Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Αντιευρωπαϊσμός και πατριωτισμός

 Όταν το μίσος των φανατικών υποστηρικτών του Πούτιν για την Ευρώπη ξεπερνά την (όποια) αγάπη για τη χώρα τους...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιαίτερα παρατηρητικός για να προσέξει ότι οι Έλληνες αντιευρωπαϊστές, που τώρα υποστηρίζουν φανατικά τον Πούτιν και τον πόλεμό του στην Ουκρανία, είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους (αν όχι στο σύνολό τους) οι ίδιοι που αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα του "αντι-μνημονιακού αγώνα" τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης (βλ., π.χ., [1]). Οι άνθρωποι εκείνοι, δηλαδή, που οραματίστηκαν μία περίκλειστη και απομονωμένη Ελλάδα, ακόμα και αν το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσει η χώρα ήταν η άτακτη χρεοκοπία και η μαζική φτωχοποίηση του λαού της. (Θυμάται κανείς τα "κατοχικά" συσσίτια που το 2015, εν μέσω capital controls, έριξε ως ιδέα στο τραπέζι ο τότε κυβερνητικός βουλευτής, καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας;)

Με την ναζιστικού τύπου εισβολή των Ρώσων στην Ουκρανία, οι δυσαρεστημένοι της μνημονιακής περιόδου είδαν μία μοναδική ευκαιρία να πάρουν τη ρεβάνς από την "κακή Ευρώπη". Και έσπευσαν να βγάλουν από τα μπαούλα τις παθιασμένα αντιευρωπαϊκές και, γενικότερα, αντι-δυτικές στολές τους. (Τα γενικότερα αντι-δυτικά αισθήματα περιλαμβάνουν μόνο τις σημερινές Δημοκρατικές ΗΠΑ, όχι τις Ρεπουμπλικανικές που προηγήθηκαν, αφού ο ημι-φασίστας τέως πλανητάρχης Ντόναλντ Τραμπ αποτέλεσε - και εξακολουθεί να είναι - ίνδαλμα των περισσότερων Ελλήνων αντιευρωπαϊστών.) Το ερώτημα, τώρα, είναι αν οι ρωσόφιλες αυτές "ελληνικές" στολές περιέχουν, έστω προσχηματικά, κάποια υποψία ελληνικών διακριτικών...

Τον καιρό των μνημονίων, οι αντιευρωπαϊστές προέβαλλαν τους εαυτούς τους ως τους μόνους γνήσιους Έλληνες πατριώτες (οι άλλοι ήταν "ευρωλιγούρηδες", "γερμανοτσολιάδες", "Τσολάκογλου" και - σαρκαστικά - "μενουμευρώπη"). Την ίδια "ακραιφνή ελληνικότητα" συνεχίζουν να προβάλλουν με αφορμή την ουκρανική κρίση. Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που ως σήμερα δεν έχει τεθεί επαρκώς: Οι άνθρωποι αυτοί αγαπούν την Ελλάδα περισσότερο απ' όσο μισούν την Ευρώπη (και τη Δύση, γενικότερα), ή μήπως ισχύει ακριβώς το αντίστροφο;

Θέλοντας κάποιος να πάρει μία ιδέα για τις σκέψεις και τις προτεραιότητές τους, θα μπορούσε να απευθύνει μερικές ερωτήσεις προς όλους εκείνους που υποστηρίζουν τον Πούτιν και τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία. Για παράδειγμα:

1. Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το προσδοκώμενο όφελος για την Ελλάδα από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την οποία εισβολή εξαρχής χειροκροτήσατε ενθουσιωδώς;

2. Σας έχει απασχολήσει το ότι το πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο στην Τουρκία αντλεί επιχειρήματα "νομιμοποίησης" μίας ενδεχόμενης εισβολής στα ελληνικά νησιά, επικαλούμενο τα ακριβώς(!) αντίστοιχα επιχειρήματα με τα οποία ο Πούτιν "δικαιολόγησε" την εισβολή του στην Ουκρανία; Έχετε ή όχι εντοπίσει τις (προφανείς) ομοιότητες ανάμεσα στις ρητορείες Πούτιν και Ερντογάν;

3. Θα θεωρούσατε "κακή" την Ευρώπη αν έσπευδε να συντρέξει (οικονομικά ή και στρατιωτικά) την Ελλάδα σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, για τους ίδιους ακριβώς λόγους που τώρα η Ευρώπη βοηθά την Ουκρανία;

4. Ας κάνουμε την σεναριακή υπόθεση ότι ο Πούτιν εισβάλλει στα Βαλκάνια με στόχο να εντάξει όλες τις χώρες της περιοχής στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας, εγκαθιστώντας κυβερνήσεις φιλικές προς τη Μόσχα. Ειδικά για την Ελλάδα, η υπόσχεση που δίνει στον λαό της είναι να απαλλάξει τη χώρα από την φιλο-δυτική κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία. Θα τον υποδεχθείτε ως εισβολέα (πράγμα που σημαίνει ότι θα τον πολεμήσετε), ή ως λυτρωτή (άρα θα συνεργαστείτε μαζί του);

