Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Μια απάντηση στον Μπίσμαρκ…

Η Ελένη Α., τακτική αναγνώστρια του Aixmi.gr, θέλοντας προφανώς να με πειράξει, μου έγραψε πρόσφατα ένα σχόλιο που εμπεριείχε την φαρμακερή ρήση του Όττο Φον Μπίσμαρκ«Καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς!» (Drei Professoren, Vaterland verloren). Το ίδιο είχα ακούσει παλιότερα κι από έναν φίλο πολιτικό μηχανικό, καθώς μου ανέλυε τους λόγους για τους οποίους είχε αποτύχει τότε το πολιτικό πείραμα της οικουμενικής κυβέρνησης. Όπως, περίπου, και από ιδιαίτερα σκεπτόμενους αναγνώστες της (παλιάς) «Ελευθεροτυπίας», που σχολίασαν στα σοβαρά ένα μάλλον χιουμοριστικών προθέσεων άρθρο μου με τίτλο «Ο Πολιτικός, ο Τεχνοκράτης κι ο… Μάρλον Μπράντο!».

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποιος είναι ο κρίσιμος αριθμός καθηγητών που απαιτείται για τη διάλυση μιας χώρας. Ούτως ή άλλως, αντικείμενο του παρόντος σημειώματος δεν είναι η δοκιμότητα των πανεπιστημιακών δασκάλων στο πλαίσιο της άσκησης κρατικής εξουσίας, αλλά το ακαδημαϊκό ήθος τους, εντός του χώρου υπηρέτησης του λειτουργήματός τους. Κι επειδή το θέμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο και μια εις βάθος ανάλυσή του θα απαιτούσε χρόνο και ερευνητικά εφόδια που δεν διαθέτω, θα περιοριστώ στην παράθεση δύο προσωπικών εμπειριών που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη και τη συνείδησή μου και, μέσα από τις εμφατικές αντιθέσεις τους, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας που έπλασα ως σπουδαστής για τους καθηγητές της ανώτατης βαθμίδας της Εκπαίδευσης. Στην πρώτη περίπτωση, κάλλιστα, θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός της «ακαδημαϊκής αλητείας»! Στη δεύτερη, της ακαδημαϊκής μεγαλοσύνης…

Πανεπιστήμιο της Αθήνας, τέλη της δεκαετίας του ’70… Στον πίνακα ανακοινώσεων αναρτώνται αποτελέσματα εξέτασης βασικού μαθήματος. Καθηγητής, ένας σχετικά νέος επιστήμονας με ιδιαίτερο ταλέντο στις διεθνείς διασυνδέσεις και με υπερτροφικά ανεπτυγμένο αίσθημα αυτοπεποίθησης!

Ένας φοιτητάκος, που ήξερε πως είχε γράψει καλά στην εξέταση (ήταν το αγαπημένο του μάθημα λόγω αντικειμένου) δεν είδε το όνομά του ανάμεσα στους επιτυχόντες. Αντίθετα, είχαν περάσει φίλοι του τους οποίους είχε βοηθήσει στη μελέτη. Εκείνη τη στιγμή, δεν πέρασε καν συνειρμικά απ’ το μυαλό του το γεγονός ότι οι φίλοι ανήκαν σε πανίσχυρη, τότε, φοιτητική παράταξη, ενώ ο ίδιος ήταν πολιτικά ανένταχτος. Ούτε γνώριζε την ανάγκη του καθηγητή να παρουσιάσει εξορθολογισμένες καμπύλες αποτελεσμάτων με καθορισμένο ποσοστό επιτυχόντων…

Κατά τα ειωθότα, ο καθηγητής ανακοίνωσε κάποια ώρα που θα μπορούσαν να τον επισκεφθούν οι φοιτητές που ήθελαν να δουν το γραπτό τους. Ο φοιτητάκος χτύπησε την πόρτα με συστολή και μπήκε στο γραφείο. Με αίσθημα δέους μπροστά στον καθηγητή με την τρομαχτική θωριά, ρώτησε ποια ακριβώς ήταν τα λάθη που του είχαν κοστίσει βαθμολογικά. Καθώς δεν πήρε σαφή απάντηση, βρήκε το θάρρος να επιμείνει. Και τότε άκουσε έκπληκτος τον δάσκαλό του να λέει, με μια χροιά σκληρού κυνισμού και αλαζονικής ωμότητας στη φωνή του:

– Άκουσε να σου πω, στο κάτω-κάτω, καθηγητής είμαι και ό,τι θέλω κάνω! Λοιπόν, άντε, ντύσου και πήγαινε!

«Ντύσου και πήγαινε!» Μια φράση που δύσκολα θα απηύθυνε πολιτισμένος άνθρωπος ακόμα και σε πόρνη στο τέλος μιας κατ’ οίκον επίσκεψης! Ο κατά τα άλλα ευφυής Μπίσμαρκ μάλλον δεν γνώριζε τον σημαντικότερο λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να απαξιώνει τους καθηγητές (ή, για να είμαι δίκαιος, κάποιους απ’ αυτούς…).

Ο φοιτητάκος μεγάλωσε λιγάκι και κάποια στιγμή βρέθηκε να κάνει μεταπτυχιακά σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ. Γυρνώντας ένα Σεπτέμβρη από διακοπές στην Ελλάδα, του ανακοίνωσαν ότι του χορηγήθηκε μια σημαντική υποτροφία. Όχι ως χειρονομία αβροφροσύνης, φυσικά: Μέρος των καθηκόντων του (πέραν της έρευνας) ήταν να οργανώνει μαθήματα αποκλειστικά για τους καθηγητές της Σχολής, στους οποίους θα δίδασκε κάτι από αυτά που κι ο ίδιος μάθαινε στο πλαίσιο της εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής.

Και επί τέσσερα χρόνια οι δάσκαλοί του κάθονταν στα θρανία σαν απλοί μαθητές, κρατώντας σχολαστικά σημειώσεις από τις παραδόσεις ενός άσημου Έλληνα μεταπτυχιακού φοιτητή! Ε, τέτοιο μάθημα ταπεινοφροσύνης θα είχε σίγουρα κλονίσει ακόμα και τον Μπίσμαρκ, για να μην πω και την φιλτάτη αναγνώστρια Ελένη του Aixmi.gr, η οποία παρέθεσε τον αφορισμό του τελευταίου σχολιάζοντας προηγούμενο άρθρο μου!

Δεν γνωρίζω αν δύο, τρεις ή δεκατρείς καθηγητές θα αρκούσαν για να καταστρέψουν μια χώρα. Μπορώ με βεβαιότητα, όμως, να πω ότι ένας καθηγητής είναι αρκετός για να σκοτώσει την ιδανική εικόνα που έχει ανάγκη να πλάσει ένας νέος σπουδαστής για τους ακαδημαϊκούς του δασκάλους. Ευρισκόμενος πια κι εγώ στην αντίπερα όχθη, προσπαθώ να μην ξεχνώ ποτέ τις εμπειρίες που με σημάδεψαν, θετικά ή αρνητικά. Το αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να γίνομαι καλύτερος δάσκαλος, αρμόδιοι να το κρίνουν είναι, ασφαλώς, μόνο οι μαθητές μου…

Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι ασήμαντος δάσκαλος σημαντικών μαθητών!

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Μια "αιρετική" άποψη για τις γάτες...

Η Ελένη Αθανασούλη, διακεκριμένη νομικός και συγγραφέας, δημοσίευσε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σχόλιο πάνω στο άρθρο "Οι γάτες γυρίζουν πίσω (μια αλληγορία για τον νεο-ναζισμό)". Για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα αυτοτελές "άρθρο μέσα στο άρθρο", που φωτίζει μια φιλοσοφική άποψη συμπληρωματική ως προς (και όχι κατ' ανάγκη ασύμβατη με) αυτήν του πρωτογενούς κειμένου. Παραθέτω το εξαιρετικό αυτό σχόλιο της αναγνώστριας του Aixmi.gr.

