Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2023

Πώς θα ήταν να "ζούσαμε" στον Τιτανικό σήμερα;

 Η υδροστατική θεωρία και ο κλασικός ηλεκτρομαγνητισμός δίνουν μία εικόνα των φυσικών συνθηκών που επικρατούν στο ναυάγιο του Τιτανικού, στον βυθό του Ατλαντικού.

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η ιστορία είναι γνωστή: Η ανθρώπινη ματαιοδοξία, μαζί με την τεχνολογική αλαζονεία, κατασκεύασαν ένα "αβύθιστο" πλοίο που - πίστευαν - δεν θα χρειαζόταν καν σωστικές λέμβους (παρά μόνο λίγες, ως διακοσμητικά) και θα μπορούσε να τρέχει στους ωκεανούς με ταχύτητες πάνω από τα όρια ασφαλείας της εποχής. Του έδωσαν το υπεροπτικό όνομα ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ. Η πρόσκρουσή του στο παγόβουνο και η εν συνεχεία βύθισή του στον Ατλαντικό κατά το παρθενικό του ταξίδι, στις 15 Απριλίου του 1912, αποτελεί ίσως την τραγικότερη έκφραση μεταφυσικής ειρωνείας στη νεότερη Ιστορία...


Εικόνα: Το παγόβουνο στο οποίο προσέκρουσε ο Τιτανικός. Η φωτογραφία τραβήχτηκε λίγες ώρες μετά το ναυάγιο, στη θαλάσσια περιοχή όπου αυτό είχε λάβει χώρα. Πάνω στο παγόβουνο υπήρχαν τα σημάδια από τη μπογιά του πλοίου!

Το ναυάγιο του Τιτανικού βρίσκεται - σπασμένο σε δύο κομμάτια - στον βυθό του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού, σε βάθος περίπου 3.8 χιλιομέτρων. Για να εκτιμήσουμε τις φυσικές συνθήκες που επικρατούν εκεί κάτω, θα εστιάσουμε την προσοχή μας σε δύο φαινόμενα που υφίστανται σε τέτοια βάθη: την τρομακτική υδροστατική πίεση και το απόλυτο σκοτάδι.

    Μια πίεση για βαθυσκάφη!

Η ατμοσφαιρική πίεση στην οποία έχουμε μάθει να ζούμε είναι ίση με μία ατμόσφαιρα (atm), ισοδύναμη με 760 mm στήλης υδραργύρου. Έχει υπολογιστεί ότι η υδροστατική πίεση στο εσωτερικό της θάλασσας αυξάνει κατά περίπου 1 atm για κάθε 10 μέτρα βάθους. Έτσι, σε βάθος 3.800 μέτρων η πίεση είναι κάπου 380 φορές μεγαλύτερη από την ατμοσφαιρική. Αν, λοιπόν, σκοπεύουμε να επισκεφθούμε τον Τιτανικό (μοιραία απόφαση, δυστυχώς, για πέντε συνανθρώπους μας πρόσφατα), καλό θα είναι να το επιχειρήσουμε χρησιμοποιώντας ένα βαθυσκάφος σχεδιασμένο να αντέχει σε εξαιρετικά υψηλές πιέσεις!

    Γιατί τόσο σκοτάδι εκεί κάτω;

Ο James Clerk Maxwell (1831-1879) θεωρείται ως ο κορυφαίος θεωρητικός Φυσικός του 19ου αιώνα. Κατά μία περίεργη σύμπτωση, πέθανε τη χρονιά που γεννήθηκε ο Αϊνστάιν (όπως ο Νεύτωνας γεννήθηκε τη χρονιά που πέθανε ο Γαλιλαίος). Ο Maxwell υπήρξε ο "πατέρας" του κλασικού ηλεκτρομαγνητισμού, όπως αυτός διδάσκεται ως σήμερα στις σχολές θετικών επιστημών.

Ο Maxwell περιέγραψε την χωροχρονική συμπεριφορά του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου με τέσσερις μαθηματικές εξισώσεις που φέρουν το όνομά του (εξισώσεις του Maxwell). Με βάση αυτές έκανε μία φοβερή πρόβλεψη που, δυστυχώς, δεν πρόλαβε να την δει να επαληθεύεται πειραματικά: Το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο διαδίδεται στον χώρο σαν κύμα που ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός (ηλεκτρομαγνητικό κύμα). Και, όπως μας πληροφορούν οι ίδιες οι εξισώσεις του Maxwell, όταν ένα τέτοιο κύμα προσπίπτει στην επιφάνεια ενός υλικού μέσου που έχει ηλεκτρική αγωγιμότητα, ένα μέρος του κύματος ανακλάται στην επιφάνεια του μέσου και γυρίζει πίσω (π.χ., στον αέρα), ενώ ένα άλλο μέρος διεισδύει στο αγώγιμο μέσο και, τελικά, απορροφάται χωρίς να ξεπεράσει ένα ορισμένο μέγιστο βάθος (επιδερμικό βάθος).

Η θάλασσα περιέχει άλατα, μέρος των οποίων είναι στη μορφή ηλεκτρικά φορτισμένων ιόντων. Έτσι, η θάλασσα μπορεί να θεωρείται ηλεκτρικά αγώγιμο μέσο. Από την άλλη μεριά, όπως έδειξε ο Maxwell, το φως είναι ηλεκτρομαγνητικό κύμα. Έτσι, όταν το φως του ήλιου πέφτει στην επιφάνεια της θάλασσας, ένα μέρος του ανακλάται ενώ ένα άλλο μέρος διεισδύει και απορροφάται σε σχετικά μικρά βάθη.

Φανταστείτε τώρα τι μπορεί να συμβαίνει σε βάθος περίπου 4 χιλιομέτρων στη θάλασσα. Κανένα φως δεν μπορεί να φτάσει ως εκεί, και έτσι το μόνο που θα "βλέπαμε" θα ήταν το απόλυτο σκοτάδι!

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι η απορρόφηση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων καθιστά το radar ένα όχι χρήσιμο εργαλείο για την ανίχνευση υποθαλάσσιων αντικειμένων σε μεγάλα βάθη. Για τη δουλειά αυτή χρησιμοποιείται το sonar που εκπέμπει ηχητικά κύματα, τα οποία διαδίδονται δίχως πρόβλημα μέσα στο νερό της θάλασσας.

    Ο Τιτανικός στο σινεμά

Με την ευκαιρία αυτής της συζήτησης, δείτε την καλύτερη ταινία (κατά τη γνώμη μας) που γυρίστηκε ποτέ με θέμα το στοιχειωμένο πλοίο: "A Night to Remember", παραγωγής 1958.

Μέρος Α: https://dai.ly/xlhou3

Μέρος Β: https://dai.ly/xlhp66

KLIK

Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

Υπάρχει αυτοπαθής αγάπη και αυτογενής ευτυχία;

 Υπάρχει, τελικά, η αγάπη, ή είναι μόνο στο μυαλό μας; Είμαστε μηχανές παραγωγής ευτυχίας; Δύσκολα ερωτήματα...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι πιστεύουν και διακηρύσσουν με κάθε τρόπο ότι αιτία πολλών ψυχικών δυσλειτουργιών είναι η τάση του ατόμου να εξαρτάται από πρόσωπα ή καταστάσεις έξω από τον εαυτό του. Συχνά, μάλιστα, οι συμβουλευτικές προσεγγίσεις των ειδικών κωδικοποιούνται με φράσεις – κλισέ του τύπου «να αγαπάς πάνω απ’ όλα τον εαυτό σου», ή, «η ευτυχία υπάρχει μόνο μέσα σου». Όμως, πόσο ψυχικά υγιείς θα μπορούσαν να προκύψουν εκείνοι που θα εμπιστεύονταν απόλυτα και θα ακολουθούσαν πιστά τέτοια δόγματα;

    Αρκεί μόνο να αγαπάμε τον εαυτό μας;

Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando Pessoa) βάζει νάρκη στα θεμέλια κάθε βεβαιότητας για την ύπαρξη της αγάπης ως αντικειμενικής αξίας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Μία πικρή κωμωδία του 1964 επιχειρεί να επιβεβαιώσει, θαρρείς, τον ιδιόρρυθμο δημιουργό του «Αναρχικού Τραπεζίτη»:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη... Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο... Δεν υποπτεύονται καν ότι ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που τους είναι αδύνατο να αναγνωριστούν μεταξύ τους δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, έξω από τα κοστούμια που φορούσαν εκείνη τη «μαγική» νύχτα του καρναβαλιού που είχαν γνωριστεί – και που έμελλε να είναι η μοναδική... Στο φινάλε της ταινίας ακούγεται μία από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού κινηματογράφου, αληθινή αποθέωση του παράλογου:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εσύ εκείνος που αγαπούσα!»

Από τις πιο φιλοσοφημένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, ο «Γάμος αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη είναι ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Ή μήπως πάνω στην αυτοπάθεια της αγάπης – σύμφωνα με τον Πεσσόα – όπου πομπός και αποδέκτης του συναισθήματος κατ’ ουσίαν ταυτίζονται;

Είναι λογικό να τίθεται ένα τέτοιο ερώτημα, όταν ακούμε σύγχρονους ψυχοθεραπευτές να δηλώνουν ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για την ψυχική υγεία είναι να αγαπά κάποιος τον εαυτό του, παρά να αγαπά οποιονδήποτε άλλον. Η αιτιολόγηση είναι απλή: Η αγάπη γεννά εξάρτηση από το αντικείμενό της. Και, το μόνο αντικείμενο από το οποίο μπορούμε να εξαρτόμαστε με απόλυτη ασφάλεια είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Οποιαδήποτε άλλη εξάρτηση είναι δυνητική πηγή φοβιών και νευρώσεων.

Αν προεκτείνουμε αυτή τη λογική ως τα άκρα, μία ψυχικά «υγιής» κοινωνία δεν θα είναι παρά ένα σύνολο περιχαρακωμένων και εγωκεντρικών μονάδων που αδυνατούν να βιώσουν και να ανταλλάξουν ανθρώπινα συναισθήματα. Έτσι, το άτομο μοιραία θα καταφύγει στον διχασμό προσωπικότητας – στην κατασκευή, δηλαδή, ενός άλλου, εικονικού εαυτού – προκειμένου να διοχετεύσει ένα ψυχικό δυναμικό που αλλιώς θα λιμνάσει μέσα του και, τελικά, θα νεκρωθεί. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η κοινωνία που οραματίζονται μερικοί σύγχρονοι ψυχολόγοι είναι μία κοινωνία σχιζοφρενών!

