Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Η «πολιτική ορθότητα» και ο Ιός του Δυτικού Νείλου


Πώς η «πολιτική ορθότητα» έγινε ανάχωμα στην καριέρα μιας μεγάλης αθλήτριας, με αφορμή έναν αστεϊσμό για τον Ιό του Δυτικού Νείλου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ακούμε στις ειδήσεις για την ανησυχητική επανεμφάνιση στη χώρα μας του λεγόμενου Ιού του Δυτικού Νείλου, ο οποίος προσβάλλει τον άνθρωπο με το τσίμπημα μολυσμένων κουνουπιών. Ανάλογη επιδημιολογική ανησυχία είχε προκληθεί το καλοκαίρι του 2012, με την εμφάνιση κρουσμάτων και στην Ελλάδα. Μία «παράπλευρη απώλεια», όμως, δεν αφορούσε κάποιο τσίμπημα κουνουπιού αλλά κατάχρηση της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας» από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία παραλίγο να καταστρέψει την καριέρα μίας μεγάλης αθλήτριας της ΑΕΚ με αφορμή έναν ασήμαντο αστεϊσμό στο τότε Twitter (νυν X). Αντιγράφω από την Wikipedia:

Η Βούλα Παπαχρήστου επρόκειτο να αγωνιστεί στους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, αλλά αποβλήθηκε από την ελληνική ομάδα όταν στις 25 Ιουλίου 2012 δημοσίευσε στον λογαριασμό της στο Twitter ένα ανέκδοτο που αναφερόταν στους Αφρικανούς και τα "κουνούπια του Δυτικού Νείλου". Η δημοσίευση αυτή ήταν παράλληλη με την ειδησεογραφία που υπήρχε εκείνο το διάστημα στην Ελλάδα, σχετικά με την εμφάνιση του Ιού του Δυτικού Νείλου και την προσβολή τουλάχιστον πέντε ατόμων και τον θάνατο ενός. Το ανέκδοτο, που χαρακτηρίστηκε ατυχές από την ίδια καθώς, όπως είχε δηλώσει, ήταν ένα άκομψο αστείο για το οποίο αργότερα ζήτησε συγγνώμη, καταδικάστηκε από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή ως κάτι που ήταν αντίθετο προς τις ολυμπιακές αξίες και τα ολυμπιακά ιδεώδη. Η ανάκληση της συμμετοχής της από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή χωρίς να προηγηθεί ενημέρωσή της ώστε να υπάρξει πιθανή απολογία της, έφερε αντιδράσεις από βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου που κατέθεσαν ερωτήσεις σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως και από Έλληνες πρώην αθλητές του στίβου και καλλιτέχνες.

Με αφορμή το περιστατικό εκείνο, είχαμε γράψει τότε ένα άρθρο στο ΒΗΜΑ αναδεικνύοντας την «αλά καρτ» - και μάλλον υποκριτική - ευαισθησία της Ολυμπιακής Επιτροπής, πίσω από το σκεπτικό της απόφασης αποκλεισμού της αθλήτριας (τα όποια πολιτικά φρονήματα της οποίας την εποχή εκείνη ελάχιστα μας αφορούν). Παραθέτω αποσπάσματα του κειμένου:

------------------------

Η πρόσφατη, πολυσυζητημένη υπόθεση της Βούλας Παπαχρήστου άνοιξε πάλι τον κύκλο των αντιπαραθέσεων περί ρατσισμού στη χώρα. Θυμίζουμε ότι η αθλήτρια της ΑΕΚ αποκλείστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την Ολυμπιακή αποστολή λόγω ενός χιουμοριστικού σχολίου της στο site κοινωνικής δικτύωσης “Twitter”, το οποίο (σχόλιο) θεωρήθηκε ρατσιστικό από τους υπεύθυνους της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής. 

Το σχόλιο ανέφερε τα εξής:

«Με τόσους Αφρικανούς στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Νείλου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!»

Πέραν από το προφανές επιστημονικό λάθος που εμπεριέχει (πρόκειται απλά για μολυσμένα Ελληνικά κουνούπια!), το κατά πόσον το σχόλιο είναι ή όχι ρατσιστικό είναι θέμα συζήτησης. Το πρόβλημα είναι κατά κύριο λόγο εννοιολογικό: η διαφορετικότητα στην αξιολόγηση μιας πράξης ως ρατσιστικής ή όχι, οφείλεται στην μη-οικουμενικότητα της αντίληψης του πρωτογενούς όρου «ρατσισμός».

Παρεμφαίνει το σχόλιο της αθλήτριας απαξιωτική διάθεση απέναντι στην ιδέα του «Αφρικανού»; Αντί απάντησης, θα αναφερθώ σε μία πολύ έξυπνη παρατήρηση αναγνώστη του «Βήματος», την οποία διάβασα πρόσφατα: Ας κάνουμε την φανταστική υπόθεση ότι έκανε την εμφάνισή του στη χώρα το «κουνούπι του Δυτικού Ρήνου», και ότι κάποιος αναρτούσε στο Twitter το σχόλιο:

«Με τόσους Γερμανούς τουρίστες στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Ρήνου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!»

Πόσοι αναγνώστες θα εύρισκαν το εν λόγω σχόλιο απεχθές, απαράδεκτο, ακραία υποτιμητικό και, εν τέλει, «ρατσιστικό»; Απ’ όσους δεν θα το εύρισκαν (υποπτεύομαι, η συντριπτική πλειοψηφία), θα ζητούσα να μου εξηγήσουν σε τι διαφέρει, καταρχήν, από το αντίστοιχο σχόλιο της αθλήτριας. Αν η ιδιότητα «Αφρικανός» εξ ορισμού ευαισθητοποιεί περισσότερο από την (εξίσου μη-επιλεγμένη από τους φορείς της) ιδιότητα «Γερμανός», τότε θα πρέπει να εξετάσουμε μήπως αυτή η «αλά καρτ» ευαισθησία εμπίπτει στις προϋποθέσεις για υποκρυπτόμενο ρατσισμό!

------------------------

Τελικά, τι πετύχαμε με τις υποχόνδριες υπερβολές της «πολιτικής ορθότητας» (πέρα από την άδικη παρ' ολίγον καταστροφή της καριέρας κάποιας αξιόλογης αθλήτριας στη μικρή κι ασήμαντη Ελλάδα); Ας ρίξουμε μια ματιά στον σημερινό κόσμο. Κι ας δούμε ποιος κέρδισε ξανά την εξουσία στη μεγαλύτερη Δυτική υπερδύναμη και λόγω της αγανάκτησης των Αμερικανών πολιτών για το ανελεύθερο αυτό δόγμα, το οποίο επιχειρήθηκε - πρωτοστατούντων των ακαδημαϊκών ελίτ - να τους επιβληθεί με τρόπο άκομψο και, συχνά, προσβλητικό. Ένα δόγμα που φαλκιδεύει, αντί να υπερασπίζεται, την ελευθερία του λόγου.

Όσο για τη δική μας ήπειρο, ας δούμε ποιες δυνάμεις άρχισαν και πάλι να βγαίνουν από τα σκοτεινά «μπαούλα» της Ιστορίας, κεφαλαιοποιώντας πολιτικά την κόπωση των Ευρωπαίων από τις καταχρηστικές εφαρμογές «αντιρατσιστικών νόμων» που προστατεύουν επιλεκτικά και μονόπλευρα εκείνους που αρνούνται να αποδεχθούν τα ευρωπαϊκά ιδεώδη.

Αναφέρω, ενδεικτικά, μία πρόσφατη δικαστική υπόθεση που έλαβε χώρα στη Βρετανία. Ο Stephen Gray είναι 65-χρονος συνταξιούχος αστυνομικός. Με βάση μία ανώνυμη καταγγελία, καταδικάστηκε από βρετανικό δικαστήριο να πληρώσει ένα ποσό που, συνολικά, υπερέβη τις 1000 λίρες, λόγω του ότι επανακοινοποίησε στο Facebook έναν αστεϊσμό που θεωρήθηκε προσβλητικός για μια θρησκεία (εύκολα αντιληπτό ποια) με αυξανόμενη πολιτική επιρροή στη χώρα:

«Όσοι καταναλώνουν μπέικον έχουν λιγότερες πιθανότητες να παντρευτούν ένα εννιάχρονο κορίτσι!»

Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί «γλυκιά ανάμνηση» για τους Βρετανούς πολίτες. Το ίδιο όπως επιχειρήθηκε να γίνει για τους Αμερικανούς...

Το ερώτημα που προκύπτει είναι τρομακτικό - και, για να αποφύγω τη «ρετσινιά» της προκατάληψης, θα το θέσω ως ευθύ και όχι ως ρητορικό και αυταπάντητο:

Μήπως έχουμε πάρει λάθος δρόμο στη Δύση;

Εκείνη τη Δύση της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του Διαφωτισμού, αν θυμάται κανείς...

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Όταν στη Marfin δολοφονήθηκε το δικαίωμα στην εργασία...


Στη Marfin δεν δολοφονήθηκαν μόνο τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό. Στα θύματα θα πρέπει να λογίζεται και το ίδιο το δικαίωμα στην εργασία...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Στις 5 Μαΐου του 2010, τρεις εργαζόμενοι στην τράπεζα Marfin στην οδό Σταδίου (μεταξύ των οποίων μία έγκυος γυναίκα) δολοφονήθηκαν με βόμβες μολότοφ που ρίχτηκαν στο εσωτερικό της τράπεζας από ομάδα "αντιεξουσιαστών", στη διάρκεια διαδήλωσης ενάντια στα οικονομικά μέτρα που επέβαλλε η δανειακή σύμβαση (το περιβόητο "μνημόνιο") που θα απέτρεπε την άτακτη χρεοκοπία της χώρας. Τα θύματα πλήρωσαν με τη ζωή τους το ότι εργάζονταν σε μέρα γενικής απεργίας.

Οι δολοφόνοι δεν έλαβαν καν υπόψη, ως ελάχιστο "ελαφρυντικό" των θυμάτων τους, ότι στις απεργίες συμμετέχουν ασμένως εκείνοι κυρίως που έχουν εξασφαλισμένη σταθερή εργασία. Για τον εργαζόμενο στον αμείλικτο ιδιωτικό τομέα, ηθελημένη απουσία μπορεί να σημάνει ακόμα και αυτόματη απόλυση! Λεπτομέρειες, θα πει κάποιος, για έξαλλους και τυφλά φανατισμένους "επαναστάτες"...

Η Αριστερά, εξ ορισμού αποκλειστική κάτοχος του μετεμφυλιακού "ηθικού πλεονεκτήματος", ουδέποτε καταδίκασε απερίφραστα το έγκλημα, μιλώντας εξαρχής για "προβοκάτσια του συστήματος" ή, στην καλύτερη περίπτωση, για "παιδιά που ξέφυγαν λιγάκι". Και όταν τώρα, μετά από 16 ολόκληρα χρόνια, η σύγχρονη τεχνολογία επέτρεψε την πιθανή ταυτοποίηση των δραστών, με δυσκολία έκρυψε η Αριστερά την αμηχανία της - αν όχι την απογοήτευσή της - αρκούμενη στο να εκφράσει υπέρμετρη ανησυχία για ενδεχόμενη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας των συλληφθέντων υπόπτων. Πράγμα που συνιστά ευθεία προσβολή στην ίδια τη Δικαιοσύνη.

Είναι η ίδια εκείνη Αριστερά που κατηγορεί την αστική δημοκρατία για τους δείκτες ανεργίας, τονίζοντας ότι το δικαίωμα στην εργασία αναλογεί σε όλους τους πολίτες. Όμως, στην περίπτωση του εγκλήματος στη Marfin, εκτός από τους ανθρώπους δολοφονήθηκε και αυτό τούτο το ιερό, υποτίθεται, δικαίωμα! Ας το δούμε λίγο αναλυτικότερα.