Κύριε Παπαχρήστου,

Με σαγηνεύει ο τρόπος που προσεγγίζετε τα πράγματα. Βλέπετε μια αξιοθαύμαστη πλευρά τους και την τονίζετε και την χρωματίζετε με όλη την ευαισθησία που μπορεί να έχει ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος. Εγώ πάλι, αιρετική, σαν από μια μόνιμη επαγγελματική ασθένεια (της προβολής ενστάσεων), παρακολουθώ το διανοητικό παιχνίδι, και ψάχνω την αίρεση.

Τη βρήκα, νομίζω, και τώρα! Ας υποθέσουμε λοιπόν, πως οι σκύλοι είναι πιο συμπαθείς γιατί ξεχνάνε το παρελθόν τους, γιατί προσαρμόζονται στο νέο περιβάλλον, και γιατί μένουν παντοτινά πιστοί στο αφεντικό τους, ενώ οι γάτες όχι, γιατί έχουν άποψη και προτιμήσεις άσχετες από εκείνες του αφεντικού τους. Οι γάτες, λέτε γυρίζουν πίσω. Ίσως να εννοείτε ότι είναι οπισθοδρομικές, αφού δεν τραβάνε μπροστά. Ίσως, όμως, δεν είναι από φόβο στο άγνωστο μέλλον, αλλά από αγάπη στη ζεστασιά, τη στοργή και τη φροντίδα που βρήκαν στον τόπο που γεννήθηκαν. Το ίδιο δεν ισχύει για όλους μας, σε κάποιο βαθμό, ακόμη κι αν έχουμε φύγει; Από τον τόπο αυτόν, άλλος φεύγει και ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω του (και οι πεταμένες γάτες το ίδιο κάνουν), άλλος θυμάται τον τόπο τούτον μια ζωή και θέλει να ξαναγυρίσει, και να νιώσει εκείνο τον παλιό παλμό και το χάδι. Εκεί, που άνοιξε τα μάτια του στον κόσμο.

Το κριτήριό που υπαγορεύει την προτίμησή σας στους σκύλους, ίσως είναι η υποταγή τους στον άνθρωπο και η αναγνώριση της αυθεντίας του. Εξάλλου, η υποταγή τους, δείχνει ότι η προσωπική μας σχέση με τα συμπαθή κατοικίδια και η συμβιωσιμότητα – συντροφικότητα που μπορεί να έχουμε θα είναι επιτυχής.

Με αφορμή το άρθρο σας σκέφτηκα, ότι εμείς όμως, ως ανθρώπινες υποστάσεις, καμμιά φορά ζούμε/φερόμαστε σαν γάτες ή σκύλοι.

Εξηγούμαι: Μπορεί οι καιροί να άλλαξαν και νέες πολιτικές ιδέες και μέθοδοι να εμφανίστηκαν και να εφαρμόζονται στον κόσμο, και είναι πράγματι καλό να μεταδίδεται το πνεύμα της προόδου, αλλά, ανάμεσα σε όλα αυτά, επινοήθηκαν και νέες τεχνικές εξαπάτησης και αποπροσανατολισμού.

Έτσι αυτοί που κατέχουν τα μέσα, τον πλούτο, τη διοίκηση κ.α., κατευθύνουν με κρυμμένες αλήθειες ή απροκάλυπτα ψέμματα τις διαδικασίες και τους συσχετισμούς κατά τρόπο ώστε να διαιωνίζεται η δική τους (πάσης μορφής) εξουσία και πρόσοδος και οι υπόλοιποι να είναι απλώς τα μέσα για ένα τέτοιο πορισμό σ’ αυτούς. Αυτοί χρησιμοποιούν τους ανθρώπους σαν σκύλους, τους εκγυμνάζουν στην υποταγή και τους επιβραβεύουν γι’ αυτό, κι εκείνοι πειθήνια ακολουθούν τα αφεντικά τους, μέχρι θανάτου, με τρόπαιο ένα κόκκαλο. Ενώ άλλοι, κοιτούν τους πολίτες περιφρονητικά, ως καθυστερημένες γάτες, που δεν ξανοίγονται στο μέλλον, να συναντήσουν την πρόοδο και την ελευθερία από τα δεσμά των προκαταλήψεων και της εσωστρέφειας.

Από την άλλη πλευρά, αν οι κρατούντες αναγνώριζαν πως οι πολίτες, έχουν άποψη, έχουν δικαίωμα (και θέλουν να το ασκήσουν) στην άποψη, τη διεκδίκηση, την έκφραση της άρνησης, θα υπολόγιζαν τη δύναμη του επιχειρήματος και του λόγου μας, και θα μας αντιμετώπιζαν όχι ως υποταγμένους σκύλους, αλλά ως ελεύθερες και ανεξάρτητες γάτες (για να χρησιμοποιήσω τη σημερινή σας προσφορώτατη αλληγορία), που θα μείνουμε (ή θα πάμε) εκεί που μας εκφράζει ως πολίτες, εκεί που υπάρχει σεβασμός στην προσωπική μας ζωή και ανάγκη.

Είναι εύλογο στην πολιτική κονίστρα, και μάλιστα σε εποχές πολιτκά ρευστές, να αλληλοκατηγορούνται οι πολιτικοί αντίπαλοι, εμείς όμως μπορούμε να κρίνουμε γιατί ζούμε -πολύ καιρό- στον ίδιο, μ’ αυτούς τόπο. Δεν μπορούμε ακρίτως να πιστεύουμε τον κάθε οργισμένο και ψευδόμενο εντολέα, συνωμότη, πολιτικάντη, κλέφτη, αποτυχημένο, ανεπάγγελτο-επαγγελματία της πολιτικής. Οι μακιαβελικές μέθοδοι, τα οικονομικά συμφέροντα, οι εξωνημένες πολιτικές συνειδήσεις, η εστιασμένη ατιμωρησία εγνωσμένων εγκληματιών, η καθιέρωση ταξικής ατιμωρησίας των (αιρετών, τρομάρα μας) αρχόντων, και η κληρονομικώ δικαιώματι απονομή οφφιτσίων (στους ημετέρους των ατιμωρήτων και απολαμβανόντων), είναι πράγματα αποδεκτά από σκύλους -και όχι από πολίτες- στις μέρες μας και στον τόπο μας.

Αν αγωνιστούμε να καταδείξουμε και τελικά να επιλέξουμε, αυτό που εξυπηρετεί τις κοινές ανάγκες (διαβίωση/επιβίωση/συμβίωση) όλων ημών των πολιτών μαζί, ένα είναι βέβαιο: ότι θα βρούμε αυτό που μας ενώνει και αυτό θα απαιτήσουμε από τους πολιτικούς μας. Γιατί όλοι οι πολίτες χρειάζονται, γιατρό, σχολείο, ασφάλεια, εργασία, ευρυθμία υπηρεσιών, δικαιοσύνη, κατοικία, κλπ συναφή αγαθά και υπηρεσίες.
Είναι εύλογο λοιπόν, όποιο πολιτικό κόμμα τα προσφέρει όλα αυτά και τα κατοχυρώνει, αυτό να είναι προτιμητέο από τους πολλούς, ενώ, όποιο στερεί ή δεν παρέχει τέτοια αγαθά, αυτό να μην είναι προτιμητέο και να συγκεντρώνει τις αντιδράσεις των πολιτών.

Δεν διαφωνούμε, αυτός που θέλει πολλά πλούτη, να προσπαθήσει να τα αποκτήσει, αλλά όχι σε βάρος όλων του κοινωνικού συνόλου, και κυρίως επιβαρύνοντας το δημόσιο συμφέρον για την ικανοποίηση των ατομικών του επιδιώξεων.

Οι σκύλοι, που εύκολα προσαρμόζονται, όταν βρεθούν χωρίς αφεντικό, κάνουν αγέλες, οι γάτες όμως όχι. Γιατί έχουν μνήμη και άποψη.

