Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026
Το τίμημα της "προοδευτικότητας" (και ποιοι το πληρώνουν)...
Παρασκευή 22 Μαΐου 2026
Και όμως, υπάρχει «θεσμικός» τρόπος αλλαγής του εκλογικού νόμου!
Θέλοντας να παραμείνει «θεσμικός», ο πρωθυπουργός διστάζει να προβεί σε αλλαγή του εκλογικού νόμου με σκοπό την αποφυγή ακυβερνησίας. Όμως υπάρχει κάποιος άλλος που, αν θέλει να θεωρείται σοβαρός, πρέπει πρώτος εκείνος να το ζητήσει!
– Αφού πιστεύετε ότι μπορείτε να νικήσετε στις εκλογές, ζητήστε τώρα αναθεώρηση του εκλογικού νόμου προς όφελος του πρώτου κόμματος, έτσι ώστε να ενισχυθούν οι πιθανότητες να κυβερνήσετε αυτοδύναμα. Το δικό μας κόμμα θα υπερψηφίσει την πρότασή σας!
Πέμπτη 9 Απριλίου 2026
Ώστε, έπρεπε να ζήσουμε τον εφιάλτη των κλειστών τραπεζών πιο νωρίς!
Φαίνεται πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει μετανιώσει. Όχι γιατί κάποτε έπαιξε στα ζάρια τις τύχες της χώρας, αλλά γιατί δεν έκανε τη ζωή μας εφιαλτική ακόμα πιο νωρίς...
Κυριακή 29 Μαρτίου 2026
Ποιος θα φέρει την ευθύνη μιας ακυβερνησίας;
Οι ευθύνες για μία ενδεχόμενη μετεκλογική ακυβερνησία δεν θα πρέπει να αποδοθούν σε απρόθυμους για συνεργασία πολιτικούς σχηματισμούς, αλλά σε όλους εκείνους που με την ψήφο τους θα καταστήσουν την συνεργασία αναγκαία συνθήκη κυβερνησιμότητας. Δηλαδή, στον "κυρίαρχο λαό"!
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025
Όταν «νόμος» γίνεται το «δίκιο» μιας μειοψηφίας
Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος...
Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025
Απαξίωση των δημόσιων λειτουργών: μία συνήθεια που έγινε λατρεία!
Οι διαχρονικές παθογένειες του δημόσιου τομέα είναι γνωστές (η τραγωδία στα Τέμπη είναι μια σχετικά πρόσφατη συνέπειά τους). Δεν δικαιολογούν, όμως, την συλλήβδην δαιμονοποίηση των δημόσιων λειτουργών της χώρας!
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Σε πρωινή εκπομπή στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, ο γνωστός παρουσιαστής Άρης Πορτοσάλτε αναφέρθηκε στους «αληθινούς μαχητές» και τους «ήρωες της καθημερινότητας», σπεύδοντας να διευκρινίσει εμφατικά ότι οι χαρακτηρισμοί αφορούσαν τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (και όχι τους δημόσιους λειτουργούς, συμπληρώνω εγώ). Ήταν, οφείλω να ομολογήσω, η πιο ήπια εκδήλωση ενός κάθετου - σχεδόν μανιχαϊκού - διαχωρισμού των εργαζομένων, ο οποίος ευδοκιμεί διαχρονικά σε αυτή τη χώρα. Ένας διαχωρισμός που κορυφώθηκε στον κοινωνικό και πολιτικό λόγο τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης και ως σήμερα καλά κρατεί...
Σύμφωνα με δημοφιλές αφήγημα θιασωτών του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, ο δημόσιος τομέας είναι στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του επιζήμιος για τη χώρα, ενώ ο μόνος τομέας που αληθινά προάγει τα εθνικά συμφέροντα και στον οποίο απασχολείται το σύνολο, σχεδόν, των «αληθινά εργαζόμενων», είναι ο ιδιωτικός. («Αν ήταν στο χέρι μου, τα πάντα θα ήταν ιδιωτικά», έχει πει ο έγκριτος δημοσιογράφος στον οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω.) Όσο για τους δημόσιους λειτουργούς, αυτοί, κατά το αφήγημα, είναι στο σύνολό τους «τεμπέληδες», «άχρηστοι», «κηφήνες» και «διεφθαρμένοι»!
Την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι δημόσιοι λειτουργοί αποτέλεσαν ιδανικούς αποδιοπομπαίους τράγους στο πλαίσιο της απόδοσης ευθυνών για τη χρεοκοπία. Το σχετικό επιχείρημα ήταν τόσο σαθρό όσο το να κατηγορεί κάποιος τους ναύτες του Τιτανικού για το ναυάγιο που προκάλεσε η στραβοτιμονιά του πρώτου αξιωματικού Μέρντοκ και ο υπέρμετρος εφησυχασμός του πλοιάρχου Σμιθ! Όμως, στη χώρα που βασιλεύει ο ανορθολογισμός, τα πιο σαθρά επιχειρήματα είναι συνήθως και τα πιο πειστικά...
Τον Ιούλιο του 2012, μεσούσης της κρίσης και με αφορμή ένα άρθρο υποψήφιας διδάκτορος πολιτικών επιστημών, το οποίο δαιμονοποιούσε οριζόντια τον δημόσιο τομέα (τι πρωτότυπη ιδέα!), είχα δημοσιεύσει ως απάντηση ένα κείμενο στη στήλη μου στο «ΒΗΜΑ». Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω, αφού δεν είναι πλέον ευρέσιμο στο αρχείο της εφημερίδας.
--------------------------------
«Το 1 εκατομμύριο υπάλληλοι που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο.»
Τρίτη 1 Ιουλίου 2025
Τα capital controls και τα κορόιδα...