Θυμάμαι, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, μία ανάρτηση στο Facebook που, με εμφανές το αίσθημα άγριας χαράς, προειδοποιούσε ότι "ο Πούτιν θα κάνει σκόνη την Ευρώπη με τα πυρηνικά του". Χωρίς, μάλιστα, να εξαιρείται από τους λόγους της χαιρεκακίας ο σίγουρος αφανισμός της ίδιας της Ελλάδας, αφού κι αυτή "δικαίως" θα εισέπραττε το τίμημα του φιλοευρωπαϊκού προσανατολισμού της. Και θυμάμαι κάποιους που αναπαρήγαν σε καθημερινή βάση στα social media τα ανθελληνικά παραληρήματα της κυρίας... Φαρμάκοβα, εκπροσώπου Τύπου του Πούτιν (ας μου επιτραπεί το χιούμορ, αφού το "Ζαχάροβα" την αδικεί κατάφωρα), κουνώντας σε απόλυτη ταύτιση με εκείνην το δάχτυλο στην ελληνική κυβέρνηση για την (μάλλον συμβολική) αποστολή αμυντικού υλικού στην Ουκρανία. Για τόσο "Έλληνες" μιλάμε!

Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν μία έκφραση που δηλώνει ότι οι αδικίες που διαπράττουμε μπορεί να ξαναγυρίσουν σε εμάς: "What goes around comes around". Εκείνοι που μιλούσαν κάποτε για "μνημονιακούς προδότες" - λες και υπήρχε Έλληνας που, κυριολεκτικά, να αγαπά τα μνημόνια και όχι να τα βλέπει ως αναγκαίο κακό! - ας μετρήσουν τώρα τον δικό τους πατριωτισμό σε σχέση με το αντιευρωπαϊκό τους μένος και τις φιλορωσικές τους εμμονές. Κι ας έχουν στο νου τους ότι η λεπίδα "Τσολάκογλου", με την οποία κάποτε κατακρεούργησαν αμέτρητες υπολήψεις συνελλήνων, είναι δίκοπη. Μπορεί να κόβει εξίσου καλά και το ίδιο το χέρι που την κρατά!

[1] https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/apo-to-mnimonio-sto-embolio-kai-ton-poutin-ena-chroniko-ellinikou-paralogismou/

KLIK

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022

Έχουμε δικαίωμα να αναλύουμε τον Λιαντίνη;


 Σε πρόσφατο άρθρο επιχείρησα να αναδείξω την πολυσημία ενός φημισμένου ορισμού του έρωτα, έτσι όπως διατυπώθηκε από τον φιλόσοφο Δ. Λιαντίνη στο βιβλίο του "Γκέμμα". Με έκπληξη, ομολογώ, διάβασα μία ανάρτηση από αναγνώστρια και φίλη, η οποία (ανάρτηση), έτσι τουλάχιστον όπως εγώ την αντιλήφθηκα, είχε σαν στόχο να "προειδοποιήσει" το κοινό να μην λάβει σοβαρά υπόψη το κείμενό μου. Λες και το άρθρο συνιστά συκοφαντική δυσφήμιση του Λιαντίνη, έτσι ώστε να απαιτείται αποκατάσταση της υστεροφημίας του!