Ελένη Αθανασούλη

Πηγή: Aixmi.gr

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Οι γάτες γυρίζουν πίσω (μια αλληγορία για τον νεο-ναζισμό)

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε, στην αρχική του μορφή, στο «Βήμα» πριν ένα χρόνο (11/9/2012). Δυστυχώς παραμένει επίκαιρο, όπως αναλλοίωτα μένουν και τα δολοφονικά ένστικτα ενός ακραίου «πολιτικού» (ας τον χαρακτηρίσουμε έτσι) χώρου που, χάρη στην πολιτική σύγχυση των καιρών, έχει εμφιλοχωρήσει στο κοινοβουλευτικό μας σύστημα… Έχοντας εξασφαλίσει την ευγενική άδεια του«Βήματος» (το οποίο ευχαριστώ), αναδημοσιεύω το κείμενο (με μικρές βελτιώσεις και αναγκαίες επικαιροποιήσεις) προς χάριν των αναγνωστών του Aixmi.gr

Εκτιμώ ιδιαίτερα τους σκύλους. Όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, έχουν την ικανότητα να ξεκόβουν από το χθες, να αναπροσαρμόζονται, να μετεξελίσσονται… Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βρίσκονται κοντά στο αφεντικό τους, σ’ όποια γωνιά της γης κι αν τους πάει. Το γνωρίζω από πρώτο χέρι, έχοντας υποβάλει δύο σκύλους στο «πολιτιστικό σοκ» ισάριθμων υπερατλαντικών μετακινήσεων! Οι γάτες είναι διαφορετική περίπτωση: δένονται με τόπους, όχι με ανθρώπους. Δεν ξεχνούν ποτέ το μέρος που μεγάλωσαν, και είναι απρόθυμες να το εγκαταλείψουν ακολουθώντας τα αφεντικά τους σε μια μετακίνηση.

Το διπλανό σπίτι, στην Αμερική, το νοίκιαζε ένας μεταπτυχιακός φοιτητής που ζούσε εκεί με την οικογένειά του και τους γάτους τους, δύο πανέξυπνους Σιαμέζους. Τελειώνοντας τις σπουδές του, ο Μπομπ βρήκε αμέσως δουλειά (άλλες εποχές τότε!), πράγμα που του επέτρεψε να χτίσει ένα δικό του σπίτι σε μια όμορφη περιοχή της πόλης, κάπου ένα μίλι μακριά απ’ την παλιά τους γειτονιά. Το νέο σπίτι ήταν ευρύχωρο, είχε μεγάλο κήπο και ήταν αληθινός παράδεισος για παιδιά και κατοικίδια!

Δεν είχε περάσει καλά-καλά μια βδομάδα από τη μετακόμιση της οικογένειας, και βλέπω ένα πρωί τον Μπάγκι και τον Κάαν να νιαουρίζουν έξω απ’ το παλιό σπίτι, εκεί δίπλα στο δικό μου. Μάταια περίμεναν να τους ανοίξει κάποιος να μπουν – και ήξεραν καλά πως αυτός δεν θα μπορούσε να είναι κάποιο από τα αφεντικά τους! Δεν άργησε, όμως, να καταφτάσει η γυναίκα του Μπομπ, η οποία, με φανερή ανακούφιση, έβαλε τους γάτους στο αυτοκίνητο. Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές τις επόμενες βδομάδες…

Ο Μπάγκι και ο Κάαν δεν μπόρεσαν να ξεκόψουν από τις καταβολές τους, να αναπροσαρμοστούν σε νέα δεδομένα και να εξελιχθούν σαν όντα. Δεν στάθηκαν ικανοί να αξιοποιήσουν προς όφελός τους την ευκαιρία που τους δόθηκε για μια αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής, και δεν έδειξαν να εκτιμούν αυτούς που τους την πρόσφεραν. Όμως, ο Μπάγκι και ο Κάαν ήταν απλά δύο γάτες που ακολουθούσαν ενστικτωδώς τα βιολογικά τους στερεότυπα. Και οι γάτες δεν είναι προικισμένες με το δώρο της εξελιξιμότητας που διαθέτει η ανθρώπινη συνειδητότητα – μα, ως ένα βαθμό, και οι άσπονδοι εχθροί τους, οι σκύλοι!

Θυμήθηκα εκείνη την παλιά ιστορία καθώς παρακολουθώ το ασταμάτητο – πρόσφατα μάλιστα και με δολοφονικές κορυφώσεις – κύμα βίας που απλώνεται στη χώρα με ευθύνη νεόκοπων κοινοβουλευτικών δυνάμεων του ακραίου χώρου. Δυνάμεις που ανέκαθεν βρίσκονταν στις παρυφές της νομιμότητας και έξω από το πλαίσιο της δημοκρατικής ορθοφροσύνης λόγω της προσκόλλησής τους σε ιδεολογίες και πρακτικές σκοτεινών ιστορικών περιόδων, που οδήγησαν στη φρίκη ενός πρωτόγνωρου μαζικού εγκλήματος…

Δυνάμεις, εν τούτοις, στις οποίες ένα τμήμα του ελληνικού λαού, υπό το κράτος μιας (εν μέρει κατανοητής) αυτοσυντηρητικής αγωνίας λόγω της κατακόρυφα αυξανόμενης εγκληματικότητας, έδωσε μια σπάνια ευκαιρία: να αποκτήσουν πολιτική νομιμότητα και να αναβαπτιστούν στα νάματα της δημοκρατίας, συμμετέχοντας ως ισότιμοι κοινοβουλευτικοί εταίροι στις λειτουργίες του ναού του πολιτεύματος!

Όμως, φαίνεται πως ακόμα και πολιτικές παρατάξεις μπορεί να υπόκεινται στο σύνδρομο της γάτας: Σαν τον Μπάγκι και τον Κάαν, δεν άργησαν να ξαναθυμηθούν τις ιδεολογικές τους καταβολές (αν υποτεθεί ότι τις είχαν ποτέ ξεχάσει…) και να επιστρέψουν σε γνώριμες, γι’ αυτούς, πρακτικές βίας και de facto υποκατάστασης των νόμιμων μηχανισμών του κράτους. Σε ιδανική απομίμηση (απόλυτα συνειδητή, θα λέγαμε) των Ταγμάτων κάποιου διαβόητου κυρίου Röhm! Εξωθούμενος, μάλιστα, ο μιμητισμός αυτός στα άκρα, βλέπουμε τώρα να φτάνει ως το έγκλημα με τη δολοφονία ιδεολογικών αντιπάλων που είναι υπέρ το δέον «ενοχλητικοί»…

Το ότι οι μηχανισμοί της Πολιτείας είναι ανεπαρκείς για την προστασία της ασφάλειας και της (όποιας) ευημερίας των πολιτών, δεν συζητείται καν! Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν δικαιοδοτεί κάποιους, έστω και υπό τον προσχηματικό μανδύα μιας κοινοβουλευτικής δήθεν «νομιμοποίησης», να υποκαθιστούν τους μηχανισμούς αυτούς προβαίνοντας σε πράξεις αυθαίρετης βίας εναντίον οιουδήποτε μη αρεστού. Πράξεις που, ασφαλώς, πόρρω απέχουν από τις παραπλανητικές αρχικές εικόνες του «αγνού και άδολου προστάτη» των ανθρώπων της γειτονιάς. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για στυγερές δολοφονίες με αμιγώς ιδεολογικά κίνητρα που ελάχιστη σχέση έχουν με την «προστασία» της δημόσιας τάξης!

Το δημοκρατικό πολίτευμα θέτει αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς σε όσους το απολαμβάνουν. Ιδιαίτερα, σ’ εκείνους που (υποτίθεται ότι) είναι ορκισμένοι να το υπηρετούν! Σ’ αυτούς τους τελευταίους αδυνατώ να αναγνωρίσω ελαφρυντικά όταν προδίδουν τα ιδανικά της δημοκρατίας, επιστρέφοντας σε νοσηρές ιδεολογικές αφετηρίες που όφειλαν εξαρχής να είχαν εμφατικά αποκηρύξει. Ελαφρυντικά που, ομολογώ, στην περίπτωση του Μπάγκι και του Κάαν δεν δυσκολεύτηκα και τόσο να βρω!

