Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Μεγάλα και μικρά Ολοκαυτώματα | Με αφορμή την επέτειο του εγκλήματος στη Marfin

                  



Λίγες σκέψεις με αφορμή την επέτειο ενός εγκλήματος για το οποίο δεν υπήρξε ποτέ τιμωρία... 
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Όσο κι αν βασανίζω τη σκέψη μου, νιώθω αδύναμος να κατανοήσω τα Ολοκαυτώματα. Μεγάλα ή μικρά, από αιμοσταγείς παρανοϊκούς δικτάτορες ή από μικρούς κι ασήμαντους - αλλά εξίσου διεστραμμένους - φανατικούς που νομίζουν ότι, δολοφονώντας όσους δεν ασπάζονται την "ιδεολογία" τους, κάνουν "επανάσταση"...

Τα Ολοκαυτώματα έχουν μέσα τους κάτι το μεταφυσικό που τα τοποθετεί έξω από τη λογική του καθημερινού ανθρώπου. Αλλά, ακόμα και από τη λογική των ίδιων των σοφών. Μιλώντας για το ναζιστικό έγκλημα των 6 εκατομμυρίων, ο φιλόσοφος και θεολόγος Emil Fackenheim έχει πει ότι ήταν "ένα φαινόμενο έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, του οποίου το νόημα δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ιστορία ή την Κοινωνιολογία αλλά στη Θεολογία, αφού η εξήγησή του – αν υπάρχει – μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό" [1,2].

Με επίγνωση ότι ο συσχετισμός δύο απόλυτα μη-συγκρίσιμων εγκλημάτων θα μπορούσε - δικαίως - να θεωρηθεί ανόσιος, κάνω την υπόθεση ότι σε ανάλογο συμπέρασμα θα καταλήξουν οι φιλόσοφοι του μέλλοντος (αν το είδος αυτό υπάρχει ακόμα) προσπαθώντας να κατανοήσουν το έγκλημα στη Marfin, που στιγμάτισε ανεξίτηλα μία κοινωνική διαμαρτυρία στις 5 Μαΐου του 2010. Τρεις νέοι άνθρωποι και ένα αγέννητο μωρό κάηκαν ζωντανοί, πέφτοντας θύματα ενός παρανοϊκού μίσους που ξεπερνά ακόμα και αυτά τα ακρότατα του "πολιτικού" ακτιβισμού και εισέρχεται στον μυστηριακό κόσμο του απόλυτου Κακού. Ενός Κακού που τεντώνει τόσο πολύ τα ιδεολογικά άκρα ώστε να τα κάνει να συναντηθούν, έτσι που η διαστροφή του ναζισμού [3] να μη διαφέρει, τελικά, σε τίποτα από εκείνη όσων δηλώνουν φανατικά πολέμιοί του!

Οι δολοφόνοι της Marfin δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, γι' αυτούς δεν υπήρξε (ούτε, δυστυχώς, θα υπάρξει) "Νυρεμβέργη". Κι όσοι αρνήθηκαν να κρατήσουν ξεκάθαρες ηθικές αποστάσεις από εκείνους ανταμείφθηκαν ακόμα και με κορυφαία πολιτικά αξιώματα, από έναν λαό που από την αρχή της Ιστορίας του έχει μάθει να αναζητά εχθρούς προκειμένου να υπάρχει. Και, σαν να μην έφταναν οι εξωτερικοί εχθροί - αληθινοί ή επινοημένοι - φρόντιζε πάντα να διχάζεται ώστε οι μισοί να εχθρεύονται τους άλλους μισούς...

Οι νεκροί της Marfin δεν θα βρουν ποτέ δικαίωση. Ας ευχηθούμε, τουλάχιστον, η θυσία τους να μην ξεχαστεί και - γιατί όχι; - να μην πάει χαμένη, σε έναν τόπο όπου η πολιτική αντιπαράθεση έχει συχνά οδηγήσει σε εθνικές τραγωδίες.

Και, έναν τόπο όπου ακόμα και η καταμέτρηση νεκρών γίνεται εργαλείο πολιτικής. Με όποιον τρόπο κι αν πέθαναν: από δασική πυρκαγιά, σιδηροδρομικό δυστύχημα, ή πανδημία...

[1] Ron Rosenbaum, Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ, Κεφ. 16 (Εκδόσεις Κέδρος, 2001).

[2] Κ. Παπαχρήστου, Ο Χίτλερ και η φιλοσοφική θεώρηση του Κακού (ΤΟ ΒΗΜΑ, 2016).

[3] Κ. Παπαχρήστου, Ο Ναζισμός και το "εύσημο" του Κακού (ΤΟ ΒΗΜΑ, 2023).

* Το παρόν κείμενο είναι αναθεωρημένη εκδοχή άρθρου του 2022 στο KLIK.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Τύφλα να 'χει ο Μάρλον Μπράντο!


Ένα διαδικτυακό «έγκλημα» συντελέστηκε πρόσφατα. Με αίσθημα οδύνης διαπίστωσα πριν λίγο καιρό την εξαφάνιση του αρχειακού υλικού των ιστορικών «Διαλόγων» της «Ελευθεροτυπίας». Εξαιρώντας τη μετριότητά μου, οι αρθρογράφοι του site ανήκαν στην ελίτ της διανόησης της εποχής εκείνης (μιλάμε για την πρώτη περίοδο της κρίσης) ενώ κάποια από τα σχόλια που συνόδευαν τα άρθρα θα μπορούσαν να σταθούν ως αυτόνομα κείμενα μεγάλου πολιτικού και φιλοσοφικού βάθους!

Την ευθύνη της αρχισυνταξίας είχε ένας εξαίρετος δημοσιογράφος με δημοκρατικό ήθος, ο οποίος ποτέ δεν λογόκρινε μια άποψη όσο κι αν διαφωνούσε με αυτήν (συχνά διαφωνούσε και μαζί μου, αφού ήμουν μια απολιτίκ «πετριά» στο ακραιφνώς αριστερό πνεύμα του site).

Ευτυχώς είχα εξαρχής την προνοητικότητα να αναδημοσιεύω τα κείμενά μου στο blog μου, κι έτσι μπόρεσαν να σωθούν. Κάποια απ’ αυτά εμφανίστηκαν αργότερα, σε αναθεωρημένη μορφή, στο «Βήμα» και στο Aixmi.gr. Σήμερα θα ήθελα, τιμώντας τη μνήμη των «Διαλόγων», να παρουσιάσω στους αναγνώστες ένα χρονογράφημα του 2011. Το έγραψα με ελαφριά, μάλλον χιουμοριστική διάθεση, και σίγουρα δεν θα το θυμόμουν καν σήμερα αν δεν είχε μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου η εντύπωση που μου είχαν προκαλέσει οι απίστευτης ακαδημαϊκής και πολιτικής ωριμότητας διάλογοι των αναγνωστών μέσω των σχολίων (σύνολο 65) που συνόδευαν το κείμενο.

Λέω μέσα μου, «μακάρι να είχαν σωθεί τα σχόλια, κι ας είχε χαθεί για πάντα το άρθρο»! Το οποίο – ανθιστάμενος στον πειρασμό των αναθεωρήσεων κι επικαιροποιήσεων – παρουσιάζω εδώ όπως ακριβώς είχε πρωτοδημοσιευθεί στην «Ελευθεροτυπία»

—————————————-

Ο Πολιτικός, ο Τεχνοκράτης κι ο… Μάρλον Μπράντο!

Στην πολιτική, όπως και στον έρωτα, το παιχνίδι παίζεται κατά κύριο λόγο στο πεδίο των εντυπώσεων. Αυτό εξηγεί γιατί η ιδιότητα του «χαρισματικού ηγέτη» αποδίδεται συνήθως σ’ αυτόν που έχει το ταλέντο να πείθει το λαό, παρά σ’ εκείνον που έχει πραγματικά τη γνώση και την ικανότητα να επιλύει τα προβλήματα της χώρας. (Στη μάλλον σπάνια περίπτωση όπου ουσία και εικόνα συνυπάρχουν αρμονικά σε έναν ηγέτη ή ένα σύστημα εξουσίας, μιλάμε πια για έναν λαό που τον ευλόγησαν οι μοίρες να γευτεί τη δημοκρατία στην καθαρότερη κι αξιοκρατικότερη εκδοχή της!)

Πολλή συζήτηση έγινε κάποια στιγμή στη χώρα μας για το ενδεχόμενο σχηματισμού διακομματικής κυβέρνησης τεχνοκρατών. Το αν η σκέψη αυτή δεν προχώρησε δεν οφείλεται, βέβαια, σε ένδεια ικανών επιστημόνων: κάθε άλλο μάλιστα! Έχει να κάνει με μια χρόνια διαστροφική τάση του εκλογικού σώματος (ή, αν προτιμάτε, του «λαού») να αξιολογεί τους ηγέτες του με βάση μάλλον την ρητορική τους δεινότητα και τις υποκριτικές τους ικανότητες, παρά τις ίδιες τους τις πολιτικές θέσεις (οι οποίες, ούτως ή άλλως, είναι συνήθως θολά διατυπωμένες προ της ανόδου στην εξουσία, έτσι ώστε να υπάρχει η ευχέρεια, αν καταστεί αναγκαίο, μιας μελλοντικής πολιτικής «κωλοτούμπας»).