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η αναγνώστρια χαρακτηρίζει ως "εξωπραγματική" την ανάλυσή μου, αφού (το αποδίδω με δικά μου λόγια) η διατύπωση του Λιαντίνη δεν συνιστά γενική φιλοσοφική θέση αλλά βασίζεται σε προσωπικό βίωμα που δεν είναι κοινοποιήσιμο.
Αισθάνομαι υποχρεωμένος απέναντι στους αναγνώστες του περιοδικού που φιλοξένησε το άρθρο, να απαντήσω, έστω επιγραμματικά, στην (καθ' όλα σεβαστή) κριτική που μου άσκησε η φίλη αναγνώστρια:
1. Ο χαρακτηρισμός της ανάλυσής μου ως "εξωπραγματικής" (δηλαδή, άσχετης με την πραγματικότητα) λόγω του ότι ανάγω σε μείζον φιλοσοφικό ζήτημα μία έκφραση με καθαρά βιωματική (άρα αυστηρά προσωπική και όχι οικουμενική) σημασία, παραβιάζει ανοικτές θύρες! Ας δούμε τι γράφω στο άρθρο:
Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Ίσως να πρόκειται απλά για λογοτεχνικό ευφυολόγημα που δεν απαιτεί περαιτέρω ανάλυση (αυτή την άποψη έχω ακούσει από σοβαρούς μελετητές του Λιαντίνη). Ίσως όμως και να υποκρύπτει βαθύτερα νοήματα που προκαλούν τον αναγνώστη να τα αναδείξει μέσα από ένα έντονα κωδικοποιημένο λεκτικό σχήμα. Αυτή την εκδοχή θα εξετάσουμε στο παρόν κείμενο.
Και καταλήγω λέγοντας:
Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσον ο ίδιος ο Λιαντίνης θα ενέκρινε μια οποιαδήποτε απόπειρα αποκωδικοποίησης των συμβολισμών που περιέχονται στη «Γκέμμα», με δεδομένο ότι η (σκόπιμα;) αινιγματική γραφή δένει αρμονικά με το λογοτεχνικό – κατ’ ουσίαν ποιητικό – ύφος του κειμένου. Έτσι που μία καθαρά ορθολογική προσέγγιση των νοημάτων θα μπορούσε να απειλήσει την ωραιότητα του όλου οικοδομήματος.
Ποιος ξέρει, λοιπόν... Ίσως και να πρέπει, τελικά, να αφήσουμε αδιατάρακτες τις λέξεις στα ανεξερεύνητα σκοτάδια τους. Και ίσως οι ερμηνείες τους να πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στα λεξικά, όσο στο ατομικό ένστικτο του καθενός. Γιατί, η «Γκέμμα» δεν είναι μία, είναι πολλές. Τόσες όσες και οι συνειδητότητες που χρόνια τώρα αγωνίζονται να την εξερευνήσουν. Πολλές φορές, ακόμα και μάταια...
Με άλλα λόγια, έχω εξαρχής αποδεχθεί ο ίδιος την πιθανώς "εξωπραγματική" φύση της ανάλυσής μου, οπότε... αμαρτίαν ουκ έχω!
2. Την "Γκέμμα" την αξιολογώ (με τις όποιες επί μέρους διαφωνίες μου) ως φιλοσοφικό σύγγραμμα, όχι ως προσωπικό ημερολόγιο! Έτσι, είναι φυσικό να αποδίδω οικουμενική σημασία σε μία διατύπωση που περιέχεται εκεί, και να την αναλύω σε αυτή τη βάση. Τώρα, αν "η πρόταση αυτή του Λιαντίνη είναι καθαρά απόσταγμα άκρως προσωπικού βιώματος και μη ανακοινώσιμου" (όπως μου γράφει η αναγνώστρια) αυτό δεν όφειλα να το γνωρίζω, ούτε εξ άλλου το ανέμενα σε ένα ακαδημαϊκό πόνημα που δεν δηλώνει ως καταρχήν αυτοβιογραφικό.
Η "εξωπραγματική" ανάλυσή μου, λοιπόν, δεν αφορά, τελικά, την πρόθεση του ίδιου του Λιαντίνη (αυτήν ούτως ή άλλως δεν μπορώ να την γνωρίζω, αφού σχετίζεται με προσωπικό βίωμα) αλλά αντανακλά τις σκέψεις ενός αναγνώστη που εκτίθεται σε έναν φιλοσοφικό ορισμό, με τον τρόπο ακριβώς που αυτός είναι διατυπωμένος. Εξ άλλου, κάθε σκέψη είναι εξ ορισμού "εξωπραγματική", αφού δεν αφορά αυτή τούτη την πραγματικότητα αλλά τον στοχασμό μας πάνω στην εν δυνάμει πραγματικότητα (δηλαδή, πάνω στις εκδοχές της πραγματικότητας). Αλλιώς δεν θα μιλούσαμε για σκέψη αλλά για αποδείξιμη πρόταση, κάτι σαν τους νόμους της φυσικής ή τα θεωρήματα των μαθηματικών!
Τελειώνοντας, διαπιστώνω για μία ακόμα φορά το πόσο επικίνδυνο είναι να μιλά κανείς για τον Λιαντίνη, ακόμα και με πρόθεση όχι να τον αντικρούσει αλλά, αντίθετα, να αναδείξει την ικανότητά του να κινητοποιεί δημιουργικά τη σκέψη μας. Δυστυχώς, η φίλη αναγνώστρια με "βάζει στη θέση μου" επειδή ακριβώς τόλμησα να σκεφτώ. Ίσως, τελικά, η δημοσίευση αυτού του άρθρου να ήταν λάθος μου...

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022

Ορίζεται ο έρωτας; Ένας άλυτος γρίφος του Λιαντίνη

 Στο τελευταίο του βιβλίο, ο Δημήτρης Λιαντίνης έδωσε έναν αινιγματικό ορισμό της έννοιας του έρωτα. Μπορεί να πρόκειται απλά για λογοτεχνικό ευφυολόγημα δίχως βαθύτερη σημασία. Αν όμως ο φιλόσοφος το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το διατύπωσε;

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

1. Ο «γρίφος» του έρωτα

Στο κεφάλαιο με τίτλο «Μικρός Κριτής», του βιβλίου «Γκέμμα», τελευταίου και πιο σημαντικού (από φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη) συγγράμματος του Δημήτρη Λιαντίνη, ο φιλόσοφος προτείνει τον πιο αινιγματικό, ίσως, ορισμό της έννοιας του έρωτα που θα μπορούσε κάποιος να επινοήσει:

«Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις»

(χωρίς τόνο στο «του» – κι αυτό έχει τη σημασία του, όπως θα δούμε αργότερα). Αλλά, να φεύγεις πώς;

«Έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις» («Γκέμμα», σελ. 170).