Ο Κώστας Παπαχρήστου εκτιμά ιδιαίτερα τους σκύλους (άντε, και τις α-πολιτικές γάτες!)

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr για το άρθρο "Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη"

Ένα ιδιαίτερα τιμητικό σχόλιο για το άρθρο Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη, δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr. Το έστειλε η Καθηγήτρια Φιλοσοφίας, Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη. Το παραθέτω:

Κύριε Παπαχρήστου, διάβασα με αισθήματα κατάφασης το άρθρο σας (και τις παραπομπές σας σε προγενέστερα) και το αίσθημα που αποκόμισα ήταν: Να και μια σοβαρή προσέγγιση της εν πολλοίς διαστρεβλωμένης εικόνας του Λιαντίνη από την ασχετοσύνη δημοσιογραφικής φαιδρότητας. Χάρηκα που δεν ασχοληθήκατε με τα γνωστά κουτσομπολιά που κάποιοι «πουλάνε», αλλά προσπαθήσατε μια δική σας εις βάθος κατανόηση, έστω και αν σε μερικά σημεία διαφωνώ, γιατί δυστυχώς χωρίς να το θέλετε, ήταν αναπόφευκτο να μην έχετε και εσείς εν μέρει επηρεαστεί από κάποιους που ενώ ποτέ δεν τον γνώρισαν, αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν, όπως το ανόητο μυαλό τους συνέφερε.

Έστειλα στο Aixmi την παρακάτω απάντηση:

Με τιμά αφάνταστα το σχόλιό σας! Πράγματι, ένας από τους λόγους που αποφάσισα να πρωτο-γράψω για τον χαρισματικό αυτό παιδαγωγό ήταν η (βάσιμη, φοβάμαι) υποψία μου πως, στους δικούς του ακαδημαϊκούς κύκλους, μια σοβαρή προσέγγιση στο έργο του (έστω και με κριτικό πνεύμα) αποτελεί ταμπού (που ενδεχομένως επισύρει ακόμα και ακαδημαϊκές συνέπειες…). Εκτός τούτου, διαπίστωσα ότι την υστεροφημία του τραυματίζουν τόσο οι λαϊκιστικές-σκανδαλοθηρικές προσεγγίσεις στις οποίες αναφέρεστε, όσο και, εξίσου, οι δουλοπρεπείς, σχεδόν ειδωλολατρικές εκδηλώσεις λατρείας κάποιων πρώην μαθητών του… 
Θα επαναλάβω κάτι που έγραψα αλλού: Κατά τη γνώμη μου (και δεν θα την χαρακτηρίσω, με την συνήθη επίδειξη ψευτο-σεμνοτυφίας, «ταπεινή»!), ο Λιαντίνης υπήρξε ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα! Τούτο δεν σημαίνει, όμως, πως ήταν απαλλαγμένος ανθρώπινων ιδιοτήτων και -μοιραία- ανθρώπινων αδυναμιών. Και, μόνο αν δει κανείς, σε όλη της την έκταση, τη συνθετότητα της προσωπικότητάς του, θα μπορέσει να διεισδύσει ολοκληρωτικά στη σκέψη του μεγάλου αυτού στοχαστή!

Είναι από τις λίγες φορές που μου δίνεται η αίσθηση πως κάποιος κατανοεί απόλυτα το πνεύμα των κειμένων μου για τον Δ. Λιαντίνη, και δεν σπεύδει να δαιμονοποιήσει τις προθέσεις μου! Ένα "ευχαριστώ" είναι το λιγότερο που οφείλω στην διακεκριμένη επιστήμονα-εκπαιδευτικό!

Κ. Παπαχρήστου

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη

Το πρόσφατο άρθρο μου «Στη σκιά ενός επίγειου θεού» ήταν μια απόπειρα μεταφυσικής και ποιητικής προσέγγισης στο φαινόμενο «Δημήτρης Λιαντίνης». Από πρόσωπα του στενού μου περιβάλλοντος δέχθηκα έντονες κριτικές: Με κατηγόρησαν πως θεοποίησα έναν κοινό θνητό (όσο σημαντικός κι αν υπήρξε αυτός), με τέτοιο τρόπο μάλιστα ώστε να παρεμφαίνεται, παράλληλα, μια (συνειδητή ή όχι) αυτο-συρρίκνωσή μου!

Δεν θα κρύψω πως το άρθρο αυτό υπήρξε προϊόν θαυμασμού για την ιδιοφυΐα και την δύναμη της προσωπικότητας του Δ. Λιαντίνη, άσχετα αν ποτέ δεν συμφώνησα με τις ιδέες του. Δέχομαι ότι ίσως παρασύρθηκα στην υπερβολή προσδίδοντας στον θρυλικό ακαδημαϊκό διαστάσεις υπερφυσικές και υπερκόσμιες! Για λόγους ισορροπίας, δεν παρέλειψα να αναφέρω και κάποιες ανθρώπινες αδυναμίες που, κατά τη γνώμη μου, τον χαρακτήριζαν. Ως προς το ύφος του κειμένου, απέφυγα τη χρήση «στεγνού» ακαδημαϊκού λόγου, επιλέγοντας έναν τρόπο έκφρασης πιο χαλαρό, συχνά διανθισμένο με χιούμορ που μόνο η στενόμυαλη προκατάληψη θα μπορούσε να παρερμηνεύσει ως «ειρωνεία και χλεύη», όπως διάβασα στα σχόλια κάποιων αναγνωστών!

Γιατί αποφάσισα, εδώ και αρκετόν καιρό, να ασχοληθώ κριτικά με τον Δ. Λιαντίνη, προκαλώντας την μήνιν των οπαδών του (άσχετα αν οι τελευταίοι αρνούνται πεισματικά τον χαρακτηρισμό «οπαδός»); Αφετηριακά, οι λόγοι υπήρξαν προσωπικοί. Σε δεύτερο χρόνο, μελετώντας το τελευταίο έργο του εντόπισα κάποιες ιδέες που, ως εκπαιδευτικό, με εξόργισαν! Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή…

Πριν κάποια χρόνια, ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο (ας την ονομάσουμε απλά «Φίλη») μου ζήτησε ως δώρο γιορτής να της αγοράσω τη «Γκέμμα». Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα αυτό τον τίτλο βιβλίου, αν και γνώριζα τον συγγραφέα από τον μυθιστορηματικό τρόπο που είχαν κάποτε παρουσιάσει την εξαφάνισή του τα media. Ο βιβλιοπώλης της γειτονιάς μου έδειξε εντυπωσιασμένος: «Πού το ανακάλυψες αυτό το βιβλίο;» Του είπα πως δεν το γνώριζα, μα ήταν παραγγελία δώρου…

Η Φίλη διερχόταν τότε μια περίοδο αληθινής ψυχολογικής αποσύνθεσης, με εμφανή τα σημάδια αυτοκαταστροφικών τάσεων. Πίστεψα πως το βιβλίο αυτό θα την βοηθούσε να ξαναγυρίσει σε μια θετική στάση ζωής – άλλωστε, για ποιον άλλο λόγο μου είχε ζητήσει να της το αγοράσω; Αυτό που δεν μπόρεσα να φανταστώ ήταν πως, άθελά μου, της είχα προσφέρει το τελικό κλειδί της εισόδου στην Κόλαση!