Οι επιστήμονες τεχνοκράτες, από την άλλη, δεν είναι σαλτιμπάγκοι: μελετούν ένα πρόβλημα και προχωρούν στην ενδεδειγμένη λύση αδιαφορώντας για τους κανόνες του image making. Το κακό είναι ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το πολιτικό βάρος τυχόν αντιδημοφιλών τους αποφάσεων θα έπεφτε στις πλάτες ενός ad hoc πολιτικού συστήματος του οποίου η ενιαιότητα θα ήταν συγκυριακή και εύθραυστη. (Ποιος ξεχνάει το φιάσκο της Οικουμενικής Κυβέρνησης του 1989-90;)

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερή μια βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν πολιτικό και έναν τεχνοκράτη: Ο τεχνοκράτης ξέρει τη λύση του προβλήματος αλλά όχι πάντα και τον τρόπο να την σερβίρει ώστε να γίνεται αποδεκτή απ’ το λαό. Αντίθετα, ο πολιτικός έχει την ικανότητα να σερβίρει τις «λύσεις» που θέλει ν’ ακούσει ο ψηφοφόρος, έστω κι αν γνωρίζει πως δεν είναι οι ενδεδειγμένες για το πρόβλημα και πως ίσως χρειαστεί αργότερα να τις αναθεωρήσει. Κι αυτό θα το κάνει όχι παραδεχόμενος λάθος εκτίμηση εκ μέρους του, αλλά ενοχοποιώντας τη ρευστότητα των καταστάσεων ή θέτοντας σε έμμεση και διακριτική αμφισβήτηση την αντιληπτική ικανότητα των άλλων. Αυτό που έχει σημασία είναι η πάση θυσία διατήρηση μιας «ατσαλάκωτης» δημόσιας εικόνας του!

Αντίστοιχα, στον έρωτα το πρότυπο του «καλού εραστή» συχνά διαμορφώνεται με βάση τις προεπιλογές δημοφιλίας ενός παντοδύναμου star system. Κι εδώ ο εντυπωσιασμός της οικουμενικά καθιερωμένης κι αποδεκτής εικόνας προεξάρχει της εξατομικευμένης, αντικειμενικής αξιολόγησης. Το απέδειξε περίτρανα το 1963 ο Ορέστης Λάσκος με την θρυλική ταινία του «ΤΥΦΛΑ ΝΑ ‘ΧΕΙ Ο ΜΑΡΛΟΝ ΜΠΡΑΝΤΟ», στην οποία δίνει πραγματικά τα «ρέστα» του ο αξέχαστος Θανάσης Βέγγος. Μια ταινία που δεν βαριέται ποτέ κανείς να ξαναβλέπει, και που αποτελεί μια κατά βάθος μελαγχολική αλληγορία πάνω στην εύκολη δημιουργία και το ακόμα πιο εύκολο γκρέμισμα των ειδώλων… Και όχι μόνο των ερωτικών!

—————————————-

Εύχομαι σε όλους τους αναγνώστες Καλές Γιορτές!

Aixmi.gr

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Είναι ρατσιστική η «Ημέρα της Γυναίκας»;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι αναθεωρημένη μορφή ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε πριν τρία χρόνια στο «Βήμα». Θέτει το ερώτημα κατά πόσον η διατήρηση (όχι η καθιέρωση καθαυτή, με τις δεδομένες ιστορικές της αφετηρίες!) μιας πολύ συγκεκριμένης «παγκόσμιας ημέρας» αποτελεί, εν τέλει, πράξη τιμής, και δεν υποκρύπτει μηνύματα ενός είδους (ασυνείδητου, έστω) ρατσισμού…

Ξεκινώ με μια προσωπική δήλωση: Διαφωνώ απόλυτα με την επετειακή απόδοση τιμών σε ο,τιδήποτε είναι άξιο να τιμάται. Είναι σαν να λέμε: «μπορώ να σε αγνοώ 364 μέρες το χρόνο, αλλά για μία και μόνη μέρα θα θυμάμαι την ύπαρξή σου!» Δεν περιμένουμε την «Ημέρα της Μητέρας» για να δείξουμε σ” εκείνη την αγάπη μας… Δεν θυμόμαστε μόνο την «Ημέρα των Ζώων» πως κι αυτά έχουν δικαίωμα στην ανθρωπιά μας… Δεν περιμένουμε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου για να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας στο πιο κοντινό μας πρόσωπο…

Όπως κάθε χρόνο τέτοιον καιρό, γιορτάζουμε και φέτος την «Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας». Χωρίς την παραμικρή πρόθεση να υποτιμήσουμε τις ιστορικές αφετηρίες του θέματος, θα επικεντρωθούμε σε αυτή τούτη την ιδέα της επετείου, έξω από ιστορικές αναφορές. Αν, λοιπόν, οι ίδιες οι γυναίκες επέλεξαν να καθιερώσουν σε διαχρονική βάση μια τέτοια γιορτή, τότε μάλλον υποτιμούν τον εαυτό τους! Περνούν ένα πολύ επικίνδυνο γι” αυτές μήνυμα διαφορετικότητας που υπονομεύει το δικαίωμα στην ισότητα που χρόνια τώρα διεκδικούν. Αν, πάλι, η συντήρηση της επετείου είναι προϊόν ανδρικής έμπνευσης, τότε πρόκειται για έκφραση υποκρυπτόμενου φαλλοκρατισμού: «Σε τιμώ, κυρά μου, όπως τιμώ το σκύλο μου… Άντε, και τη φουκαριάρα τη μάνα μου!»

Θα μπορούσε ίσως κάποιος να διακρίνει στην περί ης ο λόγος επέτειο ένα σκοτεινότερο μήνυμα που συμπυκνώνεται στο ερώτημα: Είναι η «Ημέρα της Γυναίκας» μια ρατσιστική γιορτή; Φυσικά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, αφού εξαρτάται από την αντίληψη της έννοιας του «ρατσιστικού».

Σε προηγούμενο άρθρο μας είχαμε επιχειρήσει να θέσουμε τον ρατσισμό σε μία κατά το δυνατόν οικουμενική εννοιολογική βάση. Σύμφωνα με τον ορισμό που είχαμε δώσει, ρατσιστικός είναι κάθε διαχωρισμός σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας.

Στο βαθμό που ο παραπάνω ορισμός μπορεί να γίνει δεκτός, τόσο ο άντρας όσο και η γυναίκα θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι η «Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας» υποκρύπτει ίχνη ρατσιστικής διάκρισης:

(α) Ο άνδρας θα ισχυριστεί, και δικαίως, ότι υφίσταται διάκριση λόγω μιας μη-επιλεγμένης ιδιότητάς του (φύλο). Πράγματι, ποιος γνωρίζει την ύπαρξη, και αναλόγως τιμά την επέτειο, της (ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενης, αλλά και χλευαζόμενης από μερίδα των γυναικών) «Παγκόσμιας Ημέρας του Άνδρα» (19 Νοεμβρίου), η οποία ανακηρύχτηκε επίσημα το 1999 με τη στήριξη των Ηνωμένων Εθνών; (Ομολογώ πως ούτε ο γράφων το γνώριζε: το ανακάλυψα τυχαία στο Google!)

(β) Από την πλευρά της, η γυναίκα, αν και τιμώμενο φύλο, θα μπορούσε να αισθανθεί ότι η «Ημέρα της Γυναίκας» την αντιλαμβάνεται (λόγω μιας αντίστοιχης, μη-επιλεγμένης ιδιότητάς της) ως είδος του οποίου η σπουδαιότητα είναι διαπραγματεύσιμη (άρα εν δυνάμει αμφισβητήσιμη), αφού χρήζει ιδιαίτερης επετειακής μνείας και επιβεβαίωσης. Πρόκειται για μια οιονεί τιμητική διάκριση η οποία, στο βάθος της, ίσως παρεμφαίνει – τουλάχιστον απ’ την πλευρά των ανδρών – ενοχική προσπάθεια ηθικής ισοσκέλισης απέναντι σε κάτι που υφίσταται άδικη κι απαξιωτική μεταχείριση. Είναι μια περίπου de jure ανάδειξη της γυναίκας ως «ασθενούς φύλου»!

Αναζητώντας μια δημιουργική σύνθεση αξιών που θα έθετε την έννοια «άνθρωπος» υπεράνω βιολογικών διαχωρισμών, έβαλα στο ευρετήριο του Google τη φράση «παγκόσμια ημέρα ισότητας των φύλων». Παραιτήθηκα απ’ την προσπάθεια μετά τις πρώτες δέκα διαδικτυακές σελίδες! (Οι λίγες αναφορές του όρου που εντόπισα αφορούσαν, ουσιαστικά, την «ημέρα της γυναίκας».)

Ο επίμονος και με υπομονή προικισμένος διαδικτυακός ερευνητής ας συνεχίσει, αν θέλει, την αναζήτηση. Προσωπικά, πάντως, πιστεύω ότι, για κάθε πλευρά (ιδιαίτερα για τη γυναίκα) η ισότητα έχει αξία μόνο ως διεκδικούμενο αγαθό. Ως δεδομένη κι αυτονόητη συνθήκη, φοβάμαι πως λίγο θα ενδιέφερε κι ελάχιστα θα συγκινούσε οποιονδήποτε…

Aixmi.gr

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Γράμμα σε έναν πρόσφυγα του ’22

Το παρακάτω οιονεί ποίημα αφιερώνεται στη μνήμη ενός πρόσφυγα της Μεγάλης Καταστροφής. Είμαι βέβαιος για την επιλογή (ή, τις επιλογές) που θα έκανε μπροστά στην κάλπη, αν ζούσε σήμερα. Γιατί, ο εξαιρετικός αυτός άνθρωπος, ο αυτοδίδακτα σοφός και φιλοσοφημένος, έφυγε πιστεύοντας ως το τέλος πως «για όλα έφταιγαν οι ξένοι»...