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr τον Ιούλιο του 2016
Την ίδια στιγμή, όλοι οι αναλυτές – κυβερνητικοί και μη – λένε σε όλους τους τόνους ότι δεν θα αρθούν οι περιορισμοί αν πρώτα δεν επιστρέψει το αίσθημα εμπιστοσύνης στους καταθέτες, έτσι ώστε να «πάρουν τα λεφτά απ’ το στρώμα» και να τα ξαναβάλουν στις τράπεζες. Όμως, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να υπάρχει σε ένα σύστημα που ανά πάσα στιγμή, ξαφνικά και απροειδοποίητα, έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει τα χρήματα των ανθρώπων; Πρώτα άρση των περιορισμών, λοιπόν, και μετά επιστροφή των κεφαλαίων στη βάση τους. Φαύλος κύκλος, δηλαδή. Κάτι σαν την κότα και το αυγό!
Βέβαια, αυτοί που έμειναν να ταλανίζονται με τα capital controls είναι κάτι κορόιδα σαν και του λόγου μου, που έδινα πίστη στον ταμία της τράπεζας όταν τον άκουγα πέρυσι, μέσα Ιουνίου, να μιλά κοροϊδευτικά για τους «υστερικούς πελάτες» που έρχονταν κάθε τόσο να αποσύρουν τεράστια ποσά από τις καταθέσεις τους, πέφτοντας θύματα, υποτίθεται, της περιρρέουσας κινδυνολογίας.
Εκείνη τη μοιραία Παρασκευή, λοιπόν, δεν πήγα να πάρω χρήματα, αν και χρειαζόμουν. «Άσε, από Δευτέρα», σκέφτηκα! Εξ άλλου, ο δίτροχος ροκ-σταρ – και, αν του περίσσευε χρόνος, υπουργός των Οικονομικών – με το κακόγουστα ανορθόγραφο όνομα, μας διαβεβαίωνε αφενός ότι η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν υπόθεση ωρών για να ολοκληρωθεί, αφετέρου δε ότι, σε κάθε περίπτωση, το κλείσιμο των τραπεζών δεν ήταν μια θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία.
Τελικά, ξυπνήσαμε Σάββατο πρωί με την αναγγελία του παρανοϊκού δημοψηφίσματος, για να ακολουθήσουν σύντομα οι εξ ανέμελης μοτοσικλέτας προερχόμενοι αυτάρεσκοι κομπασμοί, «Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες» (“Honey, I just shut the banks”)!
Κάρτες δεν είχα ποτέ, το ίδιο κι η γυναίκα μου. Εκείνη την εποχή προέκυψαν μάλιστα και κάποια ιατρικά έξοδα που άμεσα απαιτούσαν μετρητά. Έφτασα να μετρώ τα ψιλά στο πορτοφόλι μου για μια τυρόπιτα, μοναδικό γεύμα της ημέρας. Δεν θα ντραπώ να ομολογήσω ότι κάποιες μέρες πείνασα...
Σε κάθε περίπτωση, εμείς οι αφελείς πιαστήκαμε στον ύπνο. Γιατί, ως την Παρασκευή το μεσημέρι, ώρα που οι τράπεζες κατέβαζαν ρολά, όλα πήγαιναν – υποτίθεται – ιδανικά. Η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν «σχεδόν κλεισμένη», και από Δευτέρα όλα θα ήταν “business as usual”. Βέβαια, ως γνωστόν, το κλείσιμο των τραπεζών ποτέ δεν προαναγγέλλεται επισήμως. Πόσο μάλλον όταν ακόμα και μια απλή φήμη που διαδίδεται ανεύθυνα από στόμα σε στόμα, είναι ικανή να ενσπείρει τον πανικό στους καταθέτες, οδηγώντας σε χαοτικές καταστάσεις μέσα και έξω από τις τράπεζες.
Θυμάμαι ένα τηλεφώνημα που είχα δεχθεί από συγγενικό μου πρόσωπο, κάπου πέντε χρόνια πριν. Μου έδινε την «υπεύθυνη και άκρως εμπιστευτική» πληροφορία (την οποία απαγορευόταν να μοιραστώ με οποιονδήποτε άλλον) ότι «την Κυριακή αναγγέλλεται η χρεοκοπία και από Δευτέρα πρωί θα κλείσουν επ’ αόριστον οι τράπεζες». Γι’ αυτό, θα έπρεπε να σπεύσω να αποσύρω όλες τις καταθέσεις μου!
Για κάποιο λόγο, δεν μου φάνηκε τότε σοβαρή η πληροφορία. Σκέφτηκα όμως τι θα γινόταν έτσι και άνοιγα το στόμα μου «ενημερώνοντας» κάποιους άλλους, καθένας εκ των οποίων θα μιλούσε με τη σειρά του σε άλλους τόσους. Να πώς δημιουργείται από το τίποτα η χιονοστιβάδα του πανικού κι ανοίγουν οι πύλες του χάους!
Θα μου πείτε, τα λεφτά έφυγαν ούτως ή άλλως «εν ψυχρώ» από τις τράπεζες. Ωστόσο, κάτι έμεινε πίσω να τις κρατάει όρθιες. Μέσα σ’ αυτό το «κάτι» είναι τα χρήματα των «κορόιδων». Εκείνων, δηλαδή, που δεν πήραν στα σοβαρά έναν επικίνδυνο ταχυδακτυλουργό της οικονομικής επιστήμης, που είχε στην άκρη του μυαλού του ένα σχέδιο υφαρπαγής των μόχθων τους για να χρηματοδοτήσει το ουτοπικό κοινωνικό του όραμα με τον παραπλανητικό κωδικό “Plan B”. Που στην πραγματικότητα ήταν “Plan A”...
Κάποιοι που βρεθήκαμε τότε στον αέρα, δίχως ευρώ στο στρώμα και πλαστικές κάρτες στο πορτοφόλι, πήραμε για λίγο μια γεύση από την καθολικά φτωχοποιημένη κοινωνία που μας ετοίμαζαν από καιρό ένας υπερφίαλος ακαδημαϊκός, ένας δογματικός νεο-σταλινικός και μια υστερικά στριγκλίζουσα κόρη. Με στοιχειώνει ακόμα η θύμηση από το βουβό κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα για λίγα μετρητά. «Πώς θα ζήσουμε;», ρωτούσε μάλλον ρητορικά τον ατσαλάκωτο με τη γραβάτα...