Η βούληση του πεπρωμένου και η δύναμη της θέλησης για ζωή υπερίσχυσαν, τελικά, της ροπής στην αυτοκαταστροφή. Κι έτσι ξεκίνησε για τη Φίλη μια μακρά κι επίπονη πορεία ανάκαμψης, παράλληλα με μια σταδιακή απομυθοποίηση ενός βιβλίου που υπήρξε κάποτε γι’ αυτήν «ευαγγέλιο»…

Πολλά χρόνια μετά την αγορά του φοβερού βιβλίου, ζήτησα από τον βιβλιοπώλη μου άλλη μια κόπια – τούτη τη φορά για τον εαυτό μου. Καθώς κατάπινα τις σελίδες, άρχισα να αντιλαμβάνομαι την καταλυτική επίδραση που θα μπορούσε να έχει αυτός ο σαγηνευτικά διαπεραστικός λόγος πάνω σε έναν εύθραυστο, παραπαίοντα ψυχισμό. Αλλά, και πέραν των όσων άπτονταν καθαρά προσωπικών ζητημάτων, στις σελίδες αυτές ανακάλυψα θέσεις που μου προκάλεσαν αισθήματα αποστροφής! Ανάμεσα σ’ αυτές, μια χυδαία σαρκαστική αναφορά στην ερωτική «δοκιμότητα» του Καζαντζάκη, ένας ρατσιστικού τύπου αντισημιτισμός που παραπέμπει σε εφιαλτικές περιόδους της νεότερης Ιστορίας, κι ένα επικίνδυνα νοσηρό δόγμα σύμφωνα με το οποίο στον πυρήνα κάθε ουσιαστικής ερωτικής σχέσης οφείλει να φωλιάζει η καταστροφή, η συμφορά κι ο θάνατος, αλλιώς ο έρωτας είναι «θέμα της κωμωδίας»!

Τον καιρό εκείνο είχα μόλις ξεκινήσει να αρθρογραφώ (ως αναγνώστης) στο «Βήμα». Έτσι, κάθισα και έγραψα ένα σύντομο άρθρο όπου συνόψιζα τις ενστάσεις μου πάνω στην «Γκέμμα». Παράλληλα, άρχισα να παρακολουθώ στο Διαδίκτυο videos με διαλέξεις του Λιαντίνη. Όσο γοητευτικός κι αν μου φάνηκε ο λόγος του, εντόπισα και κάποιες – κατά τη γνώμη μου – αντιπαιδαγωγικές θέσεις. Δημοσίευσα, έτσι, δύο αποσπάσματα λόγων του στο κανάλι μου στο YouTube συνοδευόμενα από αντίστοιχα κείμενα με προσωπικά σχόλια και παρατηρήσεις.

Οι αντιδράσεις που, διαχρονικά, έχω εισπράξει από φανατικούς θαυμαστές του Λιαντίνη λόγω των δημόσιων αυτών τοποθετήσεών μου, παραπέμπουν μάλλον σε θρησκευτικού τύπου φονταμενταλισμό, παρά σε νηφάλια, καλόπιστη και ορθολογική (έστω και όχι αναγκαία ακαδημαϊκή) ανταλλαγή απόψεων. Κατηγορήθηκα ως «εμπαθής» από συνειδήσεις που τις κυβερνούσε η εμπάθεια! Συνειδητοποίησα πως στο χώρο των πιστών του Λιαντίνη θεωρείται ανεπίτρεπτο (σχεδόν ιερόσυλο) ακόμα και να προφέρει κάποιος το όνομά του χωρίς παράλληλα να τον εξυμνεί! Συχνά εισέπραξα χλευαστικά έως υβριστικά σχόλια (ακόμα και στο άρθρο μου στο Aixmi, κάποιος αναγνώστης χαρακτήρισε ως «ανανδρία» την κριτική σε… τεθνεώτες!).

Μη θέλοντας να κουράσω άλλο τον αναγνώστη, ολοκληρώνω εδώ τη σύντομη «απολογία» μου για τους λόγους της περίπλοκης (και ίσως αμφίθυμης) μερικής διείσδυσής μου στο επικίνδυνα ελκυστικό σύμπαν του Δημήτρη Λιαντίνη. Δεν έγραψα το κείμενο ως απάντηση στους φανατικούς (γι’ αυτούς αδιαφορώ απόλυτα) αλλά σαν προσωπική κατάθεση στους φίλους και αναγνώστες που, ακόμα κι όταν διαφώνησαν μαζί μου, το έκαναν με όρους ειλικρινούς επικοινωνίας και όχι άκριτου κι απρόκλητου κανιβαλισμού που δεν τιμά, σε τελική ανάλυση, τη μνήμη του ειδώλου τους…

Ευχαριστίες: Ευχαριστώ τη Θάλεια Χρόνη, καθώς και τον συνάδελφο, καθηγητή Φιλοσοφίας Η. Τεμπέλη, για πολύ χρήσιμες συζητήσεις που συνέβαλαν στη συγγραφή των άρθρων για τον Δ. Λιαντίνη.

* Ο Κώστας Παπαχρήστου διδάσκει σε μεγάλα παιδιά πώς να (μην) παπαγαλίζουν τη Φυσική…

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr για το άρθρο "Στη σκιά ενός επίγειου 'θεού'…"

Ο αναγνώστης του Aixmi.gr, Μάριος Γιαννακόπουλος, έστειλε στο site το παρακάτω σχόλιο για το άρθρο Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»... (το παραθέτω ως έχει, διατηρώντας την ορθογραφία του):

Κύριε Παπαχρήστου, δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο της εμμονής σας απέναντι στον Λιαντίνη και την προσπάθεια σας να σπιλώσετε την μνήμη του. Ίσως να ευθύνεται σε κατώτερα ένστικτα, όπως η αδυναμία να προσεγγίζει ένας «θνητός» έναν «ημίθεο» για να σχολιάσω σύμφωνα με το πνεύμα σας. Κάνετέ όμως ένα μεγάλο ατόπημα. Προσπαθείτε να αποκαθηλώσετε την προσωπικότητα ενός νεκρού -κι αυτό είναι ύβρις- αντί να ασχοληθείτε με το φιλοσοφικό του έργο, γιατί ο Λιαντίνης δεν απέκτησε ενδοκοσμική αθανασία για τον χαρακτήρα του, αλλά για το φιλοσοφικό του έργο. Σε κάποιο άλλο άρθρο σας επιχειρήσατε να σταχυολογήσετε 5-10 φράσεις από την «Γκέμμα» και να τις αποδώσετε διαστρεβλωμένα με τον «δικό» σας τρόπο, κι αυτό έίναι το λιγότερο ένδειξη ανανδρείας. Έχετε μελετήσει τα έργα του? Όχι τη Γκέμμα, αλλά το «Έξυπνο Ενύπνιο» ή τον «Νηφομανή» πχ? Καλό θα ήταν να μελετήσετε σχολαστικά όλα του τα έργα και να αποκτήσετε σφαιρική άποψη για τις φιλοσοφικές του θέσεις, πως ξεκίνησαν και πως εξελίχθηκαν, αντί να μιμείστε τις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές ξεκατινιάσματος. Δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν η προσωπική ζωή του Λιαντίνη ή η επίδραση που είχε στους φοιτητές του -πόσο μάλλον να ασκείται κριτική χωρίς να τον γνωρίζει κάποιος προσωπικά!-, αλλά οι απόψεις που υπάρχουν μέσα στα βιβλία του. 
Λέτε:
Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του! 
-Το πέτυχε αυτό που λέτε, βάζοντας το ληθαράκι του στη φιλοσοφία. Αν αυτό είναι ματαιοδοξία, τότε ο Γκαίτε ή ο Σόπενχάουερ ήταν τεράστιοι αλλαζόνες και ματαιόδοξοι!
Αλλά κι αν το πέτυχε, δεν εμπόδισε κανέναν να γράψει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πχ και να τον ξεπεράσει. Έθεσε τον πήχη -ομολογουμένως αρκετά ψηλά-, αλλά ιδού η ρόδος ιδού και το πήδημα. Πάντως, αν είχε τρόπο να διαβάσει το άρθρο σας, θα γέλαγε μέχρι δακρύων, δακρυόεν γελάν όπως συνήθιζε να λέει. 
Λέτε:
Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της… 
-Το αντίθετο θα έλεγα. Ήταν ξεκάθαρα ενάντιος κάθε θρησκείας ή προσωπολατρείας και ήταν αυστηρά ταγμένος στην λογοκρατία και την επιστήμη. Ίσως χάλασε μερικούς ότι ήταν ενάντιος στην μεταθανάτια ζωή και στην αθανασία της ψυχής -όπως και ο Επίκουρος-. Αλλά τι να κάνουμε? Το επέκεινα είναι ο πυρήνας κάθε θεολογικού δόγματος και μυστικιστικού συστήματος. 
Λέτε:
Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη… 
-Ναι, γιατί στο πανεπιστήμιο πάει κανείς ως φοιτητής για να ακούσει, όχι για να διδάξει. Εκτός αυτού, δεν είναι δική του ευθύνη που δεν τον διέκοπταν, αλλά όσων ενδεχομένως θα ήθελαν να ρωτήσουν και δεν τόλμαγαν. 
Λέτε:
Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του! 
-Ο Λιαντίνης ουδέποτε πίστευε σε μυστηριακά ύψη αναλήψεως ή σε υπερκόσμιες αερολογίες. Ήταν πραγματιστής και γήινος. Το μόνο που ίσως να ήθελε, κι αυτό σύμφωνα με την πράξη της στεφάνωσης του αγάλματος του Σολωμού και του Λυκούργου όταν πέθανε, ήταν ότι κατέκτησε την ενδοκοσμική αθανασία. Ότι το έργο του θα μείνει στην ιστορία, γιατί μέσα από αυτό εξυμνείται ο ορθολογικός φιλοσοφικός λόγος και η ποιητική ευρύτητα του κλασσικού ελληνικού πνεύματος. 
Λέτε:
Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι! 
-Σε τι στηρίζετε αυτά που λέτε? Γνωρίζετε όλους τους επιστήθιους φίλους του ή γνωρίζετε τόσο καλά τον καθένα από τους ακροατές του? 
Λέτε:
Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»! 
-Δεν καταχράστηκε αυτή την σαγήνη που υπενίσεστε για ωφελιμιστικούς ή εμπορικούς σκοπούς, παρά μόνο για να στρέψει το ενδιαφέρον των ακροατών του προς την αρχαία ελληνική κοσμοαντίληψη μέσα από έργα κι όχι αερολογίες ή θεωρίες. 
Κι εγώ μπορεί να διαφωνώ σε κάποια σημεία με τις θέσεις του, πχ στο θέμα της αθανασίας της ψυχής μιας και είμαι νεοπλατωνικός. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα απορρίψω όλα του τα έργα, ούτε ότι θα βγάλω έναν αφορισμό για το πρόσωπό του του τύπου ότι ήταν ματαιόδοξος… και καθάρισα μ’ αυτό. Άλλωστε, μια διαφορετική προσέγγιση οφείλει να βοηθάει το μυαλό να ανοίξει κι όχι να κλειδώσει. Αυτά είχα να σχολιάσω και να σας προτρέψω να ξαναδιαβάσετε με την σειρά προσεκτικά τα βιβλία του: Έξυπνον Ενύπνιον, Homo Educandus, Χάσμα Σεισμού, Νηφομανής, Πολυχρόνιο, Ελληνικά, Γκέμμα και τις Ώρες των Άστρων, όπως και το βιβλίο του κ. Αλικάκου με την αυτοβιογραφία του κι ύστερα να ξαναβγάλετε πιο σίγουρα συμπεράσματα, δίχως προσωπική εμπάθεια ή απέχθεια, δίχως ειρωνεία ή αλλαζονεία. Και τότε, ξαναδιαβάστε προσεκρικά τα άρθρα σας και κάνετε την Αυτοκριτική σας.