Αν θέλαμε να προτείνουμε μία διαφορετική και πιο ορθολογική θεώρηση, θα λέγαμε απλά ότι η αγάπη προς τον άλλον έχει αληθινή αξία όταν συνοδεύεται από αισθήματα αυτοεκτίμησης και αυτοσεβασμού εκείνου που την προσφέρει. Γιατί, πόση αξία μπορεί να έχει η αγάπη που παίρνουμε από κάποιον που περιφρονεί τον εαυτό του; Είναι σαν να μας δίνεται ένα δώρο που είναι εξαρχής υποτιμημένο από τον ίδιο τον δωρητή!

Τούτο σημαίνει, ειδικά, ότι είναι αδύνατο να υπάρξει αληθινή αγάπη σε μία σχέση εξουσίας και υποταγής. Τόσο – προφανώς – από την πλευρά εκείνου που ασκεί την εξουσία, όσο και από την πλευρά αυτού που υποτάσσεται...

    Είμαστε βιοτεχνίες παραγωγής ευτυχίας;

Θα εξομολογηθώ την αμαρτία μου: Παρακολούθησα αρκετά επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς «8 λέξεις». Σε ένα από αυτά έμαθα το νόημα του τίτλου της σειράς. Πρόκειται για τις λέξεις που απαρτίζουν τη φράση:

«Μην ψάχνεις την ευτυχία, είναι πάντα μέσα σου!»

Σαν να λέμε, η αναζήτηση της ευτυχίας έξω από τον εαυτό μας είναι ουτοπική επιδίωξη, αφού η ευτυχία έχει αυτογενή υπόσταση. Την παράγει το ίδιο το άτομο, ανεξάρτητα από πρόσωπα ή καταστάσεις που το περιβάλλουν. Περίπου όπως ο οργανισμός παράγει ορμόνες!

Δεν έχουν, λοιπόν, σημασία οι ανθρώπινες σχέσεις, ούτε τα ανθρώπινα επιτεύγματα. Δεν έχουν σημασία οι καλές ή οι άθλιες συνθήκες ζωής. Δεν έχει σημασία αν είναι καλά ή αρρωσταίνουν, αν ζουν ή πεθαίνουν, εκείνοι που αγαπούμε (άλλωστε, οι «ειδικοί» μάς προτρέπουν να μην αγαπούμε τίποτα όσο τον εαυτό μας). Όλα αυτά είναι άσχετα με την ανθρώπινη ευτυχία, που είναι προϊόν αυτο-παραγόμενο. Αρκεί να κάνουμε τον κόπο να σκάψουμε λίγο μέσα μας, και θα τη βρούμε να μας περιμένει χαμογελώντας!

Ας φανταστούμε τώρα ένα πείραμα. Ας τοποθετήσουμε έναν άνθρωπο μέσα σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, δίνοντάς του μόνο τις απαραίτητες ποσότητες τροφής και νερού. Δεν θα υπάρχουν βιβλία, ραδιοτηλεοπτικά μέσα, σταθερά ή κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, και ό,τι άλλο θα μπορούσε να συνδέσει τον έγκλειστο με τον έξω κόσμο. Το ζητούμενο του πειράματος είναι απλό: καταμέτρηση του χρόνου που θα χρειαστεί το άτομο για να ανακαλύψει μέσα του την κρυμμένη ευτυχία. Ή μάλλον, για να ζητήσει ουρλιάζοντας να του ανοίξουμε την πόρτα!

Όμως, και η περίπτωση αυτή επιδέχεται ορθολογικότερη θεώρηση: Αυτό που βρίσκεται μέσα μας δεν είναι η ίδια η ευτυχία αλλά η προδιαγραφή, η ικανότητα να νιώθουμε ευτυχισμένοι όταν, αντικειμενικά, μας προσφέρονται οι λόγοι για κάτι τέτοιο. Και, ναι, ο άξιος να νιώσει την ευτυχία είναι εκείνος που μπορεί να βιώνει ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης ακόμα και γι’ αυτά που οι άλλοι θεωρούν μικρά κι ασήμαντα. Επειδή είδε ξανά το φως της μέρας... Επειδή έχει πάντα ένα ταβάνι πάνω απ’ το κεφάλι του, και η βρύση τρέχει πάντα νερό... Επειδή αυτοί που αγαπά είναι καλά και σήμερα... Επειδή εκείνος ο πόνος πέρασε... Επειδή βρήκε το βιβλίο που το έψαχνε καιρό... Επειδή ο γείτονας είπε «καλημέρα» καθώς έβγαζε βόλτα τον σκύλο του... Επειδή ελπίζει πως αύριο θα ξημερώσει μια καλύτερη μέρα...

Για να συνοψίσουμε: Η ευτυχία δεν είναι αυτο-παραγόμενο συναίσθημα, ούτε όμως και αποκλειστική υπόθεση εξωτερικών καταστάσεων. Πριν απ’ όλα, είναι ζήτημα εσωτερικής προδιαγραφής που επιτρέπει ακόμα και στις παραμικρότερες καταστάσεις να μετασχηματίζονται σε θετικά ψυχικά βιώματα.

Όπως θα λέγαμε συμβολικά, για να φτάσει κάποιος στην ευτυχία δεν αρκεί να κατέχει το όχημα. Χρειάζεται να υπάρχει και ο δρόμος. Και αντίστροφα...

KLIK

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ενήλικος στο δωμάτιο, με ευθύνη ανηλίκου...

Ένας "ταξιδιωτικός οδηγός" για υποψήφιους θεατές μίας αμφιλεγόμενης ταινίας...


Έστω και για λόγους καλλιτεχνικής περιέργειας, έχω την ειλικρινή πρόθεση να δω σε πρώτη ευκαιρία την αμφιλεγόμενη νέα ταινία του Κώστα Γαβρά. Χωρίς όμως ποτέ να ξεχνώ ποιο είναι το πρόσωπο που η ταινία αυτή επιχειρεί να ηρωοποιήσει, μετατρέποντας έναν κυνικό, υπερφίαλο και νάρκισσο τυχοδιώκτη σε ρομαντικό ιδεολόγο επαναστάτη που, ως νέος Siegfried στο Götterdämmerung, τολμά να τα βάλει ολομόναχος με δυνάμεις πολύ πιο μεγάλες από εκείνον - και πέφτει ηρωικώς μαχόμενος!

Δεν θα ξεχάσω, για παράδειγμα, τον δόλιο τρόπο με τον οποίο μας αποκοίμισε βεβαιώνοντας ότι οι τράπεζες δεν επρόκειτο να κλείσουν, αφού κάτι τέτοιο "δεν προβλεπόταν". Και, στη συνέχεια, τον αυτάρεσκο κομπασμό του, «Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες» (“Honey, I just shut the banks”)! Κι εγώ, αφελής, καλόπιστος και αμελής συνάμα, που δεν είχα φροντίσει ως τότε να βγάλω κάρτες ή να μαζέψω λίγα μετρητά κάτω από το στρώμα, έζησα για μέρες κυριολεκτικά την εμπειρία της πείνας μετρώντας τα ψιλά στο πορτοφόλι μου για ένα κουλούρι ή μία τυρόπιτα, αφού βρέθηκα σχεδόν δίχως χρήματα (θα πήγαινα Δευτέρα πρωί στην τράπεζα να πάρω, τρομάρα μου!) ενώ έπρεπε να εξοικονομήσω και το τελευταίο ευρώ για άλλες ανάγκες σημαντικότερες κι απ' την τροφή (όπως ανελαστικά ιατρικά έξοδα)...

Ξέρω, θα μου πείτε ότι υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι που αισθάνονται τυχεροί αν μπορέσουν να εξασφαλίσουν έστω και το γεύμα μίας τυρόπιτας την ημέρα. Το γνωρίζω και ουδόλως το υποτιμώ ως πραγματικότητα. Όμως, αν κάποτε αποφασίσω να βιώσω την δυστυχία της πείνας του συνανθρώπου, υποβάλλοντας με Παρσιφαλική γενναιότητα τον εαυτό μου σε αυτόβουλη στέρηση τροφής, αυτό θα είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής και όχι αποτέλεσμα της παράλογης ματαιοδοξίας ενός τυχοδιώκτη πολιτικού!

Ξαναγυρνώντας στον "ήρωα" της ταινίας, δεν θα ξεχάσω και τον ανάλγητο κυνισμό με τον οποίο  απάντησε σε δημοσιογράφο της τηλεόρασης, όταν ο τελευταίος τον ρώτησε τι θα απογίνουν οι ηλικιωμένοι που μες στην αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού ξεροστάλιαζαν με τις ώρες στις ουρές έξω απ’ τις τράπεζες. Όπως δεν θα ξεχάσω ποτέ την απόγνωση και το κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας (το είδα με τα μάτια μου) που εκλιπαρούσε τον ατσαλάκωτο στην τράπεζα για λίγα μόνο μετρητά από τη σύνταξή του, ρωτώντας τον μάταια, με έκφραση απελπισίας που έλιωνε σίδερα: «Πώς θα ζήσουμε εγώ κι η γυναίκα μου;»...

Και δεν θα ξεχάσουμε, τέλος, τις "επαναστατημένες" κυρίες του Διαδικτύου που θεοποιούσαν τον νάρκισσο στα social media, έχοντάς τον συνειδητά ή όχι αναγάγει σε οιονεί υποκατάστατο των υπαρξιακών ανεκπλήρωτων της άνυδρης ζωής τους - και ρίχνοντας ακόμα περισσότερα ξύλα στη φωτιά της ματαιοδοξίας του. Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, αυτό είναι το μόνο για το οποίο υπεύθυνος δεν ήταν ο ίδιος...

Όχι, γι' αυτό το "δημιουργικά ασαφές" (sic) μείγμα ακαδημαϊκού τσαρλατανισμού και πολιτικής δηθενιάς ίσως δεν άξιζε να γυριστεί ένα (έστω μέτριο) έργο κινηματογραφικής τέχνης από φημισμένο σκηνοθέτη. Θα το δούμε, εν τούτοις, για να διαμορφώσουμε προσωπική άποψη. Και, στο διάλειμμα, ίσως κεράσουμε συμβολικά τον εαυτό μας μία τυρόπιτα. Σαν εκείνες που μας κράτησαν στη ζωή το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Ανθρωπισμός και συμφιλίωση στο "Σπίτι δίπλα στη θάλασσα"


Ο Ρομπέρ Γκεντιγκιάν μάς είχε γοητεύσει πριν λίγα χρόνια με το μαγευτικό φιλμ "Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο". Έτσι, πήγαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και εύλογες προσδοκίες να δούμε "Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα" (La Villa, Γαλλία 2017).

