Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη

Το πρόσφατο άρθρο μου «Στη σκιά ενός επίγειου θεού» ήταν μια απόπειρα μεταφυσικής και ποιητικής προσέγγισης στο φαινόμενο «Δημήτρης Λιαντίνης». Από πρόσωπα του στενού μου περιβάλλοντος δέχθηκα έντονες κριτικές: Με κατηγόρησαν πως θεοποίησα έναν κοινό θνητό (όσο σημαντικός κι αν υπήρξε αυτός), με τέτοιο τρόπο μάλιστα ώστε να παρεμφαίνεται, παράλληλα, μια (συνειδητή ή όχι) αυτο-συρρίκνωσή μου!

Δεν θα κρύψω πως το άρθρο αυτό υπήρξε προϊόν θαυμασμού για την ιδιοφυΐα και την δύναμη της προσωπικότητας του Δ. Λιαντίνη, άσχετα αν ποτέ δεν συμφώνησα με τις ιδέες του. Δέχομαι ότι ίσως παρασύρθηκα στην υπερβολή προσδίδοντας στον θρυλικό ακαδημαϊκό διαστάσεις υπερφυσικές και υπερκόσμιες! Για λόγους ισορροπίας, δεν παρέλειψα να αναφέρω και κάποιες ανθρώπινες αδυναμίες που, κατά τη γνώμη μου, τον χαρακτήριζαν. Ως προς το ύφος του κειμένου, απέφυγα τη χρήση «στεγνού» ακαδημαϊκού λόγου, επιλέγοντας έναν τρόπο έκφρασης πιο χαλαρό, συχνά διανθισμένο με χιούμορ που μόνο η στενόμυαλη προκατάληψη θα μπορούσε να παρερμηνεύσει ως «ειρωνεία και χλεύη», όπως διάβασα στα σχόλια κάποιων αναγνωστών!

Γιατί αποφάσισα, εδώ και αρκετόν καιρό, να ασχοληθώ κριτικά με τον Δ. Λιαντίνη, προκαλώντας την μήνιν των οπαδών του (άσχετα αν οι τελευταίοι αρνούνται πεισματικά τον χαρακτηρισμό «οπαδός»); Αφετηριακά, οι λόγοι υπήρξαν προσωπικοί. Σε δεύτερο χρόνο, μελετώντας το τελευταίο έργο του εντόπισα κάποιες ιδέες που, ως εκπαιδευτικό, με εξόργισαν! Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή…

Πριν κάποια χρόνια, ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο (ας την ονομάσουμε απλά «Φίλη») μου ζήτησε ως δώρο γιορτής να της αγοράσω τη «Γκέμμα». Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα αυτό τον τίτλο βιβλίου, αν και γνώριζα τον συγγραφέα από τον μυθιστορηματικό τρόπο που είχαν κάποτε παρουσιάσει την εξαφάνισή του τα media. Ο βιβλιοπώλης της γειτονιάς μου έδειξε εντυπωσιασμένος: «Πού το ανακάλυψες αυτό το βιβλίο;» Του είπα πως δεν το γνώριζα, μα ήταν παραγγελία δώρου…

Η Φίλη διερχόταν τότε μια περίοδο αληθινής ψυχολογικής αποσύνθεσης, με εμφανή τα σημάδια αυτοκαταστροφικών τάσεων. Πίστεψα πως το βιβλίο αυτό θα την βοηθούσε να ξαναγυρίσει σε μια θετική στάση ζωής – άλλωστε, για ποιον άλλο λόγο μου είχε ζητήσει να της το αγοράσω; Αυτό που δεν μπόρεσα να φανταστώ ήταν πως, άθελά μου, της είχα προσφέρει το τελικό κλειδί της εισόδου στην Κόλαση!

Η βούληση του πεπρωμένου και η δύναμη της θέλησης για ζωή υπερίσχυσαν, τελικά, της ροπής στην αυτοκαταστροφή. Κι έτσι ξεκίνησε για τη Φίλη μια μακρά κι επίπονη πορεία ανάκαμψης, παράλληλα με μια σταδιακή απομυθοποίηση ενός βιβλίου που υπήρξε κάποτε γι’ αυτήν «ευαγγέλιο»…

Πολλά χρόνια μετά την αγορά του φοβερού βιβλίου, ζήτησα από τον βιβλιοπώλη μου άλλη μια κόπια – τούτη τη φορά για τον εαυτό μου. Καθώς κατάπινα τις σελίδες, άρχισα να αντιλαμβάνομαι την καταλυτική επίδραση που θα μπορούσε να έχει αυτός ο σαγηνευτικά διαπεραστικός λόγος πάνω σε έναν εύθραυστο, παραπαίοντα ψυχισμό. Αλλά, και πέραν των όσων άπτονταν καθαρά προσωπικών ζητημάτων, στις σελίδες αυτές ανακάλυψα θέσεις που μου προκάλεσαν αισθήματα αποστροφής! Ανάμεσα σ’ αυτές, μια χυδαία σαρκαστική αναφορά στην ερωτική «δοκιμότητα» του Καζαντζάκη, ένας ρατσιστικού τύπου αντισημιτισμός που παραπέμπει σε εφιαλτικές περιόδους της νεότερης Ιστορίας, κι ένα επικίνδυνα νοσηρό δόγμα σύμφωνα με το οποίο στον πυρήνα κάθε ουσιαστικής ερωτικής σχέσης οφείλει να φωλιάζει η καταστροφή, η συμφορά κι ο θάνατος, αλλιώς ο έρωτας είναι «θέμα της κωμωδίας»!

Τον καιρό εκείνο είχα μόλις ξεκινήσει να αρθρογραφώ (ως αναγνώστης) στο «Βήμα». Έτσι, κάθισα και έγραψα ένα σύντομο άρθρο όπου συνόψιζα τις ενστάσεις μου πάνω στην «Γκέμμα». Παράλληλα, άρχισα να παρακολουθώ στο Διαδίκτυο videos με διαλέξεις του Λιαντίνη. Όσο γοητευτικός κι αν μου φάνηκε ο λόγος του, εντόπισα και κάποιες – κατά τη γνώμη μου – αντιπαιδαγωγικές θέσεις. Δημοσίευσα, έτσι, δύο αποσπάσματα λόγων του στο κανάλι μου στο YouTube συνοδευόμενα από αντίστοιχα κείμενα με προσωπικά σχόλια και παρατηρήσεις.

Οι αντιδράσεις που, διαχρονικά, έχω εισπράξει από φανατικούς θαυμαστές του Λιαντίνη λόγω των δημόσιων αυτών τοποθετήσεών μου, παραπέμπουν μάλλον σε θρησκευτικού τύπου φονταμενταλισμό, παρά σε νηφάλια, καλόπιστη και ορθολογική (έστω και όχι αναγκαία ακαδημαϊκή) ανταλλαγή απόψεων. Κατηγορήθηκα ως «εμπαθής» από συνειδήσεις που τις κυβερνούσε η εμπάθεια! Συνειδητοποίησα πως στο χώρο των πιστών του Λιαντίνη θεωρείται ανεπίτρεπτο (σχεδόν ιερόσυλο) ακόμα και να προφέρει κάποιος το όνομά του χωρίς παράλληλα να τον εξυμνεί! Συχνά εισέπραξα χλευαστικά έως υβριστικά σχόλια (ακόμα και στο άρθρο μου στο Aixmi, κάποιος αναγνώστης χαρακτήρισε ως «ανανδρία» την κριτική σε… τεθνεώτες!).

Μη θέλοντας να κουράσω άλλο τον αναγνώστη, ολοκληρώνω εδώ τη σύντομη «απολογία» μου για τους λόγους της περίπλοκης (και ίσως αμφίθυμης) μερικής διείσδυσής μου στο επικίνδυνα ελκυστικό σύμπαν του Δημήτρη Λιαντίνη. Δεν έγραψα το κείμενο ως απάντηση στους φανατικούς (γι’ αυτούς αδιαφορώ απόλυτα) αλλά σαν προσωπική κατάθεση στους φίλους και αναγνώστες που, ακόμα κι όταν διαφώνησαν μαζί μου, το έκαναν με όρους ειλικρινούς επικοινωνίας και όχι άκριτου κι απρόκλητου κανιβαλισμού που δεν τιμά, σε τελική ανάλυση, τη μνήμη του ειδώλου τους…

Ευχαριστίες: Ευχαριστώ τη Θάλεια Χρόνη, καθώς και τον συνάδελφο, καθηγητή Φιλοσοφίας Η. Τεμπέλη, για πολύ χρήσιμες συζητήσεις που συνέβαλαν στη συγγραφή των άρθρων για τον Δ. Λιαντίνη.