Χαμένες Πατρίδες...

Χαμένες όλες οι πατρίδες σου, παππού!

Αυτή με βιάση που άφησες
κυνηγημένος σαν τ’ αγρίμι
μες από άβατα βουνά διαβαίνοντας,
μέρες συντηρημένος
μ’ αυτά που έλεγες με τίποτα
δεν τρώγονται ωμά, όποια η πείνα,
με τη φρικτή ανάμνηση νωπή
πατέρα κι αδελφής σφαγμένων
απ’ τα χέρια πρώην αδελφών,
με μόνη ελπίδα σωτηρίας
την Ελλάδα που σε πρόδωσε
(κι ας λες οι ξένοι που μας έβαλαν
και μόνους μας αφήκαν
πως ήταν οι εχθροί!)...

Χαμένη είν’ κι αυτή
εδώ που ήρθες κάποτε
γυρεύοντας μια νέα ζωή,
απ’ το πηγάδι πίνοντας
το πρώτο σου γλυφό νερό
που σου ‘δειξαν με περιφρόνηση,
αποξηραίνοντας βάλτους ατέλειωτους
να κάνεις λίγη γη να μείνεις,
να καλλιεργήσεις...
Κι ως άρχισ’ η ζωή τριγύρω σου
δειλά ν’ ανθίζει πάλι,
τα χώματά σου πάτησαν
καινούργιοι εχθροί,
πήραν το βιος που μόχθησες
να θρέψουν άσπλαχνους ξένους στρατούς
και σ’ άβατα βουνά ξανά σε στείλαν...

Και σαν κι αυτοί νικήθηκαν
καταμεσής στο δρόμο βρέθηκες
σε διασταυρούμενα πυρά
αδελφοκτόνας μάχης,
ενός πολέμου ίσαμε σήμερα
που ωραία και καλά κρατεί
και τρώει τα παιδιά μας,
αφού η Ελλάδα γι’ άλλη μια φορά
παππού σε πρόδωσε
(κι από τον τάφο ας λες εσύ
οι ξένοι που ζητούν τα δανεικά
πάντα οι εχθροί πως είναι!)...

(Από τη συλλογή «ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ»)

Aixmi.gr

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Στα χαρακώματα του «Μεγάλου Πολέμου»


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

1. Εισαγωγή

Σε προηγούμενο άρθρο επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και να επιμερίσουμε, κατά το δυνατόν σφαιρικά, τις ευθύνες για το ξέσπασμά του, που ήταν αποτέλεσμα ενός διπλωματικού και στρατιωτικού ντόμινο μοναδικού στα πολεμικά χρονικά. Όπως είδαμε, τη νομοτέλεια των εξελίξεων καθόρισε ένα σύστημα συμμαχιών που χώριζε τις εμπόλεμες δυνάμεις σε δύο μεγάλα στρατόπεδα: την Αγγλία, τη Γαλλία και τους συμμάχους τους (που όλοι μαζί αναφέρονται, συνήθως, ως «οι Σύμμαχοι») και τη Γερμανο-Αυστριακή συμμαχική ομάδα (τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»).

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε τα ίδια τα πολεμικά γεγονότα, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, τα σημαντικότερα από αυτά. Για πληρέστερη μελέτη, ο αναγνώστης παραπέμπεται στην επιλεγμένη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο προηγούμενο άρθρο, καθώς και στις πολυάριθμες ιστορικές αναλύσεις και τα σχετικά videos που υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Και ας μην ξεχνούμε, ασφαλώς, και το κλασικό All Quiet on the Western Front” – ως ταινία ή ως μυθιστόρημα – καθώς και το δικό μας, το σαγηνευτικά εφιαλτικό «Η ζωή εν τάφω»

2. Ένα άλλο είδος πολέμου…

Στο τέλος του καλοκαιριού του 1914, οι λαοί είχαν υποδεχθεί τον πόλεμο με φανερό ενθουσιασμό και με τη βεβαιότητα μιας νίκης που θα επιτυγχανόταν «μέσα σε λίγες εβδομάδες». Σημαίες ανέμιζαν και στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν χαρούμενους πατριωτικούς σκοπούς καθώς οι στρατιώτες ξεκινούσαν, τραγουδώντας, για το μέτωπο…

Τον πρώτο καιρό, ο πόλεμος ακολούθησε τα συμβατικά πρότυπα που χαρακτηρίζονταν από κάποιας μορφής κινητικότητα των στρατευμάτων. Σύντομα, όμως, οι στρατοί βίωσαν τη δολοφονική δύναμη των νέων όπλων που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν μαζικούς θανάτους. Μετά τις αρχικές μάχες, οι αντίπαλες γραμμές στα δυτικά σίγησαν ξαφνικά καθώς οι στρατιώτες άρχισαν να σκάβουν βαθιά χαρακώματα, μέσα στα οποία θα έμεναν θαμμένοι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, παρέα με τη λάσπη, τις ψείρες και τους αρουραίους που έπαιρναν υπερμεγέθεις διαστάσεις τρεφόμενοι από τα πτώματα.

Ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές χαρακωμάτων, η ουδέτερη ζώνη, η «γη του κανενός» (no man’land) ήταν ο τόπος μαζικής σφαγής των επιτιθέμενων όταν αυτοί, υπό τους ήχους των εχθρικών πολυβόλων, επιχειρούσαν να βγουν από τα λαγούμια τους και να κινηθούν προς το απέναντι χαράκωμα…

Οι ένδοξοι καιροί του ιππικού και των πολύχρωμων στρατιωτικών κοστουμιών είχαν περάσει οριστικά, πια, στην ιστορία, ενώ το αεροπλάνο άρχισε να κάνει την εμφάνισή του ως πολεμικό εργαλείο, κυρίως για την κατασκόπευση των θέσεων και κινήσεων του αντιπάλου. Ως το τέλος του πολέμου, τα δηλητηριώδη αέρια και τα tanks είχαν μπει κι αυτά στο πολεμικό παιχνίδι, αν και η σπουδαιότητά τους στον προκείμενο πόλεμο έχει μάλλον υπερεκτιμηθεί.

Σε ό,τι αφορά τη θάλασσα, ο πόλεμος δεν έχει να επιδείξει σημαντικές ναυμαχίες, με εξαίρεση αυτή στη Jutland το 1916, όπου ο αγγλικός και ο γερμανικός στόλος συναντήθηκαν σε μια μάχη χωρίς νικητή. Από κει και ύστερα, το υπέρτατο όπλο στον αγώνα για τον έλεγχο των θαλασσών ήταν το υποβρύχιο, κυρίως από τη μεριά των Γερμανών που προσπαθούσαν με κάθε μέσο να σπάσουν τον ασφυκτικό ναυτικό αποκλεισμό που τους είχαν επιβάλει οι Βρετανοί.

3. Αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο

Είδαμε στο προηγούμενο άρθρο πώς τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γαλλία μέσω του Βελγίου (η παραβίαση της ουδετερότητας του οποίου λειτούργησε ως διπλωματικό πρόσχημα για την είσοδο της Βρετανίας στον πόλεμο). Σύμφωνα με το φημισμένο Σχέδιο Schlieffen, οι Γερμανοί θα υπέτασσαν τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες και στη συνέχεια θα στρέφονταν προς τα ανατολικά για να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία.

Το γερμανικό σχέδιο, όμως, απέτυχε στην εφαρμογή του, κυρίως λόγω των εσφαλμένων εκτιμήσεων του Moltke, αρχηγού του γερμανικού γενικού επιτελείου και διαδόχου του Schlieffen. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τη γερμανική προέλαση στη Μάχη του Μάρνη (9-12 Σεπτεμβρίου 1914), επιστρατεύοντας ακόμα και τα Παρισινά ταξί για να μεταφέρουν στρατιώτες στο μέτωπο!

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες άρχισε να διαφαίνεται το στρατιωτικό αδιέξοδο στο Δυτικό Μέτωπο: Αντί για προέλαση και γρήγορη νίκη, οι στρατοί οχυρώθηκαν μέσα σε μια διπλή γραμμή χαρακωμάτων που εκτείνονταν από τη Μάγχη ως τα ελβετικά σύνορα. Ήταν πια φανερό ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε πολύ…

Οι στρατηγοί κι από τις δύο πλευρές πάσχιζαν να συγκεντρώσουν ικανό αριθμό ανδρών και πυρομαχικών ώστε να μπορέσουν να σπάσουν το αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα επιδίδονταν σε πόλεμο φθοράς, με κάθε μέσο, των δυνάμεων του αντιπάλου. Όμως, οι περιοδικές απόπειρες οργανωμένης επίθεσης απλά επιβεβαίωναν το πόσο ανώφελο ήταν να στέλνει κανείς αθωράκιστους στρατιώτες να αντιμετωπίσουν καλά οχυρωμένους αντιπάλους και την καταστροφική δύναμη πυρός των πολυβόλων και του βαρέως πυροβολικού. Και οι μόνοι που αρνούνταν να δουν αυτή την πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι οι στρατηγοί, με προεξάρχοντες τον υπερφίαλο Βρετανό Sir Douglas Haig και τον εξίσου ματαιόδοξο Γάλλο αρχιστράτηγο Nivelle.