Η υπόθεση είναι απλή, με κάποιες - συνειδητές ή όχι - αναφορές στον "Βυσσινόκηπο" του Τσέχοφ. Τρία αδέλφια - δύο άντρες και μία γυναίκα, αποξενωμένα από χρόνια, ξανασυναντούνται στο πατρικό σπίτι σε μία πανέμορφη παραθαλάσσια τοποθεσία κοντά στη Μασσαλία, με αφορμή την σοβαρή ασθένεια του πατέρα τους. Ο καθένας τους έχει να παλέψει με τους δικούς του δαίμονες από το παρελθόν, που χρόνια τον στοιχειώνουν υπόγεια και τώρα ξυπνούν ξανά. Όμως, η ανθρωπιά που κρύβουν μέσα τους έρχεται, τελικά, να θεραπεύσει τις πληγές...

Παρά τις αδυναμίες της (θα τις αναφέρουμε πιο κάτω) σε σύγκριση, τουλάχιστον, με το αριστουργηματικό "Κιλιμάντζαρο", η ταινία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κινηματογραφικής φιλοσοφίας του Γκεντιγκιάν, στην οποία ο σκηνοθέτης μένει πιστός και, από την άποψη αυτή, είναι απόλυτα συνεπής με το προσωπικό του ύφος. Στα μάτια του θεατή ξετυλίγεται και πάλι μια καθαρτήρια, λυτρωτική διαδρομή από την άρνηση στην κατάφαση, από την πικρία στη συμφιλίωση, από το σκοτάδι στο φως, κι ακόμα - γιατί όχι; - από τον θάνατο στη ζωή! Παράλληλα, μέσα από την υπαρξιακή αυτή πορεία αναδεικνύεται η ωραιότητα της ανθρώπινης ψυχής.

Έτσι, σε ό,τι αφορά την φιλοσοφική προσέγγιση του Γκεντιγκιάν, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε λέξη προς λέξη τα περισσότερα από εκείνα που είχαμε γράψει στις 22-3-2012 στο "Βήμα", στην κριτική μας τοποθέτηση πάνω στα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" (αφαιρώ τις λίγες φράσεις που αναφέρονται σε εκείνη ειδικά την ταινία):

--------------------------------

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το happy ending είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η "Πολίτικη Κουζίνα"!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (...) ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις. Από τη μία, οι σκληρές πραγματικότητες της εποχής (...) Από την άλλη – και αυτά είναι τα στοιχεία που αναδεικνύει προοδευτικά η ταινία ως την καθαρτήρια κατάληξή της – παρελαύνουν από τα μάτια του θεατή σκηνές απίστευτης ομορφιάς όπου θριαμβεύει η φιλία, η ανθρωπιά, η συγχώρεση, η αλληλεγγύη (...). Μα, πάνω απ’ όλα, η αγάπη, ο έρωτας και η σύμπνοια που κρατούν ζωντανό ένα γάμο μέσα στο χρόνο κι ενάντια στις δοκιμασίες της ζωής!

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση την συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...

--------------------------------

Σε ό,τι αφορά τον πολιτικό προβληματισμό τού Γκεντιγκιάν στη νέα ταινία, το κέντρο βάρους έχει τώρα μετατοπιστεί από τη διάψευση, κυρίως, των οραμάτων της Αριστεράς μέσα σε έναν αναδυόμενο, ακραία νεοφιλελεύθερο κόσμο, στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Δυτικός κόσμος μπροστά στην έκρηξη του μεταναστευτικού προβλήματος (με κάποιες επιφανειακές αναφορές και στο ζήτημα του ρατσισμού). Εν τούτοις, όπως αναφέραμε στην αρχή, από την ταινία δεν λείπουν και κάποια αδύνατα σημεία. Η αφήγηση στο πρώτο μέρος είναι κατά κύριο λόγο διαλογική (θα λέγαμε, δίνει την εντύπωση θεατρικής παράστασης σε φυσικό, εξωτερικό χώρο) και η υπόθεση "σέρνεται", με αποτέλεσμα να κουράζει κάπως τον θεατή (ο οποίος, πάντως, αποζημιώνεται γενναιόδωρα στη συνέχεια!). Επίσης, το σενάριο αφήνει μια αίσθηση τεχνητής "συγκόλλησης" καταστάσεων που είναι σε μεγάλο βαθμό ασύνδετες μεταξύ τους και δύσκολα μπορεί να δει κανείς με ποιον τρόπο αλληλο-επηρεάζονται.

Αυτό που μένει, όμως, στο τέλος είναι το θετικό μήνυμα πως αξίζει τον κόπο να αλλάξουμε τη ζωή μας προκειμένου να φέρουμε στο φως την ανθρώπινη πλευρά που ίσως αγνοούμε πως κρύβεται μέσα μας. Φυσικά, μια τέτοια ιδεαλιστική προσέγγιση στην Τέχνη δεν εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργών, των κριτικών, αλλά και του ίδιου του κοινού. (Από πολύ κοντινό μου πρόσωπο άκουσα πριν χρόνια την σαρκαστική προτροπή "να πάω καλύτερα να δω τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους", όταν εξέφρασα την απογοήτευσή μου για την σεναριακή τροπή στο τέλος της "Πολίτικης Κουζίνας"!) Όμως, το καλό με την Τέχνη είναι πως τίποτα δεν είναι οικουμενικό κι απόλυτο, αφού η αίσθηση του ωραίου είναι, εν τέλει, ζήτημα καθαρά υποκειμενικό. Έτσι, κατά το κοινώς λεγόμενο, "σ' όποιον αρέσει"! Στο κοντινό μου πρόσωπο, πάντως, και η νέα αυτή ταινία του Γκεντιγκιάν άρεσε πολύ...

Aixmi.gr

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Ποινικοποίηση της κριτικής στην Τέχνη;


Στις 4 Δεκεμβρίου 1881 η Βιέννη άκουσε για πρώτη φορά το υπέροχο κοντσέρτο για βιολί σε ρε μείζονα του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, με σολίστ τον νεαρό βιρτουόζο Άντολφ Μπρόντσκι και μαέστρο τον σπουδαίο Χανς Ρίχτερ. Την άλλη μέρα, ο διάσημος Βιεννέζος μουσικοκριτικός Έντουαρντ Χάνσλικ έγραψε μία από τις πιο χυδαίες κριτικές στην ιστορία της μουσικής, αποκαλώντας το κοντσέρτο "μουσική που βρωμάει"!

Ο Τσαϊκόφσκι δεν υπήρξε το μοναδικό θύμα του μοχθηρού Χάνσλικ. Ο ίδιος ο Βάγκνερ είχε επίσης γευτεί τις βιτριολικές επιθέσεις του (κάτι που συνέβαλε επιπρόσθετα - αν λογαριάσουμε και την αλαζονική στάση του Μέντελσον - σε κάποιες "αντιπάθειες" που ανέπτυξε ο Βάγκνερ στη διάρκεια της ζωής του, των οποίων η σημασία μεγαλοποιήθηκε υπέρμετρα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο...).

Ίσως η πιο αφελής (αν όχι γελοία) ερώτηση που μπορεί να τεθεί είναι η εξής: Γιατί ο Τσαϊκόφσκι δεν κίνησε νομικές διαδικασίες εναντίον του Χάνσλικ για ακραία προσβολή της τέχνης του; Η απάντηση αυτονόητη: Διότι ο κριτικός δικαιούται να διατυπώσει ελεύθερα την άποψή του για ένα έργο Τέχνης, ακόμα κι αν η άποψη αυτή προσβάλλει με έντονο τρόπο τον δημιουργό του έργου (εξαιρείται, ασφαλώς, η περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμισης ή ακραίας προσβολής της προσωπικότητας).

Στο βιβλίο του «Μουσική και Λόγος», ο διάσημος μαέστρος Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ δεν κρύβει την αντιπάθειά του για τους κριτικούς Τέχνης. Παρομοιάζει τον δημιουργό με τον Φάουστ και τον κριτικό με τον Μεφιστοφελή, λέγοντας για τον δεύτερο πως ό,τι γεννιέται από αγάπη το θεωρεί άξιο ν’ αφανιστεί! Φυσικά, ο Γερμανός αρχιμουσικός δεν διανοείται να παραπέμψει την υπόθεση στα δικαστήρια. Εξ άλλου, ο καλύτερος δικαστής για τον κριτικό είναι ο ίδιος ο αναγνώστης. Και αυτός δεν είναι πρόθυμος να αποδεχθεί και να συγχωρήσει την προκατάληψη...

Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις στάθηκε η είδηση ότι, γνωστός σκηνοθέτης απείλησε με μηνύσεις κάποιους εκ των κριτικών κινηματογράφου που τοποθετήθηκαν με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο για την τελευταία του ταινία. Με άλλα λόγια, ο σκηνοθέτης κατ' ουσίαν έθεσε θέμα ποινικοποίησης της κριτικής κινηματογράφου (και της Τέχνης, γενικότερα) στο βαθμό που ο τρόπος διατύπωσης της κριτικής δεν είναι αρεστός στον δημιουργό! Βέβαια, για να σταθεί το θέμα νομικά, απαιτείται και μία αρκούντως πειστική θεωρία συνωμοσίας που να αποδίδει κίνητρα και προθέσεις...

Ένα από τα αξιοπερίεργα οξύμωρα της σύγχρονης "προοδευτικής" διανόησης είναι η αλά καρτ αποδοχή της ελευθερίας της έκφρασης: Διεκδικώ το δικαίωμα να εκφράζομαι ελεύθερα, εσύ όμως δεν δικαιούσαι να με κρίνεις με όποιον τρόπο επιθυμείς, χωρίς την άδειά μου! Ας μην ξεχνούμε, άλλωστε, ότι η περιβόητη (για να μην το πω αλλιώς) "πολιτική ορθότητα", μια συγκεκαλυμμένη μορφή σύγχρονου διανοητικού φασισμού που στοχεύει στον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, ξεκίνησε από τους κόλπους των πιο φιλελεύθερων και προοδευτικών ακαδημαϊκών κοινοτήτων.

