Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Το τίμημα της "προοδευτικότητας" (και ποιοι το πληρώνουν)...


Ας πούμε τα πράγματα με τ' όνομά τους - και σ' όποιον αρέσει να τα ακούει:

    1. Η κυβέρνηση, προσπαθώντας να εμφανίσει "προοδευτικό" προφίλ και να κερδίσει ανάλογες συμπάθειες (και αντίστοιχες μελλοντικές ψήφους), άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο της χώρας επικαλούμενη "θεσμική υποχρέωση" στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Δεν γνωρίζω το σχετικό νομικό καθεστώς στην ΕΕ, και επ' αυτού δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Το μόνο που μπορώ να γνωρίζω είναι ότι, τη στιγμή αυτή, μόνο 16 από τα 27 μέλη της ΕΕ έχουν προβεί σε ανάλογες τροποποιήσεις του οικογενειακού δικαίου. Συνεπώς, ουδείς θα μπορούσε να κατηγορήσει την Ελλάδα ως μόνη χώρα που αρνείται να εφαρμόσει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η κυβερνητική βιασύνη, λοιπόν, μόνο ως πολιτικά καιροσκοπική θα μπορούσε να ερμηνευτεί...

    2. Τις (αναμενόμενες) αντιδράσεις εκ μέρους του πιο "συντηρητικού" τμήματος της κοινωνίας έσπευσε, όπως ήταν φυσικό, να εκμεταλλευτεί πολιτικά ο γνωστός και μη εξαιρετέος παράγων εκ Μεσσηνίας, απειλώντας να συμβάλει καθοριστικά σε συντριπτική εκλογική ήττα του κυβερνώντος κόμματος και, προσωπικά, του νυν πρωθυπουργού, τον οποίο ο εν λόγω μνησίκακος (γιατί άραγε;) και αγνώμων πολιτικός μισεί θανάσιμα.

    3. Σε ό,τι αφορά την Εκπαίδευση, το βάρος της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής έπεσε, ως ήταν φυσικό, στην καθ' ύλην αρμόδια υπουργό της Παιδείας. Και ήταν εκείνη που, όταν απλά υπερασπίστηκε δημόσια την πολιτική αυτή, εισέπραξε την σωρευμένη οργή των διαφωνούντων πολιτών (υπό τις ευλογίες, φυσικά, και πρωτοστατούντος του Μεσσήνιου).

    4. Ενόψει των αντιδράσεων, και μπροστά στο φάσμα του πολιτικού κόστους σε προεκλογική περίοδο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος (άρα de facto η ίδια η κυβέρνηση) πήρε αποστάσεις από την υπουργό, αφήνοντάς την εκτεθειμένη στα μάτια της κοινωνίας και μόνη να παλεύει να σωθεί από τα "θηρία". Στο λιμάνι το λένε και "τσάμπα μαγκιά"...

    Συμπέρασμα μέσω ρητορικού ερωτήματος: Άξιζε τόσο πολύ, τελικά, η αποδόμηση του οικογενειακού δικαίου της χώρας, ακόμα και με τίμημα την νεκρανάσταση πολιτικών ζόμπι με υπέρμετρα ανεπτυγμένο "Εγώ" που υπερβαίνει κατά πολύ την (όποια υποτιθέμενη) εθνική τους "συνείδηση";

Και δεν θα εξαιρέσω εδώ σουβλακοφάγους "πρώην" που εσίγησαν περιέργως (αν όχι υπόπτως) όταν η χώρα βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία...

ΚΠ

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Και όμως, υπάρχει «θεσμικός» τρόπος αλλαγής του εκλογικού νόμου!


Θέλοντας να παραμείνει «θεσμικός», ο πρωθυπουργός διστάζει να προβεί σε αλλαγή του εκλογικού νόμου με σκοπό την αποφυγή ακυβερνησίας. Όμως υπάρχει κάποιος άλλος που, αν θέλει να θεωρείται σοβαρός, πρέπει πρώτος εκείνος να το ζητήσει!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Καθώς πλησιάζουμε στις εκλογές, το φάσμα αλλεπάλληλων εκλογικών διαδικασιών και παρατεταμένης ακυβερνησίας - με ό,τι δυσοίωνο αυτή συνεπάγεται - πλανάται έντονα πάνω από τη χώρα. Με κυρίως υπεύθυνο το προκατασκευασμένο αδιέξοδο που υπόσχεται η δογματική αυτο-δέσμευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί μη μετεκλογικής συνεργασίας με το νυν κυβερνών κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, αναμένεται να έχει την σχετική πλειοψηφία στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Είναι πλέον εμφανές ότι το μόνο που θα εξασφαλίσει κυβερνησιμότητα στη χώρα είναι η ανάδειξη αυτοδύναμης κυβέρνησης, πράγμα όμως εξαιρετικά δύσκολο με βάση τον υπάρχοντα εκλογικό νόμο. Από την άλλη, η αλλαγή του εκλογικού νόμου έτσι ώστε να ενισχύεται ακόμα περισσότερο το πρώτο κόμμα, αν και αποτελεί αναμφισβήτητο δικαίωμα της κυβέρνησης (δεν θα είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που θα συμβεί κάτι τέτοιο στην πρόσφατη ιστορία της χώρας) προσκρούει στον δισταγμό του πρωθυπουργού μπροστά στο ενδεχόμενο (ή μάλλον, τη βεβαιότητα) να κατηγορηθεί από μέρος της αντιπολίτευσης για «θεσμική εκτροπή» προς όφελος του κόμματός του.

Εν τούτοις, υπάρχει στρατηγικός τρόπος παράκαμψης του οιονεί θεσμικού κωλύματος του πρωθυπουργού. Τον τρόπο αυτό καθιστά εφικτό η αυτο-παγίδευση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μία στεντορεία τη φωνή εκφρασμένη πεποίθηση ότι το κόμμα του έχει τη δυνατότητα να πρωτεύσει στις εκλογές. Αυτό λύνει τα χέρια του πρωθυπουργού στο να θέσει ζήτημα αλλαγής εκλογικού νόμου, «ρίχνοντας το γάντι» στον βασικό αντίπαλό του:

– Αφού πιστεύετε ότι μπορείτε να νικήσετε στις εκλογές, ζητήστε τώρα αναθεώρηση του εκλογικού νόμου προς όφελος του πρώτου κόμματος, έτσι ώστε να ενισχυθούν οι πιθανότητες να κυβερνήσετε αυτοδύναμα. Το δικό μας κόμμα θα υπερψηφίσει την πρότασή σας!

Η μόνη πολιτικά αξιοπρεπής ανταπόκριση του αρχηγού της αντιπολίτευσης θα είναι να «σηκώσει το γάντι» αποδεχόμενος εκών-άκων την πρόκληση. Αντίθετα, κάθε απόπειρα υπεκφυγής εκ μέρους του, πασπαλισμένη με «οργίλες» (ως συνήθως) ρητορικές πομφόλυγες, θα αποκαλύψει υποκρισία και, τελικά, ηττοπάθεια. Κι αυτό είναι δυνατό να αποβεί πολιτικά επιζήμιο για τον ίδιο και το κόμμα του.

Βέβαια, στην Ελλάδα ζούμε όπου οι διακηρύξεις είναι φτηνές και, όταν τις διαψεύδει η ίδια η πραγματικότητα, εύκολα συγχωρούνται. Τη στιγμή αυτή, ακόμα και κόμματα που μπαίνουν - δεν μπαίνουν στη Βουλή με βάση τις δημοσκοπήσεις, δηλώνουν ότι έχουν στόχο τη νίκη στις επόμενες εκλογές! Ποιος θα πάρει, λοιπόν, στα σοβαρά τον μονίμως θυμωμένο αρχηγό της λεγόμενης «προοδευτικής» παράταξης, η οποία βλέπει την δημοσκοπική κορυφή με τα κιάλια, όταν αυτός δηλώνει σιγουριά για τη νίκη του;

Θα ήταν ενδιαφέρον, εν τούτοις, έστω και εν είδει πολιτικής φάρσας, να δείξει ο πρωθυπουργός ότι αποδίδει πολιτικό βάρος στις διακηρυγμένες βεβαιότητες του βασικού του αντιπάλου. Και να πετάξει το «γάντι» της αναθεώρησης του εκλογικού νόμου.

Για να δούμε, τελικά, αν η λέξη «τσάμπα» έχει ή δεν έχει θέση μπροστά από τη λέξη «μάγκας»...

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ώστε, έπρεπε να ζήσουμε τον εφιάλτη των κλειστών τραπεζών πιο νωρίς!


Φαίνεται πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει μετανιώσει. Όχι γιατί κάποτε έπαιξε στα ζάρια τις τύχες της χώρας, αλλά γιατί δεν έκανε τη ζωή μας εφιαλτική ακόμα πιο νωρίς...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι θα έπρεπε να είχε κλείσει τις τράπεζες αμέσως μετά τις εκλογές που του είχαν δώσει την εξουσία. Δηλαδή, από τις πρώτες εβδομάδες του 2015. Τελικά, σύμφωνα με το μυθολογικό αφήγημα της «ανανεωτικής» Αριστεράς, τις τράπεζες τις έκλεισαν το καλοκαίρι του '15 οι «κακοί ξένοι δανειστές» (και όχι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση!) μετά την προκήρυξη ενός δημοψηφίσματος που, ουσιαστικά, έθετε ζήτημα αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιστροφής της χώρας στη δραχμή. Με ό,τι εφιαλτικό θα μπορούσε αυτό να σημάνει για τις ζωές όλων μας (πλην των λίγων εκείνων που είχαν ήδη διασφαλίσει τα χρήματά τους στέλνοντάς τα σε ξένες πολιτείες)...

Το δημοψήφισμα του 2015 υπό καθεστώς κλειστών τραπεζών, προκάλεσε έναν ακήρυκτο εμφύλιο που δίχασε βαθιά την ελληνική κοινωνία, ενώ το τραύμα που άφησε πίσω του δεν έχει ως σήμερα κλείσει εντελώς. Ακόμα χειρότερα (το αξιολογώ ως εκπαιδευτικός, και ενδεχομένως υπερβάλλω), διέψευσε τις – ανεδαφικές, όπως είχαν τεχνητά καλλιεργηθεί – προσδοκίες της νέας γενιάς για ένα καλύτερο «αύριο» μέσω της «ηρωικής αντίστασης» στο «κατεστημένο», και κλόνισε σε μεγάλο βαθμό την πίστη των νέων ανθρώπων στην πολιτική.

Μία εικόνα από το κλίμα των ημερών προ του δημοψηφίσματος είχα επιχειρήσει να περιγράψω σε ένα παλιότερο κείμενο. Θα προτιμούσα να το είχα ξεχάσει, πιστεύοντας ότι εκείνοι που το καλοκαίρι του '15 είχαν (κυριολεκτικά) παίξει την Ελλάδα στα ζάρια έχουν πια ωριμάσει πολιτικά και έχουν δει τα λάθη τους την περίοδο που είχαν αναλάβει να βγάλουν τη χώρα από την οικονομική κρίση. Η πρόσφατη συνέντευξη του Α. Τσίπρα, εν τούτοις, διάλυσε κάθε αυταπάτη (που ούτως ή άλλως δεν δικαιολογείται να υπάρχει) περί ειλικρινούς αυτοκριτικής. Το θεωρώ χρήσιμο, λοιπόν (και συνάμα διδακτικό) να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από το κείμενο εκείνο, ενθύμιο μιας εποχής που δεν θα θέλαμε να ξαναζήσουμε...

