγητή Λιαντίνη περί αισθήματος κατάφασης μπροστά στον θάνατο του συνανθρώπου. Μία θέση που, κατά τη γνώμη μου, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δόγμα με γενική και απόλυτη ισχύ, χωρίς να επιδέχεται περιπτωσιολογική εξέταση. Και, ασφαλώς, το να επικαλείται κάποιος τον Φρόιντ δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη των λόγων του, όταν αυτοί δείχνουν να εκφράζουν παράλληλα και προσωπικές του θέσεις.

Όπως προσωπική, νομίζω, ήταν κατά βάθος και η όλη προσέγγιση του θέματος του θανάτου από τον σπουδαίο ρήτορα. Για τον λόγο αυτό, ας κρατήσουμε από την ιστορική ομιλία του τον πλούτο της πληροφορίας και την ωραιότητα των λόγων, κι ας αναζητήσει ο καθένας για τον εαυτό του τις δικές του απαντήσεις στα μεγάλα μεταφυσικά ζητήματα.

Ο Λιαντίνης απάντησε στα ζητήματα αυτά στην πράξη. Και γνωρίζουμε πώς...


KLIK

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ναζισμός: Μια ηθικο-φιλοσοφική προσέγγιση στο Απόλυτο Κακό


Όσο κι αν ψάξει κάποιος στις σελίδες της Ιστορίας, δύσκολα θα συναντήσει μαζικά εγκλήματα τόσο διαστροφικά όσο εκείνα που διέπραξε το καθεστώς του Άντολφ Χίτλερ στο διάστημα (1933-1945) που κατείχε την εξουσία στη Γερμανία. Αυτό που προσδίδει στο ναζιστικό καθεστώς τον χαρακτήρα της διαστροφής δεν είναι απλά και μόνο η ρατσιστική του φύση (ρατσιστικά καθεστώτα υπήρξαν, δυστυχώς, και αλλού) αλλά το γεγονός ότι ο ρατσισμός δεν αρκέστηκε σε κοινωνικούς διαχωρισμούς και «ειδικές μεταχειρίσεις» αλλά προχώρησε σε μαζική δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων, με πράξεις που χαρακτηρίστηκαν από απίστευτη κτηνωδία.

Αν και τα εγκλήματα του ναζισμού όλο και λιγότερο αποτελούν θέμα ακαδημαϊκής συζήτησης στην εποχή μας (ας μην ξύνουμε πληγές τώρα!), επιχειρήσαμε με μία σειρά κειμένων να προσεγγίσουμε το φαινόμενο μέσα από καθαρά ηθικο-φιλοσοφική σκοπιά. Η προσέγγιση αυτή εστιάζει σε τρία βασικά ζητήματα:

1. Το ηθικό ζήτημα: Γιατί στην κοινή συνείδηση το χιτλερικό καθεστώς είναι ταυτισμένο με το Απόλυτο Κακό;

2. Το γνωσιολογικό ζήτημα: Είναι καταρχήν εφικτή η ερμηνεία του μαζικού εγκλήματος στο πλαίσιο της ιστορικής αιτιότητας;

3. Το εθνο-φυλετικό ζήτημα: Είναι ο «γερμανικός χαρακτήρας» ή οι ιστορικές συγκυρίες ο παράγοντας εκείνος που επέτρεψε στον Χίτλερ να διαπράξει με τόση ευκολία ένα έγκλημα τέτοιων διαστάσεων;

Παραθέτω μία σειρά δημοσιευμένων κειμένων που πραγματεύονται τα πιο πάνω ζητήματα (μαζί με σχετικό video), τονίζοντας εμφατικά ότι δεν αποτελούν ιστορικές μελέτες (δεν θεωρώ τον εαυτό μου επιστημονικά επαρκή για ένα τέτοιο εγχείρημα!) αλλά εκφράζουν, απλά, μερικές προσωπικές σκέψεις πάνω σε ένα ιστορικό θέμα που τείνει σήμερα να μας ευαισθητοποιεί λιγότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε. Ας μην ξεχνούμε, εν τούτοις, ότι η Ιστορία έχει κάποιες φορές την τάση να επαναλαμβάνεται. Είτε ως τραγωδία, είτε ως φάρσα...


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Στοχασμοί πάνω σε μία προφητική διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη

                       

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ένα παλιό κείμενο, που είδα σε κάποιο site, μου θύμισε τη μέρα (1/6/1998) που ένας μεγάλος στοχαστής πέρασε από την γήινη ύπαρξη στην (ενδοκοσμική, όπως ο ίδιος την όρισε) αθανασία. Ήταν μία επιμελώς προετοιμασμένη «απόδραση». Το κυριότερο: ήταν μια φυγή που είχε προαναγγελθεί. Μεταξύ άλλων, σε μία διάλεξη που θα την χαρακτήριζα προφητική. Έστω και με την έννοια της αυτο-εκπληρούμενης προφητείας...

Ως αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης, ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι πάντα επίκαιρος. Έτσι, πιστεύω πως δεν είναι ποτέ «πολύ αργά» για να μιλήσει κάποιος γι’ αυτόν. Το παρόν κείμενο επιχειρεί μία κριτική προσέγγιση στην ιστορική διάλεξή του με θέμα: «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» (δείτε το video που παρατίθεται στο τέλος). Ο Λιαντίνης παρομοίασε τη διάλεξη με επιστημονικό «συμπόσιο», κάτι που ασφαλώς δεν ήταν. (Σημειώνω, για την ιστορία, ότι το κοινό αποτελείτο από στρατιωτικούς γιατρούς.)

Βλέποντας κάποιος τη διάλεξη, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ευρυμάθεια αλλά και την δύναμη του λόγου του καθηγητή. Ταυτόχρονα, όμως, μένει με κάποια ερωτήματα που, δυστυχώς, ο άνθρωπος που κατήγγειλε τον θάνατο του δασκάλου («πέθανε ο δάσκαλος») φρόντισε με την πρόωρη αποχώρησή του να μείνουν αναπάντητα. Πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μιλήσω, τονίζοντας εξαρχής ότι τοποθετούμαι από τη σκοπιά ενός απλού ακροατή και μόνο. Κάποιου που ίσως θα ήθελε να βρισκόταν στο αμφιθέατρο για να διατυπώσει τις συνηθισμένες απορίες που ακούγονται στο τέλος μίας ακαδημαϊκής ομιλίας.

Σταχυολογώ, καταρχάς, μερικά σημεία της ομιλίας που θεωρώ σημαντικά, διατηρώντας κατά το δυνατόν τα αυθεντικά εκφραστικά μέσα του ίδιου του Λιαντίνη (δικές μου επισημάνσεις εμφανίζονται μέσα σε αγκύλες). Σημειώνω ότι ο Λιαντίνης (προς απογοήτευσή μου, ομολογώ) αποφεύγει να δώσει τον ορισμό του θανάτου («τι είναι θάνατος, όλοι ξέρουμε»«ο ορισμός είναι φοβερά δύσκολο πράγμα»), αναπτύσσοντας έτσι ένα θέμα του οποίου το βασικό αντικείμενο δεν καθορίζεται απόλυτα.

1. Την Αττική Τραγωδία τη γέννησε η διαλεκτική σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο. Είναι ένα γέννημα από αυτό το «πνευματικό αντιμέτρημα» που είχαν οι Έλληνες με το φαινόμενο του θανάτου. Για να υποστηρίξει την άποψή του αυτή, ο Λιαντίνης παραθέτει ως «γεωμετρική απόδειξη» το γεγονός ότι όλοι οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν στο τέλος του δράματος.

2. Ο θάνατος είναι ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν. Από την Αστροφυσική και την Κοσμολογία είναι γνωστό ότι ακόμα και οι αστέρες πεθαίνουν (π.χ., οι μελανές οπές είναι «αστρικά πτώματα»). Και, κάθε στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι «ένα σφαγείο» όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά, πεθαίνουν, συχνά με φριχτό τρόπο. Η ζωή είναι ένας απέραντος στίβος πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο (όχι απλά πιθανό ή δυνατό): ο θάνατος!

3. Ο θάνατος είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, η ίδια η Φιλοσοφία δεν είναι παρά ο στοχασμός του ανθρώπου πάνω στο φαινόμενο του θανάτου: «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Πλάτωνος «Φαίδων»).

4. Η λέξη «τέλος» έχει διττή σημασία. Σημαίνει το τέρμα αλλά και τον σκοπό. Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν σε ένα πράγμα: στο τέλος, στον θάνατό μας. Ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας. Ό,τι κάνουμε είναι μια ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μας, από το πώς θα πεθάνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε για τη ζωή μας αν δεν δούμε το τέλος μας (αναφέρεται στο παράδειγμα Σόλωνος και Κροίσου).

[Μου δίνεται η εντύπωση ότι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν βιώνουμε ποτέ το παρόν για το ίδιο το παρόν αλλά για μια απροσδιόριστη, οριακή στιγμή του μέλλοντός μας. Με άλλα λόγια, είμαστε «νεκροί σε σειρά αναμονής»!]

5. Το «φάρμακο» που θα μας απαλλάξει από τον φόβο του θανάτου είναι η απαλλαγή από τον εγωισμό μας («ορμή προς διατήρηση του είδους» τον ονομάζει). Αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας που δεν μπορούμε να τον σκεφτούμε αποκομμένο από τη Φύση. Θα πρέπει να λέμε: «Είμαι κι εγώ όπως όλα τα άλλα στοιχεία της Φύσης, όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μια πέτρα, μια κρήνη, ένα όρος...» Να αποστασιοποιηθούμε, δηλαδή, από τον εαυτό μας και να τον δούμε σαν ένα κομμάτι της Φύσης. Έτσι θα απαλλαγούμε από τον φόβο του θανάτου.

[Προβληματίζει η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο «αποκομμένο από τη Φύση» και το «σαν ένα κομμάτι της Φύσης», με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται πιο πάνω στις αντίστοιχες φράσεις.]

6. Επικαλούμενος τον Freud, ο Λιαντίνης ισχυρίζεται πως, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον θάνατο ενός συνανθρώπου, ακόμα κι αν νομίζουμε ότι λυπόμαστε, κατά βάθος βιώνουμε ένα αίσθημα χαράς που εμείς είμαστε ζωντανοί!

[Το πώς θα ηχούσε αυτό το επιχείρημα σε εκείνους που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου, είναι ασφαλώς ζήτημα της Ψυχολογίας, όχι της Φιλοσοφίας...]

7. Ο έρωτας είναι συνάρτηση του θανάτου. Μια έντονα ερωτική κατάσταση, μια βαθιά ερωτική βίωση, ποτέ δεν θα τη ζήσουμε στη φυσική της διάσταση και δεν θα είναι αληθινή αν δεν συνοδεύεται από το φαινόμενο του θανάτου. Γι’ αυτό όλοι οι μεγάλοι ποιητές που μας περιέγραψαν μεγάλους έρωτες, τους οδηγούν στην καταστροφή (π.χ., Ρωμαίος και Ιουλιέτα).

[Στην «Γκέμμα» (σελ. 14) ο Λιαντίνης γράφει ότι «ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας». Αναρωτιέμαι, εν τούτοις, αν η δραματική ποίηση, για να θεωρηθεί σημαντική, πρέπει εξ ορισμού να αδυνατεί να περιγράψει τον έρωτα σαν πηγή ζωής και σαν λόγο ύπαρξης κι αιτία αναγέννησης του ανθρώπου. Σε επίπεδο μουσικής, θα πρέπει μήπως να καταδικάσουμε τον Parsifal του Wagner ως στερούμενο δραματικής αξίας, με το αιτιολογικό ότι ο έρωτας λειτουργεί ως μέσο αυτογνωσίας αντί ως μέσο καταστροφής;]

Μετά το πέρας της κύριας ομιλίας, και σε ερώτηση ακροατή πάνω στο θέμα «έρωτας και θάνατος», ο Λιαντίνης απαντά λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Η ερωτική μας ένταση, όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι (πράγμα) αφύσικο, είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πια πλαδαρό!»

