Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Είναι η Γυναικοκτονία ένα κοινό έγκλημα κατά της ζωής;


Η γυναικοκτονία δεν είναι ένα "κοινό" έγκλημα κατά της ζωής. Και, για να αντιμετωπιστεί θα πρέπει πρώτος ο Νόμος να αναγνωρίσει την σοβαρότητα του φαινομένου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε προηγούμενο κείμενο είχαμε αναφερθεί στη δυσκολία που συναντά στη χώρα μας η αναγνώριση του κλιμακούμενου φαινομένου της γυναικοκτονίας ως μορφής εγκλήματος που φέρει ειδικό βάρος και θα πρέπει να διαχωρίζεται εννοιολογικά από την εν γένει ανθρωποκτονία. Με λιγότερο εμφατικό, ίσως, τρόπο σχολιάσαμε την άρνηση πολλών (ίσως των περισσότερων) νομικών της χώρας να αναγνωρίσουν την γυναικοκτονία ως ιδιώνυμο αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται (προφανώς αυστηρότερα) από ειδικό ποινικό νόμο και δεν απορροφάται από το γενικότερο κακουργηματικό πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. Και είναι αλήθεια ότι η νομική αναβάθμιση της γυναικοκτονίας συνιστά ιδιαίτερα περίπλοκο νομικό ζήτημα το οποίο απαιτεί ακριβή καθορισμό των αναγκαίων προϋποθέσεων.

Το κείμενο που ακολουθεί αντανακλά τις σκέψεις ενός απλού πολίτη, μη-νομικού, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να "εισέλθει στα χωράφια" της νομικής επιστήμης! Θα επικαλεστώ εδώ προς εκ των προτέρων υπεράσπισή μου την άποψη ενός φίλου δικηγόρου ότι, κατά μία έννοια, η νομική επιστήμη και τα μαθηματικά έχουν ισχυρή συγγένεια μεταξύ τους, καθώς βασίζονται κατά κύριο λόγο στην λογική. Με όπλο την λογική και μόνο, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον το έγκλημα της γυναικοκτονίας θα μπορούσε να αποκτήσει αυτοδύναμη νομική υπόσταση, πέραν της καθαρά εννοιολογικής (που ούτε κι αυτή, σημειώνω, είναι καθολικά αποδεκτή).

Παραθέτω μερικά βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν, χωρίς φυσικά η λίστα να είναι πλήρης (κάτι τέτοιο θα απαιτούσε νομικό σύγγραμμα πολλών δεκάδων σελίδων!):

1. Γιατί απαιτείται ειδικό νομικό πλαίσιο για την γυναικοκτονία; Δεν αρκεί το γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας; Και γιατί, με την ίδια λογική, να μην δεχθούμε ως ιδιώνυμο αδίκημα και την ανδροκτονία; (Προς αποφυγή ενστάσεων, δεν τοποθέτησα εισαγωγικά στην τελευταία λέξη.)

Η απάντηση είναι ότι οι νόμοι δεν θεσπίζονται αυθαίρετα αλλά υπαγορεύονται από τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες της κάθε εποχής. Οι γυναικοκτονίες τείνουν να λάβουν μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και η μόνη άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο επικίνδυνα κλιμακούμενο φαινόμενο είναι ο Νόμος. Φυσικά καταγράφονται και δολοφονίες ανδρών από γυναίκες, αλλά σε πολύ μικρότερο αριθμό και, κυρίως, με διαφορετικά κίνητρα από εκείνο των γυναικοκτονιών. Το οποίο κίνητρο θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να περιγράψουμε.

2. Τι ακριβώς συνιστά γυναικοκτονία, και με βάση ποιο κριτήριο διακρίνεται από τα γενικά εγκλήματα κατά της ζωής;

Σύμφωνα με τον ορισμό που έχουμε δώσει, ο οποίος εμπνέεται από το γενικό πλαίσιο κινήτρων που φαίνεται να υπαγορεύουν τα σχετικά εγκλήματα, ως γυναικοκτονία χαρακτηρίζουμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία (και, γενικότερα, η οικονομική εκμετάλλευση), η ακραία ασυμβατότητα χαρακτήρων που οδηγεί σε εκρηκτικές διενέξεις, κλπ. Θα εξαιρέσουμε, επίσης, το έγκλημα της ακούσιας ευθανασίας για λόγους ελέους, έτσι όπως το "δόξασε" το άθλιο "Amour" (sic) του Μίκαελ Χάνεκε. Τέλος, δεν θα περιλάβουμε στις γυναικοκτονίες εγκλήματα λόγω μίσους για το γυναικείο φύλο, γενικά (φόνος μίας γυναίκας "επειδή ακριβώς είναι γυναίκα"), δοθέντος ότι αυτά υπάγονται στα εγκλήματα σεξισμού και δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι σε αυτή την κατηγορία πλειοδοτεί το ένα φύλο έναντι του άλλου.