Οι απώλειες κατά τις μάχες συχνά έπαιρναν «αυτοκτονικές» διαστάσεις! Στη Μάχη του Somme (1η Ιουλίου έως 18 Νοεμβρίου 1916) οι Γερμανοί και οι Βρετανοί έχασαν από 400,000 η κάθε πλευρά, ενώ οι Γάλλοι έχασαν 200,000. Η «ανταμοιβή» για τις αγγλο-γαλλικές απώλειες των 600,000 ήταν μια μέγιστη προέλαση 7 μιλίων, περίπου! Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, η ανεπιτυχής γερμανική πολιορκία του Verdun κόστισε τη ζωή σε 336,000 Γερμανούς και 350,000 Γάλλους στρατιώτες. Στη διαβόητη μάχη στο Passchendaele, το 1917 (άλλη μια λαμπρή ιδέα του Douglas Haig!) πάνω από 370,000 Βρετανοί στρατιώτες χάθηκαν με «κέρδος» λίγων μόλις τετραγωνικών χιλιομέτρων λασπωμένης γης, διάτρητης από τις οβίδες του πυροβολικού…

4. Γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια

Η αποτυχία στο Verdun έδειξε στους Γερμανούς το ανώφελο οποιωνδήποτε περαιτέρω επιθέσεων στα δυτικά. Το πάνω χέρι πήραν τώρα οι στρατιωτικοί κύκλοι που πίστευαν ότι η νίκη στον πόλεμο θα ερχόταν μόνο με την καταρχήν ήττα της Ρωσίας.

Τον Αύγουστο του 1916, ο στρατηγός Paul von Hindenburg που, ως διοικητής του Ανατολικού Μετώπου, είχε πιστωθεί τη νικηφόρα έκβαση της Μάχης του Tannenberg κατά των Ρώσων στην Ανατολική Πρωσία τον Αύγουστο του 1914, έγινε αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου, έχοντας δίπλα του ως αχώριστο βοηθό και σύμβουλό του τον Erich Ludendorff.

Οι γερμανικές επιτυχίες κατά των Ρώσων στο δεύτερο μισό του πολέμου, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη δυσκολία των τελευταίων να προμηθευτούν πυρομαχικά και αναγκαίο εξοπλισμό από τους Συμμάχους. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η επιτυχής διπλωματία των Γερμανών στα Βαλκάνια.

Το Νοέμβριο του 1914, η Τουρκία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η θέση της Τουρκίας ήταν στρατηγικής σημασίας: Αν είχε προσχωρήσει στους Συμμάχους, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τις Κεντρικές Δυνάμεις με ένα γιγαντιαίο «δαχτυλίδι» που θα τις καθιστούσε ευάλωτες σε επιθέσεις από δυτικά, ανατολικά και νότια. Από την άλλη, σαν σύμμαχος των Γερμανών και των Αυστριακών, η Τουρκία θα μπορούσε τώρα να εμποδίσει την από θαλάσσης τροφοδοσία των Ρώσων δια μέσου της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Στις αρχές του 1915, οι Βρετανοί επιχείρησαν να ανοίξουν διάδρομο προς τη Ρωσία μέσω των Δαρδανελίων, στέλνοντας στρατό στη Χερσόνησο της Καλλίπολης. Η αποτυχία της εκστρατείας χρεώθηκε στον εμπνευστή της, Winston Churchill, στοιχίζοντάς του τη θέση του στην κυβέρνηση!

Υποσχόμενοι την εκχώρηση μεγάλων τμημάτων της Μακεδονίας που βρίσκονταν σε σερβικά χέρια, οι Γερμανοί κατόρθωσαν, μετά την Τουρκία, να πάρουν με το μέρος τους και τη Βουλγαρία (Οκτώβριος 1915). Σε λίγες εβδομάδες, η Βουλγαρία επιτέθηκε στη Σερβία.

Ως αντίβαρο στις γερμανικές επιτυχίες στα Βαλκάνια, οι Σύμμαχοι πέτυχαν να βάλουν στον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων τη Ρουμανία (Αύγουστος 1916) και την Ελλάδα (Ιούνιος 1917). Η ελληνική συμμετοχή κατέστησε δυνατή την επίθεση των Συμμαχικών δυνάμεων κατά της Βουλγαρίας στην τελική φάση του πολέμου.

5. Η περίπτωση της Ιταλίας

Αν και δεμένη μέσω της «Τριπλής Συμμαχίας» με τη Γερμανία και την Αυστρία, η Ιταλία παρέμεινε ουδέτερη στην αρχή του πολέμου, αφού οι όροι της συμμαχίας δεν ίσχυαν παρά μόνο αν κάποιο από τα μέλη δεχόταν επίθεση. Και, στην περίπτωση αυτή, οι Γερμανοί ήταν που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία και τη Ρωσία, ενώ οι Αυστριακοί δεν είχαν καν μπει στον κόπο να ενημερώσουν τους Ιταλούς σχετικά με το τελεσίγραφο στη Σερβία.

Στη συνέχεια, οι Ιταλοί «πολιορκήθηκαν» και από τις δύο πλευρές, όμως οι υποσχέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Σε μια μυστική συνάντηση στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1915, οι Σύμμαχοι κατάφεραν τελικά να πείσουν την ιταλική κυβέρνηση να βάλει τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό τους. Ανάμεσα στα ανταλλάγματα, σε περίπτωση νίκης, εκτός από τις αυστριακές επαρχίες που κατοικούνταν από Ιταλούς, θα ήταν κι η Βόρεια Αλβανία, καθώς και μέρος της Μικράς Ασίας.

Η Ιταλία υπέστη οδυνηρή ήττα από τις αυστριακές και γερμανικές δυνάμεις στη Μάχη του Caporetto, τον Οκτώβριο του 1917. Εν τούτοις, οι Κεντρικές Δυνάμεις δεν κατάφεραν να τη βγάλουν από τον πόλεμο, αφού οι Βρετανοί και οι Γάλλοι έστειλαν αρκετές ενισχύσεις ώστε να ανασυγκροτηθεί το ιταλικό μέτωπο.

6. Οι Ρώσοι αποχωρούν, οι Αμερικάνοι έρχονται!

Η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία (7 Νοεμβρίου 1917) – ενδεχομένως αποτέλεσμα και γερμανικών υπόγειων μεθοδεύσεων – σήμανε ολική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας. Σύντομα, ο V. I. Lenin εξήγγειλε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε πρόταση άμεσου τερματισμού του πολέμου. Καθώς (όπως ήταν φυσικό) δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Συμμάχους, ξεκίνησε χωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 3 Δεκεμβρίου του 1917, που κορυφώθηκαν στις 3 Μαρτίου του 1918 με τη Συνθήκη του Brest-Litovsk.

Με τη συνθήκη αυτή, η Ρωσία, όχι μόνο βγήκε από τον πόλεμο αλλά και απώλεσε, προς όφελος των Γερμανών, όλες τις μη-Ρωσικές περιοχές που κατείχε στην Ευρώπη, πράγμα που είχε τεράστιες οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για τη χώρα. Επί πλέον, η συνθηκολόγηση της Ρωσίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποδεσμεύσει δυνάμεις από το ανατολικό μέτωπο ώστε να ενισχύσουν το δυτικό, για τη μεγάλη γερμανική επίθεση που σχεδιαζόταν να ξεκινήσει την άνοιξη του 1918.

Στο μεταξύ, στις 7 Απριλίου του 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν το μοιραίο, για τη Γερμανία, βήμα να της κηρύξουν τον πόλεμο (η σημασία του οποίου γεγονότος μάλλον δεν εκτιμήθηκε σωστά, αρχικά, από τη γερμανική ηγεσία). Οι λόγοι της αμερικανικής εισόδου στον πόλεμο έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων ανάμεσα στους ιστορικούς. Πέρα από τα όποια ιδεολογικά κίνητρα και τη σχετική ρητορεία («να γίνει ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία»«να εξασφαλιστεί στους λαούς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης», κλπ.), σίγουρα υπήρχαν και πρακτικοί λόγοι που υπαγορεύονταν από ιδιοτέλεια, όπως, π.χ., ο κίνδυνος για το αμερικανικό εμπόριο λόγω του ανεξέλεγκτου γερμανικού υποβρυχιακού πολέμου, ή, οι γερμανικές ίντριγκες στο Μεξικό, στο οποίο οι Γερμανοί υπόσχονταν στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση πολέμου του με τις Η.Π.Α.

Όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των Αμερικανών, η είσοδός τους στον πόλεμο άλλαξε αποφασιστικά την ισορροπία των δυνάμεων στην Ευρώπη…

7. Η τελευταία γερμανική ζαριά

Η μεγάλη επίθεση στο δυτικό μέτωπο, που σχεδίαζαν οι Γερμανοί για το 1918, ξεκίνησε στις 21 Μαρτίου. Η αρχική προέλασή τους ήταν σημαντική, κατάφεραν όμως να την ανακόψουν οι Σύμμαχοι με έγκαιρη τακτική υποχώρηση και με την υποστήριξη αμερικανικών δυνάμεων.

Πάντως, στις αρχές Ιουνίου, οι Γερμανοί βρίσκονταν στην περιοχή του Μάρνη και, όπως στην αρχή του πολέμου, το Παρίσι φαινόταν να κινδυνεύει και πάλι. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, ο Ludendorff συνειδητοποίησε ότι τα μέσα που του απέμεναν δεν επαρκούσαν για περαιτέρω προέλαση.

Στις 18 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι αντεπιτέθηκαν αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς και αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση. Την ίδια στιγμή, οι Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε αναμονή στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με τις ιταλικές, έσπασαν το βουλγαρικό και το αυστριακό μέτωπο, αναγκάζοντας τη Βουλγαρία και την Αυστρία να ζητήσουν κατάπαυση του πυρός.