* Ο Κώστας Παπαχρήστου διδάσκει σε μεγάλα παιδιά πώς να (μην) παπαγαλίζουν τη Φυσική…

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr για το άρθρο "Στη σκιά ενός επίγειου 'θεού'…"

Ο αναγνώστης του Aixmi.gr, Μάριος Γιαννακόπουλος, έστειλε στο site το παρακάτω σχόλιο για το άρθρο Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»... (το παραθέτω ως έχει, διατηρώντας την ορθογραφία του):

Κύριε Παπαχρήστου, δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο της εμμονής σας απέναντι στον Λιαντίνη και την προσπάθεια σας να σπιλώσετε την μνήμη του. Ίσως να ευθύνεται σε κατώτερα ένστικτα, όπως η αδυναμία να προσεγγίζει ένας «θνητός» έναν «ημίθεο» για να σχολιάσω σύμφωνα με το πνεύμα σας. Κάνετέ όμως ένα μεγάλο ατόπημα. Προσπαθείτε να αποκαθηλώσετε την προσωπικότητα ενός νεκρού -κι αυτό είναι ύβρις- αντί να ασχοληθείτε με το φιλοσοφικό του έργο, γιατί ο Λιαντίνης δεν απέκτησε ενδοκοσμική αθανασία για τον χαρακτήρα του, αλλά για το φιλοσοφικό του έργο. Σε κάποιο άλλο άρθρο σας επιχειρήσατε να σταχυολογήσετε 5-10 φράσεις από την «Γκέμμα» και να τις αποδώσετε διαστρεβλωμένα με τον «δικό» σας τρόπο, κι αυτό έίναι το λιγότερο ένδειξη ανανδρείας. Έχετε μελετήσει τα έργα του? Όχι τη Γκέμμα, αλλά το «Έξυπνο Ενύπνιο» ή τον «Νηφομανή» πχ? Καλό θα ήταν να μελετήσετε σχολαστικά όλα του τα έργα και να αποκτήσετε σφαιρική άποψη για τις φιλοσοφικές του θέσεις, πως ξεκίνησαν και πως εξελίχθηκαν, αντί να μιμείστε τις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές ξεκατινιάσματος. Δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν η προσωπική ζωή του Λιαντίνη ή η επίδραση που είχε στους φοιτητές του -πόσο μάλλον να ασκείται κριτική χωρίς να τον γνωρίζει κάποιος προσωπικά!-, αλλά οι απόψεις που υπάρχουν μέσα στα βιβλία του. 
Λέτε:
Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του! 
-Το πέτυχε αυτό που λέτε, βάζοντας το ληθαράκι του στη φιλοσοφία. Αν αυτό είναι ματαιοδοξία, τότε ο Γκαίτε ή ο Σόπενχάουερ ήταν τεράστιοι αλλαζόνες και ματαιόδοξοι!
Αλλά κι αν το πέτυχε, δεν εμπόδισε κανέναν να γράψει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πχ και να τον ξεπεράσει. Έθεσε τον πήχη -ομολογουμένως αρκετά ψηλά-, αλλά ιδού η ρόδος ιδού και το πήδημα. Πάντως, αν είχε τρόπο να διαβάσει το άρθρο σας, θα γέλαγε μέχρι δακρύων, δακρυόεν γελάν όπως συνήθιζε να λέει. 
Λέτε:
Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της… 
-Το αντίθετο θα έλεγα. Ήταν ξεκάθαρα ενάντιος κάθε θρησκείας ή προσωπολατρείας και ήταν αυστηρά ταγμένος στην λογοκρατία και την επιστήμη. Ίσως χάλασε μερικούς ότι ήταν ενάντιος στην μεταθανάτια ζωή και στην αθανασία της ψυχής -όπως και ο Επίκουρος-. Αλλά τι να κάνουμε? Το επέκεινα είναι ο πυρήνας κάθε θεολογικού δόγματος και μυστικιστικού συστήματος. 
Λέτε:
Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη… 
-Ναι, γιατί στο πανεπιστήμιο πάει κανείς ως φοιτητής για να ακούσει, όχι για να διδάξει. Εκτός αυτού, δεν είναι δική του ευθύνη που δεν τον διέκοπταν, αλλά όσων ενδεχομένως θα ήθελαν να ρωτήσουν και δεν τόλμαγαν. 
Λέτε:
Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του! 
-Ο Λιαντίνης ουδέποτε πίστευε σε μυστηριακά ύψη αναλήψεως ή σε υπερκόσμιες αερολογίες. Ήταν πραγματιστής και γήινος. Το μόνο που ίσως να ήθελε, κι αυτό σύμφωνα με την πράξη της στεφάνωσης του αγάλματος του Σολωμού και του Λυκούργου όταν πέθανε, ήταν ότι κατέκτησε την ενδοκοσμική αθανασία. Ότι το έργο του θα μείνει στην ιστορία, γιατί μέσα από αυτό εξυμνείται ο ορθολογικός φιλοσοφικός λόγος και η ποιητική ευρύτητα του κλασσικού ελληνικού πνεύματος. 
Λέτε:
Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι! 
-Σε τι στηρίζετε αυτά που λέτε? Γνωρίζετε όλους τους επιστήθιους φίλους του ή γνωρίζετε τόσο καλά τον καθένα από τους ακροατές του? 
Λέτε:
Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»! 
-Δεν καταχράστηκε αυτή την σαγήνη που υπενίσεστε για ωφελιμιστικούς ή εμπορικούς σκοπούς, παρά μόνο για να στρέψει το ενδιαφέρον των ακροατών του προς την αρχαία ελληνική κοσμοαντίληψη μέσα από έργα κι όχι αερολογίες ή θεωρίες. 
Κι εγώ μπορεί να διαφωνώ σε κάποια σημεία με τις θέσεις του, πχ στο θέμα της αθανασίας της ψυχής μιας και είμαι νεοπλατωνικός. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα απορρίψω όλα του τα έργα, ούτε ότι θα βγάλω έναν αφορισμό για το πρόσωπό του του τύπου ότι ήταν ματαιόδοξος… και καθάρισα μ’ αυτό. Άλλωστε, μια διαφορετική προσέγγιση οφείλει να βοηθάει το μυαλό να ανοίξει κι όχι να κλειδώσει. Αυτά είχα να σχολιάσω και να σας προτρέψω να ξαναδιαβάσετε με την σειρά προσεκτικά τα βιβλία του: Έξυπνον Ενύπνιον, Homo Educandus, Χάσμα Σεισμού, Νηφομανής, Πολυχρόνιο, Ελληνικά, Γκέμμα και τις Ώρες των Άστρων, όπως και το βιβλίο του κ. Αλικάκου με την αυτοβιογραφία του κι ύστερα να ξαναβγάλετε πιο σίγουρα συμπεράσματα, δίχως προσωπική εμπάθεια ή απέχθεια, δίχως ειρωνεία ή αλλαζονεία. Και τότε, ξαναδιαβάστε προσεκρικά τα άρθρα σας και κάνετε την Αυτοκριτική σας.