Η βασική γενεσιουργός αιτία της γυναικοκτονίας συνίσταται στην πεποίθηση του δράστη ότι αμφισβητείται στην πράξη - άρα απειλείται - η εξουσία του απέναντι στο θύμα. Ο άντρας, δηλαδή, δεν αισθάνεται πλέον ότι διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στη γυναίκα που θεωρεί κτήμα του. Και, για κάποιους εγωκεντρικούς άντρες, εκείνο που δεν τους ανήκει πια δεν έχει καν δικαίωμα ύπαρξης...

Ως παραδείγματα αυθεντικών γυναικοκτονιών μπορούμε να αναφέρουμε, ενδεικτικά, κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις (ο κατάλογος, φυσικά, δεν είναι εξαντλητικός):

    * Δολοφονία μίας γυναίκας από σύζυγο ή ερωτικό σύντροφο, όταν το θύμα εκδηλώσει πρόθεση διακοπής της σχέσης με τον θύτη (συχνά, μάλιστα, λόγω συστηματικής κακοποιητικής συμπεριφοράς του τελευταίου).

    * Δολοφονία για λόγους ερωτικής αντιζηλίας, όταν η σύντροφος (ή πρώην σύντροφος) συνάψει σχέση με άλλο άτομο. Συχνά πρόκειται για έγκλημα που συντελείται μετά τον χωρισμό του θύτη από το θύμα.

    * Σπανιότερα: Δολοφονίες γυναικών για λόγους "τιμής" σε οπισθοδρομικές και ανεξέλικτες κλειστές κοινωνίες. Δράστης θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας - "ιδιοκτήτης" ex officio - του θύματος...

    * Στα εγκλήματα γυναικοκτονίας θα μπορούσαμε να εντάξουμε και εκείνα που διαπράττονται στο πλαίσιο ενός βιασμού. Ο βιασμός ισοδυναμεί με "αντικειμενοποίηση" της γυναίκας και συνιστά de facto κατάργηση της ερωτικής αυτονομίας της. Ο βιαστής, σε ρόλο προσωρινού "ιδιοκτήτη" του "αντικειμένου", είναι δυνατό να φτάσει ακόμα και στο έγκλημα προκειμένου να ικανοποιήσει την νοσηρή ανάγκη επικυριαρχίας του.

3. Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός εγκλήματος ως γυναικοκτονίας βασίζεται στην απόδοση πολύ συγκεκριμένου "ιδιοκτησιακού" κινήτρου στον δράστη. Έτσι, η δίκη για μία ενδεχόμενη γυναικοκτονία ανάγεται κατ' ουσίαν σε δίκη προθέσεων. Πώς είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί νομικά το ειδικό αυτό κίνητρο του εγκλήματος;

Πρόκειται για το δυσκολότερο ζήτημα στη νομική θέσπιση της γυναικοκτονίας, και το μόνο που θα μπορούσα να κάνω ως μη-ειδικός είναι να περιγράψω ένα γενικό πλαίσιο ιδεών. Το ερώτημα είναι: Πώς πιστοποιείται το αίσθημα "ιδιοκτησίας" που φέρει ένα άτομο απέναντι σε ένα άλλο;

Ιδιοκτησία σημαίνει απόλυτο έλεγχο πάνω στο (θεωρούμενο ως) "αντικείμενο", στο οποίο αμφισβητείται το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής με στόχο, τελικά, την κατάργηση του αυτεξούσιου και την υποκατάστασή του από τη βούληση του "ιδιοκτήτη". Κριτήριο ιδιοκτησιακής αντίληψης, λοιπόν, είναι κάθε απόπειρα παράνομης στέρησης της ελευθερίας ενός άλλου ατόμου - εν προκειμένω, μίας γυναίκας, ανεξάρτητα από το αν στο πλαίσιο της ελευθερίας αυτής παραβιάζονται ή όχι καθιερωμένοι ηθικοί κανόνες. Ένας άντρας διατηρεί πάντα το δικαίωμα αξιοπρεπούς αποχώρησης από μία σχέση που έχει πάψει να ανταποκρίνεται στα προσωπικά του ιδεώδη. Αυτό που δεν του αναγνωρίζεται ως δικαίωμα είναι η αφαίρεση της ζωής της γυναίκας που τα διέψευσε!

4. Πέρα από την ως τώρα άρνηση του Νόμου να αναγνωρίσει την γυναικοκτονία ως τέτοια, έχει τουλάχιστον αυτός συμβάλει στην πρόληψη του φαινομένου;

Δυστυχώς, ο Νόμος έχει αποδειχθεί παντελώς ανεπαρκής σε ό,τι αφορά την προστασία της γυναίκας. Ενώ η γυναίκα ενθαρρύνεται να καταγγέλλει κακοποιητικές συμπεριφορές και, κυρίως, να αναφέρει στις Αρχές κάθε ένδειξη απειλής εναντίον της, δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικός τρόπος περιορισμού των κινήσεων ενός αποφασισμένου δολοφόνου, ο οποίος κατά κανόνα βρίσκει το θύμα του μόνο και απροστάτευτο. Για τις Αρχές υπάρχει πάντα εκ των υστέρων δικαιολογία: δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια που τους επιτρέπει ο Νόμος ώστε να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα περιορισμού και ελέγχου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σχεδόν ρητορικό: Αντιλαμβάνεται, τελικά, ο νομοθέτης την ευθύνη του απέναντι στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν (ίσως και κάποιες που αύριο δεν θα μπορέσουν) να δουν το φως της επόμενης μέρας; Ας μην αισιοδοξούμε υπερβολικά...