Θυμάμαι επίσης τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε (πλην θαυμαστών) να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες...
Όσο για το πνευματικό παιδί του, τα capital controls, δηλαδή, που μας άφησε ως παρακαταθήκη πηγαίνοντας να πουλήσει και σ’ άλλες πολιτείες το σταριλίκι και τις επιστημονικές ιδέες του («Πώς να οδηγήσετε μια χώρα σε ολική χρεοκοπία μέσα σε πέντε μήνες!»), αυτά μάλλον ήρθαν για να μείνουν. Ας μην παραμυθιαζόμαστε, λοιπόν, με τη δήθεν επικείμενη άρση τους. Στο κάτω-κάτω, όλα συνηθίζονται με τον καιρό. Ακόμα και το αίσθημα του κορόιδου...
Η ιστορία ενός «αντιμνημονιακού» μύθου
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr τον Μάιο του 2017
Παραθέτω τρία χαρακτηριστικά μηνύματα της «φίλης» που μαρτυρούν τη συνειδησιακή μετάλλαξη ενός ανθρώπου κάτω από τη δηλητηριώδη επίδραση του «αντιμνημονιακού» κλίματος της εποχής. Το πρώτο γράφτηκε μερικούς μήνες πριν η κατασυκοφαντημένη περίοδος των «Σαμαρο-Βενιζέλων» περάσει οριστικά στο ανάθεμα της Ιστορίας. Το δεύτερο, λίγες μέρες πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, που λίγο έλειψε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση και οικονομική καταστροφή. Το τρίτο και τελειωτικό, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα, όταν οι πολίτες της χώρας ζούσαν τον πρωτόγνωρο εφιάλτη των capital controls και το φάσμα των Βαρουφάκειων IOUs και των Λαπαβίτσειων συσσιτίων.
--------------------------------
* Θέλω να σου πω ότι η πένα σου έχει μεγάλη δύναμη, που φυσικά είναι εσωτερικο-κατευθυνόμενη... Όπου και να είσαι, σου ευχόμαστε καλή τύχη! Ο κόσμος έχει ανάγκη από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ σαν και σένα! (27/10/2014)
* Φίλε Κώστα, καλημέρα! Αν και δεν συμφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να ξέρεις ότι σε εκτιμώ πολύ! (20/6/2015)
* Αγαπητέ Κώστα, λυπάμαι που δεν θα είμαστε πλέον φίλοι, γιατί ουσιαστικά δεν ασπάζομαι την διαμετρικά αντίθετη τοποθέτησή σου σε θέματα που αφορούν σε ζωτικά θέματα της πατρίδας μου. Πρέπει σ' αυτούς τους καιρούς που η Ελλάδα βάλλεται εντός και εκτός των τειχών να μην προσθέτουμε με τα γραφόμενά μας στην αδικία που γεννά τον διχασμό. Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο! (8/7/2015)
--------------------------------
Την ευθύνη του διχασμού, όμως, ας μην την αποδίδουμε αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα. Αυτά ούτως ή άλλως έκαναν το μόνο πράγμα που γνωρίζουν από συστάσεως του ελληνικού κράτους, σε έναν λαό που φέρει το στοιχείο του διχασμού στο εθνικό του DNA. Και, τον λαό αυτό δεν τον δίχασαν αυτά καθαυτά τα μνημόνια αλλά ο βαθμός γοητείας που άσκησε στον καθένα η ρητορεία που περιέβαλλε το ψευδο-δίλημμα της αναγκαιότητας ή μη-αναγκαιότητάς τους.
Αυτονόητα, κανένας σώφρων Έλληνας δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να επιθυμεί την χωρίς σοβαρό λόγο επιβολή ενός μνημονίου στην πατρίδα του! Έτσι, ο όρος «μνημονιακός» είναι λογικά άτοπος, εννοιολογικά αδόκιμος και πολιτικά παραπλανητικός. Κατά μία έννοια, κάθε αληθινός Έλληνας (οφείλει να) είναι αντιμνημονιακός σε ό,τι αφορά τα αισθήματά του απέναντι στον de facto περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας που επιβάλλουν τα μνημόνια. Το αληθινό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον κάποιος θεωρεί ότι το – αναμφίβολα κακό – μνημόνιο ήταν ένα αναγκαίο κακό, ή θα υπήρχε δυνατότητα να αναζητηθούν άλλοι τρόποι υπέρβασης της κρίσης.
Βέβαια, κανένας δρόμος εξόδου από μια κρίση τέτοιου μεγέθους δεν θα μπορούσε να είναι ανώδυνος. Το ζήτημα έτσι εστιάζεται στο τι θεωρεί κάποιος ως μη χείρον. Οι δυνατότητες επιλογής ήταν, ξεκάθαρα, δύο. Από τη μία, μνημόνιο και αυτονόητος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, χρεοκοπία που θα οδηγούσε σε πείνα, εξαθλίωση, ίσως και εμφύλιο σπαραγμό. Όσοι υπερασπίστηκαν την πρώτη άποψη στιγματίστηκαν ως «μνημονιακοί», «προσκυνημένοι» και «προδότες» από κάποιους που, φορώντας την «αντιμνημονιακή» πανοπλία, διεκδίκησαν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό δικαίωμα συμμετοχής στο αίσθημα εθνικής τιμής και αξιοπρέπειας.
Αυτό που δεν έχει, εν τούτοις, επαρκώς συζητηθεί είναι η ιστορική ευθύνη που αναλογεί στους ίδιους τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς» για την κατάσταση που οδήγησε στην επιβολή των μνημονίων. Συνηθίζουμε να μιλούμε, γενικά και αόριστα, για την κακή διαχείριση της οικονομίας από τις αστικές κυβερνήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε αυτό υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας, αφού οι κυβερνήσεις αυτές, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, δημιούργησαν το τέρας του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Ένα τέρας που, φυσικά, έπρεπε να τραφεί με δανεικά!