Έχω κουραστεί να απαντώ σε άκριτες και επιπόλαιες -συχνά μάλιστα και υβριστικές- αντιδράσεις φανατικών του Λιαντίνη κάθε φορά που "τολμώ" να αναφέρω το όνομά του χωρίς να τον υμνώ (αντιδράσεις που μάλλον παραπέμπουν σε θρησκευτικό φονταμενταλισμό, παρά σε νηφάλια ανταλλαγή απόψεων ακαδημαϊκού επιπέδου). Εν τούτοις, έκρινα πως (και) αυτό το σχόλιο δεν θα έπρεπε να μείνει αναπάντητο:

Αγαπητέ Μάριε, απαντώ επιγραμματικά σε μερικά σημεία του σχολίου σας: 
1. Πού είδατε την εμμονή μου απέναντι στον Λιαντίνη; Έχω δημοσιεύσει δύο άρθρα, το παρόν κι ένα παλιότερο με θέμα την «Γκέμμα» (στο «Βήμα»). Έχω επίσης ανεβάσει δύο σύντομα αποσπάσματα λόγων του στο YouTube. Αν αυτό λέγεται «εμμονή», πού να δείτε τι έχω δημοσιεύσει για τον Wagner! 
2. Δεν έχω την αίσθηση ότι «σπιλώνω τη μνήμη του» καταθέτοντας προσωπικές απόψεις για το έργο και την προσωπικότητά του. Ούτε πιστεύω πως οι νεκροί τοποθετούνται στο απυρόβλητο της κριτικής! Αν ο ίδιος ο Λιαντίνης πίστευε κάτι τέτοιο, θα ήταν πολύ διαφορετική η στάση του απέναντι στον Καζαντζάκη (τον οποίο, εκτός του ότι ειρωνεύεται ως συγγραφέα, κατεξευτελίζει και ως άνδρα χλευάζοντας τις υποτιθέμενες σεξουαλικές του «ανεπάρκειες» – πιστεύω πως έχετε διαβάσει την «Γκέμμα»…). 
3. Στο άρθρο μου για την «Γκέμμα» μεταφέρω κάποιες απόψεις του Λιαντίνη όπως ακριβώς είναι διατυπωμένες στο βιβλίο, δίνοντας παραπομπές σε αντίστοιχες σελίδες. Τα περί «διαστρέβλωσης» είναι προσωπικές σας εκτιμήσεις οι οποίες ουδόλως με αφορούν… 
4. Στο πανεπιστήμιο δεν πηγαίνει κάποιος μόνο για ν’ ακούσει, αλλά και για να ρωτήσει, ενίοτε και να αμφισβητήσει! Κάθε εκπαιδευτικός που πιστεύει στην ελευθερία της σκέψης ενθαρρύνει τον διάλογο με τον μαθητή, δίνοντας επικοινωνιακή χροιά στη διαδικασία της μάθησης. Αν οι φοιτητές του Λιαντίνη δεν «τόλμαγαν» να ρωτήσουν (όπως πιθανολογείτε), τότε κατ’ εμέ ήταν αποτυχημένος ως εκπαιδευτικός! 
5. Εκφράσεις όπως «είναι το λιγότερο ένδειξη ανανδρίας» θα μπορούσαν να είχαν παραλειφθεί από το σχόλιό σας για λόγους αισθητικής του λόγου και μόνο. Το σίγουρο είναι ότι ελάχιστα εμπλουτίζουν την επιχειρηματολογία σας… 
Κ. Παπαχρήστου

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας…

Για κάποιους, η ζωή είναι απλά μια συλλογή εμπειριών. Για κάποιους άλλους, ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Αναζητώντας ένα συμβιβασμό, θα λέγαμε πως η ζωή είναι ένα αυτογνωστικό ταξίδι δια μέσου των εμπειριών μας. Γιατί, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε το Σύμπαν, αυτό που στ' αλήθεια αναζητούμε είναι ο εσώτερος εαυτός μας. Αυτός που ήδη γνωρίζει τα πάντα, μόνο που εμείς, σε επίπεδο συνείδησης, δεν το γνωρίζουμε!

Από αυτή την άποψη, η ζωή είναι μια αποστολή και μια ευκαιρία: Ερχόμαστε σ' έναν κόσμο φτιαγμένο από καθρέφτες. Αν δούμε μόνο τους καθρέφτες χωρίς να προσέξουμε το είδωλό μας, η αποστολή έχει αποτύχει και η ευκαιρία έχει χαθεί!

Κάθε μικρό βήμα στην αυτοσυνειδησία είναι μια υπέρβαση του εαυτού που γνωρίζαμε. Μα τα ερεθίσματα της εμπειρίας συχνά μας πλανεύουν με την απατηλή γοητεία τους. Και πέφτουμε στην παγίδα να δούμε το δάχτυλο αντί το φεγγάρι – τα επιφαινόμενα αντί της εσώτερης αλήθειας που υπεμφαίνουν. Έτσι η υπέρβαση ματαιώνεται, κι η γνώση του εαυτού (που είναι γνώση του κόσμου ολόκληρου) μένει μετέωρη. Κι εμείς μένουμε για πάντα παγιδευμένοι στον μικρόκοσμο των ψευδαισθήσεών μας, που μοιάζει τόσο αληθινός κάτω απ’ τη λάμψη των αστεριών...


Υπερβάσεις

(Σ’ αυτούς που τολμούν ν’ ανακαλύπτουν...)

Τον εαυτό σου αναζητάς
μες από μικρές, καθημερινές
υπερβάσεις...

Μες από σκοτεινές ματιές
που στάζουν αίμα
πάνω απ’ της πόλης τα φώτα...

Μες απ’ τους ήχους μυστικής καμπάνας
που αγκαλιάζουν πένθιμα την πόλη
σα νυχτώσει...

Μες από μύρια μικρά ξεθαρρέματα,
καθένα τους θαρρείς που είναι
το πρώτο και το τελευταίο...

Μες από παιδικά παραμύθια
σε μονοπάτια ώριμα ειπωμένα
που οδηγούν σε γεύσεις πρωτόγνωρες...

Μες από όρκους και υποσχέσεις
με ειλικρίνεια που δόθηκαν
μα ξέρεις δε θα τηρηθούν...

Μες απ’ το σπαραγμό
για ένα τέλος
κανείς που δεν τολμά να δώσει...

Μες απ’ τη θέα τού αύριο
που όλο αδυνατίζει
πίσω από τις ψευδαισθήσεις τού σήμερα...

(Ντίνος Πυργιώτης, ΑΠ' ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΟΥ )

Aixmi.gr

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Στη σκιά ενός επίγειου «θεού»…


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Τίποτα δεν προετοίμασε την παρουσία του, τίποτα δεν διαδέχθηκε τη φυγή του. Ήταν σαν αυτό που λέμε στα Μαθηματικά, “singularity”. Σαν την κορφή ενός βουνού που πεισματικά στέκει μονάχη, μοναδική στο είδος της. Ίσως γιατί κι ο ίδιος συνειδητά (όχι δίχως κάποιο αίσθημα ματαιοδοξίας και αυταρέσκειας) τοποθέτησε τον εαυτό του στην κορυφή του κόσμου, έτσι που κανείς ποτέ να μη μπορέσει να δειχθεί άξιος διάδοχός του!

Ιδρυτής και μοναδικός αρχιερέας μιας θρησκείας που είχε ένα κεντρικό και μη διαπραγματεύσιμο δόγμα: την άνευ όρων λατρεία στο πρόσωπό του! Οπαδοί οι μαθητές του, που τον λάτρεψαν σαν θεό αρνούμενοι να δουν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μαγεμένοι, σχεδόν υπνωτισμένοι, από τη χαρισματική του προσωπικότητα, θα μπορούσαν να δεχθούν ακόμα κι ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση, αν έτσι έλεγε ο Δάσκαλος! Αυτό που γι’ αυτούς είχε σημασία δεν ήταν τόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της σκέψης του, όσο ο μαγνητισμός κι η γοητεία που τους ασκούσε η εκφορά της…

Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διακόψει τον χειμαρρώδη λόγο του για να αρθρώσει – υπό μορφή, έστω, απορίας – υποψία εναλλακτικής θέσης, πόσο μάλλον ένστασης. Όχι από φόβο (τούτο το αισχρό συναίσθημα ουδέποτε το ενέπνευσε στους μαθητές του!) μα από μια μορφή σεβασμού που μόνο μια θεότητα θα μπορούσε να απολαμβάνει! Πίστευε, και το εφάρμοσε με συνέπεια στην πράξη, πως η σχέση μαθητή-δασκάλου οφείλει να είναι στον πυρήνα της ερωτική. Έρωτας εξ ορισμού άνισος, βέβαια, αφού σαν προϋπόθεση είχε την πλήρη και συνειδητή υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη…

Αληθινά ιδιοφυής (κατά την άποψή μου, ίσως ο ιδιοφυέστερος Έλληνας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!), δεν άντεξε τελικά το βάρος της ίδιας του της προσωπικότητας. Κι επέλεξε τη λύτρωση μέσω της φυγής. Μιας φυγής στην οποία προσέδωσε τη μυστηριακή όψη ανάληψης σε σφαίρες υπερκόσμιες, εκεί που η αθανασία αναμένει τους πραγματικά μεγάλους. Ή – γιατί όχι; – τους ίδιους τους θεούς, όπως μαρτυρά μια γνώριμη δαφνοστεφανωμένη εικόνα του!