Ο Λιαντίνης δεν δείχνει πρόθυμος στη συνέχεια να αναλύσει περαιτέρω τον – κάθε άλλο παρά συμβατικό – ορισμό του. Περιγράφει με απίστευτη λογοτεχνική δεινότητα την ερωτική συμπεριφορά (κυρίως σε ό,τι αφορά τον άντρα), όμως η ίδια η έννοια του έρωτα, έτσι όπως εκείνος επιχειρεί να την ορίσει, παραμένει αινιγματική.

Οι ακαδημαϊκοί του φιλοσοφικού χώρου, που θα μπορούσαν ίσως να μας δώσουν μία αξιόπιστη ερμηνεία του ορισμού, απέφυγαν, γενικά, να ασχοληθούν στο βάθος που θα έπρεπε με το έργο του Λιαντίνη. (Κάτι ήξεραν: Κάποιοι από τον χώρο των θετικών επιστημών που επιχείρησαν να μιλήσουν με όχι προσωπολατρικό τρόπο για τον Λιαντίνη, το πλήρωσαν με σκληρές επιθέσεις εναντίον τους – συχνά στα όρια του προσωπικού εξευτελισμού – από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του φιλοσόφου...)

Από την άλλη, οι μαθητές και, εν γένει, οι θαυμαστές του Λιαντίνη αντιμετωπίζουν τον ορισμό αυτό του έρωτα ως θέσφατο, είτε αποφεύγοντας να τον ερμηνεύσουν με τρόπο πειστικό, είτε ακόμα και δίνοντας αυθαίρετες ερμηνείες (κάπου διάβασα, π.χ., ότι «πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να φεύγουμε από μια ερωτική σχέση που μας πληγώνει»!). Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος ο Λιαντίνης έδωσε μία εξήγηση σε κάποια από τις διαλέξεις του (ας με διαφωτίσουν εδώ οι αναγνώστες). Η μελέτη του βιβλίου, πάντως, δεν οδηγεί σε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα...

Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Ίσως να πρόκειται απλά για λογοτεχνικό ευφυολόγημα που δεν απαιτεί περαιτέρω ανάλυση (αυτή την άποψη έχω ακούσει από σοβαρούς μελετητές του Λιαντίνη). Ίσως όμως και να υποκρύπτει βαθύτερα νοήματα που προκαλούν τον αναγνώστη να τα αναδείξει μέσα από ένα έντονα κωδικοποιημένο λεκτικό σχήμα. Αυτή την εκδοχή θα εξετάσουμε στο παρόν κείμενο.

Θα επιχειρήσουμε, έτσι, να προτείνουμε κάποιες δικές μας ερμηνείες του Λιαντινικού ορισμού του έρωτα, χωρίς να ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι θα τις προσυπέγραφε ο ίδιος ο Λιαντίνης! Αυτό που θα ήθελα, πάντως, να τονίσω εξαρχής είναι ότι δεν συνδέω τον ορισμό αυτό με τον γνωστό συσχετισμό του έρωτα με την καταστροφή, την οδύνη και τον θάνατο, πράγμα που συνιστά θεμελιώδη αρχή στο φιλοσοφικό σύμπαν του Λιαντίνη (*). Όλα αυτά μπορεί να αποτελούν αντικείμενα της Τέχνης. Αυτό καθαυτό το επώδυνο έως τραγικό βίωμά τους, όμως, δεν μπορεί να συνιστά τέχνη (μία λέξη – κλειδί στον ορισμό που εξετάζουμε). Και ο Λιαντίνης ζύγιζε πολύ προσεχτικά τις λέξεις του...

2. Ο ιδανικός εραστής

Στον «Μικρό Κριτή», ο Λιαντίνης ορίζει ως ιδανικό εραστή εκείνον που μπορεί να κατανοήσει τη σύνθετη, πολυοργασμική ερωτική φύση της γυναίκας και να ανταποκριθεί – ακόμα και με κατάθεση δικής του οδύνης – στις απαιτήσεις της φύσης αυτής. Το κυρίαρχο δόγμα βασίζεται στην ετεροβαρή, κατά τον συγγραφέα, σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, έτσι όπως η ίδια η Φύση προστάζει:

«Η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατελείωτη προσφορά, και θεία στέρηση για το θηλυκό. (...) Στον έρωτα όλα γίνουνται για το θηλυκό.»

«Την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη, την έχει ο άντρας. Πάντα, όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας.»

«Από τα δέκα μερίσματα του καρπού της ηδονής, για τη γυναίκα προορίστηκαν τα εννέα, και για τον άντρα το ένα.»