Όμως, είναι τα αστικά αυτά συστήματα διακυβέρνησης τα μόνα υπεύθυνα για την κρίση; Ή μήπως στη χώρα αυτή η έννοια «κυβέρνηση» αποδείχθηκε στην πράξη ασθενέστερη της έννοιας «εξουσία»; Και, αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν, τελικά, την απόλυτη εξουσία που θεσμικά προβλέπεται, ποιες ήταν εκείνες οι δυνάμεις που καταχράστηκαν το όποιο πλεόνασμά της;
Όσο κι αν σε πολλούς δεν αρέσει να λέγεται αυτό, υπήρξαν κατά το παρελθόν πολιτικοί ηγέτες που διέβλεψαν την κρίση και επιχείρησαν ένα «συμμάζεμα» της οικονομίας με μέτρα που, σε σύγκριση με αυτά που σήμερα εφαρμόζονται ή προαναγγέλλονται, φαντάζουν σαν το ανεπαίσθητο τσίμπημα μιας καρφίτσας! (Το ότι οι πολιτικοί αυτοί ηγέτες ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα και διέφεραν σημαντικά ως προς τον σωματότυπο, λίγη σημασία έχει.) Ποιοι αντιστάθηκαν στις απαραίτητες, όπως τώρα αποδεικνύεται, μεταρρυθμίσεις, και τελικά κατόρθωσαν να τις ματαιώσουν; Σωστά το μαντέψατε: οι πολιτικά πρωτοστατούντες σήμερα στον «αντιμνημονιακό» αγώνα! Κυρίως, οι δυνάμεις της Αριστεράς και της «προόδου».
Αρχές δεκαετίας του ’90... Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πανίσχυρα συνδικάτα του δημοσίου, τα οποία έχουν παραλύσει τη χώρα. Καθημερινές πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση νοικοκυριά και μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται στα σκουπίδια, και η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης ζέστης. Οι συγκοινωνίες υπολειτουργούν, ενώ και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων.
Η Αριστερά, αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, βαφτίζουν τις συντεχνίες του δημοσίου «λαό» και τις εκβιαστικές κι απάνθρωπες κινητοποιήσεις τους «λαϊκούς αγώνες». Δίνουν απόλυτη πολιτική στήριξη στις απεργίες αλλά, την ίδια στιγμή, αγνοούν τους αληθινά αδύναμους και μη προνομιούχους που εργάζονται στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα χωρίς να έχουν την παραμικρή συνδικαλιστική προστασία και, συνεπώς, την όποια δυνατότητα αντίδρασης.
Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» έκανε μία δημόσια δήλωση που μου φάνηκε προκλητική. Απάντησα με μια ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το φθινόπωρο του 1992. Καθώς δεν έχει σωθεί σε ηλεκτρονική μορφή, βρίσκω την ευκαιρία να την αναδημοσιεύσω εδώ, σαν μακρινή ηχώ μιας εποχής που αποτέλεσε, όπως αποδείχθηκε, την απαρχή μιας μακράς πορείας προς την τελική οικονομική καταστροφή της χώρας. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Αδιευκρίνιστα σημεία...».
--------------------------------
Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς διετύπωσε την άποψη ότι η εξουσία στη χώρα μας οραματίζεται και επιδιώκει την διαμόρφωση μιας «κοινωνίας χωρίς αντιστάσεις». Η ενδιαφέρουσα αυτή ρήση εμπεριέχει κάποια λεπτά και αδιευκρίνιστα σημεία. Αναρωτιέται κανείς, για παράδειγμα, γιατί ο όρος «κοινωνία» χρησιμοποιείται (εδώ και αλλού) με τόση ευκολία σαν συνώνυμος όρων όπως «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και δεν είναι πλήρως κατανοητό το ποιοι είναι, τελικά, οι υποτιθέμενοι αποδέκτες των «αντιστάσεων» για τις οποίες ομιλεί η κ. πρόεδρος: η κυβέρνηση του τόπου, ή μήπως το πάντοτε απροστάτευτο και μη προνομιούχο κοινωνικό σύνολο;
Διακρίνει κανείς εδώ μια μάλλον ηθελημένη (και ίσως σκόπιμη πολιτικά) σύγχυση εννοιών και αξιών. Τι είναι, λοιπόν, μια «κοινωνία που ανθίσταται»; Με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις πολλών (αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών) πολιτικών προσώπων σχετικά με την πρωτοφανή αναταραχή που γνώρισε πρόσφατα ο τόπος, μια τέτοια «κοινωνία» συμπεριφέρεται, σε γενικές γραμμές, ως ακολούθως:
1. Διακόπτει, δίκην στρατού κατοχής, την ηλεκτροδότηση της χώρας, βυθίζοντας στο σκοτάδι και την απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες), τραυματίζοντας θανάσιμα τον τουρισμό, και δίνοντας τη χαριστική βολή στην ήδη βαρέως πάσχουσα εθνική οικονομία.
2. Στο πλαίσιο εξάσκησης των «δημοκρατικών της δικαιωμάτων», παραλύει τη δημόσια ζωή στην πρωτεύουσα, δημιουργώντας κυκλοφοριακό χάος και αδιέξοδο όποτε εκείνη το κρίνει σκόπιμο.
3. Εξευτελίζει και διαπομπεύει συνανθρώπους της (ενίοτε μάλιστα δια δημοσίου, και με τηλεοπτική κάλυψη, βιασμού) που απλώς έχουν τη θέληση να εξασκήσουν το ιερό δικαίωμα στην εργασία, και καταστρέφει από «δικαιολογημένη αγανάκτηση» τις περιουσίες τους. [Σημείωση: Η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε βίαια επεισόδια που είχαν προκαλέσει οι συνδικαλιστές των λεωφορείων σε βάρος (προσωρινών, τελικά) ιδιοκτητών των μέσων μεταφοράς. Η λέξη «βιασμός» δεν είναι απλό σχήμα λόγου...]
4. Περιφρονεί, γενικά, τους νόμους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα καθυβρίζει ιταμώς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.