Η απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ήταν προικισμένη η ματιά του τού επέτρεπε να διακρίνει τα αδύνατα σημεία και τα συναισθηματικά κενά των ανθρώπων που συναντούσε. Μπορούσε να εντοπίζει το έλλειμμα αυτοπεποίθησης, όπου και όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο ακροατήριό του, και ήξερε πάντα τις κατάλληλες λέξεις που θα χάριζαν πίστη σε αυτοαμφισβητούμενες συνειδητότητες. Αμείλικτος, εν τούτοις, σε όσους (έστω κι άθελά τους) του διέψευδαν το αίσθημα της παντοδυναμίας του – ακόμα κι αν ήταν επιστήθιοι φίλοι!

Μάστορας μοναδικός στην τέχνη του χειρισμού του γυναικείου ψυχισμού, δεν έκρυβε τη γνώση του στα βαθύτερα μυστικά της, όπως αποκαλύπτει με περισσή αυταρέσκεια στο κύκνειο άσμα του, το τελευταίο του βιβλίο. Κάποιες μαθήτριές του δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τη φυγή του, θαρρείς και φεύγοντας πήρε μαζί του και τις ψυχές τους. Και κάθε άλλος εραστής, οσοδήποτε άξιος, έμεινε να φαντάζει στα μάτια τους ανεπαρκής – στην καλύτερη περίπτωση, σαν γήινο υποκατάστατο ενός «ημίθεου»!

Σ’ αυτούς τους «ευγενικούς κι αόρατους» εραστές που βρέθηκαν στην ανάγκη να συναγωνίζονται άνισα τη σκιά ενός εκ φύσεως γητευτή που με μοναδικό θεατρικό στόμφο αναλήφθηκε από την κορυφή του Ταΰγετου, αφιερώνεται το κάπως πικρά σαρκαστικό στιχούργημα που ακολουθεί:

Παράδεισος

Δε λέω,
γλυκός είναι ο πόνος­­
να βασιλεύεις στον Παράδεισο
τώρα που φύγαν οι θεοί.
Και οι πατημασιές που αφήκαν
– βαριές και ανεξίτηλες –
το πιο καλό αντίδοτο
στη ματαιοδοξία σου…

Ήρθε λοιπόν η ώρα σου
ευγενικέ κι αόρατε φιλόσοφε:
Μ’ αυτά τα μισοφαγωμένα μήλα
την τέχνη σου όλη βάλε
και της ψυχής σου τη γλυκύτητα
να φτιάξεις μια υπέροχη κομπόστα!


Κλείνω με ένα διάλογο από την αριστουργηματική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου». Αφιερώνεται σ’ εκείνους που δεν μπόρεσαν να αναμετρηθούν με όνειρα και φαντάσματα δίχως να νιώσουν την ταπείνωση της ήττας…

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Ένα όνειρο είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Καλοκαίρια που έφυγαν, που φεύγουν…

Κάποτε μιλούσες για «τα καλοκαίρια». Τώρα γινήκαν τόσα πολλά που δυσκολεύεσαι πια να τα ξεχωρίσεις. Έτσι, μιλάς κάπως αόριστα για «το καλοκαίρι», σαν ένα κάδρο με μια εικόνα που μπορεί συνεχώς να μεταλλάσσεται, να μετεξελίσσεται στο χρόνο. Καμιά φορά, με ταχύτητες που δυσκολεύεσαι κι εσύ ο ίδιος να παρακολουθήσεις…

Πρόσωπα που σήμαιναν κάτι για τη ζωή σου περνούν και χάνονται στην αμείλικτη χρονική καταπακτή της εικόνας. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες των καλοκαιριών, μνημεία κατανόησης, ανοχής κι υπομονής… Οι γονείς που – ανάλογα με το χαρακτήρα τους – ομόρφαιναν τα καλοκαίρια σου με αγάπη και φροντίδα, ή τα έκαναν ν’ ασφυκτιούν από ανελευθερία…

Κάποιες θείες που σου ’διναν πάντα καταφύγιο, κάποιοι θείοι μακρινοί, χαμένοι στα βάθη της μνήμης… Ακόμα και φίλοι καλοκαιρινοί που χάθηκαν πρόωρα… Όπως και τόποι αγαπημένοι που δυσκολεύεσαι πια ν’ αναγνωρίσεις πίσω από τη μάσκα που αναγκαστικά τους φόρεσε η εξέλιξη και ο πολιτισμός…

Αναφερόμενος στον Δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο και τις αμετάκλητες μεταβολές που επιβάλλει στη Φύση και τον άνθρωπο, έγραψα κάποτε:

«Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής (…) αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να ξε-συμβούν, πως το ποτάμι κάποιων φαινομένων δεν γυρίζει πίσω…»

Κι ακόμα:

«Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε ένα αίσθημα ματαιότητας: Υπάρχει, τελικά, η ευτυχία, ή μήπως είναι απλά μια συλλογή από στιγμές καλής ψυχολογικής διάθεσης; Μια θετική προσέγγιση στο ερώτημα απαιτεί να σταθούμε πάνω από τη συμβατική κοσμική αντίληψη των αξιών: Η ευτυχία δεν είναι υπόθεση καταγραφής συγκυριών, αλλά κατάσταση συνειδητότητας που ανυψώνεται πάνω από την επίφαση των φαινομένων ώστε να υπερβεί – και τελικά να ακυρώσει – την παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου. Από την άποψη αυτή, ευτυχισμένη ζωή είναι η πορεία αυτεπίγνωσης που οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Σε τελική ανάλυση, η κατάκτηση της ίδιας της αθανασίας!»

Το αενάως μεταλλασσόμενο κάδρο των καλοκαιριών της ζωής μας στέκει πάντα σαν μελαγχολική επιβεβαίωση υπαρξιακής ματαιότητας, μα συνάμα και συνειδησιακό εργαστήρι αποδοχής και υπέρβασης. Κάτι μπρος στο οποίο ακόμα κι η πιο ατάλαντη «οιονεί ποίηση» δεν θα μπορούσε να σιγήσει!

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι


Τους πύργους έσβησε το κύμα
που είχαν χτίσει τα παιδιά,
κρύφτηκε απρόθυμα
το τελευταίο κομμάτι ουρανού
μες στο θολό που απόμεινε το γκρι…

Εκεί που κάποτ’ αγναντεύαμε τα δειλινά
στερέψαν από βλέμματα τα πέλαγα,
μείνανε μάταια να καρτερούν
καράβια που δε θάρθουνε ποτέ…

Έλαμπαν διάφανοι οι ορίζοντες,
τα σπίτια ασπρίζαν στην αντικρινή ακτή
που τώρα πια φαντάζει μακρινή
σα μια εικόνα μαγική πίσω απ’ τα σύννεφα…

Χορτάρια αφρόντιστα, ξερά κλαδιά
εκεί που ευωδιάζαν νυχτολούλουδα,
από τις γλάστρες που στολίζαν την αυλή
μονάχα έμεινε το χώμα…

Εκεί που αναζητούσαμε δροσιά
μόνα τους έμειναν τα δέντρα,
εκεί που βρίσκαμε ζεστό ψωμί
έμειναν μόνοι οι φούρνοι,

εκεί που ολονυχτίς μεθούσαμε
μονάχη έμειν’ η ταβέρνα,
εκεί που μας ξυπνούσε η γειτονιά
μόνα τους έμειναν τα σπίτια,

εκεί που σβήναμε τη δίψα τ’ απογεύματα
έμεινε μόνη η βρύση,
εκεί που ανυποψίαστοι γελούσαμε
έμεινε μόνη η θλίψη…



* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι γνωστός αριστοτέχνης της ματαιότητας που ματαίως ομιλεί περί αυτής εν τω μέσω του θέρους!

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Εγκλήματα» γνώμης και «δημοκρατικοί» δικαστές!