Έχω κουραστεί να απαντώ σε άκριτες και επιπόλαιες -συχνά μάλιστα και υβριστικές- αντιδράσεις φανατικών του Λιαντίνη κάθε φορά που "τολμώ" να αναφέρω το όνομά του χωρίς να τον υμνώ (αντιδράσεις που μάλλον παραπέμπουν σε θρησκευτικό φονταμενταλισμό, παρά σε νηφάλια ανταλλαγή απόψεων ακαδημαϊκού επιπέδου). Εν τούτοις, έκρινα πως (και) αυτό το σχόλιο δεν θα έπρεπε να μείνει αναπάντητο:

Αγαπητέ Μάριε, απαντώ επιγραμματικά σε μερικά σημεία του σχολίου σας: 
1. Πού είδατε την εμμονή μου απέναντι στον Λιαντίνη; Έχω δημοσιεύσει δύο άρθρα, το παρόν κι ένα παλιότερο με θέμα την «Γκέμμα» (στο «Βήμα»). Έχω επίσης ανεβάσει δύο σύντομα αποσπάσματα λόγων του στο YouTube. Αν αυτό λέγεται «εμμονή», πού να δείτε τι έχω δημοσιεύσει για τον Wagner! 
2. Δεν έχω την αίσθηση ότι «σπιλώνω τη μνήμη του» καταθέτοντας προσωπικές απόψεις για το έργο και την προσωπικότητά του. Ούτε πιστεύω πως οι νεκροί τοποθετούνται στο απυρόβλητο της κριτικής! Αν ο ίδιος ο Λιαντίνης πίστευε κάτι τέτοιο, θα ήταν πολύ διαφορετική η στάση του απέναντι στον Καζαντζάκη (τον οποίο, εκτός του ότι ειρωνεύεται ως συγγραφέα, κατεξευτελίζει και ως άνδρα χλευάζοντας τις υποτιθέμενες σεξουαλικές του «ανεπάρκειες» – πιστεύω πως έχετε διαβάσει την «Γκέμμα»…). 
3. Στο άρθρο μου για την «Γκέμμα» μεταφέρω κάποιες απόψεις του Λιαντίνη όπως ακριβώς είναι διατυπωμένες στο βιβλίο, δίνοντας παραπομπές σε αντίστοιχες σελίδες. Τα περί «διαστρέβλωσης» είναι προσωπικές σας εκτιμήσεις οι οποίες ουδόλως με αφορούν… 
4. Στο πανεπιστήμιο δεν πηγαίνει κάποιος μόνο για ν’ ακούσει, αλλά και για να ρωτήσει, ενίοτε και να αμφισβητήσει! Κάθε εκπαιδευτικός που πιστεύει στην ελευθερία της σκέψης ενθαρρύνει τον διάλογο με τον μαθητή, δίνοντας επικοινωνιακή χροιά στη διαδικασία της μάθησης. Αν οι φοιτητές του Λιαντίνη δεν «τόλμαγαν» να ρωτήσουν (όπως πιθανολογείτε), τότε κατ’ εμέ ήταν αποτυχημένος ως εκπαιδευτικός! 
5. Εκφράσεις όπως «είναι το λιγότερο ένδειξη ανανδρίας» θα μπορούσαν να είχαν παραλειφθεί από το σχόλιό σας για λόγους αισθητικής του λόγου και μόνο. Το σίγουρο είναι ότι ελάχιστα εμπλουτίζουν την επιχειρηματολογία σας… 
Κ. Παπαχρήστου

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας…

Για κάποιους, η ζωή είναι απλά μια συλλογή εμπειριών. Για κάποιους άλλους, ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Αναζητώντας ένα συμβιβασμό, θα λέγαμε πως η ζωή είναι ένα αυτογνωστικό ταξίδι δια μέσου των εμπειριών μας. Γιατί, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε το Σύμπαν, αυτό που στ' αλήθεια αναζητούμε είναι ο εσώτερος εαυτός μας. Αυτός που ήδη γνωρίζει τα πάντα, μόνο που εμείς, σε επίπεδο συνείδησης, δεν το γνωρίζουμε!

Από αυτή την άποψη, η ζωή είναι μια αποστολή και μια ευκαιρία: Ερχόμαστε σ' έναν κόσμο φτιαγμένο από καθρέφτες. Αν δούμε μόνο τους καθρέφτες χωρίς να προσέξουμε το είδωλό μας, η αποστολή έχει αποτύχει και η ευκαιρία έχει χαθεί!