Το δικαίωμα στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα ενός προσώπου να εργάζεται ασκώντας ένα επάγγελμα το οποίο επιλέγει ελεύθερα, αποτελεί θεμελιώδη κοινωνικό κανόνα που κατοχυρώνεται και προστατεύεται από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας (Άρθρο 22). Και κανένας νόμος της πολιτείας δεν μπορεί να τιμωρήσει κάποιον που επιθυμεί να εργαστεί οποιαδήποτε στιγμή και εντός του πλαισίου των νόμων.

Ένα κρίσιμο ζήτημα, βέβαια, αφορά την διαθεσιμότητα της εργασίας. Σύμφωνα με την μαρξιστική άποψη, το ίδιο το κράτος οφείλει να διασφαλίζει την δυνατότητα εργασίας για όλους τους πολίτες. Αντίθετα, ο "αστικός" οικονομικός φιλελευθερισμός συνδέει αυτή τη δυνατότητα με τον νόμο προσφοράς και ζήτησης, αποσυνδέοντάς την από την κρατική μέριμνα.

Έτσι, σε ένα οικονομικά φιλελεύθερο ("καπιταλιστικό") καθεστώς, η διαθεσιμότητα εργασίας δεν είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Εν τούτοις, το δικαίωμα στην εργασία ισχύει απαρέγκλιτα, υπό την έννοια ότι κάθε άτομο είναι ελεύθερο να εργάζεται εφόσον το επιθυμεί και με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι υφίσταται προσφορά εργασίας. Ο κανόνας αυτός, δυστυχώς, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα της απόλυσης ενός εργαζομένου. Ο τελευταίος, εν τούτοις, είναι ελεύθερος να αναζητήσει κάποια άλλη εργασία που θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις του και θα καλύπτει τις ανάγκες του. Το βέβαιο είναι ότι θα το σκεφτεί διπλά και τριπλά να απουσιάσει από την εργασία του στο πλαίσιο απεργιακών κινητοποιήσεων των "βολεμένων"...

Η δολοφονική επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους στη Marfin αποτέλεσε, εκτός των άλλων, μία παράνομη και βίαιη αμφισβήτηση του δικαιώματος στην εργασία. Και όχι μόνο αυτό. Ένα ad hoc λαϊκό "δικαστήριο" έκρινε ότι η εργασία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή συνιστούσε "έγκλημα κατά της κοινωνίας" και καταδίκασε επί τόπου τους εργαζόμενους στην εσχάτη των ποινών. Όταν μάλιστα η ίδια η πολιτεία έχει επισήμως καταργήσει τη θανατική ποινή ακόμα και για τα ειδεχθέστερα εγκλήματα!

Τα σχόλια που διακινήθηκαν για το συμβάν, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήταν ενδεικτικά του ήθους των "δικαστών" και των χειροκροτούντων. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο:

- Αφού εργάζονταν τέτοια μέρα, καλά να πάθουν!

Και το φρικτότερο και κυνικότερο όλων:

- Αν είσαι άνεργος, υπάρχουν τρεις κενές θέσεις στη Marfin!

Μιλώντας γενικότερα, προκαλεί θλίψη (αλλά όχι έκπληξη) το ότι όσοι στήριξαν ηθικά και πολιτικά τους εγκληματίες της Marfin δεν απολογήθηκαν ποτέ. Ακόμα και σήμερα, εξ άλλου, κάποιοι επικαλούνται προσχηματικά το "τεκμήριο της αθωότητας" για να προκαλέσουν αίσθημα αμφισβήτησης για κάθε νέο στοιχείο που οδηγεί στην ασφαλέστερη ταυτοποίηση των δραστών.

Είναι εκείνοι που βάφτισαν το έγκλημα "αναπόφευκτο αποτέλεσμα δίκαιης λαϊκής οργής". Εκείνοι που δίχασαν κάποτε την κοινωνία μιλώντας για "πατριώτες" και "ξεπουλημένους προδότες". Κι εκείνοι που πρόσφεραν σε πολιτικούς τυχοδιώκτες την ευκαιρία να παίξουν τη χώρα στα ζάρια, με τους πολίτες ακούσια πειραματόζωα σε ακροβατικές "θεωρίες παιγνίων"...

Όμως, όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. Ή μήπως όχι...

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ώστε, έπρεπε να ζήσουμε τον εφιάλτη των κλειστών τραπεζών πιο νωρίς!


Φαίνεται πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει μετανιώσει. Όχι γιατί κάποτε έπαιξε στα ζάρια τις τύχες της χώρας, αλλά γιατί δεν έκανε τη ζωή μας εφιαλτική ακόμα πιο νωρίς...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι θα έπρεπε να είχε κλείσει τις τράπεζες αμέσως μετά τις εκλογές που του είχαν δώσει την εξουσία. Δηλαδή, από τις πρώτες εβδομάδες του 2015. Τελικά, σύμφωνα με το μυθολογικό αφήγημα της «ανανεωτικής» Αριστεράς, τις τράπεζες τις έκλεισαν το καλοκαίρι του '15 οι «κακοί ξένοι δανειστές» (και όχι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση!) μετά την προκήρυξη ενός δημοψηφίσματος που, ουσιαστικά, έθετε ζήτημα αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιστροφής της χώρας στη δραχμή. Με ό,τι εφιαλτικό θα μπορούσε αυτό να σημάνει για τις ζωές όλων μας (πλην των λίγων εκείνων που είχαν ήδη διασφαλίσει τα χρήματά τους στέλνοντάς τα σε ξένες πολιτείες)...

Το δημοψήφισμα του 2015 υπό καθεστώς κλειστών τραπεζών, προκάλεσε έναν ακήρυκτο εμφύλιο που δίχασε βαθιά την ελληνική κοινωνία, ενώ το τραύμα που άφησε πίσω του δεν έχει ως σήμερα κλείσει εντελώς. Ακόμα χειρότερα (το αξιολογώ ως εκπαιδευτικός, και ενδεχομένως υπερβάλλω), διέψευσε τις – ανεδαφικές, όπως είχαν τεχνητά καλλιεργηθεί – προσδοκίες της νέας γενιάς για ένα καλύτερο «αύριο» μέσω της «ηρωικής αντίστασης» στο «κατεστημένο», και κλόνισε σε μεγάλο βαθμό την πίστη των νέων ανθρώπων στην πολιτική.

Μία εικόνα από το κλίμα των ημερών προ του δημοψηφίσματος είχα επιχειρήσει να περιγράψω σε ένα παλιότερο κείμενο. Θα προτιμούσα να το είχα ξεχάσει, πιστεύοντας ότι εκείνοι που το καλοκαίρι του '15 είχαν (κυριολεκτικά) παίξει την Ελλάδα στα ζάρια έχουν πια ωριμάσει πολιτικά και έχουν δει τα λάθη τους την περίοδο που είχαν αναλάβει να βγάλουν τη χώρα από την οικονομική κρίση. Η πρόσφατη συνέντευξη του Α. Τσίπρα, εν τούτοις, διάλυσε κάθε αυταπάτη (που ούτως ή άλλως δεν δικαιολογείται να υπάρχει) περί ειλικρινούς αυτοκριτικής. Το θεωρώ χρήσιμο, λοιπόν (και συνάμα διδακτικό) να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από το κείμενο εκείνο, ενθύμιο μιας εποχής που δεν θα θέλαμε να ξαναζήσουμε...

--------------------------------

Ήταν οι πρώτες μέρες του Ιουλίου, το φοβερό καλοκαίρι του 2015. Τις μέρες εκείνες το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ζούσε ένα «χιτσκοκικό» θρίλερ. Το σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μία χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Με τον καιρό γίναμε αποδέκτες απίστευτων αποκαλύψεων που άγγιζαν, αν όχι ξεπερνούσαν, τα όρια ενός εθνικού εφιάλτη! Ακούσαμε για σχέδια μεθοδευμένης χρεοκοπίας της χώρας και καθολικής φτωχοποίησης των Ελλήνων, στο πλαίσιο μίας αντίληψης για την επίτευξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» μέσω γενικευμένης ισοπέδωσης. Μάθαμε για σκέψεις εθνικοποίησης των – ήδη κλειστών – τραπεζών, με βέβαιη την παράλληλη εξανέμιση των καταθέσεων των πολιτών, αφού, στη λογική του μαρξιστικού πουριτανισμού, οι έχοντες τραπεζικές καταθέσεις (ακόμα και οι μικρο-καταθέτες) ανήκαν στην επαίσχυντη κατηγορία των «βολεμένων αστών» και έπρεπε να υποστούν την ανάλογη τιμωρία, προς όφελος εκείνων που δεν είχαν ένα ευρώ στην άκρη. Ακούσαμε για σχέδια διανομής τροφίμων και βασικών ειδών διαβίωσης με το δελτίο, ακόμα και για συσσίτια που παρέπεμπαν σε φοβερές μνήμες Κατοχής.

Το τραγικότερο και πολιτικά κυνικότερο όλων: Γίναμε μάρτυρες της απάνθρωπης μεταχείρισης των ηλικιωμένων που, μες στο αφόρητο λιοπύρι του καλοκαιριού, στήνονταν – συχνά μάταια – έξω από τις κλειστές τράπεζες των capital controls για να εξασφαλίσουν λίγα ευρώ, ίσα να επιβιώσουν. Με στοιχειώνει ως σήμερα η θύμηση από το βουβό κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα (όταν αυτή, επιτέλους, άνοιξε τις πόρτες) για λίγα μετρητά. «Πώς θα ζήσουμε η γυναίκα μου κι εγώ;», ρωτούσε μάλλον ρητορικά τον ατσαλάκωτο με τη γραβάτα... Θυμάμαι, επίσης, τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μία τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε – πλην θαυμαστών – να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία». Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες.

Από την άλλη μεριά, είδαμε ένα συστηματικό προπαγανδιστικό «χαϊδολόγημα» της νέας γενιάς, ιδιαίτερα εκείνου του κομματιού της που δεν είχε κατορθώσει να βρει μία θέση στην αγορά εργασίας. Όσο κι αν ακούγεται ανατριχιαστικό, υπήρχαν νέα παιδιά που περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή που το μαρξιστικό (υποτίθεται) καθεστώς «θα τα πάρει» από τους «βολεμένους» για να τα μοιράσει «δίκαια» σ’ αυτούς που ζητούσαν μία ευκαιρία για δουλειά και αξιοπρεπή επιβίωση. Μια ματιά στα απίστευτης αγριότητας σχόλια που μαζικά αναρτήθηκαν προ του δημοψηφίσματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα αρκούσε για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος των προσδοκιών που έντεχνα καλλιεργήθηκαν…

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος – και λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή του. Κατηφόριζα προς τον σταθμό του μετρό Συγγρού-Φιξ, όταν βρέθηκα μπροστά στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ όπου μία παρέα νεαρών (αγόρια και κορίτσια) μοίραζαν προπαγανδιστικά φυλλάδια υπέρ του ‘ΟΧΙ’. Κοντοστάθηκα να ρίξω μια ματιά και, με την ευκαιρία, επιχείρησα να ξεκινήσω μία κουβέντα. Τους ρώτησα ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν η επόμενη μέρα αν το αποτέλεσμα ήταν ‘ΟΧΙ’, για να εισπράξω ως απάντηση μερικές γενικόλογες ηρωικές ρητορείες και αφορισμούς κατά των πολιτικών δυνάμεων «των μνημονίων».