Θα μπορούσαμε, από την πλευρά μας, να αντιπαραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της άλλης κοινωνίας, αυτής «χωρίς αντιστάσεις»:
1. Θεωρεί χρέος της να αποδώσει σπονδές στους «θεούς» (διάβαζε: συνδικαλιστές) όταν εκείνοι, εν τη ευσπλαχνία τους, αποφασίζουν να της επιτρέψουν τη χρήση αναγκαίων για τη ζωή της αγαθών (την οποία χρήση, μάλιστα, ίσως έχει ήδη προπληρώσει).
2. Αισθάνεται άκρως προνομιούχος όταν (των αρμοδίων «θεών» συγκατατιθεμένων) κατορθώσει να τρυπώσει σε ένα από εκείνα τα ακριβοθώρητα σαρδελοκούτια που κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται μαζικά μέσα μεταφοράς, για να μεταβεί στην (κάκιστα αμείβουσα) εργασία της.
3. Δεν ευτυχεί ποτέ να μετέχει σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις», αφού ουδείς (μηδέ των προοδευτικών δημαγωγών και των περί αυτούς συνδικαλιστών εξαιρουμένων) θα σπεύσει να της προσφέρει την παραμικρή συμπαράσταση και αναγκαία προστασία.
Ας είναι, λοιπόν, λίγο πιο σαφείς οι πολιτικοί μας ηγέτες όταν φλυαρούν μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα των μέσων ενημέρωσης. Για να γνωρίζουμε, τουλάχιστον, προς ποίους απευθύνονται...
(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/9/1992)
--------------------------------
Συμπληρώνω ότι, σύμφωνα με τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» για την περίοδο της απεργίας! Ο «λαός» είχε πάντα δίκιο, και αυτό καμία από τις αδύναμες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσε να το αμφισβητήσει.
Βέβαια, υπήρχε πάντα και ο λαός δεύτερης κατηγορίας: Ο κακοπληρωμένος και συνδικαλιστικά ακάλυπτος υπάλληλος (δημόσιος ή – ακόμα περισσότερο – ιδιωτικός), που θα έπρεπε να κόψει τον λαιμό του να βρει τρόπο να πάει στη δουλειά του εν μέσω παρατεταμένων απεργιών των δημόσιων μέσων μεταφοράς (εκτός αν του περίσσευαν καθημερινά για ταξί)... Ο μικρο-μαγαζάτορας, που απόθετε ευπαθή προϊόντα στους κάδους των σκουπιδιών μετά από πολύωρες ή και πολυήμερες διακοπές στην ηλεκτροδότηση... Ο απλός φορολογούμενος πολίτης, που επί μέρες στερούνταν απαραίτητες υπηρεσίες τις οποίες είχε συχνά προπληρώσει (αναφέρω, ενδεικτικά, την κάρτα «απεριορίστων» διαδρομών στα μέσα μαζικής μεταφοράς)... Οι μελλοντικές γενιές, που καταδικάστηκαν να γεννηθούν και να ζήσουν σε μια χρεοκοπημένη χώρα, θύματα της αφροσύνης του πολιτικού συστήματος και της απληστίας των οργανωμένων συμφερόντων...
Θυμάμαι τις εκπομπές του αείμνηστου Λυκούργου Κομίνη στον «Flash». Τις άκουγα, τότε, καθημερινά. Όχι γιατί συμφωνούσα με τις απόψεις του αλλά, σαν από κάποια περίεργη μαζοχιστική διάθεση, επειδή οι απόψεις αυτές συχνά με εξόργιζαν. Κάποια μέρα ειρωνεύτηκε όσους αγανακτούσαν με τις συνεχείς διακοπές στην ηλεκτροδότηση, παρομοιάζοντάς τους με την κυρία της «καλής» κοινωνίας που φοβόταν μήπως δεν έχει ρεύμα για να ανάψει το αμπαζούρ της!
Η σκέψη τού, κατά τα άλλα αξιόλογου, Κομίνη απεικονίζει την πολιτική φιλοσοφία της (στενότερης και ευρύτερης) Αριστεράς την εποχή εκείνη. Τότε που «λαός» και «κοινωνία» σήμαιναν «συντεχνία», ενώ «δημοκρατικός» πολίτης ήταν αποκλειστικά ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Και, αν τολμούσες να διαφωνήσεις με την κυρίαρχη πολιτική ρητορεία, ήσουν εξ ορισμού «φασίστας». Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση.
Ερχόμαστε στο «σήμερα»... Το πώς φτάσαμε στα μνημόνια είναι, πιστεύω, ένα ζήτημα που έχει ήδη απαντηθεί. Το ερώτημα, όμως, που συνεχίζει να διχάζει ειδικούς και μη είναι το αν υπήρχε, τελικά, άλλος δρόμος εξόδου από την κρίση.
Προσωπικά, θεωρώ την απάντηση δεδομένη και μονοσήμαντη. Το ίδιο, ενδεχομένως, ισχύει γενικότερα για όσους απορρίπτουν τη λέξη «μνημονιακός» ως εννοιολογικά αδόκιμη. Εκείνους, δηλαδή, που έχουν πάψει να πιστεύουν – αν πίστεψαν ποτέ – σε πολιτικούς μύθους με αγαθούς ήρωες και κακούς δράκους. Στους δικούς τους μύθους, πάντως, σπανίως τον ρόλο του προδότη παίζουν όσοι απλά τυχαίνει να έχουν αντίθετη άποψη!
Κώστας Παπαχρήστου στο Aixmi.gr
Δευτέρα 5 Μαΐου 2025
Το φάρμακο στο μπιφτέκι του σκύλου (ή, πώς οι δημαγωγοί γοητεύουν έναν εύπιστο λαό)
Πριν μία δεκαετία ήταν το «μνημόνιο». Σήμερα είναι τα «Τέμπη». Αυτό που δεν άλλαξε είναι ένας λαός ανεπίδεκτος μαθήσεως, που εύκολα γοητεύεται από τις απατηλές ρητορείες επιδέξιων δημαγωγών. Οι οποίοι, αν κάποτε θα μπορούσαν ακόμα και να δηλώνουν «ιδεολόγοι», σήμερα λειτουργούν ως κοινοί πολιτικοί απατεώνες...