Υπάρχει λογική στην ποινικοποίηση της έκφρασης γνώμης σε μια δημοκρατική κοινωνία; Και, πώς η λογική αυτή συνάδει με την αυτονόητη ελευθερία του λόγου σε ένα δημοκρατικό καθεστώς;

Το ερώτημα είναι λεπτό, και η απάντηση κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη. Υπάρχει όμως ένα κριτήριο που θα μπορούσε να είναι οικουμενικά αποδεκτό και γενικά εφαρμόσιμο: Κατά πόσον η έκφραση γνώμης, άμεσα ή έμμεσα, ενθαρρύνει και συμβάλλει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων. Για παράδειγμα, αν κάποιος εκφράσει δημόσια την πίστη του στο «δικαίωμα» στη φοροδιαφυγή, διαπράττει αξιόποινη πράξη αφού προσφέρει ηθικό έρεισμα σ’ εκείνους που παρανομούν ή σκέφτονται να παρανομήσουν. Σε ακόμα υψηλότερη βαθμίδα ηθικής βαρύτητας, ως αντιβαίνων κάθε έννοια νομιμότητας θα πρέπει να θεωρείται ο δημόσιος εγκωμιασμός εγκληματικών πράξεων. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν πρόκειται για εγκλήματα γενοκτονίας, όπως αυτά που διέπραξαν οι Ναζί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εκεί που δημιουργείται ουσιαστικό πρόβλημα είναι όταν ο νομοθέτης αρνείται την διαφοροποίηση ανάμεσα στη δημόσια επιδοκιμασία ενός εγκλήματος και την απλή έκφραση αμφισβήτησης για τη σπουδαιότητα, ή ακόμα και αυτή τούτη την τέλεσή του, ειδικά στην περίπτωση όπου η αμφισβήτηση αυτή αντίκειται προς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή αδιάσειστες ιστορικές τεκμηριώσεις. Και, για να αναφερθούμε και πάλι σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, πόσο αξιόποινη θα πρέπει να λογίζεται η άρνηση της ιστορικής αλήθειας του Ολοκαυτώματος;

Δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα σοβαρός ιστορικός αναλυτής (με εξαίρεση τους αμφιλεγόμενους «αναθεωρητές» τύπου David Irving) που να θεωρεί ότι τα έξι εκατομμύρια των νεκρών του φρικτότερου μαζικού εγκλήματος της Ιστορίας υπήρξαν μόνο στη... φαντασία κάποιων σιωνιστικών κύκλων! Η δημόσια έκφραση αμφισβήτησης, λοιπόν, του Ολοκαυτώματος δεν θα έπρεπε να αποτελεί αιτία εισαγγελικής παρέμβασης, αλλά μάλλον αντικείμενο ψυχιατρικής διερεύνησης. Σε κάθε περίπτωση, η άρνηση (όχι όμως και ο εγκωμιασμός!) ενός τέτοιου ιστορικού εγκλήματος δεν είναι λογικό να ποινικοποιείται σε μια δημοκρατική κοινωνία που σέβεται την ελευθερία του λόγου και δεν βάζει φραγμούς στην έκφραση γνώμης – ακόμα κι όταν αυτή αποτελεί βιασμό του αυταπόδεικτου!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου, ο ίδιος ο κυβερνοχώρος (τοπικός και παγκόσμιος) έγινε ένα απέραντο λαϊκό δικαστήριο. Και προεξάρχουσα θέση στις εκδικαζόμενες υποθέσεις κατέχουν τα «εγκλήματα γνώμης», όπου η έννοια του «εγκλήματος» διαμορφώνεται κατά το δοκούν, ανάλογα με τις ιδεοληψίες των χρηστών. Η φύση της διακινούμενης πληροφορίας, μάλιστα, δίνει την δυνατότητα στους «δικαστές», αν το επιθυμούν, να κρύβουν τα πρόσωπά τους είτε μέσω ανωνυμίας, είτε με χρήση πλασματικής ταυτότητας – ένα είδος de facto νομιμοποίησης της εκ του ασφαλούς δημόσιας ύβρεως και της συκοφαντίας, και μια επίφαση φιλελευθεροποίησης μέσω ενθάρρυνσης της θρασυδειλίας!

Στα καθ’ ημάς, ένα πεδίο σφοδρής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο Διαδίκτυο είναι το περιβόητο μνημόνιο. Για την ακρίβεια, η υποκειμενική αντίληψη του κατά πόσον αυτό ήταν ή όχι μια αναγκαία επιλογή για την αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας. Η σύγκρουση γνώμης είναι εδώ άνιση, αφού ο ρόλος του «εισαγγελέως» σχεδόν μονοπωλείται από την «αντιμνημονιακή» σχολή σκέψης – στην οποία, ασφαλώς, έχουν εξ ορισμού προσχωρήσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία φυσικό είναι να επιδιώκουν να κεφαλαιοποιήσουν την αγανάκτηση των πολιτών που υποφέρουν από τις συνέπειες των σκληρών προϋποθέσεων του μνημονίου.

Η αγριότητα της κριτικής (διανθισμένης ενίοτε με ακραία υβριστικούς χαρακτηρισμούς) συχνά τρομάζει και παραπέμπει στις πιο σκοτεινές εμφυλιοπολεμικές περιόδους της Ιστορίας του τόπου. Οι τολμούντες να αποκλίνουν από την αντιμνημονιακή γραμμή αντιμετωπίζονται ως εθνικοί μειοδότες και παρομοιάζονται με τους δωσίλογους που συνεργάστηκαν επί Κατοχής με τον Γερμανό κατακτητή! Το επίπεδο του διαλόγου συχνά παραπέμπει σε κερκίδες γηπέδων, με επιπρόσθετη μάλιστα αγριότητα αν αναλογιστεί κανείς ότι το διακύβευμα αφορά κατά κύριο λόγο την ίδια την επιβίωση (για να μην αναφερθούμε στην ευτελέστερη εκδοχή της διατήρησης κεκτημένων...).

Αυτό που φαντάζει οξύμωρο είναι το γεγονός ότι σ’ αυτή τη βίαιη προσπάθεια άτυπης ποινικοποίησης, και τελικά φίμωσης, της αλλότριας γνώμης πρωτοστατούν πολιτικοί χώροι που αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοκρατικοί» και «προοδευτικοί». Δυνάμεις που συχνά καταφεύγουν στην εύκολη και φθηνή – συχνά μάλιστα κι εμπρηστική – συνθηματολογία του λαϊκισμού, αντί της σοβαρής επιχειρηματολογίας που απαιτεί η υπεύθυνη πολιτική...

Για το αν το μνημόνιο ήταν ή όχι σωστή επιλογή, δεν είμαι σε θέση να εκφέρω γνώμη (εξάλλου, ακόμα και διαπρεπείς ξένοι οικονομολόγοι διαφωνούν μεταξύ τους πάνω σ’ αυτό το θέμα!). Το μόνο που γνωρίζω είναι η αυταπόδεικτη αλήθεια πως έχει φέρει απέραντη δυστυχία στους Έλληνες – χωρίς να βλέπω, εν τούτοις, ποια άλλη λύση θα τους έκανε ευτυχέστερους (ή, για την ακρίβεια, λιγότερο δυστυχείς). Αυτό που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αμφισβητείται, αν θέλουμε να λεγόμαστε δημοκρατική κοινωνία, είναι το δικαίωμα κάποιων να έχουν αντίθετη άποψη επί του θέματος από τη δική μας και να την εκφράζουν ελεύθερα, χωρίς να εισπράττουν χυδαίες ύβρεις και να υφίστανται δημόσιους εξευτελισμούς!

Όμοια, η επίμονη αμφισβήτηση ιστορικά τεκμηριωμένων εγκλημάτων γενοκτονίας είναι σήμερα υπόθεση των ανοήτων, των απαίδευτων και των ρατσιστών. Ουδείς, εν τούτοις, μπορεί να στερήσει απ’ όλους αυτούς το δικαίωμα να αρνούνται δημόσια τις πλέον αυταπόδεικτες αλήθειες, αν έτσι επιθυμούν. Πόσο μάλλον αξιώνοντας να καθίσταται η άρνησή τους αυτή αξιόποινη πράξη! Κάτι τέτοιο αντίκειται προς τις ίδιες τις αρχές της Δημοκρατίας – του πολιτεύματος που στέκει πάντα ως αντίπαλο δέος καθεστώτων σαν εκείνο που ευθύνεται για το Ολοκαύτωμα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ποιος βγήκε κερδισμένος από τον θόρυβο για το συσσίτιο;

Σχεδόν μονοπώλησε την πρώτη θέση στα θέματα της επικαιρότητας, πριν λίγες μέρες, το «συσσίτιο μόνο για Έλληνες» (το αποκληθέν και «συσσίτιο μίσους») που διοργάνωσε η «Χρυσή Αυγή» (http://www.tovima.gr/society/article/?aid=523672). Όχι μόνο ο δημοσιογραφικός κόσμος, αλλά και απλοί πολίτες, χρήστες του Διαδικτύου, εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην πρωτοβουλία αυτή, την οποία ευθέως χαρακτήρισαν ρατσιστική.