Όταν επέμεινα στην ερώτηση, μου έσκασαν τελικά το μυστικό: Πανικόβλητες οι δυνάμεις της Ευρώπης μπροστά στη θέληση του ελληνικού λαού, θα υποτάσσονταν και θα μας πρόσφεραν γη και ύδωρ προκειμένου να μην αποχωρήσουμε από την ευρωπαϊκή οικογένεια! Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση. Έτσι, έκανα να φύγω, λέγοντας: «Αν βρεθούμε ξανά εδώ την ερχόμενη Δευτέρα, θα έχουμε την ευκαιρία να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα.»

Το πρόσωπο μίας κοπέλας που καθόταν ως τότε σιωπηλή, πήρε ξάφνου μια άγρια όψη: «Αν είσαι απ’ αυτούς που θα ψηφίσουν ‘ΝΑΙ’, δεν θα ‘χω να πω τίποτα μαζί σου τη Δευτέρα. Από κείνη τη στιγμή και μετά, θα είσαι εχθρός μου!» Τους είπα πως η ακραία αυτή θέση έδειχνε ξεκάθαρα πόσο πολύ δίχασε τον ελληνικό λαό αυτό το δημοψήφισμα. Ένας νεαρός φάνηκε να δαγκώνεται για την επικοινωνιακή γκάφα της συντρόφισσας και βάλθηκε ευθύς να την δικαιολογήσει, λέγοντας πως δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το εξέφρασε.

Από μια άλλη κοπέλα, τότε, δέχθηκα μία προσωπική ερώτηση διατυπωμένη σε τρίτο πρόσωπο: «Ας μας πει ο κύριος, εργάζεται;» Της απάντησα πως είμαι εκπαιδευτικός. Υποδέχθηκε την απάντησή μου με το θριαμβευτικό ύφος ανθρώπου που μόλις ξεσκέπασε μια σκοτεινή συνωμοσία: «Α, έτσι πες μου! Είδατε, ο κύριος ανήκει στους βολεμένους!» Η πρώτη κοπέλα σήκωσε ακόμα πιο πολύ την ένταση καθώς άρχισε να μιλά για το πρόβλημα χρόνιας ανεργίας που αντιμετώπιζαν όλα τα μέλη της παρέας. Όμως, κάποια στιγμή ξέφυγε: «Ξέρεις τι είναι να σου σπάσουν οι μπάτσοι το κεφάλι; Εσένα σου το ‘χουν σπάσει ποτέ;»

Έκανα την μάλλον αφελή ερώτηση αν ένα σπασμένο κεφάλι θα αποτελούσε τεκμήριο αξιοπιστίας μου ως συνομιλητή, αλλά εκείνη δεν άκουγε πια: ήμουν ο «εχθρός» που έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί! Κατάλαβα ότι μία περαιτέρω παραμονή μου στο κιόσκι θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες κλιμακώσεις, και έφυγα χαιρετώντας βιαστικά. Η δεύτερη κοπέλα είχε τον τελευταίο, νικητήριο λόγο: «Ε, βέβαια, του τελείωσαν τα επιχειρήματα και το βάζει στα πόδια!»

Ομολογώ ότι δεν το άκουσα να αρθρώνεται επί λέξει, μπορούσα όμως να το διαβάσω στα μάτια τους που ξεχείλιζαν από θυμό: «Περίμενε να ‘ρθει η Δευτέρα και θα τα πούμε με όλους εσάς τους βολεμένους!» Κι αν δεν άκουσα εγώ κάτι τέτοιο, το άκουσαν πολλοί γνωστοί, ακόμα κι από επιστήθιους φίλους τους. Κάποιοι επιχείρησαν τότε, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, να διχοτομήσουν την κοινωνία στήνοντας αριστοτεχνικά το τερέν μίας οιονεί εμφύλιας διαμάχης...

Πόσα έχουν αλλάξει από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’15... Χιμαιρικά οράματα που διαψεύστηκαν και κατέρρευσαν… Μεγαλόστομες διακηρύξεις και ανεδαφικές υποσχέσεις που αποδείχθηκαν κοινά πολιτικά ψεύδη… Και, εν τέλει, συνειδητοποίηση – από ένα μέρος, τουλάχιστον, της ελληνικής κοινωνίας – ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» αλλά, απλά, εκείνοι που σκέφτονται «έτσι» κι οι άλλοι που σκέφτονται «αλλιώς».

Κι αυτό το τελευταίο είναι, θαρρώ, το πιο χρήσιμο μήνυμα που μας άφησε η εφιαλτική εμπειρία του 2015.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

Τα capital controls και τα κορόιδα...


Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr τον Ιούλιο του 2016

Ανοίγω το ραδιόφωνο τις προάλλες, να ακούσω τις ειδήσεις της ημέρας. Μία από αυτές ελάχιστα με εντυπωσίασε: Σε δηλώσεις του στην κρατική τηλεόραση, ο υπουργός Οικονομικών εκτίμησε ότι η οριστική άρση των capital controls θα γίνει «μετά το τέλος της δεύτερης αξιολόγησης» (το πόσο μετά, δεν το προσδιόρισε), προβλέποντας μάλιστα ότι η διαπραγμάτευση αναμένεται να περάσει μέσα από συγκρούσεις και έντονες διαφορές με τους θεσμούς!

Την ίδια στιγμή, όλοι οι αναλυτές – κυβερνητικοί και μη – λένε σε όλους τους τόνους ότι δεν θα αρθούν οι περιορισμοί αν πρώτα δεν επιστρέψει το αίσθημα εμπιστοσύνης στους καταθέτες, έτσι ώστε να «πάρουν τα λεφτά απ’ το στρώμα» και να τα ξαναβάλουν στις τράπεζες. Όμως, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να υπάρχει σε ένα σύστημα που ανά πάσα στιγμή, ξαφνικά και απροειδοποίητα, έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει τα χρήματα των ανθρώπων; Πρώτα άρση των περιορισμών, λοιπόν, και μετά επιστροφή των κεφαλαίων στη βάση τους. Φαύλος κύκλος, δηλαδή. Κάτι σαν την κότα και το αυγό!

Βέβαια, αυτοί που έμειναν να ταλανίζονται με τα capital controls είναι κάτι κορόιδα σαν και του λόγου μου, που έδινα πίστη στον ταμία της τράπεζας όταν τον άκουγα πέρυσι, μέσα Ιουνίου, να μιλά κοροϊδευτικά για τους «υστερικούς πελάτες» που έρχονταν κάθε τόσο να αποσύρουν τεράστια ποσά από τις καταθέσεις τους, πέφτοντας θύματα, υποτίθεται, της περιρρέουσας κινδυνολογίας.

Εκείνη τη μοιραία Παρασκευή, λοιπόν, δεν πήγα να πάρω χρήματα, αν και χρειαζόμουν. «Άσε, από Δευτέρα», σκέφτηκα! Εξ άλλου, ο δίτροχος ροκ-σταρ – και, αν του περίσσευε χρόνος, υπουργός των Οικονομικών – με το κακόγουστα ανορθόγραφο όνομα, μας διαβεβαίωνε αφενός ότι η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν υπόθεση ωρών για να ολοκληρωθεί, αφετέρου δε ότι, σε κάθε περίπτωση, το κλείσιμο των τραπεζών δεν ήταν μια θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία.

Τελικά, ξυπνήσαμε Σάββατο πρωί με την αναγγελία του παρανοϊκού δημοψηφίσματος, για να ακολουθήσουν σύντομα οι εξ ανέμελης μοτοσικλέτας προερχόμενοι αυτάρεσκοι κομπασμοί, «Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες» (“Honey, I just shut the banks”)!

Κάρτες δεν είχα ποτέ, το ίδιο κι η γυναίκα μου. Εκείνη την εποχή προέκυψαν μάλιστα και κάποια ιατρικά έξοδα που άμεσα απαιτούσαν μετρητά. Έφτασα να μετρώ τα ψιλά στο πορτοφόλι μου για μια τυρόπιτα, μοναδικό γεύμα της ημέρας. Δεν θα ντραπώ να ομολογήσω ότι κάποιες μέρες πείνασα...

Σε κάθε περίπτωση, εμείς οι αφελείς πιαστήκαμε στον ύπνο. Γιατί, ως την Παρασκευή το μεσημέρι, ώρα που οι τράπεζες κατέβαζαν ρολά, όλα πήγαιναν – υποτίθεται – ιδανικά. Η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν «σχεδόν κλεισμένη», και από Δευτέρα όλα θα ήταν “business as usual”. Βέβαια, ως γνωστόν, το κλείσιμο των τραπεζών ποτέ δεν προαναγγέλλεται επισήμως. Πόσο μάλλον όταν ακόμα και μια απλή φήμη που διαδίδεται ανεύθυνα από στόμα σε στόμα, είναι ικανή να ενσπείρει τον πανικό στους καταθέτες, οδηγώντας σε χαοτικές καταστάσεις μέσα και έξω από τις τράπεζες.

Θυμάμαι ένα τηλεφώνημα που είχα δεχθεί από συγγενικό μου πρόσωπο, κάπου πέντε χρόνια πριν. Μου έδινε την «υπεύθυνη και άκρως εμπιστευτική» πληροφορία (την οποία απαγορευόταν να μοιραστώ με οποιονδήποτε άλλον) ότι «την Κυριακή αναγγέλλεται η χρεοκοπία και από Δευτέρα πρωί θα κλείσουν επ’ αόριστον οι τράπεζες». Γι’ αυτό, θα έπρεπε να σπεύσω να αποσύρω όλες τις καταθέσεις μου!

Για κάποιο λόγο, δεν μου φάνηκε τότε σοβαρή η πληροφορία. Σκέφτηκα όμως τι θα γινόταν έτσι και άνοιγα το στόμα μου «ενημερώνοντας» κάποιους άλλους, καθένας εκ των οποίων θα μιλούσε με τη σειρά του σε άλλους τόσους. Να πώς δημιουργείται από το τίποτα η χιονοστιβάδα του πανικού κι ανοίγουν οι πύλες του χάους!

Θα μου πείτε, τα λεφτά έφυγαν ούτως ή άλλως «εν ψυχρώ» από τις τράπεζες. Ωστόσο, κάτι έμεινε πίσω να τις κρατάει όρθιες. Μέσα σ’ αυτό το «κάτι» είναι τα χρήματα των «κορόιδων». Εκείνων, δηλαδή, που δεν πήραν στα σοβαρά έναν επικίνδυνο ταχυδακτυλουργό της οικονομικής επιστήμης, που είχε στην άκρη του μυαλού του ένα σχέδιο υφαρπαγής των μόχθων τους για να χρηματοδοτήσει το ουτοπικό κοινωνικό του όραμα με τον παραπλανητικό κωδικό “Plan B”. Που στην πραγματικότητα ήταν “Plan A”...

Κάποιοι που βρεθήκαμε τότε στον αέρα, δίχως ευρώ στο στρώμα και πλαστικές κάρτες στο πορτοφόλι, πήραμε για λίγο μια γεύση από την καθολικά φτωχοποιημένη κοινωνία που μας ετοίμαζαν από καιρό ένας υπερφίαλος ακαδημαϊκός, ένας δογματικός νεο-σταλινικός και μια υστερικά στριγκλίζουσα κόρη. Με στοιχειώνει ακόμα η θύμηση από το βουβό κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα για λίγα μετρητά. «Πώς θα ζήσουμε;», ρωτούσε μάλλον ρητορικά τον ατσαλάκωτο με τη γραβάτα...

Θυμάμαι επίσης τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε (πλην θαυμαστών) να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες...