Και συνεχίζει κάνοντας μία περίεργη, για παιδαγωγό, τοποθέτηση που δείχνει (το λέω με επιφύλαξη, γιατί ο λόγος του είναι κάπως συγκεχυμένος) να κατακρίνει την αυτοπροστατευτική στάση των σημερινών νέων στον έρωτα:

«Γι’ αυτό ακριβώς και σήμερα με την ερωτική ελευθεριότητα, με το ότι ξεφεύγουμε τους κινδύνους, βρίσκουμε λύσεις εναλλακτικές, κλπ., έχουμε καταντήσει και λέμε τα κορίτσια μας (...) ‘φλωρίνες’ και τα αγόρια τα λέμε ‘φλώρους’: δεν ξέρουν να ερωτευτούν.»

Τέλος, σε ερώτηση άλλου ακροατή για την ύπαρξη ζωής μετά τον θάνατο, ο Λιαντίνης έδωσε μία μάλλον αναμενόμενη, για έναν εκ πεποιθήσεως άθεο, απάντηση:

«Υπάρχει μία ‘ζωή’ μετά θάνατον, η ακόλουθη: Εκείνο που μένει όταν θα πεθάνουμε είναι η καλή μνήμη που αφήνουμε στους ανθρώπους. Είναι αυτό που λέμε στη Φιλοσοφία, ‘ενδοκοσμική αθανασία’.»

Όπως γρήγορα γίνεται φανερό στη συνέχεια, αυτή η οιονεί «αθανασία» στην οποία αναφέρεται δεν είναι άλλη από το ματαιόδοξο κυνήγι της υστεροφημίας. Ανθρώπινη αδυναμία από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο μυθικός Οδυσσέας, όπως πολύ εύστοχα, ομολογώ, καταδεικνύει ο ομιλητής χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από την «Οδύσσεια».

Παρακολουθώντας την ομιλία, εντόπισα κάτι που, σ’ εμένα τουλάχιστον τον μη-ειδικό στη Φιλοσοφία, φαντάζει σαν εσωτερική αντινομία του λιαντινικού συστήματος θεώρησης του θανάτου. Συγκεκριμένα, ο Λιαντίνης μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα σε μια αιτιοκρατική και μια τελεολογική ερμηνεία του φαινομένου. Ας εξηγήσω τι εννοώ, ξεκινώντας από μερικούς απαραίτητους ορισμούς.

Ως αιτιοκρατία χαρακτηρίζουμε τη φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κάθε τι που συμβαίνει καθορίζεται απόλυτα από προηγούμενες αιτίες και δεν γίνεται κατά τρόπο τυχαίο. Αν ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε μπορούμε να πούμε ότι το Β συνέβη επειδή προηγήθηκε το Α. Δηλαδή, το αίτιο καθορίζει το αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με την τελεολογία, από την άλλη μεριά, τα πάντα στον κόσμο διέπονται από έναν σκοπό, προς εκπλήρωση του οποίου τείνουν. Δηλαδή, όλα τα φαινόμενα υπηρετούν μια προκαθορισμένη σκοπιμότητα. Έτσι, αν πάλι ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε λέμε ότι το Α συνέβη ώστε να επακολουθήσει το Β. Με άλλα λόγια, το αίτιο δικαιώνεται από το αποτέλεσμα.

Στην αρχή της ομιλίας, ο θάνατος παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ζωής, με το οποίο ο άνθρωπος οφείλει να συμφιλιωθεί. Είναι «ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν» και αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα για τον άνθρωπο. Είναι σαφές εδώ ότι ο θάνατος (ως αποτέλεσμα) υπάρχει λόγω του ότι προϋπήρξε η ζωή, και θα έχανε κάθε νόημα χωρίς αυτήν. Βλέπουμε έτσι μία αιτιοκρατική αντίληψη της ιδέας του θανάτου.

Στη συνέχεια, όμως, ακούμε ότι «ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας» και πως «ό,τι κάνουμε θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από το πώς θα πεθάνουμε». Με άλλα λόγια, κύριος (αν όχι μοναδικός) σκοπός της ζωής μας είναι η προετοιμασία του θανάτου μας. Η ζωή (ως προϋπάρχον αίτιο) αποτιμάται από το αποτέλεσμά της, τον θάνατο, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως πεδίο προετοιμασίας του θανάτου, χωρίς τον οποίο η ζωή θα έχανε το νόημά της. Μία εμφανώς τελεολογική αντίληψη του νοήματος της ζωής.

Θα τολμούσα να υποθέσω ότι, κατά τον Λιαντίνη, δεν έχει τόση σημασία το πώς έζησε κάποιος, όση το πώς πέθανε. Κι αν θέλει να πεθάνει με τον «σωστό τρόπο», θα πρέπει να φροντίζει γι’ αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Ως παιδαγωγός, εν τούτοις, πιστεύω πως κάθε διδασκαλία θα πρέπει να στοχεύει στην ψυχική και πνευματική ανύψωση του ανθρώπου και στην ανάδειξη της αξίας της ζωής. Στους μαθητές μας – μα και στην κοινωνία, ευρύτερα – θα πρέπει να διδάσκουμε τον θάνατο όχι ως υπέρτατη αξία, στην προοπτική της οποίας ο άνθρωπος οφείλει να αφιερώσει την κάθε στιγμή της ζωής του, αλλά σαν ένα οριακό γεγονός σε μία πορεία συνειδητότητας κι αυτογνωσίας (για να θυμηθούμε και τον, αγαπημένο στον Δ. Λιαντίνη, Σωκράτη). Πορεία που πρέπει να διανύσουμε όχι μόνο για το τέλος της (που δεν ταυτίζεται με τον σκοπό της) μα κυρίως για το ίδιο το ταξίδι, όπως θα ‘λεγε κι ο Αλεξανδρινός ποιητής, επίσης αγαπημένος στον Λάκωνα ομιλητή!

Video:  https://youtu.be/FtOdw4oDhTA

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025

Να καταργήσουμε, λοιπόν, σύνορα και ιδιοκτησία;

       

Ένα από τα πάγια αιτήματα «προοδευτικών» συλλογικοτήτων (αλλά και ενός μικρού τμήματος της κοινοβουλευτικής Αριστεράς) είναι η εφαρμογή του δόγματος των ανοιχτών συνόρων (κατά μία έννοια, η de facto κατάργηση των συνόρων). Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει, θεωρητικά, η αυτοσυνέπεια ενός τέτοιου δόγματος;

 Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ενδιαφέρουσες απόψεις διαβάζει κανείς στα social media, τόσο από εκπροσώπους "συλλογικοτήτων" με κοινωνικές ευαισθησίες (ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την μετανάστευση), όσο και από μεμονωμένους ιδεολόγους που αμφισβητούν τις αξίες της αστικής δημοκρατίας. Μία από τις πλέον δημοφιλείς ιδέες είναι η κατάργηση των κρατικών συνόρων και της ιδιοκτησίας. Για να το πω απλοϊκά, θα πρέπει να καταργηθούν όλα τα σύνορα, κι ολόκληρη η Γη να γίνει μία ενιαία "χώρα" όπου όλοι θα κινούνται ελεύθερα και όλα θα ανήκουν σε όλους. Έτσι, οι άνθρωποι θα είναι ευτυχισμένοι, αφού, ως γνωστόν, αποκλειστικές πηγές δυστυχίας είναι το αίσθημα της ιδιοκτησίας και η ιδέα της αυτόνομης κρατικής υπόστασης!

Βέβαια, εδώ εγείρονται κάποια ερωτήματα:

– Αν ένα σύνορο είναι "κακό" πράγμα όταν διαχωρίζει κράτη, γιατί να υποθέσουμε ότι γίνεται αυτόματα "καλό" (ή έστω ανεκτό) όταν διαχωρίζει άλλου είδους υποστάσεις μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία; (Θα εξηγήσω παρακάτω.)

– Πόσο μακριά φτάνει η απαίτηση να ανήκουν τα πάντα σε όλους; Ας πούμε, ανήκει ή όχι αποκλειστικά σε εμένα το ηλεκτρονικό μέσο με το οποίο γράφω τούτες τις γραμμές; Μου ανήκουν τα βιβλία και τα μουσικά CD μου; Η συλλογή των στυλογράφων μου; (Ξέρω, ο μαρξισμός έχει απαντήσει στην πράξη σε τέτοια "γελοία" ερωτήματα περί των ορίων της ιδιοκτησίας. Όμως, η παρούσα ανάλυση αφορά πρωτογενείς έννοιες, όχι την ad hoc οριοθέτησή τους στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας.)

Ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος που σέβεται τον εαυτό του, προκειμένου να αναδείξει το ανέφικτο των ιδεαλιστικών οραμάτων που προκάλεσαν τούτη τη συζήτηση, θα προσπαθούσε να αντλήσει επιχειρήματα ανοίγοντας τόμους φιλοσοφίας ή πολιτικής επιστήμης και ξεσηκώνοντας σοφές ρήσεις μεγάλων στοχαστών της Ιστορίας. Προτιμώ να ακολουθήσω μία δική μου συλλογιστική μέθοδο που δεν καταρρίπτει εξαρχής, αλλά μάλλον προεκτείνει τη γραμμή σκέψης των (νεαρών, στην πλειοψηφία τους) ιδεολόγων.

Ας συμφωνήσουμε, καταρχήν, ότι ιδεολογίες αλά καρτ δεν υπάρχουν! Όταν πιστεύω σε κάτι, το δέχομαι σε όλες του τις εκφάνσεις και το υποστηρίζω ακόμα και όταν η εφαρμογή του δεν με συμφέρει προσωπικά. Ας αποδυθούμε, λοιπόν, σε ένα διανοητικό παιχνίδι που θα μας δείξει πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η ιδέα της κατάργησης συνόρων και ιδιοκτησίας...

Ως γενική έννοια, το σύνορο οριοθετεί δύο ξεχωριστές υποστάσεις (π.χ., δύο κρατικές οντότητες) που δεν τέμνονται παρά μόνο στα σημεία του. Έτσι, θα θεωρήσουμε εδώ ως ισοδύναμους τους όρους "σύνορο" και "όριο".

Κατάργηση των συνόρων ανάμεσα σε δύο κράτη συνεπάγεται ελεύθερη διέλευση ανθρώπων από μία περιοχή Α σε μία περιοχή Β (και αντίστροφα). Αυτό εγείρει διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα:

 Πόσων ανθρώπων τις ανάγκες επιβίωσης μπορεί να εξυπηρετήσει η περιοχή Β; Ποιος θα είναι υπεύθυνος για την δίκαιη κατανομή των αγαθών, ελλείψει κρατικής εξουσίας;

 Είναι εξασφαλισμένη η αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων στην περιοχή Β υπό συνθήκες πιθανού υπερπληθυσμού; Ποιος θα εγγυηθεί την προστασία των πιο αδύναμων σε περίπτωση εισβολής βίαιων και πολεμοχαρών πληθυσμών;

 Ποιος θα τηρεί την τάξη σε μία περιοχή δίχως στρατό ή αστυνομία (δύο έννοιες που προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις σε εκείνους που ζητούν κατάργηση των συνόρων και της ιδιοκτησίας);

Αλλά, ακόμα κι αν δύσκολα καταργούνται τα σύνορα μεταξύ κρατών, υπάρχουν άλλα όρια που είναι στην διακριτική ευχέρεια του κάθε ανθρώπου να καταργήσει. Για παράδειγμα, ο αυλόγυρος περιβάλλει μία ιδιοκτησία  το σπίτι σου  και αποτελεί το σύνορό της. Αν στ' αλήθεια πιστεύεις ότι κάθε σύνορο που οριοθετεί μία ιδιόκτητη υπόσταση είναι "κακό" πράγμα και πρέπει να εκλείψει, ξεκίνα γκρεμίζοντας τον φράχτη του δικού σου σπιτιού και δώρησε σε όλη την κοινότητα τους καρπούς των δέντρων που με κόπο και φροντίδα έχεις καλλιεργήσει στον κήπο σου. Μπορείς, αν το επιθυμείς, να επιδιαιτητεύσεις για την ειρηνική και δίκαιη μοιρασιά των αγαθών στο πλήθος που ήδη θα πολιορκεί το σπίτι σου...

Όμως, ο αυλόγυρος δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Το ίδιο το σπίτι σου αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή σου. Μπορείς, αν θέλεις, να παραιτηθείς από το δικαίωμα ιδιοκτησίας που έχεις πάνω του και να ανοίξεις τις πόρτες σε όσους έχουν τη διάθεση να εισέλθουν. Φυσικά, καταργείται απόλυτα η ιδιωτική ζωή σου καθώς και η περιορισμένη, έστω, ελευθερία που σου πρόσφερε ένας οριοθετημένος δικός σου χώρος. Μικρές απώλειες, εν τούτοις, μπροστά στην αδιαπραγμάτευτη συνέπεια στην εφαρμογή των ιδεών σου...