--------------------------------

Ήταν οι πρώτες μέρες του Ιουλίου, το φοβερό καλοκαίρι του 2015. Τις μέρες εκείνες το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ζούσε ένα «χιτσκοκικό» θρίλερ. Το σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μία χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Με τον καιρό γίναμε αποδέκτες απίστευτων αποκαλύψεων που άγγιζαν, αν όχι ξεπερνούσαν, τα όρια ενός εθνικού εφιάλτη! Ακούσαμε για σχέδια μεθοδευμένης χρεοκοπίας της χώρας και καθολικής φτωχοποίησης των Ελλήνων, στο πλαίσιο μίας αντίληψης για την επίτευξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» μέσω γενικευμένης ισοπέδωσης. Μάθαμε για σκέψεις εθνικοποίησης των – ήδη κλειστών – τραπεζών, με βέβαιη την παράλληλη εξανέμιση των καταθέσεων των πολιτών, αφού, στη λογική του μαρξιστικού πουριτανισμού, οι έχοντες τραπεζικές καταθέσεις (ακόμα και οι μικρο-καταθέτες) ανήκαν στην επαίσχυντη κατηγορία των «βολεμένων αστών» και έπρεπε να υποστούν την ανάλογη τιμωρία, προς όφελος εκείνων που δεν είχαν ένα ευρώ στην άκρη. Ακούσαμε για σχέδια διανομής τροφίμων και βασικών ειδών διαβίωσης με το δελτίο, ακόμα και για συσσίτια που παρέπεμπαν σε φοβερές μνήμες Κατοχής.

Το τραγικότερο και πολιτικά κυνικότερο όλων: Γίναμε μάρτυρες της απάνθρωπης μεταχείρισης των ηλικιωμένων που, μες στο αφόρητο λιοπύρι του καλοκαιριού, στήνονταν – συχνά μάταια – έξω από τις κλειστές τράπεζες των capital controls για να εξασφαλίσουν λίγα ευρώ, ίσα να επιβιώσουν. Με στοιχειώνει ως σήμερα η θύμηση από το βουβό κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα (όταν αυτή, επιτέλους, άνοιξε τις πόρτες) για λίγα μετρητά. «Πώς θα ζήσουμε η γυναίκα μου κι εγώ;», ρωτούσε μάλλον ρητορικά τον ατσαλάκωτο με τη γραβάτα... Θυμάμαι, επίσης, τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μία τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε – πλην θαυμαστών – να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία». Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες.

Από την άλλη μεριά, είδαμε ένα συστηματικό προπαγανδιστικό «χαϊδολόγημα» της νέας γενιάς, ιδιαίτερα εκείνου του κομματιού της που δεν είχε κατορθώσει να βρει μία θέση στην αγορά εργασίας. Όσο κι αν ακούγεται ανατριχιαστικό, υπήρχαν νέα παιδιά που περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή που το μαρξιστικό (υποτίθεται) καθεστώς «θα τα πάρει» από τους «βολεμένους» για να τα μοιράσει «δίκαια» σ’ αυτούς που ζητούσαν μία ευκαιρία για δουλειά και αξιοπρεπή επιβίωση. Μια ματιά στα απίστευτης αγριότητας σχόλια που μαζικά αναρτήθηκαν προ του δημοψηφίσματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα αρκούσε για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος των προσδοκιών που έντεχνα καλλιεργήθηκαν…

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος – και λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή του. Κατηφόριζα προς τον σταθμό του μετρό Συγγρού-Φιξ, όταν βρέθηκα μπροστά στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ όπου μία παρέα νεαρών (αγόρια και κορίτσια) μοίραζαν προπαγανδιστικά φυλλάδια υπέρ του ‘ΟΧΙ’. Κοντοστάθηκα να ρίξω μια ματιά και, με την ευκαιρία, επιχείρησα να ξεκινήσω μία κουβέντα. Τους ρώτησα ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν η επόμενη μέρα αν το αποτέλεσμα ήταν ‘ΟΧΙ’, για να εισπράξω ως απάντηση μερικές γενικόλογες ηρωικές ρητορείες και αφορισμούς κατά των πολιτικών δυνάμεων «των μνημονίων».

Όταν επέμεινα στην ερώτηση, μου έσκασαν τελικά το μυστικό: Πανικόβλητες οι δυνάμεις της Ευρώπης μπροστά στη θέληση του ελληνικού λαού, θα υποτάσσονταν και θα μας πρόσφεραν γη και ύδωρ προκειμένου να μην αποχωρήσουμε από την ευρωπαϊκή οικογένεια! Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση. Έτσι, έκανα να φύγω, λέγοντας: «Αν βρεθούμε ξανά εδώ την ερχόμενη Δευτέρα, θα έχουμε την ευκαιρία να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα.»

Το πρόσωπο μίας κοπέλας που καθόταν ως τότε σιωπηλή, πήρε ξάφνου μια άγρια όψη: «Αν είσαι απ’ αυτούς που θα ψηφίσουν ‘ΝΑΙ’, δεν θα ‘χω να πω τίποτα μαζί σου τη Δευτέρα. Από κείνη τη στιγμή και μετά, θα είσαι εχθρός μου!» Τους είπα πως η ακραία αυτή θέση έδειχνε ξεκάθαρα πόσο πολύ δίχασε τον ελληνικό λαό αυτό το δημοψήφισμα. Ένας νεαρός φάνηκε να δαγκώνεται για την επικοινωνιακή γκάφα της συντρόφισσας και βάλθηκε ευθύς να την δικαιολογήσει, λέγοντας πως δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το εξέφρασε.

Από μια άλλη κοπέλα, τότε, δέχθηκα μία προσωπική ερώτηση διατυπωμένη σε τρίτο πρόσωπο: «Ας μας πει ο κύριος, εργάζεται;» Της απάντησα πως είμαι εκπαιδευτικός. Υποδέχθηκε την απάντησή μου με το θριαμβευτικό ύφος ανθρώπου που μόλις ξεσκέπασε μια σκοτεινή συνωμοσία: «Α, έτσι πες μου! Είδατε, ο κύριος ανήκει στους βολεμένους!» Η πρώτη κοπέλα σήκωσε ακόμα πιο πολύ την ένταση καθώς άρχισε να μιλά για το πρόβλημα χρόνιας ανεργίας που αντιμετώπιζαν όλα τα μέλη της παρέας. Όμως, κάποια στιγμή ξέφυγε: «Ξέρεις τι είναι να σου σπάσουν οι μπάτσοι το κεφάλι; Εσένα σου το ‘χουν σπάσει ποτέ;»

Έκανα την μάλλον αφελή ερώτηση αν ένα σπασμένο κεφάλι θα αποτελούσε τεκμήριο αξιοπιστίας μου ως συνομιλητή, αλλά εκείνη δεν άκουγε πια: ήμουν ο «εχθρός» που έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί! Κατάλαβα ότι μία περαιτέρω παραμονή μου στο κιόσκι θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες κλιμακώσεις, και έφυγα χαιρετώντας βιαστικά. Η δεύτερη κοπέλα είχε τον τελευταίο, νικητήριο λόγο: «Ε, βέβαια, του τελείωσαν τα επιχειρήματα και το βάζει στα πόδια!»

Ομολογώ ότι δεν το άκουσα να αρθρώνεται επί λέξει, μπορούσα όμως να το διαβάσω στα μάτια τους που ξεχείλιζαν από θυμό: «Περίμενε να ‘ρθει η Δευτέρα και θα τα πούμε με όλους εσάς τους βολεμένους!» Κι αν δεν άκουσα εγώ κάτι τέτοιο, το άκουσαν πολλοί γνωστοί, ακόμα κι από επιστήθιους φίλους τους. Κάποιοι επιχείρησαν τότε, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, να διχοτομήσουν την κοινωνία στήνοντας αριστοτεχνικά το τερέν μίας οιονεί εμφύλιας διαμάχης...

Πόσα έχουν αλλάξει από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’15... Χιμαιρικά οράματα που διαψεύστηκαν και κατέρρευσαν… Μεγαλόστομες διακηρύξεις και ανεδαφικές υποσχέσεις που αποδείχθηκαν κοινά πολιτικά ψεύδη… Και, εν τέλει, συνειδητοποίηση – από ένα μέρος, τουλάχιστον, της ελληνικής κοινωνίας – ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» αλλά, απλά, εκείνοι που σκέφτονται «έτσι» κι οι άλλοι που σκέφτονται «αλλιώς».

Κι αυτό το τελευταίο είναι, θαρρώ, το πιο χρήσιμο μήνυμα που μας άφησε η εφιαλτική εμπειρία του 2015.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Ποιος θα φέρει την ευθύνη μιας ακυβερνησίας;


Οι ευθύνες για μία ενδεχόμενη μετεκλογική ακυβερνησία δεν θα πρέπει να αποδοθούν σε απρόθυμους για συνεργασία πολιτικούς σχηματισμούς, αλλά σε όλους εκείνους που με την ψήφο τους θα καταστήσουν την συνεργασία αναγκαία συνθήκη κυβερνησιμότητας. Δηλαδή, στον "κυρίαρχο λαό"!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Καθώς όλο και περισσότερο μπαίνουμε σε προεκλογική περίοδο, πολλή συζήτηση γίνεται για το πράγματι εφιαλτικό ενδεχόμενο μίας παρατεταμένης ακυβερνησίας, η οποία θα είναι προϊόν αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων που δεν θα οδηγούν σε αυτοδύναμη - ή, έστω, πολιτικά βιώσιμη - κυβέρνηση. Και, ο χαρακτηρισμός της συνθήκης ως "εφιαλτικής" δικαιολογείται από τις αδιαμφισβήτητες επιπτώσεις που αυτή θα έχει στη χώρα, τόσο οικονομικές (οι μνήμες από τη χρεοκοπία είναι ακόμα νωπές) όσο και εθνικές (η έλλειψη ισχυρού συστήματος εξουσίας καθιστά μία χώρα ευάλωτη σε εξωτερικές απειλές).

Εν τούτοις, η συζήτηση περί ενδεχόμενης ακυβερνησίας γίνεται, κατά τη γνώμη μου, σε λάθος βάση. Ακόμα και από τον χώρο της κυβερνητικής παράταξης ασκείται μία (κατ' ουσίαν ηττοπαθής) κριτική προς το δεύτερο τη τάξει κόμμα του κοινοβουλίου, το οποίο, σε μία επίδειξη ουτοπικού μικρο-μεγαλισμού, οραματίζεται "επαναστατική ανατροπή" του υφιστάμενου συστήματος εξουσίας. Με κορυφαία στελέχη του κόμματος αυτού να επιδίδονται σχεδόν καθημερινά σε πλειοδοσίες αφορισμών ενάντια σε κάθε ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας με το κυβερνών κόμμα, το οποίο τη στιγμή αυτή προβάλλει ως λογικά επικρατέστερο για την "πρωτιά" στις επόμενες εκλογές.

Όμως, η ευθύνη για ένα ενδεχόμενο μετεκλογικό αδιέξοδο δεν ανήκει στο ίδιο το πολιτικό σύστημα, αλλά σε όλους εκείνους που θα διαμορφώσουν στην πράξη το εκλογικό αποτέλεσμα. Με απλά λόγια, στον λαό που ψηφίζει - αν και ο όρος "λαός", ως παρεμφαίνων ενιαίο πολιτικό υποκείμενο, έχει συχνά αμφισβητηθεί (*). Έτσι, αν ο "λαός" επιλέξει ακυβερνησία, αυτό και θα εισπράξει. Ή, ισοδύναμα, αν επιθυμεί κυβερνησιμότητα, θα πρέπει να "κάνει την καρδιά του πέτρα" και να ψηφίσει εκείνο που θεωρεί ως το μη-χείρον...

Δηλαδή, δεν αναλογεί η παραμικρή ευθύνη στα πολιτικά κόμματα στο (απευκταίο) σενάριο της ακυβερνησίας;

Η απάντηση είναι απλή: Τα κόμματα είναι "μαγαζιά" που ενδιαφέρονται για τα πολιτικά τους κέρδη πολύ περισσότερο απ' όσο τα συγκινεί το εθνικό συμφέρον. Γιατί, αν πρότασσαν το καλό της χώρας θα εύρισκαν τον τρόπο να γεφυρώσουν τις διαφορές τους, να ομονοήσουν στα ουσιώδη και να συνεργαστούν (με όποιον θεσμικό τρόπο θα ήταν δόκιμος) στη διακυβέρνηση του τόπου.