Όσο για το πνευματικό παιδί του, τα capital controls, δηλαδή, που μας άφησε ως παρακαταθήκη πηγαίνοντας να πουλήσει και σ’ άλλες πολιτείες το σταριλίκι και τις επιστημονικές ιδέες του («Πώς να οδηγήσετε μια χώρα σε ολική χρεοκοπία μέσα σε πέντε μήνες!»), αυτά μάλλον ήρθαν για να μείνουν. Ας μην παραμυθιαζόμαστε, λοιπόν, με τη δήθεν επικείμενη άρση τους. Στο κάτω-κάτω, όλα συνηθίζονται με τον καιρό. Ακόμα και το αίσθημα του κορόιδου...

Κώστας Παπαχρήστου στο Aixmi.gr

Η ιστορία ενός «αντιμνημονιακού» μύθου


Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr τον Μάιο του 2017

Κάνοντας εκκαθαρίσεις σε παλιά μηνύματα στο mailbox του γνωστού μέσου κοινωνικής δικτύωσης, έπεσα πάνω σε μια συνομιλία με μία πρώην «φίλη» (στην ιδιωματική γλώσσα του μέσου). Η «φιλία» αυτή με εκείνη και τον σύζυγό της είχε ξεκινήσει κατά τα πρώτα μνημονιακά χρόνια και τερματίστηκε (από τη μεριά της «φίλης») με τρόπο σχετικά άκομψο, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015, λίγες μόλις μέρες πριν εκείνοι που δίχασαν τον ελληνικό λαό χωρίζοντάς τον σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς», φέρουν στον τόπο το δικό τους, ακόμα πιο δυσβάσταχτο μνημόνιο.

Παραθέτω τρία χαρακτηριστικά μηνύματα της «φίλης» που μαρτυρούν τη συνειδησιακή μετάλλαξη ενός ανθρώπου κάτω από τη δηλητηριώδη επίδραση του «αντιμνημονιακού» κλίματος της εποχής. Το πρώτο γράφτηκε μερικούς μήνες πριν η κατασυκοφαντημένη περίοδος των «Σαμαρο-Βενιζέλων» περάσει οριστικά στο ανάθεμα της Ιστορίας. Το δεύτερο, λίγες μέρες πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, που λίγο έλειψε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση και οικονομική καταστροφή. Το τρίτο και τελειωτικό, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα, όταν οι πολίτες της χώρας ζούσαν τον πρωτόγνωρο εφιάλτη των capital controls και το φάσμα των Βαρουφάκειων IOUs και των Λαπαβίτσειων συσσιτίων.

--------------------------------

* Θέλω να σου πω ότι η πένα σου έχει μεγάλη δύναμη, που φυσικά είναι εσωτερικο-κατευθυνόμενη... Όπου και να είσαι, σου ευχόμαστε καλή τύχη! Ο κόσμος έχει ανάγκη από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ σαν και σένα! (27/10/2014)

* Φίλε Κώστα, καλημέρα! Αν και δεν συμφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να ξέρεις ότι σε εκτιμώ πολύ! (20/6/2015)

* Αγαπητέ Κώστα, λυπάμαι που δεν θα είμαστε πλέον φίλοι, γιατί ουσιαστικά δεν ασπάζομαι την διαμετρικά αντίθετη τοποθέτησή σου σε θέματα που αφορούν σε ζωτικά θέματα της πατρίδας μου. Πρέπει σ' αυτούς τους καιρούς που η Ελλάδα βάλλεται εντός και εκτός των τειχών να μην προσθέτουμε με τα γραφόμενά μας στην αδικία που γεννά τον διχασμό. Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο! (8/7/2015)

--------------------------------

Την ευθύνη του διχασμού, όμως, ας μην την αποδίδουμε αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα. Αυτά ούτως ή άλλως έκαναν το μόνο πράγμα που γνωρίζουν από συστάσεως του ελληνικού κράτους, σε έναν λαό που φέρει το στοιχείο του διχασμού στο εθνικό του DNA. Και, τον λαό αυτό δεν τον δίχασαν αυτά καθαυτά τα μνημόνια αλλά ο βαθμός γοητείας που άσκησε στον καθένα η ρητορεία που περιέβαλλε το ψευδο-δίλημμα της αναγκαιότητας ή μη-αναγκαιότητάς τους.

Αυτονόητα, κανένας σώφρων Έλληνας δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να επιθυμεί την χωρίς σοβαρό λόγο επιβολή ενός μνημονίου στην πατρίδα του! Έτσι, ο όρος «μνημονιακός» είναι λογικά άτοπος, εννοιολογικά αδόκιμος και πολιτικά παραπλανητικός. Κατά μία έννοια, κάθε αληθινός Έλληνας (οφείλει να) είναι αντιμνημονιακός σε ό,τι αφορά τα αισθήματά του απέναντι στον de facto περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας που επιβάλλουν τα μνημόνια. Το αληθινό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον κάποιος θεωρεί ότι το – αναμφίβολα κακό – μνημόνιο ήταν ένα αναγκαίο κακό, ή θα υπήρχε δυνατότητα να αναζητηθούν άλλοι τρόποι υπέρβασης της κρίσης.

Βέβαια, κανένας δρόμος εξόδου από μια κρίση τέτοιου μεγέθους δεν θα μπορούσε να είναι ανώδυνος. Το ζήτημα έτσι εστιάζεται στο τι θεωρεί κάποιος ως μη χείρον. Οι δυνατότητες επιλογής ήταν, ξεκάθαρα, δύο. Από τη μία, μνημόνιο και αυτονόητος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, χρεοκοπία που θα οδηγούσε σε πείνα, εξαθλίωση, ίσως και εμφύλιο σπαραγμό. Όσοι υπερασπίστηκαν την πρώτη άποψη στιγματίστηκαν ως «μνημονιακοί», «προσκυνημένοι» και «προδότες» από κάποιους που, φορώντας την «αντιμνημονιακή» πανοπλία, διεκδίκησαν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό δικαίωμα συμμετοχής στο αίσθημα εθνικής τιμής και αξιοπρέπειας.

Αυτό που δεν έχει, εν τούτοις, επαρκώς συζητηθεί είναι η ιστορική ευθύνη που αναλογεί στους ίδιους τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς» για την κατάσταση που οδήγησε στην επιβολή των μνημονίων. Συνηθίζουμε να μιλούμε, γενικά και αόριστα, για την κακή διαχείριση της οικονομίας από τις αστικές κυβερνήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε αυτό υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας, αφού οι κυβερνήσεις αυτές, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, δημιούργησαν το τέρας του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Ένα τέρας που, φυσικά, έπρεπε να τραφεί με δανεικά!

Όμως, είναι τα αστικά αυτά συστήματα διακυβέρνησης τα μόνα υπεύθυνα για την κρίση; Ή μήπως στη χώρα αυτή η έννοια «κυβέρνηση» αποδείχθηκε στην πράξη ασθενέστερη της έννοιας «εξουσία»; Και, αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν, τελικά, την απόλυτη εξουσία που θεσμικά προβλέπεται, ποιες ήταν εκείνες οι δυνάμεις που καταχράστηκαν το όποιο πλεόνασμά της;

Όσο κι αν σε πολλούς δεν αρέσει να λέγεται αυτό, υπήρξαν κατά το παρελθόν πολιτικοί ηγέτες που διέβλεψαν την κρίση και επιχείρησαν ένα «συμμάζεμα» της οικονομίας με μέτρα που, σε σύγκριση με αυτά που σήμερα εφαρμόζονται ή προαναγγέλλονται, φαντάζουν σαν το ανεπαίσθητο τσίμπημα μιας καρφίτσας! (Το ότι οι πολιτικοί αυτοί ηγέτες ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα και διέφεραν σημαντικά ως προς τον σωματότυπο, λίγη σημασία έχει.) Ποιοι αντιστάθηκαν στις απαραίτητες, όπως τώρα αποδεικνύεται, μεταρρυθμίσεις, και τελικά κατόρθωσαν να τις ματαιώσουν; Σωστά το μαντέψατε: οι πολιτικά πρωτοστατούντες σήμερα στον «αντιμνημονιακό» αγώνα! Κυρίως, οι δυνάμεις της Αριστεράς και της «προόδου».

Αρχές δεκαετίας του ’90... Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πανίσχυρα συνδικάτα του δημοσίου, τα οποία έχουν παραλύσει τη χώρα. Καθημερινές πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση νοικοκυριά και μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται στα σκουπίδια, και η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης ζέστης. Οι συγκοινωνίες υπολειτουργούν, ενώ και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων.

Η Αριστερά, αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, βαφτίζουν τις συντεχνίες του δημοσίου «λαό» και τις εκβιαστικές κι απάνθρωπες κινητοποιήσεις τους «λαϊκούς αγώνες». Δίνουν απόλυτη πολιτική στήριξη στις απεργίες αλλά, την ίδια στιγμή, αγνοούν τους αληθινά αδύναμους και μη προνομιούχους που εργάζονται στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα χωρίς να έχουν την παραμικρή συνδικαλιστική προστασία και, συνεπώς, την όποια δυνατότητα αντίδρασης.

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» έκανε μία δημόσια δήλωση που μου φάνηκε προκλητική. Απάντησα με μια ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το φθινόπωρο του 1992. Καθώς δεν έχει σωθεί σε ηλεκτρονική μορφή, βρίσκω την ευκαιρία να την αναδημοσιεύσω εδώ, σαν μακρινή ηχώ μιας εποχής που αποτέλεσε, όπως αποδείχθηκε, την απαρχή μιας μακράς πορείας προς την τελική οικονομική καταστροφή της χώρας. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Αδιευκρίνιστα σημεία...».

--------------------------------

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς διετύπωσε την άποψη ότι η εξουσία στη χώρα μας οραματίζεται και επιδιώκει την διαμόρφωση μιας «κοινωνίας χωρίς αντιστάσεις». Η ενδιαφέρουσα αυτή ρήση εμπεριέχει κάποια λεπτά και αδιευκρίνιστα σημεία. Αναρωτιέται κανείς, για παράδειγμα, γιατί ο όρος «κοινωνία» χρησιμοποιείται (εδώ και αλλού) με τόση ευκολία σαν συνώνυμος όρων όπως «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και δεν είναι πλήρως κατανοητό το ποιοι είναι, τελικά, οι υποτιθέμενοι αποδέκτες των «αντιστάσεων» για τις οποίες ομιλεί η κ. πρόεδρος: η κυβέρνηση του τόπου, ή μήπως το πάντοτε απροστάτευτο και μη προνομιούχο κοινωνικό σύνολο;

Διακρίνει κανείς εδώ μια μάλλον ηθελημένη (και ίσως σκόπιμη πολιτικά) σύγχυση εννοιών και αξιών. Τι είναι, λοιπόν, μια «κοινωνία που ανθίσταται»; Με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις πολλών (αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών) πολιτικών προσώπων σχετικά με την πρωτοφανή αναταραχή που γνώρισε πρόσφατα ο τόπος, μια τέτοια «κοινωνία» συμπεριφέρεται, σε γενικές γραμμές, ως ακολούθως:

1. Διακόπτει, δίκην στρατού κατοχής, την ηλεκτροδότηση της χώρας, βυθίζοντας στο σκοτάδι και την απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες), τραυματίζοντας θανάσιμα τον τουρισμό, και δίνοντας τη χαριστική βολή στην ήδη βαρέως πάσχουσα εθνική οικονομία.

2. Στο πλαίσιο εξάσκησης των «δημοκρατικών της δικαιωμάτων», παραλύει τη δημόσια ζωή στην πρωτεύουσα, δημιουργώντας κυκλοφοριακό χάος και αδιέξοδο όποτε εκείνη το κρίνει σκόπιμο.