Ίσως αυτό, μεταξύ άλλων, εξηγεί γιατί η λέξη "προοδευτικός" απέκτησε τα περίπου ειρωνικά εισαγωγικά που δίκαια, πλέον, την συνοδεύουν...

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Ένα γλυκόπικρο ταξίδι στην "Τζαμάικα"...


Πηγαίνοντας να δούμε την «Τζαμάικα», πρώτη κινηματογραφική σκηνοθετική απόπειρα του Ανδρέα Μορφονιού, ομολογώ ότι περιμέναμε άλλη μία συμπαθητική ελληνική παραγωγή από έναν καλό σκηνοθέτη της τηλεόρασης που επιθυμεί να «εισβάλει» στον κινηματογράφο κάνοντας φιλότιμες προσπάθειες να μην προδώσει το τηλεοπτικό background που συνοδεύει το βιογραφικό του. Το ίδιο το θέμα της ταινίας, εξ άλλου, βασισμένο σε μια ιδέα του Φάνη Μουρατίδη (ο οποίος και πρωταγωνιστεί), φαινόταν να υπόσχεται πράγματα που τα είχαμε ξαναδεί:

Δύο αδέρφια – ο ένας πετυχημένος και πλούσιος, ο άλλος φτωχός και καλόκαρδος βιοπαλαιστής – που έχουν χρόνια να μιλήσουν μεταξύ τους, αφού ο πρώτος δεν έχει χρόνο για οικογενειακές σχέσεις ενώ ο δεύτερος κουβαλά μέσα του αισθήματα απόλυτης άρνησης για τον αδερφό του... Μία τυραννική σύζυγος που με κάθε ευκαιρία εξευτελίζει τον «ανεπρόκοπο» που δεν φέρνει αρκετά χρήματα στο σπίτι (εδώ προστίθεται και πεθερά, που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα)... Ώσπου ξαφνικά ο πλούσιος αδερφός μαθαίνει ότι είναι σοβαρά άρρωστος και, σαν για εξιλέωση, αποφασίζει να δώσει στον φτωχό τις ευκαιρίες που του είχε στερήσει η ζωή...

Μέχρι εδώ, όλα θυμίζουν το θρυλικό «Έξω οι κλέφτες» με τον Ορέστη Μακρή. Όμως, ο ίδιος ο επιτυχημένος αδερφός (Μουρατίδης) είναι τώρα το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Και η ιδέα του έργου βασίζεται ακριβώς στην απόφασή του να μην τον βάλει κάτω η αρρώστια, αλλά αντίθετα να τον οδηγήσει – με όπλο το χιούμορ που αγγίζει τα όρια φιλοσοφικής στάσης – σε μια επανεκτίμηση όλων εκείνων των πραγμάτων που είναι σημαντικά στη ζωή. Μια ιδέα που, αν και έχουμε δει σε ουκ ολίγες χολιγουντιανές παραγωγές, δεν χάνει ποτέ τη γλυκόπικρη γοητεία της...

Το πιο δυνατό χαρτί της ταινίας είναι η εξαιρετική, μέσα στην εκφραστική λιτότητά της, ερμηνεία του Σπύρου Παπαδόπουλου (ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που «ξέχασα» τους ισχυρούς δεσμούς του με τον ελάχιστα συμπαθή, σε εμένα, Ολυμπιακό!). Θύμισε – αν όχι ξεπέρασε – τις καλύτερες κωμικο-δραματικές ερμηνείες του μεγάλου Θανάση Βέγγου, χωρίς καν να χρειαστεί να καταφύγει στην εύκολη υπερβολή, κάνοντας ένα και μόνο βλέμμα να λέει όσα χίλιες λέξεις!

Εξίσου εντυπωσιακή, και δίχως παραπομπές σε τηλεοπτικά πρότυπα, η σκηνοθεσία του Μορφονιού. Αξίζει κανείς να προσέξει τις λεπτομέρειες (π.χ., το φευγαλέο είδωλο ενός προσώπου στο πλαϊνό καθρεφτάκι ενός σπορ αυτοκινήτου). Μια σκηνοθεσία που υποστηρίχθηκε αποτελεσματικά από ένα σφιχτό μοντάζ, αλλά και από την απέριττη μουσική επένδυση του Θέμη Καραμουρατίδη.

Το επιμύθιο της ταινίας απλό, αλλά φιλοσοφημένο: «Η ζωή δεν είναι για να μας στενεύει αλλά για να τη φοράμε στο νούμερό μας!» Αξίζει να πεταχτεί κανείς ως τη «Τζαμάικα» για να το δει στην πράξη...

Aixmi.gr

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Γιατί μου άρεσε το «Ουζερί Τσιτσάνης»

Ομολογώ ότι μπήκα στην αίθουσα έμπλεος αρνητικών προϊδεασμών. Είχα δώσει ιδιαίτερα μεγάλο βάρος στις περισπούδαστες αναλύσεις γνωστών κριτικών κινηματογράφου που μιλούσαν για οιονεί τηλεσκηνοθεσία, τόνιζαν κάποιες αδυναμίες στο μοντάζ και επεσήμαιναν ορισμένα προβλήματα στην απόδοση των διαλόγων. Σε γνωστό εβδομαδιαίο περιοδικό, μάλιστα, η ταινία περιγραφόταν ως περίπου ανάξια σχολιασμού!

Όμως, δεν είναι τα τεχνικά χαρακτηριστικά στα οποία θα ήθελα να σταθώ μιλώντας για το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Μανούσου Μανουσάκη. Η πραγματική ατυχία του ήταν ότι συνέπεσε χρονικά με τη μετριότατη και αρκούντως λαϊκιστική, αλλά ασύγκριτα περισσότερο «πιασάρικη» ταινία ενός trendy νεαρού σκηνοθέτη που ξέρει καλά την τέχνη να δημιουργεί υψηλές συγκινήσεις με κατασκευασμένες πραγματικότητες…

Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει πάμπολλες φορές καταπιαστεί με τα εγκλήματα του φασισμού. (Προσωπικά, θεωρώ το «Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο» του Γιάννη Δαλιανίδη ως μία από τις κορυφαίες ταινίες του είδους.) Κάποιες φορές, εν τούτοις, ο καταγγελτικός λόγος προσπαθεί να αυτο-τεκμηριωθεί αγιογραφώντας τα θύματα. Εθιστήκαμε να βλέπουμε ταινίες όπου περιγράφονται οι κακοπάθειες της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Αριστεράς, ήταν όμως πάντοτε ταμπού να προβάλλονται οι (αδιαμφισβήτητα υπαρκτές) αδικοπραξίες της.

Τη σκυτάλη της αγιογράφησης έχει πάρει στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο η μετανάστευση. «Πληροφορηθήκαμε» πρόσφατα ότι η Ελλάδα είναι ένας τόπος όπου εκατοντάδες φασιστών κυκλοφορούν ανεμπόδιστα στους δρόμους επιδιδόμενοι στο σπορ της δολοφονίας μεταναστών, σαν να πρόκειται για κοινούς χομπίστες που βγαίνουν παρέα στο δάσος για κυνήγι! Φυσικά, «κακοί» μετανάστες δεν υπήρξαν ποτέ σ’ αυτή τη χώρα. Ή, κι αν υπήρξαν, ποιος θα καθόταν τώρα να φτιάξει ολόκληρη ταινία με θέμα τον μαρτυρικό θάνατο ενός ηλικιωμένου για λίγα ευρώ…

Φτάσαμε στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα για να δούμε, επιτέλους, μια σοβαρή ιστορική προσέγγιση του ελληνικού σινεμά στο μεγαλύτερο έγκλημα του φασισμού (στην εκδοχή του ναζισμού): το εβραϊκό Ολοκαύτωμα! Τούτη τη φορά, τα θύματα ούτε ηρωοποιούνται ούτε καθαγιάζονται. Εξίσου με το αίσχος των Ελλήνων δωσίλογων, στο «Ουζερί Τσιτσάνης» δεν αποκρύπτονται και κάποιες δυσάρεστες αλήθειες για τους ίδιους τους Εβραίους, όπως ο θρησκευτικός τους ρατσισμός καθώς και το γεγονός ότι κάποιοι εξ αυτών συνεργάστηκαν με τον κατακτητή εναντίον του ίδιου τους του λαού.

Όπως ορθά παρατήρησε παρακαθήμενή μου ωραιοτάτη θεατής, ο Μανουσάκης αποφεύγει έξυπνα την παγίδα να κάνει την ταινία ένα «Τσιτσανικό» μιούζικαλ με φόντο, απλά, την κατοχική Θεσσαλονίκη (κάτι σαν μια ελληνική εκδοχή τού «Καμπαρέ»). Τα τραγούδια σκόπιμα ακούγονται αποσπασματικά, ίσα για να δώσουν τις απαραίτητες μουσικές πινελιές χωρίς να κλέψουν χρόνο από τα δρώμενα. Εξαιρετική και η διασκευή λαϊκών μουσικών θεμάτων από τον Θέμη Καραμουρατίδη για τις ανάγκες της πρωτότυπης μουσικής επένδυσης της ταινίας.

Όχι με διάθεση μιας αφ’ υψηλού σινεφίλ κριτικής, αλλά σαν απλός θεατής που βλέπει το σινεμά ως τέχνη που στοχεύει στην πνευματική και ψυχική ανύψωση, ομολογώ ότι η ταινία του Μανουσάκη, παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες της, με οδήγησε στην έξοδο της αίθουσας με ένα αίσθημα υψηλής καλλιτεχνικής εμπειρίας. Κάτι που δεν συνέβη με τη νέα ταινία του ναρκισσευόμενου, σχετικά νεαρού σκηνοθέτη, που επιχείρησε να εκβιάσει το συναίσθημα του κοινού με λαϊκιστικές υπερβολές οι οποίες, κάποιες στιγμές, αγγίζουν τα όρια του κωμικού!

Και, μια και μιλάμε για το Ολοκαύτωμα: Το να δημιουργείς σκηνοθετικούς συνειρμούς παρομοιάζοντας μια σύγχρονη πολυεθνική με το Άουσβιτς, δεν είναι απλά λαϊκισμός. Είναι αληθινός εκχυδαϊσμός της Ιστορίας!

Aixmi.gr

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

“Dheepan”: Μετανάστευση και κινηματογραφική ποίηση

Νέα ταινία - Κριτική

Ξεκινώντας την κριτική μας για την υπέροχη ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν, «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο», είχαμε γράψει πριν χρόνια στο «Βήμα»:

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το “happy ending” είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η «Πολίτικη Κουζίνα»!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις...

Δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε κάτι λιγότερο για την ταινία του Ζακ Οντιάρ, «Dheepan – Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα» (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών, 2015). Το θέμα – η μετανάστευση από εμπόλεμες περιοχές του Τρίτου Κόσμου προς την Ευρώπη – είναι τόσο «ζεστό» ώστε το έργο σχεδόν αποκτά το χαρακτήρα επίκαιρου ντοκιμαντέρ. Ας δούμε σε συντομία την υπόθεση:

Ο Ντιπάν είναι μαχητής των «Τίγρεων του Ταμίλ» στον εμφύλιο πόλεμο της Σρι Λάνκα. Ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του και η ήττα των επαναστατών είναι προδιαγεγραμμένη. Ο Ντιπάν, που έχασε ολόκληρη την οικογένειά του στον πόλεμο, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη χώρα παίρνοντας μαζί του δύο άγνωστα πρόσωπα – μια γυναίκα κι ένα μικρό κορίτσι, επίσης άγνωστες μεταξύ τους – με την ελπίδα ότι, παριστάνοντας πως είναι οικογένεια, θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτούς να ζητήσουν άσυλο κάπου στην Ευρώπη. Φτάνοντας στο Παρίσι, η «οικογένεια» αναζητεί προσωρινή κατοικία ενώ ο Ντιπάν, για λόγους επιβίωσης, πουλά μικροαντικείμενα κάτω από τη μύτη της αστυνομίας, ώσπου τελικά βρίσκει μόνιμη δουλειά σαν επιστάτης σε ένα κτιριακό συγκρότημα κάπου στα προάστια της πόλης. Αν και το μέρος είναι άθλιο και, επιπλέον, είναι άντρο παράνομων δραστηριοτήτων, ο Ντιπάν εργάζεται σκληρά για να φτιάξει μια νέα ζωή γι’ αυτόν και την «οικογένειά» του. Όμως, η βία που συναντά καθημερινά ανοίγει ξανά τα ψυχικά τραύματα του πολέμου, φέρνοντας στην επιφάνεια τα άγρια ένστικτα του πολεμιστή όταν ο ήρωας αναγκαστεί να προστατέψει αυτούς που αγαπά και που ελπίζει να γίνουν αληθινή του οικογένεια...

Η δεξιοτεχνία της αφήγησης έγκειται στη θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο σκληρό ρεαλισμό του θέματος και στην κινηματογραφική ποίηση που διαπερνά το έργο απ’ την αρχή ως το τέλος του, αναδεικνύοντας τις πιο όμορφες πτυχές που (μπορεί να) κρύβει η ανθρώπινη φύση ακόμα και μέσα στις πλέον απάνθρωπες συνθήκες επιβίωσης. Και η αφήγηση αυτή αποφεύγει επιδέξια την παγίδα του γλυκερού και τον πειρασμό της αγιογράφησης ή της δαιμονοποίησης των χαρακτήρων, πράγμα που θα μπορούσε να υπονομεύσει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Οι ήρωες δεν είναι a priori «καλοί»: ανακαλύπτουν κι οι ίδιοι, μπροστά στα μάτια του θεατή, το καλό που κρύβουν μέσα τους και εξελίσσονται, έτσι, ως άνθρωποι. Κι αυτή η διαδικασία ηθικής ανύψωσης είναι που κάνει τον κινηματογράφο να φαίνεται τόσο, μα τόσο ωραίος ως τέχνη!

Κλείνουμε με τον επίλογο του άρθρου μας για το «Κιλιμάντζαρο», που βρίσκουμε πως ταιριάζει κι εδώ απόλυτα:

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση τη συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...

Aixmi.gr

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Σαρλίζ Θερόν: Η καλλιτέχνης που κάποτε εκτιμήσαμε…

Διαβάζω στο Aixmi.gr ότι «Η Σαρλίζ Θερόν έγινε 40 και δηλώνει: Με τίποτα δεν θα γύρναγα στα 20!». Της ευχόμαστε να τα χιλιάσει και να ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή με τα παιδιά της που υπεραγαπά! Όπως και της ευχόμαστε να ξανακερδίσει κάποτε την εκτίμησή μας στο πρόσωπό της, που την τραυμάτισε σοβαρά (αν όχι ανεπανόρθωτα) μια κακογουστιά ρατσιστικού χαρακτήρα κατά τη διάρκεια δημόσιας ομιλίας σε «αντιρατσιστική»(!) εκδήλωση τον Μάρτιο του 2012.

Τις απόψεις μας τις είχαμε εκθέσει τότε σε άρθρο στο «Βήμα», το οποίο έγινε δεκτό με έντονες ενστάσεις – ακόμα και ειρωνείες – από μερίδα αναγνωστών της εφημερίδας. Παραθέτω εκτενές απόσπασμα του άρθρου, στις θέσεις του οποίου εμμένω μια και δεν κατέγραψα ως τώρα μια ανατρεπτική τοποθέτηση της φημισμένης ηθοποιού:

-----------------------------------------

Αν δεχθούμε ότι σκοπός της Τέχνης είναι η υπηρέτηση του ωραίου, τότε το ελάχιστο που δικαιούμαστε να περιμένουμε από έναν καλλιτέχνη είναι η επίδειξη ενός κάποιου καλού γούστου και μιας σχετικά υψηλής αισθητικής. Στην πράξη, βέβαια, δεν συμβαίνει πάντα κάτι τέτοιο...

Σε παλιότερα κείμενά μας εξήραμε τον επαγγελματισμό της Νοτιοαφρικανής ηθοποιού Σαρλίζ Θερόν (Charlize Theron) έτσι όπως αυτός αναδείχθηκε στην ταινία “Monster”, σε έναν ρόλο που της χάρισε το Όσκαρ ερμηνείας το 2004. Η αλήθεια είναι ότι η Θερόν δεν κατάφερε να μας εντυπωσιάσει ποτέ ξανά – όπως και ποτέ πριν: υπήρξε, θα έλεγα, η μεγάλη ηθοποιός του ενός μοναδικού ρόλου!

Η ηθοποιός, εν τούτοις, αξιοποίησε επικοινωνιακά την επιτυχία της στο “Monster”, του οποίου υπήρξε και συμπαραγωγός. Σύμφωνα με την μονόπλευρη οπτική της ταινίας, η κατά συρροή δολοφόνος Aileen Wuornos (υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο υποδύθηκε η Θερόν) έφτασε στο έγκλημα παρασυρμένη από το πάθος της για μια άλλη γυναίκα, την οποία συντηρούσε ληστεύοντας τα θύματά της. Έτσι, αντί βιογραφικού στιγμιότυπου μιας αδίστακτης δολοφόνου, η ταινία πήρε το χαρακτήρα χρονικού ενός ρομαντικού παραστρατήματος όπου το έγκλημα έρχεται ως μοιραίο επιστέγασμα του πάθους. Και το ίδιο αυτό πάθος, λόγω της ερωτικής ιδιαιτερότητάς του, πρόσφερε στην ταινία – και στην ίδια την πρωταγωνίστρια – περίοπτη θέση στο χώρο του ακτιβισμού υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων!

Και εδώ φτάνουμε στο οξύμωρο που αποκαλύπτει την υποκρισία (αλλά και την κακογουστιά) τόσο της ίδιας της ηθοποιού, όσο και κάποιων που ισχυρίζονται πως μάχονται για υψηλές ανθρώπινες αξίες. Τον Μάρτιο του 2012, η Θερόν κλήθηκε να παραλάβει ειδικό βραβείο ως αναγνώριση της «προσφοράς της» στον αγώνα για τα «ανθρώπινα δικαιώματα».

Παραλαμβάνοντας το βραβείο υπό τα παρατεταμένα χειροκροτήματα ενός ενθουσιώδους ακροατηρίου, ξεκίνησε την καθιερωμένη σε αυτές τις περιπτώσεις ομιλία εκθειάζοντας σαν κοινό «λιγούρι» (ζητώ συγνώμη για την έκφραση) τις ιδιαίτερες ανατομικές λεπτομέρειες του παρουσιαστή της εκδήλωσης, ενός ανερχόμενου ηθοποιού με τον οποίο επρόκειτο να συμπρωταγωνιστήσει στην επόμενη ταινία της. Χλεύασε μάλιστα δημόσια – χωρίς εν τούτοις να τους κατονομάσει – προγενέστερους συμπρωταγωνιστές της των οποίων τα «προσόντα» ήταν, κατά τη γνώμη της, «ανυπόληπτα»!

Πέρα από το αντιαισθητικό κιτς που αποπνέει, η ομιλία της Θερόν υποκρύπτει (για να μην πω φανερώνει απροκάλυπτα) μια ρατσιστικού τύπου θεώρηση των ερωτικών σχέσεων. Και το οξύμωρο στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι η κακόγουστη αυτή παράσταση (στην ουσία, μια ευτελούς αισθητικής διαφήμιση για την επόμενη ταινία της) δόθηκε στο πλαίσιο μιας δημόσιας εκδήλωσης με θέμα, υποτίθεται, τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρουσία ενός παραληρούντος ακροατηρίου αποτελούμενου στο μεγαλύτερο μέρος του από ανθρώπους που διακηρύσσουν με κάθε ευκαιρία πως είναι θύματα μιας ιδιαίτερης μορφής κοινωνικού «ρατσισμού»...

-----------------------------------------

Ο αναγνώστης μπορεί να δει το σχετικό video εδώ:


Ξαναβλέποντάς το ακόμα και σήμερα, η αντίδρασή μου μένει πάντα ίδια:

“This is disgusting, Charlize!” 

Παρ’ όλα αυτά, εύχομαι τα καλύτερα στην ηθοποιό που σαραντάρισε. Κάποτε με είχε εντυπωσιάσει πολύ, όχι για την όψη της (δεν τη θεώρησα ποτέ ελκυστική με βάση τα δικά μου κριτήρια αισθητικής) αλλά ακριβώς γιατί στραπατσάρισε την εικόνα της για να υπηρετήσει πιστά και ασυμβίβαστα την Τέχνη της. Στη συνέχεια με απογοήτευσε με τον ωφελιμιστικό – κάποιες φορές και φτηνό – τρόπο που διαχειρίστηκε την επιτυχία της.