Μακριά από ιδεολογικές ευαισθησίες και αυτονόητες ανθρωπιστικές ενστάσεις, ας εξετάσουμε το ζήτημα από καθαρά πραγματιστική σκοπιά για να δούμε ποιος βγήκε, τελικά, ωφελημένος από όλο αυτό το θόρυβο που – κατανοητά – δημιουργήθηκε από τους ομνύοντες στο όνομα και τις αξίες της Δημοκρατίας...

Σε επίπεδο ηθικής, η καταγγελία της πρωτοβουλίας της Χ.Α. αποτελεί παραβίαση ανοικτών θυρών! Ο διαχωρισμός των πεινασμένων σε «δικούς μας» και «άλλους» αντίκειται προς κάθε έννοια ανθρωπισμού και είναι εξαρχής καταδικασμένος στις συνειδήσεις των δημοκρατικών πολιτών. Προς τι, λοιπόν, η πλειοδοσία ηθικισμού που μας κατέκλυσε τις τελευταίες μέρες σχετικά με το θέμα αυτό;

Από την άποψη της πολιτικής σκοπιμότητας, ο θόρυβος που δημιουργήθηκε ήταν όχι μόνο περιττός, αλλά ίσως και επιζήμιος για τις δημοκρατικές δυνάμεις. Και εξηγούμαι: Κανένας δημοκρατικός πολίτης δεν περίμενε, ασφαλώς, να ακούσει όλες αυτές τις ηθικολογίες προκειμένου να μην ψηφίσει την Χ.Α. στις επόμενες εκλογές! Οι εν δυνάμει ψηφοφόροι της (εξαιρώ τα μέλη της ίδιας της οργάνωσης) αποτελούνται κυρίως από Έλληνες που έχουν απαυδήσει από την εισαγόμενη εγκληματικότητα, προϊόν της ανεξέλεγκτης (λαθρο)μετανάστευσης. Ο υπερτονισμός (έστω και καταγγελτικός), λοιπόν, μιας συμβολικά «ελληνοκεντρικής» πράξης θα μπορούσε εν προκειμένω να λειτουργήσει ακόμα και ως στοιχείο διαφήμισης της Χ.Α. στις συνειδήσεις αυτών των εν απογνώσει τελούντων πολιτών (τους οποίους ορισμένοι, ελαφρά τη καρδία, χαρακτηρίζουν συλλήβδην ως «φασίστες»).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρωτοβουλία της Χ.Α. ήταν πολιτικώς πονηρή: επεδίωξε το θόρυβο μέσω της πρόκλησης. Και το θόρυβο που ζήτησε της τον πρόσφεραν αφειδώς οι δημοκρατικές δυνάμεις που, παρασυρμένες από τα ιδεολογικά ανακλαστικά τους, έπεσαν εύκολα στην παγίδα! Αφήνοντας μάλιστα αναπάντητα και κάποια ερωτήματα, όπως, π.χ., «γιατί ένα συσσίτιο για Έλληνες είναι πράξη μίσους, ενώ ένα αντίστοιχο μόνο για αλλοδαπούς θα ήταν πράξη αγάπης;», «γιατί οι καταγγέλλοντες εξαντλούν την ιδεολογία τους σε ρητορείες αντί να διοργανώσουν αυτοί ένα κοινωνικό συσσίτιο σε ανθρωπιστικά πρότυπα;», κλπ.

Για να μη μακρηγορούμε: Η Χ.Α. δεν αντιμετωπίζεται με ξόρκια και κατάρες ή με ευχολόγια. Αντιμετωπίζεται με εξάλειψη των αιτίων που την έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο. Και ελάχιστα βοηθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις που ανέχονται έως υποστηρίζουν την ιδέα της ανεξέλεγκτης (ακόμα και λαθραίας) μετανάστευσης, ενώ ταυτόχρονα δαιμονοποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους καταγγέλλοντάς τους ως εξ ορισμού «αντιδημοκρατικούς»! Για τους απροστάτευτους, μη-προνομιούχους πολίτες της ελληνικής γειτονιάς, αυτά μπορεί και να ηχούν προκλητικά. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εκλογική τους συμπεριφορά την κρίσιμη στιγμή...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr

Εδώ και καιρό έχω γίνει στόχος πολύ συγκεκριμένου αναγνώστη του Aixmi.gr. Ο εν λόγω δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέσεις και απόψεις που, άμεσα ή έμμεσα, θίγουν τον Σύριζα, μισεί κατάφωρα τους... Φυσικομαθηματικούς (θεωρώντας, εξ ορισμού, πως επιδίδονται συλλήβδην σε δραστηριότητες παραπαιδείας - με απλά λόγια, πλουτίζουν παραδίδοντας "ιδιαίτερα"!), ενώ το ύφος και τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί παραπέμπουν σε οιονεί πολιτικούς χώρους που αυτοπροσδιορίζονται ως "αντιεξουσιαστικοί"...

Πιστεύω απόλυτα στην ελευθερία του λόγου και αντιτίθεμαι σε κάθε μορφή επιλεκτικής δημοσίευσης σχολιασμών που συνοδεύουν ένα άρθρο γνώμης σε κάθε σοβαρό ιστότοπο. Με αυτή την έννοια, δεν θεωρώ το Aixmi.gr ηθικά υπεύθυνο για την δημοσιοποίηση χλευαστικών έως και συκοφαντικών σχολίων εναντίον μου. Από την άλλη, έχω χρέος απέναντι στον εαυτό μου να απαντήσω μια και καλή σε τέτοιες (στρατευμένες και κατευθυνόμενες;;) τοποθετήσεις. Το έπραξα αναρτώντας ένα σχόλιο στο άρθρο μου, Το «ευχαριστώ» που δεν είπαμε…:

Η Θάλεια μού είπε κάποτε: «Τι θέλεις κι εκτίθεσαι στο Internet; Δεν καταλαβαίνεις ότι προσφέρεις τον εαυτό σου βορά στα σκυλιά;» Υποθέτω, έχει κάθε λόγο να χαμογελά σαρκαστικά μ’ εκείνο το θριαμβευτικό αίσθημα της απόλυτης δικαίωσης!

«Μαϊντανός του μνημονίου» με «επίπεδο σκέψης Α΄ Δημοτικού», «ντροπή της επιστήμης», αρθρογράφος επιπέδου περιοδικών λαϊκής κατανάλωσης του παρελθόντος με «αναγνώσματα για απογευματινές συναθροίσεις κυριών»… Για να μην παραλείψω να αναφερθώ και στη γελοιότητα της αστήρικτης κατηγορίας (που θα μπορούσα ακόμα και να καταγγείλω ως συκοφαντική δυσφήμιση!) περί δήθεν «εμπορευματοποίησης» της επιστήμης μου (βρέθηκα ξανά και ξανά στην ανάγκη να βάλω στη θέση τους κάποιους που, υπό μορφή πρόκλησης, μιλούσαν για υποτιθέμενα «ιδιαίτερα»…)!

Αναρωτιέμαι αν, τελικά, αξίζει να μοιράζεται κανείς δημόσια τις σκέψεις του με ένα τέτοιο κοινό. Και μάλιστα δίχως άλλο κέρδος πέρα απ’ την ίδια την ομορφιά της επικοινωνίας με λίγους ωραίους ανθρώπους… Όμως, στην εποχή της κρίσης τέτοιοι ιδεαλισμοί είναι πολυτέλειες! Τώρα ο λόγος πέρασε στα ανθρωποφάγα θηρία που κρύβαμε μέσα μας – μα δεν το ξέραμε. Κι όποιος διαφωνεί μαζί μας δεν είναι πια απλά ιδεολογικός αντίπαλος: είναι εχθρός που απειλεί την ίδια μας την ύπαρξη. Και σαν τέτοιο θα πρέπει να τον κατασπαράξουμε!