Το να ζητούμε ευθύνη από τα πολιτικά κόμματα για μία ενδεχόμενη συνθήκη ακυβερνησίας είναι σαν να καταγγέλλει κάποιος μία διεθνή αλυσίδα ταχυφαγείων για την υψηλή του χοληστερίνη, την οποία απέκτησε διατρεφόμενος επί χρόνια αποκλειστικά με χάμπουργκερ! Αν τα κόμματα πουλούν πολιτικό "σανό", είναι στην διακριτική ευχέρεια του πολίτη να τον καταπιεί ή να τον απορρίψει. Ή, τουλάχιστον, να επιλέξει εκείνον τον "σανό" που θα τον βλάψει λιγότερο...

Συνελόντι ειπείν: Οι ευθύνες για μία ενδεχόμενη μετεκλογική ακυβερνησία δεν θα πρέπει να αποδοθούν σε πεισματικά απρόθυμους για συνεργασία πολιτικούς σχηματισμούς, αλλά σε όλους εκείνους που με την ψήφο τους θα καταστήσουν την συνεργασία αναγκαία συνθήκη κυβερνησιμότητας. Δηλαδή, στον "κυρίαρχο λαό".

Εκείνον τον ίδιο "σοφό" λαό που έδωσε το αλήστου μνήμης 62% το εφιαλτικό καλοκαίρι της μεγάλης κρίσης του '15. Μόνο που, τούτη τη φορά δεν θα υπάρχει, δυστυχώς, η πολυτέλεια της "κωλοτούμπας"...


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Όταν «νόμος» γίνεται το «δίκιο» μιας μειοψηφίας


Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό μας σύστημα είναι εξ ορισμού πλειοψηφικό. Τούτο σημαίνει ότι, μέσα από κοινά αποδεκτή εκλογική διαδικασία, συγκροτείται σώμα αντιπροσώπων (η Βουλή) με λαϊκή εξουσιοδότηση τόσο να εκλέγει, πλειοψηφικά, τους προκείμενους να ασκήσουν την εξουσία (να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας), όσο και να νομοθετεί σύμφωνα με το ισχύον σύνταγμα.

Το αδύνατο σημείο, από ηθική άποψη, του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι, φυσικά, η αναγκαστική (αλλά σε κάθε περίπτωση συμφωνημένη εκ των προτέρων) υποταγή της μειοψηφίας στη βούληση της "πλειοψηφίας" (ο εντός εισαγωγικών όρος αφορά, κυριολεκτικά, τους αντιπροσώπους του λαού και όχι το σύνολο των ψηφοφόρων, ως συνέπεια του εκλογικού συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής που επιβάλλει η αναγκαιότητα της κυβερνησιμότητας).

Αυτονόητα, η παραβίαση των νόμων επισύρει ποινικές συνέπειες για τους παραβαίνοντες. Εν τούτοις, με στόχο την ικανοποίηση συντεχνιακών διεκδικήσεων ή την προβολή (συχνά περιθωριακών) ιδεολογικών θέσεων, δυναμικές μειοψηφίες πολιτών συγκροτούν συμπαγείς πυρήνες που αποκτούν τη δυνατότητα να παραβιάζουν μαζικά τους νόμους, ασκώντας κάποιας μορφής βία την οποία αδυνατεί - ή, για πολιτικούς λόγους, διστάζει - να αντιμετωπίσει η εκλεγμένη εξουσία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μία de facto μετατροπή του πολιτεύματος σε δικτατορία των μειοψηφιών, οι οποίες επιβάλλουν δικούς τους "νόμους" προκειμένου να εξυπηρετήσουν το δικό τους "δίκιο", όπως οι ίδιες αντιλαμβάνονται το συλλογικό συμφέρον τους.

Η αναλογία γίνεται ακόμα πιο δραματική όταν η βία ασκείται όχι κατά της εξουσίας καθαυτής αλλά ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία, η οποία καθίσταται όμηρος εκβιαστικών διεκδικήσεων ή θύμα καταστροφικών συμπεριφορών. Ηθικός αυτουργός, όμως, στην de facto κατάλυση του πολιτεύματος είναι και η ίδια η εξουσία, η οποία τοποθετεί το πολιτικό κόστος υπεράνω της υπεράσπισης του κράτους δικαίου. Και επιλέγει την εύκολη λύση του "Πόντιου Πιλάτου", αφήνοντας την κοινωνία να γίνει έρμαιο της αυθαιρεσίας κοινωνικών μειοψηφιών.

Φυσικά, ο διαχρονικός φόβος της (εκάστοτε) εξουσίας είναι η στάμπα της "αντιλαϊκότητας" και του "αυταρχισμού", την οποία πρόθυμα θα σπεύσει να τοποθετήσει η (όποια) αντιπολίτευση σε μία κυβέρνηση που, πράττοντας το αυτονόητο - δηλαδή, εφαρμόζοντας τους νόμους της πολιτείας - στέκεται ανάχωμα σε "δίκαιους λαϊκούς αγώνες" και "ελεύθερη έκφραση των πολιτών". Ακόμα και αν οι "αγώνες" συνεπάγονται παραβίαση κοινωνικών δικαιωμάτων ή καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας.

Κι εδώ εγείρεται ένα κρίσιμο ζήτημα για το ίδιο το πολίτευμα: Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος. Αυτό είναι, βέβαια, κάτι που ελάχιστα δυσαρεστεί διάφορες αντι-κοινοβουλευτικές δυνάμεις, κάποιες μάλιστα φιλοξενούμενες εντός Κοινοβουλίου...

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Απαξίωση των δημόσιων λειτουργών: μία συνήθεια που έγινε λατρεία!

Οι διαχρονικές παθογένειες του δημόσιου τομέα είναι γνωστές (η τραγωδία στα Τέμπη είναι μια σχετικά πρόσφατη συνέπειά τους). Δεν δικαιολογούν, όμως, την συλλήβδην δαιμονοποίηση των δημόσιων λειτουργών της χώρας!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρωινή εκπομπή στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, ο γνωστός παρουσιαστής Άρης Πορτοσάλτε αναφέρθηκε στους «αληθινούς μαχητές» και τους «ήρωες της καθημερινότητας», σπεύδοντας να διευκρινίσει εμφατικά ότι οι χαρακτηρισμοί αφορούσαν τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (και όχι τους δημόσιους λειτουργούς, συμπληρώνω εγώ). Ήταν, οφείλω να ομολογήσω, η πιο ήπια εκδήλωση ενός κάθετου - σχεδόν μανιχαϊκού - διαχωρισμού των εργαζομένων, ο οποίος ευδοκιμεί διαχρονικά σε αυτή τη χώρα. Ένας διαχωρισμός που κορυφώθηκε στον κοινωνικό και πολιτικό λόγο τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης και ως σήμερα καλά κρατεί...

Σύμφωνα με δημοφιλές αφήγημα θιασωτών του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, ο δημόσιος τομέας είναι στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του επιζήμιος για τη χώρα, ενώ ο μόνος τομέας που αληθινά προάγει τα εθνικά συμφέροντα και στον οποίο απασχολείται το σύνολο, σχεδόν, των «αληθινά εργαζόμενων», είναι ο ιδιωτικός. («Αν ήταν στο χέρι μου, τα πάντα θα ήταν ιδιωτικά», έχει πει ο έγκριτος δημοσιογράφος στον οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω.) Όσο για τους δημόσιους λειτουργούς, αυτοί, κατά το αφήγημα, είναι στο σύνολό τους «τεμπέληδες»«άχρηστοι»«κηφήνες» και «διεφθαρμένοι»!

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι δημόσιοι λειτουργοί αποτέλεσαν ιδανικούς αποδιοπομπαίους τράγους στο πλαίσιο της απόδοσης ευθυνών για τη χρεοκοπία. Το σχετικό επιχείρημα ήταν τόσο σαθρό όσο το να κατηγορεί κάποιος τους ναύτες του Τιτανικού για το ναυάγιο που προκάλεσε η στραβοτιμονιά του πρώτου αξιωματικού Μέρντοκ και ο υπέρμετρος εφησυχασμός του πλοιάρχου Σμιθ! Όμως, στη χώρα που βασιλεύει ο ανορθολογισμός, τα πιο σαθρά επιχειρήματα είναι συνήθως και τα πιο πειστικά...

Τον Ιούλιο του 2012, μεσούσης της κρίσης και με αφορμή ένα άρθρο υποψήφιας διδάκτορος πολιτικών επιστημών, το οποίο δαιμονοποιούσε οριζόντια τον δημόσιο τομέα (τι πρωτότυπη ιδέα!), είχα δημοσιεύσει ως απάντηση ένα κείμενο στη στήλη μου στο «ΒΗΜΑ». Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω, αφού δεν είναι πλέον ευρέσιμο στο αρχείο της εφημερίδας.

--------------------------------

Αν ήθελα να δώσω έναν σκοτεινό (και, σε κάθε περίπτωση, όχι καλοπροαίρετο) ορισμό της πολιτικής, θα έλεγα πως είναι η τέχνη της διαχείρισης του δημόσιου ψεύδους. Συν τοις άλλοις, ένας τέτοιος ορισμός διαχωρίζει την πολιτική από την επιστήμη, η οποία εξ ορισμού αναζητά την αλήθεια μέσα από τους αυστηρούς κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας. Το πρόβλημα για την επιστήμη αρχίζει τη στιγμή που αυτή διολισθαίνει - έστω ασυνείδητα - στις λογικές και τις πρακτικές της πολιτικής...

Στις 7-9-2011, μία αμετροεπής και αψυχολόγητη δήλωση του τότε Υπουργού Υγείας Α. Λοβέρδου στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, σηματοδότησε μια ολομέτωπη επίθεση κατά του συνόλου των δημόσιων λειτουργών της χώρας:

«Το 1 εκατομμύριο υπάλληλοι που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο.»

Όσο και αν θα ήθελα να αποφύγω την δίκη προθέσεων, δεν μπορώ να μην διακρίνω πολιτικό δόλο στη δήλωση του υπουργού. Ήταν η εποχή που η τότε κυβέρνηση θα έπρεπε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για επερχόμενες δραματικές αλλαγές στον δημόσιο τομέα, που μόνο αναίμακτες δεν επρόκειτο να είναι. Και, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να θυσιάσεις κάποιους χωρίς να συναντήσεις κοινωνικές αντιδράσεις, είναι να φροντίσεις πρώτα με κάποιον τρόπο να τους δαιμονοποιήσεις. Η μέθοδος είναι παλιά και αποτελεσματική: την είχαν ήδη δοκιμάσει οι Ναζί πριν ξεκινήσουν το Ολοκαύτωμα!

Αυτό που επακολούθησε μετά την άστοχη πολιτική δήλωση ήταν ένας ανηλεής κοινωνικός κανιβαλισμός εις βάρος όλων ανεξαιρέτως των εργαζομένων στο Δημόσιο. Οχετοί ύβρεων εναντίον τους κατέκλυσαν το Διαδίκτυο, ενώ ένα ρεύμα χαιρεκακίας άρχισε να απλώνεται μόλις έγινε γνωστή η επικείμενη κατάργηση κρατικών θέσεων εργασίας και η διαφαινόμενη εξώθηση πολλών ανθρώπων στην ανεργία. Το «κόλπο γκρόσο» της εξουσίας πέτυχε απόλυτα: πατώντας στις αδιαμφισβήτητες παθογένειες του δημόσιου τομέα (για τις οποίες, εν τούτοις, κυρίως υπεύθυνη ήταν η ίδια η εποπτεύουσα εξουσία) κατάφερε να στρέψει την οργή και το ανάθεμα της κοινωνίας στην κατεύθυνση μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, στην οποία αποδόθηκε η αποκλειστική ευθύνη για την οικονομική (αν όχι και την εν γένει αξιακή) κατάρρευση της χώρας...