Όσο και αν, σε ατομικό επίπεδο, ο άνθρωπος είναι ευφυέστερος του σκύλου, σε επίπεδο μάζας η ανωτερότητά του αυτή καθίσταται αμφίβολη. Τρανότερη απόδειξη δεν υπάρχει από την χειραγώγηση των μαζών από επιδέξιους δημαγωγούς. Πόσο μάλλον όταν οι λαοί πέφτουν στην ίδια παγίδα επαναληπτικά, χωρίς η Ιστορία να τους διδάσκει. Αρκεί να ρίξει κάποιος μια ματιά στις εθνικές καταστροφές της νεότερης Ιστορίας μας, καταστροφές ενός λαού μονίμως γελασμένου κι ανεπίδεκτου μαθήσεως...
Η φοβερή οικονομική κρίση που πέρασε πριν μερικά χρόνια η χώρα, επέφερε πολιτικές ανατροπές. Σημαντικότερη, η ανάθεση της διακυβέρνησης στις πλέον ακραίες από τις λεγόμενες «αντιμνημονιακές» δυνάμεις. Στη συμβολική γλώσσα της εναρκτήριας αλληγορίας του κειμένου, το ψεύτικο «μπιφτέκι» που προσφέρθηκε στον αφελή «σκύλο» ήταν η υπόσχεση που αφειδώς δόθηκε στον εύπιστο λαό για σύντομη υπέρβαση της κρίσης, πράγμα που θα συνέβαινε με έναν τρόπο μαγικό, σχεδόν μεταφυσικό, για τον οποίο μικρό μόνο τμήμα του εκλογικού σώματος προβληματίστηκε. Και η καθημαγμένη από την κρίση κοινωνία κατάπιε πρόθυμα το «μπιφτέκι», αγνοώντας (ή κι αδιαφορώντας για) το υποκρυπτόμενο «φάρμακο», που εν προκειμένω σήμαινε ένα σύνολο πολιτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες αμφίβολο είναι ότι η κοινωνία αυτή ήταν προϊδεασμένη.
Έτσι, βρέθηκε στην εξουσία ένα καθεστώς που τοποθετούσε την ιδεολογία υπεράνω της πατρίδας (έννοια που ούτως ή άλλως απεχθανόταν). Επικυρίαρχο ρόλο στο καθεστώς αυτό διαδραμάτιζε μία σφριγηλά δομημένη ομάδα ουτοπιστών, που πίστευαν ότι μπορούσαν από μόνοι τους να ξεκινήσουν μία παγκόσμια επανάσταση που θα άλλαζε τον ρου της Ιστορίας! Σε ό,τι αφορά την ίδια την ιδεολογία, θα λέγαμε ότι κινούνταν πάνω σε έναν πολύ συγκεκριμένο άξονα: το όραμα μιας αταξικής κοινωνίας.
Η λέξη «τάξη» δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί εδώ με στενά οικονομικούς όρους. Σημαίνει, γενικά, το αποτέλεσμα κάθε διαδικασίας η οποία επιφέρει διαχωρισμούς που οδηγούν σε κάποιας μορφής κοινωνική διαστρωμάτωση. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, η ισότητα των ανθρώπων θεωρείται ότι επιτυγχάνεται όχι με τη θέσπιση κανόνων που διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες σε όλους και δίνουν τη δυνατότητα στους αρίστους να διακριθούν, αλλά μέσω μιας αναγκαστικής ισοπέδωσης που οδηγεί στην απόλυτη ομοιομορφία υπό το πρόσχημα της «δικαιοσύνης».
Οι πρώτες κινήσεις της νέας, τότε, εξουσίας μαρτυρούσαν την κυρίαρχη φιλοσοφία της. Ας δούμε, ενδεικτικά και επιγραμματικά, κάποια από τα χαρακτηριστικά της:
1. Ο εξοβελισμός της αριστείας από το εκπαιδευτικό σύστημα, αφού «η αριστεία είναι ρετσινιά… είναι μια στρεβλή φιλοδοξία»(!). Κατά τη νέα εκείνη αντίληψη εξουσίας, η ιδέα της αριστείας οδηγεί στον διαχωρισμό των μαθητών σε «αρίστους» και «μη αρίστους», πράγμα που αντίκειται στο αταξικό (με την γενική έννοια του όρου) δόγμα.
2. Η de jure εξίσωση του φοιτητή με τον ακαδημαϊκό δάσκαλο, επιτρέποντας στον πρώτο να συναποφασίζει με τον δεύτερο για ζητήματα που αφορούν την διοίκηση του πανεπιστημίου. Προφανώς, η «ξενόφερτη» ιδέα του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων μαθητή και δασκάλου αντέβαινε στις αρχές του ακαδημαϊκού ισοπεδωτισμού!
3. Η προκλητική ανεκτικότητα και σκανδαλώδης παραχωρητικότητα σε περιθωριακές ομάδες, που προσπαθούσαν (κι ακόμα προσπαθούν, δυστυχώς) να επιβάλουν δια της βίας τον «αναρχικό» μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «αντισυστημικό» χάος. Θα λέγαμε ότι η τότε εξουσία έδινε την εντύπωση ότι έβλεπε στα καλυμμένα πρόσωπά τους έναν άτυπο στρατό στην υπηρεσία του καθεστώτος.
4. Η εξίσου σκανδαλώδης επίδειξη επιείκειας και «κατανόησης» προς τους ενεχόμενους σε πράξεις (ακόμα και δολοφονικής) τρομοκρατίας. Μάλιστα, η ίδια η χρήση του όρου «τρομοκρατία» δεν ήταν αποδεκτή από μία σημαντική μειοψηφία του τότε κυβερνώντος χώρου, η οποία αντιμετώπιζε τους τρομοκράτες – δολοφόνους ως περίπου μαχητές υπέρ της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης!