3. Εξευτελίζει και διαπομπεύει συνανθρώπους της (ενίοτε μάλιστα δια δημοσίου, και με τηλεοπτική κάλυψη, βιασμού) που απλώς έχουν τη θέληση να εξασκήσουν το ιερό δικαίωμα στην εργασία, και καταστρέφει από «δικαιολογημένη αγανάκτηση» τις περιουσίες τους. [Σημείωση: Η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε βίαια επεισόδια που είχαν προκαλέσει οι συνδικαλιστές των λεωφορείων σε βάρος (προσωρινών, τελικά) ιδιοκτητών των μέσων μεταφοράς. Η λέξη «βιασμός» δεν είναι απλό σχήμα λόγου...]

4. Περιφρονεί, γενικά, τους νόμους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα καθυβρίζει ιταμώς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.

Θα μπορούσαμε, από την πλευρά μας, να αντιπαραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της άλλης κοινωνίας, αυτής «χωρίς αντιστάσεις»:

1. Θεωρεί χρέος της να αποδώσει σπονδές στους «θεούς» (διάβαζε: συνδικαλιστές) όταν εκείνοι, εν τη ευσπλαχνία τους, αποφασίζουν να της επιτρέψουν τη χρήση αναγκαίων για τη ζωή της αγαθών (την οποία χρήση, μάλιστα, ίσως έχει ήδη προπληρώσει).

2. Αισθάνεται άκρως προνομιούχος όταν (των αρμοδίων «θεών» συγκατατιθεμένων) κατορθώσει να τρυπώσει σε ένα από εκείνα τα ακριβοθώρητα σαρδελοκούτια που κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται μαζικά μέσα μεταφοράς, για να μεταβεί στην (κάκιστα αμείβουσα) εργασία της.

3. Δεν ευτυχεί ποτέ να μετέχει σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις», αφού ουδείς (μηδέ των προοδευτικών δημαγωγών και των περί αυτούς συνδικαλιστών εξαιρουμένων) θα σπεύσει να της προσφέρει την παραμικρή συμπαράσταση και αναγκαία προστασία.

Ας είναι, λοιπόν, λίγο πιο σαφείς οι πολιτικοί μας ηγέτες όταν φλυαρούν μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα των μέσων ενημέρωσης. Για να γνωρίζουμε, τουλάχιστον, προς ποίους απευθύνονται...

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/9/1992)

--------------------------------

Συμπληρώνω ότι, σύμφωνα με τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» για την περίοδο της απεργίας! Ο «λαός» είχε πάντα δίκιο, και αυτό καμία από τις αδύναμες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσε να το αμφισβητήσει.

Βέβαια, υπήρχε πάντα και ο λαός δεύτερης κατηγορίας: Ο κακοπληρωμένος και συνδικαλιστικά ακάλυπτος υπάλληλος (δημόσιος ή – ακόμα περισσότερο – ιδιωτικός), που θα έπρεπε να κόψει τον λαιμό του να βρει τρόπο να πάει στη δουλειά του εν μέσω παρατεταμένων απεργιών των δημόσιων μέσων μεταφοράς (εκτός αν του περίσσευαν καθημερινά για ταξί)... Ο μικρο-μαγαζάτορας, που απόθετε ευπαθή προϊόντα στους κάδους των σκουπιδιών μετά από πολύωρες ή και πολυήμερες διακοπές στην ηλεκτροδότηση... Ο απλός φορολογούμενος πολίτης, που επί μέρες στερούνταν απαραίτητες υπηρεσίες τις οποίες είχε συχνά προπληρώσει (αναφέρω, ενδεικτικά, την κάρτα «απεριορίστων» διαδρομών στα μέσα μαζικής μεταφοράς)... Οι μελλοντικές γενιές, που καταδικάστηκαν να γεννηθούν και να ζήσουν σε μια χρεοκοπημένη χώρα, θύματα της αφροσύνης του πολιτικού συστήματος και της απληστίας των οργανωμένων συμφερόντων...

Θυμάμαι τις εκπομπές του αείμνηστου Λυκούργου Κομίνη στον «Flash». Τις άκουγα, τότε, καθημερινά. Όχι γιατί συμφωνούσα με τις απόψεις του αλλά, σαν από κάποια περίεργη μαζοχιστική διάθεση, επειδή οι απόψεις αυτές συχνά με εξόργιζαν. Κάποια μέρα ειρωνεύτηκε όσους αγανακτούσαν με τις συνεχείς διακοπές στην ηλεκτροδότηση, παρομοιάζοντάς τους με την κυρία της «καλής» κοινωνίας που φοβόταν μήπως δεν έχει ρεύμα για να ανάψει το αμπαζούρ της!

Η σκέψη τού, κατά τα άλλα αξιόλογου, Κομίνη απεικονίζει την πολιτική φιλοσοφία της (στενότερης και ευρύτερης) Αριστεράς την εποχή εκείνη. Τότε που «λαός» και «κοινωνία» σήμαιναν «συντεχνία», ενώ «δημοκρατικός» πολίτης ήταν αποκλειστικά ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Και, αν τολμούσες να διαφωνήσεις με την κυρίαρχη πολιτική ρητορεία, ήσουν εξ ορισμού «φασίστας». Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση.

Ερχόμαστε στο «σήμερα»... Το πώς φτάσαμε στα μνημόνια είναι, πιστεύω, ένα ζήτημα που έχει ήδη απαντηθεί. Το ερώτημα, όμως, που συνεχίζει να διχάζει ειδικούς και μη είναι το αν υπήρχε, τελικά, άλλος δρόμος εξόδου από την κρίση.

Προσωπικά, θεωρώ την απάντηση δεδομένη και μονοσήμαντη. Το ίδιο, ενδεχομένως, ισχύει γενικότερα για όσους απορρίπτουν τη λέξη «μνημονιακός» ως εννοιολογικά αδόκιμη. Εκείνους, δηλαδή, που έχουν πάψει να πιστεύουν – αν πίστεψαν ποτέ – σε πολιτικούς μύθους με αγαθούς ήρωες και κακούς δράκους. Στους δικούς τους μύθους, πάντως, σπανίως τον ρόλο του προδότη παίζουν όσοι απλά τυχαίνει να έχουν αντίθετη άποψη!

Κώστας Παπαχρήστου στο Aixmi.gr

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

Το φάρμακο στο μπιφτέκι του σκύλου (ή, πώς οι δημαγωγοί γοητεύουν έναν εύπιστο λαό)


Πριν μία δεκαετία ήταν το «μνημόνιο». Σήμερα είναι τα «Τέμπη». Αυτό που δεν άλλαξε είναι ένας λαός ανεπίδεκτος μαθήσεως, που εύκολα γοητεύεται από τις απατηλές ρητορείες επιδέξιων δημαγωγών. Οι οποίοι, αν κάποτε θα μπορούσαν ακόμα και να δηλώνουν «ιδεολόγοι», σήμερα λειτουργούν ως κοινοί πολιτικοί απατεώνες...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί επικαιροποίηση ενός άρθρου που είχε δημοσιευθεί τον Απρίλιο του 2015 στο Aixmi.gr (το οποίο, δυστυχώς, δεν υφίσταται πλέον). Λίγους μήνες πριν, κι ενώ η χώρα βρισκόταν ένα βήμα από την τελική ευθεία για έξοδο από την οικονομική κρίση, μία παρέα ουτοπιστών (των οποίων δεν θα αμφισβητήσω τις «καλές» - όπως τις πίστευαν τότε - προθέσεις) είχε κατορθώσει να πείσει τον ελληνικό λαό ότι διέθετε την μαγική συνταγή για «αναίμακτη» υπέρβαση της κρίσης  που δεν θα κόστιζε, δηλαδή, ούτε μία δραχμή (το νόμισμα στο οποίο θα επέστρεφε η χώρα) στον Έλληνα πολίτη. Τα αποτελέσματα της ουτοπίας είναι γνωστά...

Με αφορμή την σχετικά πρόσφατη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, ένα από τα δύο πιο επικίνδυνα μέλη εκείνης της πολιτικής «παρέας», γένους θηλυκού (το έτερο, γένους αρσενικού, έχει γίνει διάσημο για ένα «νι» που μυστηριωδώς εξαφανίστηκε από την αντιαισθητική εκδοχή γραφής του ονόματός του) εμφάνισε κατακόρυφη δημοσκοπική άνοδο, επιτυγχάνοντας να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την ευπιστία ενός λαού που γοητεύεται από τις κραυγές και την εχθροπάθεια, αφού στο διάβα της Ιστορίας του έμαθε να αναζητά εχθρούς προκειμένου να νοηματοδοτεί την ύπαρξή του.

Όμως, επικίνδυνοι δημαγωγοί δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς έναν λαό πρόθυμο να υποκύψει στην απατηλή σαγήνη του λόγου και της καλά μελετημένης εικόνας τους. Κάποτε, ένας λαός πίστεψε στη μεταφυσική των οικονομικών θαυμάτων. Σήμερα, ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι του ίδιου λαού δείχνει να πιστεύει στη «φυσική» των πολιτικών μεταμορφώσεων. Δηλαδή, ότι μία καταφανώς αυταρχική περσόνα με περίπου «μουσολινικό» πολιτικό προφίλ θα μπορούσε να λειτουργήσει με δημοκρατικά ανακλαστικά αν της προσφέρονταν (και πάλι) θέσεις εξουσίας.

Παρότι ανεπίκαιρο πλέον (αν και... επικαιροποιημένο), το κείμενο του 2015 διατηρεί την διδακτική του αξία. Αν υποτεθεί, βέβαια, ότι έχουμε τη θέληση να διδασκόμαστε από ιστορικά λάθη...

--------------------------------

Το τέχνασμα είναι γνωστό και το εφαρμόζουν συχνά όσοι έχουν σκύλο και βρίσκονται στην ανάγκη να του δώσουν ένα φάρμακο: απλά τοποθετούν το χάπι μέσα σε ένα μπιφτέκι (ή ό,τι άλλο μπορεί να αρέσει στον τετράποδο φίλο). Έτσι, μαζί με το εύγευστο μπιφτέκι, ο σκύλος καταπίνει εν αγνοία του και το απαραίτητο φάρμακο! Βέβαια, υπάρχει και μία πιο σατανική μέθοδος: το ίδιο το μπιφτέκι να είναι 
ψεύτικο, κάτι σαν άχυρο με οσμή κρέατος που ξεγελά τον πεινασμένο σκύλο.

Όσο και αν, σε ατομικό επίπεδο, ο άνθρωπος είναι ευφυέστερος του σκύλου, σε επίπεδο μάζας η ανωτερότητά του αυτή καθίσταται αμφίβολη. Τρανότερη απόδειξη δεν υπάρχει από την χειραγώγηση των μαζών από επιδέξιους δημαγωγούς. Πόσο μάλλον όταν οι λαοί πέφτουν στην ίδια παγίδα επαναληπτικά, χωρίς η Ιστορία να τους διδάσκει. Αρκεί να ρίξει κάποιος μια ματιά στις εθνικές καταστροφές της νεότερης Ιστορίας μας, καταστροφές ενός λαού μονίμως γελασμένου κι ανεπίδεκτου μαθήσεως...