Γενικό συμπέρασμα: Η γυναικοκτονία μπορεί να αναβαθμιστεί σε ιδιώνυμο αδίκημα, εφόσον καθοριστούν επακριβώς από τους νομικούς τα πιστοποιητικά χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου αυτού κακουργήματος που το διαχωρίζουν από κάθε άλλον τύπο εγκλήματος κατά της ζωής. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα πάψουμε κάποτε να κλείνουμε με προσποιητή αφέλεια τα μάτια μπροστά στην επικίνδυνη κλιμάκωση ενός φρικτού φαινομένου που ουδόλως κολακεύει μία σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία!

(Ευχαριστώ την Λίλα Χρόνη για εύστοχες παρατηρήσεις που συνέβαλαν στην αρτιότερη παρουσίαση του θέματος.)

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Δύο κείμενα για την Γυναικοκτονία


Ποιο είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «γυναικοκτονία» και γιατί κάποιοι αρνούνται ακόμα και να εκφέρουν τη λέξη; Ποια συμπεριφορικά σημάδια φανερώνουν έναν εν δυνάμει γυναικοκτόνο; Δύο παλιότερα κείμενα επιχείρησαν να δώσουν απαντήσεις...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Οι φρικιαστικές δολοφονίες γυναικών από αρσενικόμορφα (αλλά όχι αρσενικά) τέρατα που θεωρούν τη γυναίκα ως μη-φορολογήσιμο περιουσιακό στοιχείο τους, έχουν προσλάβει επιδημικό χαρακτήρα στη χώρα.

Την ίδια στιγμή, αρκετοί χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (μεταξύ αυτών, δυστυχώς, και μερικές γυναίκες) συνεχίζουν να αντιδρούν με πεισματική οργή στο άκουσμα της λέξης «γυναικοκτονία», επιμένοντας ότι δεν περιγράφει τίποτα περισσότερο από μία «απλή» ανθρωποκτονία και προτείνοντας, ειρωνικά, την παράλληλη εννοιολογική και νομική επισημοποίηση της «ανδροκτονίας» ως ισοβαρούς εγκλήματος. Προσποιούμενοι, φυσικά, ότι δεν αντιλαμβάνονται τις προφανείς ιδιαιτερότητες της σύγχρονης πραγματικότητας...

Στην αντίπερα όχθη, σημειώνεται μία καταχρηστική τάση να «βαφτίζεται» ως γυναικοκτονία οποιαδήποτε φονική πράξη με θύμα μία γυναίκα, ανεξάρτητα από τα κίνητρα του εγκλήματος. Πράγμα που θα έχει ως βέβαιη συνέπεια την αποδυνάμωση, τελικά, της ιδιαίτερης σημασίας των πραγματικών γυναικοκτονιών - με τον τρόπο, τουλάχιστον, που αντιλαμβανόμαστε πλέον αυτόν τον συγκεκριμένο τύπο εγκλήματος.

Εν είδει μινιατούρας συλλεκτικού τεύχους δημοσιευμένων άρθρων, παραθέτω πιο κάτω δύο κείμενα με θέμα την γυναικοκτονία. Τόσο ως φαινόμενο που επιζητεί εννοιολογικό καθορισμό, κοινωνική αναγνώριση και νομική κατοχύρωση, όσο και ως έγκλημα που (ίσως) μπορεί να αποφευχθεί αν αναγνωριστούν έγκαιρα τα χαρακτηριστικά συμπεριφορικά γνωρίσματα του εν δυνάμει δολοφόνου...

ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑ: ΤΟ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΞΟΡΚΙΖΕΤΑΙ ΑΝ ΑΡΝΗΘΟΥΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ!

Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο πριν μερικά χρόνια στο ΒΗΜΑ και στο ΚΛΙΚ, επιχείρησε να εξετάσει το ζήτημα της γυναικοκτονίας από εννοιολογική σκοπιά, υιοθετώντας έναν ορισμό του φαινομένου που ίσως τότε χαρακτηριζόταν, ως έναν βαθμό, αντισυμβατικός. Διαβάζοντας σημερινές αναρτήσεις στα media, εν τούτοις, παρατηρώ ότι ο ορισμός αυτός τείνει να επικρατήσει έναντι της (μάλλον λανθασμένης) αντίληψης ότι γυναικοκτονία είναι ο φόνος μίας γυναίκας «επειδή ακριβώς είναι γυναίκα»...