Αλλά, ο αληθινός ιδεολόγος, εκείνος που θα ήταν πρόθυμος ακόμα και να θυσιαστεί για τις αξίες του, δεν σταματά στους μίζερους τοίχους ενός σπιτιού. Ποιο είναι, άραγε, το επόμενο στάδιο στην εξελικτική πορεία της ολικής κατάργησης των συνόρων; Μα  τι άλλο;  το ίδιο το ανθρώπινο σώμα! Το σώμα αποτελεί το όριο μέσα στο οποίο αυτονομείται η αντίληψη του "υπάρχω" ως μέρος του φυσικού κόσμου. Το σύνορο, δηλαδή, που χωρίζει το "εγώ" από το "όχι εγώ" σε επίπεδο υλικής υπόστασης. Κατάργηση της ιδιοκτησίας του σώματος σημαίνει γενική εκχώρηση δικαιώματος χρήσης του, ή ακόμα και παραβίασής του. Στην απόλυτα ιδανική κοινωνία που οραματιζόμαστε, ο βιασμός δεν υφίσταται ως ηθικό παράπτωμα! (Ας μην ξεχνούμε την κατ' ουσίαν "άφεση αμαρτιών" που παρέχουν οι ιδεολόγοι για εγκλήματα βίας – των βιασμών περιλαμβανομένων  που διαπράττονται από "παράτυπα" εισερχόμενους στη χώρα...)

Το μόνο που απομένει μετά την συνειδητή κι εκούσια κατάργηση του σώματος ως φυσικού ορίου, είναι η ατομική συνειδητότητα. Η αυτονομία, δηλαδή, της ατομικής συνείδησης. Η κατάργησή της θα οδηγήσει στην απορρόφηση και τελική συγχώνευση της αυτοσυνειδησίας μέσα σε μία ευρύτερη "μαζική συνείδηση". Η κοινωνία των ατόμων θα μετατραπεί έτσι σε πολτοποιημένη και ομοιογενή μάζα (μήπως δεν το έχουμε δει να συμβαίνει σε κάποια αυταρχικά καθεστώτα;) και ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος – το λέω συμβολικά – θα οδηγήσει νομοτελειακά στο τέλος της ανθρωπότητας όπως την έχουμε γνωρίσει!

Και λοιπόν, τι θέλει να μας πει ο "ποιητής"; Από φόβο μήπως τεντώσουμε στο όριο της θραύσης την ιδέα της κοινοκτημοσύνης, θα πρέπει άραγε να καταφύγουμε στον εγωκεντρικό – συχνά απάνθρωπο – ατομικισμό του κοινωνικού δαρβινισμού; Να χτίσουμε τείχη για ανθρώπους που ζητούν να επιλέγουν ελεύθερα το γεωγραφικό τους στίγμα; Να επιτρέψουμε τη συσσώρευση των αγαθών από λίγους, ενώ τα στερούνται οι πολλοί;

Μονοσήμαντες απαντήσεις δεν υπάρχουν, αφού κάθε ιδεολογικό σύστημα θα δώσει τις δικές του σε συνάρτηση με τις θεμελιώδεις αρχές και την κοινωνική του στόχευση. Το ερώτημα είναι καθαρά πρακτικό: Είναι εφικτός και βιώσιμος ένας κόσμος δίχως σύνορα; (Εννοώ, φυσικά, τα κρατικά σύνορα, αφού τα υπόλοιπα που αναφέρθηκαν ήταν προϊόντα της αχαλίνωτα επαγωγικής σκέψης μας. Ένα παιχνίδι και μόνο του μυαλού μας!)

Για κάποιους "αντιδραστικούς", σαν αυτόν που γράφει τώρα, η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι προφανής. Αλλά, μπορεί και να πέφτω έξω...

KLIK

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Διαπράττει γενοκτονία το Ισραήλ στη Γάζα;


Διαπράττει το Ισραήλ έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα; Ή μήπως, αντίθετα, διατηρείται η ιστορική παράδοση να αποτελεί στόχο του εγκλήματος;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Πριν μπω στο κυρίως θέμα, θα χρειαστεί να κάνω έναν ασύμμετρα μακροσκελή πρόλογο. Ζητώ την ευγενική υπομονή του αναγνώστη...

Σε παλιότερο κείμενο [1] είχαμε επιχειρήσει να απαντήσουμε στο φαινομενικά απλοϊκό ερώτημα, κατά πόσον ο Ναζισμός θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «κακός». Παραθέτω εκτενές απόσπασμα εκείνου του άρθρου:

--------------------------------

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι, στη συνείδηση του δημοκρατικού ανθρώπου, ο Ναζισμός διατηρεί προεξάρχουσα θέση στην κλίμακα του ανθρώπινου Κακού. Για κάποιους μελετητές του Ολοκαυτώματος, μάλιστα, δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με το συμβατικό «ανθρώπινο» Κακό αλλά με κάτι που ξεπερνά κι αυτά ακόμα τα ανθρώπινα μέτρα. Σε ένα παλιό κείμενο [2] είχαμε επιχειρήσει να εξετάσουμε το ζήτημα αυτό από φιλοσοφική άποψη.

Για το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που δεν έχουν «μολυνθεί» από ναζιστικές ιδέες, η ηθική αξιολόγηση του Ναζισμού είναι δεδομένη και αυτονόητη: Οι Ναζί ήταν εκπρόσωποι του ακραίου, του απόλυτου Κακού. Μία βαθύτερη εξέταση του θέματος, εν τούτοις, επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή σε ό,τι αφορά τη χρήση του όρου «κακό». Το παρακάτω απλοϊκό ερώτημα μοιάζει σχεδόν ρητορικό:

    – Ήταν ο Ναζισμός κακός;

Αν απαντήσουμε καταφατικά, έχουμε πέσει σε μία φοβερή παγίδα που άθελά μας στήσαμε μόνοι μας: Δώσαμε στον Ναζισμό ανθρώπινο πρόσωπο! Ας μου επιτραπεί να εξηγήσω:

Το κακό – ακόμα και στην ακραία εκδοχή του – σχετίζεται με την ηθική διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έξω από τον άνθρωπο δεν υπάρχει «καλό» ή «κακό». Έτσι, αν χαρακτηρίσουμε τον Χίτλερ ως «κακό», του έχουμε αυτομάτως αναγνωρίσει την ανθρώπινη ιδιότητα. Την οποία αμφίβολο είναι ότι εκείνος και το καθεστώς του έφεραν.

Τι είναι, όμως, αυτό που καθορίζει και οριοθετεί την ανθρώπινη ιδιότητα; Απόλυτη απάντηση δεν υπάρχει έξω από το σαφές πλαίσιο που ορίζει η βιολογία. Αν, εν τούτοις, δεχθούμε τον άνθρωπο κατά κύριο λόγο ως ηθικό μέγεθος, τότε μπορούμε να πούμε ότι το κριτήριο που επιβεβαιώνει ή απορρίπτει, ανάλογα, την πιο πάνω ιδιότητα, είναι η αυτοσυνειδησία. Συγκεκριμένα, πώς τοποθετεί το άτομο τον εαυτό του μέσα στο πλέγμα της αιτιότητας.

Ο άνθρωπος παράγει αιτιότητα αλλά και υπόκειται σε αυτήν. Δηλαδή, συμμετέχει στην αιτιακή αλυσίδα τόσο ως γενεσιουργό αίτιο, όσο και ως υποκείμενο αποτέλεσμα. Ειδική σημασία για την παρούσα συζήτηση έχει το κομμάτι της αιτιότητας που αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα άτομο, λοιπόν, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή ενός άλλου ατόμου, το οποίο, με τη σειρά του, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του πρώτου. Σε ακραία περίπτωση, ένας άνθρωπος μπορεί να σκοτώσει κάποιον άλλον αλλά και να σκοτωθεί από εκείνον. Αυτή η αμφίδρομη σχέση με την αιτιότητα αποτελεί, εξ ορισμού, μέρος της αυτοσυνειδησίας κάθε ατόμου ή, συλλογικά, κάθε κοινωνικής ομάδας.

Υπάρχει, εν τούτοις, μία ακραία παρέκκλιση από τον τελευταίο αυτό κανόνα. Πρόκειται για τον συνειδησιακό τύπο που πιστεύει – και δεν διστάζει να επιβάλει ακόμα και με τη βία την πίστη του αυτή – ότι δικαιούται να επηρεάζει την αιτιότητα χωρίς να υπόκειται σε αυτήν. Ο τύπος αυτός, δηλαδή, έχει συνειδητά απαρνηθεί την ανθρώπινη ιδιότητά του, απονέμοντας αυθαίρετα στον εαυτό του έναν ανώτερο ρόλο: αυτόν ενός οιονεί «θεού»!

Στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι Ναζί. Όπως έχουμε σημειώσει [2] θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως εκπρόσωπους μίας φυσικής Αρχής που είχε το απόλυτο δικαίωμα να αποφασίζει για την ύπαρξη ή τον αφανισμό οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας, οσοδήποτε μεγάλης, χωρίς η ίδια αυτή «Αρχή» να υπόκειται σε άνωθεν έλεγχο ή έξωθεν αμφισβήτηση της παντοδυναμίας της.

Αυτό που καθιστά το ναζιστικό καθεστώς μοναδικό ανάμεσα σε άλλα ρατσιστικά καθεστώτα είναι το γεγονός ότι, υπερβαίνοντας τα όρια του «απλού» κοινωνικού διαχωρισμού, επιδόθηκε σε φυλετική εξόντωση. Στο πλαίσιο της μαζικής αυτής δολοφονίας, οι Ναζί λειτούργησαν σαν «θεοί» που μπορούσαν να επιλέξουν αυθαίρετα σε ποιο ανθρώπινο είδος θα εκχωρούσαν το δικαίωμα στη ζωή, και σε ποιο είδος θα το αρνούνταν και θα το καταργούσαν.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί εδώ ότι η εξόντωση δεν ήταν πράξη αυτοσυντήρησης του χιτλερικού καθεστώτος απέναντι σε μία ανθρώπινη ομάδα που το απειλούσε, αλλά αποτέλεσμα και μόνο της διαστροφικής ιδεολογίας του Ναζισμού. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το ναζιστικό καθεστώς να ξεχωρίζει από άλλα εγκληματικά καθεστώτα, όπως εκείνο του Στάλιν. (Σε ένα παλιότερο κείμενο [3] είχαμε αναφερθεί αναλυτικά στα εγκλήματα των δύο αιμοσταγών δικτατόρων του εικοστού αιώνα.)

Συμπερασματικά, η παρέκκλιση από την ανθρώπινη αυτοσυνειδησία, κι ακόμα περισσότερο η διάπραξη μαζικού εγκλήματος στη βάση της παρέκκλισης αυτής, αυτοδικαίως αφαιρεί από τους δολοφόνους το προνόμιο να θεωρούνται άνθρωποι. Συνεπώς, το να χαρακτηρίζουμε απλοϊκά τους Ναζί ως «κακούς» συνιστά τιμή για εκείνους, αφού το κακό αποτελεί διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, τους προβιβάζουμε άθελά μας σε ανθρώπους, κάτι που οι Ναζί είναι αμφίβολο πως ήταν. Ο Ναζισμός δεν δικαιούται το «εύσημο» του Κακού!

--------------------------------

Οι πράξεις γενοκτονίας, λοιπόν, στις οποίες επιδόθηκαν οι Ναζί στο Ολοκαύτωμα, δεν εντάσσονται στη λογική μιας εθνικής - ή, έστω, καθεστωτικής (à la Στάλιν) - αυτοσυντήρησης. Αποτελούν εμπράγματη έκφραση υποτιθέμενου «δικαιώματος» μίας ομάδας  «ανθρώπων» εμφορούμενων από ρατσιστικά αισθήματα, να παρέμβουν στο κοσμικό σχέδιο του Θεού και να το «διορθώσουν» κατά το δοκούν, εξαλείφοντας ένα κομμάτι της ανθρωπότητας που, κατά τη γνώμη τους, δεν θα έπρεπε να είχε υπάρξει ποτέ.