Κάθε μικρό βήμα στην αυτοσυνειδησία είναι μια υπέρβαση του εαυτού που γνωρίζαμε. Μα τα ερεθίσματα της εμπειρίας συχνά μας πλανεύουν με την απατηλή γοητεία τους. Και πέφτουμε στην παγίδα να δούμε το δάχτυλο αντί το φεγγάρι – τα επιφαινόμενα αντί της εσώτερης αλήθειας που υπεμφαίνουν. Έτσι η υπέρβαση ματαιώνεται, κι η γνώση του εαυτού (που είναι γνώση του κόσμου ολόκληρου) μένει μετέωρη. Κι εμείς μένουμε για πάντα παγιδευμένοι στον μικρόκοσμο των ψευδαισθήσεών μας, που μοιάζει τόσο αληθινός κάτω απ’ τη λάμψη των αστεριών...


Υπερβάσεις

(Σ’ αυτούς που τολμούν ν’ ανακαλύπτουν...)

Τον εαυτό σου αναζητάς
μες από μικρές, καθημερινές
υπερβάσεις...

Μες από σκοτεινές ματιές
που στάζουν αίμα
πάνω απ’ της πόλης τα φώτα...

Μες απ’ τους ήχους μυστικής καμπάνας
που αγκαλιάζουν πένθιμα την πόλη
σα νυχτώσει...

Μες από μύρια μικρά ξεθαρρέματα,
καθένα τους θαρρείς που είναι
το πρώτο και το τελευταίο...

Μες από παιδικά παραμύθια
σε μονοπάτια ώριμα ειπωμένα
που οδηγούν σε γεύσεις πρωτόγνωρες...

Μες από όρκους και υποσχέσεις
με ειλικρίνεια που δόθηκαν
μα ξέρεις δε θα τηρηθούν...

Μες απ’ το σπαραγμό
για ένα τέλος
κανείς που δεν τολμά να δώσει...

Μες απ’ τη θέα τού αύριο
που όλο αδυνατίζει
πίσω από τις ψευδαισθήσεις τού σήμερα...

(Ντίνος Πυργιώτης, ΑΠ' ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΟΥ )

Aixmi.gr

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»…


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του!

Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της…

Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη…

Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του!

Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι!

Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»!

Σ’ αυτούς τους «ευγενικούς κι αόρατους» εραστές που βρέθηκαν στην ανάγκη να συναγωνίζονται άνισα τη σκιά ενός εκ φύσεως γητευτή που με μοναδικό θεατρικό στόμφο αναλήφθηκε από την κορυφή του Ταΰγετου, αφιερώνεται το κάπως πικρά σαρκαστικό στιχούργημα που ακολουθεί:

Παράδεισος

Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος­­
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
– βαριές και ανεξίτηλες –
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου…

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Κλείνω με ένα διάλογο από την αριστουργηματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου». Αφιερώνεται σ’ εκείνους που δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με όνειρα και φαντάσματα δίχως να νιώσουν την ταπείνωση της ήττας…

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Ένα όνειρο είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Καλοκαίρια που έφυγαν, που φεύγουν…

Κάποτε μιλούσες για «τα καλοκαίρια». Τώρα γινήκαν τόσα πολλά που δυσκολεύεσαι πια να τα ξεχωρίσεις. Έτσι, μιλάς κάπως αόριστα για «το καλοκαίρι», σαν ένα κάδρο με μια εικόνα που μπορεί συνεχώς να μεταλλάσσεται, να μετεξελίσσεται στο χρόνο. Καμιά φορά, με ταχύτητες που δυσκολεύεσαι κι εσύ ο ίδιος να παρακολουθήσεις…

Πρόσωπα που σήμαιναν κάτι για τη ζωή σου περνούν και χάνονται στην αμείλικτη χρονική καταπακτή της εικόνας. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες των καλοκαιριών, μνημεία κατανόησης, ανοχής κι υπομονής… Οι γονείς που – ανάλογα με το χαρακτήρα τους – ομόρφαιναν τα καλοκαίρια σου με αγάπη και φροντίδα, ή τα έκαναν ν’ ασφυκτιούν από ανελευθερία…

Κάποιες θείες που σου ’διναν πάντα καταφύγιο, κάποιοι θείοι μακρινοί, χαμένοι στα βάθη της μνήμης… Ακόμα και φίλοι καλοκαιρινοί που χάθηκαν πρόωρα… Όπως και τόποι αγαπημένοι που δυσκολεύεσαι πια ν’ αναγνωρίσεις πίσω από τη μάσκα που αναγκαστικά τους φόρεσε η εξέλιξη και ο πολιτισμός…

Αναφερόμενος στον Δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο και τις αμετάκλητες μεταβολές που επιβάλλει στη Φύση και τον άνθρωπο, έγραψα κάποτε:

«Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής (…) αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να ξε-συμβούν, πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω…»

Κι ακόμα:

«Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ματαιότητας: Υπάρχει, τελικά, η ευτυχία, ή μήπως είναι απλά μια συλλογή από στιγμές καλής ψυχολογικής διάθεσης; Μια θετική προσέγγιση στο ερώτημα απαιτεί να σταθούμε πάνω από τη συμβατική κοσμική αντίληψη των αξιών: Η ευτυχία δεν είναι υπόθεση καταγραφής συγκυριών, αλλά κατάσταση συνειδητότητας που ανυψώνεται πάνω από την επίφαση των φαινομένων ώστε να υπερβεί – και τελικά να ακυρώσει – την παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου. Από την άποψη αυτή, ευτυχισμένη ζωή είναι η πορεία αυτεπίγνωσης που οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Σε τελική ανάλυση, η κατάκτηση της ίδιας της αθανασίας!»

Το αενάως μεταλλασσόμενο κάδρο των καλοκαιριών της ζωής μας στέκει πάντα σαν μελαγχολική επιβεβαίωση υπαρξιακής ματαιότητας, μα συνάμα και συνειδησιακό εργαστήρι αποδοχής και υπέρβασης. Κάτι μπρος στο οποίο ακόμα κι η πιο ατάλαντη «οιονεί ποίηση» δεν θα μπορούσε να σιγήσει!

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι


Τους πύργους έσβησε το κύμα
που είχαν χτίσει τα παιδιά,
κρύφτηκε απρόθυμα
το τελευταίο κομμάτι ουρανού
μες στο θολό που απόμεινε το γκρι…

Εκεί που κάποτ’ αγναντεύαμε τα δειλινά
στερέψαν από βλέμματα τα πέλαγα,
μείνανε μάταια να καρτερούν
καράβια που δε θάρθουνε ποτέ…

Έλαμπαν διάφανοι οι ορίζοντες,
τα σπίτια ασπρίζαν στην αντικρινή ακτή
που τώρα πια φαντάζει μακρινή
σα μια εικόνα μαγική πίσω απ’ τα σύννεφα…

Χορτάρια αφρόντιστα, ξερά κλαδιά
εκεί που ευωδιάζαν νυχτολούλουδα,
από τις γλάστρες που στολίζαν την αυλή
μονάχα έμεινε το χώμα…

Εκεί που αναζητούσαμε δροσιά
μόνα τους έμειναν τα δέντρα,
εκεί που βρίσκαμε ζεστό ψωμί
έμειναν μόνοι οι φούρνοι,

εκεί που ολονυχτίς μεθούσαμε
μονάχη έμειν’ η ταβέρνα,
εκεί που μας ξυπνούσε η γειτονιά
μόνα τους έμειναν τα σπίτια,

εκεί που σβήναμε τη δίψα τ’ απογεύματα
έμεινε μόνη η βρύση,
εκεί που ανυποψίαστοι γελούσαμε
έμεινε μόνη η θλίψη…



* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι γνωστός αριστοτέχνης της ματαιότητας που ματαίως ομιλεί περί αυτής εν τω μέσω του θέρους!

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Εγκλήματα» γνώμης και «δημοκρατικοί» δικαστές!