Σήμερα, ώριμη πια, ελπίζουμε να μας ξανακερδίσει. Ποιος ξέρει... ίσως με μια άλλη συγκλονιστική ερμηνεία που θα δονεί τις χορδές της συνείδησης αντί να θωπεύει την ανατομική αυταρέσκεια ενός μάτσο ειδώλου απ’ αυτά που το Χόλυγουντ παράγει με το κιλό.

Εμείς εδώ, εξ άλλου, τέτοια ψωνισμένα «είδωλα» δεν τα αξιοποιούμε στέλνοντάς τα στη «Φίνος Φιλμς»: τους αναθέτουμε απλά το Υπουργείο Οικονομικών!



Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Jennifer Lawn: Παιδικά τραύματα στο όνομα της έβδομης τέχνης!

Κάποιοι αναγνώστες του Aixmi.gr ίσως θυμούνται ένα παλιότερο άρθρο, με τίτλο: «Η τρομερή αλήθεια πίσω από μια φημισμένη κινηματογραφική σκηνή!». Στο άρθρο αυτό, προϊόν προσωπικής έρευνας, είχαμε φέρει στο φως μια άγνωστη πτυχή από τα γυρίσματα της φημισμένης ταινίας του Alan J. Pakula, “Sophie’s Choice” (1982) με την Meryl Streep (Όσκαρ ερμηνείας) και τον Kevin Kline. Μια πτυχή που αμαυρώνει τη φήμη τόσο της ίδιας της ταινίας, όσο και του ιδιοφυούς σκηνοθέτη της…

Αυτό που προσωπικά μας είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοείδαμε την ταινία, ήταν η ανατριχιαστικά ρεαλιστική ερμηνεία της μικρούλας Jennifer Lawn, η οποία υποδυόταν την κόρη τής Meryl Streep. Στην κορυφαία σκηνή του έργου, που λαμβάνει χώρα, υποτίθεται, στο Άουσβιτς κατά τη διάρκεια «υποδοχής» Πολωνών κρατουμένων, βλέπουμε την Jennifer «γαντζωμένη» στην αγκαλιά της κινηματογραφικής μητέρας της, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο παιδικό προσωπάκι της (το τρεμούλιασμα των χειλιών της δύσκολα θα μπορούσε να το πετύχει με τόση φυσικότητα ακόμα και μια πεπειραμένη ηθοποιός!) καθώς ένα ναζιστικό κτήνος με στολή «παζαρεύει» τη ζωή και το θάνατό της. Η σκηνή κορυφώνεται με τα σπαραχτικά ουρλιαχτά της μικρούλας καθώς την αρπάζουν βίαια, απομακρύνοντάς την από τη «μητρική» αγκαλιά…

Αυτό που έφερε στο φως η έρευνα που είχαμε κάνει, ήταν ότι το παιδί δεν υποκρινόταν αλλά βίωνε στ’ αλήθεια τη σκηνή! Κι αυτό, όπως μάθαμε αργότερα, επιτεύχθηκε με τρόπο μεθοδικό από τους συντελεστές της ταινίας, με τη συναίνεση, μάλιστα, της (πραγματικής) μητέρας της μικρής ηθοποιού, που ήταν παρούσα στα γυρίσματα. Ο σκοπός προφανής: να επιτευχθεί ο μέγιστος δυνατός ρεαλισμός στην «ερμηνεία»!

Ο απόηχος αυτής της αποκάλυψης έφτασε πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Η 36χρονη, σήμερα, Jennifer Lawn, που είχε κρατήσει ως πρόσφατα επτασφράγιστο το μυστικό του γυρίσματος εκείνης της φοβερής κινηματογραφικής σκηνής, μίλησε, επιτέλους, δημόσια για την εφιαλτική εμπειρία της, επιβεβαιώνοντας, ουσιαστικά, τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας τόσο στο Aixmi.gr, όσο και (στα αγγλικά) στο blog Musicphile. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Entertainment Weekly, η οποία δημοσιεύθηκε με τον τίτλο: “Sophie’s Choice: The little girl and the story behind that haunting scene”, αποκάλυψε περισσότερα απ’ όσα ήδη γνωρίζαμε…

Καταρχήν, διέψευσε διακριτικά την Meryl Streep (αλλά κι εμάς που παρασυρθήκαμε από δηλώσεις της μεγάλης ηθοποιού): Η σκηνή δεν γυρίστηκε μόνο μία φορά, αλλά δεκατρείς! Και, κάθε φορά, η τετράχρονη μικρούλα ξαναζούσε τον ίδιο τρόμο της αρπαγής από μια αγκαλιά που την είχαν μάθει να εμπιστεύεται. Κι αυτή η εμπιστοσύνη χτίστηκε βήμα-βήμα, με τρόπο καλά μελετημένο, μεθοδικό, αφού, την περίοδο των γυρισμάτων, η Streep περνούσε ώρες ολόκληρες παρέα με τη Jennifer, πετυχαίνοντας να κάνει τη μικρή να τη νιώσει σαν πραγματική μητέρα της!

Ο ηθοποιός που ενσάρκωνε τον αξιωματικό των SS (ο Αυστριακός Karlheinz Hackl, 1949–2014) είχε πράγματι τρομερή όψη. Και, όπως θυμάται η Lawn, δεν εμφανιζόταν μπροστά στο παιδί παρά μόνο κατά τη στιγμή των γυρισμάτων, πράγμα που έκανε την παρουσία του ακόμα πιο τρομαχτική! Και, φυσικά, τη σκηνή ακόμα ρεαλιστικότερη…

Αυτά όλα, βέβαια, ανήκουν στο παρελθόν. Όμως, όπως έχουμε διαπιστώσει, εδώ και λίγο καιρό το όνομα Jennifer Lawn στο Google δεν παραπέμπει απλά και μόνο στην επιτυχημένη αντιπρόεδρο της μεγαλύτερης αμερικανικής ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά και στο alter ego της: ένα ξεχασμένο κινηματογραφικό ταλέντο που απόχτησε μια πρόσκαιρη φήμη ξεπληρωμένη με παιδικά τραύματα. Όχι, πάντως, ανεξίτηλα, όπως βεβαιώνει η ίδια η Jennifer! Η οποία σήμερα ζει και εργάζεται μόνιμα στο Παρίσι, παντρεμένη με Γάλλο υπήκοο.

Όσο για το “Sophie’s Choice”, δεν ξέρω αν είναι η αγαπημένη της ταινία. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως, όπως λέει χαμογελώντας, μπορεί πια να τη βλέπει χωρίς να σφίγγεται το στομάχι της. Άρα και το δικό μας, επίσης!

Aixmi.gr

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»…


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του!

Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της…

Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη…

Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του!

Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι!

Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»!

Σ’ αυτούς τους «ευγενικούς κι αόρατους» εραστές που βρέθηκαν στην ανάγκη να συναγωνίζονται άνισα τη σκιά ενός εκ φύσεως γητευτή που με μοναδικό θεατρικό στόμφο αναλήφθηκε από την κορυφή του Ταΰγετου, αφιερώνεται το κάπως πικρά σαρκαστικό στιχούργημα που ακολουθεί:

Παράδεισος

Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος­­
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
– βαριές και ανεξίτηλες –
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου…

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Κλείνω με ένα διάλογο από την αριστουργηματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου». Αφιερώνεται σ’ εκείνους που δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με όνειρα και φαντάσματα δίχως να νιώσουν την ταπείνωση της ήττας…

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Ένα όνειρο είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Έρωτας: αυταπάτη ή αυτοπάθεια;

Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα βάζει νάρκη στα θεμέλια κάθε βεβαιότητας για την ύπαρξη του έρωτα ως αντικειμενικής αξίας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Μια πικρή κωμωδία του 1964 επιχειρεί να επιβεβαιώσει, θαρρείς, τον ιδιόρρυθμο δημιουργό του «Αναρχικού Τραπεζίτη»:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη… Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο… Τους είναι αδύνατο να υποπτευθούν πως ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που δυσκολεύονται να αναγνωριστούν δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, αυτές που φορούσαν εκείνη τη μαγική νύχτα του καρναβαλιού που γνωρίστηκαν, και που έμελλε να είναι η μοναδική…

Ίσως η πιο φιλοσοφημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, ο «Γάμος αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη («Τα Κόκκινα Φανάρια», «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας») είναι μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Στο αποθεωτικό φινάλε ακούγεται μια από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εκείνος που αγαπούσα!»

Δείτε το video

Δεν είναι λίγες οι φορές που ενθουσιαζόμαστε με τις φαινομενικές ιδιότητες ενός εν δυνάμει ερωτικού εταίρου (όπως τεχνηέντως μας τις προβάλλει, ή όπως εμείς επιλέγουμε να τις προβάλλουμε δίνοντάς τους αντικειμενική υπόσταση), μόνο και μόνο για να βιώσουμε την απόλυτη απογοήτευση στο πλαίσιο μιας πραγματικής σχέσης μαζί του/της. Με επακόλουθο, ασφαλώς, την αναπόφευκτη θνησιγένεια της σχέσης…

Αν θέλαμε να τραβήξουμε στα άκρα τον πεσιμιστικό σαρκασμό του ποιητή με τις πολλαπλές «περσόνες», θα λέγαμε πως το ερωτικό συναίσθημα χτίζεται όχι απλά με την αντικειμενοποίηση της ιδέας μας για τον άλλο, αλλά, συχνά, με την ολική έκλειψη – σε επίπεδο συνειδητότητας – του ερωτικού αντικειμένου και την υποκατάστασή του από τον ίδιο μας του εαυτό. Με άλλα λόγια, αυτό που στην πραγματικότητα ερωτευόμαστε δεν είναι ο άλλος αλλά η εικόνα που, μέσω αυτού, διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας! Ενδεικτικές είναι οι φράσεις:

– Ο τρόπος που με κάνει να νιώθω…

– Με έμαθε ν’ αγαπώ τον εαυτό μου…

– Με κάνει να αισθάνομαι πάλι νέος/νέα…

– Μαζί του/της γνώρισα εμένα όπως δεν με ήξερα…

Προσέξτε ότι απουσιάζει κάθε αναφορά στα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες του ίδιου του ερωτικού αντικειμένου: αυτά αναδεικνύονται έμμεσα σε συνάρτηση με τα αισθήματα αυτοαποδοχής ή αυτοεπιβεβαίωσης που επάγουν.