Ποιος είναι ο τρόπος λειτουργίας του δόκιμου εραστή κατά την «ερωτική σμίξη»; Ο Λιαντίνης την περιγράφει με μοναδική συμβολική και λογοτεχνική μαεστρία:

«Αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει, και του μακρινού που πιάνεται, όπως το πουλί στο ξώβεργο. Επώδυνη εγκράτεια και βασανιστική ετοιμασία.»

Όμως, πώς σχετίζονται όλα αυτά με τον ορισμό του έρωτα, όπως αυτός δόθηκε προηγουμένως;

3. Η τέχνη της επώδυνης απόδρασης

Η φράση-ορισμός «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις» μοιάζει εκ πρώτης όψεως ξεκομμένη από τη συζήτηση που ακολουθεί στον «Μικρό Κριτή» (τέτοιες ασυνέχειες δεν είναι σπάνιες στον Λιαντίνη, ιδιαίτερα στις ομιλίες του). Υπάρχει, όμως, ένας τρόπος να τα συνδέσουμε όλα μεταξύ τους, αν συσχετίσουμε το «η τέχνη να φεύγεις» (το δεύτερο ενικό απευθυνόμενο, υποτίθεται, στον άντρα) με την τέχνη του καλού εραστή, όπως περιγράφηκε πιο πάνω.

Μήπως, δηλαδή, αυτό το «να φεύγεις» αναφέρεται στην «αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει», ενώ το «σφαγερό» της φυγής αφορά την «επώδυνη εγκράτεια» και τη «βασανιστική ετοιμασία» του αρσενικού;

Σε κατοπινό κεφάλαιο του βιβλίου, ο Λιαντίνης κάνει αναφορά στην ερωτική πρακτική του νεαρού Σπαρτιάτη, λέγοντας:

«Με το χάραμα έφευγε προτού τη χορτάσει (σ.σ: τη γυναίκα του). Να του αφήσει την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε. Αυτό είναι το θεϊκό αίσθημα της ερωτικής στέρησης. Και γι’ αυτό η μητέρα του Έρωτα είναι η Πενία» («Γκέμμα», σελ. 235).

Άθελα του εδώ ο Λιαντίνης, που τόσο μίσησε τον Βάγκνερ («Γκέμμα», σελ. 49), συνάντησε τον «Πάρσιφαλ» και κατανόησε το μαρτύριο που διάλεξε ως αντάλλαγμα για την ύστερη σοφία!

4. Η οδύνη του αποχωρισμού

Αν «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», θα μπορούσε, μήπως, το «να φεύγεις» να απευθύνεται και στη γυναίκα;

Πριν το εξετάσουμε, καλό είναι να θυμηθούμε τι γράφει ο Λιαντίνης για τον ορισμό των εννοιών, γενικά:

«Για να ορίσεις μια έννοια, θα την περιγράψεις με τόσες και τέτοιες λέξεις, ώστε να μην ημπορείς να προσθέσεις ούτε μία λέξη, να μην ημπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία, και να μην ημπορείς να αλλάξεις ούτε μία» («Γκέμμα», σελ. 65-66).

Υποθέτουμε ότι, στον ορισμό μιας έννοιας, το «να αλλάξεις» επιβάλλει σχολαστικότητα ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Διότι, π.χ., η προσθήκη ή η παράλειψη ενός σημείου στίξης, ή ενός τόνου, μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα μιας πρότασης.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά τον Λιαντίνη, όταν η γυναίκα φεύγει «φταίει πάντα ο άντρας». Το να φύγει, έτσι, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί ερωτικά, δεν είναι ζήτημα τέχνης αλλά συνιστά άσκηση δικαιώματος («να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα», προτρέπει ο Λιαντίνης). Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, το «να φεύγεις» στον ορισμό του έρωτα δεν θα μπορούσε να αφορά τη γυναίκα.

Αν, παρ’ όλα αυτά, ο Λιαντίνης το «να φεύγεις» όντως το απευθύνει στη γυναίκα, τότε στη φράση «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», η απουσία τόνου στο «του» (συνήθως τον υπονοούμε: «η τέχνη τού να φεύγεις») δεν θα πρέπει να είναι προϊόν απροσεξίας, αλλά η λέξη «του» έχει κτητική σημασία και θα πρέπει να διαβαστεί ως έχει. Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα αναφέραμε πιο πάνω, η εναλλακτική γραφή «τού» οδηγεί σε φράση δίχως νόημα (το να φύγει, δηλαδή, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί, θα έπρεπε να απαιτεί τέχνη αντί να συνιστά δικαίωμα!).

Έτσι, το «η τέχνη του» υπονοεί μία ιδιότητα, ένα χάρισμα του άντρα. Και το «η τέχνη του να φεύγεις» θα μπορούσε να σημαίνει, σε πλήρη ανάπτυξη, «η τέχνη του άντρα να κάνει εσένα, τη γυναίκα, να φεύγεις...». Η φράση μένει ανολοκλήρωτη και δίχως νόημα, μέχρι να έρθει το υπόλοιπο, αναπόσπαστο μέρος του ορισμού: «...και τη στιγμή που φεύγεις από κοντά του (μετά την ερωτική σμίξη) να βιώνεις την απώλειά του δέκα φορές πιο οδυνηρά απ’ ό,τι εκείνος τη δική σου»!