Καμία λέξη ή έκφραση δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Τα λεξικά δεν προϋπήρξαν του ανθρώπου, τα έγραψαν ανθρώπινες κοινότητες μετά από μακραίωνες πορείες διαμόρφωσης γλωσσικών συμβάσεων. Και, κάθε λεξικό εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα λήμματα, πολλά από τα οποία αντιστοιχούν σε λέξεις που κυκλοφορούν ανεπίσημα για ένα διάστημα ως νεολογισμοί. Ένας τέτοιος νεολογισμός, προϊόν ενός αποκρουστικού κοινωνικού φαινομένου της εποχής, είναι ο όρος «γυναικοκτονία».

Μορφή χιονοστιβάδας έχουν πάρει τα περιστατικά φρικιαστικών δολοφονιών γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής - όπως πιστεύουν - σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε κάποτε το λάθος να συσχετίσει μαζί τους τη ζωή της. Πρόκειται για έναν απόλυτα διακριτό τύπο κακουργήματος, ξέχωρο από άλλες εγκληματικές συμπεριφορές. Είναι, επομένως, αναγκαίο να περιγράφεται με έναν ειδικό όρο που να αποδίδει συμβολικά την ιδιαίτερη σημασία του.

Στο πλαίσιο του παρόντος σημειώματος, και με την επίγνωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές απόψεις από ακαδημαϊκούς πολύ ειδικότερους του γράφοντος, ως γυναικοκτονία εννοούμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία. Θα μπορούσε, εν τούτοις, να περιλάβει τα σεξουαλικά εγκλήματα, αφού η πράξη του βιασμού συνίσταται σε de facto μετατροπή της γυναίκας σε «αντικείμενο», το οποίο ο βιαστής πρόσκαιρα θεωρεί ως «ιδιοκτησία» του και, σε ακραίες περιπτώσεις, είναι δυνατό ακόμα και να του αφαιρέσει τη ζωή.

Έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματολογία (κυρίως από νομικούς κύκλους) σύμφωνα με την οποία ο όρος «γυναικοκτονία» είναι περιττός και, ως εκ τούτου, μη δόκιμος, αφού μπορούμε να εντάξουμε αυτό το είδος εγκλήματος κατά γυναικών στην γενικότερη ανθρωποκτονία - ή, έστω, στην συζυγοκτονία (χωρίς προσδιορισμό φύλου). Αν, εν τούτοις, υιοθετήσουμε, ηθικά ή νομικά, μία τέτοια άποψη, αυτό που θα επιτύχουμε θα είναι να απορροφήσουμε μία πολύ ιδιαίτερη εγκληματική πράξη σε ένα ευρύτερο κακουργηματικό πλαίσιο, υποβαθμίζοντας και, τελικά, ακυρώνοντας το ειδικό βάρος της.

Παραδείγματα τέτοιων προσδιοριστικών λεκτικών επιμερισμών υπάρχουν πολλά. Μιλούμε, λ.χ., ειδικά για μισογυνισμό και δεν εντάσσουμε το φαινόμενο στην γενικότερη μισανθρωπία. Αναφερόμαστε σε ξενοφοβία αντί, γενικά, σε ανθρωποφοβία. Μιλάμε για κυνοφιλία όταν η λέξη «ζωοφιλία» δεν προσδιορίζει επαρκώς την ειδική αγάπη μας για τους σκύλους...

Η γυναικοκτονία, λοιπόν, αξίζει να προαχθεί από νεολογισμό σε δόκιμο όρο της γλώσσας μας και να βρει μία θέση στις νεότερες εκδόσεις των ελληνικών λεξικών και - γιατί όχι; - στις σελίδες των νομικών συγγραμμάτων.

Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε έναν αρκετά διαδεδομένο ορισμό τον οποίο, εν τούτοις, θεωρούμε λανθασμένο. Σύμφωνα με αυτόν, ως γυναικοκτονία (θα πρέπει να) θεωρείται η αφαίρεση της ζωής μίας γυναίκας επειδή ακριβώς είναι γυναίκα.

Τις προφανείς αδυναμίες του ορισμού αυτού επικαλούνται, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, όσοι και όσες αρνούνται τον όρο «γυναικοκτονία». Διότι, αν η ίδια η γυναικεία φύση είναι το αίτιο των φόνων, τότε κάθε γυναίκα είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εν δυνάμει θύμα κάποιου γυναικοκτόνου, ανεξάρτητα από την όποια σχέση μαζί του. Έτσι, από ιδιαίτερο και σαφώς περιγεγραμμένο τύπο εγκλήματος που διαπράττεται στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων, η γυναικοκτονία καταλήγει να εντάσσεται στα γενικότερα εγκλήματα ρατσισμού (στην προκειμένη περίπτωση, σεξισμού, αφού η ιδιότητα που διαχωρίζει το θύμα από τον θύτη αφορά το φύλο). Ποιος ο λόγος, λοιπόν - επιχειρηματολογούν οι αρνητές - να επιβαρύνουμε το υπέρμετρα φορτωμένο νομικό σύστημα (αλλά και τα ίδια τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας) με έναν ακόμα τύπο αδικήματος που προβλέπεται ήδη από υπάρχοντες νόμους;