Η φοβερή οικονομική κρίση που πέρασε πριν μερικά χρόνια η χώρα, επέφερε πολιτικές ανατροπές. Σημαντικότερη, η ανάθεση της διακυβέρνησης στις πλέον ακραίες από τις λεγόμενες «αντιμνημονιακές» δυνάμεις. Στη συμβολική γλώσσα της εναρκτήριας αλληγορίας του κειμένου, το ψεύτικο «μπιφτέκι» που προσφέρθηκε στον αφελή «σκύλο» ήταν η υπόσχεση που αφειδώς δόθηκε στον εύπιστο λαό για σύντομη υπέρβαση της κρίσης, πράγμα που θα συνέβαινε με έναν τρόπο μαγικό, σχεδόν μεταφυσικό, για τον οποίο μικρό μόνο τμήμα του εκλογικού σώματος προβληματίστηκε. Και η καθημαγμένη από την κρίση κοινωνία κατάπιε πρόθυμα το «μπιφτέκι», αγνοώντας (ή κι αδιαφορώντας για) το υποκρυπτόμενο «φάρμακο», που εν προκειμένω σήμαινε ένα σύνολο πολιτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες αμφίβολο είναι ότι η κοινωνία αυτή ήταν προϊδεασμένη.

Έτσι, βρέθηκε στην εξουσία ένα καθεστώς που τοποθετούσε την ιδεολογία υπεράνω της πατρίδας (έννοια που ούτως ή άλλως απεχθανόταν). Επικυρίαρχο ρόλο στο καθεστώς αυτό διαδραμάτιζε μία σφριγηλά δομημένη ομάδα ουτοπιστών, που πίστευαν ότι μπορούσαν από μόνοι τους να ξεκινήσουν μία παγκόσμια επανάσταση που θα άλλαζε τον ρου της Ιστορίας! Σε ό,τι αφορά την ίδια την ιδεολογία, θα λέγαμε ότι κινούνταν πάνω σε έναν πολύ συγκεκριμένο άξονα: το όραμα μιας αταξικής κοινωνίας.

Η λέξη «τάξη» δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί εδώ με στενά οικονομικούς όρους. Σημαίνει, γενικά, το αποτέλεσμα κάθε διαδικασίας η οποία επιφέρει διαχωρισμούς που οδηγούν σε κάποιας μορφής κοινωνική διαστρωμάτωση. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, η ισότητα των ανθρώπων θεωρείται ότι επιτυγχάνεται όχι με τη θέσπιση κανόνων που διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες σε όλους και δίνουν τη δυνατότητα στους αρίστους να διακριθούν, αλλά μέσω μιας αναγκαστικής ισοπέδωσης που οδηγεί στην απόλυτη ομοιομορφία υπό το πρόσχημα της «δικαιοσύνης».

Οι πρώτες κινήσεις της νέας, τότε, εξουσίας μαρτυρούσαν την κυρίαρχη φιλοσοφία της. Ας δούμε, ενδεικτικά και επιγραμματικά, κάποια από τα χαρακτηριστικά της:

1. Ο εξοβελισμός της αριστείας από το εκπαιδευτικό σύστημα, αφού «η αριστεία είναι ρετσινιά… είναι μια στρεβλή φιλοδοξία»(!). Κατά τη νέα εκείνη αντίληψη εξουσίας, η ιδέα της αριστείας οδηγεί στον διαχωρισμό των μαθητών σε «αρίστους» και «μη αρίστους», πράγμα που αντίκειται στο αταξικό (με την γενική έννοια του όρου) δόγμα.

2. Η de jure εξίσωση του φοιτητή με τον ακαδημαϊκό δάσκαλο, επιτρέποντας στον πρώτο να συναποφασίζει με τον δεύτερο για ζητήματα που αφορούν την διοίκηση του πανεπιστημίου. Προφανώς, η «ξενόφερτη» ιδέα του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων μαθητή και δασκάλου αντέβαινε στις αρχές του ακαδημαϊκού ισοπεδωτισμού!

3. Η προκλητική ανεκτικότητα και σκανδαλώδης παραχωρητικότητα σε περιθωριακές ομάδες, που προσπαθούσαν (κι ακόμα προσπαθούν, δυστυχώς) να επιβάλουν δια της βίας τον «αναρχικό» μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «αντισυστημικό» χάος. Θα λέγαμε ότι η τότε εξουσία έδινε την εντύπωση ότι έβλεπε στα καλυμμένα πρόσωπά τους έναν άτυπο στρατό στην υπηρεσία του καθεστώτος.

4. Η εξίσου σκανδαλώδης επίδειξη επιείκειας και «κατανόησης» προς τους ενεχόμενους σε πράξεις (ακόμα και δολοφονικής) τρομοκρατίας. Μάλιστα, η ίδια η χρήση του όρου «τρομοκρατία» δεν ήταν αποδεκτή από μία σημαντική μειοψηφία του τότε κυβερνώντος χώρου, η οποία αντιμετώπιζε τους τρομοκράτες – δολοφόνους ως περίπου μαχητές υπέρ της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης!

5. Η εθνικά επικίνδυνη πολιτική στο ζήτημα των «παράτυπων μεταναστών», με βάση μία ουτοπική ιδεολογία ανοικτών συνόρων για όλους (αφού, στη λογική των τότε κυβερνώντων, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «Έλληνες» και «μη-Έλληνες» ήταν τεχνητός και ασύμβατος με το ιδεώδες του «ανθρωπισμού»).

6. Η χαλαρότητα απέναντι στην ανομία. Εξ άλλου, οι όροι «νόμος» και «τάξη» ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλείς στον πολιτικό χώρο των τότε κυβερνώντων, αφού ενεργοποιούσαν βαθιά ριζωμένα μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Ο νόμος υπάρχει για να διατηρεί ή να επιβάλλει την τάξη, και η τάξη είναι ό,τι ακριβώς αντιμαχόταν η πολιτική φιλοσοφία του χώρου.

Το «φάρμακο του σκύλου», λοιπόν, που το κατάπιε αμάσητο ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος τη στιγμή που μασούσε με βουλιμία τις αμέτρητες σαγηνευτικές – πλην ανεδαφικές – προεκλογικές υποσχέσεις, δεν ήταν άλλο από τη βαθύτερη και λιγότερο ευδιάκριτη πολιτική ατζέντα εκείνης της κυβέρνησης. Μια ατζέντα που προσέβλεπε στον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με τρόπους και σε κατευθύνσεις που η τελευταία, όπως τελικά αποδείχθηκε, δεν ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί.

Οι Έλληνες, αν και στη μεγάλη πλειοψηφία τους απεχθάνονται τον κυνικό δαρβινισμό του αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού, εξακολουθούν να πιστεύουν στον υγιή ανταγωνισμό και στο δικαίωμα στη διάκριση ως αποτέλεσμα ικανοτήτων και μόχθου. Ειδικά, οι μαθητές που αντιμετωπίζουν με μέγιστη σοβαρότητα τις σπουδές τους δικαιούνται να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους, φέροντας τον τιμητικό τίτλο του αρίστου και απολαμβάνοντας τα ανάλογα προνόμια.

Αν και ουδέποτε υπήρξαν ρατσιστές, οι Έλληνες απαιτούν να μη μετατραπούν de facto σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας μέσα στην ίδια τους τη χώρα, σε τρομαγμένα ανθρωπάκια που αποφεύγουν να κυκλοφορούν στους δρόμους μόλις κρυφτεί ο ήλιος, και σε εύκολα και απροστάτευτα θύματα εγκληματιών που εισέρχονται στη χώρα όχι ως κυνηγημένοι από αυταρχικά καθεστώτα (αυτούς τους τιμούμε απόλυτα) αλλά ως κοινοί τυχοδιώκτες.

Οι Έλληνες απαιτούν ισονομία χωρίς προνομιακές διακρίσεις. Το να φοράς κουκούλα δεν σε καθιστά «περισσότερο πολίτη» σε σχέση με αυτούς που δεν τη φορούν (το αντίθετο, θα έλεγα), ούτε σου εξασφαλίζει κατ’ εξαίρεση το δικαίωμα στην ασυδοσία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να κατακαίς ελεύθερα τις περιουσίες των συνανθρώπων σου και να καταστρέφεις τις ζωές τους. Επί πλέον, το να έχεις διαπράξει κακουργήματα δεν θα πρέπει να είναι ικανή (για να μην πω και αναγκαία) συνθήκη ώστε να απολαύσεις την κρατική στοργή και το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία!

Οι Έλληνες, τέλος, δεν επιθυμούν να γίνουν αταξική, αλλά ευνομούμενη κοινωνία. Τον ρόλο της εξουσίας δεν τον βλέπουν ως μηχανισμό ισοπέδωσης που στοχεύει στην αναγκαστική κι απόλυτη ομοιομορφία των ανθρώπων, αλλά ως θεματοφύλακα των ίσων δικαιωμάτων και ίσων ευκαιριών. Διεκδικούν το δικαίωμα στη διάκριση των κατά τεκμήριο αρίστων, με βάση θεσπισμένους κανόνες και έντιμες διαδικασίες αξιολόγησης.

Όσο για το αληθινό (και όχι παραπλανητικό) «μπιφτέκι του σκύλου», αυτό, φοβάμαι, θα αργήσει να ψηθεί, αφού μαγικές συνταγές υπέρβασης κρίσεων και κατάκτησης εθνικών θριάμβων δεν υπάρχουν. Απαιτείται απ’ όλους μας σκληρή δουλειά, υπομονή και, πάνω απ’ όλα, κοινωνική αλληλεγγύη. Κι αυτές τις αρετές κανένα πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να τις επιβάλει. Εμείς μόνο μπορούμε να τις ανακαλύψουμε μέσα μας. Όπως ο ευφυής σκύλος μου ανακάλυπτε πάντα το κρυμμένο χάπι στο μπιφτέκι!

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κλιματική κρίση: Όταν η Αθήνα θυμίζει Καλιφόρνια!


Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στην Καλιφόρνια, που όλο και πιο πολύ την θυμίζει η Αθήνα της κλιματικής κρίσης. Κι αυτό δεν είναι λόγος για να χαιρόμαστε...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Τα φετινά Χριστούγεννα κυκλοφορήσαμε στην Αθήνα φορώντας ένα σακάκι, ή ακόμα κι ένα απλό πουκάμισο. Όσο και αν αυτό ηχεί ευχάριστα (ποιος θέλει να κρυώνει μέσα στον χειμώνα!), δεν επρόκειτο παρά για ένα από τα πρώτα δείγματα της κλιματικής κρίσης που έχει ήδη ξεκινήσει να κάνει την εμφάνισή της και στη χώρα μας.

Θυμάμαι τώρα ένα ταξίδι στην Καλιφόρνια, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80...

Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1986. Όπως πάντα τέτοια εποχή, στη Γιούτα όλα τα σκέπαζε το χιόνι. Από τα σπίτια κρέμονταν τεράστιοι σταλακτίτες πάγου, κοφτεροί σαν σπαθιά, που έτρεμες μην ξεκολλήσουν καθώς περνούσες από κάτω. Και, για να βαδίσεις στο πεζοδρόμιο χρειαζόταν να φοράς ειδικές μπότες που έμοιαζαν με εκείνες του αστροναύτη που εξερευνά την επιφάνεια της Σελήνης ("moon boots" τις έλεγαν οι Αμερικάνοι).

Η ομάδα Ακουστικής του πανεπιστημίου θα ταξίδευε στο Άναχαϊμ - στην ευρύτερη περιοχή του Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας - για να λάβει μέρος σε ένα συνέδριο της Αμερικανικής Ακουστικής Εταιρείας. Αν και δεν είχα άμεση επιστημονική σχέση με το αντικείμενο, αποδέχθηκα με ευχαρίστηση την πρόσκληση να συμμετάσχω στην αποστολή ως απλός παρατηρητής. Θα ήταν, εξάλλου, και μία καλή ευκαιρία να επισκεφθώ την Ντίσνεϋλαντ!