Η τέχνη του έρωτα, λοιπόν, είναι υπόθεση του άντρα, ενώ το μεγαλύτερο μερίδιο της οδύνης του αποχωρισμού (της «σφαγής», κατά τον Λιαντίνη) αναλογεί στη γυναίκα. Εκείνος ήδη πλήρωσε το τίμημα που του αναλογούσε σε οδύνη, παραμερίζοντας «εννέα φορές» το «εγώ» του κατά την ερωτική σμίξη. Μετά, είναι η σειρά της να πονέσει. Κι αυτή είναι η δικαιοσύνη που όρισε η Φύση...

5. Τελικά, λογική ή ποίηση;

Ας συνοψίσουμε: Είναι φανερό ότι μία «προφανής» ερμηνεία του ορισμού του έρωτα κατά Λιαντίνη (δηλαδή, ότι έρωτας είναι η τέχνη να φεύγεις από μία σχέση, πονώντας πολλαπλά σε σύγκριση με τον/την σύντροφο που αφήνεις πίσω σου) οδηγεί σε παραδοξολογία. Πράγματι, κάποιος που ζει την οριστική και αμετάκλητη φυγή δέκα φορές πιο σφαγερά από εκείνον που αφήνει, δεν έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τέχνη. Γιατί, η τέχνη πάνω απ’ όλα απαιτεί καθαρό μυαλό, συγκέντρωση και λογική. Κι ο πόνος, αν και συχνά παράγει τέχνη, ποτέ δεν παράγεται από αυτήν!

Οι δύο ερμηνείες που επιχειρήθηκαν σε αυτό το κείμενο βασίστηκαν σε λογική επεξεργασία της διατύπωσης του ορισμού, εξετάζοντας χωριστά τις περιπτώσεις όπου η έκφραση «να φεύγεις» απευθύνεται στον άντρα ή στη γυναίκα. Αυτό μας οδήγησε, τελικά, σε μία σύνθεση των ερμηνειών σε ένα ενιαίο σχήμα, αφού οι ερμηνείες αυτές είναι κατ’ ουσίαν συμπληρωματικές και όχι αμοιβαία αποκλειόμενες.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσον ο ίδιος ο Λιαντίνης θα ενέκρινε μια οποιαδήποτε απόπειρα αποκωδικοποίησης των συμβολισμών που περιέχονται στη «Γκέμμα», με δεδομένο ότι η (σκόπιμα;) αινιγματική γραφή δένει αρμονικά με το λογοτεχνικό – κατ’ ουσίαν ποιητικό – ύφος του κειμένου. Έτσι που μία καθαρά ορθολογική προσέγγιση των νοημάτων θα μπορούσε να απειλήσει την ωραιότητα του όλου οικοδομήματος.

Ποιος ξέρει, λοιπόν... Ίσως και να πρέπει, τελικά, να αφήσουμε αδιατάρακτες τις λέξεις στα ανεξερεύνητα σκοτάδια τους. Και ίσως οι ερμηνείες τους να πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στα λεξικά, όσο στο ατομικό ένστικτο του καθενός. Γιατί, η «Γκέμμα» δεν είναι μία, είναι πολλές. Τόσες όσες και οι συνειδητότητες που χρόνια τώρα αγωνίζονται να την εξερευνήσουν. Πολλές φορές, ακόμα και μάταια...

(*) https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/stochasmoi-pano-se-mia-profitiki-dialexi-tou-dimitri-liantini/

KLIK

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022

Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν…

 Άλλο ένα ηλικιωμένο άτομο έπεσε θύμα δολοφονίας από αδίστακτο εισαγόμενο κακοποιό. Κάποιοι «ανθρωπιστές» θα σπεύσουν να αιτιολογήσουν (διάβαζε: δικαιολογήσουν) το έγκλημα. Κάποιοι πραγματιστές θα πουν «μια σύνταξη λιγότερη για το ελληνικό δημόσιο»...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η είδηση: Ηλικιωμένη τραυματίστηκε θανάσιμα στη μέση του δρόμου στην Ηλιούπολη, μετά από βίαιη αρπαγή της τσάντας της από αλλοδαπό σεσημασμένο κακοποιό. Ο δράστης (ο οποίος βαρύνεται και με άλλες παρόμοιες επιθέσεις) συνελήφθη από την αστυνομία.

Δεν είναι παρά το τελευταίο (την ώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές) γνωστό περιστατικό δολοφονίας ηλικιωμένου συνανθρώπου μας από άτομο στο οποίο η χώρα άνοιξε διάπλατα τα σύνορά της προσφέροντας φιλοξενία και ευκαιρία για μία καλύτερη ζωή. Και μου έρχεται στο νου μία φρικτή δολοφονία που έλαβε χώρα το μακρινό 2012, ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα εγκλήματα, πριν και μετά, με θύματα ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Το μόνο παρήγορο είναι ότι η Πολιτεία έλαβε άμεσα μέτρα προστασίας των ηλικιωμένων από εισαγόμενους κακοποιούς, ψηφίζοντας νόμο που τιμωρεί αυστηρά την ξενοφοβία (ναι, ο ανθρώπινος φόβος είναι αίσθημα ποινικά κολάσιμο!).