Σημειώνουμε ότι στην Κύπρο η γυναικοκτονία είναι πλέον ιδιώνυμο αδίκημα που επισύρει αυστηρότατες ποινές (μία πολιτική επιλογή με ισχυρά συμβολική σημασία, πέραν της όποιας ποινικής). Σημειώνουμε επίσης ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει το έντονο (για να μην πω σχεδόν εμπαθές) ύφος κάποιων νομικών που αρθρογραφούν στο Διαδίκτυο εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη χρήση (νομική ή ακόμα και εννοιολογική) του όρου «γυναικοκτονία». Χωρίς μάλιστα να απουσιάζουν από τη γραφή τους και κάποιοι λαϊκιστικοί χαρακτηρισμοί (π.χ., ως «φεμινιστών») εκείνων που χρησιμοποιούν τον όρο.

Σε κάθε περίπτωση, το να αρνούμαστε να αρθρώσουμε τη λέξη «γυναικοκτονία», προσδοκώντας ότι έτσι θα αφαιρέσουμε το ηθικό βάρος από την πράξη, αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα στρουθοκαμηλισμού. Και αυτό το κλείσιμο των ματιών απέναντι σε ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό φαινόμενο ίσως μαρτυρά κάποιο αίσθημα ενοχής μιας «μάτσο» πατριαρχικής κουλτούρας που αρνείται - ή μάλλον, φοβάται - να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη...


ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΘΥΜΑ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑΣ

Το κείμενο αυτό, δημοσιευμένο στο ΚΛΙΚ, είχε επιχειρήσει να σκιαγραφήσει (όσο ήταν δυνατό) το προφίλ ενός υποψήφιου γυναικοκτόνου...

Αγαπητή φίλη,

Δεν σε γνωρίζω προσωπικά. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζω το όνομά σου, την ηλικία σου, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά σου, τον τόπο διαμονής ή το επάγγελμά σου. Το μόνο που μπορώ να γνωρίζω για σένα - κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σου απευθύνομαι - είναι ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η ζωή σου να βρίσκεται σε κίνδυνο. Κι αυτό γιατί, χωρίς να είσαι ακόμα σε θέση να το αντιληφθείς, είσαι έτοιμη να συνδέσεις τη ζωή σου με ένα υποπροϊόν του «ανδρικού» φύλου που, στην πορεία της σχέσης μαζί σου, θα φτάσει ως το σημείο να σε θεωρήσει ιδιοκτησία του. Και αλλοίμονο αν κάποτε τολμήσεις να αμφισβητήσεις τα «ιδιοκτησιακά» του δικαιώματα πάνω σου. Ο νοσηρός εγωισμός του δεν θα αντέξει να συνεχίσεις να ζεις και να αναπνέεις χωρίς να ανήκεις σε εκείνον!

Σίγουρα θα έχεις ακούσει για την έκρηξη του εφιαλτικού φαινομένου των γυναικοκτονιών στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Θα πρέπει να σημειώσω ότι υπάρχουν πολλοί που δεν αποδέχονται καν το δικαίωμα της λέξης «γυναικοκτονία» να περιλαμβάνεται στα λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Ακόμα περισσότεροι είναι εκείνοι που αρνούνται την ιδιαίτερη νομική υπόσταση αυτού του εγκλήματος, θεωρώντας ότι εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. (Το γιατί τα εγκλήματα ρατσισμού απαιτούν ειδικό νόμο, ως μη νομικός δεν είμαι σε θέση να το εξηγήσω.) Εσένα, πάντως, όλα αυτά δεν πρέπει να σε ενδιαφέρουν. Καμία πολιτεία και κανένα νομικό σύστημα δεν πρόκειται να σε προστατέψουν από έναν αποφασισμένο εν δυνάμει δολοφόνο, αν εσύ η ίδια δεν προφυλάξεις τον εαυτό σου. Κι αυτό θα πρέπει να γίνει έγκαιρα, προτού το συμπλεγματικό «αρσενικό» αρχίσει να θεωρεί πως έχει αποκτήσει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω σου.

Το πρόβλημα, έτσι, είναι να εντοπίσεις όσο γίνεται νωρίτερα τα ανησυχητικά σημάδια που υποδηλώνουν μία τέτοια κακοποιητική προσωπικότητα. Κι αυτά θα τα αναζητήσεις όχι στα ελαττώματά του (αυτά θα τα κρύψει επιμελώς στην αρχή, για να τα βγάλει στην επιφάνεια αργότερα) αλλά σε εκείνα που θα σου φανούν αρχικά σαν προτερήματα! Δεν είμαι ειδικός, αλλά κάποια από αυτά τα σημάδια μπορώ να τα υποθέσω.

