Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Θα έπρεπε να μείνει απαθής η Ευρώπη μπροστά σε έναν βιασμό;

                  

Η Ευρώπη καλείται να πληρώσει βαρύ τίμημα για την ηθική και υλική συμπαράστασή της στην Ουκρανία. Θα έπρεπε, μήπως, να είχε μείνει απαθής μπροστά στον βιασμό μίας ευρωπαϊκής χώρας από μια άλλη που δεν επιθυμεί καν να ανήκει στην Ευρώπη; Το ερώτημα φαίνεται ρητορικό. Όμως σιγά - σιγά αρχίζει να αποκτά πραγματική διάσταση υπό το βάρος των αναμενόμενων δεινών για τον Ευρωπαίο πολίτη. Τελικά, ποιος νικά στη διελκυστίνδα της ηθικής με την επιβίωση;

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

«Τι δουλειά είχε η Ευρώπη να μπλεχτεί με τον Πούτιν;» ρωτά, ρητορικά, ένας φιλήσυχος Ευρωπαίος πολίτης καθώς αντικρίζει το φάσμα ενός επερχόμενου δύσκολου χειμώνα που θα θέσει σε αμφισβήτηση το «αυτονόητο» προνόμιό του να μην κρυώνει, ακόμα και να μην πεινά. Δεν θα γλιτώναμε, άραγε, κάμποσα δεινά αν απλά γυρίζαμε το κεφάλι από την άλλη μεριά, κάνοντας πως δεν βλέπουμε τον βιασμό της Ουκρανίας από τους Ρώσους νεο-βαρβάρους; Μήπως, τελικά, αποδεικνύονται σοφότεροι οι κήρυκες του αριστερο-δεξιού φιλορωσικού λαϊκισμού, που συμβούλευαν εξαρχής να μην ανακατευτούμε στον «πόλεμο που κάνει το NATO ενάντια στη Ρωσία»;

Τα πιο πάνω ερωτήματα προβάλλουν ως ρητορικά – άρα εκ προοιμίου απαντημένα στην αρνητική τους εκδοχή – στη συνείδηση ενός σύγχρονου, δημοκρατικού Ευρωπαίου πολίτη που δεν έχει πέσει θύμα ευπιστίας απέναντι στη ρωσική προπαγάνδα. Για πολλούς Ευρωπαίους πολίτες, όμως (όχι αναγκαία διαπνεόμενους από φιλορωσικά αισθήματα) τα ερωτήματα αυτά έχουν ήδη αρχίσει να αποκτούν πραγματική (μη–ρητορική) διάσταση, μπροστά στην προοπτική (ή μάλλον, βεβαιότητα) δυσάρεστων αλλαγών στην ποιότητα ζωής τους. Για κάποιους, ακόμα και η ίδια η επιβίωση φαντάζει δύσκολη τους επόμενους μήνες, αν όχι τα επόμενα χρόνια.

Ας το δούμε, λοιπόν, ως πραγματικό ερώτημα: Πώς θα έπρεπε να είχε αντιδράσει η Ευρώπη (η Αμερική είναι μια άλλη ιστορία) μπροστά στην ναζιστικού τύπου εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία; Επειδή το ζήτημα είναι περίπλοκο στη μεγάλη γεωπολιτική κλίμακα, θα προσπαθήσουμε να το απλουστεύσουμε με τη βοήθεια μίας παραβολής.

Ας φανταστούμε το εξής σκηνικό:

Καθώς περπατάμε σε ένα δρομάκι κάποιου απομονωμένου χωριού όπου κυριαρχεί ο νόμος του ισχυρού, βρισκόμαστε ξαφνικά μπροστά στη σκηνή ενός βιασμού. Δράστης είναι ο μεγαλέμπορος του χωριού, που έχει το μονοπώλιο βασικών ειδών όπως το ψωμί, το λάδι, το πετρέλαιο, κλπ.

Η κοπέλα αμύνεται με όλες τις δυνάμεις της – ακόμα και με τα νύχια της –  για να ξεφύγει από τον βιαστή, όμως δεν έχει πολλές ελπίδες να γλιτώσει. Όπως είναι φυσικό, σπεύδουμε να της προσφέρουμε βοήθεια. Ο δράστης, τότε, μας προειδοποιεί να μην πλησιάσουμε, δείχνοντας μία χειροβομβίδα που κρατά και απειλώντας να την απασφαλίσει. Επί πλέον, απειλεί ότι θα μας απαγορεύσει την πρόσβαση στο μαγαζί του, με υπαρκτό τον κίνδυνο να πεινάσουμε και να ξεπαγιάσουμε τον χειμώνα.