Φύγαμε χαράματα με ένα mini bus από τη χιονισμένη Γιούτα. Αφού διασχίσαμε την ατέλειωτη έρημο της Νεβάδα, κάναμε στάση για φαγητό στο μεγαλύτερο καζίνο του Λας Βέγκας. Τελικά, κατά το βραδάκι φτάσαμε στο Άναχαϊμ. Και, για να ξεμουδιάσουμε από το πολύωρο ταξίδι, είπαμε να κάνουμε έναν περίπατο στην πόλη.

Πέρα από την ανείπωτη ομορφιά της Καλιφόρνιας, αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι μπορούσες να κυκλοφορείς Δεκέμβρη μήνα φορώντας ένα απλό σακάκι, ή ακόμα και ένα σκέτο χειμωνιάτικο πουκάμισο. Θυμήθηκα αναπόφευκτα το πολικό ψύχος στη Γιούτα, που είχαμε αφήσει πίσω μας το πρωί. Μα στη συνέχεια η σκέψη ταξίδεψε πολλές χιλιάδες μίλια μακρύτερα: στην πόλη μου, την Αθήνα. Σκέφτηκα πόση παγωνιά θα έκανε κι εκεί, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ίσως ακόμα και να χιόνιζε. «Τι ευλογημένος τόπος η Καλιφόρνια!», είπα μέσα μου, παραβλέποντας προς στιγμήν τους σεισμούς αλλά και τις δυσοίωνες προειδοποιήσεις του Τζον Στάινμπεκ στα «Σταφύλια της Οργής».

Εκείνο που δεν μπορούσα τότε να φανταστώ είναι πως, σε λιγότερο από 40 χρόνια θα ήταν δυνατό να κυκλοφορεί κάποιος χριστουγεννιάτικα με ένα πουκάμισο και στην Αθήνα. Ακόμα περισσότερο, ότι αυτό δεν θα το θεωρούσαμε ευλογία αλλά απειλητικό σύμπτωμα μίας κλιματικής κρίσης που θα μπορούσε στο ορατό μέλλον να κάνει τη ζωή στην πόλη (όπως και σε πολλά άλλα μέρη της χώρας) ανυπόφορη.

Η εφιαλτικότερη συνέπεια της κλιματικής κρίσης (κάποιοι αναλυτές προβλέπουν ότι θα αποτελέσει αιτία μελλοντικών πολέμων) αφορά το νερό. Και, μια και αναφερθήκαμε στην Καλιφόρνια, μου έρχονται στη μνήμη κάποια ρεπορτάζ που έβλεπα στο CNN στα μέσα της δεκαετίας του '80 στην Αμερική. Μιλούσαν για την απειλή της λειψυδρίας στην αμερικανική αυτή πολιτεία. Ένα πρόβλημα που, απ' ό,τι διαβάζω, όχι απλά παραμένει αλλά και συνεχώς επιδεινώνεται.

Την ίδια απειλή είχε αντιμετωπίσει δραματικά η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του '90. Εκείνη η πρόσκαιρη κρίση ανομβρίας ευτυχώς ξεπεράστηκε στο «παρά πέντε». Όμως, ο εφιάλτης της ξηρασίας πλανιέται τώρα και πάλι πάνω από την πόλη. Με αβέβαιη τούτη τη φορά τη δυνατότητα αντιμετώπισής του.

Οι ειδικοί επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα και ζητούν μέτρα διαχείρισης των εθνικών υδάτινων πόρων. Ακούει κανείς εκεί στην Πολιτεία;

Γιατί, όπως μελαγχολικά διαπιστώνει κι ο Στάινμπεκ, ακόμα και η Καλιφόρνια δεν είναι πάντα η γη της Επαγγελίας! Πόσο μάλλον η τερατούπολη στην οποία (επιμένουμε να) ζούμε...

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Μεγάλα και μικρά Ολοκαυτώματα | Με αφορμή την επέτειο του εγκλήματος στη Marfin

                  



Λίγες σκέψεις με αφορμή την επέτειο ενός εγκλήματος για το οποίο δεν υπήρξε ποτέ τιμωρία... 
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Όσο κι αν βασανίζω τη σκέψη μου, νιώθω αδύναμος να κατανοήσω τα Ολοκαυτώματα. Μεγάλα ή μικρά, από αιμοσταγείς παρανοϊκούς δικτάτορες ή από μικρούς κι ασήμαντους - αλλά εξίσου διεστραμμένους - φανατικούς που νομίζουν ότι, δολοφονώντας όσους δεν ασπάζονται την "ιδεολογία" τους, κάνουν "επανάσταση"...

Τα Ολοκαυτώματα έχουν μέσα τους κάτι το μεταφυσικό που τα τοποθετεί έξω από τη λογική του καθημερινού ανθρώπου. Αλλά, ακόμα και από τη λογική των ίδιων των σοφών. Μιλώντας για το ναζιστικό έγκλημα των 6 εκατομμυρίων, ο φιλόσοφος και θεολόγος Emil Fackenheim έχει πει ότι ήταν "ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, του οποίου το νόημα δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό" [1,2].

Με επίγνωση ότι ο συσχετισμός δύο απόλυτα μη-συγκρίσιμων εγκλημάτων θα μπορούσε - δικαίως - να θεωρηθεί ανόσιος, κάνω την υπόθεση ότι σε ανάλογο συμπέρασμα θα καταλήξουν οι φιλόσοφοι του μέλλοντος (αν το είδος αυτό υπάρχει ακόμα) προσπαθώντας να κατανοήσουν το έγκλημα στη Marfin, που στιγμάτισε ανεξίτηλα μία κοινωνική διαμαρτυρία στις 5 Μαΐου του 2010. Τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό κάηκαν ζωντανοί, πέφτοντας θύματα ενός παρανοϊκού μίσους που ξεπερνά ακόμα και αυτά τα ακρότατα του "πολιτικού" ακτιβισμού και εισέρχεται στον μυστηριακό κόσμο του απόλυτου Κακού. Ενός Κακού που τεντώνει τόσο πολύ τα ιδεολογικά άκρα ώστε να τα κάνει να συναντηθούν, έτσι που η διαστροφή του ναζισμού [3] να μη διαφέρει, τελικά, σε τίποτα από εκείνη όσων δηλώνουν φανατικά πολέμιοί του!

Οι δολοφόνοι της Marfin δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, γι' αυτούς δεν υπήρξε (ούτε, δυστυχώς, θα υπάρξει) "Νυρεμβέργη". Κι όσοι αρνήθηκαν να κρατήσουν ξεκάθαρες ηθικές αποστάσεις από εκείνους ανταμείφθηκαν ακόμα και με κορυφαία πολιτικά αξιώματα, από έναν λαό που από την αρχή της Ιστορίας του έχει μάθει να αναζητά εχθρούς προκειμένου να υπάρχει. Και, σαν να μην έφταναν οι εξωτερικοί εχθροί - αληθινοί ή επινοημένοι - φρόντιζε πάντα να διχάζεται ώστε οι μισοί να εχθρεύονται τους άλλους μισούς...

Οι νεκροί της Marfin δεν θα βρουν ποτέ δικαίωση. Ας ευχηθούμε, τουλάχιστον, η θυσία τους να μην ξεχαστεί και - γιατί όχι; - να μην πάει χαμένη, σε έναν τόπο όπου η πολιτική αντιπαράθεση έχει συχνά οδηγήσει σε εθνικές τραγωδίες.

Και, έναν τόπο όπου ακόμα και η καταμέτρηση νεκρών γίνεται εργαλείο πολιτικής. Με όποιον τρόπο κι αν πέθαναν: από δασική πυρκαγιά, σιδηροδρομικό δυστύχημα, ή πανδημία...

[1] Ron Rosenbaum, Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ, Κεφ. 16 (Εκδόσεις Κέδρος, 2001).

[2] Κ. Παπαχρήστου, Ο Χίτλερ και η φιλοσοφική θεώρηση του Κακού (ΤΟ ΒΗΜΑ, 2016).

[3] Κ. Παπαχρήστου, Ο Ναζισμός και το "εύσημο" του Κακού (ΤΟ ΒΗΜΑ, 2023).

* Το παρόν κείμενο είναι αναθεωρημένη εκδοχή άρθρου του 2022 στο KLIK.

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω... | Σκέψεις με αφορμή το τελευταίο μάθημα του Δ. Λιαντίνη


Η τελευταία διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη και η ιδέα του αμετάστρεπτου που κυριαρχεί στη Φύση και τη ζωή.
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρόσφατη περιδιάβαση στο YouTube, είδα και πάλι (ή μάλλον, άκουσα) μία ιστορική διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη [1] (Μαράσλειο, 27/5/1998). Ίσως τη συγκλονιστικότερη που έδωσε ποτέ, αφού ήταν η τελευταία του, στην οποία κατ’ ουσίαν προανήγγειλε το καλά μελετημένο τέλος του. Είχα την ευκαιρία, έτσι, να ρίξω ξανά μια ματιά και στα σχόλια των επισκεπτών του καναλιού. Ανάμεσα στις αμέτρητες προσωπολατρικές μεγαλοστομίες διέκρινα και μία αλλιώτικη σκέψη, διατυπωμένη με λόγο σχεδόν απλοϊκό – όσο απλή είναι συχνά η ίδια η αλήθεια:

«Ίσως φοβόταν τα γεράματα και ήθελε να τον θυμούνται νέο.»

Η τοποθέτηση φαίνεται βάσιμη, αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά και αποκωδικοποιήσει τα γραφόμενα του ίδιου του Λιαντίνη...

Η επίδραση που άσκησε η προσωπικότητα του Σωκράτη πάνω στον Λιαντίνη είναι ολοφάνερη στο κύκνειο άσμα του τελευταίου, την «Γκέμμα». Αυτό που διδάσκεται ο αναγνώστης είναι ότι ο φόβος του θανάτου είναι ασύγκριτα πιο διαχειρίσιμος από τον φόβο της παρακμής που αναπόφευκτα φέρνουν μαζί τους τα γηρατειά και η αρρώστια. Η «απόδραση» από τη ζωή, λοιπόν, «πρέπει» να γίνεται έγκαιρα, όσο ακόμα ο άνθρωπος είναι σε θέση να βιώνει τη ζωή του αυτοδύναμα και με αίσθημα αξιοπρέπειας. Τον δρόμο, άλλωστε, είχε δείξει χιλιάδες χρόνια πριν ο Σωκράτης (Γκέμμα, Κεφ. 5, σελ. 86).

Αν κάποιος θελήσει να δει τη ζωή από καθαρά βιολογική σκοπιά, θα πρέπει να προσεγγίσει το φαινόμενο της φυσικής παρακμής – αυτό που τόσο είχε απασχολήσει τον Λιαντίνη – μέσα από τους νόμους της Φύσης. Ένας από αυτούς (ίσως ο τρομακτικότερος απ' όλους) μιλά για το αμετάστρεπτο των μεταβολών, το οποίο διέπει όλες σχεδόν τις φυσικές διεργασίες. Μεταξύ αυτών, την ίδια τη ζωή.

Με αφορμή τις πιο πάνω σκέψεις, θα ήθελα να παραθέσω (σε αναθεωρημένη μορφή) ένα άρθρο δημοσιευμένο το 2012 στο «Βήμα». Το εναρκτήριο ερώτημα του κειμένου αντανακλά το αίσθημα αγωνίας που μας διακατείχε την εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Τότε που, παρά τις ζοφερές περιστάσεις, είχαμε ακόμα το κουράγιο (ή την αφέλεια) να ελπίζουμε...