Θα σε εντυπωσιάσει αρχικά το έντονο ενδιαφέρον και ο υπερβολικός προσανατολισμός του σε σένα. Θα παρατηρεί τα πάντα που σε αφορούν, θα θέλει να γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητάς σου. Όλα αυτά θα σου φανούν στην αρχή κολακευτικά, ώσπου κάποια στιγμή να γίνουν ασφυκτικά και να αρχίσουν να σε πνίγουν. Όμως, ακόμα κι αν κάνεις φανερή τη δυσφορία σου, δεν πρόκειται αυτή να τον αναχαιτίσει.

Ίσως και να σου αρέσει, αρχικά, η διεκδικητικότητά του απέναντί σου. Ακόμα και οι παράλογες σκηνές ζηλοτυπίας θα είναι «απόδειξη» του πόσο σημαντική είσαι για εκείνον ώστε να φοβάται μήπως σε χάσει. Και, σε κανένα άλλο αρσενικό δεν θα επιτρέψει να σε πλησιάσει. Έστω απλά για να σου μιλήσει, ακόμα και να ρίξει το βλέμμα του πάνω σου. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι θα παρακολουθεί αδιάλειπτα και το δικό σου βλέμμα, μην τυχόν και ξεστρατίσει - όπως του φανεί - κάπου που δεν πρέπει. Και τότε, μέσα από την «καλοδεχούμενη», επιβεβαιωτική ζήλια του θα ξεπεταχτούν οι πρώτες ανησυχητικές σπίθες της βίας. Αρχικά αυτή θα περιοριστεί σε πικρά και δηκτικά - ενδεχομένως και απειλητικά - λόγια. Ίσως δεν αργήσει, όμως, η βία να πάρει φυσική μορφή, τραυματίζοντας το σώμα μαζί με την ψυχή σου...

Για να σιγουρέψει την επικυριαρχία του πάνω σου, θα θελήσει να σε αποκόψει από κάθε πιθανή πηγή συμβουλής ή προστασίας. Με διάφορα προσχήματα θα προσπαθήσει να σε εμποδίσει να βλέπεις τους φίλους σου, ακόμα και να επισκέπτεσαι τα πρόσωπα της οικογένειάς σου. Βέβαια, θα ισχυρίζεται πάντα πως εκείνος είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που «σε αγαπά αληθινά» και «θέλει πάντα το καλό σου»!

Η αληθινά επικίνδυνη, για σένα, φάση της σχέσης θα αρχίσει τη στιγμή που θα του δηλώσεις ότι δεν θέλεις να είσαι πια μαζί του. Αυτό θα είναι βαρύ χτύπημα για τον αρρωστημένο εγωισμό του και δύσκολα θα μπορέσει να το αποδεχθεί, αφού στο μεταξύ θα σε θεωρεί «κτήμα» του, κάτι που εκείνος και μόνο μπορεί να ορίζει αν θα υπάρχει ή όχι στη ζωή του. Και, αν αυτό το «κάτι» δεν ανήκει στη δική του ζωή, δεν μπορεί να βρίσκεται στη ζωή οποιουδήποτε άλλου. Ακόμα και στην ίδια τη ζωή ως γενική κι απρόσωπη έννοια. Το τραγικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαστροφικής αντίληψης το βλέπουμε, δυστυχώς, όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας...

Αγαπητή φίλη, το γράμμα μου αυτό δεν έχει σαν σκοπό να σε τρομάξει και να σε αποθαρρύνει από το να κάνεις μία υγιή και όμορφη σχέση. Θέλει μόνο να σε προτρέψει να προσέξεις τα σημάδια που μαρτυρούν πως, πίσω από φαινομενικά «καλές προθέσεις» είναι δυνατό να κρύβεται η κόλαση! Αν τυχόν δεις αυτά τα σημάδια, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να φύγεις μακριά, όσο ακόμα ανήκεις απόλυτα στον εαυτό σου. Γιατί, αύριο ίσως να είναι αργά. Και κανένα πολιτικό κόμμα, κανένα ξεχαρβαλωμένο κράτος, κανένας γραβατοφορεμένος νομοθέτης, δεν πρόκειται να σε προστατέψει από την κάννη του όπλου, ή το κοφτερό μαχαίρι, κάποιου αρσενικού τέρατος. Με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης «αρσενικό»...

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Πολυπολιτισμικότητα και δημοκρατική κοινωνία


Μία πολυπολιτισμικότητα που χτίζεται χωρίς αναγκαίες προϋποθέσεις μπορεί να αποδειχθεί νάρκη στα θεμέλια μιας σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας. Και χωρά συζήτηση η «προοδευτική» άποψη ότι η πολυπολιτισμικότητα αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό της δημοκρατίας...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Στο πνεύμα του «προοδευτισμού» της εποχής, είχα ακούσει πριν μερικά χρόνια στο Τρίτο Πρόγραμμα της κρατικής ραδιοφωνίας μία εκπομπή όπου ένας «ανοιχτόμυαλος» – κατά τον παρουσιαστή – καθηγητής πανεπιστημίου επιχείρησε με πάθος μέγα (και, νομίζω, κάποιον υπεμφαινόμενο σαρκασμό) να αποδομήσει κάθε ιδέα ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και τη σύγχρονη Ελλάδα. Σε κάποια σημεία του λόγου του, μάλιστα, είχε αφήσει περίπου να εννοηθεί ότι οι θεωρήσεις περί συνέχειας εκφράζουν σήμερα κατά κύριο λόγο τους εγχώριους νεο-ναζί. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, μερικούς αφελείς εθνικιστές.