Ερώτηση κρίσεως: Πώς αντιδρούμε σε αυτή την περίπτωση; Βοηθάμε το θύμα να αποφύγει τον βιασμό, με κίνδυνο να σκοτωθούμε επιτόπου ή να πεθάνουμε αργότερα από κρύο και ασιτία; Πετάμε από μακριά στο θύμα ένα πρόχειρο σουγιαδάκι που κρατάμε, για να αμυνθεί όπως - όπως; Ή μήπως απλά καμωνόμαστε πως δεν είδαμε τίποτα, και απομακρυνόμαστε βιαστικά από το σκηνικό σφυρίζοντας ανέμελα;

Αφού απαντήσουμε στην ερώτηση, ας βάλουμε στη θέση μας τις χώρες της δημοκρατικής Ευρώπης, στη θέση της κοπέλας την Ουκρανία, στη θέση των απαραίτητων προς επιβίωση εμπορευμάτων το σιτάρι και το φυσικό αέριο, και στη θέση της χειροβομβίδας τα πυρηνικά όπλα, για να καταλάβουμε το σκληρό δίλημμα απέναντι στο οποίο τέθηκε εκ των πραγμάτων η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Το «σουγιαδάκι» – δηλαδή, η μάλλον συμβολική αποστολή κάποιου αμυντικού οπλισμού – και μερικές (κατά τα φαινόμενα ανεπαρκείς και αναποτελεσματικές) οικονομικές κυρώσεις προς τη Ρωσία ήταν, τελικά, οι μόνες εφικτές κινήσεις συμπαράστασης προς τον ουκρανικό λαό. Ήταν αρκετές, εν τούτοις, για να κινητοποιήσουν την ρωσική εκδικητικότητα. Με όλες τις τρομακτικές συνέπειες που η κατάσταση αυτή προοιωνίζεται για τους Ευρωπαίους πολίτες...

Η έκβαση του άνισου πολέμου είναι, δυστυχώς, προδιαγεγραμμένη. Ο βιαστής δεν θα εγκαταλείψει το σκηνικό του βιασμού προτού εξασφαλίσει έναν βαθμό ικανοποίησης για τον εαυτό του. Μετά θα αναζητήσει το επόμενο θύμα – αν δεν το έχει επιλέξει ήδη. Έχει μάθει καλά το μάθημα από τον φημισμένο δάσκαλο που είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως δεκανέας. Το Μόναχο, το 1938, ήταν μεγάλο σχολείο τακτικισμού για μελλοντικούς δικτάτορες...

Από την αρχή του αυτός ο αιώνας δεν πορεύεται καλά. Όπως ακριβώς κι ο προηγούμενος. Και αυτό το τελευταίο είναι που τρομάζει περισσότερο...

KLIK

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

Νόμιμη παρακολούθηση, ή απλά νομότυπη;


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Μεγάλη σύγχυση προκάλεσε μία πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού, σύμφωνα με την οποία η παρακολούθηση, από κρατικές υπηρεσίες, του κινητού τηλεφώνου ενός πρώην ευρωβουλευτή και νυν αρχηγού κόμματος της αντιπολίτευσης, ήταν «νόμιμη αλλά πολιτικά εσφαλμένη». Αν μάλιστα εκείνος (ο πρωθυπουργός) το είχε πληροφορηθεί εγκαίρως, δεν θα το είχε επιτρέψει!

Και εύλογα γεννήθηκε το ερώτημα: Είναι δυνατόν, μία ενέργεια που είναι σύμφωνη με τον νόμο (άρα, κατά μία έννοια, την απαιτεί ο ίδιος ο νόμος) να ματαιώνεται για «πολιτικούς» λόγους - ή, για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους, για λόγους αποφυγής πολιτικού κόστους; Αυτό τότε δεν καθιστά de facto παράνομη πράξη τη ματαίωση αυτή;

Με βάση τις τοποθετήσεις έγκριτων νομικών (όπως, π.χ., ο Ε. Βενιζέλος), αυτό στο οποίο θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας είναι το κατά πόσον η πράξη της παρακολούθησης ήταν όντως νόμιμη, ή απλά νομότυπη. Γιατί, η πρώτη ιδιότητα περιλαμβάνει την δεύτερη, αλλά το αντίστροφο δεν ισχύει πάντα...