Θα πρέπει, λοιπόν, να συμπεράνουμε πως το ερωτικό αντικείμενο είναι είτε αυταπάτη, είτε εξωραϊστικό κάτοπτρο της αυτοεικόνας μας; Με άλλα λόγια, είναι ο έρωτας ταυτόσημος της ουτοπίας, του ναρκισσισμού και της αυτοπάθειας; Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε εξαρχής κάθε ερωτική σχέση θνησιγενή, αφού αργά ή γρήγορα οι μαγικές εικόνες θα εξανεμιστούν και θα έρθουν στην επιφάνεια οι πραγματικές διαστάσεις των ερωτικών εταίρων. Ή, για να ξαναγυρίσουμε στην ταινία του Β. Γεωργιάδη, θα αντικρίσουν ο ένας τον άλλο δίχως τις αποκριάτικες μάσκες!

Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μια παράμετρο που ως τώρα αγνοήσαμε: τον βαθμό ωριμότητας του ερωτευμένου ατόμου! Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο αυτοσυνειδησίας και αυτοαποδοχής, τόσο λιγότερος χώρος υπάρχει για ετεροπροσδιορισμούς και τόσο πιο αντικειμενική είναι η αξιολόγηση των ιδιοτήτων του ερωτικού συντρόφου. Αυτό αφήνει λιγότερο χώρο για επιπόλαιες εξιδανικεύσεις και συνακόλουθες απομυθοποιήσεις που μοιραία επιφέρουν παρακμή και, τελικά, διάλυση των σχέσεων.

Δηλαδή, ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο αυτοσυνειδησίας πριν επιτρέψει στον εαυτό του να ερωτευτεί; Ασφαλώς όχι! Ο έρωτας (για να θυμηθούμε τον Καβάφη) είναι ταξίδι μύησης, όχι προορισμός. Και η ωρίμανση που αποκομίζουμε σ’ αυτό το ταξίδι απαιτεί να κάνουμε λάθη, αφού κι αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσής μας. Μέσα απ’ τα λάθη μας μαθαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Και γνωρίζοντάς μας καλύτερα, απομακρύνουμε τον κίνδυνο να ερωτευτούμε τον λάθος άνθρωπο για τους λάθος λόγους!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου παραληρεί ακατάσχετα λόγω της θερινής ζέστης…

Aixmi.gr

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Η τρομερή αλήθεια πίσω από μια φημισμένη κινηματογραφική σκηνή!

Πολλοί αναγνώστες θα γνωρίζουν, ίσως, την κορυφαία δημιουργία του σκηνοθέτη Alan J. Pakula, Sophie’s Choice (1982) με την Meryl Streep (πήρε Όσκαρ ερμηνείας) και τον Kevin Kline (θα ‘πρεπε να είχε κι αυτός βραβευτεί!). Η ταινία κορυφώνεται στη φημισμένη «σκηνή της επιλογής» που λαμβάνει χώρα, υποτίθεται, στο Άουσβιτς κατά τη διάρκεια «υποδοχής» Πολωνών κρατουμένων.

Στη σκηνή αυτή, η Meryl Streep κρατά στην αγκαλιά της μια μικρούλα ηθοποιό που υποδύεται την κόρη τής Sophie, του χαρακτήρα που ενσάρκωνε η Streep. Η έκφραση τρόμου στο πρόσωπο της μικρής, και τα σπαραχτικά ουρλιαχτά της στο τέλος της σκηνής, μοιάζουν τόσο αληθινά που προκαλούν ανατριχίλα στον θεατή!


Το όνομα της μικρούλας αυτής ηθοποιού λίγοι το θυμούνται σήμερα: Jennifer Lawn. Εντυπωσιασμένος από την εξαιρετικά ρεαλιστική ερμηνεία της στη σκηνή αυτή, ξεκίνησα μια μικρή έρευνα για ν’ ανακαλύψω τα μετέπειτα κινηματογραφικά βήματα αυτού του σπουδαίου ταλέντου. Παντού σκοτάδι! Ακόμα και στο κορυφαίο site βάσης δεδομένων για τον κινηματογράφο, το IMDb, οι πληροφορίες ήταν ελάχιστες: Το μόνο που ανέφεραν ήταν ότι το “Sophie’s Choice” ήταν το μοναδικό έργο στο οποίο συμμετείχε η Jennifer, καθώς και ότι σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Tulane (στη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ).

Αποφάσισα, τότε, να μοιραστώ το αίνιγμα με τους αναγνώστες του IMDb, ελπίζοντας πως κάποιος θα γνώριζε κάτι σχετικό με την υπόθεση. Δημοσίευσα, λοιπόν, ένα μίνι σχόλιο για την ταινία, με τίτλο: “What Ever Happened to Baby Jennifer (Lawn)?” (ο τίτλος παραπέμπει, λογοπαικτικά, στη γνωστή ταινία “What Ever Happened to Baby Jane?”, με την Bette Davis).

Από δύο αμερικανίδες αναγνώστριες που είχαν γνωρίσει προσωπικά την Jennifer Lawn έμαθα, τελικά, την τρομερή αλήθεια! Η μικρούλα Jennifer δεν είχε κατανοήσει ότι έπρεπε απλά να υποκριθεί στη σκηνή αυτή: Πίστεψε πως ό,τι συνέβαινε ήταν αληθινό, κι έτσι αληθινός ήταν κι ο τρόμος που ζωγραφιζόταν στο παιδικό προσωπάκι της! Κατάλαβα τότε αμέσως γιατί η Meryl Streep είπε κάποτε σε μια συνέντευξή της πως η «σκηνή της επιλογής» ήταν η πιο τρομακτική εμπειρία στην καριέρα της. Μια σκηνή που γυρίστηκε μόνο μία φορά!

Τελικά, τι απέγινε εκείνη η μικρούλα; Έφτασα στην απάντηση πριν καν μου την επιβεβαιώσουν οι αμερικανίδες αναγνώστριες του IMDb: Μετά από εξαιρετικές επιστημονικές σπουδές, σήμερα κάνει σπουδαία καριέρα ως υψηλόβαθμο στέλεχος (αντιπρόεδρος, αν δεν κάνω λάθος) μιας από τις κορυφαίες ασφαλιστικές εταιρείες των ΗΠΑ. Και, όσο για κινηματογράφο, «μην του μιλάτε του παιδιού», όπως λέει κι ένα τραγούδι των Παπαδόπουλου-Πλέσσα!

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ο κλειστοφοβικός κόσμος της «Άννα Καρένινα»

Η μεταφορά ενός κλασικού μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέραν από το να αποδυθεί σε μια στείρα αναπαράσταση καταστάσεων, ο σκηνοθέτης θα πρέπει να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς έτσι ώστε να αποδώσουν τις εσωτερικές διαστάσεις του δράματος. Πόσο μάλλον όταν αυτό είναι το έργο ενός μεγάλου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής κι ενός βαθύ μελετητή των ανθρώπινων χαρακτήρων!

Η «Άννα Καρένινα» του Λέοντος Τολστόι γνώρισε αρκετές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές διασκευές (ιδιαίτερα αξιοσημείωτες οι παραγωγές του 1935 και του 1948). Η τελευταία απόπειρα κινηματογραφικής προσέγγισης του κλασικού αριστουργήματος έκανε πρόσφατα την εμφάνισή της στις αθηναϊκές αίθουσες (“Anna Karenina”, Αγγλία 2012) σε σκηνοθεσία Joe Wright (“Atonement”, “Pride & Prejudice”).

Θυμίζουμε την υπόθεση: Η Άννα Καρένινα είναι Ρωσίδα αριστοκράτισσα της δεκαετίας του 1870, παντρεμένη με τον Αλέξι Καρένιν, έναν ήσυχο αξιωματούχο της κυβέρνησης που όλοι στη Ρωσία χαρακτηρίζουν ως «άγιο». Εν τούτοις, η Άννα είναι πρόθυμη να θυσιάσει την υψηλή κοινωνική της θέση και να απαρνηθεί ακόμα και τον γιο της για χάρη μιας παθιασμένης σχέσης με έναν νεαρό αξιωματικό του ιππικού, προκαλώντας σκάνδαλο στη συντηρητική Ρωσική αριστοκρατία...

Η ταινία αναπόφευκτα δημιουργεί συνειρμούς με το κλασικό δράμα του Laurence Olivier, “Henry V” (1944). Και οι δύο ταινίες αρχίζουν ως κινηματογραφημένες θεατρικές παραστάσεις. Με τη διαφορά ότι η ταινία του Olivier δραπετεύει αριστοτεχνικά στον πραγματικό κόσμο αποκτώντας, τελικά, καθαρά κινηματογραφική υπόσταση, κάτι που αρνείται πεισματικά να κάνει (με εξαίρεση ελάχιστες σκηνές) η κλειστοφοβική προσέγγιση του Wright, εξαντλώντας το υλικό της (και όχι πάντα με τον κομψότερο τρόπο) στο χώρο ενός σχεδόν μεταφυσικού θεάτρου.

Η ταινία υποφέρει από ένα μάλλον χαλαρό μοντάζ που κάποιες στιγμές κάνει τη διάρκειά της να φαίνεται πιο μεγάλη απ’ ό,τι θα έπρεπε. Τα σκηνικά και τα κοστούμια, εν τούτοις, είναι εντυπωσιακά, ενώ υπέροχη είναι και η μουσική επένδυση του Dario Marianelli. Ως προς το casting, η επιλογή του Aaron Taylor-Johnson για τον ρόλο του Βρόνσκι ήταν ατυχής. Όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος κριτικός, ίσως θα ταίριαζε περισσότερο σε ένα σενάριο όπου η ηρωίδα αποπλανά ένα μαθητούδι, σίγουρα όμως δεν πείθει σαν μοιραίος εραστής που θα μπορούσε να ξεμυαλίσει τη γυναίκα ενός αριστοκράτη!

Η Keira Knightley επίσης χάνει τον στόχο. Αντί για την καλλιεργημένη, πνευματικά ώριμη αλλά και βαθιά ανθρώπινη κυρία της υψηλής κοινωνίας, μας δίνει μια ελαφρόμυαλη, αυτάρεσκη και συναισθηματικά ανώριμη νεαρή γυναίκα που δύσκολα θα μπορούσε να κερδίσει συμπάθειες σαν ηρωίδα μιας τραγωδίας. Αντίθετα, ο Jude Law δίνει μια έξοχη ερμηνεία στο ρόλο του εξωτερικά άχρωμου μα εσωτερικά τραγικού Αλέξι Καρένιν. Μαζί με την εξαιρετική μουσική του Marianelli, αποτελούν τα δύο ισχυρότερα στοιχεία της ταινίας!