Τονίζουμε ότι δεν πρέπει να συγχέεται η γενοκτονική πολιτική των Ναζί με τα εγκλήματα πολέμου, ακόμα και όταν πρόκειται για μαζική εξόντωση άμαχου πληθυσμού. Τέτοια εγκλήματα ήταν, π.χ., οι βομβαρδισμοί της χιτλερικής αεροπορίας στη Βαρσοβία (1939), στο Ρότερνταμ και το Κόβεντρι (1940), καθώς και οι μαζικές εκτελέσεις απλών πολιτών ως αντίποινα ή ως μέτρα συμμόρφωσης. Τα εγκλήματα αυτά εντάσσονται στην κυνική (και, ασφαλώς, ανήθικη) λογική του πολέμου, και έχουν σαν κύριο στόχο την κάμψη του ηθικού του αντιπάλου και την εξώθησή του σε συνθηκολόγηση. Στα εγκλήματα γενοκτονίας, αντίθετα, ο στόχος δεν είναι η πολεμική επικράτηση αλλά ο μαζικός αφανισμός ενός ανθρώπινου συνόλου, στη βάση της διαστροφικής πεποίθησης ότι μία κοινή ιδιότητα των θυμάτων, όπως η φυλή ή η θρησκευτική παράδοση (στον βαθμό που η τελευταία δεν συνιστά απειλή για την ανθρωπότητα) αφαιρεί εξ ορισμού το δικαίωμά τους να απολαμβάνουν το προνόμιο της ζωής.

Τούτων λεχθέντων, αφήνουμε πίσω τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ερχόμαστε σε έναν σημερινό, αυτόν που διεξάγει το Ισραήλ στη Γάζα. Λόγω της μονόπλευρης ενημέρωσης που επιβάλλει το αριστερο-ακροδεξιό κατεστημένο στη χώρα μας, δεν θεωρώ αξιόπιστες τις όποιες πληροφορίες για «εγκλήματα πολέμου» του Ισραήλ. Ούτε όμως είμαι και σε θέση να επιχειρηματολογήσω υπέρ του αντιθέτου. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι η απάντηση στο (μη-ρητορικό) ερώτημα:

    – Διαπράττει το Ισραήλ έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα;

Σε κάποιες περιπτώσεις, οι καλύτερες απαντήσεις σε ένα ερώτημα δίνονται μέσα από άλλα ερωτήματα (μας το δίδαξε, άλλωστε, ο Σωκράτης). Ας δούμε, λοιπόν, μερικά ερωτήματα, όχι καταρχήν ρητορικά:

1. Υπάρχει διακηρυγμένη ή, έστω, διαφαινόμενη πρόθεση του Ισραήλ να αφανίσει από προσώπου Γης τον Παλαιστινιακό λαό; Δηλαδή, δολοφονεί το Ισραήλ κάθε Παλαιστίνιο, είτε στη Γάζα είτε, γενικότερα, σε όποιο μέρος της Γης τον συναντήσει, επειδή και μόνο είναι Παλαιστίνιος; Θυμίζω: Τα εγκλήματα γενοκτονίας διαπράττονται κυρίως για λόγους ιδεολογίας (εθνικιστικής ή θρησκευτικής) και όχι στο πλαίσιο αμυντικής πολιτικής! Υπήρχε καταρχήν πρόθεση του Ισραήλ να επέμβει στη Γάζα με μοναδικό σκοπό την εξόντωση «αλλόπιστων», αν οι τελευταίοι δεν απειλούσαν την ύπαρξή του;

2. Πάμε τώρα στην απέναντι πλευρά: Η απερίγραπτα κτηνώδης (δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες) δολοφονική επίθεση της Χαμάς σε ένα ειρηνικό νεανικό μουσικό φεστιβάλ στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, ήταν πράξη που υπαγορεύτηκε από κάποιο είδος αμυντικής πολεμικής λογικής; Γιατί δολοφονήθηκαν μαζικά και βιάστηκαν φρικτά τόσα νέα παιδιά, αν όχι για τον λόγο και μόνο ότι ήταν Εβραίοι; Και, πώς διαφέρουν τα κίνητρα των δολοφόνων από εκείνα των εξίσου τυφλά φανατισμένων Ναζί στο Ολοκαύτωμα; (Το επιχείρημα περί «αντίδρασης απελπισμένων ανθρώπων στην καταπίεση που υφίστανται από το Ισραήλ» είναι τόσο αφελές που δεν χρήζει σχολιασμού, πόσο μάλλον σοβαρής ανάλυσης!)

3. Υπεμφαίνει ή όχι όραμα (ακόμα και προτροπή) γενοκτονίας το αγαπημένο σε «προοδευτικές συλλογικότητες» σύνθημα “from the River to the Sea”; (Με απλά λόγια, να αφανιστεί το κράτος του Ισραήλ και μαζί του όλοι οι Εβραίοι, από τον Ιορδάνη ως τη Μεσόγειο!)

4. Κι ακόμα: Είναι ή όχι ευθείες πράξεις ρατσισμού στη χώρα μας οι εκδηλώσεις ενάντια σε επισκέπτες από το Ισραήλ, αποκλειστικά και μόνο λόγω της εβραϊκής τους καταγωγής, ανεξάρτητα από το αν υποστηρίζουν ή όχι την πολιτική του Νετανιάχου;



Και, μια και αναφέρθηκα στον παραδοσιακό ρατσιστικό αντισημιτισμό των Ελλήνων, να σημειώσω ότι το μόνο συστημικό ειδησεογραφικό site που είχε το θάρρος να δημοσιεύσει ένα κείμενο γνώμης βασισμένο σε πανεπιστημιακή έρευνα πάνω στο ζήτημα αυτό, ήταν το Klik [4].

Τώρα, σε ό,τι αφορά το βασικό ερώτημα αυτού του κειμένου - κατά πόσον, δηλαδή, το Ισραήλ διαπράττει έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα, παραχωρώ το προνόμιο της τελικής απάντησης στον νοήμονα αναγνώστη...

    Αναφορές:





Δευτέρα 19 Αυγούστου 2024

«Γουοκισμός»: Αφύπνιση ή νέος ολοκληρωτισμός;


Αν και διακηρυγμένος στόχος του κινήματος “Woke” είναι η κατάργηση των κοινωνικών διακρίσεων, στην πράξη ο «γουοκισμός» επιδιώκει να επιβάλει την μειοψηφική άποψη ως μοναδική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το λεξικό των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι πάντα δεκτικό σε νέες προσθήκες. Ειδικά αν έχουν την τάση να προκαλούν διχασμούς στην κοινωνία, χωρίζοντάς την σχεδόν μανιχαϊστικά σε «θύτες» και «θύματα» (η λέξη «ρατσισμός», που έφτασε να υπερασπίζεται ακόμα και το «δικαίωμα» των καπνιστών να βλάπτουν την υγεία των άλλων σε δημόσιους χώρους, είναι ένα κλασικό παράδειγμα).

Τα τελευταία χρόνια το λεξικό εμπλουτίστηκε με μια λέξη που ηχεί παράξενα: «γουοκισμός». Αναφέρεται στο λεγόμενο κίνημα “Woke”, που σημαίνει αφύπνιση (ή επαγρύπνηση) απέναντι σε κάθε μορφή διάκρισης εις βάρος των κοινωνικών μειονοτήτων (εθνοτικών, πολιτισμικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών, κλπ). Το “woke” προέρχεται από την αγγλική λέξη “to wake”, που σημαίνει ξυπνώ, αφυπνίζω.

Ο γουοκισμός εστιάζει σε μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες τις οποίες θεωρεί ότι υπόκεινται σε «διάκριση» και «καταπίεση». Κάθε ομάδα ορίζεται με βάση ένα κοινό χαρακτηριστικό το οποίο, υποτίθεται, κατωτεροποιεί την ομάδα στη συνείδηση της υπόλοιπης κοινωνίας. Το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να είναι το φύλο, η φυλή, η θρησκεία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, κλπ. Η επιχείρηση άρσης της διάκρισης γίνεται σε δύο επίπεδα, ένα ηθικό / ιδεολογικό και ένα πολιτικό.

Κατά πρώτον, τίθεται σε αμφισβήτηση αυτό τούτο το χαρακτηριστικό που ορίζει την ομάδα. Για παράδειγμα, αν η ομάδα περιλαμβάνει άτομα που δυσφορούν για το βιολογικό φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννησή τους, η woke απάντηση είναι ότι βιολογικό φύλο δεν υφίσταται ως αντικειμενική έννοια αλλά το «φύλο» ενός ατόμου ορίζεται κατά το δοκούν, με βάση τις επιθυμίες και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ίδιου του ατόμου (θεωρία του «κοινωνικού φύλου»). Σαν άλλο παράδειγμα, η υπεράσπιση του «δικαιώματος» στην (συχνά παράνομη) μετανάστευση επιστρατεύει το ιδεολόγημα των «ανοιχτών συνόρων», αφού «η Γη ανήκει σε όλους».

Σε επόμενο ηθικό / ιδεολογικό επίπεδο, επιδιώκεται η καθολική ενοχοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, εκείνων δηλαδή που δεν ανήκουν στην «καταπιεζόμενη» μειονοτική ομάδα. Έτσι, π.χ., αν είσαι λευκός Ευρωπαίος, είσαι εξ ορισμού και «κληρονομικώ δικαιώματι» συνυπεύθυνος για όλα τα εγκλήματα ρατσισμού και αποικιοκρατίας που διέπραξαν ακόμα και οι μακρινοί πρόγονοί σου! Ο ιστορικός ρατσισμός, δηλαδή, αντισταθμίζεται με έναν αντίστροφο ρατσισμό που εναλλάσσει τους ρόλους θύτη και θύματος. Επίσης, αν τυχόν είσαι ετεροφυλόφιλος, κουβαλάς οπωσδήποτε στο DNA σου την ρατσιστική προκατάληψη όλων των «στρέιτ» απέναντι στις άλλες σεξουαλικές ταυτότητες.

Φυσικά, η ηθική απαξίωση της πλειοψηφίας συνεπάγεται αυτόματα την ηθική υπεροχή της μειονοτικής ομάδας. Και, το αίσθημα ηθικής υπεροχής οδηγεί σε πολιτική διεκδίκηση. (Την πολιτικοποίηση της «ηθικής» την βιώσαμε πριν μερικά χρόνια στη χώρα μας, αλλά σε καθαρά πολιτικό επίπεδο.) Πρώτο θύμα πολιτικής δράσης είναι η ελευθερία του λόγου, η οποία καταργείται de jure με βάση το δόγμα της «πολιτικής ορθότητας», και de facto με τη δράση ακτιβιστικών ομάδων που εμποδίζουν κάθε δημόσια έκφραση μη-αρεστών απόψεων, με τρόπους που θυμίζουν τα διαβόητα τάγματα εφόδου μιας άλλης εποχής. Οδηγούμαστε έτσι στη λεγόμενη «κουλτούρα της ακύρωσης» (“cancel culture”), δηλαδή την απαγόρευση κάθε εκφοράς δημόσιου λόγου που δεν υπηρετεί τους σκοπούς του «δικαιωματισμού» (φαινόμενο που απαντάται ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς χώρους).

Ακολουθεί η προσπάθεια χειραγώγησης της εκπαίδευσης, με στόχο την ενσωμάτωση και διδασκαλία συχνά αντι-επιστημονικών θέσεων που απηχούν τα ιδεολογικά δόγματα κοινωνικών μειοψηφιών (όπως, π.χ., η «θεωρία του φύλου», σύμφωνα με την οποία, όπως προαναφέραμε, το φύλο του ανθρώπου δεν καθορίζεται από την ίδια τη Φύση αλλά από τη βούληση του ατόμου). Έως ότου επιτευχθεί ο απώτατος στόχος: η μειοψηφική θέση να αποκτήσει επίσημο θεσμικό χαρακτήρα, έτσι ώστε η αποδοχή της να καταστεί υποχρεωτική για το σύνολο της κοινωνίας. Και, όπως επισημαίνει η Nathalie Heinich [1], η εξαναγκαστική επιβολή μιας μειοψηφικής ιδεολογίας στο σύνολο μιας κοινωνίας αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ολοκληρωτισμού.