Για το περιστατικό εκείνο του 2012 είχα γράψει ένα κείμενο στο ΒΗΜΑ, το οποίο (κείμενο) συνάντησε έντονες αντιδράσεις από κύκλους πιστών του δόγματος των πλέρια ανοιχτών συνόρων (ένα δόγμα που καλά κρατεί). Παραδόξως, εισέπραξα και μία (συγκεκαλυμμένη, ομολογώ) ενόχληση από «συστημικούς» αναγνώστες. Ήταν η περίοδος της φοβερής οικονομικής κρίσης, και οι συντάξεις των «μη παραγωγικών» ανθρώπων αποτελούσαν αγκάθι για την Πολιτεία στην προσπάθειά της να τα βρει με κάποιον στρυφνό Γερμανό υπουργό οικονομικών...

Παραθέτω ένα εκτενές απόσπασμα από το άρθρο εκείνο, σαν ιστορικό αποτύπωμα μιας άλλης εποχής. Αλλά και επειδή, όπως λέει το τραγούδι, «όλα τα ίδια μένουν»...

----------------------------------------

Κάποιες άλλες, μακρινές εποχές, η είδηση θα είχε αναστατώσει το πανελλήνιο. Οι εφημερίδες θα την πρόβαλλαν με πηχυαίους τίτλους, ενώ θα ήταν για μέρες το πρώτο θέμα της ειδησεογραφίας στα κανάλια και στα ραδιόφωνα. Σήμερα, η είδηση πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων (αν έφτασε καν ως εκεί), ενώ για τα κανάλια ήταν ένα «συνηθισμένο» περιστατικό του καθημερινού αστυνομικού δελτίου. Πώς λέει εκείνο το χιλιο-αναμασημένο (αν και σοφό) κλισέ για το τέρας που δεν μας τρομάζει πια γιατί αρχίσαμε να του μοιάζουμε…

Όλοι έχουμε συναντήσει ανθρώπους που πέρασαν τα ογδόντα και βρέθηκαν στην ανάγκη να ζουν μόνοι. Για να κάνουμε πιο συγκεκριμένο το σενάριο, σκεφτείτε κάποιον που μόλις πριν ένα χρόνο έχασε τη σύντροφό του, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που είχε για παρέα και η παρουσία του τού έδινε κάποιο αίσθημα ασφάλειας. Τώρα οι νύχτες ήταν άυπνες και βασανιστικά αξημέρωτες. Κι ο κάθε θόρυβος απ’ το μπαλκόνι ή την κουζίνα έμοιαζε με απειλή ικανή να προκαλέσει πανικό. Ώσπου το φως της μέρας νάρθει σαν βάλσαμο παρηγοριάς και ψευδαίσθηση προστασίας…

Ευτυχώς υπήρχε μια σύνταξη, χάρις στην οποία μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια χωρίς να επιβαρύνει τα παιδιά του (τα οποία ήταν αναγκασμένα να μένουν μακριά). Χρόνια τώρα, μία φορά το μήνα συνδύαζε τον πρωινό του περίπατο με μια βόλτα ως την τράπεζα, να πάρει το καθορισμένο ποσό που θα του επέτρεπε να βγάλει τις δύσκολες μέρες που ακολουθούσαν. Δεν υπήρχε κανείς να τον συνοδέψει με ασφάλεια στο σπίτι, κι έτσι γύριζε μόνος του, κουβαλώντας στην τσέπη το πολύτιμο για την επιβίωση φορτίο του.

Δεν ξέρω αν το ‘χε, όμως, πληροφορηθεί (μα, κι αν το γνώριζε, τι θα μπορούσε να κάνει;) πως η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη που ήξερε! Κάποτε ζούσαν εδώ άνθρωποι – καλοί, κακοί, με τις αρετές και τις αμαρτίες τους. Σήμερα οι άνθρωποι αναγκάζονται να συμβιώνουν με κτήνη. Και, όσο πιο πολύ συμβιώνουν με αυτά, τόσο πιο πολύ συνηθίζουν στην κτηνωδία, μέχρι που σιγά  σιγά παύουν να τη φοβούνται…

Στη χώρα της απόλυτης παρακμής, τα πάντα εισάγονται, αφού έχουμε ξεχάσει πια τι θα πει παραγωγή – από οδοντογλυφίδες και άλλα μικροπράγματα, έως πολιτισμό και ποιότητα ζωής. Και επειδή, φαίνεται, γίναμε υπερβολικά πολλοί και ανεπίτρεπτα πλούσιοι, αποφασίσαμε να ανοίξουμε τα σύνορα και στο εισαγόμενο έγκλημα, μήπως κι εξισορροπήσουμε κάπως την κατάσταση και καταφέρουμε, τελικά, να γίνουμε λιγότεροι και φτωχότεροι!