Η κρίση δεν μας έκανε, τελικά, κακούς, ανέδειξε μόνο την κακία που υπολάνθανε μέσα μας. Έβγαλε στην επιφάνεια τον αληθινό μας εαυτό. Και, απ’ αυτή τη σκοπιά, δικαιώνομαι να λέω πως την αξίζαμε απόλυτα! Κι ας θυμώνει με τα λόγια μου ο οργίλος «επαναστάτης»-σχολιαστής, ο διαθέτων γλώσσα δυσανάλογη της ωριμότητάς του…

Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν δυο καλοκαίρια, στη αυλή κάποιου εξοχικού στην Εύβοια, να γράφει ανέμελα ένα άρθρο σ' αυτό εδώ το blog. Κι αμέσως μετά να καλοδέχεται τα σχόλια - θετικά ή αρνητικά, μα πάντα καλοπροαίρετα - λίγων φίλων αναγνωστών... Μου λείπει η αθωότητα του blogging εκείνου του καιρού! Δίχως πολλά "Like" και κοντέρ αναγνωσιμότητας, μα με μια αίσθηση - θα την χαρακτήριζα - πιο "οικογενειακή" στη διακίνηση και ανταλλαγή των ιδεών στο Διαδίκτυο. Το οποίο παραγέμισε, δυστυχώς, από "άγρια σκυλιά" (όπως θα 'λεγε και η Θάλεια)! Σκέφτομαι, ώρες-ώρες, αν αξίζει τον κόπο να τα ταΐσω κι άλλο με την υπόληψη και την αξιοπρέπειά μου...

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Το «ευχαριστώ» που δεν είπαμε…

Ακούγοντας τη λέξη «ευγνωμοσύνη», το μυαλό μας πηγαίνει σε κώδικες ευγένειας και τρόπους καλής συμπεριφοράς. Σ’ αυτό βοηθούν και τα ίδια τα λεξικά: «αναγνώριση από κάποιον της ευεργεσίας που του έκανε κάποιος άλλος, καθώς και έντονα φιλική διάθεση προς αυτόν». Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: Για κάποιον που ζει σε μια ερημιά μακριά απ’ τον κόσμο, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης θα πρέπει να είναι ανύπαρκτο!

Όμως, αν υπερβούμε αυτή την απλουστευτική ανθρωποκεντρική προσέγγιση της έννοιας, θα αντιληφθούμε ότι η ευγνωμοσύνη δεν αφορά μόνο τη στενή σχέση μας με τον συνάνθρωπο ή την κοινωνία, αλλά, σε υψηλότερο επίπεδο, την υπερκόσμια σχέση μας με το Σύμπαν (έκφανση του οποίου είναι, ασφαλώς, και η κοινωνία). Κι αν δεχθούμε (όπως κάποιοι πιστεύουν) ότι το Σύμπαν δεν είναι παρά απεικόνιση της ίδιας μας της συνειδητότητας (άσχετα αν – κατά το «γνώθι σαυτόν» – ελάχιστα την έχουμε εξερευνήσει…), θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως η ευγνωμοσύνη είναι κατά βάθος σχέση αυτοπάθειας: Επικοινωνώ θετικά με το Σύμπαν = επικοινωνώ θετικά με τον εαυτό μου. Ή, με διαφορετικά λόγια, το Σύμπαν είναι καθρέφτης της συνειδητότητάς μου και ανακλά πίσω σ’ εμένα τόσο τα καλά, όσο και τα κακά μου αισθήματα και τα ανατροφοδοτεί!

Ακούμε συχνά πως δεν πρέπει να βιώνουμε αισθήματα κακίας. Μοιάζει με ηθική επιταγή, μα είναι κάτι θεμελιωδέστερο: είναι κατά κύριο λόγο θέμα αυτοσυντήρησης! Τα κακά αισθήματα που εκπέμπουμε και οι αρνητικές σκέψεις που κάνουμε ξαναγυρίζουν σ’ εμάς, εμείς είμαστε οι τελικοί τους αποδέκτες. Κατά μία έννοια, οι αρνητισμοί που παράγουμε μέσα μας (άσχετα αν τους κάνουμε ή όχι φανερούς στους άλλους) είναι όργανα αυτοκαταστροφής μας! (Αναφέρω σαν απτό παράδειγμα την επιστημονικά τεκμηριωμένη συσχέτιση ανάμεσα στις αρνητικές συμπεριφορές και τις καρδιακές παθήσεις, όπως αποκάλυψαν οι πρωτοποριακές έρευνες που διεξήγαγαν και δημοσίευσαν(*) ήδη από το 1959 οι Αμερικανοί καρδιολόγοι Meyer Friedman και Ray Rosenman.)

Στο αντίθετο άκρο του συναισθηματικού φάσματος βρίσκονται αυτοί που καλλιεργούν θετικά αισθήματα. Θα τους διακρίνετε εύκολα: Αποδέχονται την πραγματικότητα δίχως να μεμψιμοιρούν, δεν τους εξοργίζει η διαφορετικότητα, είναι ολιγαρκείς και όχι πλεονέκτες, και – το πιο σημαντικό – ακόμα και μέσα σε αντίξοες περιστάσεις αναζητούν τις θετικές πλευρές της ζωής και δεν παραλείπουν να εκφράσουν μέσα τους ευγνωμοσύνη γι’ αυτές! Για κάποιους πολιτισμούς (κι αυτό το σέβομαι απόλυτα) αυτό το τελευταίο δεν είναι απλά φιλοσοφική στάση αλλά θρησκευτική επιταγή…

Έζησα κάμποσα χρόνια σε μια κωμόπολη της Γιούτα, κοντά στους Μορμόνους. Αυτό που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν η ανυπόκριτη αισιοδοξία τους, προϊόν ίσως και της βαθιάς θρησκευτικής τους πίστης (ανεξάρτητα από το πόσο αποδεκτά θα μπορούσαν να είναι σε κάποιον τα δόγματά της…). Σπάνια έβλεπες στα πρόσωπά τους ζωγραφισμένη την κατάθλιψη και τη μιζέρια. Όπως και σπάνια διέκρινες τον θυμό – το πιο αυτοκαταστροφικό, ίσως, από τα ανθρώπινα συναισθήματα!

Μη βιαστείτε να συμπεράνετε πως ήταν μια κοινωνία εύπορων ανθρώπων που είχαν λυμένα όλα τους τα προβλήματα. Κάθε άλλο! Αν κάπου αντίκρισα πραγματική φτώχεια, ήταν εκεί. Όμως, ήταν άνθρωποι που αναζητούσαν πάντα τις θετικές πλευρές της ζωής, νιώθοντας ευγνωμοσύνη γι’ αυτές χωρίς παράλληλα να μεμψιμοιρούν για κάθε τι που δεν συνέβαλλε στην ευτυχία τους. “Look at the bright spots!” συνήθιζε να λέει ένας καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο.

Η ανεργία κι εκεί μεγάλη. Είδα νέους Αμερικανούς με διδακτορικά να ξενιτεύονται στο Ισραήλ ή στις Αραβικές χώρες, μέχρι να βρεθεί κάποια θέση αντάξια των σπουδών τους πίσω στην πατρίδα τους. Θυμάμαι το κοριτσάκι ενός άνεργου γείτονα με τρία παιδιά (εκ των οποίων το ένα με ανάγκες ειδικής φροντίδας) να χτυπά δειλά την πόρτα μου κρατώντας από την αλυσίδα του το οικογενειακό σκυλάκι (ήταν γνωστά στη γειτονιά τα φιλοζωικά μου αισθήματα!) και να ζητά με ταπεινοφροσύνη αλλά και αξιοπρέπεια να τους «δανείσω» 20 δολάρια… Μα ποτέ δεν είδα τον κύριο Γουίλιαμς και την υπέρβαρη σύζυγό του κατηφείς και συνοφρυωμένους. Για να είμαι ειλικρινής, ήταν τα πρώτα χαμόγελα της ημέρας που εισέπραττα καθ’ οδόν προς το Πανεπιστήμιο!

Βέβαια, αυτό που συνέβαλλε ιδιαίτερα στην ανάπτυξη μιας θετικής στάσης ζωής σ’ εκείνη την κοινωνία (πέρα από τη θρησκευτική τους πίστη) ήταν το βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της, που το μοιράζονταν ακόμα και μ’ εκείνους που δεν ανήκαν στο θρησκευτικό τους δόγμα (δεν ξεχνώ τις σακούλες με τρόφιμα που εύρισκα συχνά έξω απ’ την πόρτα μου τον πρώτο, δύσκολο καιρό, χωρίς ποτέ να μάθω την προέλευσή τους!).