5. Η εθνικά επικίνδυνη πολιτική στο ζήτημα των «παράτυπων μεταναστών», με βάση μία ουτοπική ιδεολογία ανοικτών συνόρων για όλους (αφού, στη λογική των τότε κυβερνώντων, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «Έλληνες» και «μη-Έλληνες» ήταν τεχνητός και ασύμβατος με το ιδεώδες του «ανθρωπισμού»).
6. Η χαλαρότητα απέναντι στην ανομία. Εξ άλλου, οι όροι «νόμος» και «τάξη» ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλείς στον πολιτικό χώρο των τότε κυβερνώντων, αφού ενεργοποιούσαν βαθιά ριζωμένα μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Ο νόμος υπάρχει για να διατηρεί ή να επιβάλλει την τάξη, και η τάξη είναι ό,τι ακριβώς αντιμαχόταν η πολιτική φιλοσοφία του χώρου.
Το «φάρμακο του σκύλου», λοιπόν, που το κατάπιε αμάσητο ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος τη στιγμή που μασούσε με βουλιμία τις αμέτρητες σαγηνευτικές – πλην ανεδαφικές – προεκλογικές υποσχέσεις, δεν ήταν άλλο από τη βαθύτερη και λιγότερο ευδιάκριτη πολιτική ατζέντα εκείνης της κυβέρνησης. Μια ατζέντα που προσέβλεπε στον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με τρόπους και σε κατευθύνσεις που η τελευταία, όπως τελικά αποδείχθηκε, δεν ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί.
Οι Έλληνες, αν και στη μεγάλη πλειοψηφία τους απεχθάνονται τον κυνικό δαρβινισμό του αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού, εξακολουθούν να πιστεύουν στον υγιή ανταγωνισμό και στο δικαίωμα στη διάκριση ως αποτέλεσμα ικανοτήτων και μόχθου. Ειδικά, οι μαθητές που αντιμετωπίζουν με μέγιστη σοβαρότητα τις σπουδές τους δικαιούνται να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους, φέροντας τον τιμητικό τίτλο του αρίστου και απολαμβάνοντας τα ανάλογα προνόμια.
Αν και ουδέποτε υπήρξαν ρατσιστές, οι Έλληνες απαιτούν να μη μετατραπούν de facto σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας μέσα στην ίδια τους τη χώρα, σε τρομαγμένα ανθρωπάκια που αποφεύγουν να κυκλοφορούν στους δρόμους μόλις κρυφτεί ο ήλιος, και σε εύκολα και απροστάτευτα θύματα εγκληματιών που εισέρχονται στη χώρα όχι ως κυνηγημένοι από αυταρχικά καθεστώτα (αυτούς τους τιμούμε απόλυτα) αλλά ως κοινοί τυχοδιώκτες.
Οι Έλληνες απαιτούν ισονομία χωρίς προνομιακές διακρίσεις. Το να φοράς κουκούλα δεν σε καθιστά «περισσότερο πολίτη» σε σχέση με αυτούς που δεν τη φορούν (το αντίθετο, θα έλεγα), ούτε σου εξασφαλίζει κατ’ εξαίρεση το δικαίωμα στην ασυδοσία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να κατακαίς ελεύθερα τις περιουσίες των συνανθρώπων σου και να καταστρέφεις τις ζωές τους. Επί πλέον, το να έχεις διαπράξει κακουργήματα δεν θα πρέπει να είναι ικανή (για να μην πω και αναγκαία) συνθήκη ώστε να απολαύσεις την κρατική στοργή και το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία!
Οι Έλληνες, τέλος, δεν επιθυμούν να γίνουν αταξική, αλλά ευνομούμενη κοινωνία. Τον ρόλο της εξουσίας δεν τον βλέπουν ως μηχανισμό ισοπέδωσης που στοχεύει στην αναγκαστική κι απόλυτη ομοιομορφία των ανθρώπων, αλλά ως θεματοφύλακα των ίσων δικαιωμάτων και ίσων ευκαιριών. Διεκδικούν το δικαίωμα στη διάκριση των κατά τεκμήριο αρίστων, με βάση θεσπισμένους κανόνες και έντιμες διαδικασίες αξιολόγησης.
Όσο για το αληθινό (και όχι παραπλανητικό) «μπιφτέκι του σκύλου», αυτό, φοβάμαι, θα αργήσει να ψηθεί, αφού μαγικές συνταγές υπέρβασης κρίσεων και κατάκτησης εθνικών θριάμβων δεν υπάρχουν. Απαιτείται απ’ όλους μας σκληρή δουλειά, υπομονή και, πάνω απ’ όλα, κοινωνική αλληλεγγύη. Κι αυτές τις αρετές κανένα πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να τις επιβάλει. Εμείς μόνο μπορούμε να τις ανακαλύψουμε μέσα μας. Όπως ο ευφυής σκύλος μου ανακάλυπτε πάντα το κρυμμένο χάπι στο μπιφτέκι!
Τρίτη 29 Απριλίου 2025
Μερικές σκέψεις για την αξιολόγηση στο Δημόσιο
Η ανάγκη αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών είναι αδιαμφισβήτητη. Αρκεί να τηρηθούν κοινά συμφωνημένοι κανόνες και να απαντηθούν μερικά κρίσιμα ερωτήματα...
Πήγαινα τακτικά για φαγητό στο σπίτι του θείου μου. Ένα μεσημέρι κατέφθασε αγχωμένη η εξαδέλφη μου ρωτώντας τον πατέρα της για κάποιες αντικειμενικές αξίες ακινήτων που έπρεπε να συμπληρώσει σε ένα έντυπο. Θέλοντας να την πειράξω (βρήκα την ώρα!) της είπα ότι το φραστικό σχήμα «αντικειμενική αξία» είναι οξύμωρο, αφού η έννοια «αξία» αναφέρεται σε κάτι εντελώς υποκειμενικό (ό,τι συνιστά αξία για κάποιον δεν αποτελεί, απαραίτητα, αξία για κάποιον άλλον). Για να εισπράξω την – μάλλον αναμενόμενη – οργισμένη αντίδρασή της: «Εμείς τώρα καιγόμαστε, κι εσύ έχεις όρεξη για φιλοσοφίες!»