Όσο και αν για κάποιους η δήλωση του κ. Λοβέρδου υπήρξε εξοργιστική, ήταν απόλυτα μέσα στο πλαίσιο του αναμενομένου σε ό,τι αφορά την ηθική και τις πρακτικές της πολιτικής. Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν ότι την ίδια εμπαθή, μονόπλευρη, ισοπεδωτική, καθολικά και αδιάκριτα αφοριστική λογική θα συναντούσαμε σε ένα επιστημονικό κείμενο! Αναφέρομαι στο άρθρο «Δημόσιο και έλλειμμα δημοκρατίας» της Ελένης Τ., υποψήφιας διδάκτορος Πολιτικών Επιστημών, το οποίο διαβάσαμε πρόσφατα (σ.σ: Ιούλιος 2012) στο «ΒΗΜΑ».

Κεντρική ιδέα του άρθρου ήταν ότι ο δυσλειτουργικός χαρακτήρας του ελληνικού Δημοσίου δεν είναι πρωτίστως ζήτημα οικονομίας για τη χώρα, αλλά πρόβλημα που αφορά την ακεραιότητα αυτού τούτου του δημοκρατικού πολιτεύματός της. Με απλά λόγια, ο δημόσιος τομέας προκαλεί «ελλείμματα δημοκρατίας» που είναι πολύ σημαντικότερα από τα δημοσιονομικά ελλείμματα που επιφέρει στην οικονομία!

Δεν έχω χώρο να αναλύσω λέξη προς λέξη το άρθρο, έτσι θα περιοριστώ σε λίγες μόνο επιμέρους παρατηρήσεις:

1. Το «δια ταύτα» του άρθρου δεν είναι ξεκάθαρο. Τι ακριβώς προτείνεται; Η ολική κατάργηση του «διεφθαρμένου» (κατά την αρθρογράφο) δημόσιου τομέα; Ή (πράγμα λογικότερο) η θεραπεία των χρονιζουσών παθογενειών του; Και, πώς θα επιτευχθεί αυτή η θεραπεία; Με άρση, π.χ., της μονιμότητας; Αυτό δεν θα έχει, άραγε, ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της σχέσης υποτέλειας εκλογέων - κυβερνήσεων (αφού κάθε νέα κυβέρνηση θα μπορεί να απολύει και να επαναδιορίζει), άρα και τη διεύρυνση του «ελλείμματος δημοκρατίας»;

2. Από ποια στοιχεία προσωπικής έρευνας της αρθρογράφου προκύπτει ότι ο δημόσιος τομέας (μη αμφισβητουμένων, ασφαλώς, των παθογενειών του) είναι στο σύνολό του «διεφθαρμένος», όπως η πολιτική επιστήμων παρεμφαίνει σε όλη την έκταση του άρθρου της; Επίσης, από πού προκύπτει ότι η «βαρβαρότητα» (όπως αναφέρει) αποτελεί ιδιότητα της πλειοψηφίας των δημοσίων υπαλλήλων; Θεωρεί η υποψήφια διδάκτωρ ότι τέτοιες αναπόδεικτες απλουστευτικές γενικεύσεις, ποτισμένες με φανερή δόση εμπάθειας και προκατάληψης, αποτελούν δείγμα σοβαρής επιστημονικής προσέγγισης σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα;

3. Αυτό που ίσως δεν κατανοεί η αρθρογράφος είναι ότι ο δημόσιος τομέας δεν είναι ένα απομονωμένο στεγανό της Δημοκρατίας, της οποίας την «ποιότητα» απειλεί, αλλά ισχύει μάλλον το αντίστροφο: οι αδυναμίες στη διαχείριση του πολιτεύματος από τους εκάστοτε φορείς εξουσίας βλάπτουν το Δημόσιο, όπως εξίσου βλάπτουν και κάθε άλλη πτυχή της κοινωνικής ζωής του τόπου (ρίξτε μια ματιά, π.χ., στην παραοικονομία - εκλεκτό τέκνο του ιδιωτικού, κυρίως, τομέα - την οποία καμία κυβέρνηση ως τώρα δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά).

Σε ένα πράγμα θα συμφωνήσω απόλυτα με το άρθρο: Οι δικτατορικές μέθοδοι των πανίσχυρων συνδικάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνιστούν πράγματι απειλή για την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Γιατί, θύμα των πρακτικών τους καθίσταται το σύνολο της κοινωνίας - «καλοί» και «κακοί», ανεξάρτητα από το αν ανήκουν σε αυτούς που συμπαθεί ή σε εκείνους που μέμφεται η αρθρογράφος!

(ΤΟ ΒΗΜΑ, Ιούλιος 2012)

Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

Τα capital controls και τα κορόιδα...


Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr τον Ιούλιο του 2016

Ανοίγω το ραδιόφωνο τις προάλλες, να ακούσω τις ειδήσεις της ημέρας. Μία από αυτές ελάχιστα με εντυπωσίασε: Σε δηλώσεις του στην κρατική τηλεόραση, ο υπουργός Οικονομικών εκτίμησε ότι η οριστική άρση των capital controls θα γίνει «μετά το τέλος της δεύτερης αξιολόγησης» (το πόσο μετά, δεν το προσδιόρισε), προβλέποντας μάλιστα ότι η διαπραγμάτευση αναμένεται να περάσει μέσα από συγκρούσεις και έντονες διαφορές με τους θεσμούς!

Την ίδια στιγμή, όλοι οι αναλυτές – κυβερνητικοί και μη – λένε σε όλους τους τόνους ότι δεν θα αρθούν οι περιορισμοί αν πρώτα δεν επιστρέψει το αίσθημα εμπιστοσύνης στους καταθέτες, έτσι ώστε να «πάρουν τα λεφτά απ’ το στρώμα» και να τα ξαναβάλουν στις τράπεζες. Όμως, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να υπάρχει σε ένα σύστημα που ανά πάσα στιγμή, ξαφνικά και απροειδοποίητα, έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει τα χρήματα των ανθρώπων; Πρώτα άρση των περιορισμών, λοιπόν, και μετά επιστροφή των κεφαλαίων στη βάση τους. Φαύλος κύκλος, δηλαδή. Κάτι σαν την κότα και το αυγό!

Βέβαια, αυτοί που έμειναν να ταλανίζονται με τα capital controls είναι κάτι κορόιδα σαν και του λόγου μου, που έδινα πίστη στον ταμία της τράπεζας όταν τον άκουγα πέρυσι, μέσα Ιουνίου, να μιλά κοροϊδευτικά για τους «υστερικούς πελάτες» που έρχονταν κάθε τόσο να αποσύρουν τεράστια ποσά από τις καταθέσεις τους, πέφτοντας θύματα, υποτίθεται, της περιρρέουσας κινδυνολογίας.

Εκείνη τη μοιραία Παρασκευή, λοιπόν, δεν πήγα να πάρω χρήματα, αν και χρειαζόμουν. «Άσε, από Δευτέρα», σκέφτηκα! Εξ άλλου, ο δίτροχος ροκ-σταρ – και, αν του περίσσευε χρόνος, υπουργός των Οικονομικών – με το κακόγουστα ανορθόγραφο όνομα, μας διαβεβαίωνε αφενός ότι η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν υπόθεση ωρών για να ολοκληρωθεί, αφετέρου δε ότι, σε κάθε περίπτωση, το κλείσιμο των τραπεζών δεν ήταν μια θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία.

Τελικά, ξυπνήσαμε Σάββατο πρωί με την αναγγελία του παρανοϊκού δημοψηφίσματος, για να ακολουθήσουν σύντομα οι εξ ανέμελης μοτοσικλέτας προερχόμενοι αυτάρεσκοι κομπασμοί, «Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες» (“Honey, I just shut the banks”)!

Κάρτες δεν είχα ποτέ, το ίδιο κι η γυναίκα μου. Εκείνη την εποχή προέκυψαν μάλιστα και κάποια ιατρικά έξοδα που άμεσα απαιτούσαν μετρητά. Έφτασα να μετρώ τα ψιλά στο πορτοφόλι μου για μια τυρόπιτα, μοναδικό γεύμα της ημέρας. Δεν θα ντραπώ να ομολογήσω ότι κάποιες μέρες πείνασα...

Σε κάθε περίπτωση, εμείς οι αφελείς πιαστήκαμε στον ύπνο. Γιατί, ως την Παρασκευή το μεσημέρι, ώρα που οι τράπεζες κατέβαζαν ρολά, όλα πήγαιναν – υποτίθεται – ιδανικά. Η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν «σχεδόν κλεισμένη», και από Δευτέρα όλα θα ήταν “business as usual”. Βέβαια, ως γνωστόν, το κλείσιμο των τραπεζών ποτέ δεν προαναγγέλλεται επισήμως. Πόσο μάλλον όταν ακόμα και μια απλή φήμη που διαδίδεται ανεύθυνα από στόμα σε στόμα, είναι ικανή να ενσπείρει τον πανικό στους καταθέτες, οδηγώντας σε χαοτικές καταστάσεις μέσα και έξω από τις τράπεζες.

Θυμάμαι ένα τηλεφώνημα που είχα δεχθεί από συγγενικό μου πρόσωπο, κάπου πέντε χρόνια πριν. Μου έδινε την «υπεύθυνη και άκρως εμπιστευτική» πληροφορία (την οποία απαγορευόταν να μοιραστώ με οποιονδήποτε άλλον) ότι «την Κυριακή αναγγέλλεται η χρεοκοπία και από Δευτέρα πρωί θα κλείσουν επ’ αόριστον οι τράπεζες». Γι’ αυτό, θα έπρεπε να σπεύσω να αποσύρω όλες τις καταθέσεις μου!

Για κάποιο λόγο, δεν μου φάνηκε τότε σοβαρή η πληροφορία. Σκέφτηκα όμως τι θα γινόταν έτσι και άνοιγα το στόμα μου «ενημερώνοντας» κάποιους άλλους, καθένας εκ των οποίων θα μιλούσε με τη σειρά του σε άλλους τόσους. Να πώς δημιουργείται από το τίποτα η χιονοστιβάδα του πανικού κι ανοίγουν οι πύλες του χάους!

Θα μου πείτε, τα λεφτά έφυγαν ούτως ή άλλως «εν ψυχρώ» από τις τράπεζες. Ωστόσο, κάτι έμεινε πίσω να τις κρατάει όρθιες. Μέσα σ’ αυτό το «κάτι» είναι τα χρήματα των «κορόιδων». Εκείνων, δηλαδή, που δεν πήραν στα σοβαρά έναν επικίνδυνο ταχυδακτυλουργό της οικονομικής επιστήμης, που είχε στην άκρη του μυαλού του ένα σχέδιο υφαρπαγής των μόχθων τους για να χρηματοδοτήσει το ουτοπικό κοινωνικό του όραμα με τον παραπλανητικό κωδικό “Plan B”. Που στην πραγματικότητα ήταν “Plan A”...

Κάποιοι που βρεθήκαμε τότε στον αέρα, δίχως ευρώ στο στρώμα και πλαστικές κάρτες στο πορτοφόλι, πήραμε για λίγο μια γεύση από την καθολικά φτωχοποιημένη κοινωνία που μας ετοίμαζαν από καιρό ένας υπερφίαλος ακαδημαϊκός, ένας δογματικός νεο-σταλινικός και μια υστερικά στριγκλίζουσα κόρη. Με στοιχειώνει ακόμα η θύμηση από το βουβό κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα για λίγα μετρητά. «Πώς θα ζήσουμε;», ρωτούσε μάλλον ρητορικά τον ατσαλάκωτο με τη γραβάτα...

Θυμάμαι επίσης τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε (πλην θαυμαστών) να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες...

Όσο για το πνευματικό παιδί του, τα capital controls, δηλαδή, που μας άφησε ως παρακαταθήκη πηγαίνοντας να πουλήσει και σ’ άλλες πολιτείες το σταριλίκι και τις επιστημονικές ιδέες του («Πώς να οδηγήσετε μια χώρα σε ολική χρεοκοπία μέσα σε πέντε μήνες!»), αυτά μάλλον ήρθαν για να μείνουν. Ας μην παραμυθιαζόμαστε, λοιπόν, με τη δήθεν επικείμενη άρση τους. Στο κάτω-κάτω, όλα συνηθίζονται με τον καιρό. Ακόμα και το αίσθημα του κορόιδου...