Αν και διακηρυγμένος στόχος του, λοιπόν, είναι η κατάργηση της περιθωριοποίησης και η συμπεριληπτικότητα, στην πράξη ο γουοκισμός επιδιώκει να επιβάλει την μειοψηφική άποψη ως μοναδική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια, την οποία οφείλουν να υπερασπίζονται ακόμα και οι νόμοι της πολιτείας. Οποιαδήποτε έκφραση αμφισβήτησης, συνεπώς, θα συνεπάγεται τιμωρία. Έτσι, π.χ., ένας δάσκαλος θα είναι δυνατό να χάνει τη θέση του αν αρνείται να διδάξει σε μικρά παιδιά την «θεωρία του φύλου». Ο ναζισμός και ο σταλινισμός χαμογελούν ειρωνικά από τα σκοτεινά υπόγεια της Ιστορίας...

Κλείνω το σημείωμα με μία, ας την πούμε, φιλοσοφική νότα. Όπως έχουμε αναφέρει, ένα από τα ιδεολογικά μέσα που χρησιμοποιεί ο γουοκισμός στη μάχη κατά των κοινωνικών ανισοτήτων είναι η αμφισβήτηση της σημασίας των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν τους ανθρώπους και οδηγούν σε διακρίσεις. Στόχος είναι, δηλαδή, η επίτευξη δικαιοσύνης μέσω μίας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης κοινωνικής ομοιομορφίας. Εν τούτοις, οι ίδιοι οι νόμοι της Φύσης μάς διδάσκουν ότι, ακόμα και σε συμπαντικό επίπεδο, η πορεία προς την ομοιομορφία είναι πορεία προς τον θάνατο, σύμφωνα με το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα [2].

Στην κλίμακα του ανθρώπινου μικρόκοσμου, μία μορφή ανομοιομορφίας είναι ο βιολογικός διαχωρισμός του είδους σε δύο απόλυτα διακριτά φύλα. Το να αμφισβητούμε, χάριν ομογενοποίησης, αυτόν τον διαχωρισμό, αφαιρώντας από την έννοια «άνθρωπος» την ιδιότητα «φύλο» (βιολογικό και όχι «κοινωνικό», φυσικά!), είναι σαν να απορρίπτουμε το στοιχείο που εξασφαλίζει τη συνέχεια του είδους, σαν να επιθυμούμε το τέλος του Ανθρώπου. Και μάλιστα, πριν αποφασίσει να πεθάνει το ίδιο το Σύμπαν, σε συμμόρφωση με τον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο. Μαζί με την παράνοια των πολέμων και την κλιματική κρίση, ο Άνθρωπος μοιάζει για μία ακόμα φορά να γίνεται νομοθέτης της αυτοκαταστροφής του!

[1] Nathalie Heinich, «Γουοκισμός: ο νέος ολοκληρωτισμός;» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2023).


Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

Αναζητώντας το νόημα του χώρου και του χρόνου


Τι είναι στ' αλήθεια ο χώρος και ο χρόνος; Ίσως το σημείο συνάντησης της φιλοσοφίας με τη φυσική επιστήμη...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Όταν ακούμε τις λέξεις «χώρος» και «χρόνος» σκεφτόμαστε δύο έννοιες ξέχωρες μεταξύ τους. Κι αυτό είναι αλήθεια για κάθε μεμονωμένο παρατηρητή, που δεν συσχετίζει τα φαινόμενα που εκείνος αντιλαμβάνεται με το πώς τα αντιλαμβάνεται κάποιος άλλος. Βέβαια, σύμφωνα με τη Θεωρία της Σχετικότητας, ο συσχετισμός των παρατηρήσεων δύο παρατηρητών αποκαλύπτει ένα είδος διαπλοκής ανάμεσα στον χώρο και τον χρόνο: ό,τι είναι «χώρος» για τον έναν παρατηρητή μπορεί να είναι «χρόνος» για τον άλλον! Είναι αξιοσημείωτο ότι κάτι παρόμοιο υπαινίχθηκε φιλοσοφικο-ποιητικά ο Βάγκνερ στον "Πάρσιφαλ", πολύ πριν μας το βεβαιώσει ο Αϊνστάιν:

«Βλέπεις, γιε μου, σ' αυτό εδώ το μέρος ο χρόνος γίνεται χώρος!»

Για να απλουστεύσουμε τα πράγματα, στην παρούσα συζήτηση θα θεωρήσουμε τον χώρο και τον χρόνο σαν δύο αυτόνομες έννοιες, που κάθε μία την αντιλαμβανόμαστε ανεξάρτητα από την άλλη. (Μπορούμε όμως να τις συνδυάσουμε ώστε να ορίσουμε σύνθετα φυσικά μεγέθη, όπως π.χ. η ταχύτητα ενός κινούμενου αντικειμένου.)

Θα πρέπει να τονίσουμε εξαρχής ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν αποτελούν φυσικά αντικείμενα, ούτε φυσικά φαινόμενα (μας προειδοποίησε, άλλωστε, γι' αυτό ο Καντ στην «Κριτική» του). Συνθέτουν ένα νοητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιλαμβανόμαστε τα φυσικά αντικείμενα και τα φυσικά φαινόμενα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο χώρος σχετίζεται με το «είναι», ενώ ο χρόνος με το «γίγνεσθαι». Και, στο πλαίσιο του «είναι» διαχωρίζεται το «εδώ» από το «εκεί», ενώ, στο πλαίσιο του «γίγνεσθαι», το «πριν» από το «μετά».

Ο χώρος, όμως, χάνει τη σημασία του χωρίς τα αντικείμενα, όπως και ο χρόνος χωρίς τα φαινόμενα. Αν δώσουμε, π.χ., ραντεβού στην Ομόνοια, θα βρεθούμε εκεί ακολουθώντας συγκεκριμένες διαδρομές με γνώριμα φυσικά χαρακτηριστικά (δρόμοι, σπίτια, δέντρα, κλπ). Αν με κάποιον τρόπο τα αντικείμενα αναφοράς εξαφανίζονταν (και δεν είχαμε στην τσέπη πυξίδα, ούτε μεζούρα για να μετρούμε αποστάσεις) θα ήταν αδύνατο να φτάσουμε στον προορισμό μας. Ο κενός χώρος ανάμεσα στο σημείο που βρισκόμαστε και στην Ομόνοια δεν θα μας έδινε την παραμικρή πληροφορία για να προσανατολιστούμε!

Από την άλλη, ας υποθέσουμε ότι κάποιος σας ζητά να φέρετε στη σκέψη σας το έτος 2004. Ο αριθμός 2004 από μόνος του είναι κενός περιεχομένου, αποκτά όμως περιεχόμενο αν τον συσχετίσουμε με γεγονότα, δηλαδή μεταβολές σε σχέση με προϋπάρχουσες καταστάσεις. Έτσι, το έτος 2004 ήταν το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο έλαβαν χώρα φαινόμενα όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας, το ευρωπαϊκό κύπελλο που κατέκτησε η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, το νέο σπίτι που αποκτήσατε, ο γάμος της κόρης σας, κλπ.

Αν όμως σας είχαν κλείσει ολόκληρη τη δεκαετία του 2000 σε ένα δωμάτιο χωρίς ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο, πρόσβαση στον Τύπο, και, γενικά, χωρίς την παραμικρή επαφή με τον έξω κόσμο, και μετά σας ζητούσαν να αναφέρετε κάτι για το έτος 2004, είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσατε να πείτε το παραμικρό, ακόμα κι αν είχατε τη δυνατότητα να ξεφυλλίζετε καθημερινά ένα ημερολόγιο τοίχου! Καμία μεταβολή δεν θα συνέβαινε για εσάς από μέρα σε μέρα κι από χρονιά σε χρονιά μέσα στη δεκαετία του εγκλεισμού σας, και έτσι, κανένα σημείο αναφοράς δεν θα υπήρχε που να δίνει στο «έτος 2004» κάποια ξεχωριστή σημασία...

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από ένα άρθρο του 2019 στο «Βήμα». Θέτει τον χρόνο σε πρώτο πλάνο και εξετάζει αν, κόντρα στο δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα, θα μπορούσαμε να τον γυρίσουμε προς τα πίσω...

--------------------------------

Τι είναι χρόνος; Αν με ρωτήσει κάποιος, ομολογώ πως δεν έχω πειστική απάντηση. Κατά καιρούς έχω ακούσει χαριτωμένες εκφράσεις του τύπου «το φυσικό φαινόμενο του χρόνου»! Βέβαια, ο χρόνος αυτός καθαυτόν δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι απλά μία φυσική διάσταση με τη βοήθεια της οποίας περιγράφουμε την δυναμική των φυσικών φαινομένων. Μια διάσταση που μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε το «πριν» από το «μετά», όπως με τις διαστάσεις του χώρου ξεχωρίζουμε το «εδώ» από το «εκεί».

Όμως, πότε μία φυσική κατάσταση αντιστοιχεί στο «πριν», και πότε στο «μετά»; Με άλλα λόγια, πώς ορίζεται το λεγόμενο «βέλος του χρόνου» που προσδίδει στον χρόνο κατεύθυνση από το παρελθόν προς το μέλλον;

Στο φημισμένο βιβλίο του «Το Χρονικό του Χρόνου» (“A Brief History of Time”) ο Στίβεν Χόκινγκ περιγράφει τρεις (εν τέλει, ισοδύναμες) εκδοχές του βέλους του χρόνου:

1. Το θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου. Είναι η κατεύθυνση του χρόνου στην οποία μεγαλώνει η αταξία (ή, εντροπία) ενός κλειστού συστήματος σωματιδίων (π.χ., των μορίων ενός ιδανικού αερίου μέσα σε ένα θερμικά μονωμένο δοχείο), σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.

2. Το ψυχολογικό βέλος του χρόνου. Είναι η κατεύθυνση στην οποία αισθανόμαστε ότι ο χρόνος περνά, έτσι ώστε να θυμόμαστε το παρελθόν αλλά όχι το μέλλον.

3. Το κοσμολογικό βέλος του χρόνου. Είναι η χρονική κατεύθυνση κατά την οποία το σύμπαν διαστέλλεται, όπως τουλάχιστον τούτη τη στιγμή συμβαίνει.

Ένα κλασικό θερμοδυναμικό σύστημα αποτελείται από ένα τεράστιο πλήθος σωματιδίων. Σε μικροσκοπικό επίπεδο, οι φυσικοί νόμοι που διέπουν την κίνηση ενός μεμονωμένου σωματιδίου δεν ξεχωρίζουν την κίνηση προς το μέλλον από εκείνη προς το παρελθόν. Αν εξετάσει κάποιος, όμως, την συμπεριφορά ολόκληρου του συστήματος, θα παρατηρήσει ότι μερικές φυσικές διαδικασίες δεν συμβαίνουν ποτέ σε αντίστροφη χρονική τάξη, ακόμα και αν δεν παραβιάζουν φυσικούς νόμους όπως η διατήρηση της ενέργειας. Για παράδειγμα, ενώ μία σταγόνα μελάνης απλώνεται (διαχέεται) μέσα σε ένα ποτήρι με νερό, το αντίστροφο φαινόμενο αυθόρμητου ανασχηματισμού της σταγόνας ποτέ δεν παρατηρείται (εκτός αν το προκαλέσουμε εμείς με κάποια τεχνητή παρέμβαση στο σύστημα).

Η αρχική σταγόνα μελάνης αντιπροσωπεύει μία κατάσταση μέγιστης τάξης: όλα τα μόρια της μελάνης βρίσκονται συγκεντρωμένα σε μία καθορισμένη θέση μέσα στο νερό. Καθώς περνά ο χρόνος, όμως, η τάξη αυτή ολοένα και μειώνεται καθώς τα μόρια της μελάνης διασκορπίζονται μέσα στο νερό. Με άλλα λόγια, με το πέρασμα του χρόνου αυξάνει η αταξία (εντροπία) του συστήματος. Με ανάλογο τρόπο, ένα γυάλινο ποτήρι που πέφτει στο πάτωμα σπάει σε χίλια κομμάτια, τα οποία (δυστυχώς για εμάς αλλά ευτυχώς για τους κατασκευαστές γυαλικών, που θα έμεναν χωρίς δουλειά!) ποτέ δεν επανενώνονται αυθόρμητα ώστε να ξανασχηματίσουν το ποτήρι στην αρχική του μορφή. (Οι γνώστες του αμερικανικού μπιλιάρδου ας δώσουν ένα ακόμα παράδειγμα πορείας από την τάξη προς την αταξία.)