Στο σημείο αυτό, συνειδητοποιώντας τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο γερμανικός στρατός, ο Ludendorff κάλεσε τη γερμανική κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους για ανακωχή. Στη χώρα άρχισε να ξεσπά επανάσταση που εξαπλωνόταν γοργά από πόλη σε πόλη. Στις 10 Νοεμβρίου, κάτω από την πίεση των γεγονότων, ο Kaiser Wilhelm II έφυγε για την Ολλανδία, όπου έζησε εξόριστος ως το τέλος της ζωής του, το 1941 (προλαβαίνοντας να δει τους Ναζί να εισβάλλουν στη χώρα αυτή το 1940!).

Στις 11 Νοεμβρίου του 1918 υπογράφηκε, τελικά, η ανακωχή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφτασε στο τέλος του…

8. Τι άφησε πίσω του ο πόλεμος…

Συνηθίζεται να λέγεται πως μια ολόκληρη γενιά χάθηκε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Στη Δυτική Ευρώπη, οι απώλειες ξεπέρασαν κατά πολύ τις αντίστοιχες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Συνολικά, κάπου 8.5 εκατομμύρια χάθηκαν στα πεδία των μαχών, ενώ περισσότερο από διπλάσιος ήταν ο αριθμός των τραυματιών, πολλοί από τους οποίους έζησαν ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων πολέμου σε όλα τα μέτωπα (νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι) υπολογίζεται στα 37.5 εκατομμύρια.

Στον πόλεμο αυτό, χάρις στο αλαζονικό πείσμα και τον ακραίο εγωισμό των στρατηγών, ο στρατιώτης κατέστη αναλώσιμο είδος, η ανθρώπινη ατομικότητα εκφυλίστηκε σε απρόσωπο αριθμό πολεμικού μητρώου, και η αξία της ανθρώπινης ζωής ευτελίστηκε όσο ποτέ άλλοτε (με εξαίρεση, φυσικά, τους θαλάμους των αερίων, είκοσι και κάτι χρόνια αργότερα…).

Όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν τέλειωσε στ’ αλήθεια το 1918. Η εικοσαετής περίοδος που μεσολάβησε ως το ξέσπασμα του επόμενου μεγάλου πολέμου δεν ήταν παρά ανακωχή για ανασύνταξη δυνάμεων, κυρίως απ’ τη μεριά των Γερμανών. Που, σαν ένιωσαν και πάλι δυνατοί, θέλησαν να κλείσουν τους λογαριασμούς που έμειναν ανοιχτοί στα χαρακώματα…

Αλλά, για το πώς και γιατί απέτυχε η ειρήνη κατά το μεσοπόλεμο, θα μιλήσουμε σε προσεχές άρθρο.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Αναζητώντας «ενόχους» στον «Μεγάλο Πόλεμο»


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

1. Εισαγωγή

Κλείνει φέτος ένας αιώνας από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του, πριν η ανθρωπότητα γνωρίσει μία ακόμα παγκόσμια ανθρωποσφαγή…

Βλέποντας την ιστορία των δύο Παγκοσμίων Πολέμων από καθαρά ηθική σκοπιά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί (όχι άδικα) ότι ο δεύτερος είχε ευγενέστερα κίνητρα – την αντίσταση του πολιτισμένου, δημοκρατικού κόσμου απέναντι στη βαρβαρότητα του ναζισμού – σε σύγκριση με τον πρώτο, που ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμών των «μεγάλων» δυνάμεων, και εθνικιστικών φιλοδοξιών των «μικρών». Και είναι αλήθεια ότι ο εγωκεντρισμός περίσσεψε στον Μεγάλο Πόλεμο. Τόσο σε επίπεδο διπλωματίας, όσο και στρατηγικής…

Εκεί, όμως, που ο εγωκεντρισμός αποκτά «δολοφονικές» διαστάσεις είναι στη συμπεριφορά των στρατηγών απέναντι στους ίδιους τους στρατούς που διοικούσαν. Θα καταθέσω μια προσωπική άποψη με κίνδυνο να εξοργίσω τον αναγνώστη: Προσωπικά, δεν γνωρίζω γιατί ο Rudolf Höss (ο «χασάπης» του Auschwitz) ήταν μεγαλύτερος εγκληματίας πολέμου από, π.χ., τον βρετανό στρατηγό Sir Douglas Haig που έστειλε σε άσκοπο, φρικτό θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες στρατιωτών σε Somme και Passchendaele (για να μην αναφερθώ και στις αμέτρητες θανατικές καταδίκες, που ελαφρά τη καρδία υπέγραψε, όσων δεν άντεξαν και λιποψύχησαν στα χαρακώματα)! Η ολική περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, εκφρασμένη κυνικά μέσω υπηρεσιακών διαταγών μαζικού θανάτου, ομογενοποιεί σε τέτοιο βαθμό τις συμπεριφορές που, ανεξάρτητα από αξιολογήσεις ιδεολογικών κινήτρων, καθιστά τις ηθικές διαφοροποιήσεις δυσδιάκριτες…

Ο επιμερισμός «ενοχών» για τον Μεγάλο Πόλεμο είναι πολύ δύσκολη υπόθεση και αποτελεί αντικείμενο συζήτησης ως τις μέρες μας. Κάποιοι ιστορικοί (όπως, π.χ., ο Αμερικανός William Keylor [1]) επιμένουν ότι το βάρος της ευθύνης πέφτει κυρίως στους ώμους της υπέρμετρα φιλόδοξης και πολεμοχαρούς Γερμανίας. Άλλοι συγγραφείς, όμως, επιμερίζουν πιο «συμμετρικά» τις ευθύνες. Στην κατηγορία αυτή ανήκει ο σπουδαίος Βρετανός ιστορικός James Joll [2] (γνωστός στην Ελλάδα από το μεταφρασμένο βιβλίο του «Οι Αναρχικοί»), όπως και οι Αμερικανοί Felix Gilbert και David Clay Large [3].

Στο άρθρο αυτό, θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε – όσο πιο αντικειμενικά γίνεται – τα αίτια που οδήγησαν στον πόλεμο, καθώς και την ευθύνη των κυρίως εμπλεκομένων για το ξέσπασμα ή, τουλάχιστον, την μη αποτροπή του. Θα αναζητήσουμε, δηλαδή, τους «ενόχους» (εκ προθέσεως ή εξ αμελείας) ενός ιστορικού εγκλήματος που οδήγησε μια ολόκληρη γενιά στο σφαγείο των χαρακωμάτων…

2. Τις πταίει; (Μια δίκη προθέσεων…)

Στο τέλος του πολέμου, οι θριαμβευτές Σύμμαχοι απαίτησαν να περιληφθεί στη συνθήκη ειρήνης ένα άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η Γερμανία αποδεχόταν την ευθύνη για όλες τις απώλειες και τις καταστροφές που είχε προκαλέσει ο πόλεμος. Αυτή η αποδοχή «πολεμικής ενοχής» έχει γίνει, έκτοτε, αντικείμενο αμέτρητων πολιτικών και ιστοριογραφικών συζητήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε μονομερής ερμηνεία για το ξέσπασμα του πολέμου είναι εξαιρετικά απλοϊκή. Από τη μία, στην τελική κρίση του Ιουλίου του 1914, η γερμανική κυβέρνηση ενήργησε με τρόπο που επιτάχυνε τον πόλεμο. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ο ενθουσιασμός με τον οποίο υποδέχθηκαν τον πόλεμο οι λαοί όλων των εμπλεκομένων χωρών, και η βεβαιότητα όλων των κυβερνήσεων ότι τα εθνικά τους συμφέροντα απειλούνταν.

Επίσης, συζητήσιμη είναι η καθιερωμένη άποψη ότι ο πόλεμος υπήρξε αποτέλεσμα της «παλιάς διπλωματίας» και ενός συστήματος συμμαχιών βασισμένων σε μυστικές συμφωνίες. Κάποιοι ιστορικοί είδαν στον πόλεμο μια, ενδεχομένως συνειδητή, προσπάθεια των κυβερνήσεων να αποσπάσουν την προσοχή των πολιτών από δυσεπίλυτα εσωτερικά προβλήματα, μέσω μιας ενεργού εξωτερικής πολιτικής και μιας έκκλησης για εθνική αλληλεγγύη σε καιρό πολέμου. Άλλοι συγγραφείς εστιάζουν την προσοχή τους σε θέματα στρατηγικής, όπως, π.χ., ο ναυτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στη Γερμανία και τη Βρετανία, ή το ευαίσθητο ζήτημα της παραβίασης της ουδετερότητας του Βελγίου – όπως προέβλεπαν τα γερμανικά πολεμικά σχέδια ήδη από το 1907 – πράγμα που, εξ ορισμού, θα έσυρε τη Βρετανία (συν-εγγυήτρια της βελγικής ουδετερότητας) στον πόλεμο.

Για τη Γαλλία, τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: η διαμάχη της με τη Γερμανία αφορούσε τις επαρχίες που είχε χάσει το 1871, σαν αποτέλεσμα της ήττας της στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Αν και οι Γάλλοι δεν ήταν διατεθειμένοι να προκαλέσουν έναν πόλεμο για χάρη της Αλσατίας και της Λωρραίνης, ήταν εν τούτοις αυτονόητο ότι, σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία, η επανάκτηση των χαμένων αυτών επαρχιών θα αποτελούσε τον πρωταρχικό στόχο του πολέμου.