------------------------------------------------

Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην επίφαση ευτυχίας που γνωρίζαμε; Ή θ’ αποχαιρετήσουμε για πάντα – με αξιοπρέπεια, έστω – την Αλεξάνδρεια;

Στη Θερμοδυναμική (περιοχή της Κλασικής Φυσικής) δεσπόζουν δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο Πρώτος Θερμοδυναμικός Νόμος αφορά τη διατήρηση της ενέργειας και, στην πιο απλή του διατύπωση, ηχεί ως αυτονόητος: «Η ενέργεια που προσφέρουμε σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος.» Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός. Θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει την ψύξη και τον κλιματισμό με την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται από τη φωτιά!

Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής βάζει τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά Του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να αναιρεθούν, πως το ποτάμι μερικών φαινομένων δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο (πρακτικά αδύνατο) να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή θερμική του ενέργεια σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και τον θάνατο. Φαίνεται πως η συνειδητότητα αυτής της τελευταίας πραγματικότητας ήταν που κατηύθυνε τα υπαρξιακά βήματα του Σωκράτη στο κλείσιμο της επίγειας ζωής του. Όπως, ίσως, και αυτά του Δ. Λιαντίνη...

Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι απλή: Αν βάλεις ένα φυσικό σύστημα σε τάξη και μετά το αφήσεις στην τύχη του, το πιο πιθανό είναι πως η τάξη αυτή θα χαθεί (αυτό το γνωρίζουν καλά οι μητέρες που συγυρίζουν καθημερινά τα δωμάτια των παιδιών τους). Αντίθετα, είναι απίθανο το σύστημα αυτό να μεταβεί αυθόρμητα από την αταξία πίσω στην τάξη. Θα πρέπει η υπομονετική μητέρα να συγυρίσει και πάλι το δωμάτιο!

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο, την αδυναμία του να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορεί να ανατραπούν ανεπανόρθωτα. Ανησυχούμε για τη φυσική μας κατάσταση και γι’ αυτή των αγαπημένων μας προσώπων, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με θυσίες αποκτήσαμε, για τις οικονομίες που μαζεύαμε μια ζωή και είναι δυνατό να χαθούν μέσα σε μία νύχτα, για την κοινωνική υπόληψη που με κόπο χτίσαμε και μπορεί να γκρεμιστεί από έναν λάθος χειρισμό ή μια κακοτυχία...

Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων οδηγεί μοιραία σε ένα αίσθημα ματαιότητας.

Όμως, πόσο μάταιο είναι ένα ταξίδι στην Ιθάκη; Το ερώτημα γίνεται ρητορικό, και η υπονοούμενη απάντηση αισιόδοξη, αν ορίσουμε τη ζωή όχι ως πεδίο άνισης – και, εν τέλει, άσκοπης – μάχης ενάντια στην παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου, αλλά ως πορεία αυτεπίγνωσης που, στο τέλος της, οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Όπου «αιώνιο» εννοούμε εδώ το άχρονο, αφού ο χρόνος (όπως και ο χώρος) είναι απλά μία φυσική διάσταση που εφηύρε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα που τον περιβάλλουν.

Η Ιθάκη μπορεί, επομένως, να είναι η ίδια η κατάκτηση της αθανασίας. Έστω και αν, στη στερνή γραφή του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος και διάσημος δραπέτης της ζωής χαρακτήρισε ως «πιθήκους» εκείνους που τολμούν να πιστέψουν σ' αυτήν (Γκέμμα, Κεφ. 11, σελ. 183)...



Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

Βερολίνο - Σύνταγμα | Οι Άριοι και οι καταραμένοι


Μια ιστορία από τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Τότε που ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε οραματιζόταν μία Ελλάδα που θα καταντούσε χώρα - παρίας της Ευρώπης...

Κάποιοι στη χώρα μας ισχυρίζονται ως σήμερα πως, και αν ακόμα δεν είχε υπάρξει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, οι Έλληνες θα έπρεπε να τον είχαν εφεύρει! Η εξήγηση που δίνουν είναι ότι ο πρόσφατα εκλιπών, πρώην πανίσχυρος Γερμανός υπουργός της εποχής της μεγάλης οικονομικής κρίσης, έδωσε μαθήματα δημοσιονομικής πειθαρχίας στον αλόγιστα σπάταλο και οικονομικά απειθάρχητο Έλληνα, που είχε μάθει να «καλοπερνά με δανεικά» και, γενικά, να ζει πάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της εθνικής οικονομίας.

Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι να διδάξεις πειθαρχία σε έναν άναρχο χαρακτήρα. Για παράδειγμα, μπορείς σε ένα «άτακτο» παιδί να περιορίσεις για ένα διάστημα το χαρτζιλίκι ή τις εξόδους που του επιτρέπεις για διασκέδαση με τους φίλους του. Μια πιο διαστροφική μέθοδος, εν τούτοις, είναι να κλείσεις το «κακό» παιδί για αρκετές μέρες σε ένα σκοτεινό υπόγειο, χωρίς φαγητό και νερό. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτή τη μορφή τιμωρίας πίστευε ο Σόιμπλε ότι άξιζε να υποστεί ο «κακομαθημένος» ελληνικός λαός, που νόμισε ότι είχε δικαίωμα σε ένα επίπεδο ζωής που μόνο σε πλούσιους λαούς αναλογούσε!

Βέβαια, αν ο αλαζονικός Γερμανός πολιτικός είχε κάνει τον κόπο να φρεσκάρει τις γνώσεις του στην Ιστορία της Ευρώπης του περασμένου αιώνα, θα θυμόταν κάποια χώρα που, ενώ είχε εγκληματήσει κατά της ανθρωπότητας, μερικά κυνικά υπερατλαντικά συμφέροντα της επέτρεψαν όχι μόνο να ορθοποδήσει οικονομικά αλλά και να ξαναγίνει κυρίαρχη δύναμη στην ήπειρο.

Αυτές οι σκέψεις έδωσαν το έναυσμα για το γράψιμο ενός χρονογραφήματος τον Ιανουάριο του 2012 στο ΒΗΜΑ. Το μεταφέρω εδώ σαν ενθύμιο μιας εποχής που δεν πρέπει να ξεχάσουμε. Γιατί, ό,τι και αν δίκαια του προσάπτουμε, ο (μάλλον ανθέλληνας) Σόιμπλε δεν «είδε φως και μπήκε» στις ζωές μας. Τον προσκάλεσαν τα ίδια μας τα λάθη. Που δεν πρέπει ποτέ να κάνουμε ξανά...

--------------------------------

Κάνω πάντα μια στάση το πρωί στο φούρνο της γειτονιάς μου για το καθημερινό κουλούρι. Παλιά περίμενα στην ουρά. Τώρα η εξυπηρέτηση είναι άμεση, αφού βρίσκω το μαγαζί άδειο από πελάτες. Ο κόσμος φοβάται πια να καταναλώσει, όπως βεβαιώνουν οι ιδιοκτήτες. Κι όσο για τις ουρές, αυτές έκαναν αλλού την εμφάνισή τους...

Στο Σύνταγμα παίχτηκε πρόσφατα το μεγαλόπρεπα θλιβερό σκηνικό της νέας Ελλάδας: Άνεργοι, συνταξιούχοι, και κάθε λογής θύματα της σύγχρονης ανέχειας έκαναν ουρές για λίγα δωρεάν λαχανικά [1]. Αν προβαλλόταν η σκηνή σαν φολκλόρ αξιοθέατο σε κάποιο Γερμανικό σκουπιδοκάναλο, μπορώ εύκολα να μαντέψω το σαρκαστικό χαμόγελο στο πλαστικοποιημένο πρόσωπο της παρουσιάστριας, και τα χλευαστικά της σχόλια: «Οι Έλληνες δίκαια πληρώνουν τώρα τις αμαρτίες του παρελθόντος τους, αφού έμαθαν να εργάζονται λίγο και να καλοπερνούν πάνω από τις δυνατότητές τους!»

Γυρνάμε 67 χρόνια πίσω... Βερολίνο, 1945. Οι εξαθλιωμένοι κάτοικοι κάνουν ουρές για λίγο ψωμί, λίγο γάλα, ένα σαπούνι... Η μαύρη αγορά ακμάζει! Οι Αμερικανοί θριαμβευτές εισέρχονται στην αρχή σαν δίκαιοι τιμωροί ενός λαού που ανέδειξε στην εξουσία έναν σφαγέα εκατομμυρίων ανθρώπων. Αφήνουν τους Γερμανούς να λιμοκτονούν (όπως κι εκείνοι είχαν κάνει στις χώρες που κατέκτησαν) και ξεκινούν την υλοποίηση του σχεδίου Morgenthau [2] για εξάλειψη της Γερμανικής βιομηχανίας και μετατροπή της Γερμανίας σε γεωργική χώρα. Ο Αμερικανικός πολιτικός ρεαλισμός, όμως, σύντομα θα αντιληφθεί πως μια κατεστραμμένη και πεινασμένη Γερμανία θα ήταν εύκολη λεία στις εξ ανατολών κομμουνιστικές επιρροές. Από την άλλη, μια ισχυρή, ευημερούσα Γερμανία θα μπορούσε να γίνει ιδανικό παρατηρητήριο των Αμερικανών στην Ευρώπη, στα πλαίσια της «προστασίας» που της προσέφεραν έναντι της Σοβιετικής απειλής. (Το κατά πόσον η απειλή αυτή λειτούργησε ως πρόσχημα υπερατλαντικής παρουσίας - και, εν τέλει, επικυριαρχίας - στην Ευρώπη, με τη Δυτική Γερμανία στο ρόλο πειθήνιου φερέφωνου, είναι πάντα θέμα προς συζήτηση...)

Κι έτσι συντελέστηκε το μεταπολεμικό «Γερμανικό θαύμα», με σημαντική Αμερικανική οικονομική βοήθεια αλλά και πολιτική υποστήριξη. Όσο για τα εγκλήματα ενός λαού εναντίον πολλών άλλων, τα συμψήφισαν και τα απόσβεσαν οι δίκες λίγων επιφανών Ναζί στη Νυρεμβέργη. Σήμερα, το Τέταρτο Ράιχ απλώνει και πάλι τις ατσάλινες φτερούγες του πάνω απ’ την Ευρώπη, τη φορά αυτή χωρίς καν να χρειαστεί τη συνδρομή των όπλων για να επικυριαρχήσει. Κι έρχεται ως αμείλικτος τιμωρός να καταδικάσει σε πείνα και εξαθλίωση έναν λαό που έκανε το «ασυγχώρητο» λάθος - ίσως εν μέρει και υπό την επήρεια μετακατοχικών ψυχολογικών συνδρόμων - να διεκδικήσει ένα κάπως μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα της ευμάρειας, απ’ ό,τι του αναλογούσε...

Καθώς πληρώνω για το κουλούρι και βγαίνω από τον άδειο φούρνο της γειτονιάς μου, σκέφτομαι μελαγχολικά πόσο λίγο κόστισαν, τελικά, σε κάποιους άλλους «αρτοποιούς» οι φούρνοι που έψηναν μαζικά ανθρώπινες σάρκες και κόκαλα... Όμως, όπως έλεγε κι ο ρεαλιστής Βενιζέλος (ο εκ Κρήτης), στη διεθνή πολιτική δεν υπάρχει δίκιο κι άδικο: υπάρχουν μόνο γεωπολιτικά συμφέροντα!


[2] Henry Morgenthau (1891-1967): Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ επί προεδρίας F.D.Roosevelt. Εισηγήθηκε σκληρά οικονομικά μέτρα για τη μεταπολεμική Γερμανία, έτσι ώστε αυτή να μην απειλήσει ξανά την παγκόσμια ειρήνη.

(ΤΟ ΒΗΜΑ, Ιανουάριος 2012)