Μία διαδικασία είναι νομότυπη όταν τηρούνται τα τυπικά του νόμου (όπως λέμε, υπάρχουν στα σχετικά έγγραφα όλες οι απαιτούμενες «σφραγίδες και υπογραφές»). Σε μία νόμιμη διαδικασία, όμως, εκτός από τα τυπικά (τα οποία ούτως ή άλλως οφείλουν να τηρούνται) λαμβάνεται υπόψη και ο λόγος για τον οποίο πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος - π.χ., για ποιον λόγο απαιτείται να αρθεί το απόρρητο μίας συνομιλίας - πράγμα που ο ίδιος ο νόμος καθορίζει ώστε να αποφεύγεται τυχόν κατάχρησή του. Και αυτό είναι που διαχωρίζει το γράμμα από το πνεύμα του νόμου.

Ας δώσω ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ένας αστυνομικός, που έχει καθαρά προσωπικές διαφορές μαζί μου, καταφέρνει να αποσπάσει την απαιτούμενη εισαγγελική εντολή ώστε να εισβάλει στο σπίτι μου, να το κάνει άνω - κάτω ψάχνοντας δήθεν για κάποιο παράνομο υλικό, να με σύρει στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση και, λίγο πριν καταρρεύσω σωματικά και ψυχικά, να με αφήσει να γυρίσω σπίτι μου δίχως άλλες εξηγήσεις. Φυσικά, σπεύδω να καταθέσω μήνυση για την άσκοπη ταλαιπωρία που υπέστην. Ο αστυνομικός, τότε, ισχυρίζεται ότι οι ενέργειές του ήταν «νόμιμες», επιδεικνύοντας τα σχετικά έγγραφα που το «αποδεικνύουν»!

Όπως είναι προφανές, η διαδικασία που περιέγραψα δεν είναι νόμιμη, παρά το γεγονός ότι ο αστυνομικός είχε τυπικά εξασφαλίσει εκ των προτέρων την άδεια ανώτερων αρχών για να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Καταρχάς, με ποια κριτήρια δόθηκε εισαγγελική εντολή για έρευνα στο σπίτι μου και εν συνεχεία μεταφορά μου στο τμήμα; Είτε ο αστυνομικός παραπλάνησε τον εισαγγελέα δηλώνοντας ψευδώς ότι ήμουν ύποπτος τέλεσης παράνομων πράξεων, είτε κι ο ίδιος ο εισαγγελέας, για δικούς του προσωπικούς λόγους, ήταν στο «κόλπο» της ψυχοσωματικής εξόντωσής μου. Σε κάθε περίπτωση, αν και η όλη διαδικασία ήταν οριακά νομότυπη, παρέβλεπε την ουσία του νόμου που καθιστά μη-αποδεκτή την καταχρηστική του εφαρμογή (πρέπει να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παρανομίας ενός πολίτη ώστε να δοθεί η εντολή για σχετική έρευνα και/ή ανάκριση).

Για να γυρίσουμε στην πρόσφατη περίπτωση του πρώην ευρωβουλευτή και νυν αρχηγού κόμματος, η παρακολούθηση του κινητού τηλεφώνου του από κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας ήταν μεν νομότυπη πράξη, δεν είναι όμως δεδομένο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ότι ήταν και νόμιμη. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να δοθούν οι δέουσες εξηγήσεις σε ό,τι αφορά τους λόγους εθνικής σημασίας που κατέστησαν την παρακολούθηση αυτή αναγκαία.

Τώρα, για να μην αγνοήσουμε και την πολιτική διάσταση του θέματος, ο εν λόγω αρχηγός θα πρέπει να αισθάνεται μάλλον ικανοποιημένος παρά οργισμένος για την εξέλιξη αυτή. Παρά το γεγονός ότι, τουλάχιστον ως τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, το προσωπικό του πολιτικό στίγμα παραμένει ακαθόριστο, αποκομίζει εκ των πραγμάτων σημαντικό πολιτικό όφελος μέσω της ίντριγκας. Αν και, φοβάμαι, κάποιος άλλος που τώρα φωνασκεί (σιγά μην έχανε τέτοια ευκαιρία!) είναι εκείνος που θα «κάνει ταμείο» στο τέλος της μέρας...