Υπάρχει λογική στην ποινικοποίηση της έκφρασης γνώμης σε μια δημοκρατική κοινωνία; Και, πώς η λογική αυτή συνάδει με την αυτονόητη ελευθερία του λόγου σε ένα δημοκρατικό καθεστώς;

Το ερώτημα είναι λεπτό, και η απάντηση κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη. Υπάρχει όμως ένα κριτήριο που θα μπορούσε να είναι οικουμενικά αποδεκτό και γενικά εφαρμόσιμο: Κατά πόσον η έκφραση γνώμης, άμεσα ή έμμεσα, ενθαρρύνει και συμβάλλει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων. Για παράδειγμα, αν κάποιος εκφράσει δημόσια την πίστη του στο «δικαίωμα» στη φοροδιαφυγή, διαπράττει αξιόποινη πράξη αφού προσφέρει ηθικό έρεισμα σ’ εκείνους που παρανομούν ή σκέφτονται να παρανομήσουν. Σε ακόμα υψηλότερη βαθμίδα ηθικής βαρύτητας, ως αντιβαίνων κάθε έννοια νομιμότητας θα πρέπει να θεωρείται ο δημόσιος εγκωμιασμός εγκληματικών πράξεων. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν πρόκειται για εγκλήματα γενοκτονίας, όπως αυτά που διέπραξαν οι Ναζί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εκεί που δημιουργείται ουσιαστικό πρόβλημα είναι όταν ο νομοθέτης αρνείται την διαφοροποίηση ανάμεσα στη δημόσια επιδοκιμασία ενός εγκλήματος και την απλή έκφραση αμφισβήτησης για τη σπουδαιότητα, ή ακόμα και αυτή τούτη την τέλεσή του, ειδικά στην περίπτωση όπου η αμφισβήτηση αυτή αντίκειται προς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή αδιάσειστες ιστορικές τεκμηριώσεις. Και, για να αναφερθούμε και πάλι σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, πόσο αξιόποινη θα πρέπει να λογίζεται η άρνηση της ιστορικής αλήθειας του Ολοκαυτώματος;

Δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα σοβαρός ιστορικός αναλυτής (με εξαίρεση τους αμφιλεγόμενους «αναθεωρητές» τύπου David Irving) που να θεωρεί ότι τα έξι εκατομμύρια των νεκρών του φρικτότερου μαζικού εγκλήματος της Ιστορίας υπήρξαν μόνο στη... φαντασία κάποιων σιωνιστικών κύκλων! Η δημόσια έκφραση αμφισβήτησης, λοιπόν, του Ολοκαυτώματος δεν θα έπρεπε να αποτελεί αιτία εισαγγελικής παρέμβασης, αλλά μάλλον αντικείμενο ψυχιατρικής διερεύνησης. Σε κάθε περίπτωση, η άρνηση (όχι όμως και ο εγκωμιασμός!) ενός τέτοιου ιστορικού εγκλήματος δεν είναι λογικό να ποινικοποιείται σε μια δημοκρατική κοινωνία που σέβεται την ελευθερία του λόγου και δεν βάζει φραγμούς στην έκφραση γνώμης – ακόμα κι όταν αυτή αποτελεί βιασμό του αυταπόδεικτου!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου, ο ίδιος ο κυβερνοχώρος (τοπικός και παγκόσμιος) έγινε ένα απέραντο λαϊκό δικαστήριο. Και προεξάρχουσα θέση στις εκδικαζόμενες υποθέσεις κατέχουν τα «εγκλήματα γνώμης», όπου η έννοια του «εγκλήματος» διαμορφώνεται κατά το δοκούν, ανάλογα με τις ιδεοληψίες των χρηστών. Η φύση της διακινούμενης πληροφορίας, μάλιστα, δίνει την δυνατότητα στους «δικαστές», αν το επιθυμούν, να κρύβουν τα πρόσωπά τους είτε μέσω ανωνυμίας, είτε με χρήση πλασματικής ταυτότητας – ένα είδος de facto νομιμοποίησης της εκ του ασφαλούς δημόσιας ύβρεως και της συκοφαντίας, και μια επίφαση φιλελευθεροποίησης μέσω ενθάρρυνσης της θρασυδειλίας!

Στα καθ’ ημάς, ένα πεδίο σφοδρής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο Διαδίκτυο είναι το περιβόητο μνημόνιο. Για την ακρίβεια, η υποκειμενική αντίληψη του κατά πόσον αυτό ήταν ή όχι μια αναγκαία επιλογή για την αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας. Η σύγκρουση γνώμης είναι εδώ άνιση, αφού ο ρόλος του «εισαγγελέως» σχεδόν μονοπωλείται από την «αντιμνημονιακή» σχολή σκέψης – στην οποία, ασφαλώς, έχουν εξ ορισμού προσχωρήσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία φυσικό είναι να επιδιώκουν να κεφαλαιοποιήσουν την αγανάκτηση των πολιτών που υποφέρουν από τις συνέπειες των σκληρών προϋποθέσεων του μνημονίου.

Η αγριότητα της κριτικής (διανθισμένης ενίοτε με ακραία υβριστικούς χαρακτηρισμούς) συχνά τρομάζει και παραπέμπει στις πιο σκοτεινές εμφυλιοπολεμικές περιόδους της Ιστορίας του τόπου. Οι τολμούντες να αποκλίνουν από την αντιμνημονιακή γραμμή αντιμετωπίζονται ως εθνικοί μειοδότες και παρομοιάζονται με τους δωσίλογους που συνεργάστηκαν επί Κατοχής με τον Γερμανό κατακτητή! Το επίπεδο του διαλόγου συχνά παραπέμπει σε κερκίδες γηπέδων, με επιπρόσθετη μάλιστα αγριότητα αν αναλογιστεί κανείς ότι το διακύβευμα αφορά κατά κύριο λόγο την ίδια την επιβίωση (για να μην αναφερθούμε στην ευτελέστερη εκδοχή της διατήρησης κεκτημένων...).

Αυτό που φαντάζει οξύμωρο είναι το γεγονός ότι σ’ αυτή τη βίαιη προσπάθεια άτυπης ποινικοποίησης, και τελικά φίμωσης, της αλλότριας γνώμης πρωτοστατούν πολιτικοί χώροι που αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοκρατικοί» και «προοδευτικοί». Δυνάμεις που συχνά καταφεύγουν στην εύκολη και φθηνή – συχνά μάλιστα κι εμπρηστική – συνθηματολογία του λαϊκισμού, αντί της σοβαρής επιχειρηματολογίας που απαιτεί η υπεύθυνη πολιτική...

Για το αν το μνημόνιο ήταν ή όχι σωστή επιλογή, δεν είμαι σε θέση να εκφέρω γνώμη (εξάλλου, ακόμα και διαπρεπείς ξένοι οικονομολόγοι διαφωνούν μεταξύ τους πάνω σ’ αυτό το θέμα!). Το μόνο που γνωρίζω είναι η αυταπόδεικτη αλήθεια πως έχει φέρει απέραντη δυστυχία στους Έλληνες – χωρίς να βλέπω, εν τούτοις, ποια άλλη λύση θα τους έκανε ευτυχέστερους (ή, για την ακρίβεια, λιγότερο δυστυχείς). Αυτό που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αμφισβητείται, αν θέλουμε να λεγόμαστε δημοκρατική κοινωνία, είναι το δικαίωμα κάποιων να έχουν αντίθετη άποψη επί του θέματος από τη δική μας και να την εκφράζουν ελεύθερα, χωρίς να εισπράττουν χυδαίες ύβρεις και να υφίστανται δημόσιους εξευτελισμούς!

Όμοια, η επίμονη αμφισβήτηση ιστορικά τεκμηριωμένων εγκλημάτων γενοκτονίας είναι σήμερα υπόθεση των ανοήτων, των απαίδευτων και των ρατσιστών. Ουδείς, εν τούτοις, μπορεί να στερήσει απ’ όλους αυτούς το δικαίωμα να αρνούνται δημόσια τις πλέον αυταπόδεικτες αλήθειες, αν έτσι επιθυμούν. Πόσο μάλλον αξιώνοντας να καθίσταται η άρνησή τους αυτή αξιόποινη πράξη! Κάτι τέτοιο αντίκειται προς τις ίδιες τις αρχές της Δημοκρατίας – του πολιτεύματος που στέκει πάντα ως αντίπαλο δέος καθεστώτων σαν εκείνο που ευθύνεται για το Ολοκαύτωμα...

ΤΟ ΒΗΜΑ