Κώστας Παπαχρήστου στο Aixmi.gr

Η ιστορία ενός «αντιμνημονιακού» μύθου


Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr τον Μάιο του 2017

Κάνοντας εκκαθαρίσεις σε παλιά μηνύματα στο mailbox του γνωστού μέσου κοινωνικής δικτύωσης, έπεσα πάνω σε μια συνομιλία με μία πρώην «φίλη» (στην ιδιωματική γλώσσα του μέσου). Η «φιλία» αυτή με εκείνη και τον σύζυγό της είχε ξεκινήσει κατά τα πρώτα μνημονιακά χρόνια και τερματίστηκε (από τη μεριά της «φίλης») με τρόπο σχετικά άκομψο, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015, λίγες μόλις μέρες πριν εκείνοι που δίχασαν τον ελληνικό λαό χωρίζοντάς τον σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς», φέρουν στον τόπο το δικό τους, ακόμα πιο δυσβάσταχτο μνημόνιο.

Παραθέτω τρία χαρακτηριστικά μηνύματα της «φίλης» που μαρτυρούν τη συνειδησιακή μετάλλαξη ενός ανθρώπου κάτω από τη δηλητηριώδη επίδραση του «αντιμνημονιακού» κλίματος της εποχής. Το πρώτο γράφτηκε μερικούς μήνες πριν η κατασυκοφαντημένη περίοδος των «Σαμαρο-Βενιζέλων» περάσει οριστικά στο ανάθεμα της Ιστορίας. Το δεύτερο, λίγες μέρες πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, που λίγο έλειψε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση και οικονομική καταστροφή. Το τρίτο και τελειωτικό, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα, όταν οι πολίτες της χώρας ζούσαν τον πρωτόγνωρο εφιάλτη των capital controls και το φάσμα των Βαρουφάκειων IOUs και των Λαπαβίτσειων συσσιτίων.

--------------------------------

* Θέλω να σου πω ότι η πένα σου έχει μεγάλη δύναμη, που φυσικά είναι εσωτερικο-κατευθυνόμενη... Όπου και να είσαι, σου ευχόμαστε καλή τύχη! Ο κόσμος έχει ανάγκη από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ σαν και σένα! (27/10/2014)

* Φίλε Κώστα, καλημέρα! Αν και δεν συμφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να ξέρεις ότι σε εκτιμώ πολύ! (20/6/2015)

* Αγαπητέ Κώστα, λυπάμαι που δεν θα είμαστε πλέον φίλοι, γιατί ουσιαστικά δεν ασπάζομαι την διαμετρικά αντίθετη τοποθέτησή σου σε θέματα που αφορούν σε ζωτικά θέματα της πατρίδας μου. Πρέπει σ' αυτούς τους καιρούς που η Ελλάδα βάλλεται εντός και εκτός των τειχών να μην προσθέτουμε με τα γραφόμενά μας στην αδικία που γεννά τον διχασμό. Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο! (8/7/2015)

--------------------------------

Την ευθύνη του διχασμού, όμως, ας μην την αποδίδουμε αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα. Αυτά ούτως ή άλλως έκαναν το μόνο πράγμα που γνωρίζουν από συστάσεως του ελληνικού κράτους, σε έναν λαό που φέρει το στοιχείο του διχασμού στο εθνικό του DNA. Και, τον λαό αυτό δεν τον δίχασαν αυτά καθαυτά τα μνημόνια αλλά ο βαθμός γοητείας που άσκησε στον καθένα η ρητορεία που περιέβαλλε το ψευδο-δίλημμα της αναγκαιότητας ή μη-αναγκαιότητάς τους.

Αυτονόητα, κανένας σώφρων Έλληνας δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να επιθυμεί την χωρίς σοβαρό λόγο επιβολή ενός μνημονίου στην πατρίδα του! Έτσι, ο όρος «μνημονιακός» είναι λογικά άτοπος, εννοιολογικά αδόκιμος και πολιτικά παραπλανητικός. Κατά μία έννοια, κάθε αληθινός Έλληνας (οφείλει να) είναι αντιμνημονιακός σε ό,τι αφορά τα αισθήματά του απέναντι στον de facto περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας που επιβάλλουν τα μνημόνια. Το αληθινό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον κάποιος θεωρεί ότι το – αναμφίβολα κακό – μνημόνιο ήταν ένα αναγκαίο κακό, ή θα υπήρχε δυνατότητα να αναζητηθούν άλλοι τρόποι υπέρβασης της κρίσης.

Βέβαια, κανένας δρόμος εξόδου από μια κρίση τέτοιου μεγέθους δεν θα μπορούσε να είναι ανώδυνος. Το ζήτημα έτσι εστιάζεται στο τι θεωρεί κάποιος ως μη χείρον. Οι δυνατότητες επιλογής ήταν, ξεκάθαρα, δύο. Από τη μία, μνημόνιο και αυτονόητος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, χρεοκοπία που θα οδηγούσε σε πείνα, εξαθλίωση, ίσως και εμφύλιο σπαραγμό. Όσοι υπερασπίστηκαν την πρώτη άποψη στιγματίστηκαν ως «μνημονιακοί», «προσκυνημένοι» και «προδότες» από κάποιους που, φορώντας την «αντιμνημονιακή» πανοπλία, διεκδίκησαν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό δικαίωμα συμμετοχής στο αίσθημα εθνικής τιμής και αξιοπρέπειας.

Αυτό που δεν έχει, εν τούτοις, επαρκώς συζητηθεί είναι η ιστορική ευθύνη που αναλογεί στους ίδιους τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς» για την κατάσταση που οδήγησε στην επιβολή των μνημονίων. Συνηθίζουμε να μιλούμε, γενικά και αόριστα, για την κακή διαχείριση της οικονομίας από τις αστικές κυβερνήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε αυτό υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας, αφού οι κυβερνήσεις αυτές, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, δημιούργησαν το τέρας του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Ένα τέρας που, φυσικά, έπρεπε να τραφεί με δανεικά!

Όμως, είναι τα αστικά αυτά συστήματα διακυβέρνησης τα μόνα υπεύθυνα για την κρίση; Ή μήπως στη χώρα αυτή η έννοια «κυβέρνηση» αποδείχθηκε στην πράξη ασθενέστερη της έννοιας «εξουσία»; Και, αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν, τελικά, την απόλυτη εξουσία που θεσμικά προβλέπεται, ποιες ήταν εκείνες οι δυνάμεις που καταχράστηκαν το όποιο πλεόνασμά της;

Όσο κι αν σε πολλούς δεν αρέσει να λέγεται αυτό, υπήρξαν κατά το παρελθόν πολιτικοί ηγέτες που διέβλεψαν την κρίση και επιχείρησαν ένα «συμμάζεμα» της οικονομίας με μέτρα που, σε σύγκριση με αυτά που σήμερα εφαρμόζονται ή προαναγγέλλονται, φαντάζουν σαν το ανεπαίσθητο τσίμπημα μιας καρφίτσας! (Το ότι οι πολιτικοί αυτοί ηγέτες ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα και διέφεραν σημαντικά ως προς τον σωματότυπο, λίγη σημασία έχει.) Ποιοι αντιστάθηκαν στις απαραίτητες, όπως τώρα αποδεικνύεται, μεταρρυθμίσεις, και τελικά κατόρθωσαν να τις ματαιώσουν; Σωστά το μαντέψατε: οι πολιτικά πρωτοστατούντες σήμερα στον «αντιμνημονιακό» αγώνα! Κυρίως, οι δυνάμεις της Αριστεράς και της «προόδου».

Αρχές δεκαετίας του ’90... Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πανίσχυρα συνδικάτα του δημοσίου, τα οποία έχουν παραλύσει τη χώρα. Καθημερινές πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση νοικοκυριά και μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται στα σκουπίδια, και η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης ζέστης. Οι συγκοινωνίες υπολειτουργούν, ενώ και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων.

Η Αριστερά, αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, βαφτίζουν τις συντεχνίες του δημοσίου «λαό» και τις εκβιαστικές κι απάνθρωπες κινητοποιήσεις τους «λαϊκούς αγώνες». Δίνουν απόλυτη πολιτική στήριξη στις απεργίες αλλά, την ίδια στιγμή, αγνοούν τους αληθινά αδύναμους και μη προνομιούχους που εργάζονται στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα χωρίς να έχουν την παραμικρή συνδικαλιστική προστασία και, συνεπώς, την όποια δυνατότητα αντίδρασης.

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» έκανε μία δημόσια δήλωση που μου φάνηκε προκλητική. Απάντησα με μια ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το φθινόπωρο του 1992. Καθώς δεν έχει σωθεί σε ηλεκτρονική μορφή, βρίσκω την ευκαιρία να την αναδημοσιεύσω εδώ, σαν μακρινή ηχώ μιας εποχής που αποτέλεσε, όπως αποδείχθηκε, την απαρχή μιας μακράς πορείας προς την τελική οικονομική καταστροφή της χώρας. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Αδιευκρίνιστα σημεία...».

--------------------------------

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς διετύπωσε την άποψη ότι η εξουσία στη χώρα μας οραματίζεται και επιδιώκει την διαμόρφωση μιας «κοινωνίας χωρίς αντιστάσεις». Η ενδιαφέρουσα αυτή ρήση εμπεριέχει κάποια λεπτά και αδιευκρίνιστα σημεία. Αναρωτιέται κανείς, για παράδειγμα, γιατί ο όρος «κοινωνία» χρησιμοποιείται (εδώ και αλλού) με τόση ευκολία σαν συνώνυμος όρων όπως «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και δεν είναι πλήρως κατανοητό το ποιοι είναι, τελικά, οι υποτιθέμενοι αποδέκτες των «αντιστάσεων» για τις οποίες ομιλεί η κ. πρόεδρος: η κυβέρνηση του τόπου, ή μήπως το πάντοτε απροστάτευτο και μη προνομιούχο κοινωνικό σύνολο;

Διακρίνει κανείς εδώ μια μάλλον ηθελημένη (και ίσως σκόπιμη πολιτικά) σύγχυση εννοιών και αξιών. Τι είναι, λοιπόν, μια «κοινωνία που ανθίσταται»; Με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις πολλών (αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών) πολιτικών προσώπων σχετικά με την πρωτοφανή αναταραχή που γνώρισε πρόσφατα ο τόπος, μια τέτοια «κοινωνία» συμπεριφέρεται, σε γενικές γραμμές, ως ακολούθως:

1. Διακόπτει, δίκην στρατού κατοχής, την ηλεκτροδότηση της χώρας, βυθίζοντας στο σκοτάδι και την απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες), τραυματίζοντας θανάσιμα τον τουρισμό, και δίνοντας τη χαριστική βολή στην ήδη βαρέως πάσχουσα εθνική οικονομία.

2. Στο πλαίσιο εξάσκησης των «δημοκρατικών της δικαιωμάτων», παραλύει τη δημόσια ζωή στην πρωτεύουσα, δημιουργώντας κυκλοφοριακό χάος και αδιέξοδο όποτε εκείνη το κρίνει σκόπιμο.

3. Εξευτελίζει και διαπομπεύει συνανθρώπους της (ενίοτε μάλιστα δια δημοσίου, και με τηλεοπτική κάλυψη, βιασμού) που απλώς έχουν τη θέληση να εξασκήσουν το ιερό δικαίωμα στην εργασία, και καταστρέφει από «δικαιολογημένη αγανάκτηση» τις περιουσίες τους. [Σημείωση: Η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε βίαια επεισόδια που είχαν προκαλέσει οι συνδικαλιστές των λεωφορείων σε βάρος (προσωρινών, τελικά) ιδιοκτητών των μέσων μεταφοράς. Η λέξη «βιασμός» δεν είναι απλό σχήμα λόγου...]

4. Περιφρονεί, γενικά, τους νόμους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα καθυβρίζει ιταμώς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.