Το στρατιωτικό πλεονέκτημα της Γαλλίας, έναντι της Γερμανίας, το πρόσφερε η συμμαχία της με τη Ρωσία, πράγμα που θα ανάγκαζε τη Γερμανία να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα. Για τη Ρωσία, από την άλλη μεριά, το πλεονέκτημα της συμμαχίας φαινόταν να είναι ότι η Γερμανία δεν θα αποτολμούσε μια επιθετική ενέργεια εναντίον της, από το φόβο της εμπλοκής της Γαλλίας. Αυτό – πίστευε η Ρωσία – της έλυνε τα χέρια σε ό,τι αφορούσε τις επεκτατικές φιλοδοξίες της προς το νότο, δηλαδή, την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, η αναζωπύρωση του ρωσικού ενδιαφέροντος για τις περιοχές αυτές ενείχε τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης με τη βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, της οποίας τα εσωτερικά προβλήματα την ενέπλεκαν όλο και περισσότερο με τα συμβαίνοντα στα Βαλκάνια. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν, κυρίως, με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Στη Βοσνία, ειδικά, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Σλάβοι. Και, στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία, η στρατιωτική κλίκα που έλεγχε την εκεί κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Βοσνία «αυτοδίκαια» θα έπρεπε να ανήκει στη χώρα αυτή. Προς το σκοπό αυτό, Σέρβοι φανατικοί οργάνωναν και εκτελούσαν τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον Αυστριακών στο εσωτερικό της Βοσνίας, με την υποστήριξη κύκλων της σερβικής κυβέρνησης.

Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Βοσνίας–Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (1908), με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε από τους Αυστριακούς, είχε αποτελέσει μεγάλη διπλωματική ταπείνωση και ήταν η αφετηρία επικίνδυνων εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο πόλεμος τότε είχε αποφευχθεί λόγω της δυναμικής παρέμβασης της Γερμανίας και της στρατιωτικής ανετοιμότητας της Ρωσίας. Όπως είναι φυσικό, η βοσνιακή κρίση έφερε κοντύτερα τη Ρωσία με τη Σερβία, με την πρώτη να αναλαμβάνει τον ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η στάση της Βρετανίας απέναντι στον πόλεμο ήταν αβέβαιη ως την τελευταία στιγμή. Τυπικά, η Entente Cordiale με τη Γαλλία (1904) ήταν μια απλή «συμφωνία κυρίων» που έλυνε ζητήματα αποικιακών διαφορών. Για λόγους εσωτερικής πολιτικής, η βρετανική κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι η συμφωνία αυτή, με κανέναν τρόπο, δεν υποχρέωνε τη χώρα να προστρέξει σε βοήθεια της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Εν τούτοις, ήταν ξεκάθαρο στην πολιτική ηγεσία ότι η Βρετανία δύσκολα θα παρέμενε ουδέτερη σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου.

Η Γερμανία προσέφερε, τελικά, το αναγκαίο διπλωματικό άλλοθι στη Βρετανία, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα (της ουδετερότητας αυτής, η Βρετανία – όπως άλλωστε και η ίδια η Γερμανία! – ήταν εγγυήτρια). Στην πραγματικότητα, την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο υπαγόρευε το αμυντικό δόγμα της χώρας αυτής, σύμφωνα με το οποίο σε καμία εχθρική δύναμη δεν θα επιτρεπόταν να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης.

3. Η γερμανική απειλή

Όπως σημειώνει ο W. Keylor [1], στη δεκαετία του 1920 έγινε προσπάθεια από ορισμένους διανοητικούς κύκλους (όχι κατ’ ανάγκη γερμανικούς) να αρνηθούν οποιαδήποτε ευθύνη της Γερμανίας για τον πόλεμο, τον οποίο απέδιδαν στη γαλλική εκδικητικότητα, τον ρωσικό επεκτατισμό ή τη βρετανική διπροσωπία. Ο ιστορικός αυτός αναθεωρητισμός αμφισβητήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (ο οποίος, κατά πολλούς, δεν ήταν παρά συνέχεια του Πρώτου), όταν η πολιτική της Γερμανίας ως τα μισά του εικοστού αιώνα μπόρεσε να αξιολογηθεί στο σύνολό της.

Ένας βασικός παράγοντας που καθόρισε τη γερμανική εξωτερική πολιτική στις παραμονές του πολέμου, είχε οικονομικές αφετηρίες. Στις παγκόσμιες αγορές είχαν διεισδύσει και κυριαρχούσαν τρεις μεγάλες δυνάμεις: οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Λατινική Αμερική, η Μεγάλη Βρετανία στην ανατολική και νότια Αφρική και στη νότια Ασία, και η Γαλλία στη δυτική Αφρική, στα Βαλκάνια και στη Ρωσία. Σύντομα, η ρωσία και η Ιαπωνία θα έμπαιναν κι αυτές στον οικονομικό ανταγωνισμό στην Άπω Ανατολή. Πού υπήρχε χώρος οικονομικής διείσδυσης για τη φιλόδοξη, ανερχόμενη Γερμανία;

Γερμανικά οικονομικά ανοίγματα στη βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνάντησαν σκληρό ανταγωνισμό από βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα που ήδη κατείχαν στρατηγικές θέσεις εκεί. Η Γερμανία αισθανόταν οικονομικά περικυκλωμένη από σλαβικές χώρες στα ανατολικά και στα νότια, έχοντας πάντα στα δυτικά της τον παραδοσιακό γαλλικό εχθρό ως σταθερό ανάχωμα στις φιλοδοξίες οικονομικού επεκτατισμού της.

Οι προβληματισμοί των Γερμανών για τα όρια της οικονομικής τους ανάπτυξης συνέπεσαν με τις ανησυχίες γερμανικών στρατιωτικών κύκλων, που έβλεπαν τη χώρα να χάνει τη στρατιωτική της υπεροχή στην Ευρώπη από τις συνδυασμένες δυνάμεις της Γαλλίας και της Ρωσίας. Η γαλλορωσική συμμαχία του 1894 ζωντάνεψε τον εφιάλτη που η ευφυής διπλωματία του Bismarck είχε παλιότερα καταφέρει να ξορκίσει: το ενδεχόμενο να αναγκαστεί η Γερμανία να διεξαγάγει έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα! Η ανάγκη, τότε, να μοιράσει τις δυνάμεις της μεταξύ ανατολής και δύσης θα απέκλειε μια γρήγορη νίκη, ανάλογη με αυτήν του 1870 κατά των Γάλλων.

Ο Κόμης Alfred von Schlieffen, αρχηγός του αυτοκρατορικού γενικού επιτελείου από το 1892 ως το 1906, είχε καταστρώσει ένα πολεμικό σχέδιο με σκοπό να ξεπεράσει το στρατιωτικό μειονέκτημα της Γερμανίας εξαιτίας της γαλλορωσικής συμμαχίας. Προέβλεπε την καταρχήν συγκέντρωση γερμανικών δυνάμεων στα δυτικά, οι οποίες θα υπερνικούσαν – υποτίθεται – τον πιο ολιγάριθμο γαλλικό στρατό μέσα σε έξι εβδομάδες. Κατόπιν, το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού στρατού θα μεταφερόταν ανατολικά για να αντιμετωπίσει τους Ρώσους, πριν αυτοί κατορθώσουν να υπερνικήσουν τις κατά πολύ κατώτερες, αριθμητικά, δυνάμεις των Γερμανών που θα υπερασπίζονταν το ανατολικό τμήμα της χώρας.

Το σχέδιο Schlieffen βασιζόταν σε δύο κρίσιμες υποθέσεις. Η πρώτη ήταν η διατήρηση της αριθμητικής υπεροχής του γερμανικού στρατού έναντι του γαλλικού. Η δεύτερη ήταν η αδυναμία των Ρώσων, με το πρωτόγονο σύστημα χερσαίων μεταφορών που διέθεταν, να αναπτύξουν τον αριθμητικά υπέρτερο στρατό τους κατά μήκος των γερμανικών συνόρων, προτού ολοκληρωθούν οι επιχειρήσεις κατά της Γαλλίας στο δυτικό μέτωπο.

Όμως, οι Γερμανοί στρατιωτικοί αναλυτές έβλεπαν με τρόμο ότι και οι δύο αυτές προϋποθέσεις απειλούνταν όλο και περισσότερο, καθώς στη Γαλλία η στρατιωτική θητεία είχε αυξηθεί από δύο σε τρία χρόνια (πράγμα που θα καταργούσε το αριθμητικό πλεονέκτημα των Γερμανών), ενώ οι Ρώσοι, με την οικονομική βοήθεια των Γάλλων, είχαν ξεκινήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κατασκευής σιδηροδρόμων που θα συνέδεαν την κεντρική Ρωσία με τα δυτικά σύνορα της χώρας.

Αυτή η αίσθηση οικονομικής περικύκλωσης και αυξανόμενης στρατιωτικής ευαλωτότητας έκανε τη Γερμανία να σκέφτεται, πλέον, σοβαρά έναν πόλεμο κατά των Γάλλων και των Ρώσων. Κι αυτό θα έπρεπε να συμβεί σύντομα, όσο ακόμα ήταν «ζωντανές» οι προϋποθέσεις του σχεδίου Schlieffen. Και η ευκαιρία παρουσιάστηκε στις 28 Ιουνίου του 1914, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής, ο Gavrilo Princip, δολοφόνησε τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Franz Ferdinand, και τη σύζυγό του, στο Σαράγεβο, την πρωτεύουσα της Βοσνίας – της επαρχίας που συμβόλιζε, όσο τίποτα άλλο, τη ρωσική έχθρα για τους Αυστριακούς…

4. Μετά το Σαράγεβο…

Καταγράφουμε τώρα τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αρχιδούκα και τα οποία οδήγησαν στην έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου το 1914. Ο αναγνώστης ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για το ποιοι ευθύνονται για το ξεκίνημα της ανθρωποσφαγής…

Για τη Βιέννη, το περιστατικό στο Σαράγεβο προσφερόταν ως ιδανικό άλλοθι για οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τη Σερβία. Η γερμανική κυβέρνηση, από την άλλη μεριά, γνώριζε καλά ότι μια επιθετική ενέργεια της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας θα προκαλούσε αυτόματα τη δυναμική παρέμβαση της Ρωσίας υπέρ των Σλάβων προστατευόμενών της. Ήταν, επίσης, αναμενόμενο ότι ένας πόλεμος ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και τη Ρωσία θα ενεργοποιούσε τις συμμαχίες με τις οποίες ήταν «δεμένες» οι δύο αυτές αυτοκρατορίες, πράγμα που σήμαινε καταρχήν έναν γαλλογερμανικό πόλεμο και, στη συνέχεια, μια γενικευμένη ευρωπαϊκή σύρραξη!