Συμπερασματικά, μην περιμένετε βαθιές διεισδύσεις στον περίπλοκο διανοητικό και συναισθηματικό κόσμο του Τολστόι. Αν όμως σας ενδιαφέρει αυτό καθαυτό το θέαμα, τότε σίγουρα είναι μια ταινία που δεν πρέπει να χάσετε! (Βαθμολογία: 7/10)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Σαρλίζ Θερόν: Οταν τα «ανθρώπινα δικαιώματα» συναντούν το σεξιστικό κιτς!

Αν δεχθούμε ότι σκοπός της Τέχνης είναι η υπηρέτηση του ωραίου, τότε το ελάχιστο που δικαιούμαστε να περιμένουμε από έναν καλλιτέχνη είναι η επίδειξη ενός κάποιου καλού γούστου και μιας σχετικά υψηλής αισθητικής. Στην πράξη, βέβαια, δεν συμβαίνει πάντα κάτι τέτοιο...

Ήταν μία από τις καλλιτεχνικές μας απομυθοποιήσεις τη χρονιά που φεύγει. Κάποιοι αναγνώστες ίσως θυμούνται ένα παλιότερο άρθρο (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=449288) στο οποίο εξήραμε τον επαγγελματισμό της Νοτιοαφρικανής ηθοποιού Σαρλίζ Θερόν (Charlize Theron) έτσι όπως αυτός αναδείχθηκε στην ταινία “Monster”, σε έναν ρόλο που της χάρισε το Όσκαρ ερμηνείας το 2004.

Η αλήθεια είναι ότι η Θερόν δεν κατάφερε να μας εντυπωσιάσει ποτέ ξανά – όπως και ποτέ πριν: υπήρξε, θα έλεγα, η μεγάλη ηθοποιός του ενός μοναδικού ρόλου! Ένας καλός λόγος, ίσως, να τοποθετήσουμε εισαγωγικά στο «μεγάλη»... Η ηθοποιός, εν τούτοις, αξιοποίησε επικοινωνιακά την επιτυχία της στο “Monster” (του οποίου υπήρξε και συμπαραγωγός).

Σύμφωνα με την μονόπλευρη οπτική της ταινίας, η κατά συρροή δολοφόνος Aileen Wuornos (υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο υποδύθηκε η Θερόν) έφτασε στο έγκλημα παρασυρμένη από το πάθος της για μια άλλη γυναίκα, την οποία συντηρούσε ληστεύοντας τα θύματά της. Έτσι, αντί βιογραφικού στιγμιότυπου μιας αδίστακτης δολοφόνου, η ταινία πήρε το χαρακτήρα χρονικού ενός ρομαντικού παραστρατήματος όπου το έγκλημα έρχεται ως μοιραίο επιστέγασμα του πάθους! Και το ίδιο αυτό πάθος, λόγω της ερωτικής ιδιαιτερότητάς του, πρόσφερε στην ταινία –και στην ίδια την πρωταγωνίστρια- περίοπτη θέση στο χώρο του ακτιβισμού υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων!

Και εδώ φτάνουμε στο οξύμωρο που αποκαλύπτει την υποκρισία (αλλά και την κακογουστιά) τόσο της ίδιας της ηθοποιού, όσο και κάποιων που ισχυρίζονται πως μάχονται για υψηλές ανθρώπινες αξίες. Τον Μάρτιο του 2012, η Θερόν κλήθηκε να παραλάβει ειδικό βραβείο ως αναγνώριση της «προσφοράς της» στον αγώνα για τα «ανθρώπινα δικαιώματα» (όπου με τον όρο αυτό εννοείται, εν προκειμένω, η αναγωγή των σεξουαλικών ιδιαιτεροτήτων σε επίσημους θεσμούς του αμερικανικού κράτους).

Παραλαμβάνοντας το βραβείο υπό τα παρατεταμένα χειροκροτήματα ενός ενθουσιώδους ακροατηρίου, ξεκίνησε την καθιερωμένη σε αυτές τις περιπτώσεις ομιλία(*) εκθειάζοντας σαν κοινό «λιγούρι» (ζητώ συγνώμη για την έκφραση!) τις ιδιαίτερες ανατομικές λεπτομέρειες του παρουσιαστή της εκδήλωσης, ενός ανερχόμενου ηθοποιού με τον οποίο επρόκειτο να συμπρωταγωνιστήσει στην επόμενη ταινία της. Χλεύασε μάλιστα δημόσια –χωρίς εν τούτοις να τους κατονομάσει- προγενέστερους συμπρωταγωνιστές της των οποίων τα «προσόντα» ήταν, κατά τη γνώμη της, «ανυπόληπτα»!

Πέρα από το αντιαισθητικό κιτς που αποπνέει, η ομιλία της Θερόν υποκρύπτει (για να μην πω φανερώνει απροκάλυπτα) μια ρατσιστικού τύπου θεώρηση των ερωτικών σχέσεων. Και το οξύμωρο στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι η κακόγουστη αυτή παράσταση (στην ουσία, μια ευτελούς αισθητικής διαφήμιση για την επόμενη ταινία της) δόθηκε στο πλαίσιο μιας δημόσιας εκδήλωσης με θέμα, υποτίθεται, τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρουσία ενός παραληρούντος ακροατηρίου αποτελούμενου στο μεγαλύτερο μέρος του από ανθρώπους που διακηρύσσουν με κάθε ευκαιρία πως είναι θύματα μιας ιδιαίτερης μορφής κοινωνικού «ρατσισμού»!

Διαγράψαμε αυτόματα την υπερεκτιμημένη Θερόν από το μπλοκάκι με τα ονόματα των καλλιτεχνών που συμπαθούμε. Όπως έχουμε εξ ορισμού και προ πολλού διαγράψει κάποια αμφιλεγόμενα κοινωνικά ζητήματα από τη λίστα των πραγμάτων που δικαιούνται να διεκδικούν μια θέση ανάμεσα στους αληθινούς κοινωνικούς αγώνες για ανθρώπινα δικαιώματα...

(*) Δείτε το σχετικό video

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το φαινόμενο της πεταλούδας και οι παράλληλοι κόσμοι του «Αν...»

Στο βιβλίο του «Μουσική και Λόγος», ο διάσημος μαέστρος Wilhelm Furtwängler δεν κρύβει την αντιπάθειά του για τους κριτικούς Τέχνης. Παρομοιάζει τον δημιουργό με τον Φάουστ και τον κριτικό με τον Μεφιστοφελή, λέγοντας για τον δεύτερο πως ό,τι γεννιέται από αγάπη το θεωρεί άξιο ν’ αφανιστεί! Κάπου παρακάτω γράφει πως η κύρια μέριμνα του κριτικού είναι ο εντοπισμός και η επισήμανση των «λαθών» στο έργο Τέχνης, ενώ ο ίδιος συχνά αδυνατεί να δει τη δύναμη και το μεγαλείο ενός αληθινού αριστουργήματος.

Οι σκέψεις του Furtwängler μου ήρθαν στο νου καθώς παρατηρούσα την εναγώνια προσπάθεια των κριτικών κινηματογράφου να εντοπίσουν τα «λάθη» στο «Αν...», την πρώτη κινηματογραφική απόπειρα του Χριστόφορου Παπακαλιάτη (Ελλάδα, 2012). Ομολογώ πως κι εμείς μπήκαμε στην αίθουσα όχι χωρίς κάποια μικρή δόση προκατάληψης. Θα ήταν κι αυτό, άραγε, ένα κινηματογραφικό πείραμα από άλλον ένα τηλεοπτικό σκηνοθέτη που αδυνατεί να κάνει την υπέρβαση από τον επίπεδο χώρο της τηλεσκηνοθεσίας στον σύνθετο χωροχρόνο του κινηματογράφου;

Το αποτέλεσμα μας εξέπληξε ευχάριστα! Είδαμε μια αυθεντική κινηματογραφική δημιουργία σκηνοθετημένη με μαεστρία που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της νεοελληνικής μετριότητας, με ένα σενάριο ιδιοφυώς αυτοσυνεπές (έστω κι αν όχι πρωτότυπο) δουλεμένο καλά στις λεπτομέρειες. Μοναδικό, ίσως, αδύνατο σημείο της ταινίας, η σκηνοθετική καθοδήγηση στην πρωταγωνίστρια που είχε ως αποτέλεσμα μια ερμηνεία που θα χαρακτηρίζαμε ως υπερβολικά «θεατρική» (αν και σε καμία περίπτωση κακή).

Ως προς την κεντρική ιδέα του έργου, είναι εμφανείς οι αναφορές στο κλασικό, πλέον, “Sliding Doors” (1998). Μια κινηματογραφική σπουδή πάνω στο «φαινόμενο της πεταλούδας», πώς δηλαδή μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια μπορεί να αλλάξει δραματικά την τάξη των πραγμάτων και τη μοίρα των ανθρώπων. Παρακολουθούμε, έτσι, δύο εναλλακτικές εκδοχές της πραγματικότητας να εξελίσσονται παράλληλα στο χρόνο, μέσα από δύο διαφορετικά ντόμινο της αιτιότητας.

Βασικό θέμα, οι ερωτικές σχέσεις και η δοκιμασία τους απέναντι στη φθορά που επιφέρει η καθημερινότητα. Δεν θα μπορούσαν, φυσικά, να λείπουν και κάποιες επίκαιρες αναφορές στην οικονομική κρίση, έναν από τους παράγοντες που επιδρούν καταλυτικά στη σχέση των ζευγαριών τα τελευταία χρόνια. Ο σκηνοθέτης αφήνει τελικά τον θεατή να διαλέξει ποια πραγματικότητα του ταιριάζει καλύτερα, κλείνοντας όμως υπαινικτικά το μάτι προς την κατεύθυνση μιας πιο αισιόδοξης επιλογής...

Δεν θα πούμε, όμως, περισσότερα, για να μην κολλήσει σ’ αυτή την ανάλυση η ρετσινιά του “spoiler”! Φύγαμε από τον κινηματογράφο με αισθήματα εσωτερικής κάθαρσης, τέτοια που πρέπει να αφήνει κάθε αληθινό έργο Τέχνης. Και ξεχάσαμε μονομιάς το ανηλεές (αν και σκηνοθετικά αριστουργηματικό) “Amour” που δείχνει απλά την ωμή πραγματικότητα, δίχως την αναγκαία ψυχολογική εξισορρόπηση που προσφέρει το εν δυνάμει εναλλακτικό...

ΤΟ ΒΗΜΑ