Αυτό το αίσθημα αλληλεγγύης έχει σταδιακά (και, φοβάμαι, οριστικά πια) χαθεί από την ελληνική κοινωνία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που οι υψηλές αξίες της ζωής έδωσαν τη θέση τους στα άγρια ένστικτα της επιβίωσης. Έτσι, από κοινωνία ανθρώπων μεταλλαχθήκαμε σιγά-σιγά σε συνονθύλευμα εγωκεντρικών συνειδήσεων! Κι ο παρακμιακός αυτός μετασχηματισμός κοινωνικής συνείδησης ρίζωσε για τα καλά μέσα μας και επικράτησε ακόμα και σε περιόδους οικονομικής ευημερίας. Ώσπου φτάσαμε τελικά να υποκαταστήσουμε την κοινωνία με τη συντεχνία, συρρικνώνοντας την ανθρώπινη αλληλεγγύη τόσο ώστε να χωρέσει στα στενά πλαίσια των κοντόφθαλμων ταξικών συμφερόντων μας…

Αν και θα ερεθίσω πολλούς αναγνώστες μ’ αυτό που θα πω, ανήκω σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι δικαίως η Ιστορία μάς τιμώρησε! Γιατί, μεθυσμένοι από την αφθονία που πρόσκαιρα μας προσφέρθηκε, το μόνο που ζητούσαμε ήταν περισσότερη αφθονία. Και, στο τέλος κάθε φαύλου κύκλου πλεονεξίας, ξεχνούσαμε πάντα να πούμε ένα «ευχαριστώ» για όσα είχαμε αξιωθεί να απολαύσουμε. Εγωκεντρικοί και άπληστοι, αυτό που μας ενδιέφερε – και το διεκδικούσαμε συχνά με βία και περίσσεια θυμού – ήταν να μην απολαύσει περισσότερα «η άλλη συντεχνία». Ε, λοιπόν, τώρα μπορούμε όλοι μαζί να μοιραστούμε ισομερώς και δίκαια το τίποτα! Κι επειδή ελάχιστα τιμήσαμε τη ζωή ως αυθυπόστατη αξία που δεν ζητά πιστοποίηση μέσω του (υπερ)καταναλωτισμού, ίσως μας έκανε καλό να ξαναθυμηθούμε τη σκληρότερη και πιο πρωτόγονη εκδοχή της: την επιβίωση. Και μάλιστα, βλέποντας το φαύλο κύκλο της Ιστορίας να κλείνει ειρωνικά εκεί που ξεκίνησε, με τους τότε ηττημένους κατακτητές σημερινούς αλαζονικούς «διασώστες»!

Κλείνω κι εγώ αυτό το σημείωμα με ένα σύντομο, σαρκαστικό στιχούργημα ενός άγνωστου, «οιονεί ποιητή»:

Ευγνωμοσύνη…

Κι εκεί που λέγαμ’ η ζωή μας στέρεψε,
κι εκεί που ο ήλιος στέγνωσε
τις δύο τελευταίες μας σταγόνες,
ανάμεσα στις φυλλωσιές
μες στο στενό δρομάκι
μοναχική ξεπρόβαλε μια κρήνη.
Κι ως ξεδιψάσαμε
για μια στιγμή μονάχα κοιταχτήκαμε.
Κι απρόθυμα πάλι κινήσαμε
ψελλίζοντας, «ε και;»…

(Ντίνος Πυργιώτης, «ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ»)

(*) M. Friedman, R. Rosenman, “Association of specific overt behavior pattern with blood and cardiovascular findings”, Journal of the American Medical Association 169 (1959) 1286–1296.

Aixmi.gr

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Έρωτας: αυταπάτη ή αυτοπάθεια;

Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα βάζει νάρκη στα θεμέλια κάθε βεβαιότητας για την ύπαρξη του έρωτα ως αντικειμενικής αξίας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Μια πικρή κωμωδία του 1964 επιχειρεί να επιβεβαιώσει, θαρρείς, τον ιδιόρρυθμο δημιουργό του «Αναρχικού Τραπεζίτη»:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη… Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο… Τους είναι αδύνατο να υποπτευθούν πως ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που δυσκολεύονται να αναγνωριστούν δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, αυτές που φορούσαν εκείνη τη μαγική νύχτα του καρναβαλιού που γνωρίστηκαν, και που έμελλε να είναι η μοναδική…

Ίσως η πιο φιλοσοφημένη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, ο «Γάμος αλά Ελληνικά» του Βασίλη Γεωργιάδη («Τα Κόκκινα Φανάρια», «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας») είναι μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Στο αποθεωτικό φινάλε ακούγεται μια από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εκείνος που αγαπούσα!»

Δείτε το video

Δεν είναι λίγες οι φορές που ενθουσιαζόμαστε με τις φαινομενικές ιδιότητες ενός εν δυνάμει ερωτικού εταίρου (όπως τεχνηέντως μας τις προβάλλει, ή όπως εμείς επιλέγουμε να τις προβάλλουμε δίνοντάς τους αντικειμενική υπόσταση), μόνο και μόνο για να βιώσουμε την απόλυτη απογοήτευση στο πλαίσιο μιας πραγματικής σχέσης μαζί του/της. Με επακόλουθο, ασφαλώς, την αναπόφευκτη θνησιγένεια της σχέσης…

Αν θέλαμε να τραβήξουμε στα άκρα τον πεσιμιστικό σαρκασμό του ποιητή με τις πολλαπλές «περσόνες», θα λέγαμε πως το ερωτικό συναίσθημα χτίζεται όχι απλά με την αντικειμενοποίηση της ιδέας μας για τον άλλο, αλλά, συχνά, με την ολική έκλειψη – σε επίπεδο συνειδητότητας – του ερωτικού αντικειμένου και την υποκατάστασή του από τον ίδιο μας του εαυτό. Με άλλα λόγια, αυτό που στην πραγματικότητα ερωτευόμαστε δεν είναι ο άλλος αλλά η εικόνα που, μέσω αυτού, διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας! Ενδεικτικές είναι οι φράσεις:

– Ο τρόπος που με κάνει να νιώθω…

– Με έμαθε ν’ αγαπώ τον εαυτό μου…

– Με κάνει να αισθάνομαι πάλι νέος/νέα…

– Μαζί του/της γνώρισα εμένα όπως δεν με ήξερα…

Προσέξτε ότι απουσιάζει κάθε αναφορά στα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες του ίδιου του ερωτικού αντικειμένου: αυτά αναδεικνύονται έμμεσα σε συνάρτηση με τα αισθήματα αυτοαποδοχής ή αυτοεπιβεβαίωσης που επάγουν.

Θα πρέπει, λοιπόν, να συμπεράνουμε πως το ερωτικό αντικείμενο είναι είτε αυταπάτη, είτε εξωραϊστικό κάτοπτρο της αυτοεικόνας μας; Με άλλα λόγια, είναι ο έρωτας ταυτόσημος της ουτοπίας, του ναρκισσισμού και της αυτοπάθειας; Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε εξαρχής κάθε ερωτική σχέση θνησιγενή, αφού αργά ή γρήγορα οι μαγικές εικόνες θα εξανεμιστούν και θα έρθουν στην επιφάνεια οι πραγματικές διαστάσεις των ερωτικών εταίρων. Ή, για να ξαναγυρίσουμε στην ταινία του Β. Γεωργιάδη, θα αντικρίσουν ο ένας τον άλλο δίχως τις αποκριάτικες μάσκες!

Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μια παράμετρο που ως τώρα αγνοήσαμε: τον βαθμό ωριμότητας του ερωτευμένου ατόμου! Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο αυτοσυνειδησίας και αυτοαποδοχής, τόσο λιγότερος χώρος υπάρχει για ετεροπροσδιορισμούς και τόσο πιο αντικειμενική είναι η αξιολόγηση των ιδιοτήτων του ερωτικού συντρόφου. Αυτό αφήνει λιγότερο χώρο για επιπόλαιες εξιδανικεύσεις και συνακόλουθες απομυθοποιήσεις που μοιραία επιφέρουν παρακμή και, τελικά, διάλυση των σχέσεων.

Δηλαδή, ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο αυτοσυνειδησίας πριν επιτρέψει στον εαυτό του να ερωτευτεί; Ασφαλώς όχι! Ο έρωτας (για να θυμηθούμε τον Καβάφη) είναι ταξίδι μύησης, όχι προορισμός. Και η ωρίμανση που αποκομίζουμε σ’ αυτό το ταξίδι απαιτεί να κάνουμε λάθη, αφού κι αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσής μας. Μέσα απ’ τα λάθη μας μαθαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Και γνωρίζοντάς μας καλύτερα, απομακρύνουμε τον κίνδυνο να ερωτευτούμε τον λάθος άνθρωπο για τους λάθος λόγους!

* Ο Κώστας Παπαχρήστου παραληρεί ακατάσχετα λόγω της θερινής ζέστης…

Aixmi.gr