Με πλήρη επίγνωση των συνεπειών, το Βερολίνο ενθάρρυνε τη Βιέννη να στείλει ένα ταπεινωτικό τελεσίγραφο στο Βελιγράδι στις 23 Ιουλίου του 1914. Παράλληλα, διαβεβαίωσε την αυστριακή κυβέρνηση πως θα πρόσφερε κάθε αναγκαία στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση πολέμου, ενώ ταυτόχρονα ναρκοθέτησε τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες της βρετανικής κυβέρνησης που είχαν σαν στόχο την αποτροπή της κλιμάκωσης της κρίσης.

Με τη λήξη της προθεσμίας που έθετε το τελεσίγραφο, οι Αυστριακοί κήρυξαν τον πόλεμο στη Σερβία στις 28 Ιουλίου (έναν ολόκληρο μήνα μετά το Σαράγεβο!). Όπως αναμενόταν, η Ρωσία αποφάσισε, την επόμενη κιόλας μέρα, μερική κινητοποίηση του στρατού της, σε περιοχές που βρίσκονταν κοντά στα αυστριακά σύνορα. Γρήγορα, όμως, το γενικό επιτελείο των Ρώσων αντιλήφθηκε ότι μια μερική κινητοποίηση δεν ήταν επιχειρησιακά εφικτή, και στις 30 Ιουλίου διατάχθηκε πλήρης κινητοποίηση των ρωσικών δυνάμεων, και ειδικότερα, κατά μήκος των συνόρων με τη Γερμανία.

Η Γερμανία είχε τώρα το πρόσχημα που της χρειαζόταν για πόλεμο κατά της Ρωσίας. Γνώριζε, βέβαια, καλά ότι τούτο θα ενεργοποιούσε τους όρους της γαλλορωσικής συμμαχίας. Έστειλε, έτσι, ένα απαράδεκτο τελεσίγραφο στο Παρίσι, αξιώνοντας δήλωση ουδετερότητας της Γαλλίας σε περίπτωση ρωσογερμανικού πολέμου. Ως εγγύηση, μάλιστα, ζήτησε από τους Γάλλους την προσωρινή παραχώρηση στη Γερμανία του ελέγχου των συνοριακών φρουρίων Toul και Verdun!

Την επόμενη μέρα, η Γερμανία ήταν σε πόλεμο με τη Ρωσία, ενώ στη Γαλλία διατάχθηκε πλήρης κινητοποίηση του στρατού.

Στις 2 Αυγούστου, οι Γερμανοί απαίτησαν από το Βέλγιο το δικαίωμα διέλευσης των στρατευμάτων τους που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς τη Γαλλία. Οι Βέλγοι αρνήθηκαν, και οι Γερμανοί εισέβαλαν στη χώρα. Στις 3 Αυγούστου, ο πόλεμος είχε αρχίσει στη δυτική Ευρώπη. Την ίδια μέρα, οι Βρετανοί έστειλαν τελεσίγραφο στη Γερμανία αξιώνοντας την αποχώρηση των δυνάμεών της από το Βέλγιο. Με τη λήξη του, κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία στις 4 Αυγούστου. Ο εφιάλτης είχε μόλις ξεκινήσει…

5. Επίλογος: Χαμένη γενιά…

Στο άρθρο αυτό επικεντρωθήκαμε στη διερεύνηση προθέσεων και την παράθεση συμβάντων που οδήγησαν, σχεδόν νομοτελειακά, στο ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα ίδια τα πολεμικά γεγονότα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ενός ξεχωριστού άρθρου, εφόσον υπάρξει σχετικό ενδιαφέρον από τους αναγνώστες του Aixmi.gr.

Όπως συνηθίζεται να λέγεται, ο πόλεμος αυτός είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια μιας ολόκληρης γενιάς στην Ευρώπη. Κατά την άποψη πολλών (αν όχι των περισσοτέρων) αναλυτών, ένα σημαντικό ποσοστό των θανάτων στα φρικτά, λασπωμένα χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου ήταν προϊόν άσκοπης ανθρωποθυσίας στο βωμό του εγωισμού ανάξιων, υπερφίαλων στρατηγών ένθεν κακείθεν (όπως, π.χ., στο Somme και στο Verdun, αντίστοιχα) που έστελναν τους στρατιώτες τους σε βέβαιο θάνατο κατά χιλιάδες, συχνά με μηδαμινό κέρδος από άποψη στρατηγικού αποτελέσματος. (Κάποιες όψιμες προσπάθειες μερικής, τουλάχιστον, απενοχοποίησης των στρατηγών [4] ελάχιστα μας πείθουν, κι ακόμα λιγότερο μας συγκινούν!)

Θα λέγαμε πως, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων, οι ρόλοι του «καλού» και του «κακού» καταλήγουν να μπερδεύονται, να ομογενοποιούνται στη συνείδηση του μελετητή αυτού του πολέμου. Ώσπου, τελικά, κάθε μονομερής κι απόλυτη ηθική προσέγγιση του θέματος να στερείται νοήματος και σημασίας…

Αναφορές

[1] William R. Keylor, The Twentieth-Century World: An International History (Oxford Univ. Press, 1984) [υπάρχουν και νεότερες εκδόσεις].

[2] James Joll, Europe Since 1870: An International History, 3rd edition (Penguin Books, 1983).

[3] Felix Gilbert, David Clay Large, The End of the European Era: 1890 to the Present, 6th edition (Norton, 2008).

[4] Gary Sheffield, Has History Misjudged the Generals of World War One?(http://www.bbc.co.uk/guides/zq2y87h)

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Όταν η πεταλούδα τίναξε τα φτερά στο Σαράγεβο…

Είχα γράψει, πριν λίγους μήνες, σαν μοιραίο προανάκρουσμα στη «φυγή» – λίγες μέρες μετά – του Γιάννη Καλαμίτση:

«Σε πρωινή εκπομπή του στο ραδιόφωνο (πάνε πολλά χρόνια τώρα), ο αμίμητος Γιάννης Καλαμίτσης είχε θέσει στους ακροατές του ένα κουίζ Ιστορίας: Σε ποια μεγάλη μάχη οι φαντάροι πήγαν στο μέτωπο με… ταξί; Κάποιοι βρήκαν αμέσως την απάντηση, αναγνωρίζοντας τη Μάχη του Μάρνη (Σεπτέμβριος 1914) όπου τα Παρισινά ταξί επιστρατεύτηκαν για να μεταφέρουν ενισχύσεις στον Γαλλικό στρατό. Το Παρίσι έτσι σώθηκε, και η Γερμανία έχασε τη μοναδική ευκαιρία που είχε να κερδίσει τον πόλεμο, και μάλιστα στην πρώτη του σημαντική μάχη! Ύστερα ήρθαν τα φονικά χαρακώματα…»

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από την έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του (πριν τον φρικτότερο Δεύτερο) ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα (το κουίζ του Γ. Καλαμίτση αναφέρεται σε ένα από αυτά) όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή. Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο, και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων…

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο «φαινόμενο της πεταλούδας», κεντρική έννοια στη μαθηματική θεωρία του χάους. Σύμφωνα με αυτό, σε κάποια ασταθή συστήματα μια ελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να προκαλέσει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας! (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Η χαοτική αυτή συμπεριφορά είναι που κάνει τον καιρό τόσο απρόβλεπτο σε ορίζοντα χρόνου που ξεπερνά τις 6-10 μέρες. Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε (κατά τα άλλα) ντετερμινιστικά συστήματα συνιστά αυτό που στα μαθηματικά καλείται «χάος».

Στον Μεγάλο Πόλεμο, η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ο νεαρός Σέρβος εθνικιστής Gavrilo Princip δολοφόνησε τον Αρχιδούκα Franz Ferdinand και την σύζυγό του, Σοφία, στο Σαράγεβο στις 28 Ιουνίου 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της, ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη, οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που είχε μεθοδικά προετοιμαστεί μέσα σε ατέλειωτες ώρες μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πρόβλεπαν, θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια την κάθε μια τους στη «σίγουρη» νίκη!