Το γεροντάκι των 82 χρόνων στο Παγκράτι ήταν εύκολος στόχος καθώς γυρνούσε μόνος από την τράπεζα με την πολύτιμη σύνταξη στην τσέπη. Δύο «απελπισμένοι» της περιοχής (σύμφωνα με μαρτυρίες περιοίκων) τον είχαν βάλει από καιρό στο σημάδι. Την πρώτη φορά απλώς τον λήστεψαν. Τη δεύτερη φαίνεται πως βρήκαν ζόρι καθώς τον ακολούθησαν ως μέσα στο σπίτι του. Έτσι, αναγκάστηκαν να του κλείσουν το στόμα για να μη φωνάζει και τους πάρουν είδηση οι γείτονες. Ως πρόχειρο μέσο απόφραξης του στόματος που σε λίγα λεπτά επρόκειτο να σιγήσει για πάντα από ασφυξία, επέλεξαν μια ικανή ποσότητα χαρτιού υγείας από την τουαλέτα...

Και, επειδή κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει να αφαιρούν το περιτύλιγμα της άνοστης, χιλιομασημένης τσιχλόφουσκας περί «ρατσισμού», θα θέσω ένα ερώτημα που προσωπικά θεωρώ ρητορικό: Τι είναι, αν όχι ρατσιστική, η «κατανόηση» και η ανοχή στην άσκηση ακραίας βίας από τους βιολογικά ανθεκτικότερους και σωματικά υπέρτερους προς τους αδύναμους κι ανήμπορους να αμυνθούν;

Το μέγεθος του κακού σ’ αυτή τη χώρα έγινε πια τέτοιο που δεν μπορεί να χωρέσει σε συμβατικές ηθικές αξιολογήσεις. (Όπως με ωμό κυνισμό είχε πει κάποιος, μερικές χιλιάδες θάνατοι δεν είναι τραγωδία, είναι στατιστική!) Πιστή στις επιταγές του Δαρβίνου, η κοινωνία των ανθρώπων έχει ασυνείδητα αναπτύξει νοσηρά ανακλαστικά αυτοσυντήρησης με τελικό στόχο το ξεσκαρτάρισμα των βιολογικά αδύναμων και κοινωνικά μη-παραγωγικών στοιχείων. Γι’ αυτό και, στη χρεοκοπημένη Ελλάδα τού σήμερα, το γεροντάκι των 82 που απολάμβανε το «προνόμιο» μιας ολόκληρης σύνταξης, μέσα στα πειραγμένα υποσυνείδητά μας ίσως και να πρόβαλλε ως ανεπίτρεπτη «πολυτέλεια» που θα ‘πρεπε με κάποιον τρόπο να εκλείψει!

Αυτό εξηγεί, άλλωστε, τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων, τις λιτές και άχρωμες – σχεδόν εξαναγκαστικές – αναφορές ρουτίνας στα Μέσα Ενημέρωσης, μα, κυρίως, την απουσία έμπρακτης ευαισθησίας εκ μέρους όσων κόπτονται επιλεκτικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτοχρίζονται σταυροφόροι «κατά του ρατσισμού»!

Καμία Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της προβλήματα τέτοιου μεγέθους, αν πρώτα η ίδια η κοινωνία δεν τα καταδικάσει στη συλλογική της συνείδηση. Μια συνείδηση που πρέπει, όμως, να πάψει να εμφανίζεται κατακερματισμένη με βάση κομματικές συμπάθειες ή ιδεολογικές προκαταλήψεις, και να λειτουργήσει με πνεύμα μη-επιλεκτικού (άρα, μη-μεροληπτικού και μονόπλευρου) ανθρωπισμού, αλλά και με αίσθημα εθνικής αυτοσυντήρησης (όσο κι αν ο επιθετικός προσδιορισμός στην αυτοσυντήρηση προκαλεί αλλεργία σε ορισμένους «προοδευτικούς» κύκλους…).

Και, ας αφήσουμε, επιτέλους, κατά μέρος τις γελοίες ρητορείες περί δήθεν «ρατσιστικών τάσεων» της κοινωνίας μας. Είμαστε, κατά παράδοση, ο πιο ανεκτικός και φιλόξενος λαός του κόσμου. Αυτονόητα, βέβαια, για εκείνους που σέβονται τους κανόνες της φιλοξενίας και τιμούν αυτούς που τους την προσφέρουν!

Κι αυτή μας τη διάθεση δεν μπορούν να την επιβάλουν ξενόφερτοι νόμοι «κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας». Μπορούν μόνο να την εμπνεύσουν οι καλές προθέσεις αυτών που έρχονται στη χώρα για να συμβάλουν στην αναδημιουργία της – όχι να αποτελειώσουν την αποσύνθεσή της.

(Ιούλιος 2012, στην «καρδιά» μιας οικονομικής κρίσης)

KLIK