Και όμως... Πίσω από τον άκαιρο αστεϊσμό βρισκόταν μία οικουμενική αλήθεια: πως η αξία κάθε πράγματος συναρτάται τόσο με τις ανάγκες, όσο και με τις αρχές εκείνου που την αποτιμά. Συνεπώς, «αντικειμενική αξία» σημαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, μία αξία την οποία αποδέχεται ένα πεπερασμένο σύνολο ανθρώπων (όπως μία δεδομένη κοινωνία) με κοινά συμφωνημένες προτεραιότητες και αρχές.
Γενικά μιλώντας, αξιολόγηση είναι ο προσδιορισμός της αξίας ενός πράγματος με βάση καθορισμένα κριτήρια. Όταν αναφερόμαστε, ειδικότερα, σε αξιολόγηση δημόσιων λειτουργών εννοούμε την αποτίμηση του δυναμικού τους (τα λεγόμενα «προσόντα» τους), της αποδοτικότητάς τους και της συνέπειάς τους στην άσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί από την πολιτεία. Εδώ προκύπτουν δύο σημαντικά ζητήματα:
1. Υπάρχει γενικό consensus για τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών;
2. Εφαρμόζονται στην πράξη τα θεσπισμένα κριτήρια, ή προτάσσονται άλλα προς εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων (πολιτικών, συνδικαλιστικών, ή και στενά υπηρεσιακών);
Σε ό,τι αφορά την συνέπεια στην άσκηση καθηκόντων, ζήτημα το οποίο άπτεται της ευσυνειδησίας του κρατικού λειτουργού, η όποια έλλειψή της αυτονόητα σταματά κάθε άλλη συζήτηση περί αξιολόγησης! Η δυσκολία εκ μέρους της πολιτείας έγκειται στην θέσπιση δίκαιων κριτηρίων αξιολόγησης για συνεπείς και ευσυνείδητους λειτουργούς. Ιδιαίτερα όταν αυτοί προσφέρουν υπηρεσίες σε συναφείς θέσεις ευθύνης.
Τώρα, αυτή καθαυτήν η εφαρμογή στην πράξη των συμφωνημένων κριτηρίων αξιολόγησης είναι μία διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική υπόθεση. Σε ένα απόλυτα αξιοκρατικό σύστημα διαχείρισης των κοινών, δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης. Πόσο αξιοκρατικό, όμως, είναι το δικό μας σύστημα δημόσιας διοίκησης και δημόσιας εκπαίδευσης; Θα είναι απόλυτα στεγανοποιημένη η αξιολόγηση από πολιτικές και συνδικαλιστικές επιρροές; Θα υπάρχει υπερκομματικός φορέας ελέγχου του τρόπου εφαρμογής της αξιολόγησης; Αν ναι, πώς θα καθορίζεται θεσμικά η συγκρότησή του και πώς θα διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία του;
Με βάση την ως τώρα εμπειρία μας για τον τρόπο που λειτουργεί, γενικά, ο δημόσιος τομέας σε αυτή τη χώρα, κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα είναι, δυστυχώς, ρητορικά. Δεν χρήζουν απαντήσεων αλλά απαιτούν σημαντική αλλαγή νοοτροπίας εκ μέρους κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Πριν μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον είμαστε ώριμοι - ως λαός και ως πολιτεία - να την εφαρμόσουμε στην πράξη.
Κλείνουμε με μία επισήμανση που θεωρούμε σημαντική και η οποία θα έπρεπε να είναι (μα δεν είναι πάντοτε) αυτονόητη. Η αξιολόγηση στοχεύει αποκλειστικά στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος στον πολίτη. Με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να αποτελεί μέσο κοινωνικής και πολιτικής εκδίκησης για υποτιθέμενους «τεμπέληδες και άχρηστους προνομιούχους», όπως με αήθη, άδικο και κοινωνικά ρατσιστικό τρόπο χαρακτηρίζονται συλλήβδην οι δημόσιοι λειτουργοί από μερικούς «καλοθελητές» των media και του Διαδικτύου.
Στον βαθμό που καταστεί εφικτή η διασφάλιση απόλυτης αντικειμενικότητας στη βάση κοινά συμφωνημένων κριτηρίων και αρχών, η αξιολόγηση θα είναι, πιστεύουμε, καλοδεχούμενη από το σύνολο των δημόσιων λειτουργών (κάποιες εξαιρέσεις, βέβαια, πάντοτε θα υπάρχουν). Ισοπεδωτικές γενικεύσεις και καθολικές δαιμονοποιήσεις, όμως, ελάχιστα συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ακόμα περισσότερο, όταν υπαγορεύονται από παγιωμένες προκαταλήψεις και ιδιοτελείς (πολιτικές ή άλλες) σκοπιμότητες...
Τρίτη 15 Απριλίου 2025
Οι όψεις του λαϊκισμού
Το επικίνδυνο κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο του λαϊκισμού έκανε και πάλι την εμφάνισή του στη χώρα μας με αφορμή την υπόθεση των Τεμπών. Σε μεγαλύτερη κλίμακα, ο λαϊκισμός λαμβάνει πλέον παγκοσμιοποιημένες διαστάσεις με αφετηρία την πολιτική ηγεσία στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού - και κάποια πρόθυμα ευρωπαϊκά φερέφωνα...
Τα πολλά πρόσωπα του λαϊκισμού
Ο λαϊκισμός είναι μία παθογένεια της Δημοκρατίας και ένα μέσο χειραγώγησης και ελέγχου στον Ολοκληρωτισμό. Είναι αναγνωρίσιμα τα βασικά χαρακτηριστικά και τα ποικίλα πρόσωπά του.
Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024
Η παρουσία του κ. Σαμαρά | Άρθρο του 1992
Άρθρο στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 7-11-1992 (ο τίτλος ήταν επιλογή της εφημερίδας). Έχουν γίνει μικρές βελτιώσεις στο αρχικό κείμενο.