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μια σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Η αλαζονεία των επιτελείων και η παθητικότητα των πολιτικών μπρος στη σχεδόν δικτατορική συμπεριφορά των στρατηγών, κόστισαν στην ανθρωπότητα την απώλεια μιας ολόκληρης γενιάς που χάθηκε άδοξα στο βωμό του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η Ιστορία. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας…

Η αστάθεια και η μη-προβλεψιμότητα έχουν κάνει και πάλι την εμφάνισή τους στην Ευρώπη, έναν αιώνα μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου. Και, για μία ακόμα φορά, η σκιά της ίδιας ευρωπαϊκής υπερδύναμης πέφτει βαριά πάνω στα έθνη της ηπείρου – ιδιαίτερα στα πιο αδύναμα. Μόνο που τα κανόνια και τα πολυβόλα των Krupp έχουν δώσει τώρα τη θέση τους στον κυνισμό των αγορών, ενώ η σκυτάλη της αλαζονείας πέρασε από τα χέρια ενός πολεμοχαρούς μονάρχη (με ενδιάμεση στάση σε αυτά ενός ημιπαράφρονα ρατσιστή δικτάτορα) στα χέρια κουστουμαρισμένων και γραβατοφορεμένων γραφειοκρατών. Όσο για τα διαμελισμένα πτώματα στα χαρακώματα και στη “no man’s land”, τα αντικατέστησαν οι στρατιές των ανέργων που όλο πληθαίνουν…

Μα, όσο κι αν είναι πολύ μικρές για να γίνουν ορατές, οι πεταλούδες του χάους είναι πάντα εκεί, έτοιμες να τιμωρήσουν την υπερφίαλη βεβαιότητα των ισχυρών. Και, μια σπίθα είναι αρκετή για να ανοίξει η κερκόπορτα της κόλασης, όπως με εφιαλτικό τρόπο διδαχθήκαμε εμείς τον Δεκέμβρη του ’08 και τον Μάη του ’10. Θυμάται, άραγε, η Ευρώπη το ειρωνικό μάθημα της Ιστορίας στο Σαράγεβο; Ή μήπως την ξεγελά η νέα, «ακίνδυνη» μορφή που πήραν οι σφαίρες καθώς μετεξελίχθηκαν σε επιμελώς φιλοτεχνημένα χαρτονομίσματα;

Aixmi.gr

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Μνήμες και οράματα μέσα απ’ τα χαλάσματα της Φιλαδέλφειας…

Ανοίγοντας χαράματα Κυριακής τον υπολογιστή, βρήκα να με περιμένει ένα mail από τον φίλο μου το Νίκο. Ομολογώ πως με ξάφνιασε το περιεχόμενο:

«Κώστα, έχω μια ιδιάζουσα παράκληση. Σαν να λέμε, παράκληση για άρθρο on demand. Με διακατέχει μια τρομακτική περιέργεια να μάθω τις σκέψεις σου για το νέο γήπεδο της ΑΕΚ! Τον Ναό (κυριολεκτικά), τον συμβολισμό, τη δύναμη του μύθου και τον ρόλο του στο ιστορικό γίγνεσθαι αυτού του τόπου. Τον καημό που περικλείεται στη φράση: ΑΕΚ, ζούμε στην Πόλη να σε δούμε!»

Γιατί με ξάφνιασε; Πρώτον, γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη λέξη «Ναός» από τα χείλη (εντάξει, το πληκτρολόγιο!) κάποιου που δεν έχει ιδιαίτερους συναισθηματικούς δεσμούς με την ΑΕΚ. Και, δεύτερον, γιατί συνειδητοποίησα άξαφνα πως είχα πράγματι αμελήσει να αφιερώσω δυο αράδες σε ένα ζήτημα που αποτελεί την κορωνίδα των ονείρων και των οραμάτων όλων των πιστών του ιστορικού συλλόγου!

Κατά σύμπτωση, τα καλά νέα για τα αποκαλυπτήρια του νέου γηπέδου τα πρωτοδιάβασα εδώ, στο Aixmi.gr. Στη συνέχεια, άφησα τον εαυτό μου να περιπλανηθεί με συγκίνηση και νοσταλγία στα ιστορικά μονοπάτια και τις δοξασμένες διαδρομές μνήμης του αξέχαστου «Ναού» της Φιλαδέλφειας των Κυριακών μου, και να εντυπωσιαστεί από το φιλόδοξο σχέδιο του υπερπολυτελούς νέου γηπέδου στον ίδιο ιστορικό τόπο, με ξεναγό τον μεγάλο Αεκτζή Κώστα Βουτσά!


Για κάποιους από εμάς, η ΑΕΚ δεν είναι απλά αθλητικός σύλλογος που κάποια συγκυρία το ‘φερε να αγαπήσουμε: Είναι επικυρίαρχο κομμάτι της ίδιας της αυτοσυνειδησίας μας, πρώτη ύλη και συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, του αυτοπροσδιορισμού μας ως μελών αυτής της κοινωνίας! Γι’ αυτό, ας μου συγχωρήσει ο αναγνώστης λίγη προσωπική ιστορία…

Η γιαγιά και ο παππούς μου ήταν πρόσφυγες από τη Μικρασία. Η γιαγιά απ’ τα περίχωρα της Πόλης, ο παππούς από λίγο πιο μακριά… Μετά την καταστροφή, βρέθηκαν κι οι δύο στη Βόρεια Εύβοια, σ’ ένα προσφυγικό χωριό (Νέος Πύργος) που ιδρύθηκε το 1924, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε κι η ΑΕΚ. Θυμάμαι τον παππού μου να λέει – με μια σκόπιμη δόση υπερβολής – πως, όταν έφτασαν εκεί, βρήκαν τους ντόπιους «πενήντα χρόνια πίσω»! Και, αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι το πιο σημαντικό πράγμα που κουβαλούσαν οι σχεδόν εξαθλιωμένοι πρόσφυγες στα φτωχικά τους σακίδια, ήταν πολιτισμός

Την ΑΕΚ την πρωτογνώρισα την δεκαετία του ’60, παιδί ακόμα, όταν ο θείος μου με έπαιρνε τις Κυριακές στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Τότε λεγόταν «Στάδιον ΑΕΚ» κι έμοιαζε με γιγάντιο πέταλο (η προσθήκη της σκεπαστής εξέδρας, απ’ την οποία εκπορεύτηκαν τα καλύτερα και τα χειρότερα της σύγχρονης ιστορίας της ΑΕΚ, έγινε πολύ αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70). Θυμάμαι ακόμα το θείο μου να λέει: «Είδες, ο βλάχος το ‘βαλε κι αυτό!», μετά από κάθε γκολ του Παπαϊωάννου!

Στη μεγάλη διαδρομή του στο χρόνο, το γήπεδο αυτό βίωσε γλυκόπικρα συναισθήματα… Πανηγύρισε τίτλους της ΑΕΚ και είδε μεγαθήρια του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου να καταπίνουν αμάσητη την αλαζονεία τους φεύγοντας ηττημένα… Ως μεγαλύτερο (κάποτε) στάδιο της χώρας, φιλοξένησε τελικούς Κυπέλλου που έμειναν αλησμόνητοι… Γνώρισε από κοντά μεγάλους καλλιτέχνες που το επέλεξαν σαν ιδανικό χώρο για τις συναυλίες τους…

Κι από την άλλη, ένιωσε κάποτε τη ντροπή της οπαδικής βίας που γεννά ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία, όχι μόνο απέναντι σε αντιπάλους (πράγμα ούτως ή άλλως ηθικά καταδικαστέο) αλλά κι απέναντι σε ανθρώπους της ίδιας της ΑΕΚ, με ιστορική διαδρομή και αδιαμφισβήτητη προσφορά στον σύλλογο, που βίωσαν απίστευτους εξευτελισμούς φορώντας τον «δικέφαλο» στο στήθος…

Η αυλαία για το ιστορικό γήπεδο έπεσε ένα απόγευμα του Μάη του 2003 (3/5/03). Τελευταίος αντίπαλος, ο Άρης Θεσσαλονίκης. Η μπάλα άγγιξε για τελευταία φορά τα δίχτυα από το πόδι του Ίλια Ίβιτς, σε ένα πανηγυρικό 4-0. Βγαίνοντας από την Θύρα 16, ήξερα καλά πως ήταν η τελευταία φορά που έβλεπα τον «Ναό» να ορθώνεται περήφανος, αν και τραυματισμένος από το χρόνο και τους σεισμούς. Την άλλη μέρα μπήκαν οι μπουλντόζες. Είπαν πως οι εξέδρες έπεσαν σαν χάρτινες…

Προοπτική (και αφελής βεβαιότητα) ήταν τότε το χτίσιμο ενός νέου, υπερσύγχρονου γηπέδου που θα μπορούσε να φιλοξενήσει μέρος των αγωνισμάτων των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τελικά, έμειναν μόνο τα χαλάσματα να ξύνουν τις μνήμες και να αλατίζουν τις πληγές… Όσο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, βολεύτηκαν με ένα άλλο γήπεδο, πιο συμβατό ίσως με το όνομά τους. Το έστησαν κάποιοι σε χρόνο μηδέν, σαν τα λυόμενα στον Κάλαμο! Και, τι ειρωνικό παιχνίδι της μοίρας: η ομάδα της προσφυγιάς, αρχόντισσα κάποτε στο δικό της παλάτι, βρίσκεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία άστεγη, πρόσφυγας στην ίδια της τη χώρα…

Με δυσκολία πήγαινα όλα αυτά τα χρόνια στη Φιλαδέλφεια. Γιατί ο τόπος αυτός απλά δεν υπήρχε χωρίς την ΑΕΚ! Κι εκεί ακριβώς θέλουμε να την ξαναδούμε. Ίσως το μέρος να μη διαθέτει το μεγαλείο της Πόλης, όπως το οραματίζεται ο φίλος Νίκος. Είναι, όμως, η κοιτίδα κάθε αθλητικής χαράς και λύπης μας, η αφετηρία κάθε μνήμης… Μια πόλη που δεν θα μας ξαναπάρουν πια ποτέ. Γιατί θα βρουν καλά κλεισμένες τις Κερκόπορτες!