Δεν αποτέλεσε έκπληξη, βέβαια, ότι στο τέλος αποκάλυψε το όραμά του για τον βαθμιαίο μετασχηματισμό της χώρας σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία. Φυσικά, οι προϋποθέσεις του μετασχηματισμού αυτού δεν αναφέρθηκαν καν, ούτε φάνηκε να απασχολούν ιδιαίτερα τον ακαδημαϊκό. Αυτό στο οποίο εστίασε μόνο ήταν η «απαράδεκτη» και «ρατσιστική» συμπεριφορά της ελληνικής αστυνομίας να ελέγχει τα στοιχεία νομιμότητας όσων «απλά φαίνονται» αλλοδαποί.

Κάπου εκεί στο κλείσιμο της εκπομπής, εν είδει επιμυθίου, ο παρουσιαστής χαρακτήρισε την πολυπολιτισμικότητα ως βασικό συστατικό γνώρισμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Το ενδιαφέρον αυτό δόγμα θα μπορούσε να γίνει αφετηρία συζητήσεων πάνω στο ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μερικά σημεία μιας τέτοιας υποθετικής συζήτησης είχα παραθέσει σε ένα κείμενο της εποχής, και θα ήταν ίσως χρήσιμο να τα θυμηθούμε με δεδομένο ότι το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας όχι μόνο παραμένει επίκαιρο, αλλά σε κάποιες χώρες της Ευρώπης απειλεί τώρα να τινάξει στον αέρα την ίδια την κοινωνική ειρήνη.

Τέσσερα βασικά ζητήματα και ερωτήματα είχαν τεθεί:

1. Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιτυγχάνεται με πολιτικές ανοιχτών συνόρων, οι οποίες με μαθηματική βεβαιότητα οδηγούν στο χάος. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, υπήρξαν εξαρχής πολυπολιτισμική χώρα. Η ένταξη, ωστόσο, ενός νέου μέλους στην αμερικανική κοινωνία δεν γίνεται άναρχα και εκβιαστικά, υπό μορφή τετελεσμένου. Η αμερικανική πολυπολιτισμικότητα δεν είναι μία de facto κατάσταση που προκαλείται από αδυναμία του κράτους να ελέγξει την παράνομη μετανάστευση, αλλά μία συνθήκη που υπόκειται σε κανόνες και θέτει προϋποθέσεις, με προεξάρχουσες εκείνες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και αυτοσυντήρηση (όσο κι αν κάποιοι όροι είναι ασύμβατοι με το προοδευτικό λεξιλόγιο...).

2. Θα πρέπει εξ ορισμού να καλοδεχθούμε την πολυπολιτισμικότητα; Εξαρτάται... Δεν θα δεχθώ μία πραγματικότητα που μου επιβάλλεται, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη χώρα μου, με κύριο χαρακτηριστικό την κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (συχνά, μάλιστα, στις πιο απάνθρωπες εκδοχές της). Αντίθετα, οφείλουμε να καλοδεχθούμε εκείνους που ήρθαν ή θα έρθουν με πρόθεση να ενταχθούν αρμονικά στην ελληνική κοινωνία και να προσφέρουν στη χώρα, σεβόμενοι απόλυτα τους νόμους και τα έθιμά της και διακείμενοι φιλικά απέναντι στους ανθρώπους της.

3. Υπάρχει η άποψη ότι θα πρέπει να εντάξουμε την πολυπολιτισμικότητα στους ευρύτερους εθνικούς σχεδιασμούς μας. Δεν θα διαφωνήσω καταρχήν. Θα πρέπει, όμως, πρώτα να καθορίσουμε τα όρια αυτής της πολυπολιτισμικότητας στην οποία, πλέον, εκόντες–άκοντες συμμετέχουμε. Πόση «πολυπολιτισμικότητα» αντέχει αυτή η μικρή χώρα που μόλις πριν λίγα χρόνια άρχισε να συνέρχεται από μία οικονομική καταστροφή; Ειδικότερα, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις (θετικές ή αρνητικές) στο ασφαλιστικό σύστημα; Ποιες τροποποιήσεις θα υποστεί, αναγκαία, το εκπαιδευτικό σύστημα; Πώς θα αντιμετωπιστεί το στεγαστικό πρόβλημα; Πώς θα διασφαλιστεί η δημόσια τάξη και ο έλεγχος του (μεμονωμένου ή οργανωμένου) εγκλήματος; Πώς θα αντιμετωπιστούν τυχόν ζητήματα θρησκευτικής ή πολιτισμικής δυσανεξίας; Ο κατάλογος ερωτημάτων είναι μόνο ενδεικτικός, και οι απαντήσεις εκκρεμούν...