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε μία σημαντική παρατήρηση. Ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος, που επιβάλλει την αύξηση της εντροπίας ενός κλειστού συστήματος, είναι ένας στατιστικός νόμος που δεν διέπεται από την απολυτότητα του πρώτου νόμου, ο οποίος εκφράζει την διατήρηση της ενέργειας. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος νόμος δεν μας λέει ότι είναι θεωρητικά αδύνατη η – αντικείμενη προς την εμπειρία μας – πορεία από την αταξία στην τάξη, αλλά ότι είναι εξαιρετικά απίθανη. Τόσο απίθανη που, πρακτικά, μπορεί να θεωρηθεί αδύνατη!

Τώρα, σε κλασικό επίπεδο, ο δεύτερος νόμος αφορά συστήματα με πολύ μεγάλο αριθμό σωματιδίων. Και, όσο μεγαλώνει ο αριθμός αυτός, τόσο πιο απίθανη γίνεται η ανάστροφη πορεία από την αταξία πίσω στην τάξη – κάτι που, κατά μία έννοια, θα σήμαινε αλλαγή κατεύθυνσης στο ίδιο το βέλος του χρόνου. Φυσικά, όλα αυτά χάνουν το νόημά τους αν έχουμε ένα και μοναδικό σωματίδιο. (Είναι πολύ εύκολο να διαταράξεις την τάξη που εμφανίζουν εννέα καλο-στοιχισμένες μπάλες του μπιλιάρδου, πώς όμως να πετύχεις ανάλογο αποτέλεσμα με μία και μοναδική μπάλα;)

Αυτά με βάση την κλασική φυσική, γιατί η κβαντομηχανική βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Λόγω της φοβερής «αρχής της αβεβαιότητας», ένα κβαντικό σωματίδιο, όπως το ηλεκτρόνιο, δεν εντοπίζεται με απόλυτη ακρίβεια σε κάποιο καθορισμένο σημείο του χώρου αλλά αντιπροσωπεύεται από ένα «κύμα πιθανότητας» που, μαθηματικά, εκφράζεται με την λεγόμενη κυματοσυνάρτηση. Η συνάρτηση αυτή, με τη σειρά της, είναι λύση της εξίσωσης του Σρέντινγκερ (Schrödinger). (Παρεμπιπτόντως, ο λαϊκός μύθος ότι «ο Σρέντινγκερ σκότωσε τη γάτα του» είναι απολύτως ανακριβής! Ο Σρέντινγκερ απλά επινόησε ένα νοητικό πείραμα με μία – υποτιθέμενη – γάτα προκειμένου να εκφράσει τον προβληματισμό του για την λεγόμενη «ερμηνεία της Κοπεγχάγης» για την κβαντομηχανική. Προβληματισμό που εξέφρασε με ακόμα πιο έντονο τρόπο ο Αϊνστάιν...)

Η κυματοσυνάρτηση, αν μη τι άλλο, δίνει μία εικόνα για το πού περίπου βρίσκεται το σωματίδιο κάποια αρχική χρονική στιγμή. Το πρόβλημα είναι ότι, με το πέρασμα του χρόνου, η εικόνα αυτή προοδευτικά «θολώνει» καθώς η κυματοσυνάρτηση εξαπλώνεται στον χώρο. Έτσι, η σχετική τάξη που αρχικά υπήρχε σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό της θέσης του σωματιδίου, σταδιακά χάνεται, με όμοιο τρόπο όπως χάνεται η αρχική τάξη της σταγόνας μελάνης μέσα στο νερό. Το να επανέλθει αυθόρμητα η κυματοσυνάρτηση στην αρχική της μορφή είναι τόσο απίθανο όσο το να ξανασχηματιστεί η σταγόνα της μελάνης μετά την διάχυσή της στο νερό! Όμως, αν πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι σαν ο χρόνος για το σωματίδιο να γυρίζει πίσω.

Πρόσφατα (σ.σ: αναφέρεται στο έτος 2019) μία εντυπωσιακή επιστημονική ανακοίνωση ήρθε στην επικαιρότητα. Μία ομάδα ερευνητών από την Ρωσία, τις ΗΠΑ και την Ελβετία θέλησε να μετρήσει την πιθανότητα που έχει ένα μοναχικό ηλεκτρόνιο στον κενό διαστρικό χώρο να ταξιδέψει αυθόρμητα πίσω στο πρόσφατο παρελθόν του. Δηλαδή, οι επιστήμονες έλεγξαν αν ο χρόνος γι’ αυτό το ηλεκτρόνιο θα μπορούσε να αντιστραφεί έστω και για ένα απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου. Ένα τέτοιο φαινόμενο είναι τόσο απίθανο να συμβεί που, θεωρητικά, δεν θα μπορούσαμε να το δούμε περισσότερο από μία φορά σε διάστημα ίσο με την μέχρι τώρα ζωή του σύμπαντος!

Η επιστημονική ομάδα κατόρθωσε, εν τούτοις, να σχεδιάσει μία προσομοίωση της διαδικασίας με τη βοήθεια ενός κβαντικού υπολογιστή, πάνω στον οποίο εφαρμόστηκε ένας προσεκτικά σχεδιασμένος αλγόριθμος. Στην προσομοίωση αυτή, ο χρόνος γύρισε πίσω για πολύ λίγο για το μοναχικό ηλεκτρόνιο, υπερνικώντας τελικά τις απαγορεύσεις που επιβάλλει ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος. Η «θολή» εικόνα της εξαπλωμένης κυματοσυνάρτησης έδωσε, έτσι, τη θέση της στην αρχική κυματομορφή που θύμιζε πολύ περισσότερο σωμάτιο με καθορισμένη θέση στον χώρο.

Ήταν σαν τα μόρια της μελάνης μέσα στο νερό να αναζήτησαν τη σταγόνα από την οποία ξεκίνησαν, οι σκορπισμένες μπάλες του μπιλιάρδου να γύρισαν από μόνες τους πίσω στην εναρκτήρια τάξη του παιχνιδιού, ενώ κάπου στο σύμπαν ένας άνθρωπος να ξαναβρήκε (για μία στιγμή και μόνο, δυστυχώς) ένα μικρό κομμάτι από τη νεότητα που είχε χάσει...

KLIK

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω... | Σκέψεις με αφορμή το τελευταίο μάθημα του Δ. Λιαντίνη


Η τελευταία διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη και η ιδέα του αμετάστρεπτου που κυριαρχεί στη Φύση και τη ζωή.
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρόσφατη περιδιάβαση στο YouTube, είδα και πάλι (ή μάλλον, άκουσα) μία ιστορική διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη [1] (Μαράσλειο, 27/5/1998). Ίσως τη συγκλονιστικότερη που έδωσε ποτέ, αφού ήταν η τελευταία του, στην οποία κατ’ ουσίαν προανήγγειλε το καλά μελετημένο τέλος του. Είχα την ευκαιρία, έτσι, να ρίξω ξανά μια ματιά και στα σχόλια των επισκεπτών του καναλιού. Ανάμεσα στις αμέτρητες προσωπολατρικές μεγαλοστομίες διέκρινα και μία αλλιώτικη σκέψη, διατυπωμένη με λόγο σχεδόν απλοϊκό – όσο απλή είναι συχνά η ίδια η αλήθεια:

«Ίσως φοβόταν τα γεράματα και ήθελε να τον θυμούνται νέο.»

Η τοποθέτηση φαίνεται βάσιμη, αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά και αποκωδικοποιήσει τα γραφόμενα του ίδιου του Λιαντίνη...

Η επίδραση που άσκησε η προσωπικότητα του Σωκράτη πάνω στον Λιαντίνη είναι ολοφάνερη στο κύκνειο άσμα του τελευταίου, την «Γκέμμα». Αυτό που διδάσκεται ο αναγνώστης είναι ότι ο φόβος του θανάτου είναι ασύγκριτα πιο διαχειρίσιμος από τον φόβο της παρακμής που αναπόφευκτα φέρνουν μαζί τους τα γηρατειά και η αρρώστια. Η «απόδραση» από τη ζωή, λοιπόν, «πρέπει» να γίνεται έγκαιρα, όσο ακόμα ο άνθρωπος είναι σε θέση να βιώνει τη ζωή του αυτοδύναμα και με αίσθημα αξιοπρέπειας. Τον δρόμο, άλλωστε, είχε δείξει χιλιάδες χρόνια πριν ο Σωκράτης (Γκέμμα, Κεφ. 5, σελ. 86).

Αν κάποιος θελήσει να δει τη ζωή από καθαρά βιολογική σκοπιά, θα πρέπει να προσεγγίσει το φαινόμενο της φυσικής παρακμής – αυτό που τόσο είχε απασχολήσει τον Λιαντίνη – μέσα από τους νόμους της Φύσης. Ένας από αυτούς (ίσως ο τρομακτικότερος απ' όλους) μιλά για το αμετάστρεπτο των μεταβολών, το οποίο διέπει όλες σχεδόν τις φυσικές διεργασίες. Μεταξύ αυτών, την ίδια τη ζωή.

Με αφορμή τις πιο πάνω σκέψεις, θα ήθελα να παραθέσω (σε αναθεωρημένη μορφή) ένα άρθρο δημοσιευμένο το 2012 στο «Βήμα». Το εναρκτήριο ερώτημα του κειμένου αντανακλά το αίσθημα αγωνίας που μας διακατείχε την εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Τότε που, παρά τις ζοφερές περιστάσεις, είχαμε ακόμα το κουράγιο (ή την αφέλεια) να ελπίζουμε...

------------------------------------------------

Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην επίφαση ευτυχίας που γνωρίζαμε; Ή θ’ αποχαιρετήσουμε για πάντα – με αξιοπρέπεια, έστω – την Αλεξάνδρεια;

Στη Θερμοδυναμική (περιοχή της Κλασικής Φυσικής) δεσπόζουν δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο Πρώτος Θερμοδυναμικός Νόμος αφορά τη διατήρηση της ενέργειας και, στην πιο απλή του διατύπωση, ηχεί ως αυτονόητος: «Η ενέργεια που προσφέρουμε σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος.» Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός. Θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει την ψύξη και τον κλιματισμό με την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται από τη φωτιά!

Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής βάζει τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά Του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να αναιρεθούν, πως το ποτάμι μερικών φαινομένων δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο (πρακτικά αδύνατο) να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή θερμική του ενέργεια σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και τον θάνατο. Φαίνεται πως η συνειδητότητα αυτής της τελευταίας πραγματικότητας ήταν που κατηύθυνε τα υπαρξιακά βήματα του Σωκράτη στο κλείσιμο της επίγειας ζωής του. Όπως, ίσως, και αυτά του Δ. Λιαντίνη...

Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι απλή: Αν βάλεις ένα φυσικό σύστημα σε τάξη και μετά το αφήσεις στην τύχη του, το πιο πιθανό είναι πως η τάξη αυτή θα χαθεί (αυτό το γνωρίζουν καλά οι μητέρες που συγυρίζουν καθημερινά τα δωμάτια των παιδιών τους). Αντίθετα, είναι απίθανο το σύστημα αυτό να μεταβεί αυθόρμητα από την αταξία πίσω στην τάξη. Θα πρέπει η υπομονετική μητέρα να συγυρίσει και πάλι το δωμάτιο!

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο, την αδυναμία του να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορεί να ανατραπούν ανεπανόρθωτα. Ανησυχούμε για τη φυσική μας κατάσταση και γι’ αυτή των αγαπημένων μας προσώπων, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με θυσίες αποκτήσαμε, για τις οικονομίες που μαζεύαμε μια ζωή και είναι δυνατό να χαθούν μέσα σε μία νύχτα, για την κοινωνική υπόληψη που με κόπο χτίσαμε και μπορεί να γκρεμιστεί από έναν λάθος χειρισμό ή μια κακοτυχία...

Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων οδηγεί μοιραία σε ένα αίσθημα ματαιότητας.