Θα μπορούσαμε, από την πλευρά μας, να αντιπαραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της άλλης κοινωνίας, αυτής «χωρίς αντιστάσεις»:

1. Θεωρεί χρέος της να αποδώσει σπονδές στους «θεούς» (διάβαζε: συνδικαλιστές) όταν εκείνοι, εν τη ευσπλαχνία τους, αποφασίζουν να της επιτρέψουν τη χρήση αναγκαίων για τη ζωή της αγαθών (την οποία χρήση, μάλιστα, ίσως έχει ήδη προπληρώσει).

2. Αισθάνεται άκρως προνομιούχος όταν (των αρμοδίων «θεών» συγκατατιθεμένων) κατορθώσει να τρυπώσει σε ένα από εκείνα τα ακριβοθώρητα σαρδελοκούτια που κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται μαζικά μέσα μεταφοράς, για να μεταβεί στην (κάκιστα αμείβουσα) εργασία της.

3. Δεν ευτυχεί ποτέ να μετέχει σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις», αφού ουδείς (μηδέ των προοδευτικών δημαγωγών και των περί αυτούς συνδικαλιστών εξαιρουμένων) θα σπεύσει να της προσφέρει την παραμικρή συμπαράσταση και αναγκαία προστασία.

Ας είναι, λοιπόν, λίγο πιο σαφείς οι πολιτικοί μας ηγέτες όταν φλυαρούν μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα των μέσων ενημέρωσης. Για να γνωρίζουμε, τουλάχιστον, προς ποίους απευθύνονται...

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/9/1992)

--------------------------------

Συμπληρώνω ότι, σύμφωνα με τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» για την περίοδο της απεργίας! Ο «λαός» είχε πάντα δίκιο, και αυτό καμία από τις αδύναμες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσε να το αμφισβητήσει.

Βέβαια, υπήρχε πάντα και ο λαός δεύτερης κατηγορίας: Ο κακοπληρωμένος και συνδικαλιστικά ακάλυπτος υπάλληλος (δημόσιος ή – ακόμα περισσότερο – ιδιωτικός), που θα έπρεπε να κόψει τον λαιμό του να βρει τρόπο να πάει στη δουλειά του εν μέσω παρατεταμένων απεργιών των δημόσιων μέσων μεταφοράς (εκτός αν του περίσσευαν καθημερινά για ταξί)... Ο μικρο-μαγαζάτορας, που απόθετε ευπαθή προϊόντα στους κάδους των σκουπιδιών μετά από πολύωρες ή και πολυήμερες διακοπές στην ηλεκτροδότηση... Ο απλός φορολογούμενος πολίτης, που επί μέρες στερούνταν απαραίτητες υπηρεσίες τις οποίες είχε συχνά προπληρώσει (αναφέρω, ενδεικτικά, την κάρτα «απεριορίστων» διαδρομών στα μέσα μαζικής μεταφοράς)... Οι μελλοντικές γενιές, που καταδικάστηκαν να γεννηθούν και να ζήσουν σε μια χρεοκοπημένη χώρα, θύματα της αφροσύνης του πολιτικού συστήματος και της απληστίας των οργανωμένων συμφερόντων...

Θυμάμαι τις εκπομπές του αείμνηστου Λυκούργου Κομίνη στον «Flash». Τις άκουγα, τότε, καθημερινά. Όχι γιατί συμφωνούσα με τις απόψεις του αλλά, σαν από κάποια περίεργη μαζοχιστική διάθεση, επειδή οι απόψεις αυτές συχνά με εξόργιζαν. Κάποια μέρα ειρωνεύτηκε όσους αγανακτούσαν με τις συνεχείς διακοπές στην ηλεκτροδότηση, παρομοιάζοντάς τους με την κυρία της «καλής» κοινωνίας που φοβόταν μήπως δεν έχει ρεύμα για να ανάψει το αμπαζούρ της!

Η σκέψη τού, κατά τα άλλα αξιόλογου, Κομίνη απεικονίζει την πολιτική φιλοσοφία της (στενότερης και ευρύτερης) Αριστεράς την εποχή εκείνη. Τότε που «λαός» και «κοινωνία» σήμαιναν «συντεχνία», ενώ «δημοκρατικός» πολίτης ήταν αποκλειστικά ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Και, αν τολμούσες να διαφωνήσεις με την κυρίαρχη πολιτική ρητορεία, ήσουν εξ ορισμού «φασίστας». Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση.

Ερχόμαστε στο «σήμερα»... Το πώς φτάσαμε στα μνημόνια είναι, πιστεύω, ένα ζήτημα που έχει ήδη απαντηθεί. Το ερώτημα, όμως, που συνεχίζει να διχάζει ειδικούς και μη είναι το αν υπήρχε, τελικά, άλλος δρόμος εξόδου από την κρίση.

Προσωπικά, θεωρώ την απάντηση δεδομένη και μονοσήμαντη. Το ίδιο, ενδεχομένως, ισχύει γενικότερα για όσους απορρίπτουν τη λέξη «μνημονιακός» ως εννοιολογικά αδόκιμη. Εκείνους, δηλαδή, που έχουν πάψει να πιστεύουν – αν πίστεψαν ποτέ – σε πολιτικούς μύθους με αγαθούς ήρωες και κακούς δράκους. Στους δικούς τους μύθους, πάντως, σπανίως τον ρόλο του προδότη παίζουν όσοι απλά τυχαίνει να έχουν αντίθετη άποψη!

Κώστας Παπαχρήστου στο Aixmi.gr

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

Το φάρμακο στο μπιφτέκι του σκύλου (ή, πώς οι δημαγωγοί γοητεύουν έναν εύπιστο λαό)


Πριν μία δεκαετία ήταν το «μνημόνιο». Σήμερα είναι τα «Τέμπη». Αυτό που δεν άλλαξε είναι ένας λαός ανεπίδεκτος μαθήσεως, που εύκολα γοητεύεται από τις απατηλές ρητορείες επιδέξιων δημαγωγών. Οι οποίοι, αν κάποτε θα μπορούσαν ακόμα και να δηλώνουν «ιδεολόγοι», σήμερα λειτουργούν ως κοινοί πολιτικοί απατεώνες...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί επικαιροποίηση ενός άρθρου που είχε δημοσιευθεί τον Απρίλιο του 2015 στο Aixmi.gr (το οποίο, δυστυχώς, δεν υφίσταται πλέον). Λίγους μήνες πριν, κι ενώ η χώρα βρισκόταν ένα βήμα από την τελική ευθεία για έξοδο από την οικονομική κρίση, μία παρέα ουτοπιστών (των οποίων δεν θα αμφισβητήσω τις «καλές» - όπως τις πίστευαν τότε - προθέσεις) είχε κατορθώσει να πείσει τον ελληνικό λαό ότι διέθετε την μαγική συνταγή για «αναίμακτη» υπέρβαση της κρίσης  που δεν θα κόστιζε, δηλαδή, ούτε μία δραχμή (το νόμισμα στο οποίο θα επέστρεφε η χώρα) στον Έλληνα πολίτη. Τα αποτελέσματα της ουτοπίας είναι γνωστά...

Με αφορμή την σχετικά πρόσφατη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, ένα από τα δύο πιο επικίνδυνα μέλη εκείνης της πολιτικής «παρέας», γένους θηλυκού (το έτερο, γένους αρσενικού, έχει γίνει διάσημο για ένα «νι» που μυστηριωδώς εξαφανίστηκε από την αντιαισθητική εκδοχή γραφής του ονόματός του) εμφάνισε κατακόρυφη δημοσκοπική άνοδο, επιτυγχάνοντας να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την ευπιστία ενός λαού που γοητεύεται από τις κραυγές και την εχθροπάθεια, αφού στο διάβα της Ιστορίας του έμαθε να αναζητά εχθρούς προκειμένου να νοηματοδοτεί την ύπαρξή του.

Όμως, επικίνδυνοι δημαγωγοί δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς έναν λαό πρόθυμο να υποκύψει στην απατηλή σαγήνη του λόγου και της καλά μελετημένης εικόνας τους. Κάποτε, ένας λαός πίστεψε στη μεταφυσική των οικονομικών θαυμάτων. Σήμερα, ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι του ίδιου λαού δείχνει να πιστεύει στη «φυσική» των πολιτικών μεταμορφώσεων. Δηλαδή, ότι μία καταφανώς αυταρχική περσόνα με περίπου «μουσολινικό» πολιτικό προφίλ θα μπορούσε να λειτουργήσει με δημοκρατικά ανακλαστικά αν της προσφέρονταν (και πάλι) θέσεις εξουσίας.

Παρότι ανεπίκαιρο πλέον (αν και... επικαιροποιημένο), το κείμενο του 2015 διατηρεί την διδακτική του αξία. Αν υποτεθεί, βέβαια, ότι έχουμε τη θέληση να διδασκόμαστε από ιστορικά λάθη...

--------------------------------

Το τέχνασμα είναι γνωστό και το εφαρμόζουν συχνά όσοι έχουν σκύλο και βρίσκονται στην ανάγκη να του δώσουν ένα φάρμακο: απλά τοποθετούν το χάπι μέσα σε ένα μπιφτέκι (ή ό,τι άλλο μπορεί να αρέσει στον τετράποδο φίλο). Έτσι, μαζί με το εύγευστο μπιφτέκι, ο σκύλος καταπίνει εν αγνοία του και το απαραίτητο φάρμακο! Βέβαια, υπάρχει και μία πιο σατανική μέθοδος: το ίδιο το μπιφτέκι να είναι 
ψεύτικο, κάτι σαν άχυρο με οσμή κρέατος που ξεγελά τον πεινασμένο σκύλο.

Όσο και αν, σε ατομικό επίπεδο, ο άνθρωπος είναι ευφυέστερος του σκύλου, σε επίπεδο μάζας η ανωτερότητά του αυτή καθίσταται αμφίβολη. Τρανότερη απόδειξη δεν υπάρχει από την χειραγώγηση των μαζών από επιδέξιους δημαγωγούς. Πόσο μάλλον όταν οι λαοί πέφτουν στην ίδια παγίδα επαναληπτικά, χωρίς η Ιστορία να τους διδάσκει. Αρκεί να ρίξει κάποιος μια ματιά στις εθνικές καταστροφές της νεότερης Ιστορίας μας, καταστροφές ενός λαού μονίμως γελασμένου κι ανεπίδεκτου μαθήσεως...

Η φοβερή οικονομική κρίση που πέρασε πριν μερικά χρόνια η χώρα, επέφερε πολιτικές ανατροπές. Σημαντικότερη, η ανάθεση της διακυβέρνησης στις πλέον ακραίες από τις λεγόμενες «αντιμνημονιακές» δυνάμεις. Στη συμβολική γλώσσα της εναρκτήριας αλληγορίας του κειμένου, το ψεύτικο «μπιφτέκι» που προσφέρθηκε στον αφελή «σκύλο» ήταν η υπόσχεση που αφειδώς δόθηκε στον εύπιστο λαό για σύντομη υπέρβαση της κρίσης, πράγμα που θα συνέβαινε με έναν τρόπο μαγικό, σχεδόν μεταφυσικό, για τον οποίο μικρό μόνο τμήμα του εκλογικού σώματος προβληματίστηκε. Και η καθημαγμένη από την κρίση κοινωνία κατάπιε πρόθυμα το «μπιφτέκι», αγνοώντας (ή κι αδιαφορώντας για) το υποκρυπτόμενο «φάρμακο», που εν προκειμένω σήμαινε ένα σύνολο πολιτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες αμφίβολο είναι ότι η κοινωνία αυτή ήταν προϊδεασμένη.

Έτσι, βρέθηκε στην εξουσία ένα καθεστώς που τοποθετούσε την ιδεολογία υπεράνω της πατρίδας (έννοια που ούτως ή άλλως απεχθανόταν). Επικυρίαρχο ρόλο στο καθεστώς αυτό διαδραμάτιζε μία σφριγηλά δομημένη ομάδα ουτοπιστών, που πίστευαν ότι μπορούσαν από μόνοι τους να ξεκινήσουν μία παγκόσμια επανάσταση που θα άλλαζε τον ρου της Ιστορίας! Σε ό,τι αφορά την ίδια την ιδεολογία, θα λέγαμε ότι κινούνταν πάνω σε έναν πολύ συγκεκριμένο άξονα: το όραμα μιας αταξικής κοινωνίας.