4. Συνιστά η πολυπολιτισμικότητα τεκμήριο δημοκρατικής δομής μιας κοινωνίας; Δεν είμαι βέβαιος. Κατά μία έννοια, πολυπολιτισμική ήταν και η Σοβιετική Ένωση. Το ίδιο και, π.χ., η αυτοκρατορική Αυστροουγγαρία. Μήπως, όμως, ισχύει το αντίστροφο; Δηλαδή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κάθε αληθινά δημοκρατική κοινωνία αποδέχεται (αν όχι και επιδιώκει) την πολυπολιτισμικότητα; Ούτε και αυτό ακούγεται λογικό. Το δημοκρατικό πολίτευμα είναι εσωτερικό θεσμικό ζήτημα που αφορά τους πολίτες μιας χώρας και σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει a priori τη διεύρυνση μιας κοινωνίας με εισαγόμενους φορείς διαφορετικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Τώρα, το ότι την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας αντιμάχονται οι εκπρόσωποι κάποιων ακραία αντιδημοκρατικών πολιτικών χώρων, δεν καθιστά εξ ορισμού την αποδοχή της ιδέας αυτής αδιαμφισβήτητο κριτήριο δημοκρατικότητας!

Πριν ξεκινήσουμε, λοιπόν, να χτίζουμε την προοδευτική πολυπολιτισμική κοινωνία που ονειρευόμαστε, θα πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει τι ακριβώς είναι αυτό που ζητούμε να δημιουργήσουμε, καθώς και ποιες είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις που ένα τέτοιο μεγαλόπνοο σχέδιο επιβάλλει. Διαφορετικά, η πολυπολιτισμικότητα θα είναι συνθήκη που θα μας επιβληθεί εκ των πραγμάτων ως τετελεσμένο άνευ όρων και ορίων, αντί αποτέλεσμα μίας συντεταγμένης διαδικασίας κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι όποιες απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό δεν είναι δίκαιο να συνιστούν κριτήριο δημοκρατικότητας ή, κυρίως, έλλειψής της.

Υπάρχει, όμως, και ένα ζήτημα τόσο λεπτό που ξεφεύγει από τα «ευαίσθητα» φίλτρα των υπερασπιστών της πολυπολιτισμικότητας. Όταν οι τελευταίοι στήνουν εδώλια για καταδίκη της μη-ανοχής στη «διαφορετικότητα», ενώ την ίδια στιγμή αθωώνουν εξ ορισμού τους de facto φιλοξενούμενους για το ίδιο ακριβώς κρίμα, δηλαδή, την μη-αποδοχή των θεμελιωδών πολιτισμικών στοιχείων και των φιλελεύθερων αρχών της κοινωνίας που τους φιλοξενεί, οι «δικαστές» αυτοί θυμίζουν κάποιον που, παρεμβαίνοντας σε έναν καυγά ανάμεσα σε έναν ενήλικο και ένα παιδί, λέει στον πρώτο: «Εσύ φταις. Εκείνο είναι παιδί, δεν νιώθει!»

Ο (με ή χωρίς εισαγωγικά) μετανάστης, δηλαδή, μοιάζει να είναι για τους κοινωνικούς δικαστές κάτι σαν ένα «αθώο παιδί» που δεν αντιλαμβάνεται τις υψηλές ιδέες μίας πολιτισμένης κοινωνίας, πράγμα που δικαιολογείται από το ότι προέρχεται, υποτίθεται, από μία «υπανάπτυκτη» (και άρα κατώτερη) κουλτούρα που δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τις εξευγενισμένες αρχές του δικού μας, «ανώτερου» πολιτισμού! Πώς θα μπορούσε κάποιος, λοιπόν, να ζητήσει ευθύνες από ένα «παιδί» για την αδυναμία του να συλλάβει την έννοια της αμοιβαιότητας σε ό,τι αφορά την αποδοχή του διαφορετικού;

Ας με συγχωρήσουν οι – κατά δήλωσή τους – «αντιρατσιστές», όμως αυτή η εκ μέρους τους αλά καρτ αντίληψη της πολυπολιτισμικότητας ως αξιακού συστήματος που άλλους ευνοεί και άλλους καταδικάζει, με τους δεύτερους να αντιπροσωπεύουν ένα «ανώτερο» πολιτισμικό είδος από το οποίο απαιτούνται υψηλότερα ανθρωπιστικά στάνταρ, είναι ξεκάθαρο δείγμα πολιτισμικού ρατσισμού. Και, οι επί του καναπέως καθήμενοι εισαγγελείς καλό θα είναι να το σκέφτονται καλά πριν απαγγείλουν κατηγορίες περί ρατσιστικών φρονημάτων σε όσους δεν επιζητούν τίποτα περισσότερο από ένα αίσθημα ασφάλειας και τη διατήρηση μιας κανονικότητας στη ζωή και τη χώρα τους!