Όμως, πόσο μάταιο είναι ένα ταξίδι στην Ιθάκη; Το ερώτημα γίνεται ρητορικό, και η υπονοούμενη απάντηση αισιόδοξη, αν ορίσουμε τη ζωή όχι ως πεδίο άνισης – και, εν τέλει, άσκοπης – μάχης ενάντια στην παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου, αλλά ως πορεία αυτεπίγνωσης που, στο τέλος της, οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Όπου «αιώνιο» εννοούμε εδώ το άχρονο, αφού ο χρόνος (όπως και ο χώρος) είναι απλά μία φυσική διάσταση που εφηύρε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα που τον περιβάλλουν.

Η Ιθάκη μπορεί, επομένως, να είναι η ίδια η κατάκτηση της αθανασίας. Έστω και αν, στη στερνή γραφή του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος και διάσημος δραπέτης της ζωής χαρακτήρισε ως «πιθήκους» εκείνους που τολμούν να πιστέψουν σ' αυτήν (Γκέμμα, Κεφ. 11, σελ. 183)...



Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

ΤΟ ΒΗΜΑ - Μπορεί ένα παιδί να γίνει αντικείμενο δικαιώματος;

 Το παιδί ασφαλώς έχει δικαιώματα. Μπορεί, όμως, να αποτελεί αντικείμενο δικαιώματος ενηλίκων;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το θέμα της κοινωνικής ισότητας δεν είναι ζήτημα του καιρού μας. Στο υπέροχα ποιητικό βιβλίο του, «Ιστορία της Φιλοσοφίας» [1], ο Αμερικανός ιστορικός Γουίλ Ντυράν (Will Durant, 1885-1981) γράφει, αναφερόμενος στους σοφιστές της Αρχαίας Ελλάδας:

«Στην πολιτική ήσαν διηρημένοι σε δύο σχολές. Η μία, όπως ο Ρουσσώ, υποστήριζε ότι η Φύση είναι καλή και ο πολιτισμός κακός, ότι από τη φύση τους όλοι οι άνθρωποι είναι όμοιοι και γίνονται ανόμοιοι από τους θεσμούς που έγιναν από τις κοινωνικές τάξεις, και ότι ο νόμος είναι μια εφεύρεση των ισχυρών για να δεσμεύουν και να κυβερνούν τους αδύνατους. Μια άλλη σχολή, σαν τον Νίτσε, υποστήριζε ότι η Φύση είναι πέρα από το καλό και το κακό, ότι από τη φύση τους οι άνθρωποι είναι ανόμοιοι, ότι η ηθική είναι μια εφεύρεση των αδύνατων για να περιορίζουν και να εξουδετερώνουν τους ισχυρούς, ότι η ισχύς είναι η υπέρτατη αρετή και ο υπέρτατος πόθος του ανθρώπου...»

Αφήνοντας παράμερα τον Νίτσε (η επίδρασή του στον Ναζισμό θα σκιάζει πάντα τα αισθήματά μας για εκείνον), θα μπορούσαμε να εκφράσουμε τη σκέψη του Ρουσσώ λέγοντας ότι ο νόμος όχι μόνο δεν πρέπει να δημιουργεί κοινωνικές ανισότητες, αλλά οφείλει και να επιβάλλει την ισότητα εκεί όπου η ίδια η Φύση αποτυγχάνει.

Μία αδιαμφισβήτητη ανισότητα στη Φύση είναι το ότι μόνο η γυναίκα (και, γενικά, το θηλυκό) έχει τη δυνατότητα να κυοφορεί. Έτσι, η φυσική λειτουργία της αναπαραγωγής προϋποθέτει καταρχήν τη σύμπραξη δύο ατόμων διαφορετικού φύλου, πράγμα που αποτελεί μειονέκτημα για ένα ομόφυλο ζευγάρι σε σχέση με ένα ετερόφυλο.

Ερχόμαστε έτσι στο πολυσυζητημένο θέμα των ημερών: την θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ ομόφυλων ατόμων. Ένα ευαίσθητο όσο και περίπλοκο ζήτημα είναι το κατά πόσον ένας τέτοιος θεσμός θα πρέπει να προβλέπει την ύπαρξη παιδιών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ετερόφυλου ζευγαριού. Το επιχείρημα που κατά κόρον προβάλλεται από όσους υποστηρίζουν αυτή την πρόβλεψη αναφέρεται εμφατικά στην προάσπιση των «δικαιωμάτων του παιδιού». Μοιάζει όμως να κρύβει έναν βαθμό υποκρισίας...

Καταρχάς, όταν αναφερόμαστε σε δικαίωμα του παιδιού εννοούμε κατά κύριο λόγο την προστασία του παιδιού. Πράγματι τίθεται ζήτημα προστασίας για παιδιά του ενός συζύγου (βιολογικά ή υιοθετημένα) που τυχόν προϋπάρχουν του γάμου, και ο νόμος ορθώς θα επιτρέπει στον έτερο σύζυγο να συνεχίσει να ασκεί γονική μέριμνα στην περίπτωση που ο πρώτος σύζυγος φύγει από τη ζωή. Αποτρέπεται έτσι το ζοφερό σενάριο εγκλεισμού των παιδιών σε κάποιο ίδρυμα.

Και εδώ ολοκληρώνεται η όποια συζήτηση για τα δικαιώματα του παιδιού! Γιατί, τόσο το ζήτημα της παρένθετης μητέρας (ο σχεδιαζόμενος νόμος αποκλείει αυτή τη δυνατότητα), όσο και εκείνο της υιοθεσίας από ομόφυλο ζευγάρι, δεν αφορούν δικαίωμα του ίδιου του παιδιού (αφού δεν σχετίζονται με την προστασία του) αλλά αντιπροσωπεύουν ένα διεκδικούμενο δικαίωμα ενηλίκων που υλοποιείται μέσω ενός παιδιού.

Αναδύεται, όμως, ένα κρίσιμο και ουσιαστικό (όχι ρητορικό) ερώτημα, στο οποίο δεν θα επιχειρήσουμε να δώσουμε απάντηση εδώ: Είναι ηθικά αποδεκτό να καθίσταται ένα παιδί αντικείμενο δικαιώματος ενηλίκων;

Αναμενόμενο είναι, φυσικά, το επιχείρημα περί θεμελιωμένων αντίστοιχων δικαιωμάτων για ετερόφυλα ζευγάρια και περί ισότητας των ζευγαριών αυτών με τα ομόφυλα. Θα πρέπει, εν τούτοις, να αποδεχθούμε ότι, για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας (όχι απαραίτητα αντιδραστικό και κακοπροαίρετο), το ίδιο το ζήτημα της ισότητας παραμένει ανοιχτό σε συζήτηση, ακόμα και σε αμφισβήτηση. Και, ειδικά σε ό,τι αφορά τα παιδιά, το ερώτημα για τις ενδεχόμενες συνέπειες - κοινωνικές ή/και ψυχολογικές - που θα μπορούσε να έχει η ένταξή τους σε ένα ομόφυλο σχήμα, αποτελεί βασικό αντικείμενο προβληματισμού που δεν μπορούμε εύκολα να προσπεράσουμε...

[1] Ελληνική έκδοση (1971), μετάφραση Ν. Κ. Παπαρρόδου.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Η διαλεκτική σκέψη, από τη Φιλοσοφία ως τις Φυσικές Επιστήμες


Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Η Διαλεκτική αναζητά την ενότητα των πραγμάτων μέσα από τη σύνθεση καταρχήν αντίθετων εννοιών. Αυτό ισχύει από τη Φιλοσοφία και την Τέχνη ως τη Φυσική και τα Μαθηματικά. Δυστυχώς, δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην πολιτική...

    Διαλεκτική: Από τον Ηράκλειτο στον Hegel

Σύμφωνα με τον Ίωνα φιλόσοφο Ηράκλειτο (544 - 484 π.Χ.), πίσω από κάθε έκφανση του γίγνεσθαι στο Σύμπαν υπάρχει η εξ αντιθέτων σύσταση και εκ του πολέμου μεταξύ των αντιθέτων διάλυση των πάντων. Αυτό αποτελεί τη βάση της διαλεκτικής αρχής, η οποία διέπει την εξέλιξη κάθε πράγματος στον κόσμο.

Στον Πλάτωνα – φύσει πιο φωτεινό πνεύμα από τον «σκοτεινό» Ηράκλειτο – η (κατά βάση σωκρατική) Διαλεκτική αποκτά διαφορετικό νόημα: είναι η τέχνη τού διαλέγεσθαι, δηλαδή, ο τρόπος να φτάνουμε στην αλήθεια μέσω της σύγκρουσης αντίθετων απόψεων.

Ο Hegel (1770 - 1831) εξελίσσει τις ιδέες του Ηράκλειτου κατά δύο τρόπους: (α) τον απασχολούν οι ιδέες εξίσου με τα φαινόμενα, και (β) σπάζει το απόλυτο δίπολο θέσης – αντίθεσης προσθέτοντας ένα νέο στοιχείο, αυτό της σύνθεσης. Σύμφωνα με την διαλεκτική αρχή τού Hegel, η εξελικτική πορεία όλων των πραγμάτων και όλων των ιδεών βασίζεται στο τρίπτυχο «θέση – αντίθεση – σύνθεση» ή «κατάφαση – αντίφαση – συμφωνία». Με γενικότερους όρους, «Είναι – Μη είναι – Γίγνεσθαι». Η ουσία της πραγματικότητας συνίσταται μεν στην αντίθεση αλλά εμπεριέχει τη συμφωνία, τη συνδιαλλαγή. Έτσι, μέσα από τη σύνθεση των αντιθέσεων αναζητείται ένα ανώτερο επίπεδο αλήθειας.

Ας δούμε τις ιδέες του Hegel λίγο αναλυτικότερα:

Μία ιδέα δεν είναι ένα πράγμα απόλυτο και στατικό, αλλά αντιπροσωπεύει μια ομάδα σχέσεων. Μπορούμε να σκεφτούμε για κάτι μόνο σε συσχετισμό με κάτι άλλο, αντιλαμβανόμενοι τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Μία ιδέα χωρίς κάποιου είδους σχέσεις είναι κενή περιεχομένου.

Από όλες τις σχέσεις, η πλέον οικουμενική είναι εκείνη της αντίθεσης. Κάθε ιδέα, όπως και κάθε πραγματική κατάσταση, κατευθύνει αυτόματα προς το αντίθετό της και, στη συνέχεια, ενώνεται με αυτό για να σχηματίσουν μία ανώτερη και πιο σύνθετη δομή. Αυτή είναι η διαλεκτική αρχή στην οποία βασίζεται κάθε μορφή εξέλιξης ιδεών και πραγμάτων.

Έτσι, για παράδειγμα, ύλη και πνεύμα, καλό και κακό, κλπ., «διαλέγονται» μεταξύ τους και τελικά συντίθενται σε μία ανώτερη ύπαρξη: τον Άνθρωπο. Με όμοιο τρόπο, Λογική και Μεταφυσική, που εκπροσωπούν δύο καταρχήν αντίθετες φιλοσοφικές σχολές, οριοθετούνται και «συμφιλιώνονται» στην κριτική φιλοσοφία του Καντ.

Σύμφωνα με την παραπάνω θεώρηση, κύρια αποστολή της Φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση της ενότητας που εν δυνάμει υπάρχει στη διαφορετικότητα. Αλλά κι η Επιστήμη έχει έναν σημαντικό ρόλο να παίξει...

    Η Διαλεκτική στα Μαθηματικά

Με βάση τη συζήτηση που προηγήθηκε, στο ανώτερο επίπεδο μίας διαλεκτικής σύνθεσης τα καταρχήν ασύμβατα μεταξύ τους καθίστανται συμπληρωματικά. Στα μαθηματικά, η σύνθεση αυτή εκφράζεται συμβολικά με τη γενική σχέση:

    Α * Β = Γ     (1)

όπου τα Α, Β, Γ είναι μαθηματικές έννοιες ή μαθηματικά αντικείμενα, και όπου η σύνθεση (*) των Α και Β μπορεί να είναι μία τυπική πράξη (π.χ., πρόσθεση) ή ένας λογικός σύνδεσμος (π.χ., διάζευξη). Το σύμβολο (=) μπορεί, αντίστοιχα, να δηλώνει μία τυπική ισότητα ή μια λογική ισοδυναμία. Εξ ορισμού, η σχέση Α=Β (ως ισότητα ή ως ισοδυναμία) είναι αδύνατη. Τα Α και Β ανήκουν σε «κόσμους» ασύμβατους μεταξύ τους, οι οποίοι μέσω της σύνθεσης (*) καθίστανται συμπληρωματικοί.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

1. Αν τα Α και Β στη σχέση (1) συμβολίζουν τις έννοιες «άρτιος αριθμός» και «περιττός αριθμός», αντίστοιχα, και αν το (*) συμβολίζει διάζευξη, τότε το Γ σημαίνει «ακέραιος αριθμός» (πράγματι, ένας ακέραιος είναι είτε άρτιος είτε περιττός). Δηλαδή, η έννοια «ακέραιος» αποτελεί σύνθεση των αντίθετων, μεταξύ τους, εννοιών «άρτιος» και «περιττός». Με όμοιο τρόπο, αν τα Α και Β συμβολίζουν τις έννοιες «ρητός αριθμός» και «άρρητος αριθμός», αντίστοιχα, και αν το (*) συμβολίζει και πάλι διάζευξη, τότε το Γ σημαίνει «πραγματικός αριθμός».