Η λέξη «τάξη» δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί εδώ με στενά οικονομικούς όρους. Σημαίνει, γενικά, το αποτέλεσμα κάθε διαδικασίας η οποία επιφέρει διαχωρισμούς που οδηγούν σε κάποιας μορφής κοινωνική διαστρωμάτωση. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, η ισότητα των ανθρώπων θεωρείται ότι επιτυγχάνεται όχι με τη θέσπιση κανόνων που διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες σε όλους και δίνουν τη δυνατότητα στους αρίστους να διακριθούν, αλλά μέσω μιας αναγκαστικής ισοπέδωσης που οδηγεί στην απόλυτη ομοιομορφία υπό το πρόσχημα της «δικαιοσύνης».

Οι πρώτες κινήσεις της νέας, τότε, εξουσίας μαρτυρούσαν την κυρίαρχη φιλοσοφία της. Ας δούμε, ενδεικτικά και επιγραμματικά, κάποια από τα χαρακτηριστικά της:

1. Ο εξοβελισμός της αριστείας από το εκπαιδευτικό σύστημα, αφού «η αριστεία είναι ρετσινιά… είναι μια στρεβλή φιλοδοξία»(!). Κατά τη νέα εκείνη αντίληψη εξουσίας, η ιδέα της αριστείας οδηγεί στον διαχωρισμό των μαθητών σε «αρίστους» και «μη αρίστους», πράγμα που αντίκειται στο αταξικό (με την γενική έννοια του όρου) δόγμα.

2. Η de jure εξίσωση του φοιτητή με τον ακαδημαϊκό δάσκαλο, επιτρέποντας στον πρώτο να συναποφασίζει με τον δεύτερο για ζητήματα που αφορούν την διοίκηση του πανεπιστημίου. Προφανώς, η «ξενόφερτη» ιδέα του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων μαθητή και δασκάλου αντέβαινε στις αρχές του ακαδημαϊκού ισοπεδωτισμού!

3. Η προκλητική ανεκτικότητα και σκανδαλώδης παραχωρητικότητα σε περιθωριακές ομάδες, που προσπαθούσαν (κι ακόμα προσπαθούν, δυστυχώς) να επιβάλουν δια της βίας τον «αναρχικό» μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «αντισυστημικό» χάος. Θα λέγαμε ότι η τότε εξουσία έδινε την εντύπωση ότι έβλεπε στα καλυμμένα πρόσωπά τους έναν άτυπο στρατό στην υπηρεσία του καθεστώτος.

4. Η εξίσου σκανδαλώδης επίδειξη επιείκειας και «κατανόησης» προς τους ενεχόμενους σε πράξεις (ακόμα και δολοφονικής) τρομοκρατίας. Μάλιστα, η ίδια η χρήση του όρου «τρομοκρατία» δεν ήταν αποδεκτή από μία σημαντική μειοψηφία του τότε κυβερνώντος χώρου, η οποία αντιμετώπιζε τους τρομοκράτες – δολοφόνους ως περίπου μαχητές υπέρ της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης!

5. Η εθνικά επικίνδυνη πολιτική στο ζήτημα των «παράτυπων μεταναστών», με βάση μία ουτοπική ιδεολογία ανοικτών συνόρων για όλους (αφού, στη λογική των τότε κυβερνώντων, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «Έλληνες» και «μη-Έλληνες» ήταν τεχνητός και ασύμβατος με το ιδεώδες του «ανθρωπισμού»).

6. Η χαλαρότητα απέναντι στην ανομία. Εξ άλλου, οι όροι «νόμος» και «τάξη» ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλείς στον πολιτικό χώρο των τότε κυβερνώντων, αφού ενεργοποιούσαν βαθιά ριζωμένα μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Ο νόμος υπάρχει για να διατηρεί ή να επιβάλλει την τάξη, και η τάξη είναι ό,τι ακριβώς αντιμαχόταν η πολιτική φιλοσοφία του χώρου.

Το «φάρμακο του σκύλου», λοιπόν, που το κατάπιε αμάσητο ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος τη στιγμή που μασούσε με βουλιμία τις αμέτρητες σαγηνευτικές – πλην ανεδαφικές – προεκλογικές υποσχέσεις, δεν ήταν άλλο από τη βαθύτερη και λιγότερο ευδιάκριτη πολιτική ατζέντα εκείνης της κυβέρνησης. Μια ατζέντα που προσέβλεπε στον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με τρόπους και σε κατευθύνσεις που η τελευταία, όπως τελικά αποδείχθηκε, δεν ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί.

Οι Έλληνες, αν και στη μεγάλη πλειοψηφία τους απεχθάνονται τον κυνικό δαρβινισμό του αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού, εξακολουθούν να πιστεύουν στον υγιή ανταγωνισμό και στο δικαίωμα στη διάκριση ως αποτέλεσμα ικανοτήτων και μόχθου. Ειδικά, οι μαθητές που αντιμετωπίζουν με μέγιστη σοβαρότητα τις σπουδές τους δικαιούνται να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους, φέροντας τον τιμητικό τίτλο του αρίστου και απολαμβάνοντας τα ανάλογα προνόμια.

Αν και ουδέποτε υπήρξαν ρατσιστές, οι Έλληνες απαιτούν να μη μετατραπούν de facto σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας μέσα στην ίδια τους τη χώρα, σε τρομαγμένα ανθρωπάκια που αποφεύγουν να κυκλοφορούν στους δρόμους μόλις κρυφτεί ο ήλιος, και σε εύκολα και απροστάτευτα θύματα εγκληματιών που εισέρχονται στη χώρα όχι ως κυνηγημένοι από αυταρχικά καθεστώτα (αυτούς τους τιμούμε απόλυτα) αλλά ως κοινοί τυχοδιώκτες.

Οι Έλληνες απαιτούν ισονομία χωρίς προνομιακές διακρίσεις. Το να φοράς κουκούλα δεν σε καθιστά «περισσότερο πολίτη» σε σχέση με αυτούς που δεν τη φορούν (το αντίθετο, θα έλεγα), ούτε σου εξασφαλίζει κατ’ εξαίρεση το δικαίωμα στην ασυδοσία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να κατακαίς ελεύθερα τις περιουσίες των συνανθρώπων σου και να καταστρέφεις τις ζωές τους. Επί πλέον, το να έχεις διαπράξει κακουργήματα δεν θα πρέπει να είναι ικανή (για να μην πω και αναγκαία) συνθήκη ώστε να απολαύσεις την κρατική στοργή και το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία!

Οι Έλληνες, τέλος, δεν επιθυμούν να γίνουν αταξική, αλλά ευνομούμενη κοινωνία. Τον ρόλο της εξουσίας δεν τον βλέπουν ως μηχανισμό ισοπέδωσης που στοχεύει στην αναγκαστική κι απόλυτη ομοιομορφία των ανθρώπων, αλλά ως θεματοφύλακα των ίσων δικαιωμάτων και ίσων ευκαιριών. Διεκδικούν το δικαίωμα στη διάκριση των κατά τεκμήριο αρίστων, με βάση θεσπισμένους κανόνες και έντιμες διαδικασίες αξιολόγησης.

Όσο για το αληθινό (και όχι παραπλανητικό) «μπιφτέκι του σκύλου», αυτό, φοβάμαι, θα αργήσει να ψηθεί, αφού μαγικές συνταγές υπέρβασης κρίσεων και κατάκτησης εθνικών θριάμβων δεν υπάρχουν. Απαιτείται απ’ όλους μας σκληρή δουλειά, υπομονή και, πάνω απ’ όλα, κοινωνική αλληλεγγύη. Κι αυτές τις αρετές κανένα πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να τις επιβάλει. Εμείς μόνο μπορούμε να τις ανακαλύψουμε μέσα μας. Όπως ο ευφυής σκύλος μου ανακάλυπτε πάντα το κρυμμένο χάπι στο μπιφτέκι!

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Μερικές σκέψεις για την αξιολόγηση στο Δημόσιο


Η ανάγκη αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών είναι αδιαμφισβήτητη. Αρκεί να τηρηθούν κοινά συμφωνημένοι κανόνες και να απαντηθούν μερικά κρίσιμα ερωτήματα...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Πήγαινα τακτικά για φαγητό στο σπίτι του θείου μου. Ένα μεσημέρι κατέφθασε αγχωμένη η εξαδέλφη μου ρωτώντας τον πατέρα της για κάποιες αντικειμενικές αξίες ακινήτων που έπρεπε να συμπληρώσει σε ένα έντυπο. Θέλοντας να την πειράξω (βρήκα την ώρα!) της είπα ότι το φραστικό σχήμα «αντικειμενική αξία» είναι οξύμωρο, αφού η έννοια «αξία» αναφέρεται σε κάτι εντελώς υποκειμενικό (ό,τι συνιστά αξία για κάποιον δεν αποτελεί, απαραίτητα, αξία για κάποιον άλλον). Για να εισπράξω την – μάλλον αναμενόμενη – οργισμένη αντίδρασή της: «Εμείς τώρα καιγόμαστε, κι εσύ έχεις όρεξη για φιλοσοφίες!»

Και όμως... Πίσω από τον άκαιρο αστεϊσμό βρισκόταν μία οικουμενική αλήθεια: πως η αξία κάθε πράγματος συναρτάται τόσο με τις ανάγκες, όσο και με τις αρχές εκείνου που την αποτιμά. Συνεπώς, «αντικειμενική αξία» σημαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, μία αξία την οποία αποδέχεται ένα πεπερασμένο σύνολο ανθρώπων (όπως μία δεδομένη κοινωνία) με κοινά συμφωνημένες προτεραιότητες και αρχές.

Γενικά μιλώντας, αξιολόγηση είναι ο προσδιορισμός της αξίας ενός πράγματος με βάση καθορισμένα κριτήρια. Όταν αναφερόμαστε, ειδικότερα, σε αξιολόγηση δημόσιων λειτουργών εννοούμε την αποτίμηση του δυναμικού τους (τα λεγόμενα «προσόντα» τους), της αποδοτικότητάς τους και της συνέπειάς τους στην άσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί από την πολιτεία. Εδώ προκύπτουν δύο σημαντικά ζητήματα:

1. Υπάρχει γενικό consensus για τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών;

2. Εφαρμόζονται στην πράξη τα θεσπισμένα κριτήρια, ή προτάσσονται άλλα προς εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων (πολιτικών, συνδικαλιστικών, ή και στενά υπηρεσιακών);

Σε ό,τι αφορά την συνέπεια στην άσκηση καθηκόντων, ζήτημα το οποίο άπτεται της ευσυνειδησίας του κρατικού λειτουργού, η όποια έλλειψή της αυτονόητα σταματά κάθε άλλη συζήτηση περί αξιολόγησης! Η δυσκολία εκ μέρους της πολιτείας έγκειται στην θέσπιση δίκαιων κριτηρίων αξιολόγησης για συνεπείς και ευσυνείδητους λειτουργούς. Ιδιαίτερα όταν αυτοί προσφέρουν υπηρεσίες σε συναφείς θέσεις ευθύνης.