2. Αν τα Α και Β συμβολίζουν τις έννοιες «πραγματικός αριθμός» και «φανταστικός αριθμός», αντίστοιχα, και αν το (*) είναι τυπική πρόσθεση, τότε το Γ σημαίνει «μιγαδικός αριθμός». Αυτό εκφράζεται μαθηματικά με τη γνωστή σχέση x+iy=z, όπου τα x και y είναι πραγματικοί αριθμοί ενώ το z είναι μιγαδικός.

3. Μία αυθαίρετη συνάρτηση F(x), που δεν είναι είτε άρτια είτε περιττή, φέρει μέσα της και τις δύο αυτές αντίθετες ιδιότητες [οι οποίες αντιστοιχούν στις έννοιες Α και Β της σχέσης (1)], αφού μπορεί πάντα να γραφεί ως άθροισμα μιας άρτιας και μιας περιττής συνάρτησης. Όμοια, κάθε τετραγωνικός πίνακας μπορεί να εκφραστεί ως άθροισμα ενός συμμετρικού και ενός αντισυμμετρικού πίνακα.

4. Πάνω σε ένα επίπεδο, κάθε διάνυσμα V μπορεί να εκφραστεί σαν άθροισμα δύο διανυσμάτων κάθετων μεταξύ τους (συνιστώσες τού V). Η καθετότητα μεταξύ των δύο συνιστωσών είναι μία μορφή ασυμβατότητας, με την έννοια ότι δεν υφίσταται μη-μηδενική προβολή της μίας συνιστώσας πάνω στην άλλη.

5. Κάθε διανυσματικό πεδίο V(x,y,z) στον χώρο μπορεί να γραφεί ως άθροισμα ενός αστρόβιλου και ενός σωληνωτού πεδίου. Τόσο από φυσική, όσο και από γεωμετρική άποψη, οι δύο αυτοί τύποι πεδίου έχουν αντίθετες ιδιότητες. Για παράδειγμα, οι δυναμικές γραμμές ενός αστρόβιλου πεδίου είναι ανοιχτές (έχουν αρχή και τέλος), ενώ εκείνες ενός σωληνωτού είναι κλειστές. Από φυσική άποψη, ένα σωληνωτό πεδίο (όπως, π.χ., το μαγνητικό πεδίο) δεν μπορεί να έχει μεμονωμένες σημειακές πηγές, ενώ ένα αστρόβιλο πεδίο (π.χ., το ηλεκτροστατικό) μπορεί να έχει.

    Διαλεκτική και Φυσικές επιστήμες

Η μέσω της σύνθεσης ενοποίηση των αντιθέτων βρίσκει σημαντικές εφαρμογές στις φυσικές επιστήμες. Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

1. Όπως πρώτος παρατήρησε ο Αϊνστάιν, το φως συμπεριφέρεται άλλοτε ως σωματίδιο (φωτόνιο) και άλλοτε ως ηλεκτρομαγνητικό κύμα. Έτσι, η έννοια «φως» συντίθεται από δύο ασύμβατες μεταξύ τους φυσικές έννοιες: «σωματίδιο» και «κύμα», όπου η πρώτη περιγράφει διακριτή ποσότητα ενέργειας εντοπισμένης στον χώρο, ενώ η δεύτερη αναφέρεται σε ενέργεια που κατανέμεται στον χώρο με τρόπο συνεχή. Επί πλέον, σύμφωνα με την κβαντομηχανική, και τα ίδια τα σωματίδια της ύλης (όπως, π.χ., το ηλεκτρόνιο) υπό κατάλληλες συνθήκες εμφανίζουν κυματικές ιδιότητες!

2. Η «θεωρία ενοποιημένου πεδίου» επιχειρεί να συνενώσει φαινομενικά διαφορετικά μεταξύ τους πεδία δυνάμεων ώστε να οριστούν γενικότερα και πιο σύνθετα πεδία. Ήδη τον 19ο αιώνα ο James Clerk Maxwell ανακάλυψε ότι το ηλεκτρικό και το μαγνητικό πεδίο αποτελούν απλά δύο όψεις ενός πιο σύνθετου πεδίου, του ηλεκτρομαγνητικού. Τον 20ό αιώνα δύο ακόμα πεδία, αυτά της ασθενούς και της ισχυρής δύναμης, εντάχθηκαν στο σχέδιο της ενοποίησης, ενώ συνεχίζονται οι προσπάθειες για να μπει στην «παρέα» και η δύστροπη βαρύτητα.

3. Στον κόσμο των στοιχειωδών σωματιδίων και υψηλών ενεργειών, θεωρίες όπως η υπερσυμμετρία επιχειρούν να αναδείξουν την κρυμμένη ενότητα ανάμεσα στα μποζόνια και τα φερμιόνια, τα οποία αποτελούν δύο κατηγορίες σωματίων που οι συλλογικές συμπεριφορές τους δείχνουν εκ διαμέτρου αντίθετες στον κόσμο των χαμηλών ενεργειών όπου ζούμε. Τα μποζόνια – όπως, π.χ., το φωτόνιο – είναι πολύ «κοινωνικά», ενώ τα φερμιόνια – όπως το ηλεκτρόνιο – έχουν την τάση να είναι «μονήρη».

4. Η περίφημη «γάτα του Schrödinger», ένα νοητικό πείραμα για την κβαντική υπέρθεση, φτάνει στο σημείο να συνθέσει διαλεκτικά τη ζωή με τον θάνατο. Με τεχνικούς όρους, η κβαντική κατάσταση της γάτας είναι γραμμικός συνδυασμός δύο επιμέρους καταστάσεων που αντιστοιχούν στις πιθανότητες η γάτα να είναι ζωντανή ή νεκρή. Η σύνθεσή τους, λοιπόν, επιτρέπει στη γάτα να είναι ταυτόχρονα ζωντανή και νεκρή! Βέβαια, αυτό ισχύει όσο δεν παρατηρούμε τη γάτα. Με το που θα κοιτάξουμε, η αλλόκοτη αυτή μαθηματική σύνθεση θα καταρρεύσει στη μία ή την άλλη συνιστώσα της, και η μοίρα της γάτας θα είναι πλέον απόλυτα προσδιορισμένη...

    Επιστήμη, Φιλοσοφία και Τέχνη

Σε πρόσφατη συζήτηση με τον καλό φίλο καθηγητή Φιλοσοφίας, Ηλία Τεμπέλη, με αντικείμενο μία φημισμένη διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη, είχα επιχειρήσει να χαράξω σαφή όρια ανάμεσα στην επιστήμη και τη φιλοσοφία:

«Σκοπός της επιστήμης είναι η διερεύνηση των ορίων του αποδείξιμου. Αντίθετα, σκοπός της φιλοσοφίας είναι ο στοχασμός πέραν των ορίων του αποδείξιμου. Ως γνώστης του στοχασμού των φιλοσόφων, ο Λιαντίνης ήταν επιστήμων. Ως στοχαστής ο ίδιος πάνω σε ζητήματα μεταφυσικής, ήταν φιλόσοφος.»

Ο φίλος έκανε, τότε, μία ενδιαφέρουσα προσθήκη στο σκέλος που αφορά τη φιλοσοφία:

«...ο στοχασμός και πέραν των ορίων του αποδείξιμου!»

Η (φαινομενικά) μικρή λέξη «και» στον ορισμό καθιστά πιο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην επιστήμη και τη φιλοσοφία, έτσι που κάποιες γνωστικές περιοχές να διεκδικούνται ισότιμα και από τις δύο (ας θυμηθούμε, π.χ., το σχεδόν φιλοσοφικό ζήτημα της ερμηνείας της κβαντομηχανικής, που έφερε σε σύγκρουση τον Μπορ με τον Αϊνστάιν). Στο τέλος οφείλει να επέλθει συμβιβασμός προς όφελος του ανθρώπινου πνεύματος. Κι αυτό ακριβώς αντιπροσωπεύει τη θεμελιώδη ιδέα της Διαλεκτικής!

Βάζοντας, τώρα, στο κάδρο της συζήτησης και τη Μουσική, αυτό το «και» που συνδέει πράγματα καταρχήν αντίθετα με παραπέμπει, συνειρμικά, στο μαγικό “und” στη δεύτερη πράξη του «Τριστάνου» του Βάγκνερ (“Tristan und Isolde”). Πρόκειται εδώ για έναν σύνδεσμο που η χρήση του, πέραν της αυτονόητης αναφοράς στην ερωτική σχέση των δύο ηρώων, υπονοεί ταυτόχρονα και την διαλεκτική συνύπαρξη φανερά αντίθετων ιδεών στο μουσικό δράμα: του φωτός με το σκότος, της λογικής με το συναίσθημα, του «πρέπει» με το «θέλω», της κοινωνικής υπόληψης με την προσωπική ευτυχία, του έρωτα με τον θάνατο (ένα αχώριστο δίπολο κατά τον Δ. Λιαντίνη).

Και, μια και αναφερθήκαμε στη μουσική, να σημειώσω κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: Η κορυφαία μουσική φόρμα, η «φόρμα σονάτας», με βάση την οποία δομούνται έργα όπως η σονάτα, το κουαρτέτο εγχόρδων και η συμφωνία, έχει στον πυρήνα της τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε δύο αντίθετα, ως προς τον χαρακτήρα τους, μουσικά θέματα. Τα οποία, μέσω της ανάπτυξης, συντίθενται έτσι ώστε να παραχθεί ένα απόλυτα λογικό και ισορροπημένο μουσικό αποτέλεσμα.

    Αν υπήρχε η Διαλεκτική στην πολιτική...

Ένα πεδίο στο οποίο η Διαλεκτική δύσκολα βρίσκει εφαρμογή, είναι η πολιτική (σε αυτήν περιλαμβάνουμε και τις διεθνείς σχέσεις). Οι κομματικές παρατάξεις μίας χώρας (ονόματα δεν λέμε) συχνά διαγκωνίζονται για την εξουσία σπέρνοντας μίσος για τον αντίπαλο και καλλιεργώντας τον διχασμό στον λαό. Τους είναι αδύνατο να υπερβούν τις διαφορές τους και να ενώσουν δημιουργικά τις δυνάμεις τους για το καλό μίας πατρίδας την οποία το πολιτικό σύστημα είναι – υποτίθεται – ταγμένο να υπηρετεί.

Η μεγάλη εικόνα είναι ακόμα τραγικότερη. Τούτες τις μέρες παρακολουθούμε με οδύνη δύο λαούς που μοιράζονται μία μικρή γωνιά της Γης, να αλληλοεξοντώνονται με πράξεις ανείπωτης αγριότητας αντί να αναζητούν τρόπους ειρηνικής συνύπαρξης προς όφελος ολόκληρης της περιοχής. Ανάμεσα στις διαφορές τους, προεξάρχουσα θέση καταλαμβάνει ο θρησκευτικός δογματισμός. Το πώς αντιλαμβάνεται, δηλαδή, η κάθε πλευρά μεταφυσικά ζητήματα για τα οποία ο Άνθρωπος, λόγω της κοσμικής φύσης του, είναι αδύνατο να έχει την παραμικρή γνώση.

Φτάνουμε, έτσι, σε αυτό που θα ονομάζαμε «διαλεκτική ειρωνεία»: Ο Άνθρωπος, που αναζητά την ενότητα στη φιλοσοφία, την τέχνη και την επιστήμη, δεν μπορεί να τη βρει στη σχέση του με τον Άνθρωπο! Ο Ηράκλειτος χαμογελά σαρκαστικά από τα βάθη της Ιστορίας...