Για παράδειγμα, πώς θα καθορίζεται η βαρύτητα των τίτλων σπουδών – σε συνάρτηση και με το αντικείμενο εργασίας – σε ένα συγκεκριμένο δημόσιο λειτούργημα; Πώς ακριβώς θα προσδιορίζεται η αποδοτικότητα στο πλαίσιο μίας ομαδικής εργασίας; Είναι πιο σημαντικός ένας καθηγητής Λυκείου του οποίου δέκα μαθητές πέρασαν στο πανεπιστήμιο, από έναν συνάδελφό του που, με προσωπική κατάθεση χρόνου και συναίσθηση παιδαγωγικής ευθύνης, κατόρθωσε να ξαναδώσει νόημα και σκοπό ζωής σε ένα παιδί με αυτοκαταστροφικές ή παραβατικές τάσεις; Μετράει περισσότερο ένας υπάλληλος που, κλεισμένος σε ένα ήσυχο γραφείο του τελευταίου ορόφου, διεκπεραιώνει επιτυχώς εκατό υποθέσεις την ημέρα, σε σχέση με έναν (τυπικά ομοιόβαθμο) υπάλληλο του ισογείου ο οποίος, φτάνοντας ως τις εσχατιές των φυσικών και ψυχικών του αντοχών, καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά τις (συχνά οργισμένες και απρεπείς) διαμαρτυρίες των πολιτών για τις δυσλειτουργίες του συστήματος;

Τώρα, αυτή καθαυτήν η εφαρμογή στην πράξη των συμφωνημένων κριτηρίων αξιολόγησης είναι μία διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική υπόθεση. Σε ένα απόλυτα αξιοκρατικό σύστημα διαχείρισης των κοινών, δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης. Πόσο αξιοκρατικό, όμως, είναι το δικό μας σύστημα δημόσιας διοίκησης και δημόσιας εκπαίδευσης; Θα είναι απόλυτα στεγανοποιημένη η αξιολόγηση από πολιτικές και συνδικαλιστικές επιρροές; Θα υπάρχει υπερκομματικός φορέας ελέγχου του τρόπου εφαρμογής της αξιολόγησης; Αν ναι, πώς θα καθορίζεται θεσμικά η συγκρότησή του και πώς θα διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία του;

Με βάση την ως τώρα εμπειρία μας για τον τρόπο που λειτουργεί, γενικά, ο δημόσιος τομέας σε αυτή τη χώρα, κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα είναι, δυστυχώς, ρητορικά. Δεν χρήζουν απαντήσεων αλλά απαιτούν σημαντική αλλαγή νοοτροπίας εκ μέρους κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Πριν μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον είμαστε ώριμοι - ως λαός και ως πολιτεία - να την εφαρμόσουμε στην πράξη.

Κλείνουμε με μία επισήμανση που θεωρούμε σημαντική και η οποία θα έπρεπε να είναι (μα δεν είναι πάντοτε) αυτονόητη. Η αξιολόγηση στοχεύει αποκλειστικά στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος στον πολίτη. Με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να αποτελεί μέσο κοινωνικής και πολιτικής εκδίκησης για υποτιθέμενους «τεμπέληδες και άχρηστους προνομιούχους», όπως με αήθη, άδικο και κοινωνικά ρατσιστικό τρόπο χαρακτηρίζονται συλλήβδην οι δημόσιοι λειτουργοί από μερικούς «καλοθελητές» των media και του Διαδικτύου.

Στον βαθμό που καταστεί εφικτή η διασφάλιση απόλυτης αντικειμενικότητας στη βάση κοινά συμφωνημένων κριτηρίων και αρχών, η αξιολόγηση θα είναι, πιστεύουμε, καλοδεχούμενη από το σύνολο των δημόσιων λειτουργών (κάποιες εξαιρέσεις, βέβαια, πάντοτε θα υπάρχουν). Ισοπεδωτικές γενικεύσεις και καθολικές δαιμονοποιήσεις, όμως, ελάχιστα συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Ακόμα περισσότερο, όταν υπαγορεύονται από παγιωμένες προκαταλήψεις και ιδιοτελείς (πολιτικές ή άλλες) σκοπιμότητες...

Τρίτη 15 Απριλίου 2025

Οι όψεις του λαϊκισμού


Το επικίνδυνο κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο του λαϊκισμού έκανε και πάλι την εμφάνισή του στη χώρα μας με αφορμή την υπόθεση των Τεμπών. Σε μεγαλύτερη κλίμακα, ο λαϊκισμός λαμβάνει πλέον παγκοσμιοποιημένες διαστάσεις με αφετηρία την πολιτική ηγεσία στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού - και κάποια πρόθυμα ευρωπαϊκά φερέφωνα...

Όμως, ποια ακριβώς είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που ορίζουν τον λαϊκισμό, και ποιες είναι οι πολιτικές και ιστορικές παραλλαγές του φαινομένου; Κάποια από αυτά τα ερωτήματα επιχείρησε να απαντήσει ένα κείμενο του 2020, σε μία εφημερίδα που, δυστυχώς, διολισθαίνει εσχάτως σε πρακτικές που παραπέμπουν στο υπό εξέταση φαινόμενο...

    Τα πολλά πρόσωπα του λαϊκισμού


Ο λαϊκισμός είναι μία παθογένεια της Δημοκρατίας και ένα μέσο χειραγώγησης και ελέγχου στον Ολοκληρωτισμό. Είναι αναγνωρίσιμα τα βασικά χαρακτηριστικά και τα ποικίλα πρόσωπά του.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Η παρουσία του κ. Σαμαρά | Άρθρο του 1992


Άρθρο στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 7-11-1992 (ο τίτλος ήταν επιλογή της εφημερίδας). Έχουν γίνει μικρές βελτιώσεις στο αρχικό κείμενο.

Πριν παραθέσω το άρθρο, λίγα λόγια για το πολιτικό σκηνικό της εποχής:

Οκτώβριος 1992... Παραιτείται από το βουλευτικό αξίωμα ο Αντώνης Σαμαράς, έχων διατελέσει έως τον Απρίλιο του ίδιου έτους υπουργός Εξωτερικών της χώρας στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (ασυγχώρητη επιλογή ενός τόσο έμπειρου πολιτικού!). Στους δρόμους και τις πλατείες φανατικοί ιερείς και υστερικά πλήθη πρόσφεραν άλλοθι στον Σαμαρά για να ξεδιπλώσει την πολιτική του ατζέντα, εκμεταλλευόμενος εθνικές ευαισθησίες της εποχής. Πριν αφήσει το υπουργείο του είχε προλάβει να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην εξωτερική πολιτική της χώρας, υιοθετώντας μία ακραία και διπλωματικά παράλογη στάση μικρομέγαλου εθνικού μαξιμαλισμού που, τελικά, γύρισε μπούμερανγκ για την Ελλάδα στην τελική έκβαση του Μακεδονικού ζητήματος.

Πολλοί χαιρέτισαν τότε την παραίτηση του κ. Σαμαρά ως πράξη εθνικής ευαισθησίας και εθνικής συνέπειας. Την είχαμε χαιρετίσει κι εμείς σε ένα κείμενο στην «Καθημερινή» (το παραθέτω πιο κάτω), αλλά για εκ διαμέτρου αντίθετους λόγους...

--------------------------------

Μία σημαντική μερίδα των μέσων ενημέρωσης και του Τύπου χαιρέτισε την παραίτηση του τέως υπουργού Εξωτερικών, κ. Α. Σαμαρά, από το βουλευτικό αξίωμα, ως πράξη εθνικής ευαισθησίας και φιλοπατρίας. Κατά μία έννοια, τούτο είναι απολύτως ορθό.

Η σύντομη παρουσία του κ. Σαμαρά σε υπεύθυνη κυβερνητική θέση είχε σοβαρές συνέπειες για τη χώρα. Ας απαριθμήσουμε μερικές από αυτές:

1. Κατόρθωσε να επαναφέρει την Ελλάδα, στη συνείδηση της Ευρώπης, στην τριτοκοσμική θέση όπου παραδοσιακά και φυσιολογικά ανήκει, ολοκληρώνοντας τις ευγενείς προσπάθειες που έγιναν στην κατεύθυνση αυτή κατά την οκταετία 1981-89. Υιοθετώντας την πολιτική του θυμικού και της υστερίας (αφού αυτή του ρεαλισμού είναι ίδιον των «εθνοπροδοτών»), συνέβαλε στη μετάλλαξη της χώρας σε ένα απέραντο εθνικιστικό φολκλόρ [1], το οποίο οι Ευρωπαίοι εταίροι μας θα εύρισκαν άκρως διασκεδαστικό αν δεν ήταν ταυτόχρονα και επιζήμιο για την ευρωπαϊκή συνοχή. Μοιραία, φτάσαμε να δεχόμαστε μαθήματα ευρωπαϊκής συμπεριφοράς ακόμα και από την αντι-ευρωπαϊκή Δανία, η οποία δεν παρέλειψε να μας υπενθυμίσει ότι είμαστε Βαλκάνιοι, προφητεύοντας ότι έτσι θα παραμείνουμε για πολύ ακόμα.

2. Οι άστοχοι και αψυχολόγητοι χειρισμοί του, από τα πρώτα κιόλας βήματά του ως υπουργού Εξωτερικών, στέρησαν την Ελλάδα από μία ιστορική ευκαιρία να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη στην περιοχή της. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι βόρειοι γείτονές μας (Αλβανία, Βουλγαρία, Σκόπια) βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς ουσιαστική εξωτερική προστασία, έχοντας να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα τις συνέπειες μιας εξαθλιωμένης οικονομίας. Ποια στάση τήρησε ο καθ’ ύλην αρμόδιος για την ελληνική εξωτερική πολιτική υπουργός; Αντί να σπεύσει να τείνει χείρα φιλίας και συνεργασίας, επιδόθηκε σε λεονταρισμούς προς πάσα κατεύθυνση, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες στα γειτονικά κράτη για τις προθέσεις της χώρας μας. Φυσικά, οι κυβερνήσεις των γειτόνων μας στράφηκαν πλέον στους προς ανατολάς «φίλους» μας για «προστασία». Και απομείναμε εμείς να βλέπουμε αμήχανοι από τις τηλεοράσεις μας τα χειροφιλήματα της αλβανικής ηγεσίας προς τον κ. Ντεμιρέλ... [2]

3. Ο κ. Σαμαράς, εμφανέστατα παρασυρμένος από προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, και έχοντας ως όπλο έναν ελκυστικό για τις μάζες (αλλά ολέθριο για την ουσία της εξωτερικής πολιτικής) λαϊκισμό, παγίδευσε την κυβέρνηση σε μία αδιέξοδη – και λίαν δαπανηρή, διπλωματικά – αντιπαράθεση με όλους, σχεδόν, τους συμμάχους μας, με κεντρικό (και ουσιαστικά μοναδικό) άξονα το όνομα της Δημοκρατίας των Σκοπίων, θέτοντας ως υποθήκη τα λοιπά (και πλέον ουσιώδη) εθνικά ζητήματα. Παράλληλα, οι αδέξιοι χειρισμοί του είχαν ως αποτέλεσμα τον εκ των πραγμάτων σημαντικό περιορισμό κάθε δυνατότητας διπλωματικών χειρισμών και ελιγμών εκ μέρους τού (κατά πολύ ψυχραιμότερου και πραγματιστή) πρωθυπουργού [3] σε κρίσιμες διαπραγματεύσεις.

4. Θεωρώντας, προφανώς, τον εαυτό του ως τον νέο Βενιζέλο, ήταν πρόθυμος και έτοιμος ανά πάσα στιγμή να εμπλέξει τη χώρα σε εθνική περιπέτεια [4] της οποίας η κατάληξη θα ήταν απρόβλεπτη και, σε κάθε περίπτωση, οδυνηρή.

Με βάση τα προαναφερθέντα, πιστεύουμε ότι η απόφαση του κ. Σαμαρά να απαλλάξει το πολιτικό προσκήνιο του τόπου μας από την παρουσία του [5] αποτελεί πράγματι μία μέγιστη επίδειξη πατριωτισμού!

ΚΩΝ. Ι. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ, Φυσικός, Αθήνα

[1] Αναφέρεται στις γραφικές εξαλλοσύνες της εποχής εκείνης με αφορμή το ζήτημα του ονόματος της «Δημοκρατίας των Σκοπίων» (sic).

[2] Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, τότε Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας.

[3] Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Έλληνας Πρωθυπουργός (1990-93).

[4] Αρθρογράφος της εποχής εκείνης και, αργότερα, στενός συνεργάτης του Α. Σαμαρά, πρότεινε να... εισβάλει η Ελλάδα στρατιωτικά στα Σκόπια! Δείτε, π.χ., εδώ: 

[5] Το κείμενο δεν αποδείχθηκε προφητικό, αφού η απουσία του Α. Σαμαρά από το πολιτικό προσκήνιο ήταν μόνο προσωρινή...